Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 9658/14, 19/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9658/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 19.06.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Ανδρέου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΚΗΣ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν.29/77 μετά των συναφών τροποποιήσεων, στις οποίες δήλωσε μη παραδοχή. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, αστυφύλακας XXXXX XXXXX Κακουλλής (ΜΚ1), επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου μέσα από την οποία παραδέχεται τη διάπραξη των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Αυτή η προσπάθεια προσέκρουσε στην ένσταση του κατηγορουμένου, ο οποίος εκπροσωπεί τον εαυτό του στην παρούσα υπόθεση. Ο κατηγορούμενος εισηγήθηκε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν πρέπει να κατατεθεί επειδή έχει ληφθεί χωρίς την ελεύθερη βούληση του και δόθηκε κατόπιν υπόσχεσης που μέλη της αστυνομίας του έδωσαν πως αν το έπραττε δεν θα παρέμενε υπό κράτηση. Επίσης είναι η θέση του ότι η αστυνομία παρέλειψε να του αναφέρει τα δικαιώματα του που απορρέουν από τη λήψη της εν λόγω κατάθεσης. Είναι ακόμη η θέση του κατηγορουμένου ότι στη βάση της ίδιας υπόσχεσης και πάλι δίχως την ελεύθερη βούληση του δήλωσε παραδοχή στο αστυνομικό έντυπο κατηγοριών και ότι συγκατατέθηκε γραπτώς να διεξαχθεί έρευνα στην οικία του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να διευκρινιστούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκαν τα προαναφερόμενα επίμαχα έγγραφα και πραγματοποιήθηκε η πιο πάνω έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου καθώς και γενικότερα να εξεταστούν τα πιο πάνω σημεία. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια ΔΕΔ1, ΔΕΔ2 και ΔΕΔ
- Στη διαδικασία δίκης εντός δίκης που ακολούθησε η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ένα μάρτυρα ενώ η πλευρά του κατηγορουμένου παρουσίασε δύο μάρτυρες, ένας εκ των οποίων ήταν ο κατηγορούμενος. Μοναδικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο αστυφύλακας XXXXX XXXXX Κακουλλής (ΜΚΔΕΔ1). Συνοψίζοντας τη μαρτυρία του μπορεί να λεχθεί ότι στις 28.08.13 και ώρα 18:25 ανακόπηκε ο κατηγορούμενος από μέλη της ΥΚΑΝ όπου δύο λεπτά αργότερα (18:27) συνελήφθηκε. Ο κατηγορούμενος από μόνος του έδωσε στους αστυνομικούς ένα αντικείμενο που κατείχε, το οποίο παραλήφθηκε ως τεκμήριο. Έγινε σωματική έρευνα στον κατηγορούμενο ενώ διεξήχθη έρευνα και στο όχημα του. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ όπου εκεί, αφού ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για τα δικαιώματα του ως κρατούμενος, συσκευάστηκε και σφραγίστηκε το τεκμήριο που εντοπίστηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος υπέγραψε τη συσκευασία και σφράγιση του εν λόγω τεκμηρίου. Ακολούθησε έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου κατόπιν γραπτής συγκατάθεση του τελευταίου. Η έρευνα διεξήχθη μεταξύ των ωρών 19:00-19:30 της ίδιας ημέρας. Έπειτα ο εν λόγω μάρτυρας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διερευνούσε και τότε αυτός εξέφρασε την επιθυμία του να προβεί σε θεληματική κατάθεση, η οποία έγινε την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 19:50-20:
- Ο εν λόγω μάρτυρας έγραψε το λεκτικό της επίστησης και κατόπιν επιθυμίας του κατηγορουμένου έγραψε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου ΔΕΔ1 όπως του το υπαγόρευε. Μετά ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε το επίμαχο έγγραφο στον κατηγορούμενο, ο οποίος το διάβασε και το υπέγραψε ως ορθό. Ύστερα ο εν λόγω μάρτυρας υπαγόρευσε στον κατηγορούμενο το λεκτικό της ανάγνωσης, ο οποίος το κατέγραψε. Για την καταγραφή του Τεκμηρίου ΔΕΔ1 ο εν λόγω μάρτυρας αρνήθηκε ότι έδωσε οποιαδήποτε υπόσχεση και ούτε άκουσε συνάδελφο του να υπόσχεται στον κατηγορούμενο. Στις 00:15 της 29.08.13 ο κατηγορούμενος απολύθηκε. Αναφερόμενος στο επίμαχο έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΔΕΔ2, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι λήφθηκε στις 20.04.14 μεταξύ των ωρών 22:35-22:40 και αφού πρώτα παρέλαβαν τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων του τεκμηρίου της υπόθεσης από το Κρατικό Χημείο. Ο εν λόγω μάρτυρας συνάντησε τον κατηγορούμενο στο Πισσούρι, το οποίον αφού κατηγόρησε γραπτώς κατέγραψε στο έντυπο την απάντηση που αυτός του έδωσε. Πρώτος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος (ΜΥΔΕΔ1). Συνοψίζοντας την μαρτυρία του μπορεί να λεχθεί η αναφορά του κατηγορουμένου ότι και σε άλλες περιπτώσεις που ο ίδιος εμπλεκόταν με ζητήματα κατοχής και χρήσης μικρών ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών δόθηκε η ίδια υπόσχεση και αυτός, όπως ισχυρίστηκε, προκειμένου να αποφύγει το ενδεχόμενο παραπομπής του σε διαδικασία προσωποκράτησης και κατ' επέκταση για να γλιτώσει από τον κίνδυνο παραμονής του σε κράτηση, προέβηκε σε θεληματικής φύσεως κατάθεση και υπέγραψε γραπτή συγκατάθεση για διεξαγωγή έρευνας στην οικία του. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είπε ότι ήταν πέραν του ενός αστυνομικού που τον παρότρυναν να αποδεχτεί τη συναλλαγή που του πρότειναν. Δεύτερος και τελευταίος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο XXXXX Νικολάου (ΜΥΔΕΔ2), ο οποίος υπηρέτησε στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου την περίοδο 1964-
- Περίληψη της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα περιλαμβάνει προσωπική του υπόθεση κατοχής και χρήσης κάνναβης στις 03.05.16 όπου εκείνη την ημέρα μέλη της αστυνομίας τον επισκέφθηκαν στην οικία και κατόπιν σχετικού δικαστικού εντάλματος που εξασφάλισαν προέβηκαν σε έρευνα της οικίας του, μέσα από την οποίαν εντόπισαν κάνναβη ποσότητας 0,4 γραμμαρίων. Ο ίδιος μόλις είχε καπνίσει τσιγάρο που περιείχε κάνναβη. Αμέσως τέθηκε υπό σύλληψη και μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Όπως είπε, προκειμένου να αποφύγει την κράτηση και να παραστεί στο πάρτι γενεθλίων του που είχε εκείνη την ημέρα, συμφώνησε με την προσφορά που οι αστυνομικοί του πρότειναν και ήταν να προβεί σε κατάθεση θεληματικής φύσεως, την οποία να υπογράψει. Κατά την αγόρευση του ο κατηγορούμενος μέσα από σχολιασμό της προσαχθείσας μαρτυρίας επέμεινε στις θέσεις του. Αντίθετη ήταν η θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι τα όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε είναι γενικά και αόριστα και που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Όταν η κατηγορούσα αρχή επιχειρεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια κατάθεση κατηγορούμενου ή γενικότερα ένα έγγραφο που καθ' οιονδήποτε τρόπο συμβάλλει στην ενοχοποίηση του όπως το επίμαχο (Τεκμήρια ΔΕΔ1) ως μέρος του μαρτυρικού υλικού, τότε φέρει το βάρος απόδειξης ότι αυτό λήφθηκε με τη θέληση του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επομένως, η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει ότι το επίμαχο έγγραφο είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου και ότι δεν λήφθηκε κάτω από συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη θέληση του κατηγορούμενου, όπως η άσκηση εξουσίας αστυνομικού οργάνου που έκδηλα θέτει τον κατηγορούμενο σε δυσμενή θέση έναντι αυτού, η άσκηση άμεσης ή έμμεσης βίας ή απειλής ή εξαναγκασμού ή η άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 113, Kokkinos v. Police
(1967)2 C.L.R. 217, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 1, Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169 και Psaras & Another v. Police
(1987)2 C.L.R. 132. H υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73, συνοψίζει τις αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης αλλά και οποιουδήποτε εγγράφου τύπου όπως τα επίμαχα στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: "Είναι αλήθεια ότι σειρά αποφάσεων της Κυπριακής Νομολογίας αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Η ουσία αυτών των αποφάσεων έγκειται εις το ότι ένα Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει τη δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Αυτές οι αρχές, αντανακλούν τη δέσμευση μας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Ωστόσο καμιά από αυτές τις αυθεντίες στοχεύει στην αλλαγή της βασικής αρχής ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 ΑΑ..Δ. Επίσης οι Δικαστικοί Κανόνες, όπως έχει τονισθεί, δεν αποτελούν από μόνοι τους Κανόνες Δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικά βοηθήματα για να αποφασισθεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική." Παρόλο που επίσης πρέπει να καταδεικνύεται ότι το επίμαχο έγγραφο λήφθηκε σύμφωνα με τους Δικαστικούς Κανόνες, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί κατάθεση όπου υπήρξε παρέκκλιση από τους κανόνες, η οποία ασκείται με γνώμονα τη θεληματικότητα αυτής, όπως αναφέρεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556: "Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες κατά τη λήψη κατάθεσης υπόπτου από τις αστυνομικές αρχές, δε συνεπάγεται και την απόρριψη της κατάθεσης ως μαρτυρίας. Η αρχή δικαίου η οποία ισχύει είναι τούτη: Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες παρέχει διακριτική ευχέρεια στο εκδικάζον την υπόθεση δικαστήριο να τις απορρίψει με έρεισμα τις επιπτώσεις που ενέχει άμεσα ή έμμεσα στο εκούσιο της κατάθεσης που συνιστά και το κύριο εχέγγυο για την ορθότητα και την ακρίβεια του περιεχομένου της ." Το Δικαστήριο οφείλει να αποδεχθεί κατάθεση ή έγγραφο προερχόμενο από τον κατηγορούμενο όταν είναι βέβαιο στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν τη λήψη του επίμαχου εγγράφου είναι ελεύθερες από κάθε υποψία και οποιονδήποτε βαθμό καταπίεσης και εξαναγκασμού και βέβαια απουσιάζουν συνθήκες άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Η λέξη 'καταπίεση' επεξηγήθηκε στην υπόθεση R. v. Priestley
(1965)51 Cr. App. R. 1 ως: ".to my mind this word, in the context of the principles under consideration, imports something which tends to sap, and has sapped, that free will which must exist before a confession is voluntary .. Whether or not there is oppression in an individual case depends upon many elements. I am not going into all of them. They include such things as the length of time of any individual period of questioning, the length of time intervening between periods of questioning, whether the accused person had been given proper refreshment or not, and the characteristics of the person who makes the statement. What may be oppressive as regards a child, an invalid, or an old man, or somebody inexperienced in the ways of this world may turn out not to be oppressive when one finds that the accused person is of a tough character and an experienced man of the world." Στην υπόθεση R. v. Prayer
(1972)56 Cr. App. R. 151 αποφασίστηκε ότι 'καταπιεστική ανάκριση' είναι ανάκριση που από τη φύση της, τη διάρκεια της ή άλλα περιστατικά (περιλαμβανομένης και της κράτησης) δημιουργεί ελπίδες (όπως την ελπίδα απόλυσης) ή φόβους ή επηρεάζει με τέτοιο τρόπο το μυαλό του κατηγορουμένου έτσι που η θέση του να μειώνεται και να ανοίγει το στόμα του όταν στην αντίθετη περίπτωση θα έμενε σιωπηλός. Στην υπόθεση R. v. Houghton
(1979)68 Cr. App. R. 197 έχει λεχθεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. Αναμφίβολα, η θεληματικότητα μιας κατάθεσης οδηγεί στη διαπίστωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση όμως της μαρτυρίας σε μια δίκη εντός δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια για να καλύψουν μόνο τα επίδικα θέματα της δίκης εντός δίκης. Η διατύπωση ευρημάτων για την αξιολόγηση μαρτύρων αποφεύγεται όσο είναι δυνατό, ώστε να μην επηρεαστεί η ευρύτερη αξιοπιστία των μαρτύρων στο πλαίσιο της κυρίως δίκης (Petri v. Police
(1968)2 C.L.R. 40 και Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169). Δεν πρέπει ακόμη να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς την υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης και χωρίς να μου διαφεύγει ότι το θέμα γενικά της αξιοπιστίας των μαρτύρων στη διαδικασία αυτή πρέπει να παραμείνει ανοικτό, προχωρώ να εξετάσω τα προαναφερόμενα εγειρόμενα ζητήματα. Όπως λέχθηκε πιο πάνω, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι τόσο το επίμαχο έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΔΕΔ1 (γραπτή κατάθεση) λήφθηκε χωρίς την ελεύθερη βούληση του όσο και η έρευνα που διεξήχθη στην οικία του πραγματοποιήθηκε χωρίς την ελεύθερη συγκατάθεση του αλλά μετά από συναλλαγή που έκανε με μέλη της αστυνομίας προκειμένου να απολυθεί της κρατήσεως. Μάλιστα ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι αυτό που έγινε στην παρούσα περίπτωση αποτελεί σχέδιο της αστυνομίας που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπως τη δική του όπου εμπλέκεται μικρή ποσότητα ναρκωτικής ουσίας με την πρόταση της αστυνομίας να γίνεται σε κάποιο στάδιο μετά που αυτός τέθηκε υπό κράτηση και οδηγήθηκε στο κελί. Η μαρτυρία του ΜΚΔΕΔ1 για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ήταν σαφής και κατατοπιστική. Ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε μία ολοκληρωμένη, σταθερή και συνεπή εκδοχή των γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες λήψης των επιδίκων εγγράφων με τα οποία ο κατηγορούμενος συνδέεται, με τις θέσεις του μάρτυρα αυτού να παραμένουν αλώβητες μέχρι τέλους. Με θετικότητα και παραστατικότητα περιέγραψε την κατάσταση, η οποία επιβεβαιώνεται από τη χρονική αλληλουχία των πραγμάτων. Ένα μεγάλο και ταυτόχρονα ουσιώδες κομμάτι της μαρτυρίας του συνιστά κοινό έδαφος των μερών. Αντίθετα η μαρτυρία του κατηγορουμένου χαρακτηρίζεται από γενικότητα, ασάφεια και αοριστία. Οι θέσεις που προέβαλε και συνθέτουν την εκδοχή του στην παρούσα διαδικασία παρέμειναν εκτεθειμένες από αναντίλεκτα δεδομένα της υπόθεσης. Ένεκα της αποτυχίας δικαιολόγησης τους, οι εν λόγω αναφορές παρέμειναν μετέωρες και κατ' επέκταση στη σφαίρα των ισχυρισμών. Η δε μαρτυρία του XXXXX Νικολάου (ΜΥΔΕΔ2) δεν μπορεί να συσχετιστεί με την παρούσα υπόθεση. Το τι μπορεί να συνέβηκε στην περίπτωση του Νικολάου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ακολουθήθηκε ως σχέδιο ή πρακτική στην παρούσα υπόθεση. Κάθε περίπτωση κρίνεται ξεχωριστά στη βάση των δικών της περιστατικών και δεδομένων. Με βάση αυτό το σκεπτικό εξετάζονται όλες οι θέσεις που συνθέτουν την εκδοχή του κατηγορουμένου στη διαδικασία αυτή. Μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚΔΕΔ1 προκύπτουν δεδομένα που αποτελούν κοινό έδαφος των μερών. Συγκεκριμένα, όπως ο αστυφύλακας XXXXX XXXXX Κακουλλής ανάφερε, ο κατηγορούμενος όταν στις 28.08.13 και ώρα 18:25 ανακόπηκε από μέλη της ΥΚΑΝ και συνελήφθη αμέσως δύο λεπτά αργότερα (18:27), από μόνος του παρέδωσε στην αστυνομία αντικείμενο που είχε στην κατοχή του για το οποίο υπήρχαν υποψίες ότι εντός αυτού περιεχόταν κάνναβη, της οποίας η κατοχή και χρήση είναι με βάση νομοθεσία παράνομη, γεγονός που αποτελεί κοινό έδαφος των μερών. Το εν λόγω αντικείμενο είναι αυτό που αποστάληκε στο Κρατικό Χημείο για επιστημονικές εξετάσεις προκειμένου να διαπιστωθεί αν η ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης που βρισκόταν μέσα σε χαρτομάντιλο και ομοίαζε με κάνναβη, ήταν όντως κάνναβη, κάτι επίσης που αποτελεί κοινό έδαφος των μερών. Αποτελεί ακόμη κοινό έδαφος των μερών ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος υπέγραψε το πιο πάνω τεκμήριο που συσκευάστηκε και σφραγίστηκε και αποστάληκε για επιστημονικές εξετάσεις. Από τα πιο πάνω δεδομένα ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου δεν φαίνεται να ευσταθεί. Δεν διαπιστώνω λόγο που η αστυνομία θα είχε για να υποσχεθεί αυτό που ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε προκειμένου να εκμαιεύσει θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης τη στιγμή που μέλη της απέστειλαν το τεκμήριο που ο κατηγορούμενος από μόνος του τους το έδωσε στο Κρατικό Χημείο για διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων. Αν οι επιστημονικές εξετάσεις επιβεβαιώσουν ότι το εν λόγω τεκμήριο περιέχει απαγορευμένη ναρκωτική ουσία τότε η αστυνομία διαθέτει επιστημονική μαρτυρία που τη βοηθά να θεμελιώσει την υπόθεση της. Αν όμως τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων καταδείξουν ότι αυτό που περιέχεται στο τεκμήριο δεν είναι απαγορευμένη ναρκωτική ουσία τότε η προώθηση της παρούσας υπόθεσης είναι μάταιη. Σε κάθε περίπτωση η προσπάθεια λήψης θεληματικής κατάθεσης υπό αυτά τα δεδομένα δεν προσφέρει οτιδήποτε το επιπλέον σημαντικό στην υπόθεση, γεγονός που καθιστά αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό του κατηγορουμένου. Έρχομαι να εξετάσω τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι η αστυνομία παρέλειψε να του αναφέρει τα δικαιώματα του που απορρέουν από τη λήψη του επίμαχου Τεκμηρίου ΔΕΔ
- Ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί. Προβαίνοντας σε ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου παρατηρώ ότι προτού καταγραφούν αυτά που σχετίζονται με την υπόθεση σημειώνονται τα εξής: "Εγώ ο XXXXX Χριστοφόρου θέλω να κάμω μία κατάθεση. Πληροφορήθηκα ότι μπορώ να γράψω ιδιοχείρος την κατάθεση μου αλλά επιθυμώ όπως κάποιος γράψει ότι λέω. Πληροφορήθηκα ότι δεν είμαι υπόχρεως να πω οτιδήποτε εκτός εάν θέλω και πω οτιδήποτε που δυνατό να δοθεί ως μαρτυρία." Δίπλα από την πιο πάνω αναφορά υπάρχει η υπογραφή του κατηγορουμένου και το ονοματεπώνυμο του ολογράφως. Το ότι πρόκειται για την υπογραφή του κατηγορουμένου δεν έχει αμφισβητηθεί. Η ύπαρξη της υπογραφής του καταδεικνύει γνώση του κατηγορουμένου ως προς την έννοια και σημασία λήψης κατάθεσης θεληματικής φύσεως. Παραμένοντας στο ίδιο έγγραφο έχω αναγνώσει την τελευταία παράγραφο αυτού που αυτούσια καταγράφει τα εξής: "Έχω διαβάσει την πιο πάνω κατάθεση και έχω πληροφορηθεί ότι μπορώ να κάμω οποιεσδήποτε προσθήκες, διορθώσεις ή αλλαγές θέλω στο περιεχόμενο τους. Η πιο πάνω κατάθεση είναι ορθή και την έκαμα ελεύθερα και με τη θέληση μου." Αξίζει να σημειωθεί ότι δίπλα και από την αναφορά αυτή υπάρχει η υπογραφή του κατηγορουμένου και το ονοματεπώνυμο του ολογράφως. Στη βάση του ιδίου σκεπτικού η ύπαρξη της υπογραφής του κατηγορουμένου καταδεικνύει γνώση από μέρους του για δυνατότητα τροποποίησης του περιεχομένου του εγγράφου. Από το λεκτικό που διατυπώνεται σε αμφότερες τις αναφορές, αποκαλύπτονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και παράλληλα προειδοποιείται για τη σημασία που δημιουργεί στην υπόθεση η παροχή θεληματικής φύσεως κατάθεση. Οι υπογραφές του κατηγορουμένου που συνοδεύουν αμφότερες τις πιο πάνω αναφορές χωρίς αμφιβολία πιστοποιούν αντίληψη της έννοιας και σημασίας του περιεχομένου τους από μέρους του. Το περιεχόμενο των αναφορών ταυτίζεται με το πνεύμα του Δικαστικού Κανόνα IV. Επ' αυτού παραπέμπω στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης-Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές' των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Β' Έκδοση στις σελίδες 850-
- Τα δεδομένα αυτά εκμηδενίζουν την όποια δυναμική είχε ο εν λόγω ισχυρισμός του κατηγορουμένου. Προχωρώ ευθύς στον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι μέρος της επικαλούμενης συναλλαγής του με την αστυνομία ήταν να δώσει γραπτή συγκατάθεση για διεξαγωγή έρευνας στην οικία του. Όπως φαίνεται από το σώμα του εν λόγω επίμαχου εγγράφου, τέτοια συγκατάθεση δόθηκε στις 28.08.13 και ώρα 18:
- Έχω εξετάσει με προσοχή τον ισχυρισμό αυτό του κατηγορουμένου. Ωστόσο αδυνατώ να αντιληφθώ για ποιο λόγο η αστυνομία να μπει στον κόπο και συνάμα στον κίνδυνο να υποσχεθεί αυτό που ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε προκειμένου να εκμαιεύσει την έγκριση του για διεξαγωγή έρευνας στην οικία του τη στιγμή που είχε τη δυνατότητα να αποταθεί στο δικαστήριο και να ζητήσει την έκδοση διατάγματος έρευνας της οικίας του κατηγορουμένου. Το γεγονός ότι στην κατοχή του κατηγορουμένου εντοπίστηκε αντικείμενο που περιείχε πολύ μικρή ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης δεν αποκλείει εκ προοιμίου, στα πλαίσια εξέτασης της υπόθεσης και μπροστά στην ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι στην οικία του κατηγορουμένου υπήρχε μεγαλύτερη τέτοια ποσότητα που τον εμπλέκει, την έκδοση τέτοιου διατάγματος από το δικαστήριο. Η δυνατότητα να αποταθούν μέλη της αστυνομίας στο δικαστήριο για την έκδοση τέτοιου εντάλματος παρέχεται μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Εξ' ου από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης XXXXX Νικολάου (ΜΥΔΕΔ2) διαφάνηκε ότι επρόκειτο για περίπτωση, αν και πάλι μικρής ποσότητας ύποπτης φυτικής ύλης, στην οποία τα μέλη της αστυνομίας ήλθαν με σκοπό την πραγματοποίηση έρευνας στην οικία του εν λόγω ατόμου στη βάση σχετικού δικαστικού εντάλματος που είχε εκδοθεί. Παράλληλα από την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτει ως κοινό έδαφος των μερών ότι η έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου διεξήχθηκε μεταξύ των ωρών 19:00-19:30 της 28.08.
- Το δε Τεκμήριο ΔΕΔ1, όπως φαίνεται από την καταγραφή των ωρών στο σώμα του, λήφθηκε την ίδια ημέρα μεταξύ των ωρών 19:50-20:
- Με γνώμονα ότι ο κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση μέχρι η ώρα 00:15 της 29.08.13, γεγονός που δεν έχει αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο, η χρονική διαφορά των 4-5 ωρών καταδεικνύει ότι οι προαναφερόμενες ενέργειες της αστυνομίας δεν συνδέονται με ενδεχόμενο υπόσχεσης μελών της ότι ο κατηγορούμενος θα αφηνόταν ελεύθερος μόλις οι εν λόγω ενέργειες πραγματοποιούνταν, ως ήταν ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου. Θα μπορούσε κάποιος να πει και να θεωρηθεί λογική αναφορά ότι η εθελούσια παράδοση του αντικειμένου που βρισκόταν στην κατοχή του κατηγορουμένου στην αστυνομία, η αμέσως μετά υπογραφή του κατηγορουμένου στο έντυπο δικαιωμάτων που του δόθηκε, η μετέπειτα υπογραφή του κατηγορουμένου στη συσκευασία και σφράγιση του τεκμηρίου, φανερώνει μία στάση συνεργασίας του τελευταίου με τα μέλη της αστυνομίας που λογικά επιτρέπει τη σκέψη ότι η υπογραφή των επίμαχων Τεκμηρίων ΔΕΔ1 και ΔΕΔ3 που ακολούθησε αποτελεί φυσική απόρροια και φυσιολογική συνέχεια αυτής της διαφαινόμενης στάσης συνεργασίας του κατηγορουμένου εκφράζοντας την ελεύθερη βούληση του στα έγγραφα αυτά. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι στη βάση της ίδιας προαναφερόμενης επικαλούμενης υπόσχεσης, ο ίδιος δίχως πάλι την ελεύθερη βούληση του δήλωσε παραδοχή στο αστυνομικό έντυπο κατηγοριών. Έχοντας εξετάσει το χρονικό σημείο που καταρτίστηκε το επίμαχο έγγραφο (Τεκμήριο ΔΕΔ2) σε συνάρτηση με το χρόνο που κατ' ισχυρισμό δόθηκε η επικαλούμενη υπόσχεση από την αστυνομία, διαπιστώνω ότι πρόκειται για ένα εντελώς αβάσιμο ισχυρισμό. Ουδεμία δόση αλήθειας μπορεί να έχει ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο ίδιος υποχρεώθηκε να έλθει σε συναλλαγή με την αστυνομία να υπογράψει το επίμαχο έγγραφο προκειμένου να απολυθεί της κρατήσεως του επειδή το εν λόγω τεκμήριο συντάχθηκε στις 20.04.14 και συγκεκριμένα 8 μήνες περίπου μετά που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό, το οποίο οδήγησε τον κατηγορούμενο σε κράτηση. Εν πάση περιπτώσει, ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα στοιχείο υπάρχει που να δημιουργεί εύλογη υποψία ότι τα επίμαχα έγγραφα λήφθηκαν κάτω από ύποπτες συνθήκες ή υπό τις συνθήκες που ο κατηγορούμενος επικαλείται. Αντίθετα, από την ενώπιον μου μαρτυρία οδηγούμαι στο ασφαλές συμπέρασμα ότι οι συνθήκες λήψης των επίμαχων εγγράφων είναι όπως τις ανέφερε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας κατηγορίας. Θεωρώ ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τα επίδικα έγγραφα λήφθηκαν κάτω από συνθήκες ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου με τον κατηγορούμενο να θέτει την υπογραφή του σ' αυτά ως προϊόν ελεύθερης βούλησης του και χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο ή μορφή πίεσης, απειλής, εξαναγκασμού, ξυλοδαρμού, επηρεασμού, καθοδήγησης ή υπόσχεσης ή αποτέλεσμα συναλλαγής για απόκτηση οποιασδήποτε μορφής πλεονεκτήματος ή οφέλους. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Στις 28.08.13 και ώρα 18:25 μέλη της ΥΚΑΝ ανέκοψαν τον κατηγορούμενο, τον οποίον και συνέλαβαν στις 18:27 της ίδιας ημέρας. Τότε ο κατηγορούμενος από μόνος του έδωσε στους αστυνομικούς ένα αντικείμενο που κατείχε και ήταν χαρτομάντιλο όπου εντός αυτού υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη για την οποίαν υπήρχαν υποψίες ότι επρόκειτο για κάνναβη, της οποίας η κατοχή και χρήση είναι με βάση νομοθεσία παράνομη. Έγινε σωματική έρευνα στον κατηγορούμενο ενώ διεξήχθη έρευνα και στο όχημα του. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ όπου εκεί, αφού ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για τα δικαιώματα του ως κρατούμενος, συσκευάστηκε και σφραγίστηκε το τεκμήριο που εντοπίστηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος υπέγραψε τη συσκευασία και σφράγιση του εν λόγω τεκμηρίου. Ακολούθως της ίδιας ημέρας και ώρα 18:52 ο κατηγορούμενος με την ελεύθερη βούληση του υπέγραψε σχετικό έντυπο με το οποίο παρείχε γραπτώς τη συγκατάθεση του για διεξαγωγή έρευνας στην οικία του από μέλη της αστυνομίας (Τεκμήριο ΔΕΔ3). Στη βάση αυτής της εθελούσιας και δίχως συναλλαγής συγκατάθεσης, πραγματοποιήθηκε έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου μεταξύ των ωρών 19:00-19:
- Έπειτα ο εν λόγω μάρτυρας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διερευνούσε και τότε αυτός εξέφρασε την επιθυμία του να προβεί σε θεληματική κατάθεση, η οποία έγινε την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 19:50-20:05 ελεύθερα και δίχως να είναι αποτέλεσμα συναλλαγής με την αστυνομία (Τεκμήριο ΔΕΔ1). Ο εν λόγω μάρτυρας έγραψε το λεκτικό της επίστησης και κατόπιν επιθυμίας του κατηγορουμένου έγραψε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου ΔΕΔ1 όπως του το υπαγόρευε. Μετά ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε το επίμαχο έγγραφο στον κατηγορούμενο, ο οποίος το διάβασε και το υπέγραψε ως ορθό. Ύστερα ο εν λόγω μάρτυρας υπαγόρευσε στον κατηγορούμενο το λεκτικό της ανάγνωσης, ο οποίος το κατέγραψε και το υπέγραψε. Στις 00:15 της 29.08.13 ο κατηγορούμενος απολύθηκε. Στις 20.04.14 μεταξύ των ωρών 22:35-22:40 και αφού πρώτα η αστυνομία παρέλαβε τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων του αντικειμένου που κατείχε ο κατηγορούμενος από το Κρατικό Χημείο, ο ΜΚΔΕΔ1 συνάντησε τον κατηγορούμενο στο Πισσούρι, το οποίον αφού κατηγόρησε γραπτώς κατέγραψε στο έντυπο την απάντηση που αυτός του έδωσε, η οποία απάντηση που δόθηκε από τον κατηγορούμενο ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του και χωρίς να είναι αποτέλεσμα συναλλαγής ή συμφωνίας με την αστυνομία. Κατά συνέπεια, τα επίμαχα έγγραφα μπορούν να κατατεθούν ως τεκμήρια κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (κυρίως διαδικασία της υπόθεσης). (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Δίκη εντός δίκης/Κατοχή και χρήση ναρκωτικών-Ν.29/77) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο