ΕΠΑΡΧΟΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΑΔΑΜΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης 1820/2016, 15/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον:- Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 1820/2016 ΕΠΑΡΧΟΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ -ν-
- ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΑΔΑΜΟΥ
- ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΣΙΑΣ
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΗΛΙΑ
- ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΤΣΙΒΙΚΑ
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΡΟΚΚΟΣ Κατηγορουμένης -------- Ημερομηνία: 15 Ιανουαρίου 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Π.Μουτσουρή με κ. Κ. Μουτσουρή Για Κατηγορουμένους 2-5: Γ.Μιντής Κατηγορούμενοι παρόντες ΠΟΙΝΗ Εισαγωγή - Οι εκατέρωθεν θέσεις Στις 14/11/2017 εκδόθηκε απόφαση με την οποίαν οι Κατηγορούμενοι 2-5 βρέθηκαν ένοχοι στην Πρώτη Κατηγορία (ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια) και ο Κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ενόχος στην Τέταρτη Κατηγορία (χρήση οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης). Τα γεγονότα της υπόθεσης παρατίθενται αναλυτικά στην απόφαση. Συνοπτικά, υπενθυμίζω ότι κατόπιν έκδοσης πολεοδομικής άδειας (μετά από αίτηση την οποίαν υπέβαλαν η εταιρεία Yian. Geo Kashias (Avgorou) Limited -που δεν ήταν μέρος στη διαδικασία και της οποίας διευθυντές ήταν ο αποβιώσας κατηγορούμενος 1 και ο κατηγορούμενος 2- και οι κατηγορούμενοι 3-5), αλλά χωρίς να εκδοθεί ακολούθως άδεια οικοδομής, έλαβαν χώρα 3 αναπτύξεις στο Αυγόρου της Επαρχίας Αμμοχώστου, μία που νέμεται-χρησιμοποιεί ο κατηγορούμενος 2, ενοικιάζοντάς την σε τρίτο πρόσωπο και δύο που αγοράστηκαν και κατοικούνται από τρίτα πρόσωπα τα οποία δεν ήταν μέρη στη διαδικασία. Κατά το στάδιο της επιβολής ποινής δεν τέθηκαν στο Δικαστήριο οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες των Κατηγορούμενων (γι' αυτό και θα θεωρηθούν ως λευκού ποινικού μητρώου). Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής ζητά διάταγμα κατεδάφισης των κατοικιών αρ. 18, 19 και 20 επί του τεμαχίου με αριθμούς 268, 269, 270, 277 και 278 Φ/Σχέδιο 2-276-377/378 ΚΑΙ 2-275-377/378, Τμήμα 9, στο χωριό Αυγόρου της Επαρχίας Αμμοχώστου δυνάμει του άρθρου 20
(3)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.
- Εισηγείται ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν από αυτά που περιέβαλλαν την υπόθεση Έπαρχου Λάρνακας ν. Marinakis Developers Ltd κ.α. Ποινική Έφεση Αρ. 173/2014, απόφαση 24/3/2017 (στην οποίαν και θα γίνει αναφορά κατωτέρω) καθότι σε εκείνη την υπόθεση -όπου το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη τρίτων αγοραστών κατοικιών των οποίων ζητείτο η κατεδάφιση και οι οποίοι δεν ήταν κατηγορούμενοι στη διαδικασία, απείχε από την έκδοση σχετικού διατάγματος- στην ανέγερση προέβηκαν οι αγοραστές και όχι οι κατηγορούμενοι. Ως περαιτέρω εισηγείται η Κατηγορούσα Αρχή σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 στην παρούσα υπόθεση, νέμεται ο ίδιος τη μία κατοικία (την ενοικιάζει σε άλλο πρόσωπο), ενώ είχε και γνώση και συμμετοχή στην ανέγερση των κατοικιών. Επιπλέον πρόκειται για ενιαία ανάπτυξη και όλοι οι κατηγορούμενοι υπέγραφαν τα πωλητήρια έγγραφα. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ανέγερση των κατοικιών έγινε από όλους όσους αιτήθηκαν την έκδοση της σχετικής με την Πολεοδομική Άδεια ΑΜΧ0535/2007 άδεια οικοδομής, δηλαδή τους Κατηγορούμενους 2-
- Ως περαιτέρω ισχυρίζεται, η εταιρεία Yian. Geo Kashias (Avgorou) Limited, είχε την ευκαιρία να προβάλει τις θέσεις της μέσω του διευθυντή της, κατηγορούμενου 2 και είχε επίσης γνώση της διαδικασίας μέσω του διευθυντή της και δεν διαφοροποιείται οτιδήποτε από το ότι αυτή δεν ήταν Κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση, εφόσον οι πράξεις των διευθυντών της την δεσμεύουν. Επιπρόσθετα, οι αγοραστές των 2 κατοικιών (κατοικιών 19 και 20) των οποίων ζητείται η κατεδάφιση όφειλαν πριν αγοράσουν τις κατοικίες να ερευνούσαν αν είχαν άδειες οικοδομής και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης και δεν μπορούν να αντλήσουν δικαιώματα από την παρανομία τους. Παραπέμπει δε η Κατηγορούσα Αρχή σε αριθμό αποφάσεων προς υποστήριξη των θέσεών της, τονίζοντας το αναγκαίο της έκδοσης του διατάγματος. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην υπόθεση υπόθεση Marinakis Developers Ltd και Άλλοι ν. Επάρχου Λάρνακας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 606, η οποία, ως η Κατηγορούσα Αρχή εισηγείται, είναι και αυτή που πρέπει να τύχει εφαρμογής αντί η (πιο πρόσφατη) Έπαρχου Λάρνακας ν. Marinakis Developers Ltd κ.α. Ποινική Έφεση Αρ. 173/2014, απόφαση 24/3/
- Η Υπεράσπιση παραθέτει προς όφελος των κατηγορουμένων -σε περίληψη- τα ακόλουθα: 1) Οι κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν για το ότι οι κατοικίες δεν ανεγέρθηκαν σύμφωνα με πολεοδομική άδεια για την οποία είχε εκδοθεί άδεια οικοδομής. Ο κατηγορούμενος 2 δεν ασχολείτο με την καθημερινή διαχείριση της εταιρείας Yian.Geo & Kashias (Avgorou) Ltd, ευθύνη που είχε ο αποβιώσας κατηγορούμενος 1 και σε αυτό συνέτεινε και η λευχαιμία από την οποίαν πάσχει ο κατηγορούμενος
- Σήμερα, ο Κατηγορούμενος 2 έχει καταστραφεί οικονομικά. Ούτε ο ίδιος ούτε η σύζυγός του μπορούν να εργαστούν. Υποβάλλεται δε σε επώδυνες θεραπείες στο Ογκολογικό Κέντρο της Τράπεζας Κύπρου. 2) Οι Κατηγορούμενοι 3-5 δεν έχουν ευθύνη για τις παράνομες οικοδομές και δεν γνώριζαν πριν την καταχώρηση της υπόθεσης για το ότι οι κατοικίες ανεγέρθηκαν χωρίς άδεια οικοδομής. Δεν είχαν οι ίδιοι εμπλοκή στην ανέγερση αλλά η ευθύνη τους είναι αντικειμενική. 3) Ο Κατηγορούμενος 3 λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας και αιματώματος στον εγκέφαλο, το οποίο του προκαλεί κινητικά προβλήματα και τρέμουλο στα χέρια. 4) Η Κατηγορούμενη 4 εργάζεται σε γηροκομείο, αμειβόμενη με 700 μηνιαίως. 5) Ο κατηγορούμενος 5 είναι υπάλληλος διανομέας σε αρτοποιείο, λαμβάνει 100 ΕΥΡΩ μηνιαίως, έχει 3 ανήλικα παιδιά, η σύζυγός του δεν εργάζεται και έχει μεγάλα χρέη. Η κρίση του Δικαστηρίου Ποινές Το άρθρο που προβλέπει τις επιβαλλόμενες ποινές σε σχέση με τα εν λόγω αδικήματα, είναι το άρθρο 20
(1)του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, σύμφωνα με το οποίο: «Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο - (α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3· (β) παραβιάζει τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 10∙ (γ) κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής πριν από την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 10∙ (δ) υποβάλει στην αρμόδια αρχή παραπλανητικά στοιχεία αναφορικά με τα καθοριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 3Β∙ (ε) παραβαίνει οποιοδήποτε όρο επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 6 ή 9∙ (στ) παραβαίνει διάταγμα στο οποίο καθορίζεται ο τύπος και ο τρόπος υποβολής αίτησης για έκδοση άδειας για οποιαδήποτε οδό ή οικοδομή με βάση τον παρόντα Νόμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3Α∙ (ζ) παραβαίνει διάταγμα που εξαιρεί από την υποχρέωση έκδοσης οποιασδήποτε άδειας με βάση τον παρόντα Νόμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4Β∙ (η) παραβαίνει οποιαδήποτε ειδοποίηση επιδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15Β∙ (θ) ενεργεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 9Α, διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.» Όσον αφορά την ποινή που θα επιβάλω στους κατηγορούμενους, λαμβάνω υπόψη το λευκό τους ποινικό μητρώο και τις προσωπικές τους συνθήκες ως αυτές εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτό τους συνήγορο και επιβάλλω: 1) Χρηματική ποινή €600 στον Κατηγορούμενο 2 στην Πρώτη Κατηγορία και €300 στην Τέταρτη Κατηγορία (λόγω και της ποινής που έχει επιβληθεί στην Πρώτη Κατηγορία και με βάση το ότι οι δύο Κατηγορίες σχετίζονται μεταξύ τους) 2) Χρηματική ποινή €600 στον Κατηγορούμενο 3 στην Πρώτη Κατηγορία Για τους 2 αυτούς Κατηγορούμενους έχουν ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν. 3) Χρηματική ποινή €800 σε έκαστο από τους Κατηγορούμενους 4 και 5 στην Πρώτη Κατηγορία. Όλα τα πρόστιμα να πληρωθούν μέχρι τις 4/6/2018. Αιτούμενη έκδοση διατάγματος κατεδάφισης Εκτός από τις προβλεπόμενες ποινές φυλάκισης και προστίμου, το άρθρο 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 στην παράγραφο
(3)αυτού, προνοεί και την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης ή μετακίνησης εντός διαστήματος μέχρι 2 μηνών ή ανάλογα για διάταγμα τερματισμού χρήσης οικοδομής σε περίπτωση μη χορήγησης του σχετικού πιστοποιητικού έγκρισης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 10 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ.96., καθώς και με επιβάρυνση του καταδικασθέντα με τα έξοδα της διαδικασίας και των τυχόν καταβλητέων δικαιωμάτων. Επί λέξει το άρθρο 20
(3)του Κεφ. 96 προβλέπει τα ακόλουθα: «
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή: Νοείται ότι η αρχή αυτή δύναται, κατά τη χορήγηση τέτοιας άδειας, να επιβάλει τέτοιους όρους ως ήθελε αυτή θεωρήσει σκόπιμο και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται σε κάθε τέτοια άδεια. (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή: Νοείται ότι η αρμόδια αρχή, κατά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης άδειας, δύναται να επιβάλλει τους όρους που θεωρεί σκόπιμους και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται για κάθε τέτοια άδεια ή πιστοποιητικό. (γ) το πρόσωπο που καταδικάστηκε να καταβάλει τα έξοδα της διαδικασίας και οποιαδήποτε δικαιώματα που σχετίζονται με την κατηγορία, τα οποία το πρόσωπο αυτό ώφειλε να είχε καταβάλει και τα οποία παρέλειψε ή αρνήθηκε ή αμέλησε να καταβάλει.» Συγκεκριμένη αναφορά έγινε από την Υπεράσπιση στην υπόθεση Επάρχου Λάρνακος ν. Marinakis Developers Ltd κ.α. Ποινική Έφεση Αρ. 173/2014, απόφαση ημερομηνίας 24/3/2017. Σημειώνω ότι στην εν λόγω υπόθεση, οι Κατηγορούμενοι είχαν μεν βρεθεί ένοχοι για το ότι ανέχτηκαν και για το ότι επέτρεψαν την έναρξη εργασιών οικοδομής, χωρίς άδεια οικοδομής, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(β)(στ), 20
(1)(α) και 20
(2)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96., αλλά παρά την καταδίκη τους, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αν και κλήθηκε να εκδώσει διάταγμα κατεδάφισης των παράνομων υποστατικών, αρνήθηκε να το πράξει, καθότι αν και η έναρξη των εργασιών είχε γίνει από τους Κατηγορούμενους, ολοκληρώθηκε από τρίτα πρόσωπα, τα οποία, παρά το ότι είχαν τα ίδια συγκεκριμένα δικαιώματα, δεν συμμετείχαν στη διαδικασία για να προβάλουν τις θέσεις τους. Η Κατηγορούσα Αρχή εισηγείται ότι τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης διακρίνονται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζονται τα νομολογηθέντα στην Marinakis Developers Ltd και Άλλοι ν. Επάρχου Λάρνακας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 606. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Οι εφεσείοντες, με αναφορά στους τρίτους που αγόρασαν τις κατοικίες, , ανέπτυξαν δυο επιχειρήματα. Κατά το πρώτο ήταν ατελής η ποινική διαδικασία χωρίς την εμπλοκή και των τρίτων προσώπων-αγοραστών. Οι οποίοι, όπως το θέτουν, θα έπρεπε «να προσεπικληθούν ως διάδικοι». Κατά το δεύτερο, το διάταγμα κατεδάφισης δεν θα έπρεπε να εκδοθεί, ακριβώς ενόψει των επιπτώσεων του σε αυτούς τους τρίτους οι οποίοι, εν πάση περιπτώσει, εφόσον καλούνταν, θα μπορούσαν να επιχειρηματολογήσουν κατά της έκδοσής του.Οι τρίτοι αγοραστές είναι εντελώς ξένοι προς την ποινική δίκη για την ανέγερση οικοδομών χωρίς άδεια και είναι αβάσιμα τα περί τη δυνατότητα, πολύ λιγότερο την υποχρέωση, για «προσεπίκληση» τους. Οι εφεσείοντες δεν έπρεπε να αρχίσουν την ανέγερση χωρίς άδεια οικοδομής. Αυτό ήταν παράνομο και τις επιπτώσεις στους τρίτους έπρεπε να τις συνυπολογίσουν εκείνοι. Εν τούτοις, παρά και τις προειδοποιήσεις του Επάρχου, όχι μόνο άρχισαν την ανέγερση αλλά και, αφού συμπλήρωσαν τις κατοικίες, τις πώλησαν. Δεν είναι δυνατό να τους επικαλούνται για να παρακαμφθεί η παρανομία τους και να παραμείνει ο Νόμος ανεφάρμοστος στην περίπτωσή τους. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά καθοδηγήθηκε και επ' αυτής της πτυχής από τις υποθέσεις Α/φοί Λαμπριανίδη ν. Συμβ. Βελτ. Γερίου
(1989)2 Α.Α.Δ. 390, Σεργίου ν. Συμβ. Βελτιώσεως Αμαθούντας
(1998)2 Α.Α.Δ. 22, Neratzia Hotel Apts Ltd v. Σάββας Ηλία Aριστοδήμου Λτδ κ.ά.
(2004)2 Α.Α.Δ. 512 και Garaca (ανωτέρω)." Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει μαρτυρία ότι είχαμε έναρξη ανέγερσης, η οποία συνεχίστηκε από τρίτα πρόσωπα ως τα γεγονότα στην υπόθεση Επάρχου Λάρνακος ν. Marinakis Developers Ltd κ.α. Ποινική Έφεση Αρ. 173/2014, απόφαση ημερομηνίας 24/3/2017. Υπάρχει όμως στην υπό κρίση υπόθεση μία σημαντική παράμετρος που, από ανάγνωση της απόφασης στην εν λόγω υπόθεση, δε φαίνεται να υπήρχε στην υπόθεση Marinakis Developers Ltd
(2010)πιο πάνω (αυτήν που η Κατηγορούσα Αρχή εισηγείται ότι τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας και όπου εκδόθηκε διάταγμα κατεδάφισης). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη μαρτυρία που δόθηκε, και οι τρεις κατοικίες τυγχάνουν χρήσης, κατοικούμενες από τρίτα πρόσωπα, και δεν τέθηκε ενώπιόν μου μαρτυρία και βεβαίως δεν προέβηκα σε σχετικό εύρημα ότι τα εν λόγω πρόσωπα επέδειξαν κακοπιστία όταν είτε τις ενοικίαζαν είτε τις αγόραζαν. Εννοείται βεβαίως, όσον αφορά το ζήτημα καλοπιστίας αγοραστή ή και κάτοχου-χρήστη περιουσίας, ότι η παρούσα περίπτωση, που έλαβε χώρα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, όπου οι αγοραστές περιουσίας, λογικά αναμένουν ότι οι κτηματικές τους συναλλαγές είναι νόμιμες, ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι ανάλογη της αστικής -και όχι ποινικής- υπόθεσης Orams David Charles και Άλλη ν. Μελέτη Αποστολίδη,
(2006)1 Α.Α.Δ. 1402[1], όπου με σαφήνεια κρίθηκε, με τα γεγονότα της, ότι το εν λόγω ζεύγος Βρετανών δεν ήταν καλόπιστοι αγοραστές περιουσίας Ελληνοκυπρίου στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο ενοικιαστής της μίας οικίας και οι αγοραστές των άλλων δύο των οποίων ζητείται η κατεδάφιση, δεν ήταν κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση και δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να προβάλουν τις θέσεις τους για ένα διάταγμα το οποίο αναμφισβήτητα τους επηρεάζει δραστικά, αφού θα τους στερήσει το δικαίωμα να απολαμβάνουν τις κατοικίες όπου σήμερα ζουν. Αυτό το στοιχείο κλίνει καθοριστικά την πλάστιγγα υπέρ της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Πέραν αυτού όμως, θα αρνηθώ την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης για έναν άλλο λόγο: λόγω της παράλειψης να είναι κατηγορούμενη και η εταιρεία Yian. Geo Kashias (Avgorou) Limited. Θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής τα αναφερθέντα στην υποθέση Πυριλλή Γεωργία Σ. ν. Σολωμού Πυριλλή,
(2004)2 Α.Α.Δ. 607, όπου λέχθηκε ότι: « Η κατήγορος είναι συνιδιοκτήτρια της οικοδομής, στην οποία αφορούσαν οι κατηγορίες. Όταν έγιναν οι οικοδομικές εργασίες, στο ακίνητο η εταιρεία Σ & Μ Πυρίλλης και Υιοί Λτδ ήταν συνιδιοκτήτρια κατά 2/4 μερίδια ενώ τα άλλα 2/4 ανήκαν ανά 1/4 στην εφεσείουσα και εφεσίβλητο αντίστοιχα. Αργότερα, η πιο πάνω εταιρεία απέκτησε και το 1/4 μερίδιο που ανήκε στον εφεσίβλητο, ενώ το άλλο 1/4 παραμένει στην ιδιοκτησία της εφεσείουσας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέδωσε διάταγμα κατεδάφισης της οικοδομής δίδοντας εκτενείς και επαρκείς λόγους, που είναι οι εξής: Η εφεσείουσα προχώρησε στην ποινική δίωξη του εφεσίβλητου προσωπικά, χωρίς να ενώσει ως συγκατηγορούμενη και την εταιρεία για την οποία προφανώς ενεργούσε ως διευθυντής ο εφεσίβλητος. Το Δικαστήριο έκρινε πως στην έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, είχε λόγο και η εταιρεία ως συνιδιοκτήτρια, γιατί το αποτέλεσμα της έκδοσης τέτοιου διατάγματος ασφαλώς θα επηρέαζε τα δικαιώματα της. Ο άλλος λόγος, για τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως δεν έπρεπε να εκδοθεί διάταγμα κατεδάφισης, ήταν η φύση των παραβιάσεων των όρων της άδειας οικοδομής. Συγκεκριμένα, δεν έγινε υπόγειος χώρος στάθμευσης όπως προβλεπόταν στους όρους της άδειας, ενώ αντί τεσσάρων καταστημάτων στο ισόγειο έγινε ένα ενιαίο μεγάλο. Αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός πως έχει υποβληθεί αίτηση για καλυπτική άδεια με υπαλλακτικές λύσεις. Οι ιδιοκτήτες έχουν εξασφαλίσει δίπλα στην οικοδομή ιδιόκτητο χώρο στάθμευσης. Ο πολιτικός μηχανικός στην αρμόδια αρχή, το Δήμο δηλαδή Παραλιμνίου κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και είπε πως ο ίδιος έχει συστήσει την έγκριση των υποβληθέντων σχεδίων και την έκδοση καλυπτικής άδειας. Η ίδια όμως η εφεσείουσα, ως συνιδιοκτήτρια, παρενέβη στη διαδικασία αρνητικά, με αποτέλεσμα η αξιολόγηση της αίτησης για καλυπτική άδεια να ανασταλεί. Ο δικηγόρος της εφεσείουσας προσπάθησε να μας πείσει πως η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να ακυρωθεί, και να εκδοθεί διάταγμα κατεδάφισης της οικοδομής. Δεν συμφωνούμε με τις εισηγήσεις του δικηγόρου της εφεσείουσας. Κρίνουμε πως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και η αιτιολόγηση της, που συνοψίσαμε πιο πάνω, είναι ορθή. Είναι φανερό από το περιεχόμενο της διαδικασίας, πως η εφεσείουσα ως συνιδιοκτήτρια της οικοδομής, έχει διαφορές με τους συνιδιοκτήτες, χρησιμοποίησε δε την ποινική διαδικασία θεωρώντας πως με αυτό τον τρόπο θα έλυε, ή προφανώς πως θα έδιδε και κάποια άλλη διέξοδο στα προσωπικά της αισθήματα, που δημιουργήθηκαν από την αντιδικία της με τους συνιδιοκτήτες. Το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε πολύ ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Και υιοθετούμε την αιτιολογική σκέψη του δικαστή.» Από την Πυρίλλης πιο πάνω, φαίνεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως ορθή την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι θα έπρεπε να ήταν και συγκατηγορούμενη εταιρεία για την οποίαν ενεργούσε ως διευθυντής ο κατηγορούμενος . Το Δικαστήριο πρωτόδικα «έκρινε πως στην έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, είχε λόγο και η εταιρεία ως συνιδιοκτήτρια, γιατί το αποτέλεσμα της έκδοσης τέτοιου διατάγματος ασφαλώς θα επηρέαζε τα δικαιώματα της.». Δεν δέχομαι τον ισχυρισμό της Κατηγορούσας Αρχής ότι η υπό αναφορά στην παρούσα υπόθεση εταιρεία εκπροσωπείτο από το διευθυντή της στη διαδικασία. Πρόκειται για ξεχωριστό, νομικό πρόσωπο, που για να κληθεί να παρουσιάσει τις θέσεις του και να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του, έπρεπε να ήταν κατηγορούμενο το ίδιο. Με την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, επηρεάζονται πιθανότατα και συμφέροντα και δικαιώματά της εταιρείας, εφόσον οι οικοδομές έχουν πιθανότατα ανεγερθεί από την ίδια (και εννοείται ότι κανονικά θα υπήρξε οικονομικό κόστος για αυτό) κι εφόσον η ανέγερση έλαβε χώρα επί ακίνητης ιδιοκτησίας της. Δεν δόθηκε επαρκής δικαιολογία γιατί να μην ήταν κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση η εν λόγω εταιρεία. Οπότε και για αυτόν το λόγο, επιλέγω όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια, υπέρ της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Έχω βεβαίως λάβει υπόψη μου την πάγια νομολογία επί της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας πρωτόδικων δικαστηρίων ως προς την έκδοση διαταγμάτων κατεδάφισης και την τάση να εκδίδεται κατά κανόνα τέτοιο διάταγμα, για να αποτρέπεται η παρανομία[2]. Όμως, οι ειδικές περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, σύμφωνα και με τη νομολογία που πιο πάνω παρέθεσα, δεν θα δικαιολογούσαν για τους λόγους που εξήγησα, την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Τα έξοδα όλης της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής, ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και ως θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, να βαρύνουν αλληλέγγυα τους Κατηγορούμενους 2-5 και να εισπραχθούν ως χρηματική ποινή. (Υπ). .......... Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Όπου και λέχθηκαν τα ακόλουθα σε απόφαση που εκ μέρους της τότε σύνθεσης έδωσε ο νυν Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Μ. Νικολάτος: «Δεν έχουμε πειστεί ότι με τα όσα οι εφεσείοντες έθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτοί έδειξαν ότι είχαν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, όπως είχαν καθήκον. Θα είχαν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση αν έδειχναν, με στοιχεία, ότι ήσαν καλόπιστοι αγοραστές. Ως προς την έννοια του όρου καλόπιστοι αγοραστές δέστε: Michaelides v. Ttapoura
(1980)1 C.L.R. 610 και Βασιλείου ν. Μενελάου
(1990)1 Α.Α.Δ. 1125.Κάτι τέτοιο όμως απέτυχαν να πράξουν οι εφεσείοντες, στην προκείμενη περίπτωση, για τους εξής λόγους: Ήλθαν το 2002 από την πατρίδα τους με σκοπό να αγοράσουν ακίνητη περιουσία σε μια κατεχόμενη περιοχή, δηλαδή στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το ότι στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας υπάρχει μια παράνομη διοίκηση, υποτελής στην κατοχική δύναμη, είναι ευρέως γνωστό, διαπιστωμένο και διακηρυγμένο από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Δέστε: Λοϊζίδου ν. Τουρκίας, Αρ. 40/1993/435/514, ημερ. 8.12.1996). Υπό τέτοιες περιστάσεις θεωρούμε ότι ένας καλόπιστος προτιθέμενος αγοραστής θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και επιφυλακτικός στην εξέταση του οιουδήποτε τίτλου ιδιοκτησίας του παρουσιάζεται. Η εξέταση είναι λογικό να γίνεται εις βάθος και με τη βοήθεια ανεξάρτητης νομικής συμβουλής (Δέστε και τη σχετική σύσταση της Βρετανικής Κυβέρνησης προς τους υπηκόους της - Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας «Παράνομη εκμετάλλευση Ελληνοκυπριακών περιουσιών από την Τουρκία στις κατεχόμενες περιοχές». «Ξένες κυβερνήσεις και επαγγελματικοί σύνδεσμοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου»). Στην παρούσα υπόθεση, στους εφεσείοντες παρουσιάστηκε κάποιος Τουρκοκύπριος ο οποίος παρουσίασε τίτλο ιδιοκτησίας της «Τ.Δ.Β.Κ.», δηλαδή μιας μη αναγνωρισμένης και παράνομης υποτελούς διοικήσεως και επομένως οι εφεσείοντες, ενεργώντας καλόπιστα, θα έπρεπε να είχαν τεθεί σε εγρήγορση και να ζητούσαν περαιτέρω στοιχεία από τις αρμόδιες κτηματολογικές αρχές του μόνου αναγνωρισμένου και νόμιμου Κράτους, δηλαδή της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι οποίες θα μπορούσαν να τους δώσουν στοιχεία ως προς τη νόμιμη ιδιοκτησία της γης. Εν πάση όμως περιπτώσει, έστω και στην κατεχόμενη Κύπρο οι εφεσείοντες θα μπορούσαν να πληροφορηθούν, κατά το χρόνο αγοράς του ακινήτου, όπως και το πληροφορήθηκαν αργότερα, ότι ο αμέσως προηγούμενος υποτιθέμενος ιδιοκτήτης απ' εκείνον από τον οποίο αγόρασαν το ακίνητο, το είχε «πάρει» από την «Τ.Δ.Β.Κ.» έναντι «αριθμού βαθμών». Είναι γνωστό ότι το άρθρο 159 «του Συντάγματος της Τ.Δ.Β.Κ.» προνοεί ότι οι εγκαταληφθείσες περιουσίες των εκδιωχθέντων Ελληνοκυπρίων στην κατεχόμενη Κύπρο καθίστανται περιουσία της «Τ.Δ.Β.Κ.». Το άρθρο αυτό, όπως αποφάσισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Λοϊζίδου (ανωτέρω) δεν έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ. Ήταν επομένως πολύ εύκολο για τους εφεσείοντες, αν ενεργούσαν καλόπιστα και με την ελάχιστη σύνεση και προσοχή, να μάθουν ότι ο τίτλος του κτήματος το οποίο προτίθεντο να αγοράσουν ήταν νομικά τρωτός και άκυρος. Προφανώς δεν το έπραξαν, είτε διότι απεφάσισαν να εθελοτυφλήσουν, είτε διότι απεφάσισαν να πάρουν τον κίνδυνο αυτό. Εν πάση όμως περιπτώσει, με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί να θεωρηθεί πως οι εφεσείοντες έδωσαν στο δικαστήριο τέτοια στοιχεία με τα οποία να το πείσουν ότι, έστω και εκ πρώτης όψεως, ενήργησαν ως καλόπιστοι αγοραστές και ως εκ τούτου ότι είχαν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, την οποία θα ήταν δίκαιο να τους δοθεί η ευκαιρία να προβάλουν.» [2] Στην Αδελφοί Λαμπριανίδη ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερίου
(1989)2 Α.Α.Δ. 390 αναφέρθηκε ότι: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία έγινε εκτεταμένη αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο* υποστηρίζει ότι ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης είναι η διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας (Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος και Κανονισμοί) και η αποκατάσταση της νομιμότητας». Στην Φωτίου ν. Δήμου Πάφου
(1991)2 Α.Α.Δ. 294 επίσης λέχθηκαν τα ακόλουθα πολύ σημαντικά: «Έχει νομολογηθεί ότι η διακριτική ευχέρεια των δικαστηρίων κάτω από το άρθρο 20 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο Αρ. 67 του 1963 για να συνάδει με το Σύνταγμα όπως ερμηνεύθηκε στην υπόθεση District Officer Nicosia v. Hadjiyanni, 1 R.S.C.C. 79, πρέπει να ασκείται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην ματαιώνει το συγκεκριμένο σκοπό για τον οποίο υπάρχει ο Νόμος και για τον οποίο οι διατάξεις για διάταγμα κατεδάφισης περιέχονται σ' αυτόν. Εν πάση δε περιπτώσει η μη έκδοση διατάγματος κατεδάφισης να μην ισοδυναμεί στην ουσία με έγκριση της παρανομίας και συνέχισης αυτής ώστε ένας που αδικοπραγεί να αισθάνεται ότι μπορεί να διαπράττει τέτοια αδικήματα και να απολαμβάνει τους καρπούς της παρανομίας του καταβάλλοντος μόνον μία χρηματική ποινή.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο