Π. ΑΔΑΜΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΛΤΔ ν. G. GEORGHIOU CHICKENS FARM LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 619/2016, 12/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 619/2016 Π. ΑΔΑΜΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΛΤΔ -ν-
- G. GEORGHIOU CHICKENS FARM LTD
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορούμενων ----- Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ν.Νικολάου Για Κατηγορούμενη 1: Καμία εμφάνιση Για Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Φ.Βρυωνίδης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Ν. Παπαμιχαήλ) Κατηγορούμενος 2 παρών. Για Κατηγορούμενη 1: Καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 παραμένει, μετά και την απόφαση ημερομηνίας 27/6/2017 για το Εκ Πρώτης Όψεως, μία Κατηγορία και συγκεκριμένα αυτή της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα. Συγκεκριμένα, οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται με βάση το άρθρο 305(Α)
(1)του Ποινικού Κώδικα, ότι εξέδωσαν συγκεκριμένη επιταγή επ' ονόματι ή και σε διαταγή της εταιρείας Π.ΑΔΑΜΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΛΤΔ, από το Λιοπέτρι, για το ποσό των €5,000 ημερομηνίας 10/1/2010, η οποία όταν εμφανίστηκε σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα στην Τράπεζα από την οποία εκδόθηκε, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων των εκδοτών της και οι Κατηγορούμενοι παρέλειψαν να την εξοφλήσουν εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην Τράπεζα. Β. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Γενικά Για την Κατηγορούσα Αρχή έδωσαν μαρτυρία 3 μάρτυρες και έχουν κατατεθεί 8 Τεκμήρια. Για την Υπεράσπιση κατέθεσε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος και ακόμη μία μάρτυρας. Κατατέθηκαν δε τα Τεκμήρια 9-15. Τα λεχθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και λαμβάνονται υπόψη μαζί με τα Τεκμήρια που επίσης κατατέθηκαν. Έχουν βεβαίως ληφθεί υπόψη συνολικά, αλλά δεν επαναλαμβάνονται στην ολότητά τους (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Είναι νομολογημένο ότι αρκεί η σύνοψη της μαρτυρίας. Στην Καννάουρου κ.α. ν. Σταδιώτη κ.α.,
(1990)1 Α.Α.Δ. 35 αναφέρθηκε ότι: « Ότι απαιτείται είναι ο ορθός προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, η σύνοψη του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, ο συσχετισμός της με τα ευρήματα και συμπεράσματα καθώς και η συνάρτηση της ετυμηγορίας με τα επίδικα θέματα και τα ευρήματα του δικαστηρίου. (Βλ. μεταξύ άλλων Theodora Ioannidou v. Charilaos Dikeos
(1969)1 C.L.R. 235 και Pioneer Candy Ltd v .Tryfon & Sons
(1981)1 C.L.R. 540)» Μ.Κ. 1 Δήμητρα Χατζηγεωργίου H Μ.Κ. 1 Δήμητρα Χατζηγεωργίου, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου (επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή), εργαζόταν το 2010 στο κατάστημα Λινόπετρας με καθήκοντα σε σχέση με μικρομεσαίες επιχειρήσεις και χειριζόταν λογαριασμούς της Κατηγορούμενης
- Αναγνώρισε το λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή 87566062 της Τράπεζας Κύπρου. Αναφέρθηκε στην κατάθεση της επιταγής σε 3 διαφορετικές ημερομηνίας (στις σφραγίδες επί της επιταγής φαίνονται οι ημερομηνίες 15 Ιανουαρίου, 22 Ιανουαρίου και 29 Ιανουαρίου 2010) και αναφέρθηκε επίσης στη μη εξόφλησή της επιταγής. Η επιταγή παρουσιαζόταν στην Τράπεζα μία μέρα πριν την ημερομηνία που αναγράφεται στις σφραγίδες. Η επιταγή κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1, ενώ ως Τεκμήριο 2 κατατέθηκαν 2 καταστάσεις λογαριασμού για το σχετικό με την επιταγή λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου, όπου φαίνονται χρεώσεις και πιστώσεις στο λογαριασμό για το μήνα Ιανουάριο
- Μ.Κ.2 Παναγιώτης Αδάμου Ο Μ.Κ.2, Παναγιώτης Αδάμου, υιοθέτησε το περιεχόμενο Γραπτής Δήλωσης, σύμφωνα με την οποία: · Είναι διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας Π.Αδάμου & Συνεργάτες Λτδ από το Λιοπέτρι (κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 σχετικό έντυπο του Εφόρου Εταιρειών. · Η εν λόγω εταιρεία ασχολείτο με θερμομονώσεις και πρόσφερε υπηρεσίες σε κάποιο Γιώργο Γεωργίου από την Λευκωσία και έναντι των υπηρεσιών αυτών της οφείλονταν €22,000 (κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 σχετικό τιμολόγιο). · Όταν ζητήθηκε από το Γιώργο Γεωργίου να καταβληθεί κάποιο ποσό έναντι των υπηρεσιών που του προσέφεραν, αυτός ανέφερε ότι ανέμενε να λάβει ποσό €48,000 από την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία η οποία διατηρούσε σφαγείο και εκείνος τους προμήθευε κοτόπουλα. · Περί τις 10/1/10 ο Γ.Γεωργίου ζήτησε από το Μ.Κ.2 να μεταβούν μαζί στο Μοναγρούλι σε συνάντηση που θα είχε με τους Κατηγορούμενους 1 ώστε να είναι μάρτυρας για το ότι πραγματικά του οφειλόταν κάποιο ποσό από τους Κατηγορούμενους
- Όντως, μετέβηκαν στο Μοναγρούλι και ο ίδιος ήταν παρών σε συνάντηση μεταξύ του Γ.Γεωργίου από τη μία και του Γ.Γεωργίου, Γιανούλλας Ζαβρού Γεωργίου και του Κατηγορουμένου 2 από την άλλη. · Οι Γιώργος Π. Γεωργίου και Γιαννούλα Γεωργίου είναι γονείς του Κατηγορούμενου 2, διευθυντή της Κατηγορούμενης
- · Στο Μοναγρούλι συζήτησαν για διάφορα ζητήματα σε σχέση με τις δοσοληψίες των εταιρειών τους και με το πέρας της συζήτησης η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία αποδέχθηκε να δώσει στον Γιώργο Γεωργίου ποσό €5,000 έναντι της οφειλής τους, αφού ο Γιώργος Γεωργίου τους πίεσε πάρα πολύ επειδή χρειαζόταν να δοθεί αυτό το ποσό προς την εταιρεία του έναντι του οφειλόμενου χρέους προς την εταιρεία του Μ.Κ.
- · Στην παρουσία του Μ.Κ.2 ο Κατηγορούμενος 2 εξέδωσε και υπέγραψε την επιταγή και ρώτησε τον Γιώργο Γεωργίου σε ποιο όνομα να την εκδώσει. Ο Γιώργος Γεωργίου του ανέφερε το όνομα της εταιρείας του Μ.Κ.2 ως δικαιούχου της επιταγής. Στην παρουσία του Μ.Κ.2, ο Κατηγορούμενος 2 εξέδωσε και υπέγραψε την επιταγή και ρώτησε το Γιώργο Γεωργίου σε ποιο όνομα να την εκδώσει. Ταυτόχρονα, ο Γιώργος Γεωργίου εξέδωσε απόδειξη προς την Κατηγορούμενη εταιρεία ότι έλαβε από αυτούς ποσό 5000 ευρώ. · Ακολούθως σε διάφορες ημερομηνίες κατέθεσε την επιταγή και αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη, ανεπαρκή υπόλοιπα». Όταν επικοινώνησε ο Μ.Κ.2 με τον Γιώργο Γεωργίου, του ανέφερε ότι δεν ήθελε να έχει οιαδήποτε ανάμειξη στο θέμα είσπραξης της επίδικης επιταγής καθότι η εταιρεία του είχε ήδη εκδώσει απόδειξη προς την Κατηγορούμενη 1 για το ποσό της επιταγής. · Τότε ήρθε σε επικοινωνία με τον δεύτερο Κατηγορούμενο και τον ενημέρωσε για την επιστροφή της επιταγής και ο δεύτερος Κατηγορούμενος με διάφορα προσχήματα που σχετίζονταν με δοσοληψίες της Κατηγορουμένης 1 με τον Γιώργο Γεωργίου του κατέστησε σαφές ότι η εταιρεία του δεν θα κατέβαλλε το τίμημα της επίδικης επιταγής. Τις πρώτες φορές που επικοινώνησε με την Κατηγορούμενη 1 δεν του αναφέρθηκε ότι δεν υπήρχε πρόθεση να τιμηθεί η επίδικη επιταγή, αλλά με διάφορα προσχήματα ζητούσαν παρατάσεις χρόνου. Όταν διαπίστωσε ότι η πρώτη Κατηγορούμενη δεν είχε σκοπό να τιμήσει την επίδικη επιταγή προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. · Ο λόγος για τον οποίο αποδέχθηκε ο ίδιος να λάβει επιταγή από την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι ότι ο Γιώργος Γεωργίου του ανέφερε ότι ήταν τοποθετημένος στο Κ.Α.Π. και περαιτέρω του κατέστησε σαφές ότι η εταιρεία του Μ.Κ.2 θα λάμβανε τα ποσά που εξοφλούνταν από τα ποσά που αναμένονταν να ληφθούν από την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Στις 10/1/2010 η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία διέγραψε ποσό €5000 από το χρέος της στον Γιώργο Γεωργίου. · Ο Μ.Κ. 2 δέχθηκε να πάρει την επιταγή επειδή αυτό έγινε στην παρουσία του ιδίου κι επειδή διαπίστωσε ότι επρόκειτο για καθαρή δοσοληψία του Γιώργου Γεωργίου με την Κατηγορούμενη εταιρεία. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε τα ακόλουθα: · Τον Γ. Γεωργίου δεν τον γνώριζε προηγουμένως αλλά γνωρίστηκαν όταν ο Μ.Κ.2 προέβηκε σε εργασίες θερμομόνωσης στα υποστατικά του πρώτου. Του ανέφερε ότι ήταν τοποθετημένος στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (Κ.Α.Π.) μετά την ολοκλήρωση της εργασίας του ,ενώ η συμφωνία τους ήταν ότι θα τον πλήρωνε με το πέρας των εργασιών. · Ο ίδιος δεν γνώριζε κανέναν άλλον παρά μόνο τον Γ. Γεωργίου. Μετέβηκε στο Μοναγρούλι ακολουθώντας τον Γ.Γεωργίου που οδηγούσε ημιφορτηγό. Στο Μοναγρούλι υπήρχαν φάρμες και ένα γραφείο (λυόμενο κτίριο). · Ο Γ.Γεωργίου του σύστησε τους γονείς και μετά τον γιό τους, Κατηγορούμενο 2, ο οποίος και είχε το βιβλιάριο επιταγών και τον οποίο τον είχε δει να υπογράφει. Toν είχε όμως συναντήσει και μεταγενέστερα, όταν τον κάλεσε ο Κατηγορούμενος 2 για να δώσει προσφορά για εργασίες στην φάρμα της Κατηγορούμενης
- Ο ίδιος δεν έχει στην κατοχή του τον αριθμό τηλεφώνου του Κατηγορούμενου 2 γιατί τον έχασε. · Όταν επικοινώνησε μαζί με τον Κατηγορούμενο 2, ο Κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι επειδή δεν είχε προβεί η εταιρεία του Μ.Κ.3 σε κάποια εργασία για την Κατηγορούμενη 1 να προχωρούσε η εταιρεία του Μ.Κ.2 όπως αυτή επιθυμούσε. Σε σχέση με άλλη ποινική υπόθεση η οποία είχε καταχωρηθεί σε σχέση με την επιταγή, ο δικηγόρος που την καταχώρησε νόμιζε ότι η υπογραφή στην επιταγή ήταν του πατέρα του Κατηγορούμενου
- · Όταν είχε δώσει την επιταγή στο δικηγόρο της, μαζί με οδηγίες για καταχώριση ποινικής υπόθεσης δεν του έδωσε αρκετές εξηγήσεις. Όταν διαπίστωσε ότι η διαδικασία εκινείτο εναντίον λανθασμένων προσώπων, τότε εξήγησε στο έδωσε αρκετές λεπτομέρειες στο δικηγόρο του. · Επέμενε ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν το ίδιο πρόσωπο με αυτό που είχε συναντήσει στο Μοναγρούλι. Όταν του επισημάνθηκε ότι στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 5 δεν είχε γίνει οποιαδήποτε αλλαγή λόγω της μη τίμησης της επιταγής, το απέδωσε στην υπάλληλο του λογιστικού γραφείου, η οποία ετοίμασε την κατάσταση λογαριασμού. Ο ίδιος δεν γνωρίζει να ανταλλάχτηκε η επιταγή η οποία να τιμήθηκε με άλλες δύο επιταγές. · Σε κάποιο σημείο, όταν ερωτήθηκε για την ακριβή ημερομηνία έκδοσης της επιταγής αναφέροντας χαρακτηριστικά «δεν είμαι κομπιούτερ για να γνωρίζω τις ημερομηνίες». · Έδειξε επίσης αβεβαιότητα ως προς το άν ο Κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της Κατηγορουμένης 1, όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είναι, αναφέροντας τελικά ότι δεν τον ενδιέφερε αν ήταν διευθυντής ή όχι καθότι για εκείνον, ο Κατηγορούμενος 2 είχε υπογράψει (επί της επιταγής) Μ.Κ.3 Βασούλλα Ιωάννου Η Μ.Κ.3 Βασούλλα Ιωάννου εργάζεται στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου που συνεδριάζει στο Παραλίμνι. Κατέθεσε τα Τεκμήρια 6 και 7, κατηγορητήριο στην Ποινική Υπόθεση 3255/2014 (που καταχωρήθηκε ως φαίνεται σε αυτό στις 12/9/2014) που καταχωρήθηκε εναντίον της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας και των Γεώργιου Γεωργίου και Γιαννούλας Ζαβρού Γεωργίου(Μ.Υ.1) και που φαίνεται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος να αφορά την ίδια επιταγή που αφορά η παρούσα υπόθεση καθώς και φάκελο της υπόθεσης, αλλά και πρακτικά διαφόρων ημερομηνιών σε σχέση με την υπόθεση, όπου ο δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής δηλώνει στις 9/12/2015 (επί λέξει) ότι: «Είχα την ευκαιρία να δω την υπάλληλο της τράπεζας η οποία κλητεύθηκε για να δώσει μαρτυρία για την ακρόαση αυτή και έχω διαπιστώσει ότι από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της φαίνεται ότι η υπογραφή στην επίδικη υπογραφή[1] ανήκει σε άτομο που δεν είναι αξιωματούχος της πρώτης Κατηγορούμενης και κατά συνέπεια θα πρέπει να προχωρήσουμε σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου διά της προσθήκης του ατόμου αυτού επί του κατηγορητηρίου κάτι το οποίο εκτροχιάζει την έναρξη της ακρόασης για σήμερα.» Κατηγορούμενος 2 - Μιχάλης Γεωργίου Ο Κατηγορούμενος 2, αφού κλήθηκε σε απολογία, έδωσε μαρτυρία ενόρκως και αντεξετάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Υιοθέτησε το περιεχόμενο Γραπτής Δήλωσης στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · Η Κατηγορούμενη 1 ήταν οικογενειακή εταιρεία που δημιούργησαν οι γονείς του και η οποία δραστηριοποιόταν στον τομέα της κτηνοτροφίας - πτηνοπαραγωγής. Ο ίδιος δεν διετέλεσε ποτέ διευθυντής της εταιρείας και δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στις δραστηριότητες και αποφάσεις της. Ήταν υπάλληλος στην Κατηγορουμένη 1 εταιρεία από τον καιρό που επέστρεψε από τις σπουδές του το
- Η μοναδική του εμπλοκή στις διοικητικές δραστηριότητες της εταιρείας, ήταν ότι από το 2007 του παραχωρήθηκε από τον πατέρα του εξουσιοδότηση υπογραφής για να υπογράφει εκ μέρους της εταιρείας για σκοπούς τραπεζικών συναλλαγών. Ο λόγος για τον οποίο έλαβε αυτή την εξουσιοδότηση ήταν καθαρά πρακτικός και ειδικότερα ότι η μητέρα του βρισκόταν στην Κοφίνου, ενώ ο πατέρας του βρισκόταν είτε στην Κοφίνου είτε στο Μοναγρούλι και δεν τους ήταν εύκολο να σταματούν τις εργασίες του και να κατεβαίνουν στη Λεμεσό για να υπογράφουν τραπεζικά έγγραφα. Έτσι τους εξυπηρετούσε βρισκόμενος ο ίδιος στη Λεμεσό και υπογράφοντας κατόπιν οδηγιών τους. Ο ίδιος δεν είχε επίγνωση και εικόνα των οικονομικών δεδομένων της εταιρείας, εκτός των όσων οι γονείς του του ανέφεραν. · Μετά την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης εναντίον του, ο ίδιος απευθύνθηκε στους γονείς του, ζητώντας τους πληροφορίες σχετικά με την επίδικη επιταγή. Ανακάλυψε πράγματι ότι την είχε υπογράψει, όπως του ζητήθηκε, και την είχε παραδώσει ο πατέρας του στον Γιώργο Ανδρέου, διευθυντή της εταιρείας G.P.Andreou Enterprises Ltd. H επιταγή εκδόθηκε για το ποσό των €5000 αλλά δεν έγραφε όνομα δικαιούχου. Όπως επίσης ενημερώθηκε, οι γονείς του αντικατέστησαν την εν λόγω επιταγή παραδίδοντας στον Γιώργο Ανδρέου δύο άλλες επιταγές για ποσό €2500 έκαστη, οι οποίες και τιμήθηκαν. Κανονικά θα έπρεπε να επιστραφεί και η επίδικη επιταγή, από τον Γιώργο Ανδρέου, κάτι όμως το οποίο δεν έλαβε χώρα. · Έξι χρόνια μετά φάνηκε ότι ο Γιώργος Ανδρέου παρέδωσε την επιταγή στον Παναγιώτη Αδάμου, ο οποίος ανέγραψε το όνομα της εταιρείας του και κατέθεσε ο ίδιος την επιταγή στην Τράπεζα. Ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε για την υπόθεση αφού είχε εμπλοκή μόνο όταν χρειαζόταν να υπογράψει κάτι κατόπιν οδηγιών των γονιών του. Ποτέ του δεν συνάντησε τον Παναγιώτη Αδάμου πριν την ημερομηνία που ο τελευταίος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Εκείνη την ημέρα συστήθηκαν για πρώτη φορά εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Ουδέποτε πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του ιδίου και του Παναγιώτη Αδάμου στο Μοναγρούλι και ουδέποτε παραδόθηκε επιταγή από εκείνο προς τον κ. Αδάμου αλλά ούτε και υπογράφηκε ενώπιον του οποιαδήποτε επιταγή ή επικοινώνησε με το Μ.Κ.2 με οποιοδήποτε τρόπο. Στο Μοναγρούλι δεν υπάρχει οποιοδήποτε γραφείο, παρά μόνο φάρμες με κοτόπουλα και υποστατικά όπου μένουν οι εργαζόμενοι στις φάρμες. Επιπρόσθετα, στις 10/1/10 που ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι έγινε η συνάντηση τους, η ημέρα ήταν Κυριακή και κανένας δεν εργαζόταν εκείνη την ημέρα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε τα ακόλουθα: · Επέμενε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε για την κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού και κατά πόσον υπήρχε ή όχι η δυνατότητα εξόφλησης της επίδικης επιταγής. · Το έτος 2009 είχαν δικαίωμα υπογραφής επί επιταγών οι γονείς του και ο ίδιος, ο οποίος υπέγραφε κατόπιν υπόδειξης των γονέων του, όταν εκείνοι δεν μπορούσαν να το πράξουν. · Τόνισε ότι ο ίδιος έκανε ότι του έλεγαν οι γονείς του. Το 2010 ήταν 26 χρονών. Ο ίδιος ενημερώθηκε ότι υπήρχε ζήτημα σε σχέση με την έκδοση της επιταγής το
- · Ο ίδιος δεν γνωρίζει ποια ποσά οφείλονταν προς τον Γ.Ανδρέου. Από δική του έρευνα οι μεταγενέστερες πληρωμές που έγιναν από το λογαριασμό της εταιρείας αφορούσαν τις €5000 της επίδικης επιταγής. · Δικαίωμα υπογραφής στον ίδιο δόθηκε το 2007 όταν και επέστρεψε από τις σπουδές του. Ο ίδιος δεν γνώριζε ότι το να υπογράφει μία επιταγή η οποία δεν εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων συνιστά ποινικό αδίκημα. · Ένας άλλος λόγος για τον οποίο ο ίδιος θεωρεί ότι πρέπει να απαλλαχθεί είναι γιατί η επίδικη επιταγή αντικαταστάθηκε με άλλες δύο επιταγές των €2500 και άρα εξοφλήθηκαν. Υπεύθυνη για τα λογιστικά της εταιρείας είναι η μητέρα του. · Ο ίδιος δεν μπορεί να θυμηθεί τι του είπαν οι γονείς του κατά την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής και μπορεί να όφειλε να γνωρίζει την κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού αλλά δεν γνώριζε. M.Υ. 1 Γιαννούλα Ζαβρού Γεωργίου Η Μ.Υ.1, μητέρα του Κατηγορούμενου 2 υπήρξε διευθύντρια και γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 για όλη τη διάρκεια της δραστηριοποίησης της. Ανέφερε περαιτέρω και τα ακόλουθα: · Διευθυντής της εταιρείας Κατηγορούμενης 1 ήταν, εκτός από εκείνην και ο σύζυγος της. Εκείνη και ο σύζυγος της διαχειριζόνταν όλες τις υποθέσεις της εταιρείας από κοινού. · Περί το 2007 εξουσιοδότησαν τον γιό τους, Κατηγορούμενο 2, να υπογράφει διάφορα τραπεζικά και άλλα έγγραφα εκ μέρους της εταιρείας. Για πρακτικούς λόγους, ούτε η ίδια ούτε ο σύζυγος της δεν εργάζονταν στη Λεμεσό. · Αναφορικά με την επίδικη επιταγή αυτή δόθηκε στον Γιώργο Ανδρέου, ως διευθυντή της εταιρείας G.P.Andreou Enterprises Ltd με την οποία η εταιρεία τους συνεργαζόταν, εφόσον ασκούσαν παρόμοιες δραστηριότητες. · Εκείνη την εποχή υπήρχε αρκετή δουλειά και η εταιρεία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός πιστωτικών διευκολύνσεων που αυτή είχε στην Τράπεζα Κύπρου να βρίσκεται στα όρια του αλλά γενικώς να κινείται αφού υπήρχαν και μεγάλα έσοδα για την εταιρεία. · Όταν ο Γιώργος Ανδρέου επικοινώνησε μαζί τους ενημερώνοντας τους ότι η επιταγή που εκδόθηκε, επιστράφηκε χωρίς να τηρηθεί, του ζητήθηκε χρόνος και εκδόθηκαν προς αυτόν δύο ημέρες μετά δύο άλλες επιταγές προς αντικατάσταση της. · Κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 στέλεχος βιβλιαρίου επιταγών της Τράπεζας Κύπρου, στο οποίο και σημείωσε με γαλάζιο δείκτη σελίδας τα στελέχη των δύο επιταγών που κατά την ίδια δόθηκαν για αντικατάσταση της επίδικης επιταγής. Στο ίδιο στέλεχος βιβλιαρίου, Τεκμήριο 12, σημειώνεται με πορτοκαλί δείκτη σελίδας το στέλεχος της επίδικης επιταγής που φαίνεται να εκδόθηκε προς αντικατάσταση άλλης επιταγής και να ήταν μεταχρονολογημένη. · Οι δύο επιταγές που εκδόθηκαν προς αντικατάσταση της επίδικης επιταγής τιμήθηκαν κανονικά. Ενώ η πρακτική της εταιρείας ήταν, όταν αντικαθίσταντο, επιταγές με κάποιες άλλες να λαμβάνεται από την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία και γραπτή διαβεβαίωση ότι ο δικαιούχος της επιταγής δεν είχε καμία βεβαίωση γι΄ αυτές, στην περίπτωση της επίδικης επιταγής, δεν χειρίστηκαν δεόντως το θέμα, αφού ο σύζυγος της έδειξε εμπιστοσύνη στον Γιώργο Ανδρέου ο οποίος τον καθησύχασε ότι θα κατέστρεφε την επιταγή. · Εκ των υστέρων φάνηκε ότι ο Γ.Ανδρέου παρέδωσε την επιταγή στον Π.Αδάμου ο οποίος ανέγραψε το όνομα της εταιρείας του και κατέθεσε ο ίδιος την επιταγή στην τράπεζα. · Ειδικά σε σχέση με τον Γ.Ανδρέου και την εταιρεία του υπήρχε μια συνεργασία, που συνίστατο σε αλληλοπρομήθεια με την Κατηγορούμενη 1, διαφόρων πουλερικών, τροφών και συναφών προϊόντων. Διατηρούνταν προς αυτόν τον σκοπό ξεχωριστοί λογαριασμοί. Κατά τις αρχές του 2010 παρουσιάστηκαν διάφορα προβλήματα μεταξύ των δύο εταιρειών και καταχωρήθηκε σχετική αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με την οποία η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία διεκδικούσε περί τις €45,000 δυνάμει τιμολογίων. Η Μ.Υ.2 δεν γνωρίζει την έκβαση της εν λόγω αγωγής, καθότι στις 5/6/15 εκδόθηκε διάταγμα δικαστηρίου για εκκαθάριση της Κατηγορούμενης
- Αντεξεταζόμενη, ανέφερε τα ακόλουθα: · Η ίδια επιθυμεί την απαλλαγή του γιού της στην παρούσα υπόθεση, καθότι η επίδικη επιταγή τιμήθηκε μαζί με άλλες δύο επιταγές και γιατί ο γιός της δεν είχε οποιαδήποτε ευθύνη για τις οικονομικές δραστηριότητες της εταιρείας. · Δεν θυμάται πότε επιστράφηκε η επιταγή που προηγήθηκε και σε αντικατάσταση της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Όσον αφορά την επίδικη επιταγή, το ότι δεν επιστράφηκε στην εταιρεία οφειλόταν σε λάθος του συζύγου της λόγω της καλοσύνης του και της εμπιστοσύνης που αυτός είχε σε όλους. · Όταν προέκυψε θέμα με την επίδικη επιταγή δεν είχαν παρουσιαστεί ακόμη προβλήματα με την άλλη εταιρεία. · Δεν μπορεί να θυμηθεί πότε δημιουργήθηκε η οφειλή προς την εταιρεία τους για την οποία κινήθηκαν δικαστικά μέσω αγωγής. · Σε σχέση με τα τιμολόγια που καταγράφονται στην αγωγή και από τα οποία πολλά εκδόθηκαν τον Ιανουάριο του 2010 δεν πληρώνονταν στην ημερομηνία τους αλλά μετά . · Η επίδικη επιταγή εκδόθηκε στις 10/1/
- Με την εταιρεία του Γ.Ανδρέου υπήρχαν ξεχωριστοί λογαριασμοί στους οποίους η κάθε μία εταιρεία πλήρωνε την άλλη. Η ίδια δεν μπορεί να θυμηθεί πόσα ήταν η οφειλή της εταιρείας του προς την εταιρεία G.P.Andreou Enterprises Ltd. · Δεν γνωρίζει αν η εταιρεία G.P.Andreou Enterprises Ltd έχει διορίσει δικηγόρο στην αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον της. Δεν θυμάται πότε είδε το δικηγόρο της Κατηγορούμενης 1 -Ενάγουσας στην αγωγή για τελευταία φορά. Η ίδια έχει στην κατοχή της αντίγραφα των επιταγών επειδή τα ζήτησε από την τράπεζα στα πλαίσια της υπόθεσης. · Το ποσό των €44,000 για το οποίο κινήθηκε η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία εναντίον της G.P.Andreou προέκυψε κατόπιν συμψηφισμού των οφειλών της μίας εταιρείας προς την άλλη. · Ο Κατηγορούμενος 2 εργαζόταν στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία και έκανε τις εξωτερικές δουλειές της δηλαδή επισκεπτόταν τους πελάτες. · Ο Κατηγορούμενος 2 ούτε ενδιαφερόταν αλλά ούτε αναμειγνυόταν στα λογιστικά ή σε άλλα θέματα της εταιρείας. · Ο Κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή στην Κοφίνου κατόπιν υπόδειξης του πατέρα του, αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί αν η ίδια ήταν παρούσα ή αν ήταν ο Γ.Ανδρέου παρών στη συνάντηση. · Η Κατηγορούμενη εταιρεία δεν θα εξέδιδε επιταγή προς κάποιον άγνωστο, ούτε ακόμα προς διευθέτηση οφειλής τους προς τον Γ.Ανδρέου. · Σε σχέση με την μη αναγραφή στο στέλεχος βιβλιαρίου, Τεκμήριο 12, του αριθμού της επίδικης επιταγής κατά την έκδοση των δύο επιταγών €2500 που εκδόθηκαν σύμφωνα με την Μ.Υ.1 προς αντικατάσταση της το απέδωσε σε λάθος του συζύγου της. Προβλήματα μεταξύ της εταιρείας της και της εταιρείας G.P.Andreou προέκυψαν μετά τον Φεβρουάριο του
- · Ο Κατηγορούμενος 2 ενημερώθηκε για την μη εξαργύρωση της επιταγής όταν του παραδόθηκε κλήση για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, οπόταν και την ρώτησε και αυτή τον ενημέρωσε σχετικά. Η Μ.Υ.1 αρνήθηκε ότι είχε ζητήσει από την Κατηγορούσα Αρχή να μην προχωρήσει σε καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου με την υπόσχεση ότι θα διευθετούσε την οφειλή. Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Γενικές Αρχές Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Στο σύγγραμμα των Τ.Ηλιάδη και Ν.Γ.Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», σελ. 355, αναφέρθηκε αν τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση του περιεχομένου εγγράφων: «Τόσο στην περίπτωση κατάθεσης πρωτότυπου εγγράφου όσο και στην περίπτωση κατάθεσης αντιγράφου του, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια, στα πλαίσια της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να αξιολογεί το περιεχόμενο του και αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης να το δεχθεί ολόκληρο ή μέρος του, αναλόγως και του βαθμού στον οποίο το θέμα αποτελεί επίδικο γεγονός (Federal Bank of Lebanon (SAL) ν Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422)» (σελ. 355) Αξιολόγηση της διά ζώσης μαρτυρίας και των κατατεθέντων Τεκμηρίων Έρχομαι στην αξιολόγηση της διά ζώσης μαρτυρίας που δόθηκε από τους διάφορους μάρτυρες και στην αξιολόγηση του περιεχομένου των Τεκμηρίων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τους διάφορους μάρτυρες να δίδουν μαρτυρία ενώπιόν μου και να αξιολογήσω το ύφος, τον τόνο και τις αντιδράσεις τους αλλά κυρίως το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Έρχομαι στο Μ.Κ.
- Το εν λόγω πρόσωπο, δεν θεωρώ ότι έχει πει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κατ' αρχήν παρατηρώ ότι προέβαινε σε αναφορές κατά την κυρίως εξέτασή του για τις οποίες έδειξε να μην είναι βέβαιος κατά την αντεξέτασή του, όπως το εάν ήταν ο Κατηγορούμενος 2 διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 ή ως προς το πότε εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δεν πείθει ως προς την εκδοχή του ότι συναντήθηκε με τον Κατηγορούμενο 2 προσωπικά κατά την έκδοση της επιταγής και ότι προέβηκε σε επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο 2 πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, αφού η εν λόγω εκδοχή δεν μπορεί να σταθεί στην βάσανο της λογικής και τέθηκε στο Δικαστήριο με σωρεία αντιφάσεων. Συγκεκριμένα:
- Είχε καταχωρηθεί εκ μέρους της παραπονούμενης προηγούμενη υπόθεση στην οποία ο Κατηγορούμενος 2 δεν περιλαμβανόταν ως Κατηγορούμενος, αλλά Κατηγορούμενοι ήταν ο Γιώργος Γεωργίου και η Γιαννούλα Ζαβρού Γεωργίου. Ο ισχυρισμός ότι δεν έδωσε λεπτομερείς οδηγίες στο δικηγόρο του αρχικά και ότι ήταν όταν είδε στο Δικαστήριο ότι ο δικηγόρος του «έφερε» άλλα πρόσωπα αντί τον Κατηγορούμενο 2, που του το επισήμανε, και δεν πείθουν αλλά και αντιφάσκουν σημαντικά με τα λεχθέντα του δικηγόρου των παραπονουμένων ενώπιον του Δικαστηρίου στις 9/12/2015 (βλ. Τεκμήριο 8) ότι διαπιστώθηκε ότι η υπογραφή ανήκει σε άτομο που δεν είναι αξιωματούχος της παραπονούμενης όταν συναντήθηκε ο δικηγόρος της παραπονούμενης με υπάλληλο της Τράπεζας που είχε κλητευθεί για να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο.
- Ενώ ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε από τη μία, ότι όταν επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο 2 για την επιταγή, ο Κατηγορούμενος 2 του κατέστησε σαφή την πρόθεση του ότι η εταιρεία του δεν είχε σκοπό να του καταβάλει το τίμημα της επίδικης επιταγής, από την άλλη ανέφερε ότι τις πρώτες φορές που επικοινώνησε μαζί με την εταιρεία δεν του είχαν αναφέρει ότι δεν είχαν πρόθεση να τιμήσουν την επίδικη επιταγή, ότι με διάφορα προσχήματα τον παρέπεμπαν παρακάτω και του ζητούσαν περαιτέρω χρόνο για να πληρώσουν και προχώρησε στην καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης όταν διαπίστωσε ότι η Κατηγορούμενη δεν είχε σκοπό να τιμήσει την επίδικη επιταγή. Αυτή η αντίφαση είναι ιδιαίτερα σημαντική.
- Ο Μ.Κ.2 δεν έπεισε επίσης όταν κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είχε ξανασυναντήσει τον Κατηγορούμενο 2 και ότι ο τελευταίος του ζήτησε να του δώσει προσφορά για διάφορες εργασίες στα υποστατικά της Κατηγορούμενης
- Σημειώνω εδώ ότι θα αναμενόταν ότι αυτή η ισχυριζόμενη επικοινωνία του διευθυντή των παραπονουμένων με τον Κατηγορούμενο 2 αλλά και άλλοι ισχυρισμοί του για επικοινωνία με τον τελευταίο, θα τίθεντο στον Κατηγορούμενο 2 κατά την αντεξέτασή του. Αυτό όμως δεν έλαβε χώρα. Σημειώνω τα όσα αναφέρθηκαν στην Pal και Άλλων ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551: «Παραπονείται ευρύτερα η υπεράσπιση ότι το Κακουργιοδικείο θεώρησε ότι ουσιώδεις πτυχές της θέσης των εφεσειόντων δεν τέθηκαν υπόψη των μαρτύρων κατηγορίας και ως εκ τούτου είτε δεν εξετάστηκαν καθόλου από το Δικαστήριο, είτε θεωρήθηκαν ως εκ των υστέρων σκέψεις και ήταν εν πάση περιπτώσει απορριπτέες. Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο.Έτσιστην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599.». Έρχομαι στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου
- Ο Κατηγορούμενος 2 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση και θεωρώ ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Δέχομαι την εκδοχή ότι δεν είχε συναντήσει ποτέ το διευθυντή των παραπονουμένων πριν την έκδοση της επιταγής. Δέχομαι επίσης ότι όντως δεν γνώριζε οτιδήποτε περί της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ότι υπέγραφε (αλόγιστα θα το χαρακτήριζα) επιταγές αδιαφορώντας για το εάν αυτές μπορούσαν ή όχι να εξαργυρωθούν λέγοντας μάλιστα και ο ίδιος χαρακτηριστικά ότι «μπορεί να έπρεπε να όφειλα να ήξερα, αλλά δεν ήξερα». Αρκετά καλή εντύπωση μου έκανε και η Μ.Υ.1, μητέρα του Κατηγορούμενου
- Θεωρώ ότι η όλη εκδοχή της ήταν αληθής και ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε σε αντικατάσταση άλλης επιταγής, ότι ο λογαριασμός των Κατηγορουμένων 1 είχε προβλήματα ρευστότητας και ότι μετά την έκδοση και μη τίμηση της επιταγής εκδόθηκαν άλλες 2 επιταγές από το σύζυγό της. Δεν παραβλέπω βεβαίως ότι ο σύζυγός της στον οποίον έγινε αναφορά ότι εξέδωσε άλλες επιταγές και δε ζήτησε να του δοθεί πίσω η επίδικη επιταγή, δεν έδωσε μαρτυρία ο ίδιος στο Δικαστήριο, αλλά δεν παραβλέπω ότι ούτε η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε να τον αντεξετάσει (με βάση το άρθρο 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9). Σημειώνω εδώ την παραδοχή της ότι ο λογαριασμός της εταιρείας παρουσίαζε προβλήματα ρευστότητας (παρ. 7 της Γραπτής Δήλωσής της). Επισημαίνω επίσης, ότι υπήρχε στην μαρτυρία αυτής και στην μαρτυρία του Κατηγορούμενου κατά αντιπαραβολή κάποια ασάφεια ως προς την έκδοση της επιταγής, όπου ο Κατηγορούμενος 2 ισχυριζόταν ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε πριν τις 10.01.2010 ενώ η ίδια ανέφερε ότι εκδόθηκε εκείνη την ημερομηνία. Δεν θεωρώ, όμως με δεδομένη την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τότε, ότι το εάν η επιταγή εκδόθηκε ή όχι μεταχρονολογημένη ήταν κάτι το τόσο σημαντικό, ώστε να προσμετρήσει αρνητικά κατά την κρίση της αξιοπιστίας των δύο αυτών μαρτύρων. Τέλος, δεν επισημαίνω να υπήρχε αντίφαση ως προς το αν μετέβηκε ουδέποτε ή όχι ο Κατηγορούμενος 2 στο Μοναγρούλλι, όπως εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής στη Γραπτή του Αγόρευση, αφού δεν ανέφερε η Μ.Υ.1 στην μαρτυρία της ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε πάει ποτέ στο Μοναγρούλλι αλλά ότι ήταν λίγες οι φορές που το είχε πράξει. Ευρήματα γεγονότων- Συμπεράσματα Έρχομαι στις Λεπτομέρειες της Πρώτης Κατηγορίας και κατά πόσον αυτές έχουν αποδειχθεί σε σχέση με τους 2 Κατηγορούμενους. Θεωρώ, βασιζόμενος στην πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας ενώπιόν μου, ότι έχει αποδειχθεί τόσο η έκδοση της επίδικης επιταγής όσο και η παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε και η μη τίμησή της λόγω της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό από τον οποίο αυτή εκδόθηκε. Αυτά τα γεγονότα άλλωστε δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Επίσης βρίσκω ότι παρέμεινε η επιταγή απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την παρουσίασή της. Το ότι στη συνέχεια εκδόθηκαν άλλες δύο επιταγές για ποσά €2,500 έκαστη, δεν διαφοροποιεί αυτό μου το συμπέρασμα. Η επίδικη επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για 15 μέρες μετά την παρουσίασή της, αλλά και γιατί οι άλλες δύο επιταγές που εκδόθηκαν, εκδόθηκαν προς όφελος άλλου προσώπου από τον κομιστή της επιταγής. Ούτε μπορώ να δεχθώ τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης που διατυπώνεται στην τελική του Αγόρευση ότι για να ξεκινήσει η προθεσμία των 15 ημερών θα πρέπει να ενημερωθεί ο εκδότης της επιταγής ότι η επιταγή επιστράφηκε χωρίς να τιμηθεί. Δεν τίθεται τέτοιο κριτήριο στο άρθρο 305(Α)
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Θεωρώ επίσης ότι η παραπονούμενη ήταν νομιμοποιημένος κομιστής, αφού και με την εκδοχή της Υπεράσπισης σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκόμισε (την οποίαν αποδέχομαι) η επιταγή εκδόθηκε στην εταιρεία G.P. Andreou Enterprises Ltd, σε σχέση με συναλλαγές της με την παραπονούμενη 1 και σε αντικατάσταση άλλης επιταγής που δεν τιμήθηκε. Λόγω του ότι δεν αναγράφηκε όνομα στην επιταγή, κατέστη κομιστής η παραπονούμενη εταιρεία. H Κατηγορούμενη 1 επέλεξε, μέσω και του Κατηγορούμενου 2 να μην γράψει όνομα επί της επιταγής, καθιστώντας οποιοδήποτε πρόσωπο της επιλογής του Γ. Ανδρέου στον οποίον βρίσκω ότι παραδόθηκε η επιταγή, ως νομιμοποιημένο κομιστή. Η επιταγή εκδόθηκε όμως έναντι νόμιμου ανταλλάγματος και δεν υπήρχε οτιδήποτε αντίθετο είτε στο νόμο είτε στα χρηστά ήθη σε σχέση με την έκδοσή της. Στην υπόθεση Δημοσθένους Κλεάνθης ν. Τύχωνα Τύχωνος
(2013)2 ΑΑΔ 22, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Τα πιο πάνω αντικατοπτρίζουν τις ορθές αρχές της νομολογίας. Η αναφορά σε αγώγιμο δικαίωμα είναι σε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εκδότη κατά την έκδοση της επιταγής, ώστε να πληρούται η προϋπόθεση για να καταστεί ο οποιοσδήποτε επόμενος κάτοχος της επιταγής, νομιμοποιημένος κομιστής. Εφόσον τούτο ικανοποιηθεί, δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί αγώγιμο δικαίωμα του εν λόγω κομιστή ως προς την αρχική συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Είναι για τούτο που η ύπαρξη του εδαφίου
(3)δεν πρόσθεσε οτιδήποτε ουσιαστικό στην ήδη υφιστάμενη αναγκαιότητα, δυνάμει του δικαίου των συναλλαγματικών, να καταδειχθεί τέτοιο αγώγιμο δικαίωμα αναγόμενο στην αρχική αντιπαροχή, αλλά και η κατάργηση του εδαφίου
(3)δεν αφαίρεσε οτιδήποτε από το δικαίωμα του νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής. Η ίδια η ιδιότητά του, ως νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής για την οποία υπήρξε αντιπαροχή, δηλώνει τον άμεσο επηρεασμό του από τη μη εξόφλησή της. Οι αναφορές στην Τομάζου ν. Σαββίδη, ανωτέρω, κατά την άποψή μας, έγιναν per incuriam και ως εκ τούτου δεν μπορούν να δεσμεύουν, καθότι όχι μόνο δεν προσδιορίζουν τις αρχές του κοινοδικαίου, όπως αυτές διατυπώθηκαν στην Ttofinis και επιβεβαιώθηκαν από την πλειοψηφία στην Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος, ανωτέρω, αλλά ούτε αντικατοπτρίζουν τα νομολογηθέντα στη Νεοφύτου, ανωτέρω και σε άλλες υποθέσεις σε σχέση με τα δικαιώματα του νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής ως άμεσα επηρεαζόμενου από τη μη εξόφλησή της.» (υπογράμμιση δική μου) Εδώ θα ήθελα να τονίσω επίσης ότι το γεγονός ότι στην επιταγή, αλλά και στο Κατηγορητήριο. αναγράφεται κάπως διαφορετικό όνομα από το όνομα της παραπονούμενης («Π.Αδάμου..» αντί «Παναγιώτης Αδάμου.»), για τους λόγους που παραθέτω αναλυτικά στις σελ. 4-12 της απόφασής μου επί του Εκ Πρώτης Όψεως, δεν στερεί από την παραπονούμενη εταιρεία την ιδιότητά της ως νομιμοποιημένου κομιστή της επιταγής ή το locus standi της ως παραπονούμενης στην παρούσα υπόθεση. Είναι σαφές ότι παρά την πολύ μικρή διαφοροποίηση στο όνομα, πρόκειται για την ίδια εταιρεία. Με δεδομένο ότι η Κατηγορούμενη 1 ήταν εκδότης της επιταγής, αυτή κρίνεται ένοχη στην Πρώτη Κατηγορία. Έρχομαι στη διαπίστωση ποινικής ευθύνης ή όχι σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2. Για αυτόν απαιτείται ύπαρξη ένοχης διάνοιας (σύμφωνα με την εκτενή ανάλυση που γίνεται στην Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd.
(2003)2 A.A.Δ. 261). Ο Κατηγορούμενος 2, όπως ξεκάθαρα διαφάνηκε από τη μαρτυρία ενώπιόν μου, επέδειξε αδιαφορία ως προς το εάν η επιταγή που εξέδιδε η εταιρεία με τη δική του συνδρομή (υπογραφή) θα μπορούσε ή όχι να εξαργυρωθεί και εάν ο λογαριασμός από τον οποίον εκδιδόταν η επιταγή είχε διαθέσιμα υπόλοιπα. Η αδιαφορία του όμως αυτή, η οποία θα έλεγα ότι διαφάνηκε ότι ήταν απόλυτη (ακόμη και ο ίδιος δέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι μπορεί να όφειλε να γνώριζε, αλλά δεν το έπραξε), δεν τον απαλλάσσει από την στοιχειοθέτηση εναντίον του της υποκειμενικής υπόστασης της συμμετοχής του ως συνεργού επί του αδικήματος του άρθρου 305(Α)
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Στην υπόθεση Σάββα Θεοχάρους Υιός Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.α., Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/2014 και 115/2014, απόφαση ημερομηνίας 23/10/2015, η μία εκ των Κατηγορουμένων δεν ήταν αξιωματούχος της εταιρείας αλλά ήταν εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος για να υπογράφει επιταγές. Το ότι όφειλε να γνωρίζει θεωρήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ήταν στοιχείο που θεμελίωνε τη γνώση της ώστε να στοιχειοθετηθεί η ενοχή της ως συνεργός και να καταδικαστεί υπό αυτή της την ιδιότητα τελικά για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρυσμα κατά παράβαση του άρθρου 305(Α)
(1)του Ποινικού Κώδικα. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Όπως έχει νομολογηθεί (βλ. Υοussef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486), το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των Κατηγορουμένων και η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν από κάθε λογική αμφιβολία τη γνώση. Στην παρούσα περίπτωση οι εφεσίβλητοι - ο πρώτος ως Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και Εκτελεστικός Σύμβουλος της Εταιρείας και η δεύτερη ως σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της Εταιρείας - γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της Εταιρείας είχε παγοποιηθεί από 10.7.12 και για πληρωμή των επιταγών έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε. Έπεται ότι το υπό αναφορά συμπέρασμα όχι μόνο δεν είχε έρεισμα στην προσαχθείσα μαρτυρία, αλλά έτεινε και στην απόδειξη ένοχης διάνοιας των εφεσιβλήτων και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε την Militos Trading Ltd (ανωτέρω) και κατέληξε ότι «. ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο της υπογραφής δεν αποδεικνύεται και η πρόθεση .» των εφεσιβλήτων. Ενόψει των πιο πάνω οι λόγοι έφεσης 5 και 6 που αφορούν το πιο πάνω συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ευσταθούν και προχωρούμε στην εξέταση των λόγων έφεσης 1, 2 και 3, οι οποίοι έχουν στο στόχαστρο τους τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία βάσει της οποίας να προέκυπτε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν ενεργό ανάμειξη στα οικονομικά της Εταιρείας και ότι θα μπορούσαν να γνωρίζουν ότι κατά την ημερομηνία που οι επιταγές ήταν πληρωτέες δεν θα εξοφλούντο. Πρόκειται κατά την άποψή μας για συμπεράσματα που εξήχθησαν στη βάση της λανθασμένης εντύπωσης ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος της προσκόμισης μαρτυρίας που άπτεται της νοητικής λειτουργίας ενός Κατηγορουμένου και η οποία παραβλέπει ότι το στοιχείο της γνώσης αποδεικνύεται με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση (Youssef και Aνδρονίκου, ανωτέρω). Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως τεκμηριώθηκε από τη μαρτυρία, οι εφεσίβλητοι, όταν υπέγραψαν τις επιταγές, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της Εταιρείας ήταν παγοποιημένος και η οποιαδήποτε ανάμειξη τους στα οικονομικά της Εταιρείας ήταν στοιχείο αδιάφορο για εξαγωγή συμπεράσματος για τεκμηρίωση ή όχι ένοχης διάνοιας.» Δέχομαι ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε για το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1, αλλά βρισκόταν σε κατάσταση εθελούσιας άγνοιας κι επέλεγε να υπογράφει επιταγές χωρίς να ενημερώνεται, κάτι που ισοδυναμεί με εθελοτυφλία. Στις Ποινικές Εφέσεις 320/2014 και 296/2014 Vrontis Builders Ltd ν. Μ& H. Steel Constructions Ltd και Ανδρέας Βροντής ν. Μ. & H STEEL CONSTRUCTIONS LTD, απόφαση 15/4/2016 επιβεβαιώθηκε η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο αποφάσισε ότι υπήρχε ένοχη διάνοια του Κατηγορουμένου διευθυντή εταιρείας εκδότριας επιταγής, μεταξύ άλλων λαμβάνοντας υπόψη και το ότι ο Κατηγορούμενος 2 εθελοτυφλούσε όταν υπέγραφε επιταγές και η εθελοτυφλία του καταδεικνύει γνώση και ήταν ποινικά κολάσιμη. Αναφέρθηκαν επί λέξει τα ακόλουθα: «Θεωρούμε σκόπιμο να τονίσουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα της ύπαρξης ένοχης διάνοιας του εφεσείοντα 2, στη βάση όχι μόνο της μαρτυρίας του ΜΚ1 ότι κατά την έκδοση των επιταγών ο εφεσείων 2 του ανέφερε ότι γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, αλλά και σε αριθμό άλλων στοιχείων και περιστατικών, όπως λεπτομερώς καταγράφεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «(α) Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ο μοναδικός διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, το μοναδικό πρόσωπο που μπορούσε να διαχειριστεί τον επίδικο λογαριασμό και τα χρήματα του λογαριασμού και το μόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει επιταγές. (β) Εξηγήθηκε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού στον Κατηγορούμενο 2 όπως ανέφερε η ΜΚ11 ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός είναι χωρίς όριο και ότι έχει βιβλιάριο επιταγών και οι επιταγές πληρώνονται μόνο εάν υπάρχει διαθέσιμο πιστωτικό υπόλοιπο. (γ) Είναι ξεκάθαρο μέσα από την μαρτυρία που αποδέκτηκε το Δικαστήριο ότι ετηρείτο συνεχώς ενήμερος για ότι αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό και το υπόλοιπο του. (δ) Σε όλη την περίοδο που αφορά η κατάσταση λογαριασμού που έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δηλ. από 01-01-11 μέχρι 31-12-11 είναι προφανές ότι εκδόθηκαν δεκάδες επιταγές, πολλές εκ των οποίων επιστράφηκαν και γενικά έγιναν δεκάδες συναλλαγές, με μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο γι' αυτές τον Κατηγορούμενο 2. Ο Κατηγορούμενος 2 συνεπώς και με δεδομένη την συνεχή ενημέρωση που είχε για την κατάσταση του λογαριασμού, γνώριζε επακριβώς τι συνέβαινε στο λογαριασμό τόσο για την περίοδο μέχρι την έκδοση της κάθε επιταγής όσο και μεταγενέστερα και γνώριζε ότι διάφορες επιταγές επιστρέφονταν απλήρωτες. Από την 1η Ιανουαρίου του 2011 ας σημειωθεί μέχρι τις 23-03-11 που ήταν πληρωτέα η 1η επιταγή τεκμ.5, δηλαδή πριν την έκδοση ακόμη της 1ης επιταγής, με βάση την κατάσταση τεκμ.47 ο λογαριασμός ήταν σχεδόν πάντοτε χρεωστικός. Όπως γνώριζε επίσης σημειώνεται για τις υποχρεώσεις της εταιρείας και τις μεταφορές ποσών από τον λογαριασμό της εταιρείας αφού ο ίδιος είχε υπογράψει ανέκκλητες οδηγίες προς την τράπεζα για τούτο (τεκμ.55Α-Β). (ε) Προκύπτει επίσης μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ1 ότι κατά την έκδοση των επιταγών ο Κατηγορούμενος 2 με βάση τα λεγόμενα του γνώριζε ότι δεν υπήρχαν τα διαθέσιμα κεφάλαια και έλεγε απλά ότι θα διευθετούσε το θέμα πληρωμής. (στ) Με την έκδοση των επιταγών, και έχοντας υπόψη αφενός την εικόνα που παρουσίαζε ο λογαριασμός με τα χρεωστικά υπόλοιπα, την έκδοση δεκάδων επιταγών και τις συνεχείς επιστροφές επιταγών αφού είναι προφανές δεν φρόντιζε να υπάρχουν πάντα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό, και περαιτέρω τη γνώση του ότι δεν υπήρχαν χρήματα για να καλύπτονται όλες οι επιταγές που εξέδιδε ως μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για το σκοπό αυτό, συνεπάγεται ότι γνώριζε, αντιλήφθηκε και αποδέκτηκε ότι η κατάθεση των συγκεκριμένων επιταγών για πληρωμή θα σήμαινε την επιστροφή τους. Γνώριζε, αντιλήφθηκε και αποδέκτηκε θα πρόσθετα ότι η λογικά αναμενόμενη εξέλιξη των πραγμάτων με βάση τα δεδομένα που ο ίδιος γνώριζε και είχε ενώπιον του ήταν ότι οι επιταγές θα επιστρέφονταν, όπως ακριβώς έγινε και με άλλες επιταγές πριν από τις επίδικες. (ζ) Όμως εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και το εξής. Αν ο Κατηγορούμενος 2 παρά τα ανωτέρω δεδομένα υπόγραφε επιταγές «κλείνοντας τα μάτια» του στο φανερό ότι δηλαδή τα υπόλοιπα στο λογαριασμό δεν επαρκούν για να καλυφθούν, θα πρέπει να αναφερθεί ότι και η εθελοτυφλία καταδεικνύει γνώση και είναι ποινικά κολάσιμη. Στην υπόθεση Henry Hudfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414 σ τη σελίδα 428 παραπέμπει στο απόσπασμα από το Criminal Law Review, 1989, σελίδα 212, το οποίο αναφέρει, υπό μορφή σχολίου, τι αποτελεί εθελοτυφλία η οποία συνιστά γνώση: "A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of a "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiring because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed". Westminster City Council v. Croyalgrange
(1986)2 All E.R. 353 at p.359 (H.L.)" Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μερικές φορές θεωρείται ότι υπάρχει το στοιχείο της γνώσης με την απόδειξη εθελοτυφλίας όπου π.χ. ο Κατηγορούμενος εσκεμμένα έκλεισε τα μάτια του στο φανερό (αγνόησε το φανερό) ή δεν προέβη σε διερεύνηση καθότι υποψιάστηκε την αλήθεια αλλά δεν επιθυμούσε να επιβεβαιωθούν οι υποψίες του.»» Συνεπώς, θεωρώ ότι έχει στοιχειοθετηθεί η ένοχη διάνοια του Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με το εν λόγω αδίκημα και κρίνεται και αυτός ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην Πρώτη κατηγορία. Δεν μου διαφεύγει ότι στην Πρώτη Κατηγορία αναφέρεται ως εκδότης της επιταγής, ενώ δεν ήταν, αλλά, ως έχω αναφέρει και στην απόφαση μου επί του εκ Πρώτης Όψεως, κρίνω ότι τυγχάνουν εφαρμογής τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Ιουλία Κοιλιάρη ν. Δήμου Αγίου Δομετίου,
(2005)2 Α.Α.Δ. 350, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Κατά την εκτίμηση μας θα ήταν επιθυμητό στην έκθεση του αδικήματος να αναγράφεται και η παράγραφος
(2)του άρθρου 20 του Κεφ. 96, η οποία προνοεί ότι και οι συνεργοί στη διάπραξη ποινικού αδικήματος δυνάμει του εδαφίου 1 του άρθρου 20 μπορεί να διωχθούν, να δικαστούν και να τιμωρηθούν ανάλογα όπως και οι αυτουργοί. Στους συνεργούς, δυνάμει του άρθρου 20
(2), περιλαμβάνονται και τα πρόσωπα που διενήργησαν ή παρέλειψαν να πράξουν κάτι με σκοπό να κάνουν δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο πρόσωπο ή να παράσχουν συνδρομή για τη διάπραξη αδικήματος από άλλο πρόσωπο. Δεν μας διαφεύγει η μη αναφορά, στην έκθεση αδικήματος, στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα και το άρθρο 20
(2)(ii) και (iii) του Κεφ. 96 που αφορούν στην ποινική ευθύνη των συνεργών ούτε και μας διαφεύγει ο όρος «μετέτρεψαν» στις λεπτομέρειες του αδικήματος που αντιμετώπισε η εφεσείουσα. Όμως, υιοθετώντας τα όσα λέχθηκαν στις υποθέσεις Ajini(ανωτέρω) και Θεοδώρου (ανωτέρω), κρίνουμε πως ήταν επιτρεπτό να καταδικαστεί η εφεσείουσα, ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος της μετατροπής εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής, έστω και αν τα προαναφερόμενα άρθρα δεν αναγράφονταν στην έκθεση του αδικήματος που αντιμετώπισε.» Δ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην Πρώτη κατηγορία. ............ Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Εννοείται «επιταγή» («υπογραφή στην επίδικη επιταγή..») cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο