← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Χριστάκη Ανθία, Αρ. Ποιν. Υπόθ.: 1996/2015, 30/1/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Χριστάκη Ανθία, Αρ. Ποιν. Υπόθ.: 1996/2015, 30/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Ποιν. Υπόθ.: 1996/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Χριστάκη Ανθία Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πόπη Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρυσοβαλάντης Σαμμούτας Ο Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Εισαγωγή. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 24.10.2017 απαγγέλθηκε ενδιάμεση απόφαση αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως. Κλήθηκε ο Κατηγορούμενος σε απολογία στις κατηγορίες αρ. 1 (ως τροποποιήθηκε με την απόφαση ημερ. 24.10.2017 και απαγγέλθηκε σε αυτόν), 2, 4 και 5, ενώ αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στις κατηγορίες αρ. 3, 11 και

  1. Υπενθυμίζεται ότι οι κατηγορίες υπ' αριθμό 6, 7, 8, 9 και 10 είχαν από προηγουμένως ανασταλεί από την Κατηγορούσα Αρχή κατά τη δικάσιμο ημερ. 7.8.
  2. Οι κατηγορίες για τις οποίες ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία παρατίθενται πιο κάτω꞉ Κατηγορία αρ. 1꞉ Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Ν.166/
  3. Λεπτομέρειες αδικήματος꞉ Ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1/4/2013 - 30/4/2013 συμπεριλαμβανομένων στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου εν γνώση του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, ήτοι την πλαστογραφημένη επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό 94651865, δηλαδή την έθεσε σε κυκλοφορία ενώ γνώριζε ότι αυτός που την υπέγραψε, ήτοι ο Κώστας Άσπρου, δεν έθεσε γνήσια υπογραφή ως αυτήν για την οποία έδωσε δείγμα εξουσιοδοτημένου υπογραφέα στην τράπεζα. Κατηγορία αρ. 2꞉ Απόσπαση χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 130(Ι)/
  1. Λεπτομέρειες αδικήματος꞉ Ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1/4/2013 - 31/5/2013 συμπεριλαμβανομένων στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως απέσπασε από τον Ανδρέα Ανδρέου, ιδιοκτήτη του κρεοπωλείου ΡΟΔΟΛΦΟΣ εμπορεύματα και χρήματα συνολικού ποσού €1359, ψευδείς παραστάσεις συνιστάμενες εις το ότι τον πλήρωσε με την πλαστογραφημένη επιταγή με αριθμό
  2. Κατηγορία αρ. 4꞉ Κλοπή με τέχνασμα κατά παράβαση των άρθρων 255
(1)
(2)(α)(ΙΙ) και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Λεπτομέρειες αδικήματος꞉ Ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1/10/2013 - 31/12/2013 συμπεριλαμβανομένων στο Αυγόρου της Επαρχίας Αμμοχώστου δια τεχνάσματος έκλεψε από τον Ιωάννη Κύπρου Ηλία το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRA213, δηλαδή, ενώ του ζήτησε να του το δανείσει για ένα χρονικό διάστημα, αντί να του το επιστρέψει, το πώλησε χωρίς τη συγκατάθεσή του. Κατηγορία αρ. 5꞉ Απόσπαση χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 130(Ι)/2006. Λεπτομέρειες αδικήματος꞉ Ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 20/5/2013 - 21/5/2013 συμπεριλαμβανομένων στην Επαρχία Αμμοχώστου δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως απέσπασε από τον Mehmet Derici από την Αμμόχωστο το ποσό των €500, ψευδείς παραστάσεις συνιστάμενες εις το ότι παρουσιάστηκε ως ο ιδιοκτήτης του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΖΚΧΚ164 και το άφησε ενέχυρο για να λάβει το πιο πάνω χρηματικό ποσό, ενώ στην πραγματικότητα το είχε ενοικιάσει από την εταιρεία Vikino Self Drive Cars Ltd. Αφού επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου όσον αφορά τον τρόπο απολογίας δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν προσήλθε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας υπεράσπισης. Β. Η προσκομισθείσα μαρτυρία. Για να αποδείξει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο δώδεκα
(12)μάρτυρες. Όλη η δοθείσα μαρτυρία βρίσκεται καταγεγραμμένη αυτολεξεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου, όπως επίσης και τα τεκμήρια που κατέθεσαν αποτελούν μέρος του δικαστικού φακέλου. Συγκεκριμένα, κατέθεσαν οι εξής μάρτυρες κατηγορίας꞉ Ο Λοχίας 3051 Α. Λοΐζου (στο εξής «ο ΜΚ1»). Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 29.3.2017 και τα Τεκμήρια 1 έως
  1. Ο κ. Ιωάννης Κύπρου Ηλία (στο εξής «ο ΜΚ2»). Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 15.5.2017 και 23.5.
  2. Κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 4 και
  3. Ο κ. Ηλίας Γιαννή Ηλία (στο εξής «ο ΜΚ3»). Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 23.5.
  4. Κατατέθηκε το Τεκμήριο
  5. Ο Α/Αστ. 2686 Γ. Καούλλας (στο εξής «ο ΜΚ4»). Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου 21.6.
  6. Κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 7 έως
  7. Ο πραγματογνώμονας - γραφολόγος Αστ. 3284 Στ. Νικολάου (στο εξής «ο ΜΚ5»). Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου 27.6.
  8. Κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 17 έως
  9. Ο κ. Κώστας Άσπρου (στο εξής «ο ΜΚ6»). Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 11.7.
  10. Κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 21 έως
  11. Η κα Ελένη Σπυρίδωνος (στο εξής «η ΜΚ7»). Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 17.7.
  12. Κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 24 έως
  13. Ο κ Ανδρέας Ανδρέου (στο εξής «ο ΜΚ8»). Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 27.7.
  14. Κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 29 και
  15. Ο Αστ. 3738 Π. Σιαμμούτη (στο εξής «ο ΜΚ10»). Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 1.8.
  16. Κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 38 έως
  17. Ο κ. Κωστάκης Μουτσουρής (στο εξής «ο ΜΚ10»). Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 3.8.
  18. Κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 44 έως
  19. Ο Αστ. 2121 Ζ. Ταουσιάνης (στο εξής «ο ΜΚ11»). Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 7.8.
  20. Κατατέθηκε το Τεκμήριο
  21. Ο κ. Γιαννάκης Χατζηχαραλάμπους (στο εξής «ο ΜΚ12»). Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 7.8.
  22. Κατατέθηκε το Τεκμήριο
  23. Πέραν των πιο πάνω, κατά τη δικάσιμο ημερ. 27.7.2017 κατατέθηκε αριθμός εγγράφων, τα οποία είναι από κοινού παραδεκτά για την αλήθεια του περιεχομένου τους (βλ. τα Τεκμήρια 31 έως 37), ως επίσης και κατά τη δικάσιμο ημερ. 1.8.2017 κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 42 και 43 ως παραδεκτά, ενώ, τέλος, κατά τη δικάσιμο ημερ. 7.8.2017 κατατέθηκε ως παραδεκτό το Τεκμήριο
  24. Έγινε, επίσης, από κοινού δήλωση ότι τα όποια τεκμήρια διακινήθηκαν νομότυπα από και προς την Αστυνομία για επιστημονική εξέταση. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κατηγορούμενος χειριζόταν αυτοπροσώπως την υπόθεσή του μέχρι που συμπληρώθηκε η μαρτυρία των μαρτύρων ΜΚ1 έως ΜΚ4, ενώ αμέσως μετά ανέλαβε την υπεράσπισή του δικηγόρος και χειρίσθηκε την αντεξέταση των μαρτύρων ΜΚ5 έως ΜΚ
  25. Σκιαγραφώ πιο κάτω τη δοθείσα μαρτυρία. Για ευχερέστερη αντίληψη της υπόθεσης, κατηγοριοποιώ τους μάρτυρες αναλόγως του ρόλου ή της ανάμειξής τους στη διερεύνηση της υπόθεσης. Β.
  26. Αναφορικά με τις κατηγορίες αρ. 1 έως 3 - Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και απόσπαση χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων - Πληρωμή με πλαστογραφημένη επιταγή. Μαρτυρία έδωσαν ο ΜΚ4, ο ΜΚ5, ο ΜΚ6, η ΜΚ7 και ο ΜΚ
  27. Β.1.
  28. Η μαρτυρία του ΜΚ
  29. Ο ΜΚ4 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του, ημερ. 20.10.2013 (βλ. Τεκμήριο 7). Εκεί αναφέρθηκε στα εξής꞉ Στην καταγγελία του παραπονούμενου ΜΚ
  30. Στις 15.7.2013 μετέβηκε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου ο ΜΚ8 από το Παραλίμνι, κρεοπώλης στο επάγγελμα και κατήγγειλε ότι κατά ή περί τον Απρίλη του 2013 ο Κατηγορούμενος του έδωσε 2 επιταγές της εταιρείας COSTAS WILDJUNGLE PET SHOP LTD, τις οποίες κατέθεσε στην εκδότρια τράπεζα για εξαργύρωση αλλά επεστράφηκαν πίσω απλήρωτες, η μια λόγω του ότι η πληρωμή είχε ανακληθεί από τον εκδότη και η άλλη λόγω του ότι ήταν πλαστογραφημένη. Ο παραπονούμενος ΜΚ8 παρέδωσε στον ΜΚ4 τις δύο επιταγές που φέρουν τους αριθμούς 94651864 (βλ. Τεκμήριο 10) και 94651865 (βλ. Τεκμήριο 11) του λογαριασμού 360-01-518031-01 με εκδότη την COSTAS WILDJUNGLE PET SHOP LTD, τις οποίες ο ΜΚ4 έθεσε υπό τη φύλαξή του. Στις ενέργειες που έκαμε ο ΜΚ4 βάσει της καταγγελίας του ΜΚ
  31. Στις 23.7.2013 ο ΜΚ4 έλαβε γραπτή κατάθεση από την ΜΚ7 και έλαβε διάφορα φωτοαντίγραφα εγγράφων (βλ. Τεκμήριο 12), τα οποία έθεσε υπό τη φύλαξή του. Την 1.8.2013 ο ΜΚ4 ανέκρινε γραπτώς τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 9) και ακολούθως, κατόπιν συγκατάθεσής του (βλ. Τεκμήριο 8), έλαβε από αυτόν 20 δείγματα του γραφικού του χαρακτήρα σε σχέση με τις πιο πάνω επιταγές, δέκα εξ αυτών των δειγμάτων για την επιταγή αρ. 94651864 (βλ. Τεκμήριο 13) και δέκα άλλα δείγματα για την επιταγή αρ. 94651865 (βλ. Τεκμήριο 14). Τα δείγματα αυτά ο ΜΚ4 τα έθεσε υπό τη φύλαξή του. Την 11.8.2013 ο ΜΚ4 συνέλαβε τον ΜΚ6 αναφορικά με την ίδια υπόθεση των επιταγών και εκείνος δήλωσε πρόθυμος να δώσει κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 21), για να πει την αλήθεια. Ακολούθως, ο ΜΚ4 έλαβε από τον ΜΚ6 20 δείγματα γραφικού χαρακτήρα σε σχέση με τις πιο πάνω επιταγές, δέκα εξ αυτών των δειγμάτων για την επιταγή αρ. 94651864 (βλ. Τεκμήριο 15) και δέκα δείγματα για την επιταγή αρ. 94651865 (βλ. Τεκμήριο 16) και τα έθεσε υπό τη φύλαξή του. Στις 23.8.2013 ο ΜΚ4 παρέδωσε τα δείγματα γραφικού χαρακτήτα και τις επίδικες επιταγές στον γραφολόγο ΜΚ
  32. Δεν αντεξετάσθηκε ο ΜΚ4 από τον Κατηγορούμενο. Β.1.
  33. Η μαρτυρία του ΜΚ
  34. Ο ΜΚ5 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της Έκθεσης Πραγματογνωμοσύνης ημερ. 8.4.2014 (Τεκμήριο 17), την οποία ετοίμασε ο ίδιος, με όρους εντολής να εξετάσει την αμφισβητούμενη υπογραφή εκδότη και γραφής συμπλήρωσης (εκτός από τη θέση «ΠΛΗΡΩΣΤΕ») στις δύο επίδικες επιταγές ως τα Τεκμήρια 10 και 11 και να προβεί σε σύγκρισή τους με τα δείγματα γραφής και υπογραφής που έδωσαν, αφενός, ο Κατηγορούμενος, και, αφετέρου, ο ΜΚ
  35. Τα ευρήματα του ΜΚ5, κατ' εφαρμογή της αναλυτικής συγκριτικής μεθόδου, όπως καταγράφονται στο Τεκμήριο 17, ήταν τα εξής꞉ Αναφορικά με την επιταγή που λήγει σε ψηφία «64» (Τεκμήριο 10). Ότι η αμφισβητούμενη γραφή συμπλήρωσης της επιταγής παρουσιάζει ουσιώδεις ομοιότητες με τα δείγματα γραφής του ΜΚ6, γι'αυτό και ο ΜΚ5 είναι της γνώμης ότι η αμφισβητούμενη γραφή έγινε από τον ΜΚ
  36. Ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή της επιταγής παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες, αλλά και ορισμένες διαφορές με το δείγμα υπογραφής του ΜΚ6, γι' αυτό και ο ΜΚ5 είναι της γνώμης ότι εγείρεται απλώς υποψία ότι την επιταγή υπέγραψε ο ΜΚ
  37. Αναφορικά με την επιταγή που λήγει σε ψηφία «65» (Τεκμήριο 11). Ότι η αμφισβητούμενη γραφή συμπλήρωσης του ποσού ολογράφως στην επιταγή παρουσιάζει ουσιώδεις ομοιότητες με τα δείγματα γραφής του Κατηγορούμενου, γι'αυτό και ο ΜΚ5 είναι της γνώμης ότι η αμφισβητούμενη γραφή συμπλήρωσης του ποσού της επιταγής ολογράφως έγινε από τον Κατηγορούμενο. Ότι δεν μπορεί να γίνει καμία γραφολογική σύγκριση του ποσού της επιταγής όπως συμπληρώθηκε αριθμητικώς, ούτε της ημερομηνίας έκδοσης της επιταγής, διότι δεν υποβλήθηκαν στον ΜΚ5 αντίστοιχα δείγματα γραφής αριθμών. Ότι η γραφή αυτή (δηλ. αριθμητικά του ποσού και της ημερομηνίας) έχει διαφορές με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής του ΜΚ6, γι'αυτό και ο ΜΚ5 είναι της γνώμης ότι η αμφισβητούμενη γραφή δεν μπορεί να συνδεθεί με τον ΜΚ
  38. Ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή εκδότη στην επιταγή αυτή, δεν περικλείει ιδιαίτερη τεχνική και πλοκή στον τρόπο σχηματισμού της, ενώ περιέχει και διπλογραφίες (μελανώματα) στο σχηματισμό των γραμμικών κινήσεων, γι'αυτό και καθίσταται αδύνατη η εκφορά οποιασδήποτε γνώμης για τον καθορισμό του ποσού που υπέγραψε. Για να βοηθήσει το Δικαστήριο να κατανοήσει τα ευρήματά του, ο ΜΚ5 ετοίμασε δύο Συγκριτικούς Πίνακες (βλ. Τεκμήρια 18 και 19) τους οποίους και περίγραψε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος Υπεράσπισης επεσήμανε ότι, όπως άλλωστε φαίνεται και στην ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου, είναι παραδεκτό ότι το ποσό ολογράφως επί της επιταγής ως το Τεκμήριο 11 είναι ο Κατηγορούμενος αυτός που το συμπλήρωσε. Διευκρίνισε ο ΜΚ5 ότι όσον αφορά την επιταγή ως το Τεκμήριο 10, αυτός, αναφερόμενος σε «γραφή συμπλήρωσης της επιταγής» την οποία εξέτασε, εννοούσε όλη τη γραφή, περιλαμβανομένης και της ημερομηνίας και του ποσού αριθμητικώς. Μόνον για την επιταγή ως το Τεκμήριο 11, δεν έκανε τέτοια γραφολογική εξέταση της γραφής συμπλήρωσης της ημερομηνίας και του ποσού αριθμητικώς. Έκανε ειδική μνεία περί τούτου στην Έκθεσή του. Υπεραμυνόμενος των δικών του ενεργειών, ο ΜΚ5 δήλωσε ότι «Ήταν δουλειά του ανακριτή να πει στον κ. Ανθία να συμπληρώσει και το αριθμητικό μέρος και την ημερομηνία. Να του πει να δώσει δείγμα. Εμένα δεν μου δόθηκαν δείγματα αριθμών και ημερομηνιών από τον Ανθία». Τόνισε ο ΜΚ5 ότι αυτός εξετάζει μόνο ότι του ζητηθεί από τον Ανακριτή. Αιτιολόγησε ο ΜΚ5 τη γνώμη του ότι ο ΜΚ6 δεν μπορεί να συνδεθεί με τη γραφή συμπλήρωσης του ποσού αριθμητικώς και της ημερομηνίας στην επιταγή ως το Τεκμήριο 11, παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 20, που είναι έγγραφο δικό του, στο οποίο αποτύπωσε τις διαφορές που εντόπισε κατά τη γραφολογική εξέταση των αριθμών και ημερομηνιών με τα δείγματα γραφής του ΜΚ
  39. Β.1.
  40. Η μαρτυρία του ΜΚ
  41. Ο ΜΚ6 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης ημερ. 11.8.2013 (βλ. Τεκμήριο 21). Όπως εκεί ανέφερε꞉ Ο ίδιος ο ΜΚ6 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας COSTAS WILDJUNGLE PET SHOP LTD που φαινόταν ως η εκδότρια των επίδικων επιταγών. Ο ίδιος ήταν και το μοναδικό άτομο που είχε δικαίωμα να υπογράφει επιταγές εκ μέρους της εν λόγω εταιρείας. Η εταιρεία ενεγράφη για να εμπορεύεται ζώα, αλλά στη συνέχεια ασχολείτο με εισαγωγές ρούχων. Συνεργαζόταν με την Ελληνική τράπεζα όπου διατηρούσε το λογαριασμό 360-01-518031-01 και βάσει αυτού είχε το βιβλιάριο επιταγών. Αναγνώρισε ο ΜΚ6 στο ΤΑΕ τις επιταγές ως τα Τεκμήρια 10 και 11 που του παρουσίασε ο ανακριτής ΜΚ4 και οι οποίες επιταγές είχαν παραδοθεί στο ΤΑΕ από τον παραπονούμενο ΜΚ
  42. Ο ΜΚ6 διευκρίνισε ότι δεν γνώριζε καθόλου τον ΜΚ8, άλλως Ροδόλφο, ούτε είχε οποτεδήποτε συνεργαστεί μαζί του ούτε είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με το κρεοπωλείο του. Ωστόσο, ο ΜΚ6 αναγνώρισε τις επιταγές ως αυτές που ο ίδιος είχε δώσει στον Κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε για πολλά χρόνια στη Λάρνακα. Ο λόγος που ο ΜΚ6 είχε δώσει στον Κατηγορούμενο τις επιταγές ήταν επειδή του χρωστούσε λεφτά και ο Κατηγορούμενος ζήτησε από τον ΜΚ6 να του δώσει επιταγές για εγγύηση. Όμως, καθ' ον χρόνο ο ΜΚ6 τις έδωσε στον Κατηγορούμενο, τον πληροφορούσε συγχρόνως ότι ο λογαριασμός του δεν είχε λεφτά μέσα, γι' αυτό και τον προειδοποιούσε να μην τις δώσει παρακάτω σε άλλο άνθρωπο. Την επιταγή ως το Τεκμήριο 11, ο ΜΚ6 την υπέγραψε στην παρουσία του Κατηγορούμενου με διαφορετική υπογραφή απ'ότι είναι κανονικά η δική του και το δήλωσε αυτό στον Κατηγορούμενο. Δηλαδή, το έκαμε σαφές ο ΜΚ6 ότι υπέγραφε με διαφορετική υπογραφή, για να μην αλλαχτεί η επιταγή από τον Κατηγορούμενο και να μην τη δώσει σε κανένα τρίτο άτομο ο Κατηγορούμενος. Συμφώνησε ο Κατηγορούμενος με την παράκληση του ΜΚ6 λέγοντας «εντάξει» και την έλαβε στην κατοχή του ως εγγύηση για το ποσό που είχε να παίρνει από τον ΜΚ
  43. Το ποσό ολογράφως που αναγράφεται στην εν λόγω επιταγή, καθώς και το όνομα που αναγράφει η εν λόγω επιταγή δεν είναι γραμμένα με γραφικό χαρακτήρα του ΜΚ
  44. Αντίθετα η επιταγή ως το Τεκμήριο 10 υπογράφτηκε κανονικά από τον ΜΚ6 και γράφτηκε και το ποσό ολογράφως από τον ίδιο. Παραδέχτηκε ο ΜΚ6 ότι ο ίδιος είχε κάμει ανάκληση πληρωμής (stop payment) των επιταγών. Όταν ο υπάλληλος στην τράπεζα του ζήτησε να προσδιορίσει το λόγο που ανακαλούσε την πληρωμή τους, «έκοψε ο νους» του ΜΚ6 να γράψει ως δικαιολογία ότι «δεν έχουν παραληφθεί τα εμπορεύματα». Έγραψε αυτή τη δικαιολογία, εφόσον ο ίδιος τις είχε υπογράψει και έτσι δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι υπέγραψε κάποιος άλλος. Όταν ο ΜΚ6 έδιδε την εντολή αυτή στην τράπεζα, ο ίδιος δεν γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος είχε δώσει τις επιταγές στον ΜΚ8 για να εξαργυρωθούν. Αργότερα, ο ΜΚ8 τηλεφώνησε στον ΜΚ6 και του ζητούσε να τον πληρώσει το ποσό των επιταγών, εφόσον φαινόταν ως ο εκδότης τους. Ο ΜΚ6, μη γνωρίζοντας τον ΜΚ8 και έχοντας εξηγήσει σε αυτόν ότι ανακάλεσε την πληρωμή των επιταγών επειδή είχε «άλλες κουβέντες» με τον Κατηγορούμενο, τον συμβούλευσε να αποταθεί στον Κατηγορούμενο για να λάβει τα χρήματα που ζητούσε. Τόνισε ο ΜΚ6 στον ΜΚ8 ότι αυτός δεν έδωσε στον Κατηγορούμενο τις επιταγές για να τις δώσει παρακάτω, παρά μόνο ως εγγύηση για χρήματα που του είχε δανείσει ο Κατηγορούμενος. Ποτέ ξανά δεν τηλεφώνησε στον ΜΚ6 ο ΜΚ
  45. Ο ΜΚ6 αναγνώρισε και ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο τον Κατηγορούμενο όσο και τις πιο πάνω αναφερόμενες επιταγές (βλ. Τεκμήρια 10 και 11). Περαιτέρω αναγνώρισε τα δείγματα υπογραφής και γραφικού χαρακτήρα που λήφθηκαν από αυτόν ως τα Τεκμήρια 15 και 16 και την κανονική υπογραφή του ως φαίνεται στη δέσμη εγγράφων της τράπεζας ως το Τεκμήριο
  46. Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ6 πρόσθεσε ότι στην περίπτωση της επιταγής ως το Τεκμήριο 11, την οποία επιθεώρησε στο Δικαστήριο, ήταν και η ημερομηνία έκδοσης της επιταγής γραμμένη από τον ίδιο, καθώς επίσης και ο αριθμός τηλεφώνου στο πίσω μέρος της ίδιας επιταγής ήταν δικός του και γραμμένος από τον ίδιο. Δεν θυμόταν με βεβαιότητα να πει πότε ήταν που έδωσε την οδηγία για ανάκληση πληρωμής των επιταγών, αλλά τούτο θα μπορούσε να έγινε είτε την ίδια μέρα που τις εξέδωσε προς τον Κατηγορούμενο είτε την επομένη, είναι κάτι που θα φανεί από τα έγγραφα της τράπεζας, παρατήρησε ο ΜΚ
  47. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ6 από το συνήγορο Υπεράσπισης, υποδείχθηκε σε αυτόν ότι η οδηγία για ανάκληση πληρωμής των επιταγών δόθηκε στις 30.4.2013 ως φαίνεται στην 3η σελίδα του Τεκμηρίου 12, που ήταν και η ίδια ημερομηνία που εξέδωσε τις εν λόγω επιταγές. Εξήγησε ο ΜΚ6 ότι ενήργησε κατ' αυτόν τον τρόπο ακριβώς επειδή, πρώτον, γνώριζε ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του δεν είχε λεφτά μέσα, δεν ήταν ενεργός (όχι ότι ήταν κλειστός) και, δεύτερον, μόλις έδινε στον Κατηγορούμενο τις επιταγές του το έλεγε για να μην μπορεί να τις «αλλάξει». Υποβλήθηκε στον ΜΚ6 ότι, πρώτον, ουδέποτε αυτός ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι θα έδιδε οδηγία ανάκλησης πληρωμής της επιταγής. Παραδέχθηκε τότε ο ΜΚ6 ότι ο ίδιος δεν είχε αναφέρει κάτι τέτοιο στην ανακριτική κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 21) που έδωσε στην Αστυνομία. Υποβλήθηκε, δεύτερον, στον ΜΚ6 ότι ήταν ψεύδη τα όσα ανέφερε περί του δεν είχε λεφτά μέσα στο λογαριασμό του. Προκειμένου ν' αναδειχθεί το ψεύδος αυτό, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέδειξε στον ΜΚ6 την κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού του ως το Τεκμήριο
  48. Βλέποντας την κατάσταση αυτή, ο ΜΚ6 ισχυρίστηκε ότι είχε διευκόλυνση παρατραβήγματος και το όριο που εδικαιούτο να φτάσει το παρατράβηγμα ήταν €
  49. Και πάλιν όμως ο συνήγορος Υπεράσπισης του υπέδειξε ότι από το Τεκμήριο 23 προκύπτει ότι στις 9/5/13 είχαν εξαργυρωθεί άλλες επιταγές που είχε εκδώσει και το παρατράβηγμα του ξεπέρασε τις €6000 χωρίς τούτο να εμποδίσει την εξαργύρωσή τους. Προχώρησε να υποβάλει στον ΜΚ6 ο συνήγορος Υπεράσπισης τη θέση ότι εκείνος εξέδωσε τις επιταγές προς τον Κατηγορούμενο με σκοπό την καταδολίευσή του, αλλά, αφότου προειδοποιήθηκε από το Δικαστήριο για τον κίνδυνο αυτοενοχοποίησής του, ο ΜΚ6 δήλωσε ότι δεν μπορούσε ν' απαντήσει χωρίς να συμβουλευτεί το δικηγόρο του. Υποβλήθηκε εν συνεχεία στον ΜΚ6 ότι ουδέποτε ο Κατηγορούμενος του ζήτησε να του εκδώσει τις επιταγές ως εγγύηση για τα χρήματα που του χρωστούσε ο ΜΚ6, αλλά αντίθετα του ζήτησε να τον εξοφλήσει για όσα του χρωστούσε και προς τούτο ο ΜΚ6 του εξέδωσε τις δύο επιταγές. Επέμεινε ο ΜΚ6 ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι επιταγές ήταν ήδη stop payment και ότι η εξόφληση των χρωστούμενων προς αυτόν θα γινόταν σε μετρητά, όχι με τις επιταγές αυτές. Αρνήθηκε ο ΜΚ6 τη θέση της Υπεράσπισης ότι εκείνος είχε πει στον Κατηγορούμενο ότι «η μια [επιταγή] έχει μέσα και θα προσπαθήσω να βάλω και για την άλλη». Ο ΜΚ6 πρόταξε τη θέση ότι όταν ο λογαριασμός του είχε παρατράβηγμα €3000, τούτο σήμαινε ότι ήταν μείον €3000 και επιβαρυνόταν με ποσοστό δανειστικού επιτοκίου περί το 20% εξ όσων πίστευε ο ίδιος. Με αυτή τη σκέψη έλεγε στον Κατηγορούμενο ότι ο λογαριασμός του δεν είχε μέσα. Υποδείχθηκε στον ΜΚ6 από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι, βάσει της σελίδας 3 του Τεκμηρίου 12, δεν φαίνεται να έδωσε οδηγία για ανάκληση πληρωμής της επιταγής ως το Τεκμήριο 10, παρά μόνο για το Τεκμήριο
  50. Παραδέχθηκε ο ΜΚ6 ότι στο συγκεκριμένο έγγραφο της τράπεζας, όντως δεν φαινόταν να είχε ανακαλέσει την πληρωμή της συγκεκριμένης επιταγής, αλλά αν υπήρχε άλλο έγγραφο που να καταγράφει την οδηγία ανάκλησης, ήταν θέμα της τράπεζας να το πει. Του υποβλήθηκε ότι αυτός ουδέποτε ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής ως το Τεκμήριο 10 και τούτο διότι γνώριζε ότι είχε λεφτά διαθέσιμα ο λογαριασμός για την αποπληρωμή της. «Δεν μπορώ να απαντήσω», ήταν η αντίδραση του ΜΚ
  51. Καταληκτικά, υποβλήθηκε στον ΜΚ6 ότι꞉ Στη θέση του Κατηγορούμενου θα έπρεπε να βρισκόταν ο ίδιος, καθότι εκείνος ήταν που πλαστογράφησε την επιταγή ως το Τεκμήριο
  52. Ότι εκείνος πλαστογράφησε την προαναφερόμενη επιταγή, χωρίς να το γνωρίζει ο Κατηγορούμενος. Ότι εκείνος έθεσε την εν λόγω επιταγή σε κυκλοφορία, επινοώντας διάφορες ιστορίες και μυθοπλασίες, εμπλέκοντας τον Κατηγορούμενο για να εξασφαλίσει τη μη παραπομπή του ιδίου ενώπιον Δικαστηρίου. «Δεν μπορώ να απαντήσω» ήταν η απάντηση του ΜΚ6 στις πιο πάνω τρεις υποβολές, αν και παραδέχθηκε ότι δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του αναφορικά με τα διαλαμβανόμενα στην παρούσα υπόθεση. Την ίδια αντίδραση είχε ο ΜΚ6 ακόμη και όταν ερωτήθηκε «Ποιος άνθρωπος θα λάμβανε ως εγγύηση μια πλαστογραφημένη επιταγή που δεν είχε αντίκρυσμα;». Ερωτήθηκε ο ΜΚ6 αν καταδικάστηκε οποτεδήποτε για οποιαδήποτε ποινικά αδικήματα. Δεν υπήρξε ένσταση στην ερώτηση αυτή. Απάντησε καταφατικά και ανέφερε ότι ήταν για αδικήματα κλοπών. Επανεξετάστηκε στο σημείο αυτό και ερωτηθείς να πει πότε διαπράχθηκαν τα αδικήματα αυτά, ανέφερε ότι ήταν «το '99, το 2003 τζιαι πέρσι». Επανεξετάσθηκε ο ΜΚ6 και αναφορικά με ένα σημείο που αφορά στην 3η σελίδα του Τεκμηρίου 12 στο οποίο τον είχε αντεξετάσει ο συνήγορος Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα ρωτήθηκε να πει, αν γνωρίζει, τί σήμαινε η ένδειξη ανάκληση πληρωμής επιταγών «Από 94651863 μέχρι -------» και «Από 94651865 μέχρι -------». Δεν γνώριζε ο ΜΚ6 ν' απαντήσει. Β.1.
  53. Η μαρτυρία της ΜΚ
  54. Η ΜΚ7 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία στις 23.7.2013 (βλ. Τεκμήριο 24). Πρόκειται για Λειτουργό Εξυπηρέτησης Πελατών στο κατάστημα 360 της Ελληνικής Τράπεζας. Υπηρετεί στην Τράπεζα από το
  55. Η κατάθεσή της δόθηκε σε συνέχεια επιστολής που παραλήφθηκε στις 19.7.2013, με την οποία η Αστυνομία ζητούσε να γίνει έρευνα σχετικά με την εταιρεία COSTAS WILDJUNGLE PET SHOP LTD με αριθμό εγγραφής ΗΕ
  56. Εξήγησε η ΜΚ7 στην κατάθεσή της ότι η εν λόγω εταιρεία έγινε πελάτης της τράπεζας από 18.12.2009 όταν οι Κώστας Άσπρου (ΜΚ6) και Νικόλας Τρίκκης παρουσίασαν το πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας και έδωσαν εντολή για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 27). Έδωσαν δείγματα υπογραφής και αφού εγκρίθηκε η αίτηση, ανοίχθηκε ο λογαριασμός «360-01-518031-01» και τους εκδόθηκε το βιβλιάριο επιταγών με αριθμούς 94651851 έως
  57. Αυτά τα δύο άτομα είχαν δικαίωμα υπογραφής, με δικαίωμα να υπογράφει είτε ο ένας είτε ο άλλος, μέχρι που στις 20.12.2000 παραλήφθηκε στην τράπεζα ψήφισμα της πελάτιδος εταιρείας, ημερ. 17.12.2000, για αφαίρεση του δικαιώματος του Νικόλα Τρίκκη να υπογράφει. Απέμεινε έτσι δικαιούχος να υπογράφει μόνο ο ΜΚ
  58. Το τηλέφωνο που είχε δηλωμένο στην τράπεζα ήταν
  59. Δήλωσε, περαιτέρω, η ΜΚ7 στην κατάθεσή της προς την Αστυνομία τα εξής꞉ Στις 30.4.2013 ο ΜΚ6 προσήλθε στο κατάστημα της τράπεζας και έδωσε γραπτές οδηγίες για ανάκληση πληρωμής των επιταγών «από αριθμούς 94651863 μέχρι 94651865». Και οι δύο επιταγές είχαν παρουσιαστεί στο Clearing Centre της Ελληνικής Τράπεζας και σφραγίστηκαν ως οι οδηγίες του εκδότη. Ως λόγο ανάκλησης ο εκδότης δήλωσε ότι «Δεν έχουν παραληφθεί τα εμπορεύματα». Η επιταγή ως το Τεκμήριο 11 έχει, πέραν της σφραγίδας «ΑΝΑΚΛΗΣΗ», και σφραγίδα ότι «η υπογραφή στο δείγμα του εκδότη διαφέρει». Αν παρουσιαζόταν η επιταγή ως το Τεκμήριο 10 στην Τράπεζα στις 30.4.2013 όταν ήταν πληρωτέα, δεν θα εξαργυρωνόταν διότι δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια. Αν παρουσιαζόταν η επιταγή ως το Τεκμήριο 11 στην Τράπεζα στις 2.5.2013 όταν ήταν πληρωτέα, δεν θα εξαργυρωνόταν, διότι δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια στην Τράπεζα. Η ΜΚ7 παρέδωσε στην Αστυνομία τις οδηγίες του πελάτη για ανάκληση πληρωμής, τις οποίες υπέγραψε ο ίδιος, καθώς και το έντυπο που αποτυπώνει την ηλεκτρονική καταγραφή των οδηγιών του πελάτη στο σύστημα της τράπεζας. Πρόκειται για τη δέσμη εγγράφων ως το Τεκμήριο
  60. Κληθείσα από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να εξηγήσει τί σήμαινε η ένδειξη «Από 94651863 μέχρι -------» και «Από 94651865 μέχρι -------», η ΜΚ7 εξήγησε ότι τούτο έδειχνε πως ήταν δύο ξεχωριστές επιταγές. Αν ήταν «μέχρι» θα έπρεπε να έγραφε από ένα συγκεκριμένο αριθμό προς έναν άλλο συγκεκριμένο αριθμό. Δηλαδή η επιταγή που έληγε στα ψηφία «64» ως το Τεκμήριο 10, δεν καλύπτετο από τις οδηγίες ανάκλησης που φαίνονται στο Τεκμήριο
  61. Ωστόσο, για την εν λόγω επιταγή (Τεκμήριο 10), η ΜΚ7 αυτό που μπορούσε να πει είναι ότι ο εκδότης της πήγε σε άλλο κατάστημα της τράπεζας στις 29.4.2013 και έδωσε την εντολή να σταματήσει η πληρωμή της. Έλεγε τούτο η ΜΚ7 στηριζόμενη στην πληροφόρηση που λάμβανε από το λογισμικό πρόγραμμα της τράπεζας όπως τούτη αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 26, χωρίς όμως να έχει στην κατοχή της αυτούσιο το έγγραφο που υπέγραψε ο εκδότης καθ' ον χρόνο έδιδε την οδηγία ανάκλησης πληρωμής, αντίστοιχα δηλαδή προς το έντυπο που κατείχε για τις άλλες δύο επιταγές με ψηφία «63» και «65». Δόθηκε στην ΜΚ7 από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής η κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας COSTAS WILDJUNGLE PET SHOP LTD (βλ. Τεκμήριο 23), για να τη δει και να δώσει κάποιες επεξηγήσεις. Επιβεβαίωσε η ΜΚ7 ότι πρόκειται για την κατάσταση λογαριασμού, στην οποία η ίδια αναφέρθηκε πιο πάνω. Δεν γνώριζε να πει ποιο ήταν το ακριβές όριο παρατραβήματος που δικαιούταν να έχει η εν λόγω εταιρεία, επειδή τούτο δεν αναγράφετο στην εν λόγω κατάσταση. Είχε, όμως, υπόλοιπο με ένδειξη αρνητική, που σήμαινε ότι υπήρχε παρατράβηγμα. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο Υπεράσπισης η ΜΚ7 δήλωσε ότι ο συνάδελφος της που διεκπεραίωσε τις ανακλήσεις δεν ήταν παρών στην τάπεζα όταν μετέβη ο αστυνομικός, για να λάβει στοιχεία για την υπόθεση και έτσι έδωσε η ίδια κατάθεση στην Αστυνομία. Συμφώνησε η ΜΚ7 με το συνήγορο Υπεράσπισης ότι από την κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 23, δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για το επιτρεπόμενο όριο παρατραβήγματος. Διευκρίνισε ότι ο λόγος που αυτή δεν ήταν σε θέση να πει ποιο ήταν το όριο παρατραβήγματος που δικαιούταν να έχει ο τραπεζικός λογαριασμός της εταιρείας COSTAS WILDJUNGLE PET SHOP LTD, ήταν γιατί δεν της ζητήθηκε να φέρει και να παρουσιάσει τέτοιο στοιχείο στο Δικαστήριο. Πληροφοριακά η ΜΚ7 ανέφερε ότι ο εν λόγω λογαριασμός ήταν κλειστός καθ' ον χρόνο έδιδε η ίδια μαρτυρία στο Δικαστήριο. Ερωτήθηκε η ΜΚ7 από το συνήγορο Υπεράσπισης κατά πόσον, καθ΄ον χρόνο αυτή ανέφερε στην κατάθεσή της στην Αστυνομία, αν είχε υπόψη της το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 26 που αφορούσε στην ανάκληση πληρωμής της επιταγής με τελικά ψηφία «64» ως το Τεκμήριο
  62. Εξήγησε ότι όταν έλαβε τη μαρτυρική κλήση (βλ. Τεκμήριο 28) μαζί με αντίγραφο των επίδικων επιταγών με τελικά ψηφία «64» και «65» (βλ. Τεκμήρια 10 και 11), σε σχέση με τις οποίες καλείτο να δώσει μαρτυρία, διαπίστωσε ότι η επιταγή με ψηφία «64» δεν αναγραφόταν στο έντυπο οδηγιών ανάκλησης πληρωμής που έδωσε ο πελάτης (ΜΚ6) στο κατάστημά της (βλ. Τεκμήριο 25), γι' αυτό και, κατόπιν οδηγιών της Διευθύντριάς της, η ΜΚ7 έκανε έρευνα να μάθει πότε και πού δόθηκε η εντολή αναφορικά με την επιταγή αυτή. Τούτο διότι χωρίς αίτηση για ανάκληση, δεν γίνεται ανάκληση πληρωμής. Μπορεί όμως ένας πελάτης να πάει σε οποιοδήποτε κατάστημα της τράπεζας για να υποβάλει την αίτησή του για ανάκληση. Από την έρευνα που διενήργησε, η ΜΚ7 εντόπισε μόνο το Τεκμήριο
  63. Υποβλήθηκε στη ΜΚ7 ότι ουδέποτε ο πελάτης (ΜΚ6) υπέβαλε αίτημα στην τράπεζα για να γίνει ανάκληση πληρωμής της επιταγής ως το Τεκμήριο 10 και ότι, ως εκ τούτου, κακώς η Τράπεζα έκανε την ανάκληση πληρωμής. Η απάντηση της ΜΚ7 ήταν ότι «Δεν μπορώ να σας απαντήσω εγώ αν έδωσε οδηγίες. Έπρεπε ν'αποταθείτε στο κατάστημα που την έκανε.» Δεν ήταν βέβαιη η ίδια η ΜΚ7 για το αν ο πελάτης (ΜΚ6) έδωσε ή όχι την εντολή ανάκλησης πληρωμής, εφόσον δεν είχε στην κατοχή της το σχετικό έντυπο αντίστοιχα προς το Τεκμήριο
  64. Αλλά απέκλεισε το ενδεχόμενο να προέβη η τράπεζα στην ανάκληση από λάθος ή εσκεμμένα ή επειδή ο πελάτης μπήκε στο ΚΑΠ, χωρίς δικές του οδηγίες, διότι χρειάζεται η υπογραφή του πελάτη για να προχωρήσει η ανάκληση. Δεν γνώριζε η ΜΚ7 να πει ποιο ήταν το συγκεκριμένο κατάστημα (σε ποιο αριθμό καταστήματος) μετέβη ο ΜΚ6 για να δώσει την εντολή ανάκλησης πληρωμής. Ήταν ελλειπής η έρευνα ως προς αυτό το στοιχείο. Δεν αποκαλύπτεται στην όψη του Τεκμηρίου 26 ο αριθμός του καταστήματος όπου δόθηκε η εντολή. Από την κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 23, η ΜΚ7 συμφώνησε ότι φαινόταν πως ο ΜΚ6 έκανε ανάκληση πληρωμής 6 επιταγών μέσα σε ένα μήνα. Διευκρίνισε επίσης ότι κανονικά απαγορεύεται να γίνει ανάκληση πληρωμής για το μόνο λόγο ότι δεν υπάρχουν κεφάλαια διαθέσιμα. Β.1.
  65. Η μαρτυρία του ΜΚ
  66. Ο παραπονούμενος ΜΚ8 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 29). Εκεί αναφέρθηκε στα εξής꞉ Ο ίδιος ο ΜΚ8 είναι κρεοπώλης και έχει το δικό του κρεοπωλείο στο Παραλίμνι. «Πριν από πολλά χρόνια» πήγε στο κρεοπωλείο του ένας Αγγλοκύπριος, ο οποίος, αφού αγόρασε κρέας, του έδωσε για πληρωμή μια επιταγή της εταιρείας ΑΝΘΙΑΣ Construction για το ποσό των €
  67. Όταν ο ΜΚ8 κατέθεσε αυτή την επιταγή για εξαργύρωση, επιστράφηκε πίσω απλήρωτη λόγω του ότι ο λογαριασμός από την οποία εκδόθηκε δεν είχε χρήματα και ήταν μέσα στο ΚΑΠ. Έψαξε και ρώτησε ο ΜΚ8 ποιος ήταν ο εκδότης της και τότε αποφάσισε να μην κάμει καμία καταγγελία στην Αστυνομία. · «Το χειμώνα πέρσι» (δηλ. το χειμώνα που προηγείται της ημερομηνίας 15.7.2013 που δόθηκε η κατάθεση στην Αστυνομία ως το Τεκμήριο 29), πήγε στο κρεοπωλείο του ένας άντρας και αγόρασε κρέας. Πήγε πολλές φορές μετέπειτα εκεί για να ψωνίσει κρέας και όποτε πήγαινε πλήρωνε σε μετρητά και συνοδευόταν πάντα από άλλους δύο άντρες. Προκάλεσε την περιέργεια του ΜΚ8 ποιος ήταν αυτός ο άντρας που πήγαινε συνοδευόμενος. Έτσι μια άλλη φορά που πήγε στο κρεοπωλείο ένας από τους συνοδούς του, ο ΜΚ8 τον ρώτησε ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που έρχονται μαζί και αγοράζει κρέας. Τότε ο ΜΚ8 έλαβε την πληροφορία ότι ονομαζόταν Ανθίας. Ήρθε αμέσως στο νου του ΜΚ8 η επιταγή που έμεινε ανεξαργύρωτη για πολλά χρόνια. Ο λεγόμενος Ανθίας συνέχιζε να πηγαίνει στο κρεοπωλείο του ΜΚ8 είτε μόνος του είτε συνοδευόμενος από άλλους και αγόραζε κρέατα. Πάντοτε πλήρωνε σε μετρητά και έφευγε. · «Μια μέρα του Μάρτη φέτος» (δηλ. του έτους 2013 που δόθηκε η κατάθεση του ΜΚ8 στην Αστυνομία ως το Τεκμήριο 29), τηλεφώνησε στον ΜΚ8 ο Ανθίας, του είπε ότι έμαθε από το φίλο του ΜΚ8 τον Κούλλη το λαστιχάρη για την επιταγή που έμεινε ανεξαργύρωτη και του πρόβαλε κάποιες δικαιολογίες, ότι είχε κλαπεί το βιβλιάριο επιταγών του κλπ. Ο ΜΚ8 καθησύχασε τον Ανθία ότι δεν χάθηκε ο κόσμος, τόσα χρόνια πέρασαν, να τον πληρώσει όποτε μπορέσει. Μετά απ' αυτή τη συνομιλία, ο Ανθίας συνέχισε να πηγαίνει το κρεοπωλείο για να ψωνίζει και πάντοτε τον πλήρωνε σε μετρητά. · «Όταν έκλεισαν οι τράπεζες, το Μάρτιο φέτος», μέρα Σάββατο, τηλεφώνησε στον ΜΚ8 ο Ανθίας και παράγγειλε κρέας αξίας 50 - 60 ευρώ. Ζήτησε από τον ΜΚ8 να του το πωλήσει με πίστωση, επειδή έκλεισαν οι τράπεζες και δεν είχε μετρητά λόγω των γεγονότων. Δέχθηκε ο ΜΚ8 και ο Ανθίας υποσχέθηκε να τον πληρώσει όταν ανοίξουν οι τράπεζες. Σε αυτό το διάστημα, ο Ανθίας πήγε και προσωπικά στο κρεοπωλείο και αγόρασε κρέας συνολικής αξίας €300 με πίστωση. · «Όταν άνοιξαν οι τράπεζες», ο Ανθίας πήγε στο κρεοπωλείο του ΜΚ8, αγόρασε κρέας και έδωσε στον ΜΚ8, για πληρωμή όλου του χρέους του προς αυτόν, μια μεταχρονολογημένη επιταγή της ΣΠΕ Κυπερούντας, αγνώστων στοιχείων, για το ποσό των €800- περίπου. Την επιταγή αυτή ο ΜΚ8 την κράτησε στο μαγαζί του επειδή αργούσε πολύ η ημερομηνία εξαργύρωσής της. Πριν όμως φθάσει η ημερομηνία εξαργύρωσής της, πήγε ο Ανθίας στο κρεοπωλείο και του είπε να του δώσει πίσω την επιταγή, καθώς και την άλλη που είχε ανεξαργύρωτη από παλιά, και θα του έδινε μια νέα επιταγή η οποία θα εξαργυρωνόταν πιο γρήγορα και ήταν και εντάξει. Η επιταγή αυτή είχε ημερομηνία έκδοσης 2.5.2013, αριθμός επιταγής 94651865 και εκδότης της η εταιρεία COSTAS WILDJUNGLE PET SHOP LTD (βλ. Τεκμήριο 11). Η επιταγή αυτή ήταν για το ποσό των €1359 και ήταν όλα γραμμένα με εξαίρεση το όνομα, το οποίο συμπλήρωσε στην επιταγή η σύζυγος του ΜΚ8 όταν πήρε την επιταγή στην τράπεζα να την καταθέσει. Πριν παραλάβει την επιταγή αυτή, ο ΜΚ8 ρώτησε τον Ανθία ποιου είναι η επιταγή αυτή και εκείνος απάντησε ότι ήταν του Αλκιβιάδη που είχε PET SHOP στο Παραλίμνι. Ο ΜΚ8 τη δέχθηκε. Από ένα υπολογισμό που έκανα, είδαν ότι θα έμενε και κάποιο ποσό προς όφελος του Ανθία, το οποίο εκείνος δέχθηκε να το κρατήσει μέσα ο ΜΚ8, για να πηγαίνει στο μέλλον ο Ανθίας να αγοράζει κρέας. · Πριν παρουσιάσει ο ΜΚ8 την επιταγή, ημερ. 2.5.2013, για εξαργύρωση, ξαναπήγε ο Ανθίας στο κρεοπωλείο και ζήτησε από τον ΜΚ8 να του κάμει μια ευκολία꞉ ήθελε να του καταθέσει ο ΜΚ8 μια άλλη επιταγή στην Ελληνική Τράπεζα επειδή ο ίδιος δεν είχε λογαριασμό. Ήταν επιταγή για το ποσό των €1076, με ημερομηνία έκδοσης 30.4.2013, με αριθμό επιταγής 94651864 και εκδότη της την εταιρεία COSTAS WILDJUNGLE PET SHOP LTD (βλ. Τεκμήριο 10). Ήταν όλα γραμμένα στην επιταγή, με εξαίρεση το όνομα το οποίο έγραψε και σε αυτή την επιταγή η σύζυγος του ΜΚ8 όταν πήγε να την καταθέσει στην τράπεζα. Ο Ανθίας ζήτησε του ΜΚ8 να καταθέσει τις δύο επιταγές και όταν εξαργυρώνονταν, τότε να του έδινε τα χρήματα. · Κατά ή περί τις 2.5.2013, ο ΜΚ8 έστειλε τη σύζυγό του στην τράπεζα να καταθέσει τις δύο επιταγές (βλ. Τεκμήρια 10 και 11). · Πριν γίνει η εκκαθάριση της επιταγής, ο Ανθίας τηλεφώνησε στον ΜΚ8 και του είπε ότι είχε προβλήματα με την Αστυνομία και ότι χρειαζόταν επειγόντως λεφτά. Ζήτησε του ΜΚ8 να του κανονίσει €600 και ότι τούτα θα ήταν χρήματα από την επιταγή. Τον πίστεψε ο ΜΚ8, γι' αυτό και πήγε στο κρεοπωλείο και έδωσε στον ίδιο τον Ανθία €
  68. Μετά από 2 ημέρες ξανατηλεφώνησε ο Ανθίας στον ΜΚ8 και ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν στο εξωτερικό και, επειδή η γυναίκα του δεν κρατούσε λεφτά, θα την έστελνε στον ΜΚ8 για να της δώσει ακόμη €200 από τα λεφτά της νέας επιταγής. Μετά από λίγη ώρα, πράγματι, πήγε η γυναίκα του Ανθία και πήρε από τον ΜΚ8 το εν λόγω ποσό. Μετά ο Ανθίας έστειλε στον ΜΚ8 ένα Πόντιο για να παραλάβει το τελευταίο ποσό από το υπόλοιπο που έμενε προς όφελος του Ανθία από τις επιταγές, δηλαδή το ποσό των €276 και ο ΜΚ8 του το έδωσε. · «Κατά ή περί τις 15 ημέρες μετά» από την ημερομηνία που η σύζυγος του ΜΚ8 κατέθεσε τις επιταγές στην τράπεζα, επεστράφηκαν οι επιταγές ανεξαργύρωτες και αμφότερες ήταν σφραγισμένες με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ», ενώ στη μια από αυτές υπήρχε επιπρόσθετα και η σφραγίδα με την ένδειξη «Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΔΙΑΦΕΡΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΙΓΜΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΜΑΣ». · «Μόλις οι επιταγές ήρθαν πίσω», ο ΜΚ8 τηλεφώνησε στον Ανθία. Στην αρχή εκείνος του απάντησε σε 2 - 3 τηλεφωνήματα που του έκανε και υποσχέθηκε πως θα έφερνε στον ΜΚ8 τα χρήματα, αλλά μετά ο Ανθίας έκλεισε και το κινητό του τηλέφωνο. Τότε ο ΜΚ8 μίλησε με τον εκδότη των επιταγών, τον ΜΚ6, ο οποίος είπε στον ΜΚ8 ότι είχε δώσει τις επιταγές στον Ανθία γιατί θα του έκανε κάποιες δουλειές αλλά δεν τις έκανε και γι' αυτό ο ίδιος έκανε STOP PAYMENT. · Την 15.7.2003 (βλ. «Σήμερα»), ο ΜΚ8 αποφάσισε να κάνει το παράπονο του στην Αστυνομία, εφόσον ο Ανθίας δεν τον πλήρωσε και τον εξαπάτησε. Ζήτησε ο ΜΚ8 να γίνει αστυνομική έρευνα για τις δύο επιταγές. Παρέδωσε στην Αστυνομία τόσο τις επιταγές αυτές (βλ. Τεκμήρια 10 και 11) όσο και το βιβλίο του όπου φαινόταν μέσα καταγραμμένη η πίστωση που αυτός είχε κάνει στον Ανθία (βλ. Τεκμήριο 30). Ο ΜΚ8 είδε και αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου τον Κατηγορούμενο ως τον Ανθία που αναφέρει στην πιο πάνω γραπτή κατάθεσή του. Είδε επίσης και αναγνώρισε ο ΜΚ8 τις δύο επιταγές που είχε παραδώσει στην Αστυνομία ως τα Τεκμήρια 10 και
  69. Όσον αφορά τα τηλέφωνα που φαίνονται σημειωμένα στο πίσω μέρος των επιταγών, ο ΜΚ8 δήλωσε ότι ήταν αυτός που τα έγραψε, για να μην ψάχνει στα «δευτέρκα» του να τους βρίσκει. Το ένα τηλέφωνο ήταν του ΜΚ6 και το άλλο ήταν του Κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος επί της δήλωσης του αυτής, ο ΜΚ8 διευκρίνισε ότι ο ίδιος έγραψε τα τηλέφωνα αυτά πάνω όταν του επέστρεψε πίσω τις επιταγές η τράπεζα ανεξαργύρωτες. Αρνήθηκε ότι είχε γράψει τα στοιχεία αυτά καθ'ον χρόνο παράλαβε τις επιταγές από τον Κατηγορούμενο. Αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος του είχε δώσει το όνομα του Κώστα Άσπρου και ότι τον είχε πάρει τηλέφωνο στην παρουσία του ΜΚ
  70. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, τότε που ο Κατηγορούμενος του παρουσίασε την επιταγή, του είχε πει ότι δήθεν ήταν του Αλκιβιάδη που έχει το PET SHOP και τούτο το είπε προφανώς για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ΜΚ8, αφού ήταν φίλος με τον Αλκιβιάδη. Αν η επιταγή έγραφε πάνω ότι ήταν κάποιου Κώστα από τη Λάρνακα, ο ΜΚ8 δεν θα έδειχνε τέτοια εμπιστοσύνη και να παραλάβει την επιταγή. Δεν τον προβλημάτισε το γεγονός ότι ως εκδότης φαινόταν μια εταιρεία, αντί το όνομα του Αλκιβιάδη, αφού και ο ίδιος ο ΜΚ8 εμπορεύεται στο κρεοπωλείο του με το όνομα ΡΟΔΟΛΦΟΣ και όχι με το πραγματικό όνομά του. Μέχρι και την μέρα που κατέθετε στο Δικαστήριο για την παρούσα υπόθεση ο ΜΚ8, δηλαδή μέχρι τις 27.7.2017, ο Κατηγορούμενος δεν του είχε ακόμη πληρώσει το ποσό των επιταγών. Ανέφερε ο ΜΚ8 ότι 15 μέρες πριν την εν λόγω δικάσιμο, τον επισκέφθηκε ο Κατηγορούμενος με το δικηγόρο του και του υποσχέθηκε ότι θα τον ειδοποιούσαν να πήγαινε στη Λάρνακα για να του δώσουν κάποια λεφτά, αλλά τελικά ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο. Όσον αφορά το βιβλίο όπου ο ΜΚ8 έχει σημειωμένες τις πιστώσεις των πελατών του, αυτός διευκρίνισε ότι η Αστυνομία του το επέστρεψε, αφότου έβγαλε φωτοαντίγραφα των σελίδων που είχαν την καταχώρηση που αφορούσε στην πίστωση που έκαμε για τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 30). Επεσήμανε ο ΜΚ8 ότι αυτός σε κάποια φάση έσβησε την πίστωση, νομιζόμενος ότι εξοφλήθηκε και έγραψε μάλιστα ότι αυτός χρωστούσε του Ανθία, ενώ οι επιταγές ήταν προβληματικές. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο Υπεράσπισης, ο ΜΚ8 προσδιόρισε ότι ο Κατηγορούμενος ψώνιζε από το κρεοπωλείο του 3 - 4 μήνες πριν από το «κούρεμα» του 2013 και ήταν τυπικός στις πληρωμές του μέχρι το κούρεμα. Απαντώντας στην υποβολή του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος έπεσε θύμα του ΜΚ6 ο οποίος τον εξαπάτησε, ο ΜΚ8 δήλωσε ότι αν είχε πρόβλημα ο Ανθίας ότι τον ξεγέλασε ο ΜΚ6, έπρεπε να πάει να βρεί τον ΜΚ
  71. Δεν ήταν ζήτημα του ΜΚ8 να πάει να βρει τον ΜΚ6 να μαλώσει μαζί του χωρίς να τον ξέρει. Παραταύτα, ο ΜΚ8 επικοινώνησε μαζί με τον ΜΚ6 όταν επεστράφηκαν ανεξαργύρωτες οι επιταγές, ήταν με την ελπίδα να έβαζε τα χρήματά του από αυτόν τουλάχιστον. Β.1.
  72. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του είδε και αναγνώρισε την ανακριτική του κατάθεση, ημερ. 11.8.2013, την οποία και υιοθέτησε. Αφού διάβασε την εν λόγω κατάθεση, ο Κατηγορούμενος είδε και αναγνώρισε τις δύο επιταγές ως τα Τεκμήρια 10 και 11, τις οποίες και αναγνώρισε λέγοντας «Ναι, μάλιστα. Είναι οι επιταγές που μου έδωσε προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού που μου χρωστούσε ο Κώστας Άσπρου προς εμένα.». Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του συνηγόρου του, ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι ο ίδιος σημείωσε μόνο το ποσό ολογράφως πάνω στις επιταγές, γιατί «έτσι και αλλιώς δικαιούμαι». Κληθείς από το συνήγορό του να επεξηγήσει την εκδοχή του περί χρέους που είχε δημιουργήσει ο Κώστας Άσπρου προς τον ίδιο, ο Κατηγορούμενος ανέφερε τα εξής꞉ «A. Με τον Κώστα τον Άσπρο ήμαστε φίλοι και είχαμε συναλλαγές. Αγόρασα εγώ πρώτα έναν σκύλο που λλόου του, αγόρασε δύο μοτόρες που εμένα και είχαμε κάποιες συναλλαγές. Κάποτε έκανε μου και κάποια κουτσοδούλεια στις δουλειές που ήμουν, είχαμε κάποιες συναλλαγές. Έφερε μου έναν σκύλο που την Κίνα €1.000, μετά είπε μου ότι στοίχισε €700, εγώ έδωσα του τα €1.000, μετά είπε μου €700, ύστερα έπρεπε να του δώσω εγώ κάποια. Στο τέλος της μέρας έφκηκε να μου χρωστά €2.500 περίπου. Νομίζω ήταν παραπάνω και χάρισα του, δεν θυμούμαι. Εγώ ήμουν developer και είχα τρεις εταιρείες. Ήμουν developer στην constructions και μια υπεραγορά δική μου στο Ξυλοφάγου. Εργοδότουν πάρα πολύ κόσμο και εβοήθουν και πάρα πολύ κόσμο είτε γνωστούς είτε φίλους είτε άγνωστους. [.] Ήμουν developer και ζήτησε μου σε μια φάση να του δώσω δύο ‑ τρεις χιλιάδες ευρώ για να φέρει κάποια εμπορεύματα και στις 15 ‑ 20 μέρες ήταν να μου επιστρέψει τα λεφτά πίσω. Ήρθε στο γραφείο που είχα στο Παραλίμνι, έδωσα του τα λεφτά και έφυγε, εξαφανίστηκε. Εγώ εν τα γύρεψα, όπως έκανα και συνήθως, γιατί πίστευα στη φιλία και ακόμα πιστεύω, ότι ήταν να έρθει από μόνος του που θα ήταν καλά, να μου φέρει τα λεφτά.». Κληθείς από το συνήγορό του, για να προσδιορίσει χρονικά πότε έγιναν οι πιο πάνω συναλλαγές, ο Κατηγορούμενος τις τοποθέτησε περί τα τέλη του 2011 προς
  73. Στη συνέχεια, ο Κατηγορούμενος περιέγραψε τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτός αναζήτησε τον Κώστα Άσπρου, για να του ξεπληρώσει το χρέος του και πώς παρέδωσε σε αυτόν ο Κώστας Άσπρου τις επίδικες επιταγές. Παραθέτω αυτούσια τα λόγια του Κατηγορούμενου꞉ «E. Όπως μας είπες τώρα, πριν λίγο, δεν του ζήτησες τα λεφτά τούτα άμεσα; Α. Όχι, άμεσα δεν τα ζήτησα άμεσα. Μετά ήρθε η κρίση, διαλύθηκα οικονομικά και χρειαζόμουν λεφτά οπωσδήποτε. Σε κάποιους που έδωσα δανεικά και χρωστούσαν μου λεφτά, επανειλημμένα επικοινώνουν μαζί τους, για να μου δώσουν κάποια λεφτά. Μερικές φορές ξέφευγα και που τον έλεγχό μου, για να πάρω τα λεφτά που τους έδωσα όταν τα χρειάζονταν. Ο Κώστας τη συγκεκριμένη περίοδο ετηλεφώνουν του 5 ‑ 6 μήνες και δεν απάνταν. Μετά μια μέρα ήβρα τον στη Σκάλα και είπε μου πιάσ' με τηλέφωνο, ήμουν στον δρόμο με το αυτοκίνητο. Πήγα Παραλίμνι, πήρα τον τηλέφωνο, ήταν γύρω στο μεσημέρι. Πήρα τον τηλέφωνο, λαλεί μου ρε φίλε δεν ήμουν καλά, γι' αυτό δεν σου απάντουν, γι' αυτό σε απόφευγα, εντάξει, είμαι καλά, έλα να σε πληρώσω. Ξαναξεκίνησα, ήρθα Λάρνακα το απόγευμα, πήγα δαμέ που εν η Δροσιά που εν η κατοικία του, μεινήσκει σε μια πολυκατοικία, ένα διαμέρισμα. Έπιασα τον τηλέφωνο ότι είμαι κάτω, ήμουν με τη φιλενάδα μου, κατέβηκε κάτω, μιλήσαμε 5 ‑ 6 λεπτά για τη ζωή μας, για τες πελλάρες μας, λαλεί μου εν να σου δώσω επιταγές. Λαλώ του εντάξει φίλε μου, δεν έχει πρόβλημα. Εν μια ζωή που πιάνουμε επιταγές. Ούλλος ο κόσμος πληρώνει με επιταγές. Έφκηκεν πάνω, έφερε ένα cheque book, άνοιξε το, υπόγραψε δύο επιταγές, έδωσε μου τες. Λαλεί μου η μια επιταγή είναι εντάξει, την άλλη θα σου την καλύψω σιγά ‑ σιγά ώστη να έρθει η ώρα της, μεν έχεις έννοια. Λαλώ του εντάξει Κώστα μου.». Όπως ο Κατηγορούμενος ανέφερε, η μια επιταγή όπως του την παρέδωσε ο Κώστας Άσπρου είχε ημερομηνία τέλη Απριλίου και η άλλη αρχές Μαΐου. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε τον ισχυρισμό που είχε προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου ο Κώστας Άσπρου ότι δήθεν οι εν λόγω δύο επιταγές δόθηκαν στον Κατηγορούμενο ως εγγύηση για την αποπληρωμή του χρέους. Ήταν η θέση του Κατηγορούμενου ότι κατά το χρόνο που του παραδόθηκαν οι δύο επιταγές, είχαν συμφωνήσει ότι με αυτές τις ίδιες τις επιταγές θα εξοφλήτο το χρέος. Χαρακτηριστικά ο Κατηγορούμενος περιέγραψε τη σκηνή κατά το χρόνο παράδοσης σε αυτόν των δύο επιταγών ως εξής꞉ «A. Μάλιστα. Έδωσε μου το χέρι του, κουμπάρε μου ξοφλήσαμε, είσαι εντάξει; Εντάξει κουμπάρε μου, thank you, έφυγα. Μετά που ήρθα στο Δικαστήριο που τον άκουσα και ελάλεν ένα σωρό ψέματα δαμέ στο Δικαστήριο ότι όι για πλαστογραφίες που έκανε ο ίδιος, ούτε εγώ ήξερα τίποτε, που εν ακάλυπτες, εν stop payment, τι έκανε και εγώ βλέπω ότι εν τέλει πήγα να πιάσω κάποια λεφτά και εθεώρουν τον φίλο μου και βοήθησα τον.» Συνεχίζοντας επί του ιδίου θέματος, ο Κατηγορούμενος περιέγραψε ως σκευωρία του Κώστα Άσπρου, πιθανολογώντας ότι ενδεχομένως τούτο να έγινε σε συμπαιγνία με μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που παρέλασε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο, το ότι ο Κώστας Άσπρου εξέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την εκδοχή ότι είχε πληροφορήσει και/ή προειδοποιήσει τον Κατηγορούμενο ότι δήθεν του παρέδιδε πλαστογραφημένη επιταγή και/ή ακάλυπτη επιταγή και να μην την κυκλοφορήσει σε τρίτους꞉ «Έστησε ένα παιχνίδι ο ίδιος, εν ξέρω, δεν μπορώ να πω αν είναι με την Αστυνομία ή που μόνος του, πιστεύω ότι είναι που μόνος του, αλλά, επειδή με κατατρέχει η Αστυνομία που τα 12 μου, μπορεί και με την Αστυνομία, με τούντον συγκεκριμένο τον εξεταστή, γιατί τον συγκεκριμένο εξεταστή έχω κατηγορία ότι έδερα τον ανιψιό του και δικάστηκα και αθωώθηκα και έκανε τον σωματοφύλακα του ανιψιού του και κατάτρεχε με μες το Παραλίμνι που το ένα πρωί ως το άλλο πρωί ο συγκεκριμένος αστυνομικός.». Για να δείξει στο Δικαστήριο ότι αντιβαίνει στην κοινή λογική η εκδοχή περί παράδοσης σε αυτόν και αποδοχής παραλαβής των επιταγών ως εγγύησης αντί ως μέσου εξόφλησης του χρέους που είχε έναντί του ο Κώστας Άσπρου, ο Κατηγορούμενος δήλωσε τα εξής꞉ «A. Άκουσα δαμέ που ελάλεν ότι έδωσε μου τες για εγγύηση. Ήταν να πιάσω τα κωλόχαρτα να τα κρατώ για εγγύηση; Τόσο καιρό γιατί δεν μου τα έδωσε να τα κρατώ; Δεν είμαι κανένας παλαβός να πιάνω χαρτιά που δεν έχουν αξία, να τα έχω στην πούγκα μου, για να λαλώ ότι κρατώ λεφτά και τη συγκεκριμένη περίοδο δεν κρατούσα να φάω. Εκόψαν μου το ρεύμα στο σπίτι μου και είπα του θέλω λεφτά. Πήγα, έφκαλεν μου τες επιταγές, ήξερα ότι είναι φερέγγυες, υπόγραψε μπροστά μου, έδωσε μου τες, έπιασα τες, όπως έπιανα και που άλλους.». Έπειτα, ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε στα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ αυτού και του κρεοπώλη Ανδρέα Ανδρέου, στον οποίο ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παρέδωσε τις δύο επίδικες επιταγές για πληρωμή αγαθών που αγόρασε. «Α. Για να καταλάβεις, όπως είπα, ήμουν σε άσχημη κατάσταση οικονομική. Πήγα αμέσως στον κασάπη μου να ψουμνίσω για το σπίτι, γιατί ήξερα ότι την επομένη θα αλλάξω τις επιταγές, την επιταγή, τζιαί να τον πληρώσω. Όταν πήγα τζιαμέ ο Ανδρέας ξεκίνησε να μου λαλεί, όταν του είπα γράψε τα, λαλεί μου "ρε έχεις πολλά και είναι τζιαί τζιείνη η επιταγή τζιείντου Εγγλέζου". Έκατσα, εξήγησα του εγώ τι συμβαίνει, λαλώ του, όπως κρατείς εσύ επιταγές, κρατώ και εγώ ρε Ανδρέα μου, και λαλεί μου να σε βοηθήσω. Πώς; Λαλεί μου, δώσ' μου τις επιταγές και θα τις κανονίσω εγώ και να κόψουμε που το χρέος και να κόψουμε και που την επιταγή που μου έδωσε ο Εγγλέζος. A, εν γι' αυτό, λαλώ του εγώ, που θέλεις τις επιταγές, για να κόψεις το ποσό του Εγγλέζου που δεν ευθύνομαι; Εντάξει, αφού κρατείς 2 ‑ 3 χιλιάδες πάνω σου και είπες μου εν καλές οι επιταγές δώσ' μου τες. Και εγώ έδωσα του τες. Υπήρχε που τα λοάρκασε, υπήρχε να μου δώσει κάποια πίσω ρέστα και έδωσε μου τα.» Αρνήθηκε κατηγορηματικά ο Κατηγορούμενος ότι γνώριζε πως οι επιταγές που κρατούσε στα χέρια του όταν τις παρέδιδε στον κρεοπώλη Ανδρέα Ανδρέου είχαν ανακληθεί από τον εκδότη τους Κώστα Άσπρου. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του συνηγόρου του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής꞉ «A. Όχι, πώς να το ξέρω; Σου είπα και πριν ότι είμαι παραπάνω που τραπεζίτης με τις επιταγές, γιατί μια ζωή ασχολούμαι με επιταγές. Ούτε πήγα καμιά φορά σε Δικαστήριο να δικαστώ για ακάλυπτη επιταγή δική μου ούτε και έπιασα καμιά φορά επιταγή ακάλυπτη εγώ να την καταθέσω στον λογαριασμό μου. Αν θέλετε να φέρω τους λογαριασμούς μου και τα πάντα.». Κατά την αντεξέτασή του από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος συνέχισε να αρνείται ότι ο Κώστας Άσπρου του παρέδωσε τις επιταγές ως εγγύηση και με προειδοποίηση να μην τις χρησιμοποιήσει. Τα λόγια του Κατηγορούμενου παρατίθενται αυτούσια꞉ «A. Εγώ, άμα σου δώσω δύο κωλόχαρτα, θα τις κρατάς να τις βάλεις στην πούγκα σου για να είσαι εξασφαλισμένη, όταν δεν κρατείς να φάεις; Δεν το δέχουμαι αυτό το πράμα που λέεις. Μόνο ένας ηλίθιος μπορεί να κάνει αυτό το πράμα, ένας καθυστερημένος. Έκανα εισπράξεις τζιαί ήμουν τζιαί developer τζιαί construction και είχα και υπεραγορά που την πούλησα του Ορφανίδη πριν να παττήσει. Ασχολούμουν μόνο με επιταγές και είπε τζιαί δαμέ στο Δικαστήριο ότι είπε μου ότι υπόγραψε, δεν είναι stop payment, δεν ξέρω τι ελάλεν και έδωσε μου τες σαν εγγύηση. Αν είμαι με σύνδρομο Down πέτε μου το, εξετάστε με. [...] Εσύ αν τες έπιανες, εγώ εν θα τες έπιανα.». Υποβλήθηκε, επίσης, στον Κατηγορούμενο η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Κώστας Άσπρου, καθ' ον χρόνο εξέδωσε προς τον Κατηγορούμενο την επιταγή που λήγει σε ψηφία «65» (Τεκμήριο 11), τον ενημέρωσε ότι έθετε την υπογραφή του επί αυτής «διαφορετικά», στο σημείο που είναι η υπογραφή του εκδότη, και ότι του είπε αυτό το πράγμα για να μην τη χρησιμοποιήσει. Η αντίδραση του Κατηγορούμενου στη συγκεκριμένη υποβολή ήταν ως εξής꞉ «A. Εντιμοτάτη δεν είμαι μόγγολος. Δεν μου είπε ποτέ του έτσι πράμα.». Όσον αφορά τη γραφή συμπλήρωσης της επιταγής ως το Τεκμήριο 11, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι το ποσό των €1.359 σε αριθμητική μορφή καθώς και η ημερομηνία έκδοσης της επιταγής συμπληρώθηκαν από τον Κώστα Ανδρέου στην παρουσία του Κατηγορούμενου, ενώ ο ίδιος ο Κατηγορούμενος συμπλήρωσε μόνο ολογράφως το ποσό της επιταγής. Για το ποσό αριθμητικά ήταν βέβαιος ότι το λέει και ο γραφολόγος της Αστυνομίας πως το συμπλήρωσε ο Κώστας Ανδρέου, ενώ για την ημερομηνία δεν ήταν τόσο βέβαιος ο Κατηγορούμενος, αφού στη συνέχεια είπε ότι δεν θυμάται ποιος την συμπλήρωσε. Όσον αφορά το όνομα δικαιούχου της επιταγής, στο σημείο που λέει «Πληρώστε Ανδρέα Ανδρέου», ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι πρέπει να το συμπλήρωσε «Τζιείνος που γράφει το όνομα του. Πρέπει να είναι ο Ροδόλφος», δηλαδή ο ίδιος ο Ανδρέας Ανδρέου. Ισχυρίστηκε επίσης ο Κατηγορούμενος κατά την αντεξέτασή του ότι αυτός είχε πει στον Ανδρέα Ανδρέου ότι εκδότης των επιταγών ήταν ο Κώστας Άσπρου, τούτο όμως μετά που διαφάνηκε ότι δεν τιμήθηκαν οι επιταγές κατά την παρουσίασή τους στην τράπεζα για εξαργύρωση. Αυτούσια τα λόγια του παρατίθενται꞉ «A. Μάλιστα. Όταν δεν αλλάχτηκαν οι επιταγές πήρε με τηλέφωνο και του λέω να πάρεις τον Κώστα τον Άσπρου που τες έκδωσε και έδωσα του και τον αριθμό του τηλεφώνου του και μιλούσαν μαζί και μετά βρέθηκα στα Δικαστήρια εγώ.». Αρνήθηκε ο Κατηγορούμενος ότι είχε οποιαδήποτε πρόθεση να εξαπατήσει τον Ανδρέα Ανδρέου για να αποδείξει τούτο είπε τα εξής꞉ «A. Αν ήθελα να τον ξεγελάσω δεν είχε να εμφανιστώ μπροστά του, για να πιάσω την επιταγή των €
  74. Ήταν να τον αφήσω κρεμασμένο τζιαμέ, τζιαί να έβρω κάποιον άλλον να τον ξεγελάσω και όχι να πάω στον άνθρωπο που είχε μες τον νου του, ότι ήδη τον ξεγέλασα.». Επανέλαβε ο Κατηγορούμενος ότι αυτός δεν γνώριζε ότι είχε αλλοιώσει ο Κώστας την υπογραφή του στην επιταγή ως το Τεκμήριο 11 ή/και ότι του είπε να μην τη χρησιμοποιήσει, ενώ αυτός τη χρησιμοποίησε δίδοντάς την στον Ανδρέα Ανδρέου. Η τοποθέτησή του παρατίθεται και πάλιν αυτούσια꞉ «A. Δεν μιλώ κινέζικα. Είμαι Κυπραίος επιχειρηματίας που ασχολούμαι με επιταγές. Μόνο ένας μόγγολος θα έκαμνε τούντο πράμα που μου λαλείς τωρά. Τούτη η υπόθεση είναι στημένη που τον Κώστα τον Άσπρου και πιστεύω και με τον κύριο Γιώργο τον εξεταστή της Αστυνομίας.». Όσον αφορά τη σχέση του με τον Κώστα Άσπρου, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η φιλία τους χάθηκε με την πάροδο του χρόνου, όπως χάθηκε γενικά στη σύγχρονη κοινωνία η φιλία και η ανθρωπιά και η συγγένεια και τα πάντα. «Έμεινε μόνο το συμφέρον, τα λεφτά και τα ναρκωτικά. Χάθηκαν τα πάντα στην κοινωνία, έτσι χάθηκε και ο φίλος που νόμιζα είναι φίλος.». Τέλος, αρνήθηκε ο Κατηγορούμενος την υποβληθείσα σε αυτόν εκδοχή ότι ήταν ο ίδιος που ζήτησε από τον Κώστα Άσπρου να του δώσει τις επιταγές σαν εγγύηση꞉ «Δεν ζήτησα έτσι πράμα, δεν ζήτησα ποτέ επιταγές για εγγύηση. Ζήτησα να πληρωθώ. [...] Εγώ λέω μόνο την αλήθεια και πάντα την αλήθεια και που τη στιγμή που βάλλω το χέρι μου πας το Ευαγγέλιο, εγώ είμαι άνθρωπος που μεγάλωσα με ηθικές αρχές και με παλιούς ανθρώπους που ο λόγος τζιαί που διώ το χέρι μου, που λαλεί ο λόγος, για να κρατήσω τον λόγο μου μπορεί τζιαί να πάω φυλακή ή να σκοτώσω πλάσμα για να κρατήσω τον λόγο μου, την τιμή μου. Τούτα που λαλείς είναι ο Κώστας ο Άσπρος που τα κάμνει ο κλέφτης, γιατί στην πορεία έφκηκε μας και κλέφτης.». Β.
  75. Αναφορικά με την κατηγορία αρ. 4 - Κλοπή με τέχνασμα - Πώληση αυτοκινήτου που είχε δανεισθεί για ένα χρονικό διάστημα. Μαρτυρία σε σχέση με την ως άνω κατηγορία έδωσαν οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ
  76. Β.2.
  77. Η μαρτυρία του ΜΚ
  78. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης που ο ίδιος είχε συντάξει στις 14.9.2014 (βλ. Τεκμήριο 1). Αναφέρθηκε στο πλαίσιο αυτής στα εξής꞉ Στην καταγγελία του παραπονούμενου ΜΚ
  79. Την 2.2.2014 καταγγέλθηκε στον ΜΚ1 στο ΤΑΕ από τον Ιωάννη Ηλία (ΜΚ2) από το Αυγόρου ότι κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2013 δάνεισε για περίοδο 15 ημερών στο Χριστάκη Ανθία (Κατηγορούμενο) το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής KRA
  80. Παρά τις ενέργειες που έκαμε ο παραπονούμενος για εντοπισμό του Κατηγορούμενου, δεν τον εντόπισε, ούτε και το αυτοκίνητό του, γι' αυτό και ζητούσε τη βοήθεια της Αστυνομίας, δηλώνοντας το προαναφερόμενο όχημα ως αναζητούμενο. Στις ενέργειες που έκαμε ο ΜΚ1 βάσει της καταγγελίας του ΜΚ
  81. Ο ΜΚ1 επισκέφθηκε αμέσως μετά την υποβολή της ως άνω καταγγελίας την οικία διαμονής του Κατηγορούμενου στο Παραλίμνι χωρίς να εντοπίσει το επίδικο αυτοκίνητο εκεί. Επανέλαβε αρκετές φορές την επιτόπια έρευνα του εκεί πριν τη σύλληψη του Κατηγορούμενου. Στη νέα καταγγελία που υπέβαλε ο ΜΚ
  82. Την 12.3.2014 ο ΜΚ2 πήγε εκ νέου στο ΤΑΕ για την ίδια υπόθεση και έδωσε κατάθεση για κλοπή του επίδικου αυτοκινήτου του. Στη σύλληψη του Κατηγορούμενου. Την 19.3.2014 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου και τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στο στοπ λιστ. Στις 15.5.2014 ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε στη Λάρνακα και μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου. Πληροφορήθηκε από τον ΜΚ1 για την υπόθεση που διερευνάτο εναντίον του και αφού επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Εννα τα κανονίσω». Ακολούθως εξέφρασε να δώσω κατάθεση στον ΜΚ1, λέγοντας «Να σου πω την αλήθκεια για να φεύφκω». Καταγράφηκε από τον ΜΚ1 η θεληματική κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 2) του Κατηγορούμενου την ίδια μέρα (15.5.2014). Ακολούθως, και πάλιν την ίδια μέρα, ο ΜΚ1 τον κατηγόρησε γραπτώς (βλ. Τεκμήριο 3) για το αδίκημα της κλοπής διά τεχνάσματος και αφού επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Η θεληματική κατάθεση του Κατηγορούμενου, ημερ.15.5.2014, κατατέθηκε από τον ΜΚ1 στο Δικαστήριο χωρίς ένσταση από μέρους του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήριο 2). Καταγράφονται εκεί τα εξής꞉ «Για την υπόθεση που με συλλάβετε θέλω να σου πω την αλήθκεια ούλη να την γράψεις. Τον Μάρτη του 2013 αν θυμούμαι καλά μου τηλεφώνησε μια μέρα ο Γιαννής Κυπρής που το Αυγόρου για να βρεθούμε να μιλήσουμε για κάτι δουλειές που με ήθελε. Πράγματι την ίδια μέρα βρεθήκαμε με το Γιαννή στη Δερύνεια και εσυμφωνήσαμε να του κάμω κάποιες δουλειές τζαι να με πληρώσει. Εξεκίνησα τζιαι έκαμνα τες δουλειές του αλλά ύστερα που μερικές μέρες έσπασε το αυτοκίνητο μου τζιαι εν είχα άλλο να κινούμαι. Ο Γιάννης όταν το έμαθε προθυμοποιήθηκε τζιαι έδωκε μου δανεικό ένα παλιό δικό του αυτοκίνητο για να κυκλοφορώ μάρκας MERCEDES νούμερα KRA213 παλιό μοντέλο του
  83. Το αυτοκίνητο αυτό ήταν σε πολύ άσιημη κατάσταση και χρειαζόταν πολλές επιδιορθώσεις. Εξόθκιασα καμιά σιηλιαρκά ευρώ πάνω του τζιαι έβαλα του τέσσερα λάστιχα, δύναμο τζιαι παταρία. Τούτα εν τα έξοδα που έκαμα. Οδήγουν το περίπου τέσσερις μήνες τζιαι εττούμπαρα το μόνος μου στην Κακορατζιά τζιαι εφκήκε τόταλ λοστ τζιαι εν εσάζετουν. Εν εκατάγγειλα το δυστύχημα στην Αστυνομία. Μετά που τούτο τον Άουστο με Σεπτέμβρη του 2013 επούλησα το σε ένα άγνωστο μου τουρκοκύπριο στα κατεχόμενα κομαθκιασμένο για εξαρτήματα για 800 ευρώ. Ήρτε μόνος του ο τουρκοκύπριος τζιαι εφόρτωσε το με ρυμουλκό τζιαι έπιαντο. Το αυτοκίνητο επούλησα το χωρίς να το πω του Γιαννή τζιαι έπιασα τα ριάλια. Εγνώριζα ότι το αυτοκίνητο εν ήταν δικό μου. Μετά από μερικούς μήνες μίλησα με τον Γιαννή τζιαι είπα του ότι εττούμπαρα το αυτοκίνητο τζιαι ότι το πούλησα. Δεν τον αποζημίωσα κόμα, αλλά πρόκειται να τον αποζημιώσω σύντομα.». Ο ΜΚ1 είδε και αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ενώπιον του Δικαστηρίου ως το πρόσωπο που αναφέρει ως καταγγελλόμενο πιο πάνω. Περαιτέρω ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αυτός διενήργησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι είχε εμπλακεί σε δυστύχημα με το επίδικο αυτοκίνητο, αλλά δεν εντόπισε οποιαδήποτε καταγραφή αναφοράς στο ηλεκτρονικό σύστημα της αστυνομίας. Τέλος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι μέχρι και τη μέρα που αυτός έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο, το επίδικο αυτοκίνητο δεν είχε εντοπιστεί. Αντεξεταζόμενος από τον Κατηγορούμενο, ο ΜΚ1 επέμεινε ότι, κατά τη δική του εκτίμηση, από την καταγγελία του ΜΚ2, καθώς και από τη θεληματική κατάθεση του Κατηγορούμενου απορρέει το αδίκημα της κλοπής διά τεχνάσματος. Β.2.
  84. Η μαρτυρία του ΜΚ
  85. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στις 12.3.2014 προς τον ΜΚ1 (βλ. Τεκμήριο 4). Εκεί αναφέρει ότι κατά το μήνα Οκτώβρη - Νιόβρη του 2013, ο φίλος του ο Ηλίας Ηλία (ΜΚ3) του σύστησε τον Κατηγορούμενο ως πρόσωπο που θα μπορούσε ναα αναλάβει να εισπράξει χρήματα που τρίτοι χρωστούσαν προς τον ΜΚ
  86. Αφού κουβέντιασαν για αυτά τα οικονομικά προβλήματα, ο Κατηγορούμενος ζήτησε από το ΜΚ2 να του δανείσει το επίδικο αυτοκίνητο μέχρι που να επιδιορθωθεί το δικό του που ήταν σπασμένο. Το έδωσε ο ΜΚ2 στον Κατηγορούμενο για 15 - 20 μέρες, λέγοντάς του ότι ήθελε να του το επιστρέψει. Επειδή η μπαταρία του δεν λειτουργούσε, πήγε την επομένη ο Κατηγορούμενος μαζί με τον ΜΚ3 και του πήραν νέα μπαταρία και βενζίνη, το ξεκίνησαν και το πήρε ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ2 είδε τον Κατηγορούμενος 3 - 4 φορές να το οδηγά και ενώ πριν το τέλος του χρόνου που τον είδε για τελευταία φορά να το οδηγά, είχε υποσχεθεί να το επιστρέψει στον ΜΚ2, εντούτοις στη συνέχεια δεν το έπραξε και έπαυσε να ανταποκρίνεται στις τηλεφωνικές οχλήσεις του ΜΚ
  87. Το αυτοκίνητο είχε αξία 4 - 5 χιλιάδες ευρώ. Το κατήγγειλε ο ΜΚ2 αρχικά ως αναζητούμενο και στη συνέχεια ως κλοπιμαίο επειδή είχε την υποψία ότι ο Κατηγορούμενος το πώλησε για εξαρτήματα χωρίς τη συγκατάθεσή του. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε επίσης το περιεχόμενο της συμπληρωματικής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία στις 25.8.2014 (βλ. Τεκμήριο 5), όπου δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος ποτέ προηγουμένως δεν τον είχε ενημερώσει για την πώληση του επίδικου αυτοκινήτου, παρά μόνον τη μέρα που συνελήφθηκε από την αστυνομία και τότε του υποσχέθηκε τηλεφωνικώς ότι ήταν «να τα κανονίσει», για να μην μείνει ο ίδιος «μέσα», δηλαδή υπό κράτηση. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΚ2 είδε και αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο. Πρόσθεσε ο ΜΚ2 ότι ο Κατηγορούμενος δεν τον είχε ενημερώσει ποτέ προηγουμένως ούτε για το ισχυριζόμενο ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη, παρά μόνον όταν βρέθηκαν στην Αστυνομία για να δώσουν κατάθεση για την παρούσα υπόθεση, αυτός (δηλ. ο ΜΚ2), ο Κατηγορούμενος και ο ΜΚ
  88. Ο Κατηγορούμενος αντεξέτασε τον ΜΚ2, υποβάλλοντας του ότι δεν βρέθηκαν στην Αστυνομία οποτεδήποτε μαζί, αυτός, ο ΜΚ2 και ο ΜΚ3, όπως ψευδώς ισχυρίστηκε ο ΜΚ2 και ότι το ψεύδος φαίνεται από τις ημερομηνίες λήψης των καταθέσεών του από την Αστυνομία που είναι διαφορετικές. Δύο τρεις φορές προηγουμένως είχαν συναντηθεί σε καφενείο του αδερφού του ΜΚ3 και ο ΜΚ2 ρωτούσε τον Κατηγορούμενο μήπως το τούμπαρε το αυτοκίνητο, επειδή δεν του το επέστρεψε. Υποβλήθηκε στον ΜΚ2 ότι το αυτοκίνητο, ναι μεν ξεκίνησε όταν ο Κατηγορούμενος του έβαλε νέα μπαταρία και βενζίνη, αλλά στη συνέχεια έμεινε και χρειάστηκε να το πάρει ο Κατηγορούμενος σε μηχανικό για επιδιόρθωση, πράγμα για το οποίο είχε ενημερώσει τον ΜΚ
  89. Υποβλήθηκε επίσης στον ΜΚ2 ότι ο Κατηγορούμενος πρότεινε στον ΜΚ2 να αγοράσει το επίδικο αυτοκίνητο και συμφώνησαν και το ποσό και αυτή η συμφωνία έγινε στην παρουσία και του ΜΚ
  90. Σε καθεμιά από τις υποβολές αυτές, ο ΜΚ2 απαντούσε ότι δεν θυμόταν να πει αν έτσι ήταν τα πράγματα, ως η εκδοχή του Κατηγορούμενου. Προχώρησε ο Κατηγορούμενος και υπέβαλε στον ΜΚ2 ότι αυτός του είχε αναθέσει το ρόλο του εισπράκτορα, για να εισπράξει χρήματα που δάνειζε σε κόσμο με τόκο και ότι οι σκοποί που εξυπηρετεί η καταγγελία του εναντίον του είναι αλλότριοι και ότι τούτο θ' αποδειχθεί από τον ίδιο στο Δικαστήριο. Αρνήθηκε τα λεγόμενα αυτά ο ΜΚ
  91. Β.2.
  92. Η μαρτυρία του ΜΚ
  93. Ο ΜΚ3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία στις 12.3.2014 (βλ. Τεκμήριο 6). Σε αυτήν ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν γνωστός με τον Κατηγορούμενο. Είχαν συνεργαστεί ένα χρόνο προηγουμένως στα κτίσματα. Περί τους 6 μήνες πριν δοθεί η κατάθεση αυτή στην Αστυνομία, ο ΜΚ3 είχε συναντήσει τον Κατηγορούμενο σε κάποιο καφενείο στο Λιοπέτρι, ο οποίος του είπε ότι χρειαζόταν αυτοκίνητο να δανειστεί για καμιά δεκαπενταριά μέρες, επειδή είχε σπάσει το δικό του. Τότε ο ΜΚ3 τηλεφώνησε του ΜΚ2, του ανέφερε τί χρειαζόταν ο Κατηγορούμενος και πήγαν την ίδια μέρα ο ΜΚ3 με τον Κατηγορούμενο στο Αυγόρου για να συναντήσουν τον ΜΚ
  94. Εξηγήθηκαν μεταξύ τους να δώσει ο ΜΚ2 το επίδικο αυτοκίνητο δανεικό στον Κατηγορούμενο για 15 μέρες και ο Κατηγορούμενος θα βοηθούσε τον ΜΚ2 να εισπράξει κάποια χρήματα που του χρωστούσαν άλλοι. Αφού πέρασαν 15 μέρες με 1 μήνα και ο Κατηγορούμενος δεν επέστρεψε το επίδικο αυτοκίνητο στον ΜΚ2, άρχισε ο ΜΚ3 να τον αναζητεί τηλεφωνικώς, αλλά ο Κατηγορούμενος δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, μέρα Πέμπτη, συναντήθηκαν οι τρεις τους στο Λιοπέτρι και ο Κατηγορούμενος υποσχέθηκε στον ΜΚ2 ότι θα του επέστρεφε το αυτοκίνητο το προσεχές Σάββατο, πράγμα που εν τέλει δεν έπραξε. Συνέχισαν να του τηλεφωνούν ο ΜΚ2 και ο ΜΚ3, αλλά το τηλέφωνο του ήταν κλειστό. Μέχρι και τη μέρα που ο ΜΚ3 έδιδε την κατάθεση αυτή στην Αστυνομία (δηλ. 12.3.2014), δεν είχε εντοπιστεί ούτε ο Κατηγορούμενος ούτε το επίδικο αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενος από τον Κατηγορούμενο, ο ΜΚ3 δεν συμφώνησε με τη θέση ότι πήγαν την ίδια μέρα στην Αστυνομία αυτός, ο ΜΚ2 και ο Κατηγορούμενος για να δώσουν κατάθεση στο ίδιο δωμάτιο ούτε δέχθηκε τη θέση ότι τους είχαν σε τρία χωριστά δωμάτια για να καταθέσουν ταυτόχρονα. Δεν είδε ποτέ ο ΜΚ3 τον Κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό. Σημειωτέον ότι οι θέσεις αυτές δεν ήταν θέσεις που να συμμερίζεται ο Κατηγορούμενος, αλλά θέσεις που προέβαλε ο ΜΚ2 στη δική του μαρτυρία και ο Κατηγορούμενος επεδίωκε να ελέγξει έμμεσα την αξιοπιστία των δηλώσεων του ΜΚ
  95. Συνεχίζοντας στο πλαίσιο της αντεξέτασής του και ερωτηθείς να πει αν ο ΜΚ2 «τα έχει τετρακόσια», ο ΜΚ3 απάντησε ότι «εν άρρωστος». Δεν γνώριζε όμως να πει από τί αρρώστια έπασχε. Δεν αντιλήφθηκε ο ΜΚ3 να κοροΐδεψε ο Κατηγορούμενος τον ΜΚ2 προκειμένου να πιάσει το αυτοκίνητο του. Επιβεβαίωσε ο ΜΚ3 ότι ο ίδιος συνόδευσε τον Κατηγορούμενο σε κάποια περίπτωση που πήγε να εισπράξει από κάποιον Μαργάρη τα λεφτά που χρωστούσε του ΜΚ
  96. Συμφώνησε, σημειωτέον, με τη θέση του Κατηγορούμενου ότι μετά που ο ΜΚ3 πήγε στην Αστυνομία για να δώσει κατάθεση, τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο, κανόνισε να συναντηθούν στο Λιοπέτρι στο καφενείο του αδερφού του με τον Κατηγορούμενο και συμφώνησαν να αγοράσει ο Κατηγορούμενος το επίδικο αυτοκίνητο του ΜΚ2 για το ποσό των €1500, το οποίο να αποπληρώνει διά μηνιαίων δόσεων. Συμφώνησε ο ΜΚ3 με τη θέση του Κατηγορούμενου ότι ο τελευταίος του είχε πει πολλές φορές για τον ΜΚ2 ότι είναι ψεύτης. Β.2.
  97. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος είδε και αναγνώρισε τη γραπτή κατάθεσή του ημερ. 15/5/14 (βλ. Τεκμήριο 2) που έδωσε στην Αστυνομία αναφορικά με την υπό διερεύνηση υπόθεση κλοπής οχήματος μάρκας Mercedes. Απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου του, ο Κατηγορούμενος περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο αυτός γνωρίστηκε με τον ιδιοκτήτη του εν λόγω οχήματος και πώς κατέληξε να λαμβάνει κατοχή του οχήματος. Συγκεκριμένα, ανέφερε τα εξής꞉ «Όταν ξεκίνησα να δουλεύω για τον Γιαννή, ο Γιαννής ο Κυπρής είναι τοκογλύφος και έδωσε σε 6 ‑ 7 άτομα γνωστούς μου, καλούς γνωστούς μου, δανεικά χωρίς επιστροφή. Έδωκε τους χίλια ευρώ και έθελε είκοσι χιλιάδες πίσω στον μήνα. Τέλος πάντων. Μετά τα ανακάλυψα εγώ στην πορεία. Όταν ξεκίνησα να δουλεύω για λλόου του, έσπασε το αυτοκίνητο μου και, όταν με έπιασε τηλέφωνο να με ρωτήσει τι γίνονται οι δουλειές, λέω του δεν έχω αυτοκίνητο να πάω. Λέει μου έλα να σου δώσω, έχω εγώ να σου δώσω και έδωσε μου το Mercedes.» Ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος ότι, ενόσω είχε στην κατοχή του το επίδικο όχημα, είχε δυστύχημα υπό τις εξής συνθήκες꞉ «A. Ναι, ήμουν μεθυσμένος. Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, για να σου δώσω να καταλάβεις, δεν είχε ούτε κυκλοφορία ούτε ασφάλεια ούτε ΜΟΤ ούτε τίποτε, δεν πήγα να του φκάλω. Ήμουν μεθυσμένος, καθημερινή, έσυρε με, ήμουν στο high way και πας τη στροφή έσυρε με και έπεσα μες το χαντάκι που εν μεγάλο και έκαμα το κομμάθκια το αυτοκίνητο. Ευτυχώς που έζησα. Εγώ εφόρτωσα το γρήγορα - γρήγορα να μεν ρέξει καμιά Αστυνομία. Έπιασα φίλο μου συγκεκριμένο που τη Μοσφιλωτή και ήρθε και φόρτωσε το, φύγαμε, και δεν ειδοποίησα ούτε την Αστυνομία, διότι αν ειδοποίουν την Αστυνομία ήταν να πάμε και φυλακή.». Ισχυρίστηκε, επίσης, ο Κατηγορούμενος ότι, μετά από το πιο πάνω δυστύχημα, αυτός πώλησε το επίδικο αυτοκίνητο και τα πράγματα εκτυλίχθηκαν ως εξής꞉ «Μετά που το πώλησα το αυτοκίνητο, επειδή έχω ηθική καλή πάνω μου έπρεπε να πάω να πληρώσω τον Γιαννή και, επειδή δεν εκράτουν τα λεφτά όλα να του τα δώσω, δεν τον ειδοποίησα, όμως συγκεκριμένα ο ίδιος ο Γιαννής, δεν ξέρω πόθεν το έμαθε, κάποθεν το έμαθε ότι τούμπαρα το αυτοκίνητο και μέσω του Ηλία Ηλία έφερε με.αλλά πρώτα προθυμοποιήθηκε να πάει στην Αστυνομία να δώσει καταθέσεις, να ανοίξει φάλιες. Ο γέρος δεν τα έχει τετρακόσια, ξεχάννει. Μετά που άνοιξε τες φάλιες με την Αστυνομία κάτσαμε και συζητήσαμε τζιαμέ στον καφενέ στο Λιοπέτρι και ήβραμε τη μέση λύση, ο Ηλίας, να του δώσω €500 τον μήνα, δηλαδή 3 ‑ 4 δόσεις, μάλλον τρεις δόσεις των €500, για να τον ξοφλήσω. Τη συγκεκριμένη μέρα εκράτουν λεφτά πάνω μου, ήταν που πούλησα το αυτοκίνητο, δεν το ήξερε ο Γιαννής και έδωσα του €
  98. Εγώ στο κεφάλι μου δεν είχα σκοπό να του δώσω άλλα τη συγκεκριμένη περίοδο, γιατί είχα στο μυαλό μου ότι εχρώσταν μου μέρος που δούλεψα κοντά του, και εγώ ήθελα να του πω, που είχε να μου ξανατηλεφωνήσει να μου πει θέλω λεφτά, να του πω ξοφλήσαμε με τζιείνα που μου χρωστάς εσύ, που σου δούλεψα.». Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου, η πιο πάνω συμφωνία έγινε μετά που ο Κατηγορούμενος πήγε στην Αστυνομία, για να δώσει κατάθεση αναφορικά με τις καταγγελίες του Γιαννή. Σε εκείνο το στάδιο που έδιδε κατάθεση στην Αστυνομία, ο Κατηγορούμενος δεν είπε στον αστυνομικό ότι βγήκε total loss το αυτοκίνητο από το συγκεκριμένο δυστύχημα που είχε, διότι δεν ήταν πελλός να το πει στην Αστυνομία, εφόσον «τούμπαρα μόνος μου, να πάω να τους πω βάρτε με φυλακή; Μεθυσμένος, χωρίς ασφάλειες, χωρίς κυκλοφορία, χωρίς τίποτε;» Υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο ότι δεν έλεγε την αλήθεια όταν ισχυρίστηκε ότι είχε συμφωνήσει με τον ιδιοκτήτη του επίδικου οχήματος, στην παρουσία του Ηλία Ηλία, να τον ξεπληρώσει για την αξία του οχήματος σε 3- 4 μηνιαίες δόσεις. Επέμεινε ότι λέγει την αλήθεια. Για την περίοδο πριν να πάει ο Γιαννής, ο ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος, στην Αστυνομία, για να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο, παραδέχεται ο Κατηγορούμενος ότι έφταιγε κάπου, διότι - «[...] δεν απάντουν τα τηλέφωνα, γιατί είχα εταιρεία security το διάστημα τζιείνο τζιαί είχα πάρα πολλά στην κκελλέ μου, ότι εν να μας παίξουν, ότι εν να μας κάμουν, εν να μας φκιάσουν, δεν εμπόρεα να απαντήσω. Έπιανε με τηλέφωνο ο συγκεκριμένος, όμως πήγα και λλίο πίκκα μαζί του, γιατί άκουσα ότι πήγε να έβρει τον Φανιέρο, πήγε να έβρει τον Γιαννή, τον Κωστή, για να με εισπράξουν, γιατί δεν τελείωσα τες δουλειές, γιατί ήταν άδικος. Δεν μπορούσα να προχωρήσω τις δουλειές και του σταμάτησα τες δουλειές του άμεσα.». Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που αυτός δεν ενημέρωσε τον ιδιοκτήτη του επίδικου οχήματος ότι ο λόγος που δεν μπορούσε να του επιστρέψει το επίδικο αυτοκίνητο αφού είχε το τροχαίο δυστύχημα με αυτό, ήταν διότι «Έναν ηλικιωμένο, εκκεντρικό γέρο, που έχει Αλτσχάιμερ, άμα τον πιάσεις και πεις του τούμπαρα το αυτοκίνητο τι θα πάει να κάνει; Θα βουρήσει μονομιάς στην Αστυνομία και μπορεί να πάθει και καρδιακό. Εμένα ερώταν με αν εττούμπαρα και ελάλουν του όχι, ώστε να του το φέρω με τρόπο.». Παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος ότι πώλησε το επίδικο όχημα σε άγνωστο Τουρκοκύπριο στα κατεχόμενα για εξαρτήματα για το ποσό των €
  99. Μετά έδωσε τα €500 του Γιαννή του ιδιοκτήτη του, χωρίς ακόμη και τότε να του πει ότι το είχε πωλήσει. Β.
  100. Αναφορικά με την κατηγορία αρ. 5 - Απόσπαση χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων - Άφεση ενός ενοικιαζόμενου οχήματος ως ενέχυρο σε τρίτο πρόσωπο για να λάβει χρηματικό ποσό. Μαρτυρία έδωσαν ο ΜΚ4, ο ΜΚ10 και ο ΜΚ
  101. Β.3.
  102. Η μαρτυρία του ΜΚ
  103. Ο ΜΚ4 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του, ημερ. 20.10.2013 (βλ. Τεκμήριο 7). Εκεί αναφέρθηκε στην καταγγελία που του υπέβαλε στις 3.6.2013 ο παραπονούμενος ΜΚ10, ιδιοκτήτης του Γραφείου Ενοικιάσεων Αυτοκινήτων, ότι ο Κατηγορούμενος στις 17.5.2013 ενοικίασε από την εν λόγω εταιρεία το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΖΚΧΚ164 και ενώ έπρεπε να το επιστρέψει στην ιδιοκτήτρια εταιρεία στις 19.5.2013, εντούτοις δεν το έπραξε και αντ'αυτού το άφησε ενέχυρο για το ποσό των €500 σε συγκεκριμένο πρόσωπο στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Υπενθυμίζω ότι ο Κατηγορούμενος δεν θέλησε να αντεξετάσει τον ΜΚ
  104. Β.3.
  105. Η μαρτυρία του ΜΚ
  106. Ο παραπονούμενος ΜΚ10 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία στις 3.6.2013 (βλ. Τεκμήριο 44). Εκεί ανέφερε τα εξής꞉ Ο ίδιος (ο ΜΚ10) είναι μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας VIKING SELF DRIVE CARS LIMITED, εταιρεία η οποία ασχολείται με ενοικιάσεις αυτοκινήτων. Το γραφείο του βρίσκεται στην οδό Νίσσι
  107. Μεταξύ των αυτοκινήτων που βρίσκονται στην ιδιοκτησία της εταιρείας του είναι και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΖΚΧΚ164, μάρκας OPEL μοντέλου CORSA χρώματος άσπρου (στο εξής «το επίδικο αυτοκίνητο ενοικιάσεως»). Στις 17.5.2013 ένας Κύπριος πήγε στο γραφείο του ΜΚ10 ο οποίος ζήτησε να ενοικιάσει ένα αυτοκίνητο για 2 μέρες. Αφού διάλεξε το επίδικο αυτοκίνητο ενοικιάσεως, συμφωνήθηκε η τιμή του για 80 ευρώ. Στη συνέχεια ο εν λόγω άνδρας έδωσε την άδεια οδηγού του και συντάχθηκε ενοικιαστήριο έγγραφο, υπ' αριθ. 80017, με τα εξής στοιχεία πελάτη꞉ «Χρίστος Ανδρέου, Δ.Τ. 743044, από Ευαγόρα Παλληκαρίδη 43, Κατοικία αρ. 2, Παραλίμνι». Αφού ο πελάτης παρέλαβε το αυτοκίνητο, έφυγε από το γραφείο. Το επίδικο αυτοκίνητο ενοικιάσεως έπρεπε να παραδοθεί από τον πελάτη πίσω στο γραφείο της εταιρείας την Κυριακή 19.5.2013 και ώρα 17꞉00, πράγμα που δεν έγινε. Από εκείνη τη στιγμή τόσο ο ΜΚ10 όσο και η σύζυγός του άρχισαν να τηλεφωνούν στον αριθμό κινητού τηλεφώνου 99223971 που τους είχε δώσει ο πελάτης. Μετά λύπης τους διαπίστωσαν ότι τούτος ο αριθμός ήταν διαρκώς κλειστός και κάμποτε έμπαινε φωνοκιβώτιο. Στις 30.5.2013 και περί ώρα 09꞉30 ο ΜΚ10 έλαβε τηλεφώνημα από το μηχανικό της εταιρείας του, το Λούκα Σούττο, ο οποίος ρώτησε τον ΜΚ10 αν έχασε κανένα αυτοκίνητο. Ο ΜΚ10 του απάντησε καταφατικά, ότι ένας πελάτης δεν του επέστρεψε το αυτοκίνητο στις 19.5.
  108. Ο Σούττος τότε πληροφόρησε τον ΜΚ10 ότι κάποιος φίλος του μηχανικός από την κατεχόμενη Αμμόχωστο, τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι άγνωστος Ελληνοκύπριος μετέβηκε στο μηχανουργείο του και ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΖΚΧΚ164 είναι δικό του και το άφησε ενέχυρο για €
  109. Ο εν λόγω μηχανικός από τα κατεχόμενα ονομάζεται Αχμέτ με αρ. τηλεφώνου [...]. Σύμφωνα με όσα είπε ο Τουρκοκύπριος στο Σούττο, ο Κύπριος πήγε στο μηχανουργείο του και του έδωσε τα 500 ευρώ και κράτησε το εν λόγω αυτοκίνητο. Ο Αχμέτ είπε στο Σούττο ότι, για να τους έδινε πίσω το αυτοκίνητο, έπρεπε να έπαιρνε τα χρήματα που έδωσε στον Κύπριο. Γι'αυτό ο ΜΚ10 έστειλε το δικό του μηχανικό, το Γιαννάκη Χατζηχαραλάμπους, να μεταβεί στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, ο οποίος πήγε εκεί και έδωσε τα 500 ευρώ στον Αχμέτ και παρέλαβε το αυτοκίνητο. Ακολούθως το παρέδωσε στον ΜΚ
  110. Όταν ο ΜΚ10 παρέλαβε το αυτοκίνητο, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε καμιά ζημιά στο αυτοκίνητο, αλλά πάνω στον ανεμοθώρακα και στο πίσω γυαλί υπήρχαν τοποθετημένα 2 αυτοκόλλητα της εταιρείας του τα οποία είχαν αφαιρεθεί και δεν γνώριζε ο ΜΚ10 από ποιον αφαιρέθηκαν. Ο ΜΚ10 υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία για το ότι ο Χρίστος Ανδρέου, ΔΤ743044, προέβηκε σε αυτή την πράξη, να ισχυριστεί ότι το αυτοκίνητο ήταν δικό του και να το αφήσει ενέχυρο για να πιάσει χρήματα από τον Τουρκοκύπριο και ζήτησε όπως η υπόθεση οδηγηθεί στα Δικαστήρια. Σε συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε ο ΜΚ10 στην Αστυνομία στις 26.8.2013 (βλ. Τεκμήριο 46), την οποία επίσης υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΚ10 δήλωνε ότι ο Κύπριος άνδρας που είχε ενοικιάσει το επίδικο αυτοκίνητο, ουδέποτε τηλεφώνησε στη σύζυγο του ΜΚ10 για να της πει ότι θα το επέστρεφε στο γραφείο δύο μέρες μετά την κανονική ημερομηνία λήξης του ενοικιαστήριου συμβολαίου. Ούτε παρουσιάστηκε οποτεδήποτε στο γραφείο της εταιρείας για να ζητήσει επέκταση του χρόνου ενοικιάσεως. Ο ΜΚ10 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο το συμβόλαιο ενοικιάσεως του επίδικου οχήματος ως το Τεκμήριο
  111. Είδε και αναγνώρισε στο εδώλιο του Κατηγορούμενου τον «Χρίστο Ανδρέου», ο οποίος αναφέρεται στο ενοικιαστήριο συμβόλαιο ως «the RENTER». Ο Κατηγορούμενος έσπευσε να παρέμβει από το εδώλιο του μάρτυρα λέγοντας «Έτσι είμαι στην άδεια οδήγησης», επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα του ΜΚ
  112. Όντως, το στοιχείο αυτό δεν αμφισβητήθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισής του κατά την αντεξέταση του ΜΚ
  113. Από την αντεξέταση του ΜΚ10 προέκυψαν τα εξής꞉ Ότι αυτός από τον Λούκα Σούττο έμαθε μόνο την πληροφορία για το πού βρισκόταν το αυτοκίνητο που έψαχνε. Υποβλήθηκε στον ΜΚ10 ότι ο Σούττος δεν έδωσε ποτέ κατάθεση στις ανακριτικές αρχές γι' αυτή την υπόθεση. Ο ΜΚ10 απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν ο Σούττος έδωσε ή δεν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, αλλά γνωρίζει όσα είπε στον ίδιο τον ΜΚ
  114. Υποβλήθηκε στον ΜΚ10 ότι ήταν πλημμελές το ανακριτικό έργο εφόσον δεν λήφθηκε κατάθεση από τον Σούττο, που θα έπρεπε να ήταν ο πρώτος από τον οποίο να λάμβαναν κατάθεση. Ο ΜΚ10 απάντησε ότι διαφωνεί με τη θέση αυτή, εφόσον τα πράγματα εξελίχθηκαν και λήφθηκε κατάθεση από όσους είχαν ανάμειξη στη συνέχεια. Υποβλήθηκε στον ΜΚ10 ότι꞉ «Ο Αχμέτ κατ' εσένα, για μας Μεχμέτ, ο Μεχμέτ του είπε ότι "Για να σου δώσω λεφτά θέλω να αφήσεις ενέχυρο το αυτοκίνητο για να ξέρω ότι θα επιστρέψεις". Ο κατηγορούμενος δεν είπε σε καμιά περίπτωση στον Μεχμέτ ότι το αυτοκίνητο ήταν δικό του ούτε και ο ίδιος ρώτησε αν είναι δικό του και από μια πιο καλή παρατήρηση με τα νούμερα Ζ ο κάθε ένας γνωρίζει, ακόμη και οι Τουρκοκύπριοι μπορώ να πω, ότι είναι αυτοκίνητα ενοικιάσεως και ότι δεν θα το λάμβανε ως αυτοκίνητο της κατοχής του Κατηγορούμενου.». Ο ΜΚ10 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, απαντώντας ως εξής꞉ «Δεν συμφωνώ μαζί σας για τον απλούστατο λόγο και όπως έχω αναφέρει και στην κατάθεση μου ότι ο κατηγορούμενος πήρε το αυτοκίνητο από το γραφείο μας με αυτοκόλλητα της εταιρείας μας μπροστά στον ανεμοθώρακα και στο πισινό γυαλί και όταν πήγε στα κατεχόμενα και το έδωσε στον Τουρκοκύπριο αφαίρεσε τα αυτοκόλλητα για να μην φαίνεται για να πετύχει τον σκοπό του ότι είναι δικό του αυτοκίνητο και δεν είναι της εταιρείας μας.» Διατύπωσε αρχικά την εκτίμηση ο ΜΚ10 ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο μόνος που μπορούσε να αφαιρέσει τα αυτοκόλλητα από το αυτοκίνητο, εφόσον εκείνος το είχε στην κατοχή του, μη αποκλείοντας όμως στη συνέχεια το ενδεχόμενο, ως του το έθεσε ο συνήγορος Υπεράσπισης, να τα αφαίρεσε ο Τουρκοκύπριος. Υποβλήθηκε στον ΜΚ10 ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε είπε στον Τουρκοκύπριο μηχανικό ότι το αυτοκίνητο είναι δικό του. Ο ΜΚ10 απάντησε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τί είπε ο Κατηγορούμενος στον Τουρκοκύπριο, αλλά γνωρίζει όσα ο Τουρκοκύπριος είπε στον ίδιο τον ΜΚ10, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος του το άφησε το όχημα ως ενέχυρο. Γνωρίζει επίσης ο ΜΚ10 ότι τα ίδια είπε ο Τουρκοκύπριος και στον ΜΚ
  115. Ο συνήγορος Υπεράσπισης διερωτήθηκε το εξής꞉ «Αποκλείεται δηλαδή ο Τουρκοκύπριος να σε ετράμπαρε, να σου εγέλασε και να έπιασε 500 ευρώ από τον Κατηγορούμενο και 500 ευρώ από εσένα;». Δεν απέκλεισε ούτε αυτό το ενδεχόμενο ο ΜΚ10, αλλά παρατήρησε ότι γνώρισε προσωπικά τον Τουρκοκύπριο και του έκανε εξαιρετική εντύπωση. Υποβλήθηκε στον ΜΚ10 και η εξής εκδοχή γεγονότων꞉ «Ο Κατηγορούμενος, άφησε το αυτοκίνητο [στα κατεχόμενα] και επέστρεψε στις ελεύθερες περιοχές. Επειδή εκκρεμούσαν διάφορα εντάλματα σύλληψης εναντίον του πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης και εκεί τον συνέλαβαν και έμεινε υπό κράτηση κάποιες μέρες. Όταν τέλειωσε η κράτησή του, επέστρεψε πίσω στην Αμμόχωστο, στο συγκεκριμένο μηχανικό, τον απολήρωσε, του έδωσε 500 ευρώ και όταν τον ρώτησε για το αυτοκίνητο, του λέει το αυτοκίνητο το έπιασε η αστυνομία». Ο ΜΚ10 απάντησε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει αν ευσταθούσαν αυτά που έλεγε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι έγιναν. Αλλά διερωτήθηκε - «[π]ήγε ο Κατηγορούμενος στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης και δεν μπήκε στον κόπο να κάμει ένα τηλέφωνο στην εταιρεία που αναζητούσε το αυτοκίνητο της, το οποίο ήταν αξίας 10 χιλιάδες ευρώ και στερείτο και από ενοικιάσεις που είχαμε;» Υποβλήθηκε στον ΜΚ10 ότι όσα δήλωσε στη συμπληρωματική κατάθεσή του προς την Αστυνομία είναι ψέματα. Αρνήθηκε κάτι τέτοιο ο ΜΚ
  116. Τόνισε ότι αυτός και η σύζυγός του αναζητούσαν το επίδικο αυτοκίνητο ενοικιάσεως από 19/5 μέχρι 30/5, σύνολο 11 μέρες. Ήταν αξίας 10.000 ευρώ το όχημα. Ασχολούνταν μέρα και νύχτα για να το εντοπίσουν. Ουδέποτε τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος για να ζητήσει παράταση χρόνου παράδοσης και ουδέποτε απάντησε στα δικά τους τηλεφωνήματα. Υποβλήθηκε στον ΜΚ10 ότι αυτός δεν μπορεί να έχει κανένα παράπονο διότι ο Κατηγορούμενος δεν έλαβε από αυτόν χρήματα με ψευδείς παραστάσεις. Ο ΜΚ10 εξήγησε ότι το παράπονο του έγκειται στο ότι ο Κατηγορούμενος μετέφερε το επίδικο αυτοκίνητο ενοικιάσεως στα κατεχόμενα χωρίς εξουσιοδότηση, το άφησε ενέχυρο και πλήρωσε η εταιρεία 500 ευρώ για να το πάρει πίσω και είναι ευτυχής φυσικά που μπόρεσαν έστω με αυτό το ποσό να ανακτήσουν την κατοχή του. Β.3.
  117. Η μαρτυρία του ΜΚ
  118. Ο ΜΚ12 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του προς την Αστυνομία, ημερ. 5.9.2013 (βλ. Τεκμήριο 48). Όπως εκεί ανέφερε꞉ Μεταξύ των πελατών του ΜΚ12 είναι η εταιρεία αυτοκινήτων ενοικιάσεως VIKING του ΜΚ
  119. Αρχές Ιουνίου 2013 ο ΜΚ10 τηλεφώνησε στον ΜΚ12 και του είπε ότι τον ήθελε να μεταβεί στην κατεχόμενη Αμμόχωστο για να παραλάβει ένα αυτοκίνητο της εταιρείας που ήταν ενοικιασμένο σε έναν Κύπριο ο οποίος το άφησε ενέχυρο σε έναν μηχανικό που το όνομα του ήταν Αχμέτ. Ο ΜΚ12 συνεννοήθηκε με τον Αχμέτ να έρθει στις Βάσεις και απ' εκεί παρέλαβε τον ΜΚ12 και πήγαν μαζί στο μηχανουργείο του Αχμέτ, όπου ο ΜΚ12 διαπίστωσε ότι υπήρχε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΖΚΧΚ164 μάρκας OPEL CORSA. Ο ΜΚ10 είχε δώσει από προηγουμένως 500 ευρώ στον ΜΚ12 για να τα δώσει στον Αχμέτ, οδηγία την οποία ο ΜΚ12 εκτέλεσε δίνοντας στον Αχμέτ τα λεφτά αυτά και παίρνοντας πίσω το αυτοκίνητο ενοικιάσεως στον ΜΚ
  120. Ο ΜΚ12 παρατήρησε ότι το αυτοκίνητο δεν είχε ζημιές στη μπογιά του, αλλά δεν υπήρχαν σε αυτό σήματα της εταιρείας. Ο ίδιος ο ΜΚ12 δεν γνώριζε αν υπήρχαν τέτοια σήματα πάνω στο αυτοκίνητο προηγουμένως ή ποιος τα έβγαλε από αυτό. Ερωτηθείς από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να πει αν θυμάται ποια ήταν ακριβώς η συνομιλία του με τον Τουρκοκύπριο, ο ΜΚ12 δήλωσε τα εξής꞉ «Ο Αχμέτ μου είπε ότι ο πελάτης που βαστούσε το αυτοκίνητο του είπε «ξέμεινα από λεφτά». Του δάνεισε €500 και άφησε το αυτοκίνητο ενέχυρο και είπε ο πελάτης του αυτοκινήτου ότι την επομένη θα έπαιρνε τα €500 για να έπαιρνε το αυτοκίνητο πίσω. Πέρασαν 2 εβδομάδες χωρίς να παρουσιαστεί ο πελάτης του αυτοκινήτου και ο Αχμέτ, επειδή δούλευε παλιά στο Παραλίμνι, τηλεφώνησε στον Πανίκο Λιμνιώτη και ρώτησε ποιου είναι το αυτοκίνητο και ο Πανίκος άνοιξε τη λίστα του και είδε ότι το αυτοκίνητο ανήκε στον κύριο Κωστάκη, στην εταιρεία Vikings.» Κατά την αντεξέταση του ΜΚ12 από το συνήγορο Υπεράσπισης, ερωτήθηκε, αν θα απέκλειε το γεγονός ο συγκεκριμένος Τουρκοκύπριος να ξεγέλασε τον κύριο Κωστάκη Μουτσουρή και να έλαβε από αυτόν τα χρήματα, ενώ είχε ήδη πληρωθεί από τον κατηγορούμενο. Η απάντηση του ΜΚ12 ήταν ότι «Τούτο δεν το νομίζω, διότι αν ήταν απατεώνας, θα μπορούσε το αυτοκίνητο να το ξυλώσει και να κέρδιζε €10.000 αντί €500.». Υποβλήθηκε ακολούθως στον ΜΚ12 από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι꞉ «Έγιναν όλα όπως εν μέρει τα λες εσύ στην κατάθεση σου. Ο κατηγορούμενος είχε πάει στα κατεχόμενα, άφησε το αυτοκίνητο χωρίς ο ίδιος να πει οτιδήποτε του Τουρκοκύπριου ότι το αυτοκίνητο είναι δικό του, άφησε το αυτοκίνητο εκεί, ήρτεν στις ελεύθερες περιοχές, πήρε τα λεφτά, παραδέχεται ότι πήρε τα λεφτά, ήρτεν στις ελεύθερες περιοχές όπου συνελήφθηκε, γι' αυτό και υπήρξε αυτή η καθυστέρηση κάποιων ημερών γιατί έκανε υπό κράτηση 6 μέρες ο κατηγορούμενος και όταν τελείωσε η κράτηση του, επέστρεψε και πλήρωσε τον Τουρκοκύπριο και του είπε «πού είναι το αυτοκίνητο;» και του λέει ο άλλος «το αυτοκίνητο το παρέλαβε η Αστυνομία».». Δεν πείσθηκε ο ΜΚ12 από την εκδοχή αυτή, αφού διερωτήθηκε «Ποια Αστυνομία το πήρε και γιατί να το πάρει η Αστυνομία το αυτοκίνητο;». Ερωτηθείς ο ΜΚ12 να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το ποιος είναι ο Πανίκος Λιμνιώτης, στον οποίο αναφέρθηκε, ο ΜΚ12 εξήγησε ότι είναι ο αντιπρόσωπος της OPEL στο Παραλίμνι και πουλά και άλλα αυτοκίνητα. Ο Αχμέτ τηλεφώνησε αυτού επειδή δούλευε παλαιότερα στον Πανίκο και είδε το «PL», αν και τα γράμματα ήταν μισοσβησμένα. Ο Λιμνιώτης είδε τις λίστες του και υποψιάστηκε ότι ήταν του Κωστάκη Μουτσουρή το αυτοκίνητο που πώλησε και ότι ανήκει στην εταιρεία Vikings. Δεν γνώριζε ο ΜΚ12 αν ο Πανίκος Λιμνιώτης κλήθηκε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία ούτε αν βάσει των καταθέσεων που υπήρχαν στο φάκελο της Αστυνομίας φαινόταν ότι ήταν κάποιος Λούκας Σούττος εκείνος που ενημέρωσε τον Κωστάκη Μουτσουρή (ΜΚ10). Β.3.
  121. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Κατηγορούμενος περιέγραψε τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτός πήγε στα κατεχόμενα, στο μηχανουργείο του φίλου του, του Μεχμέτ, και του ζήτησε δανεικά λεφτά και του άφησε το επίδικο όχημα. Αυτούσια η περιγραφή του ακολουθεί꞉ «A. Ναι. Ενοικίασα το αυτοκίνητο, πήγα στα κατεχόμενα, ξεκίνησα έκανα κάποιες δουλειές με κάποιους Τουρκοκύπριους φίλους μου που είχα που ποτζιεί και σχεδόν βρισκόμουν κάθε μέρα στα κατεχόμενα. Όταν πήγα στα κατεχόμενα στο καζίνο τη νύχτα ήβρα τον αρφότεχνο μου και είπε μου ότι γυρέφκει με η Αστυνομία. Εγώ έφκηκα έξω, διότι στα κατεχόμενα δεν πιάνουν τα τηλέφωνα, έφκηκα έξω στα σύνορα και τηλεφώνησα της μάμας μου αν είναι αλήθεια, διότι ο μιτσής εν λλίο κρουσμένος και η μάμα μου είπε ναι ότι πήγε η Αστυνομία και γύρεψε με και είπα της αν ξαναέρθουν πε τους ότι θα έρθω αύριο να παραδοθώ. Και επέστρεψα πίσω στα κατεχόμενα. Την επομένη το πρωί επειδή ήμουν απένταρος πήγα στον Μεχμέτ και είπα του ρε Μεχμέτ έχω σοβαρό πρόβλημα και δώσ' μου €500 και που θα έρθω θα σου τα δώσω. Λαλεί μου, μα πού ξέρω ότι θα έρθεις πίσω να μου τα δώσεις; Λαλώ του, ρε κουμπάρε εν να έρτω να σου τα δώσω, και προσπάθησε με χίλιους δύο τρόπους να με δέσει, να με κάνει να στραφώ πίσω στα κατεχόμενα για να σιγουρευτεί ότι θα του δώσω τα λεφτά. Ζήτησε μου διαβατήριο και χίλια δύο πράγματα, τελικά κατέληξε στο αυτοκίνητο. Άφησ' το αυτοκίνητο δαμέ, αφού θα πάεις στις ελεύθερες περιοχές και που θα έρθεις πιάνεις το και διάς μου τα ριάλια μου. Αφού λαλώ του έτσι και αλλιώς έτσι σκέφτηκα. Πού να πάρω το αυτοκίνητο αφού γυρέφκει με η Αστυνομία; Κλείδωσα το αυτοκίνητο, ούτε με ρώτησε αν είναι δικό μου, γιατί ο Μεχμέτ ο συγκεκριμένος σάζει μόνο αυτοκίνητα, το γκαράζ του, "Z" και της συγκεκριμένης εταιρείας της ΚΕΜ. [...] Δεν με ρώτησε αν είναι δικό μου ή δικό του ή ποιου είναι γιατί είχε νούμερα "Z" πάνω κόκκινα. Μόνο νοητικά ένας καθυστερημένος, που δεν ξέρει ότι είναι της ενοικίασης, έπρεπε να με ρωτήσει. Ο συγκεκριμένος είναι πεπειραμένος και έσαζε μόνο "Z". Δεν με ρώτησε αν είναι δικό μου ή αν είναι δικό σου. Έδωκε μου τα λεφτά.». Στη συνέχεια, ο Κατηγορούμενος περιέγραψε τις ενέργειες που έκαμε, αφότου άφησε το όχημα στον Μεχμέτ έναντι μετρητών, για ανάληψη της κατοχής του επίδικου οχήματος από αυτόν꞉ «[...] Ήρθα στις ελεύθερες περιοχές, παραδόθηκα στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης και εφκάλαν μου εξαήμερη κράτηση στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, γιατί είχα πρόβλημα με την καρδία μου και το remand γίνηκε στο Γενικό Νοσοκομείο και εφκάλαν μου εξαήμερη κράτηση, όμως στις δύο μέρες ή τρεις απολύσαν με μια ‑ δύο μέρες πιο γρήγορα. Όταν με απολύσαν η πρώτη μου δουλειά που έκανα, είχα έγνοια για το αυτοκίνητο, τζιαί για να μεν γυρίσει ο κύριος Μεχμέτ να λαλεί ότι του έφαα τα ριάλια του, γιατί ο μάστρος του τζιείνος που έχει την εταιρεία την ΚΕΜ εν τζιείνος που με εβοήθαν όταν ήμουν απελπισμένος σε λλίες δουλειές και δεν έθελα να πάει στα αυτιά του ότι έπιασα €500 που τον Μεχμέτ. Έπιασα τον τηλέφωνο και είπα του έρχομαι να σε πληρώσω. Μα πού χάθηκες λαλεί μου; Είχα πρόβλημα με την καρδία μου και πήγα στα κατεχόμενα πλήρωσα τον. Έπιασε τα ριάλια και έβαλε τα μες την πούγκα και λαλώ του εγώ πού εν το αυτοκίνητο; Και λαλεί μου, ξέρεις, ήρθε η Αστυνομία και έπιασε το. Είχε GPS πάνω και γύρευε το η Αστυνομία και ήρθε και έπιασε το. Εγώ δεν γύρεψα να επικοινωνήσω με τον ιδιοκτήτη ή με τη γυναίκα του ή ο,τιδήποτε, διότι απλά και μόνο αφού το γύρεψε και πήγε και έπιασε το, έπιασε το αυτοκίνητο του, ούτε για ζημιά, αν είχε ο,τιδήποτε είχε να επικοινωνήσει τζιείνος μαζί μου, αν ήταν τουμπαρισμένο ή αν ελείπαν πόρτες ή ο,τιδήποτε. Πήγα στα κατεχόμενα έδωσα του τα λεφτά και έφυγα.». Ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να περιγράψει, επίσης, τη στάση που τήρησε σε σχέση με το επίδικο όχημα έναντι της εταιρείας ενοικιάσεων από την οποία το είχε ενοικιάσει. Παραθέτω αυτούσιες τις ερωτήσεις και απαντήσεις που έγιναν κατά την κυρίως εξέτασή του꞉ «E. Σε ένα σημείο της κατάθεσης σου κύριε Ανθία λέεις ότι ενημέρωσες τη γυναίκα του κυρίου Μουτσουρή, ότι ήθελες να κρατήσεις δύο ‑ τρεις μέρες το αυτοκίνητο και θα την πληρώσεις μόλις το παραδώσεις; A. Μάλιστα, ήταν μόλις έληξε το ενοικιαστήριο και έπιασα την τηλέφωνο γιατί χρειαζόμουν το αυτοκίνητο και είπα της θα το κρατήσω ακόμα δύο ‑ τρεις μέρες και θα σε πληρώσω που θα το φέρω. E. Μπορείς να μας εξηγήσεις τότε, γιατί, όπως ισχυρίζεται ο κύριος Μουτσουρής, προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί σου στο τηλέφωνο, τζιαί ήταν συνέχεια κλειστό και έμπαινε φωνοκιβώτιο; Γιατί γίνεται τούτο; A. Όταν είσαι στα κατεχόμενα τα τηλέφωνα δεν λειτουργούν και ο κύριος Μουτσουρής έπρεπε να επικοινωνήσει μαζί μου. Ήταν με τον κουμπάρο του τον Τάσο τον Βλίττη τον γιο του Δημάρχου, γιατί εν ο Τάσος ο Βλίττης που με πήρε κοντά του και ήταν να τον ενημερώσω, αλλά ο κύριος Μουτσουρής νεκατώθηκε.τέλος πάντων, να μην λαλώ. [...] Ο κύριος Μουτσουρής πλήρωνε προστασία στον Φάνο τον Καλοψιδιώτη να τον προστατεύσει. Εγώ και ο Φάνος ήμαστε στα μασιέρκα να παιχτούμε και έβαλε τον να δώσει μια ψεύτικη κατάθεση για να πάω φυλακή, εν απλό το θέμα.». Αντεξετάστηκε ο Κατηγορούμενος επί των ανωτέρω λεχθέντων του. Υποβλήθηκε, κατ΄αρχάς, σε αυτόν ότι, όταν πήρε το επίδικο αυτοκίνητο στον Μεχμέτ, του είπε ότι ο ίδιος ήταν ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, αφού είχε αφαιρέσει τα σήματα ενοικίασης και του είπε να το αφήσει εκεί ως ενέχυρο, για να λάβει από εκείνον €500, τα οποία χρειαζόταν. Η αντίδραση του Κατηγορούμενου παρατίθεται αυτούσια꞉ «A. Αυτά είναι εικασίες δικές σου. Αν ήθελες και μπορούσες, επαρακάλουν να έρθει ο Μεχμέτ στο Δικαστήριο, όπως ήρθε ο Κώστας και φάνηκε η αλήθεια, ήταν να φανεί. Αυτά που λέω εγώ είναι η μόνη πραγματική αλήθεια που γίνηκε. Γιατί δεν ήρθε στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει ο έντιμος μάρτυρας σου;». Στη συνέχεια, επανέλαβε ο Κατηγορούμενος την εκδοχή που είχε προωθήσει και κατά την κυρίως εξέτασή του ότι ο λόγος που επέστρεψε στα κατεχόμενα για να επιστρέψει στον Μεχμέτ τα €500 ήταν για να μην διαταράξει τις σχέσεις του με τον μάστρο του Μεχμέτ, που έχει την εταιρεία ΚΕΜ, πασίγνωστη πλέον, κατά τα λεγόμενά του, και στις ελεύθερες περιοχές, η οποία ενοικιάζει αυτοκίνητα και επιδιορθώνει μόνο αυτοκίνητα ενοικιάσεως, διότι - «εδίαν μου ψουμί να τρώω και δεν μπορούσα να ακούσει ο Κεμάλ ότι έπιασα €500 που τον υπάλληλο του και δεν του τα έδωσα. Δεν ήταν να μου ξαναδώσει ψωμί να φάω, δουλειά». Δεν αρνήθηκε ο Κατηγορούμενος ότι ουδόλως ενημέρωσε τον κύριο Μουτσουρή για το γεγονός ότι αυτός άφησε το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο στα κατεχόμενα είτε πριν το εντοπίσει είτε μετά. Η δικαιολογία που έδωσε αντεξεταζόμενος για την παράλειψη του να ενημερώσει τον κ. Μουτσουρή ήταν ότι - «Αφού έπιασε το ο άνθρωπος. [...] Άμα ενοικιάσεις ένα αυτοκίνητο μπορείς να το αφήσεις στην Πάφο και να ειδοποιήσεις την εταιρεία να πάει να το πιάσει. Δαμέ, λέει μου ο Τουρκοκύπριος, ήρθε με την Αστυνομία και έπιασε το. Δεν κλάπηκε. Έπιασε το. [...] Να του πω μα γιατί έπιασες το αυτοκίνητο σου; Να το διατυμπανίζω ότι έκανα και υπό κράτηση; [...] Τον καιρό που το έψαχνε εγώ ήμουν υπό κράτηση στο Γενικό Νοσοκομείο υπό σύλληψη που την Αστυνομία Ορόκλινης για εξεταζόμενη υπόθεση πάλε κλοπής αυτοκινήτου και αθωώθηκα πάλε.». Κληθείς από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να πει, γιατί δεν ζήτησε από κάποιο άλλο πρόσωπο να ενημερώσει τον κ. Μουτσουρή σχετικά με το ότι άφησε το ενοικιαζόμενο όχημα στα κατεχόμενα, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι το είχε αναφέρει στον αστυνομικό εξεταστή της υπόθεσης [προφανώς εδώ αναφερόταν στην υπόθεση της Ορόκλινης], αλλά ο αστυνομικός δεν τον έλαβε υπόψη. Ισχυρίστηκε, μάλιστα, ότι αν έφερνε τον αστυνομικό αυτό στο Δικαστήριο και του «άρρωνε», θα έλεγε την αλήθεια. Μετά που βγήκε από το νοσοκομείο, ο κατηγορούμενος δεν είπε πλέον κάτι για το θέμα αυτό «διότι λαλώ, εσιώπησε η κουβέντα [...]». Γ. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Δ. Αξιολόγηση μαρτυρίας, νομική πτυχή και εκτίμηση Δικαστηρίου. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατηγορίας κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων. Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α. Δ. 614). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήρίο συνολικά και όχι αποσπασματικά (βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω κριτήρια αξιολόγησης της αξιοπιστίας της δοθείσας μαρτυρίας, καταγράφω πιο κάτω την εκτίμησή μου. Θεωρώ ευχερέστερο να αξιολογήσω τη μαρτυρία εν σχέση προς μια κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος ξεχωριστά, δεδομένου ότι διαφορετικοί μάρτυρες κατηγορίας προσήλθαν για να αποδείξουν τις διάφορες κατηγορίες. Προτού καταγράψω τις παρατηρήσεις μου αναφορικά με τον έλεγχο αξιοπιστίας, κάνω σύνομη αναφορά στη νομική πτυχή της κάθε κατηγορίας, για να φανεί ποια ήταν τα συστατικά στοιχεία σε σχέση με τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή είχε το αποδεικτικό βάρος. Αξιολόγηση μαρτυρίας αναφορικά με τις κατηγορίες αρ. 1 και 2. Θυμίζω ότι η κατηγορία αρ. 1 αφορά στο εξής αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Ν.166/87. Βάσει των λεπτομερειών του αδικήματος, ως τροποποίηθηκε από το Δικαστήριο το κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1/4/2013 - 30/4/2013 συμπεριλαμβανομένων στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου εν γνώση του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, ήτοι την πλαστογραφημένη επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό 94651865, δηλαδή την έθεσε σε κυκλοφορία ενώ γνώριζε ότι αυτός που την υπέγραψε, ήτοι ο Κώστας Άσπρου, δεν έθεσε γνήσια υπογραφή ως αυτήν για την οποία έδωσε δείγμα εξουσιοδοτημένου υπογραφέα στην τράπεζα. Το άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι꞉ «331. Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης.». Το άρθρο 333 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι꞉ «333. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου (γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου (δ) υπογράφει έγγραφο- (
  1. i)με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι (
  2. ii)με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει ή (iii) με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου (
  3. iv)με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι.». Το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι꞉ «339. Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.». Το άρθρο 336 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι꞉ «336. Όποιος πλαστογραφεί διαθήκη, έγγραφο τίτλου γης, δικαστικό πρακτικό, πληρεξούσιο έγγραφο, τραπεζογραμμάτιο, συναλλαγματική, γραμμάτιο εις διαταγή ή άλλο διαπραγματεύσιμο έγγραφο, ασφαλιστήριο, τραπεζιτική επιταγή ή άλλη εξουσιοδότηση πληρωμής χρημάτων από πρόσωπο που διεξάγει εργασία ως τραπεζίτης, περιλαμβανομένης πιστωτικής κάρτας, υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων.». Χρήσιμη καθοδήγηση για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ερμηνεύονται οι ανωτέρω διατάξεις, μπορεί να αντληθεί από το Σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2015, Thomson Reuters, Sweet & Maxwell, όπου ερμηνεύονται παρόμοιες διατάξεις αγγλικής νομοθεσίας. Στην παρα. 22-5 του εν λόγω Συγγράμματος ερμηνεύονται οι πρόνοιες του άρθρου 1 του Νόμου Forgery and Counerfeiting Act 1981. Όπως εκεί αναφέρεται ένα πρόσωπο είναι ένοχο πλαστογραφείας, όταν καταρτίζει πλαστό έγγραφο, με την πρόθεση να χρησιμοποιηθεί είτε από τον ίδιο είτε από άλλο πρόσωπο, ή αν ένα προκαλεί άλλο πρόσωπο να το αποδεχθεί ως γνήσιο, και αποδεχόμενό του να προβεί σε μία πράξη ή παράλειψη εις βάρος του ή εις βάρος τρίτων. («A person is guilty of forgery (if R v Campbell 80 Cr App R 47 CA)- he makes a false instrument, with the intention that he or another person shall use it, to induce somebody to accept it as genuine, and by reason of so accepting it to do or not to do some act to his own or any other's prejudice.) Στην παρα. 22-17 του ιδίου Συγγράμματος αναφέρεται ότι ένα έγγραφο είναι πλαστό, αν προορίζεται να γίνει στη μορφή που καταρτίζετα από ένα πρόσωπο, ενώ στην πραγματικότητα δεν έγινε σε εκείνη τη μορφή. («An instrument is false (s. 9
(1)(a)) if it purports to have been made in the form in which it is made by a person who did not in fact made it in that form.».) Στις παρα. 22-18, 22-20 επεξηγείται ότι η χρήση της λέξης «προορίζεται» εισάγει την έννοια ότι για να θεωρηθεί ένα έγγραφο ότι είναι πλαστό, πρέπει να λέει ένα ψέμα για το ίδιο το έγγραφο. («The use of the word "purports" imports a requirement that for an instrument to be false, it must tell a lie about itself (R v More, 86 Cr App R 234, HL, and R v Lack 84 Cr App R 342)»). Η κατηγορία αρ. 2 αφορά στο αδίκημα της απόσπασης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 130(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1/4/2013 - 31/5/2013 συμπεριλαμβανομένων στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως απέσπασε από τον Ανδρέα Ανδρέου, ιδιοκτήτη του κρεοπωλείου ΡΟΔΟΛΦΟΣ εμπορεύματα και χρήματα συνολικού ποσού €1359, ψευδείς παραστάσεις συνιστάμενες εις το ότι τον πλήρωσε με την πλαστογραφημένη επιταγή με αριθμό
  2. Το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι꞉ «
  3. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.». Το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι꞉ «298.-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Στο προμνησθέν σύγγραμμα Archbold αναφέρεται στην παρα. 21-372 ότι το αδίκημα της ψευδούς παράστασης διαπράττεται την ώρα που διενεργείται η ψευδής παράσταση, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος που επιτεύχθηκε βάσει αυτής. («The offence is committed when the representation is made; it is not dependent on a result being achieved.»). Η παράσταση θα πρέπει να είναι ψευδής ή παραπλανητική και δεν υπάρχει ρητή προϋπόθεση να είναι ουσιωδώς ψευδής ή παραπλανητική, είτε αντικειμενικά είτε υποκειμενικά. Έτσι, ένα πρόσωπο που σκοπεύοντας να αποκομίσει όφελος, εν γνώσει του προβαίνει σε μία δήλωση ή παράσταση που είναι μόνο περιφερειακά ψευδής ή παραπλανητική, εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου, νοουμένου ότι δολίως προέβηκε στην εν όγω παράσταση. «The representation must be untrue or misleading. There is no express requirement of materiality in the respect in which it is untrue or misleading either objectively or subjectively to the defendant. Thus a person who, intending to make a gain, knowingly makes a representation which is only peripherally false or misleading will be caught, but only if he is dishonest.». Στην παρα. 21-373 αναφέρεται ότι ο ορισμός του όρου «ψευδής» ενσωματώνει την προϋπόθεση το πρόσωπο που προβαίνει στην επίδικη δήλωση να γνωρίζει ότι η δήλωση είναι ή μπορεί να είναι ψευδής ή παραπλανητική. Είναι η πραγματική γνώση του Κατηγορούμενου που έχει σημασία, όχι το τί όφειλε να γνωρίζει ή τί ο μέσος λογικός άνθρωπος θα γνώριζε. Αλλά, ένα πρόσωπο που ηθελημένα κλείνει τα μάτια του σε πρόδηλες αμφιβολίες αναφορικά με τη γνησιότητα μιας δήλωσης στην οποία προβαίνει, κρίνεται ότι γνωρίζει ότι η δήλωση είναι ή μπορεί να είναι ψευδής ή παραπλανητική. («The definition of "false" incorporates the requirement that the person making the representation knows that the representation is, or might be, untrue or misleading. It is the defendant's actual knowledge that matters, not what he ought to have known or what a reasonable person would have known; but a person who wilfully shuts his eyes to obvious doubts as to the genuineness of a representation that he is making knows that it might be untrue or misleading (R v Augunas [2014] 1 Cr. App. R. 17 CA).). Οι δηλώσεις ή παραστάσεις που ως ζήτημα νόμου συνάγεται ότι έγιναν από το γεγονός και μόνο ότι εκδίδεται μια επιταγή είναι οι εξής: (α) ότι ο εκδότης της επιταγής διατηρεί λογαριασμό στην τράπεζα από την οποία εκδίδεται η επιταγή και (β) ότι η τρέχουσα κατάσταση πραγμάτων είναι τέτοια που στη συνήθη πορεία των πραγμάτων η επιταγή θα τιμηθεί όταν παρουσιαστεί για πρώτη φορά στην τράπεζα, ήτοι ότι η επιταγή είναι καλή και έγκυρη για το ποσό που καταχωρήθηκε σε αυτήν. («The representation which may as a matter of law be inferred from the mere fact of drawing a cheque are꞉ (
  1. a)that the drawer has an account with the bank upon which the cheque is drawn, and (
  2. b)that the existing state of facts is such that in ordinary course the cheque will be met, i.e. on first presentation (commonly expressed as "that the cheque is a good and valid order for the amount entered"). See Commr of Police for the Metropolis v Charles [1977] AC 177, HL.»). Θυμίζω ότι, στην παρούσα υπόθεση, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, άσκησα την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 83 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και τροποποίησα τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας αρ. 1, για να συνάδουν με την προσφερθείσα μαρτυρία, με το εξής σκεπτικό꞉ «Υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου, αυτή του ΜΚ6 Κώστα Άσπρου που λέγει ότι αυτός έθεσε πλαστή υπογραφή στο σημείο του εκδότη της επιταγής με τον πιο πάνω αριθμό, ακριβώς για να μην μπορεί να εξαργυρωθεί αν παρουσιαστεί στην τράπεζα. Το ίδιο πρόσωπο έδωσε μαρτυρία ότι έφερε σε γνώση του Κατηγορούμενου την πράξη του αυτή, δηλαδή την τοποθέτηση υπογραφής που δεν ήταν η αληθινή υπογραφή του, συγκριτικά προς το δείγμα υπογραφής που είχε η Τράπεζα. Δηλαδή υπάρχει μαρτυρία - προς αξιολόγηση ασφαλώς στο τελικό στάδιο της δίκης σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία της, τη βαρύτητά της και την αποδεικτική της αξία - η οποία προορίζεται να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι η επιταγή ήταν πλαστογραφημένη. Δεν θα μπορούσα βεβιασμένα στο παρόν στάδιο της δίκης να την απορρίψω ως μαρτυρία που στερείται πειστικότητας, αφού η όλη μαρτυρία του ΜΚ6 θα πρέπει να κριθεί εις βάθος υπό το φως και της υφής της σχέσης του ΜΚ6 με τον Κατηγορούμενο, του χαρακτήρα τους και της ποιότητας των συναλλαγών/δοσοληψιών που είχαν μεταξύ τους, αλλά και με τους τρίτους. Εάν η μαρτυρία του ΜΚ6 ήθελε γίνει αποδεκτή κατόπιν λεπτομερειακής αξιολόγησης, τότε θα μπορούσε να στηρίξει την ένοχη διάνοια του Κατηγορούμενου (γνώση για την πλαστότητα της υπογραφής και δόλια πρόθεση του κομιστή της να την κυκλοφορίσει προς ανυποψίαστα τρίτα πρόσωπα). Με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία, κρίνω ότι, εκ πρώτης όψεως η ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου για το αδίκημα της κατηγορίας αρ. 1 έγκειται σε αυτή τη λεπτομέρεια της γνώσης για την πλαστότητα της υπογραφής του εκδότη της επιταγής και όχι στη λεπτομέρεια που αναγράφεται υπό της κατηγορίας αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου που να δείχνει ότι ο Κατηγορούμενος πρόσθεσε το όνομα του ως δικαιούχος της επιταγής, αφού στο σημείο του δικαιούχου της επιταγής με αριθμό 94651865 ως το Τεκμήριο 11, αναγράφεται το όνομα «Ανδρέας Ανδρέου» και όχι το όνομα του Κατηγορούμενου. Υπάρχει εξάλλου ενώπιον μου η μαρτυρία του Ανδρέα Ανδρέου (ΜΚ8) ότι ήταν η σύζυγος του εκείνη που πρόσθεσε το όνομα του ως δικαιούχου όταν παρουσίασε την επιταγή για κατάθεση στην Τράπεζα.» Αμφότερες οι κατηγορίες αρ. 1 και 2 έχουν ως συστατικό στοιχείο ότι ο Κατηγορούμενος έθεσε σε κυκλοφορία (βλ. κατηγορία αρ. 1) ή πλήρωσε με (βλ. κατηγορία αρ. 2) πλαστογραφημένη επιταγή, δηλαδή επιταγή όπου η υπογραφή του εκδότη ήταν πλαστή και ειδικότερα ότι δεν ήταν γνήσια ως αυτή για την οποία ο υπογραφέας έδωσε δείγμα εξουσιοδοτημένου υπογραφέα στην τράπεζα. Τούτο καθιστούσε μη έγκυρη την επιταγή και αποστερούσε τη δυνατότητα να τιμηθεί όταν παρουσιαζόταν για πρώτη φορά στην τράπεζα. Στην απόφαση, ημερομηνίας 28.11.2017, του Οικονόμου, Δ., στην Ποινική Έφεση 204/2014, VBH (CYPRUS) LTD. V. 1. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD, κ.α. (μη δημοσιευθείσα), καταγράφονται τα εξής꞉ «Γενικά ομιλούντες, μαρτυρία για αναγνώριση υπογραφής, αν δεν πιστοποιείται από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε, μπορεί να προέρχεται από πρόσωπο που ήταν παρόν και επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, ή από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή ή από συγκριτική διεργασία πραγματογνώμονα. Η γνησιότητα δε ενός εγγράφου μπορεί να προκύπτει και από περιστατική μαρτυρία (Phipson on Evidence, 18th Ed., 41-07).» Στην παρούσα υπόθεση είχαμε τη μαρτυρία παραδοχής του ΜΚ6 ότι η υπογραφή επί της επίδικης επιταγής (ως το Τεκμήριο 11) τέθηκε από τον ίδιο. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβητεί το γεγονός αυτό. Απεναντίας, ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος δήλωσε ενόρκως ότι ο ΜΚ6 υπέγραψε στην παρουσία του τις επιταγές που του έδωσε. Το ότι η υπογραφή που έθεσε ο ΜΚ6 επί της επίδικης επιταγής (ως το Τεκμήριο 11) δεν ήταν γνήσια, ότι δηλαδή δεν είχε τη μορφή/γραφολογία όπως το δείγμα υπογραφής που υπέβαλε ο ΜΚ6 στην τράπεζα κατά το χρόνο που ανοίχθηκε ο τραπεζικός λογαριασμός προς όφελος της εκδότριας εταιρείας, το παραδέχθηκε ο ίδιος ο ΜΚ6 ενώπιον του Δικαστηρίου και το μαρτύρησε επίσης η ΜΚ7 εκ μέρους της Τράπεζας. Η αξιοπιστία της ΜΚ7 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση στο στάδιο της τελικής αγόρευσης. Παρέμεινε ακλόνητη στα ουσιώδη σημεία της. Την αποδέχομαι γενικότερα ως αξιόπιστη και ειδικότερα ως αληθή επί του συγκεκριμένου σημείου. Είναι σημαντικό το ότι όπως η ΜΚ7 εξήγησε, ελέχθηκε η γνησιότητα της υπογραφής του εκδότη της επίδικης υπογραφής από την υπηρεσία της Τράπεζας με βάση το δείγμα υπογραφής που ο ΜΚ6 που είχε δώσει στην Τράπεζα ως το μόνο κατά τον ουσιώδη χρόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, για να υπογράφει επιταγές εκ μέρους της εκδότριας εταιρείας. Είναι επίσης πολύ σημαντικό στοιχείο το ότι η επίδικη υπογραφή (Τεκμήριο 11) φέρει σφραγίδα επ' αυτής ότι «η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας». Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση, ημερομηνίας 28.11.2017, του Οικονόμου, Δ., στην Ποινική Έφεση 204/2014, με το άρθρο 305Α
(3)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, θεσπίστηκε μαχητό τεκμήριο ως προς την αλήθεια της νενομισμένης αναφορά από το πιστωτικό ίδρυμα (σημείωσης ή σφραγίδας) του λόγου για τον οποίο δεν πληρώθηκε μία επιταγή. Παραθέτω τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου꞉ «
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.». Από άλλη σφραγίδα που υπάρχει επί της επίδικης επιταγής, αντλείται η πληροφόρηση ότι αυτή παρουσιάστηκε στην τράπεζα για κατάθεση ή εξαργύρωση στις 2.5.2013 και ότι διαπιστώθηκε από την υπηρεσία της τράπεζας στις 8.5.2013 ότι η υπογραφή του εκδότη δεν ήταν γνήσια καθώς και ότι ανακλήθηκε από τον εκδότη της. Το ότι στην παρούσα υπόθεση η υπογραφή του εκδότη της επιταγής (Τεκμήριο 11) δεν ήταν γνήσια, με την προαναφερθείσα έννοια, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ό,τι αμφισβητήθηκε ήταν μόνο το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι η υπογραφή του εκδότη δεν ήταν γνήσια, καθ' ον χρόνο ο Κατηγορούμενος έθεσε την επίδικη επιταγή σε κυκλοφορία. Η γνώση αποδεικνύεται είτε με άμεση μαρτυρία είτε με περιστατική μαρτυρία. Στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούσα Αρχή στήριξε την εισήγησή της ότι αποδεικνύεται γνώση του Κατηγορούμενου για την πλαστότητα της υπογραφής στο γεγονός ότι προσφέρθηκε από τον ΜΚ6 άμεση μαρτυρία ότι ο ίδιος το είπε στον Κατηγορούμενο. Εδώ εντοπίζεται το πρώτο σημείο αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του ΜΚ6 από την Υπεράσπιση. Αρνείται ο Κατηγορούμενος ότι ο ΜΚ6 του ανέφερε ή έστρεψε την προσοχή του στο σημείο αυτό, όπως απεναντίας ορκίστηκε ο ΜΚ6 ενώπιον του Δικαστηρίου να έθεσε υπόψη του. Το Δικαστήριο χρειάζεται να αξιολογήσει το σύνολο της μαρτυρίας των δύο μαρτύρων, προκειμένου να αποφασίσει ποιον εκ των δύο ελέγχει ως αξιόπιστον και ποιον ως αναξιόπιστο. Ουδείς εκ των δύο επικαλέστηκε την παρουσία άλλου αυτόπτη ή αυτήκοου μάρτυρα κατά το χρόνο της υπογραφής της επίδικης επιταγής, πέραν του ΜΚ6 και του Κατηγορούμενου. Η εκδοχή του ΜΚ6 παρατηρώ ότι ήταν τέτοια που φέρεται να εξέδωσε την επίδικη επιταγή χωρίς να είχε πρόθεση να την τιμήσει, λόγω του ότι γνώριζε ότι ήταν ελλειπή τα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της εταιρείας του κατά ή περί την 30.4.2003. Το Τεκμήριο 25 αποδεικνύει την εντολή ανάκλησης της επίδικης επιταγής που έδωσε ο ΜΚ6 στις 30.4.2003 προς την Τράπεζα. Ναι μεν διαφάνηκε από τη μαρτυρία της ΜΚ7 ότι η τράπεζα παρείχε διευκόλυνση παρατραβήγματος προς όφελος του λογαριασμού της εταιρείας του ΜΚ6, εντούτοις όπως επεσήμανε ο ΜΚ6 τούτο γινόταν έναντι κόστους (τόκου), αφού τα κεφάλαια που χρησιμοποιούνταν για το παρατράβηγμα ήταν της τράπεζας και όχι της εταιρείας του ΜΚ6. Αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος που είχε κατά νου ο ΜΚ6 για την ανάκληση της επιταγής. Ήταν μια επίπλαστη δικαιολογία, όπως ο ίδιος ο ΜΚ6 ομολόγησε ενώπιον του Δικαστηρίου, η άλλη που επικαλέστηκε ο ίδιος προς την Τράπεζα για σκοπούς της ανάκλησης, ότι δήθεν «δεν ήρθαν τα εμπορεύματα». Το επίπλαστο εκείνης της δικαιολογίας προκύπτει μέσα από τη φράση του ότι έτσι «έκοψε ο νους μου». Αυτόν τον λόγο σκέφτηκε να προβάλει προς την Τράπεζα, επειδή προφανώς, ο ΜΚ6 από προηγούμενη εμπειρία στο παζάρι, γνώριζε ότι χρειαζόταν να επικαλεστεί μια «εύλογη αιτία» προκειμένου να νομιμοποιήσει την οδηγία του για ανάκληση της επιταγής. Επισημαίνω συναφώς ότι το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ότι꞉ «305A-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.». Η τοποθέτηση μη γνήσιας υπογραφής από τον ΜΚ6 επί της εν λόγω επιταγής συνάδει με την πρόθεση του ΜΚ6 να μην τιμηθεί αυτή, ήτοι να μην μπορεί να εξαργυρωθεί ακόμη και αν εντοπίζονταν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της εταιρείας του λόγω του δικαιώματος παρατραβήγματος. Για να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΚ6 και δη της εκδοχής του ότι αυτός είχε προειδοποιήσει τον Κατηγορούμενο για την έλλειψη διαθεσίμων και για την πλαστότητα υπογραφής επ' αυτής, η Υπεράσπιση έθεσε το ζήτημα ως ζήτημα κοινής λογικής꞉ ποιος σώφρων άνθρωπος (που δεν ήταν «ηλίθιος», «καθυστερημένος» ή «μόγγολος», κατά τις εκφράσεις του Κατηγορούμενου) θα δεχόταν να λάβει την επιταγή για εξόφληση χρέους, αν γνώριζε ότι αυτή δεν είχε γνήσια υπογραφή ή ότι δεν θα μπορούσε να τιμηθεί; Ο Κατηγορούμενος απέρριψε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να γνώριζε όσα ο ΜΚ6 ισχυρίζεται ότι του είπε και να αποδέχθηκε να λάβει την εν λόγω επιταγή. Από την άλλη, ο ΜΚ6 δεν αρνήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είχε κάποιο χρέος προς τον Κατηγορούμενο, αλλά ισχυρίσθηκε ότι, ως η προφορική συμφωνία που έκαναν, θα λάμβανε ο Κατηγορούμενος την επιταγή ως εγγύηση για την υπόσχεση που του έδωσε ο ΜΚ6 ότι σε κατοπινό χρόνο θα τον εξοφλούσε για το χρέος σε μετρητά. Διερωτάται και πάλιν η Υπεράσπιση τί νόημα είχε η εγγύηση, αν η επιταγή ήταν πλαστογραφημένη; Τα ερωτηματικά που θέτει η υπεράσπιση είναι εύλογα για τον μέσο λογικό, εχέφρωνα και νομοταγή πολίτη. Πλην, όμως, στην παρούσα υπόθεση, τα δύο άτομα που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του και τα οποία καλείται να συγκρίνει, δεν έδωσαν τις καλύτερες περγαμηνές σε ό,τι αφορά το χαρακτήρα τους. Σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση μαρτυρίας που άπτεται του καλού ή κακού χαρακτήρα ενός κατηγορούμενου ή/και μάρτυρα κατηγορίας, αντλώ καθοδήγηση από το Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», HIPASSUS Publishing, Λευκωσία 2014. Στη σελ. 447 αναφέρεται ότι꞉ «Στις ποινικές υποθέσεις, ένας κατηγορούμενος έχει την ευχέρεια να παρουσιάσει μαρτυρία για τον καλό του χαρακτήρα. Αυτό γίνεται από τον ίδιο ή μέσω άλλων μαρτύρων υπεράσπισης (R v Rowton (1861 - 73) All ER Rep. 549). Δεν υπάρχει αποκρυσταλλωμένη συνισταμένη ως προς το τί ακριβώς περιλαμβάνει ο όρος «χαρακτήρας». Από νομικής απόψεως, φαίνεται να περιλαμβάνει τη γενική φήμη και υπόληψη που απολαμβάνει ένα πρόσωπο στην κοινότητα όπου ζει, την τάση του να συμπεριφέρεται με συγκεκριμένο τρόπο και το κοινωνικό του ιστορικό (R v Rowton (1861 - 73) All ER Rep. 549).». Στη σελ. 448 του ιδίου Συγγράμματος αναφέρεται ότι - «Όταν ο κατηγορούμενος προβάλλει τον καλό του χαρακτήρα - όπως όταν ισχυρίζεται ότι είναι τίμιος και καλός άνθρωπος και ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να διαπράξει το επίδικο αδίκημα (R v Samuel
(1956)40 Cr App R 8) - η Κατηγορούσα Αρχή δικαιούται να τον αντεξετάσει επί των προηγούμενων του καταδικών.». Στη σελ. 448 του ιδίου Συγγράμματος αναφέρεται ότι - «Εκεί όπου ο καλός χαρακτήρας του κατηγορούμενου μπορεί να έχει σημασία, ιδιαίτερα συγκρινόμενος με τον κακό χαρακτήρα του παραπονούμενου (όπως σε υποθέσεις σεξουαλικής φύσης), το Δικαστήριο πρέπει να προχωρεί σε σαφές εύρημα ως προς την αξία της μαρτυρίας αυτής (R v Enrieu
(2011)All ER (D) 96, R v GJB
(2011)EWCA Crim 867, R v Small
(2008)EWCA Crim 2788).». Στη σελ. 450 του ιδίου Συγγράμματος αναφέρεται ότι - «Η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να παρουσιάσει μαρτυρία κακού χαρακτήρα του κατηγορούμενου - ως επί τω πλείστον με την απόδειξη προηγούμενων του καταδικών - με σκοπό να τεκμηριώσει την αναξιοπιστία του (R v Clarke
(2012)EWCA Crim 9, R v Hanson
(2005)EWCA Crim 824) [...]». Στη σελ. 451 του ιδίου Συγγράμματος αναφέρεται ότι - «Είναι σημαίνον για το Δικαστήριο να διατυπώνει σαφώς στην ετυμηγορία του ότι η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών του κατηγορούμενου δεν σημαίνει ότι οδηγεί άνευ ετέρου στην καταδίκη του ή με οποιοδήποτε τρόπο αμβλύνει το τεκμήριο της αθωότητας που τον περιβάλλει (R v X
(2012)EWCA Crim 2276, R v Hanson
(2005)EWCA Crim 824) [.] επεξηγώντας στην απόφαση τη σημασία της μαρτυρίας κακού χαρακτήρα στη βάση των επίδικων γεγονότων, χωρίς καταφυγή σε μηχανιστικού τύπου αυτοπροειδοποιήσεις (R v Campbell
(2007)1 WLR 2798) ή τυποποιημένα λεκτικά (Grant and Others v R
(2014)EWCA Crim 143).» Στις σελ. 452 - 453 του ιδίου Συγγράμματος αναφέρεται ότι - «Μολονότι η μαρτυρία καλού χαρακτήρα μάρτυρα κατηγορίας δεν είναι γενικώς αποδεκτή εάν προσφέρεται για να ενισχύσει την αξιοπιστία του (βλ. γενικώς, R v Tobin
(2002)EWCA Crim 190, R v Robinson
(1994)3 ALL Er 346) [...], εκεί όπου μια πτυχή του χαρακτήρα του μάρτυρα κατηγορίας μπορεί να είναι σχετική με τα επίδικα θέματα, θα επιτραπεί η παρουσίαση του καλού του χαρακτήρα. [...] Παρομοίως, μαρτυρία που τείνει να δείξει τον κακό χαρακτήρα μαρτύρων, πλην του κατηγορούμενου, μπορεί να γίνει δεκτή στη βάση όμοιων λόγων με εκείνους που διέπουν την αποδοχή μαρτυρίας χαρακτήρων εκτός των διαδίκων στις πολιτικές υποθέσεις, με κύρια επικέντρωση ωστόσο στη φύση και την πηγή της μαρτυρίας αυτής (βλ. γενικώς, R v Braithwaite
(2010)EWCA Crim 1082), δίχως να σημαίνει ότι επειδή αυτή είναι εξ ακοής τούτο θα πρέπει να επιδράσει καταλυτικά ενάντια στην αποδοχή της (R v Matthews
(2013)EWCA Crim 2238). Η μαρτυρία χαρακτήρα για να είναι σχετική με την αξιοπιστία του μάρτυρα, δεν είναι επιτακτικό να καταδεικνύει τάση ή ροπή του στο ψέμα ή στην αναλήθεια (R v Lawson
(2007)1 Cr App R 11, R v Stephenson
(2006)EWCA Crim 2325).». Στην παρούσα υπόθεση, ο μεν ΜΚ6 διαφάνηκε από τη μαρτυρία της ΜΚ7 ότι είχε κάνει 6 ανακλήσεις επιταγών μέσα στον ίδιο μήνα, ενώ υπήρχε και η δήλωση του ιδίου του ΜΚ6 ότι αυτός είχε καταδικαστεί στο παρελθόν, ήτοι το 1999, το 2003 και «πέρσι» (το 2016) για αδικήματα κλοπών, άρα για αδικήματα κατά της περιουσίας. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος αποκάλυψε μόνος του ότι προκειμένου να εισπράξει χρέη που του οφείλουν τρίτοι

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.