Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Χριστάκη Ανθία, Αρ. Ποιν. Υπόθ.: 1996/2015, 26/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Ποιν. Υπόθ.: 1996/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Χριστάκη Ανθία Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πόπη Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρυσοβαλάντης Σαμμούτας Ο Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Τίθεται σήμερα ενώπιόν μου ο Κατηγορούμενος για επιβολή ποινής σε αυτόν κατόπιν καταδίκης του, με αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου, ημερ. 30.1.2018, για τη διάπραξη των αδικημάτων ως οι κατηγορίες αρ. 1, 2 και 4 επί του κατηγορητηρίου, οι οποίες παρατίθενται πιο κάτω꞉ Κατηγορία αρ. 1꞉ Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Ν.166/87. Λεπτομέρειες αδικήματος꞉ Ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1/4/2013 - 30/4/2013 συμπεριλαμβανομένων στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου εν γνώση του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, ήτοι την πλαστογραφημένη επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό 94651865, δηλαδή την έθεσε σε κυκλοφορία ενώ γνώριζε ότι αυτός που την υπέγραψε, ήτοι ο Κώστας Άσπρου, δεν έθεσε γνήσια υπογραφή ως αυτήν για την οποία έδωσε δείγμα εξουσιοδοτημένου υπογραφέα στην τράπεζα. Κατηγορία αρ. 2꞉ Απόσπαση χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 130(Ι)/
- Λεπτομέρειες αδικήματος꞉ Ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1/4/2013 - 31/5/2013 συμπεριλαμβανομένων στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως απέσπασε από τον Ανδρέα Ανδρέου, ιδιοκτήτη του κρεοπωλείου ΡΟΔΟΛΦΟΣ εμπορεύματα και χρήματα συνολικού ποσού €1359, ψευδείς παραστάσεις συνιστάμενες εις το ότι τον πλήρωσε με την πλαστογραφημένη επιταγή με αριθμό
- Κατηγορία αρ. 4꞉ Κλοπή με τέχνασμα κατά παράβαση των άρθρων 255
(1)
(2)(α)(ΙΙ) και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Λεπτομέρειες αδικήματος꞉ Ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1/10/2013 - 31/12/2013 συμπεριλαμβανομένων στο Αυγόρου της Επαρχίας Αμμοχώστου δια τεχνάσματος έκλεψε από τον Ιωάννη Κύπρου Ηλία το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRA213, δηλαδή, ενώ του ζήτησε να του το δανείσει για ένα χρονικό διάστημα, αντί να του το επιστρέψει, το πώλησε χωρίς τη συγκατάθεσή του. Τα γεγονότα όπως αναδύονται μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην καταδικαστική απόφαση ημερ. 30.1.2018, έχουν ως εξής꞉ Αναφορικά με τις κατηγορίες αρ. 1 και
- Στις 15.7.2013 μετέβηκε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου ο κ Ανδρέας Ανδρέου (ΜΚ8) από το Παραλίμνι, κρεοπώλης στο επάγγελμα, και κατήγγειλε ότι κατά ή περί τον Απρίλη του 2013 ο Κατηγορούμενος του έδωσε 2 επιταγές της εταιρείας COSTAS WILDJUNGLE PET SHOP LTD, τις οποίες κατέθεσε στην εκδότρια τράπεζα για εξαργύρωση αλλά επεστράφηκαν πίσω απλήρωτες, η μια λόγω του ότι η πληρωμή είχε ανακληθεί από τον εκδότη και η άλλη λόγω του ότι ήταν πλαστογραφημένη. Ο παραπονούμενος (ΜΚ8) παρέδωσε στον Α/Αστ. 2686 Γ. Καούλλας (ΜΚ4) τις δύο επιταγές που φέρουν τους αριθμούς 94651864 (βλ. Τεκμήριο 10) και 94651865 (βλ. Τεκμήριο 11) του λογαριασμού 360-01-518031-01 με εκδότη την COSTAS WILDJUNGLE PET SHOP LTD, τις οποίες ο ΜΚ4 έθεσε υπό τη φύλαξή του. Η επιταγή με αριθμό 94651864 (βλ. Τεκμήριο 10) αποτέλεσε το αντικείμενο της κατηγορίας αρ. 3 επί του κατηγορητηρίου, σε σχέση με την οποία ο Κατηγορούμενος αθωώθηκε από το Δικαστήριο με αιτιολογημένη απόφαση ημερ. 24.10.2017 στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Συνεπώς, ό,τι ενδιαφέρει είναι η δράση του Κατηγορούμενου σε σχέση με την επιταγή με αρ. 94651865 (βλ. Τεκμήριο 11). Στις 23.7.2013 ο ΜΚ4 έλαβε γραπτή κατάθεση από την κα Ελένη Σπυρίδωνος (ΜΚ7) και έλαβε διάφορα φωτοαντίγραφα εγγράφων (βλ. Τεκμήριο 12), τα οποία έθεσε υπό τη φύλαξή του. Την 1.8.2013 ο ΜΚ4 ανέκρινε γραπτώς τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 9) και ακολούθως, κατόπιν συγκατάθεσής του (βλ. Τεκμήριο 8), έλαβε από αυτόν 20 δείγματα του γραφικού του χαρακτήρα σε σχέση με τις πιο πάνω επιταγές, δέκα εξ αυτών των δειγμάτων για την επιταγή για την επιταγή αρ. 94651865 (βλ. Τεκμήριο 14). Τα δείγματα αυτά ο ΜΚ4 τα έθεσε υπό τη φύλαξή του. Την 11.8.2013 ο ΜΚ4 συνέλαβε τον κ. Κώστας Άσπρου (ΜΚ6) αναφορικά με την ίδια υπόθεση των επιταγών και εκείνος δήλωσε πρόθυμος να δώσει κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 21), για να πει την αλήθεια. Ακολούθως, ο ΜΚ4 έλαβε από τον ΜΚ6, 20 δείγματα γραφικού χαρακτήρα σε σχέση με τις πιο πάνω επιταγές, δέκα εξ αυτών των δειγμάτων για την επιταγή αρ. 94651865 (βλ. Τεκμήριο 16) και τα έθεσε υπό τη φύλαξή του. Στις 23.8.2013 ο ΜΚ4 παρέδωσε τα δείγματα γραφικού χαρακτήτα και τις επίδικες επιταγές στον γραφολόγο Αστ. 3284 Στ. Νικολάου (ΜΚ5). Ο ΜΚ5 ετοίμασε Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης ημερ. 8.4.2014 (Τεκμήριο 17), στη βάση όρων εντολής να εξετάσει την αμφισβητούμενη υπογραφή εκδότη και τη γραφή συμπλήρωσης της επιταγής (εκτός από τη θέση «ΠΛΗΡΩΣΤΕ») στις δύο επιταγές ως τα Τεκμήρια 10 και 11 και να προβεί σε σύγκρισή τους με τα δείγματα γραφής και υπογραφής που έδωσαν, αφενός, ο Κατηγορούμενος, και, αφετέρου, ο ΜΚ
- Αναφορικά με την επίδικη επιταγή που λήγει σε ψηφία «65» (Τεκμήριο 11), ο ΜΚ5 διατύπωσε την εξή γνώμη ꞉ Η αμφισβητούμενη γραφή συμπλήρωσης του ποσού ολογράφως στην επιταγή παρουσιάζει ουσιώδεις ομοιότητες με τα δείγματα γραφής του Κατηγορούμενου, γι'αυτό και ο ΜΚ5 είναι της γνώμης ότι η αμφισβητούμενη γραφή συμπλήρωσης του ποσού της επιταγής ολογράφως έγινε από τον Κατηγορούμενο. Ότι δεν έγινε καμία γραφολογική σύγκριση του ποσού της επιταγής όπως συμπληρώθηκε αριθμητικώς και της ημερομηνίας έκδοσης της επιταγής, με τη γραφολογία του Κατηγορούμενου, διότι δεν υποβλήθηκαν στον ΜΚ5 αντίστοιχα δείγματα γραφής αριθμών. Δεν το ζήτησε ο ανακριτής. Ότι η γραφή αυτή (δηλ. αριθμητικά το ποσό και η ημερομηνία) έχει διαφορές με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής του ΜΚ6, γι'αυτό και ο ΜΚ5 είναι της γνώμης ότι η αμφισβητούμενη γραφή δεν μπορεί να συνδεθεί με τον ΜΚ
- Αιτιολόγησε τη γνώμη του αυτή ο ΜΚ5 παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 20, που είναι έγγραφο δικό του, στο οποίο αποτύπωσε τις διαφορές που εντόπισε κατά τη γραφολογική εξέταση των αριθμών και ημερομηνιών με τα δείγματα γραφής του ΜΚ
- Η αμφισβητούμενη υπογραφή εκδότη στην επιταγή αυτή, δεν περικλείει ιδιαίτερη τεχνική και πλοκή στον τρόπο σχηματισμού της, ενώ περιέχει και διπλογραφίες (μελανώματα) στο σχηματισμό των γραμμικών κινήσεων, γι'αυτό και καθίσταται αδύνατη η εκφορά οποιασδήποτε γνώμης για τον καθορισμό του προσώπου που υπέγραψε. Το ζήτημα του ποιος υπέγραψε την επίδικη επιταγή ως το Τεκμήριο 11 επιλύει η κατάθεση του ΜΚ6, ο οποίος παραδέχτηκε ότι εκείνος υπέγραψε την εν λόγω επιταγή και τούτο δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Αναφέρομαι στην κατάθεσή του αμέσως πιο κάτω꞉ Στην ανακριτική κατάθεσή του, ημερ. 11.8.2013 (βλ. Τεκμήριο 21), ο δήλωσε ότι αυτός ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας COSTAS WILDJUNGLE PET SHOP LTD που φαινόταν ως η εκδότρια των επίδικων επιταγών. Ο ίδιος ήταν και το μοναδικό άτομο που είχε δικαίωμα να υπογράφει επιταγές εκ μέρους της εν λόγω εταιρείας. Η εταιρεία ενεγράφη για να εμπορεύεται ζώα, αλλά στη συνέχεια ασχολείτο με εισαγωγές ρούχων. Συνεργαζόταν με την Ελληνική Τράπεζα όπου διατηρούσε το λογαριασμό 360-01-518031-01 και βάσει αυτού είχε το βιβλιάριο επιταγών. Αναγνώρισε ο ΜΚ6 στο ΤΑΕ την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 11) ως αυτή που ο ίδιος είχε δώσει στον Κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε για πολλά χρόνια στη Λάρνακα. Ο λόγος που ο ΜΚ6 είχε δώσει στον Κατηγορούμενο την επιταγή αυτή ήταν επειδή του χρωστούσε λεφτά. Ο ΜΚ6 του έδωσε την επιταγή ως εγγύηση ότι θα τον αποπλήρωνε σε μελλοντική ημερομηνία. Όμως, καθ' ον χρόνο ο ΜΚ6 έδωσε την επίδικη επιταγή στον Κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε συγχρόνως ότι ο λογαριασμός του δεν είχε λεφτά μέσα, γι' αυτό και τον προειδοποίησε να μην την δώσει παρακάτω σε άλλο άνθρωπο. Την επιταγή ως το Τεκμήριο 11, ο ΜΚ6 την υπέγραψε στην παρουσία του Κατηγορούμενου με διαφορετική υπογραφή απ'ότι είναι η κανονική του και το δήλωσε αυτό στον Κατηγορούμενο. Δηλαδή, το έκαμε σαφές ο ΜΚ6 ότι υπέγραφε με διαφορετική υπογραφή, για να μην αλλαχτεί (εξαργυρωθεί) η επιταγή από τον Κατηγορούμενο και να μην τη δώσει σε κανένα τρίτο άτομο ο Κατηγορούμενος. Συμφώνησε ο Κατηγορούμενος με την παράκληση του ΜΚ6 λέγοντας «εντάξει» και την έλαβε στην κατοχή του ως εγγύηση για το ποσό που είχε να παίρνει από τον ΜΚ
- Το ποσό ολογράφως που αναγράφεται στην εν λόγω επιταγή, καθώς και το όνομα που αναγράφει η εν λόγω επιταγή στη θέση «Πληρώστε» δεν τα έγραψε ο ΜΚ
- Στην ανακριτική κατάθεσή του, ημερ. 11.8.2013 (βλ. Τεκμήριο 21), ο ΜΚ6 παραδέχτηκε ότι ο ίδιος είχε κάμει ανάκληση πληρωμής (stop payment) της επίδικης επιταγής. Όταν ο υπάλληλος στην τράπεζα του ζήτησε να προσδιορίσει το λόγο που ανακαλούσε την πληρωμή, «έκοψε ο νους» του ΜΚ6 να γράψει ως δικαιολογία ότι «δεν έχουν παραληφθεί τα εμπορεύματα». Έγραψε αυτή τη δικαιολογία, εφόσον ο ίδιος είχε υπογράψει την επιταγή και έτσι δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι υπέγραψε κάποιος άλλος. Αργότερα, ο ΜΚ8 τηλεφώνησε στον ΜΚ6 και του ζητούσε να τον πληρώσει το ποσό των επιταγών, εφόσον φαινόταν ως ο εκδότης τους. Ο ΜΚ6, μη γνωρίζοντας τον ΜΚ8 και έχοντας εξηγήσει σε αυτόν ότι ανακάλεσε την πληρωμή των επιταγών επειδή είχε «άλλες κουβέντες» με τον Κατηγορούμενο, τον συμβούλευσε να αποταθεί στον Κατηγορούμενο για να λάβει τα χρήματα που ζητούσε. Ποτέ ξανά δεν τηλεφώνησε στον ΜΚ6 ο ΜΚ
- Η ΜΚ7, η οποία είναι Λειτουργός Εξυπηρέτησης Πελατών στο κατάστημα 360 της Ελληνικής Τράπεζας επιβεβαίωσε στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 23.7.2013 (βλ. Τεκμήριο 24) τα λεγόμενα του ΜΚ6 σε ό,τι αφορά το γεγονός ότι στις 30.4.2013 ο ΜΚ6 προσήλθε στο κατάστημα της τράπεζας και έδωσε γραπτές οδηγίες για ανάκληση πληρωμής των επιταγών «από αριθμούς 94651863 μέχρι 94651865». Και οι δύο επιταγές είχαν παρουσιαστεί στο Clearing Centre της Ελληνικής Τράπεζας και σφραγίστηκαν ως οι οδηγίες του εκδότη. Ως λόγο ανάκλησης ο εκδότης δήλωσε ότι «Δεν έχουν παραληφθεί τα εμπορεύματα». Η επιταγή ως το Τεκμήριο 11 έχει, πέραν της σφραγίδας «ΑΝΑΚΛΗΣΗ», και σφραγίδα ότι «η υπογραφή στο δείγμα του εκδότη διαφέρει». Δήλωσε επίσης η ΜΚ7 ότι αν παρουσιαζόταν η επιταγή ως το Τεκμήριο 11 στην Τράπεζα στις 2.5.2013 όταν ήταν πληρωτέα, δεν θα εξαργυρωνόταν, διότι δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια στην Τράπεζα. Το πώς κυκλοφόρησε η επίδικη επιταγή από τον Κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο ΜΚ8 περιέγραψε ο ίδιος ο ΜΚ8 στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 29). Όταν έκλεισαν οι τράπεζες, το Μάρτιο του 2013, μια μέρα Σαββάτου, τηλεφώνησε στον ΜΚ8 ο Κατηγορούμενος και παράγγειλε κρέας αξίας 50 - 60 ευρώ. Ζήτησε από τον ΜΚ8 να του το πωλήσει με πίστωση, επειδή έκλεισαν οι τράπεζες και δεν είχε μετρητά λόγω των γεγονότων. Δέχθηκε ο ΜΚ8 και ο Ανθίας υποσχέθηκε να τον πληρώσει όταν ανοίξουν οι τράπεζες. Σε αυτό το διάστημα, ο Κατηγορούμενος πήγε και προσωπικά στο κρεοπωλείο και αγόρασε κρέας συνολικής αξίας €300 με πίστωση. Όταν άνοιξαν οι τράπεζες, ο Κατηγορούμενος πήγε στο κρεοπωλείο του ΜΚ8, αγόρασε κρέας και έδωσε στον ΜΚ8, για πληρωμή όλου του χρέους του προς αυτόν, μια μεταχρονολογημένη επιταγή της ΣΠΕ Κυπερούντας, αγνώστων στοιχείων, για το ποσό των €800- περίπου. Την επιταγή αυτή ο ΜΚ8 την κράτησε στο μαγαζί του επειδή αργούσε πολύ η ημερομηνία εξαργύρωσής της. Πριν όμως φθάσει η ημερομηνία εξαργύρωσής της, πήγε ο Κατηγορούμενος στο κρεοπωλείο και του είπε να του δώσει πίσω την επιταγή, καθώς και μια άλλη επιταγή που είχε ανεξαργύρωτη από παλιά, υποσχόμενος ότι θα έδινε στον ΜΚ8 μια νέα επιταγή, η οποία θα εξαργυρωνόταν πιο γρήγορα και ήταν και εντάξει. Πρόκειται για την επίδικη επιταγή, η οποία είχε ημερομηνία έκδοσης 2.5.2013, αριθμό επιταγής 94651865, με εκδότη την εταιρεία COSTAS WILDJUNGLE PET SHOP LTD (βλ. Τεκμήριο 11). Η επιταγή αυτή ήταν για το ποσό των €1359 και ήταν όλα γραμμένα με εξαίρεση το όνομα στην ένδειξη «Πληρώστε», το οποίο συμπλήρωσε στην επιταγή η σύζυγος του ΜΚ8 όταν πήρε την επιταγή στην τράπεζα να την καταθέσει. Από ένα υπολογισμό που έκανε ο ΜΚ8, είδε ότι θα έμενε και κάποιο ποσό προς όφελος του Κατηγορούμενου, το οποίο ο Κατηγορούμενος δέχθηκε να το κρατήσει μέσα ο ΜΚ8, για να πηγαίνει στο μέλλον ο ίδιος να αγοράζει κρέας. Ο Κατηγορούμενος στο στάδιο αυτό είχε παραστήσει ψευδώς προς τον ΜΚ8 ότι εκδότης της επιταγής ήταν κάποιος Αλκιβιάδης που ήταν γνωστό στον ΜΚ8 ότι διατηρούσε κατάστημα petshop. Κατά ή περί τις 2.5.2013, ο ΜΚ8 έστειλε τη σύζυγό του στην τράπεζα να καταθέσει την επίδικη επιταγή (βλ. Τεκμήριο 11). Πριν γίνει η εκκαθάριση της επιταγής, ο Ανθίας τηλεφώνησε στον ΜΚ8 και του είπε ότι είχε προβλήματα με την Αστυνομία και ότι χρειαζόταν επειγόντως λεφτά. Ζήτησε του ΜΚ8 να του κανονίσει €600 και ότι τούτα θα ήταν χρήματα από την επιταγή. Τον πίστεψε ο ΜΚ8, γι' αυτό και πήγε στο κρεοπωλείο και έδωσε στον ίδιο τον Ανθία €
- Μετά από 2 ημέρες ξανατηλεφώνησε ο κατηγορούμενος στον ΜΚ8 και ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν στο εξωτερικό και, επειδή η γυναίκα του δεν κρατούσε λεφτά, θα την έστελνε στον ΜΚ8 για να της δώσει ακόμη €200 από τα λεφτά της νέας επιταγής που του είχε δώσει (Τεκμήριο 10). Μετά από λίγη ώρα, πράγματι, πήγε η γυναίκα του κατηγορούμενου και πήρε από τον ΜΚ8 το εν λόγω ποσό. Μετά ο κατηγορούμενος έστειλε στον ΜΚ8 ένα Πόντιο για να παραλάβει το τελευταίο ποσό από το υπόλοιπο που έμενε προς όφελος του Κατηγορούμενου από τις δύο επιταγές που του είχε δώσει (Τεκμήρια 10 και 11), δηλαδή το ποσό των €276 και ο ΜΚ8 του το έδωσε. Κατά ή περί τις 15 ημέρες μετά από την ημερομηνία που η σύζυγος του ΜΚ8 κατέθεσε τις επιταγές στην τράπεζα, επεστράφηκαν οι επιταγές ανεξαργύρωτες και αμφότερες ήταν σφραγισμένες με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ», ενώ στην επίδικη επιταγή ως το Τεκμήριο 11 υπήρχε επιπρόσθετα και η σφραγίδα με την ένδειξη «Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΔΙΑΦΕΡΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΙΓΜΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΜΑΣ». «Μόλις οι επιταγές ήρθαν πίσω», ο ΜΚ8 τηλεφώνησε στον Ανθία. Στην αρχή εκείνος του απάντησε σε 2 - 3 τηλεφωνήματα που του έκανε και υποσχέθηκε πως θα έφερνε στον ΜΚ8 τα χρήματα, αλλά μετά ο Κατηγορούμενος έκλεισε και το κινητό του τηλέφωνο. Τότε ο ΜΚ8 μίλησε με τον εκδότη των επιταγών, τον ΜΚ6, ο οποίος είπε στον ΜΚ8 ότι είχε δώσει τις επιταγές στον Κατηγορούμενο, γιατί θα του έκανε κάποιες δουλειές αλλά δεν τις έκανε και γι' αυτό ο ίδιος έκανε STOP PAYMENT. Την 15.7.2003, ο ΜΚ8 αποφάσισε να κάνει το παράπονο του στην Αστυνομία, εφόσον ο Κατηγορούμενος δεν τον πλήρωσε και τον εξαπάτησε. Μέχρι και την μέρα που κατέθετε στο Δικαστήριο για την παρούσα υπόθεση ο ΜΚ8, δηλαδή μέχρι τις 27.7.2017, ο Κατηγορούμενος δεν του είχε ακόμη πληρώσει το ποσό των επιταγών, περιλαμβανομένου αυτού στο οποίο αφορά η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 11). Αναφορικά με την κατηγορία αρ.
- Την 2.2.2014 καταγγέλθηκε στο Λοχία 3051 Α. Λοΐζου (ΜΚ1) στο ΤΑΕ από τον Ιωάννη Ηλία (ΜΚ2) από το Αυγόρου (βλ. Τεκμήριο 4) ότι κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2013 δάνεισε για περίοδο 15 ημερών στον Κατηγορούμενο το αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, με αρ. εγγραφής KRA
- Το αυτοκίνητο είχε αξία 4 - 5 χιλιάδες ευρώ. Ο Κατηγορούμενος ζήτησε από το ΜΚ2 να του δανείσει το επίδικο αυτοκίνητο μέχρι που να επιδιορθωθεί το δικό του που ήταν σπασμένο. Μετά την παρέλευση της εν λόγω περιόδου και παρά τις ενέργειες που έκαμε ο παραπονούμενος για εντοπισμό του Κατηγορούμενου, δεν τον εντόπισε ούτε και το αυτοκίνητό του, γι' αυτό και ζητούσε τη βοήθεια της Αστυνομίας, δηλώνοντας το προαναφερόμενο όχημα ως αναζητούμενο. Ο ΜΚ1 επισκέφθηκε αμέσως μετά την υποβολή της ως άνω καταγγελίας την οικία διαμονής του Κατηγορούμενου στο Παραλίμνι χωρίς να εντοπίσει το επίδικο αυτοκίνητο εκεί. Επανέλαβε αρκετές φορές την επιτόπια έρευνα του εκεί πριν τη σύλληψη του Κατηγορούμενου. Την 12.3.2014 ο ΜΚ2 πήγε εκ νέου στο ΤΑΕ για την ίδια υπόθεση και έδωσε κατάθεση για κλοπή του επίδικου αυτοκινήτου του (βλ. Τεκμήριο 5),. Την 19.3.2014 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου και τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στο στοπ λιστ. Στις 15.5.2014 ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε στη Λάρνακα και μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου. Πληροφορήθηκε από τον ΜΚ1 για την υπόθεση που διερευνάτο εναντίον του και αφού επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Εννα τα κανονίσω». Ακολούθως εξέφρασε την επιθυμία να δώσει κατάθεση στον ΜΚ1, λέγοντας «Να σου πω την αλήθκεια για να φεύφκω». Καταγράφηκε από τον ΜΚ1 η θεληματική κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 2) του Κατηγορούμενου την ίδια μέρα (15.5.2014). Ακολούθως, και πάλιν την ίδια μέρα, ο ΜΚ1 τον κατηγόρησε γραπτώς (βλ. Τεκμήριο 3) για το αδίκημα της κλοπής διά τεχνάσματος και αφού επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι: Η παράδοση του οχήματος στον Κατηγορούμενο ήταν προσωρινή και δεν αποτελούσε αντάλλαγμα για τυχόν άλλες εργασίες θα έκαμνε ο Κατηγορούμενος προς όφελος του ΜΚ2 (ήτοι την είσπραξη χρεών από τρίτους), αφού ο ΜΚ2 θα πλήρωνε σε χρήμα τον Κατηγορούμενο για εκείνες τις εργασίες. Τα έξοδα που έκαμε ο κατηγορούμενος για μπαταρία και βενζίνη του οχήματος ήταν για να αυτοεξυπηρετηθεί με τη χρήση του οχήματος τη συγκεκριμένη προσωρινή περίοδο που ο Κατηγορούμενος του έδωσε άδεια χρήσης του οχήματος. Ο ΜΚ2 ουδέποτε έπαυσε να αναζητεί το επίδικο όχημα ή/και τον Κατηγορούμενο για να του το επιστρέψει. Δηλαδή, ουδέποτε συμπεριφέρθηκε ο ΜΚ2 σαν να το είχε εγκαταλήψει. Ο ΜΚ2 ρωτούσε επανειλημμένα τον Κατηγορούμενο αν το είχε κτυπήσει σε δυστύχημα και αν αυτός ήταν ο λόγος που δεν του το επέστρεφε, χωρίς ποτέ να του ομολογήσει κάτι τέτοιο ο Κατηγορούμενος μέχρι και την ημερομηνία που ο ΜΚ2 τον κατήγγειλε για κλοπή. Ο Κατηγορούμενος ουδέποτε αναζήτησε την άδεια ή τη συγκατάθεση του ΜΚ2 πριν να πωλήσει το επίδικο όχημα σε τρίτο πρόσωπο. Ουδέποτε συμφώνησε ο ΜΚ2 να πωλήσει το όχημά του στον Κατηγορούμενο. Στη θεληματική του κατάθεση, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι καθ' ον χρόνο πώλησε το όχημα, γνώριζε πολύ καλά ότι δεν ήταν δικό του. Ο ΜΚ3 έδωσε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 6) με την οποία επιβεβαίωσε ότι περί τον Σεπτέμβριο 2013 (ήτοι 6 μήνες πριν δώσει γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία, έφερε σε επαφή τον ΜΚ2 με τον Κατηγορούμενο και ήταν παρών όταν ο ΜΚ2 παραχώρησε προσωρινά το όχημά του στον κατηγορούμενο μέχρι που να επισκευαστεί το δικό του, για 15 περίπου μέρες και όχι μόνιμα. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι παρήλθαν οι μέρες εκείνες και ο ΜΚ2 άρχισε να αναζητεί μάταια τον Κατηγορούμενο, μέχρι που κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2013 συναντήθηκαν οι τρεις τους (ο ΜΚ2, ο ΜΚ3 και ο Κατηγορούμενος) σε καφενείο στο Λιοπέτρι και ο Κατηγορούμενος εξακολουθούσε να υπόσχεται στον ΜΚ2 ότι θα του επέστρεφε το όχημά του σε 2 ημέρες. Ο Κατηγορούμενος είχε ήδη πωλήσει σε Τουρκοκύπριο περί τον Οκτώβριο 2013 στα κατεχόμενα για εξαρτήματα για το ποσό των €800, αφού προηγουμένως είχε εμπλακεί μόνος του κατ΄ισχυρισμόν σε τροχαίο δυστύχημα το οποίο ουδέποτε δήλωσε στην Αστυνομία επειδή ως ισχυρίζεται κατά τον χρόνο του δυστυχήματος οδηγούσε χωρίς ασφάλεια και άδεια κυκλοφορίας. (βλ. τη θεληματική κατάθεσή του, την οποία υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ως το Τεκμήριο 2). Επομένως, ο Κατηγορούμενος, ψευδολογούσε σε εκείνη τη συνάντησή τους πριν τα Χριστούγεννα ότι θα επέστρεφε το όχημα σε 2 ημέρες, επειδή όπως εξήγησε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος «ήθελε να του το φέρει με τρόπο» του ΜΚ2, λόγω της ηλικίας του. Μετά την καταγγελία του ΜΚ2 κατά του Κατηγορούμενου στην Αστυνομία, συναντήθηκαν εκ νέου οι τρεις τους και ο Κατηγορούμενος αξίωνε να αγοράσει το όχημα του ΜΚ2 για το ποσό των 1500 ευρώ με μηνιαίες δόσεις, αντί να του ομολογήσει ότι το είχε ήδη πωλήσει σε τρίτον και ότι ένα τέτοιο ποσό μόνο ως αποζημίωση του ΜΚ2 θα μπορούσε πλέον να νοείται. Απέκρυψε ακόμη και τότε την αλήθεια από τον ΜΚ2 ο Κατηγορούμενος, στην παρουσία του ΜΚ
- ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΔΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Μετά την απαγγελία της καταδικαστικής απόφασης, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες꞉ Πρώτον, βάσει απόφασης ημερ. 12.9.1996, στην ποινική υπόθεση αρ. 4896/1996 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, για αδικήματα διαρρήξεων εν καιρώ νυχτός, όπου του επιβλήθηκε κατά ανώτατο όριο τριετής ποινή φυλάκισης, αφού λήφθηκαν υπόψη άλλες τέσσερις υποθέσεις, ως εξής꞉ Η υπόθεση 15516/96, για το αδίκημα κλοπής από κατοικία. Η υπόθεση 647/95 για το αδίκημα διάρρηξης κατοικίας. Η υπόθεση 847/96 για το αδίκημα δημόσιας βλάβης και για 6 υποθέσεις διαρρήξεων. Η υπόθεση 2428/96 για το αδίκημα της απόδρασης από νόμιμη κράτηση. Δεύτερον, βάσει απόφασης ημερ. 22.12.2000, στην ποινική υπόθεση αρ. 6107/2000 του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, όπου καταδικάστηκε για αδικήματα πλαστογραφίας εγγράφου, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, πλαστοπροσωπίας και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Επιβλήθηκε, την 22.12.00, κατά ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης 5 χρόνων. Ο συνήγορος Υπεράσπισης δήλωσε ότι είναι παραδεκτές οι πιο πάνω προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορούμενου. Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ Αμέσως μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία έκθεσης από λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Η έκθεση ετοιμάστηκε ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση στις κεντρικές φυλακές. Η συντάκτρια της πιο πάνω έκθεσης αναφέρει ρητά στο τέλος αυτής ότι βασίζεται στα λεγόμενα του ιδίου του Κατηγορούμενου, χωρίς διασταύρωση των δεδομένων. Η εν λόγω Έκθεση παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο ως εξής꞉ · Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στις 23.4.
- Είναι ηλικίας 42 ετών. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λάρνακα. Προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια, χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν ηλικίας 8 ετών. Έχει ακόμη δύο μικρότερα σε ηλικία αδέλφια. Ο πατέρας του απεβίωσε το
- Η μητέρα του, η οποία είναι ηλικίας 66 ετών, είναι συνταξιούχος, διαμένει στο Μενεού και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Η μητέρα του ήταν αυτή που ανέλαβε τη γονική μέριμνα του Κατηγορούμενου μετά το χωρισμό από τον πατέρα του, ο οποίος μέχρι και το θάνατό του αδιαφορούσε για τα παιδιά του πλήρως. · Ο Κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι το δημοτικό σχολείο, διέκοψε δε τη φοίτηση λόγω οικονομικών και οικογενειακών προβλημάτων και εργάστηκε στις οικοδομές για να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του. Πήρε απαλλαγή από την εκτέλεση της στρατιωτικής του θητείας λόγω απροσάρμοστης συμπεριφοράς. · Το 1995 παντρεύτηκε για πρώτη φορά και από αυτόν τον πρώτο του γάμο απέκτησε μια κόρη ηλικίας 21 ετών. Το 1999 χώρισε με τη σύζυγό του. Προσπαθεί να στηρίζει οικονομικά την κόρη του. Το 2000, ενόσω τελούσε υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές, τέλεσε δεύτερο γάμο, από τον οποίο απέκτησε μια κόρη η οποία είναι ηλικίας 14 ετών. Το 2012 πήρε διαζύγιο από τη δεύτερη σύζυγο. Το 2017 σύναψε με δεσμό με άλλη γυναίκα, η οποία βρίσκεται στον έβδομο μήνα της κύησης. · Το 2003 λειτούργησε εργοληπτική εταιρεία, η οποία διέκοψε τη λειτουργία της το 2011 λόγω οικονομικών δυσκολιών που παρουσιάστηκαν. Ακολούθως, συντηρείτο οικονομικά από μετοχές που διατηρούσε στην εταιρεία «Λύκος Security». Το 2014 διέκοψε τη συνεργασία του με την εταιρεία αυτή, λόγω διαφωνίας με άλλο πρόσωπο σε αυτήν. Πριν τη σύλληψη του εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας. Επιπλέον, λάμβανε από οφειλόμενες εισπράξεις προηγούμενων συνεργατών του από την εταιρεία «Λύκος Security», το χρηματικό ποσό των €
- Έχει χρέος €1.500 από δάνειο στο οποίο δεν καταβάλλει μηνιαία δόση και έχει οικία στην περιοχή Παραλιμνίου στην οποία διαμένει η πρώην σύζυγός του από το δεύτερό του γάμο μαζί με την ανήλικη κόρη τους. Βάσει δικαστικών διαταγμάτων καταβάλλει μηνιαία διατροφή €400 για τις δυο του κόρες και επίσης χρηματικό ποσό €250 για την κάλυψη των φοιτητικών εξόδων της μιας του κόρης και €200 ως δίδακτρα για τις αθλητικές δραστηριότητες της άλλης του κόρης. · Έκανε χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών (κοκαΐνης) από την ηλικία των 28 ετών, την οποία διέκοψε πριν από 5 περίπου χρόνια, μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη. Επίσης, από την ηλικία των 28 ετών, ανέφερε ότι παρουσιάζει καρδιολογικά προβλήματα, για τα οποία παρακολουθείται από αρμόδιους γιατρούς. Αντίγραφο της έκθεσης που ετοιμάστηκε δόθηκε στο συνήγορο Υπεράσπισης, ο οποίος την υιοθέτησε ως μέρος της αγόρευσής του για μετριασμό της ποινής. ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΓΙΑ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Με γραπτό κείμενο αγόρευσης, ο συνήγορος Υπεράσπισης ανέπτυξε στο Δικαστήριο το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων που ζητεί όπως ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, παραπέμποντας σε συναφή νομολογία. Αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, ο συνήγορος Υπεράσπισης αναφέρθηκε σε περαιτέρω πληροφορίες σε ό,τι αφορά την κατάσταση της υγείας του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του꞉ Το 2010 ο Κατηγορούμενος υπέστη έμφραγμα μυοκαρδίου. Του τοποθετήθηκε stent για διάνοιξη κλειστής αρτηρίας. Το 2015 ο Κατηγορούμενος έπαθε δεύτερο έμφραγμα. Στις 25.1.2016 ο Κατηγορούμενος έπαθε εγκεφαλικό και του άφησε προβλήματα όρασης και υπεβλήθη σε αποθεραπεία διάρκειας περίπου ενός
(1)χρόνου. Το Δεκέμβρη του 2017 ο Κατηγορούμενος υπέστη τρίτο έμφραγμα ενόσω βρισκόταν υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές και υπεβλήθη σε επέμβαση τύπου μπαλονάκι. Ήταν ο ισχυρισμός του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ως υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, για άλλη υπόθεση του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, δεν μπόρεσε να προσκομίσει στο Δικηγόρο του ιατρικά πιστοποιητικά. Όσον αφορά τις οικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενο κατά την επίδικη περίοδο, ο συνήγορος Υπεράσπισης έστρεψε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι μετά το κούρεμα του 2013, ο Κατηγορούμενος καταστράφηκε οικονομικά και μετέβηκε στην Ουκρανία όπου δημιούργησε εταιρεία εισαγωγών και εξαγωγών, αλλά μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία έφυγε χάνοντας όλα σχεδόν τα χρήματά του. Δύο ουσιώδεις μετριαστικούς παράγοντες επικαλέστηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης꞉ Πρώτον, ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου για την παρούσα υπόθεση, για την οποία δεν ευθύνεται ο Κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα αυτός να βρίσκεται ένοχος μετά πάροδο 4 και πλέον ετών για τρία αδικήματα που διέπραξε το 2013. Στο διάστημα αυτό οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου έχουν αλλάξει πολύ, η κατάσταση της υγείας του έχει επιδεινωθεί και όσον αφορά την οικογενειακή του κατάσταση αναμένει να γίνει πατέρας τρίτου παιδιού. Δεύτερον, ότι ο Κατηγορούμενος αισθάνεται έντονο αίσθημα αδικίας όσον αφορά το χειρισμό της υπόθεσης από τις ανακριτικές και εισαγγελικές αρχές καθότι ενώ είχαν στα χέρια τους στοιχεία όσον αφορά το ρόλο που διαδραμάτισε ο Κώστας Άσπρου (ΜΚ6), επέλεξαν να μην τον διώξουν ποινικά, παρότι είχε προβεί σε θεληματική κατάθεση ότι ο ίδιος πλαστογράφησε την επίδικη επιταγή και την έθεσε σε κυκλοφορία δίνοντάς την στον Κατηγορούμενο. Την ίδια μαρτυρία έδωσε και ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία. Η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να κρατήσει ευνοϊκή στάση απέναντι στο πιο πάνω πρόσωπο, για να εξασφαλίσει τη μαρτυρία του και να πετύχει την καταδίκη του κατηγορούμενου. Παραβιάστηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών (βλ. Κάττου κ.α. ν Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 498), και τούτο καλείται το Δικαστήριο να το λάβει σοβαρά υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όσον αφορά τις δύο προηγούμενες καταδίκες που έχει ο Κατηγορούμενος στο ποινικό του μητρώο, ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι, αν και είναι παραδεκτές, εντούτοις χρονολογούνται τελευταία το
- Από το 2003 που αποφυλακίστηκε, δεν είχε απασχολήσει τα Δικαστήρια με παρόμοια αδικήματα. Καταληκτικά ήταν η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος δικαιούται να τύχει κάθε δυνατής επιείκειας την οποία και ζητεί από το Σεβαστό Δικαστήριο. ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο αρχίζει από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα, εξατομικεύει την ποινή, έτσι ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Οι προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές Το άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι꞉ «
- Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης.». Το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι꞉ «
- Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.». Το άρθρο 336 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι꞉ «
- Όποιος πλαστογραφεί διαθήκη, έγγραφο τίτλου γης, δικαστικό πρακτικό, πληρεξούσιο έγγραφο, τραπεζογραμμάτιο, συναλλαγματική, γραμμάτιο εις διαταγή ή άλλο διαπραγματεύσιμο έγγραφο, ασφαλιστήριο, τραπεζιτική επιταγή ή άλλη εξουσιοδότηση πληρωμής χρημάτων από πρόσωπο που διεξάγει εργασία ως τραπεζίτης, περιλαμβανομένης πιστωτικής κάρτας, υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων.». Το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι꞉ «298.-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Το άρθρο 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι꞉ «262. Αυτός που κλέβει ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή.» Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ασκώντας τις εξουσίες που του χορηγεί το άρθρο 24
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, έδωσε τη συγκατάθεσή του έτσι ώστε να αχθεί ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου η παρούσα υπόθεση για συνοπτική εκδίκαση και ως εκ τούτου, η μέγιστη ποινή φυλάκισης που είναι δυνατόν να επιβληθεί για τα αδικήματα που περιγράφουν τα άρθρα 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα περιορίζεται κατ' ανώτατο όριο στα 5 χρόνια, ως είναι το όριο δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η νομολογιακή αντιμετώπιση των αδικημάτων και των μετριαστικών παραγόντων. Αναφορικά με το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστογραφημένης επιταγής και της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Στην υπόθεση Φώτος Χ''Δημητρίου ν Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104, ο εφεσείων έκλεψε μία τραπεζική επιταγή για το ποσό των £1.052,15σ που αφορούσε επιστροφή φόρου εισοδήματος σε τρίτο πρόσωπο. Στη συνέχεια, πλαστογράφησε την επιταγή, οπισθογραφώντας την πρώτα με το όνομα του δικαιούχου και, ακολούθως, με το όνομα τρίτου προσώπου του οποίου την ταυτότητα είχε κλέψει και, παρουσιάζοντάς την ως δική του, άνοιξε λογαριασμό. Στη συνέχεια παρουσίασε την κλεμμένη και πλαστογραφημένη επιταγή και απέσυρε £250 σε μετρητά. Μετά από ακροαματική διαδικασία κατά την οποία ο εφεσείων παρουσίασε μόνος του την υπεράσπισή του, βρέθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο σε δύο κατηγορίες κλοπής, δύο κατηγορίες πλαστογραφίας, μια κατηγορία κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, μια κατηγορία πλαστοπροσωπείας και μια κατηγορία απόσπασης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων. Του επιβλήθηκε ποινή δεκαοκτάμηνης φυλάκισης στις κατηγορίες της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστής επιταγής και δωδεκάμηνης φυλάκισης στις υπόλοιπες κατηγορίες, με διαταγή να συντρέχουν. Κατ' έφεση, το Κακουργιοδικείο επικύρωσε την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή, απορρίπτοντας την εισήγηση περί υπερβολικής ποινής. Και τούτο, παρά το ότι ο Εφεσείων ήταν 40 ετών, έγγαμος με ένα παιδί δώδεκα ετών, καθηγητής σωματικής αγωγής, ο οποίος κινδύνευε να απωλέσει την εργασία και τα οφελήματά του μετά από είκοσι χρόνια υπηρεσίας, αλλά και παρά το μικρό μέγεθος της ζημιάς που υπέστη ο νόμιμος δικαιούχος της επιταγής (£250). Στην απόφαση ημερ. 12.4.2017 στην Πoινική ΄Εφεση αρ.77/2016, Ανδρέας Μάππουρας ν Αστυνομίας, ο Εφεσείων πλαστογράφησε και κυκλοφόρησε την επιταγή του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου, η οποία εκδόθηκε από την εταιρεία Otriros Enterprises Ltd συμπληρώνοντας την αριθμητικώς και ολογράφως για το ποσό των €1,000 και υπογράφοντας την με το όνομα του, χωρίς την εξουσιοδότηση του διευθυντή της εταιρείας S.G.Leonid. Το ίδιο έγινε στις 13.11.2011 για επίσης ποσό €1,000, στις 30.10.2011 για ποσό €1,651.56, στις 23.11.2011 για ποσό €1,684,75, το ίδιο έγινε στις 15.12.11 για το ποσό των €1,799.56 και στις 30.10.2011 για ποσό €704.30. Επίσης, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος ότι μεταξύ Ιουλίου 2011 και Σεπτεμβρίου 2011 με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από την εταιρεία THE L.M. CHEMICAL INDUSTRY LTD μέσω της Μαρίας Μιχαηλίδου προϊόντα ειδών καθαρισμού συνολικής αξίας €7.840,17, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι ο εφεσείων εξέδωσε τις πιο πάνω αναφερόμενες επιταγές για την αγορά των προϊόντων, ψευδώς προσποιηθείς ότι οι επιταγές ήταν γνήσιες, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένες. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών σε κάθε κατηγορία πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και φυλάκισης 4 μηνών για το αδίκημα της απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις, ομοίως συντρέχουσα με τις λοιπές. Εφεσιβλήθηκε η καταδίκη, όχι όμως η ποινή. Στην Μάριος Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540 ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, μετά από δική του παραδοχή, σε κατηγορίες (α) κλοπής υλικού διαβιβαζομένου ταχυδρομικώς, (β) πλαστογραφίας τραπεζικής επιταγής, (γ) κυκλοφορίας πλαστογραφημένης τραπεζικής επιταγής και (δ) απόσπασης χρημάτων διά ψευδών παραστάσεων. Το Επαρχιακό Δικαστήριο, στο οποίο παραπέμφθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης, με τη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα, του επέβαλε στις 15.1.2001 συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης 14, 15, 15 και 12 μηνών αντίστοιχα στις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Επιπρόσθετα ενεργοποίησε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών με αναστολή τριών ετών, που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα την 29.5.98 στην υπόθεση 13473/97 που αφορούσε παρόμοια αδικήματα. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη, μετά από αίτημα του εφεσείοντα και συγκατάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, η εκκρεμής υπόθεση αρ. 8281/2000, η οποία αφορούσε κλοπή τραπεζικής επιταγής, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας και απόσπασης διά ψευδών παραστάσεων του χρηματικού ποσού των £200,=. Ο καταδικασθής άσκησε έφεση κατά της ποινής. Ήταν ηλικίας 41 ετών, γεννήθηκε εκτός γάμου και πέρασε τη μεγαλύτερη περίοδο της παιδικής και εφηβικής ηλικίας σε ιδρύματα. Τέλεσε τρεις γάμους από τους οποίους απέκτησε τέσσερα παιδιά. Επέδειξε επαγγελματική αστάθεια και πολύ συχνά στηριζόταν στο Ταμείο Δημοσίων Βοηθημάτων για να καλύψει τις ανάγκες του. Έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα και κατάθλιψη και παρακολουθείτο από ψυχίατρο. Δεν αποζημίωσε την παραπονούμενη. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής διά τεχνάσματος Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104: «Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Πρόκειται για αδικήματα που διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα και χρήζουν, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αυστηρής αντιμετώπισης. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Michal Bukowski v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί, αδικήματα αυτής της φύσης είναι αδικήματα που απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά, γι' αυτό και οι ποινές που επιβάλλονται θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές». Τα Δικαστήρια, διαχρονικά έχουν αντιμετωπίσει με αυστηρότητα τα αδικήματα του είδους, επιβάλλοντας πολύχρονες ποινές φυλάκισης, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου οι κατηγορούμενοι εβαρύνοντο και με προηγούμενες καταδίκες. Όπως για παράδειγμα στην υπόθεση Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών για σωρεία διαρρήξεων και κλοπών. Ο κατηγορούμενος εβαρύνετο με τρεις προηγούμενες καταδίκες, ενώ είχε ληφθεί υπόψη η άμεση παραδοχή του. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών. Σε σχέση με την ύπαρξη δύο προηγούμενων καταδικών στο ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτές θα πρέπει να διαβάζονται υπό το φως της γενικής αρχής δικαίου ότι ο κατηγορούμενος δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη τιμωρηθεί. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο διάπραξης και τη φύση των αδικημάτων, την επιείκεια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο. Οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του Κατηγορουμένου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Δηλαδή, οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής ως δείχτης της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους νόμους της πολιτείας. Στην υπόθεση Σωτήρη Ζαχαρία Γεωργίου, άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 επεξηγήθηκε η σημασία των προηγούμενων καταδικών, με αναφορά στο σύγγραμμα "Sentencing and Penal Policy" του Andrew Ashworth, σελ. 209, όπου αναφέρονται τα εξής: «The general principle: progressive loss of mitigation The general principle is that with each subsequent conviction an offender progressively loses the mitigation which he had as a first offender; but, on the other hand, no matter how long his record of previous convictions, this 'will not justify the imposition of a term of imprisonment in excess of the permissible ceiling for the facts of the immediate offence'. The gravity of his present offence sets the ceiling for the sentence and, although a long criminal record loses him mitigation, it should not be allowed to operate as an aggravating factor. The proper approach is for the court to determine the sentence appropriate for the offence, and then to consider whether it can extend some leniency to the offender, having regard to his record. If the record is bad, it probably cannot.» Σε μετάφραση: «Η γενική αρχή: προοδευτική απώλεια της μείωσης Σύμφωνα με τη γενική αρχή με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο, πλην όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρυμένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος. Η σοβαρότητα του παρόντος αδικήματος θέτει την οροφή για την ποινή, και αν και ένα μακρό ποινικό μητρώο του στερεί την μείωση, δεν πρέπει να του επιτραπεί να λειτουργήσει ως επιβαρυντικός παράγων. Η ορθή προσέγγιση είναι ο καθορισμός από το Δικαστήριο της ποινής που είναι κατάλληλη για το αδίκημα και μετά να εξετάσει κατά πόσο μπορεί να παράσχει κάποια μείωση στον κατηγορούμενο λαμβανομένου υπόψη του μητρώου του. Αν το μητρώο είναι βεραρυμένο, πιθανόν να μη μπορεί.» Πώς επενεργεί η καθυστέρηση δίωξης ή/και έναρξης της δίκης Όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής της ποινής, τόσο απομειώνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, εφόσον στο μεσοδιάστημα παρατηρείται ριζική ή θετική μεταβολή των συνθηκών του Κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71). Σε σχέση με την καθυστέρηση στην καταχώριση του κατηγορητηρίου και κατ'επέκταση την καθυστέρηση στην επιβολή ποινής εν σχέση προς την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, παραπέμπω στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ 617, απόσπασμα της οποία παρατίθεται πιο κάτω: «Αποτελεί πάγια πλέον θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώριση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Farfaros v. Republic
(1963)2 C.L.R. 36, Machi Ltd v. Social Insurance Officer
(1968)2 C.L.R. 305, Terlas v. Police
(1970)2 C.L.R. 30, Temenos v. Republic
(1984)2 C.L.R. 425, 429-30, Ioannou v. Police
(1985)2 C.L.R. 14, 31, Katsounis v. Police
(1988)2 C.L.R. 180). Στη M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 (απόφαση Πική, Π.) υποδείχθηκε πως η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Στην παρούσα υπόθεση οι εκκαλούμενες ποινές έχουν επιβληθεί 40 μήνες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Αυτός ο παράγων είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Μάλιστα έχει νομολογηθεί ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, 10, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, 271, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Στη Γεωργίου (πιο πάνω) το Εφετείο είχε να αποφασίσει κατά πόσο η περίπτωση ήταν κατάλληλη για μετατροπή της ποινής προστίμου σε ποινή φυλάκισης, που το πρωτόδικο δικαστήριο, λανθασμένα δεν επέβαλε στον εφεσίβλητο. Έκρινε ότι υπεισέρχεται προς εξέταση ο παράγων του χρόνου των 3 ½ ετών που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Με αναφορά στα νομολογηθέντα στις υποθέσεις Τέλλα και Αβρααμίδη (πιο πάνω) το Εφετείο - με απόφαση που δόθηκε από τον Κραμβή, Δ. - θεώρησε ότι «ο χρόνος που πέρασε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα σε συνάρτηση προς το μεταγενέστερο γεγονός του γάμου του εφεσίβλητου το οποίο, ως τυχαία απόρροια του διαρρεύσαντος χρόνου, συνεπάγεται μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του εφεσίβλητου, αποτελεί παράγοντα ο οποίος καθιστά ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον εφεσίβλητο σ' αυτό το στάδιο». Υπό τις περιστάσεις έκρινε πως δεν υπάρχει ο,τιδήποτε το απολύτως αναγκαίο που να καθιστά απαραίτητη την επέμβαση του Εφετείου για μετατροπή των ποινών που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο. Στην παρούσα υπόθεση για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνονται οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι και σε τέτοια περίπτωση οι τελευταίοι δεν μπορούν να την επικαλούνται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273). Πρέπει στο σημείο αυτό να υποδείξουμε ότι η διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αναφορικά με το χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068). Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να είχε λάβει πρόσφορα και δραστικά μέτρα για την απρόσκοπτη εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο όπως επιτάσσουν οι πρόνοιες του Συντάγματος. Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων. Στην Αρέστη (πιο πάνω) ο Πικής, Π. υπέδειξε ότι: «Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει της απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του.» Το θέμα της καθυστέρησης εξετάζεται για να κριθεί αν η δίκη ήταν δίκαιη, όπως ορίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Ωστόσο ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη." Πως επενεργεί η μη δίωξη συναυτουργού ή συνεργού. Στην απόφαση Ανδρέας Γερμανός ν Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 525 έγινε αναδρομή στη νομολογία που αποδέχεται και καθιερώνει τον παράγοντα της παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών ως μετριαστικό παράγοντα κατά την επιμέτρηση της ποινής. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα꞉ «Τα ακόλουθα αποσπάσματα από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Νικήτα ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 156 συνοψίζουν με σαφήνεια τις αρχές αυτές ως ακολούθως: "...Ο κ. Χατζηκύρου για τη Δημοκρατία αντέταξε ότι το δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να διακόψει υπόθεση είναι καθιερωμένο, όπως είναι και το ότι δεν έχει υποχρέωση να δίδει λόγους για την άσκηση του σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση. Υποδείξαμε ότι αυτό δεν είναι το θέμα (η Police v. Athienitis
(1983)2 C.L.R. 194 έχει προ πολλού αναγνωρίσει τούτο), το οποίο έγκειται στο ότι, δεδομένης της δικαιωματικώς ασκηθείσας διακοπής των κατηγοριών εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 4 από το Γενικό Εισαγγελέα, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ' όψη του το γεγονός τούτο για σκοπούς ίσης μεταχείρισης. Η αρχή αυτή είναι εξ ίσου καλά καθιερωμένη (ίδε Georgiou et at v. Republic
(1986)2 C.L.R. 109), συναρτώμενη προς την ευρύτερη αρχή της ίσης μεταχείρισης παραβατών που βρίσκονται στην ίδια θέση (ίδε Nicolaou v. The Police
(1969)2 C.L.R. 120), και διατυπώθηκε με σαφήνεια από τον Πική, Δ. (ως ήτο τότε) στην Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, σ. 513: «Το γεγονός ότι δεν ελέγχεται δικαστικά η άσκηση των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα βάσει του Άρθρου 113.2 δεν απαλλάττει τις δικαστικές αρχές από την υποχρέωση για αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, περιλαμβανομένης και της ισότητας που κατοχυρώνει το Άρθρο 28. Η μη δίωξη ή αναστολή της δίωξης ενός των συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα ούτε απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται. Επενεργεί όμως (η μη δίωξη) ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής ώστε, με την απάμβλυνση της ανισοσκέλιας στη μεταχείρηση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείρηση. Η ισότητα στη μεταχείρηση έχει ως λόγο την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης και την τιμωρία όλων που συνήργησαν στο έγκλημα. Εφόσον η δίωξη των παραβατών είναι εκτός του ελέγχου των δικαστικών αρχών, η παράλειψη δίωξης ενός από αυτούς λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής των υπολοίπων προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείρηση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος.» .................................................................................................... .................................................................................................... Είναι γι' αυτό το λόγο που η νομολογία που ακολούθησε συνεχίζει να αναγνωρίζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης προκειμένου περί μη δίωξης συνεργού ή διακοπής δίωξης συγκατηγορουμένου, αρχή που όπως επιγραμματικά το έθεσε ο Πικής, Π. στη Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141, σε. 152 «. έχει βαθιές ρίζες στο δίκαιο. Αποτελεί μέρος του σκληρού πυρήνα της Δικαιοσύνης». Περαιτέρω αναφορά γίνεται στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Λοΐζου κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 371, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104 και Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225." Επιλογή είδους και εύρους της ποινής. Έχοντας κατά νου τη μέγιστη προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή για κάθε ένα από τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος και τον πήχη που έθεσε η νομολογία αναλόγως των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του παραβάτη στις οποίες αναφέρθηκα πιο πάνω, σταθμίζοντας τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των λοιπών παραμέτρων τη νομική πτυχή των οποίων ανέλυσα πιο πάνω (απόσταση χρόνου από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία επιβολής της ποινής, μη δίωξη του ΜΚ6 και το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου), σημειώνω τα εξής: Αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έχει βεβαρυμένο ποινικό μητρώο με ομοειδή αδικήματα, δηλαδή αδικήματα που στρέφονταν κατά της περιουσίας τρίτων προσώπων. Παρά το ότι η τελευταία καταδίκη του για τα εν λόγω ομοειδή αδικήματα είναι απομακρυσμένη χρονικά από την παρούσα σε αισθητό βαθμό (χρονολογείται από το Δεκέμβρη του 2000 - ποινική υπόθεση 6107/2000), εντούτοις ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται να επανέρχεται με αξιόποινη συμπεριφορά που εκδηλώνει μια ροπή στα αδικήματα κατά της περιουσίας και τούτο δημιουργεί ανησυχία στο Δικαστήριο για τη μελλοντική του διαγωγή. Η ποινή θα πρέπει να είναι αποτρεπτική. Η καθυστέρηση από τις ημερομηνίες διάπραξης των αδικημάτων (Απρίλη - Δεκέμβρη του 2013) μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης του κατηγορητηρίου 2.7.2015 είναι η μόνη περίοδος για την οποία δεν ευθύνεται ο Κατηγορούμενος. Σε λεπτομερέστερη ανάλυση του χρόνου που παρήλθε μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου έχω προβεί στην απόφαση ημερ. 30.1.
- Επομένως, πρόκειται για καθυστέρηση περί τον ενάμιση χρόνο. Εν πάση περιπτώσει, μετριαστικά θα ληφθεί υπόψη το ίδιο το γεγονός ότι η ποινή επιβάλλεται 5 χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Είναι παράγοντας που συντείνει στο να μειωθεί το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί, χωρίς όμως τούτο να αποτελεί λόγο απογύμνωσης της ποινής από την αποτρεπτική χροιά που επιβάλλεται να έχει δεδομένου και του ποινικού μητρώου του Κατηγορούμενου. Η μη δίωξη του ΜΚ6 είναι δυνατό να λειτουργήσει μετριαστικά, υπό την έννοια ότι εκείνος πρώτος κυκλοφόρησε την επίδικη επιταγή δίδοντάς την στον Κατηγορούμενο ενώ δεν διώχθηκε ποινικά, πλην όμως ο μετριασμός της ποινής του κατηγορούμενου για τις κατηγορίες 1 και 2 δεν χωρεί σε συντριπτικό βαθμό, εφόσον ο ΜΚ6, ως η μαρτυρία του, παραίνεσε τον Κατηγορούμενο να μην κυκλοφορήσει την επιταγή σε τρίτα πρόσωπα και συνεπώς δεν υπέχει τη θέση συναυτουργού ή συνεργού στην κυκλοφορία της προς τον παραπονούμενο ΜΚ
- Οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου και ιδίως η κατάσταση της υγείας του λαμβάνονται υπόψη μετριαστικά, πλην όμως, όπως αναδεικνύει η νομολογία, υπερέχει το καθήκον του Δικαστηρίου να προστατεύσει το κοινωνικό σύνολο από συμπεριφορές όπως αυτές του Κατηγορούμενου. Επιβαρυντικό παράγοντα αποτελεί το γεγονός ότι ουδείς εκ των παραπονουμένων (ΜΚ2 και ΜΚ8) έχει αποζημιωθεί μέχρι σήμερα από τον Κατηγορούμενο. Επιβάλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες συντρέχουσες ποινές꞉ για την κατηγορία αρ. 1, ποινή φυλάκισης 12 μηνών. για τις κατηγορία αρ. 2, ποινή φυλάκισης 10 μηνών. για την κατηγορία αρ. 4, ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Αν δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης Δεν διατυπώθηκε οποιαδήποτε εισήγηση για αναστολή τυχόν ποινής φυλάκισης στο πλαίσιο της αγόρευσης του συνηγόρου Υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο θα εξετάσει το ζήτημα αυτό. Το άρθρο 3
(2)του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Αρ.95/72) αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην απόφαση, ημερ. 9.11.2016, στην Ποινική Εφεση Αρ. 124/2016, Πάτερ Δημήτριος Πιττάης Χρυσοδόντας ν. Αστυνομίας, σημειώθηκαν τα εξής με παραπομπή στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, 939: «Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην πιο πάνω απόφαση Χρυσοδόντας επικυρώθηκε κατ' έφεση η μη αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε πρωτόδικα, εφόσον η απουσία αποζημίωσης των παραπονουμένων στερούσε από τον εφεσείοντα το στοιχείο της έμπρακτης μεταμέλειας. Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος δεν αποζημίωσε τους παραπονούμενους ΜΚ2 και ΜΚ8 για το ποσό χρημάτων και εμπορευμάτων που απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις καθώς και για την αξία του οχήματος που έκλεψε με τέχνασμα, ήτοι λαμβάνοντας κατοχή του οχήματος δήθεν προσωρινά και εν συνεχεία υφαρπάζοντας τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη αφού το κατακράτησε για μεγαλύτερη χρονική περίοδο από η συμφωνηθείσα, χωρίς δικαίωμα, το αποξένωσε από το νόμιμο ιδιοκτήτη του, ήτοι το πώλησε σε τρίτο πρόσωπο χωρίς την εξουσιοδότησή του ιδιοκτήτη του. Δεν υπάρχουν στοιχεία έμπρακτης μεταμέλειας στην όλη συμπεριφορά του. Τα αδικήματα είναι σοβαρά, βρίσκονται σε έξαρση, ο Κατηγορούμενος διέπραξε ομοειδή αδικήματα στο παρελθόν και συνεπώς όλοι οι παράγοντες συνεκτιμημένοι οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι δεν δικαιολογείται αναστολή της ποινής. Η ποινή φυλάκισης θα είναι άμεση με έναρξη ισχύος από σήμερα. Θα μειωθεί ωστόσο η διάρκεια της φυλάκισης που θα εκτίσει ο Κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 30.1.2018 μέχρι σήμερα, που τελούσε υπό κράτηση ως υπόδικος για την παρούσα υπόθεση, όπως ορίζει το άρθρο 117του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργήθηκαν €370 έξοδα. Τα έξοδα αυτά να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Δίδονται οδηγίες όπως καθ' όλη την περίοδο κράτησης του Κατηγορούμενου παρέχεται σε αυτόν η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που ήθελε κριθεί ότι χρειάζεται. (υπ.)............................. Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο