Δημοκρατία ν. Ozhigov, Αρ. Υπόθεσης: 1052/17, 23/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2018:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ / ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου : Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Λ. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1052/17 Δημοκρατία ν. Ozhigov Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23 Ιουλίου, 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αντωνίου Για τον κατηγορούμενο: κα. Γκ. Χρυσάφη Κατηγορούμενος: Παρών κα. Ζάνα Λαζίδου εκτελεί χρέη διερμηνέας από τα Ελληνικά στα Ρωσικά και αντίστροφα ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του Νόμου 166/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 12.4.2017 στην Αγ. Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον Κ. Χ. από τη Λευκωσία. Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, έχουν ως ακολούθως: Στις 12/4/2017, μέρα Τρίτη, ο Κ.Χ. γνώστης της ρωσικής γλώσσας, είχε μεταβεί με φίλο του στην Αγία Νάπα για διασκέδαση. Μετέβηκε σε μπυραρία με φίλο του και εκεί γνώρισε την A. K. από την Ρωσία, η οποία επίσης ήταν εκεί με κάποια φίλη της και διασκέδαζαν μαζί. Αυτή δεν του ανάφερε ότι ήταν η σύντροφος του κατηγορούμενου και ότι βρίσκονταν μαζί για διακοπές στην Αγία Νάπα. Η A.K. είχε καταναλώσει αλκοόλ και έφυγε από την μπυραρία μαζί με τον Κ.Χ. Όταν πλησίασαν στην περιοχή του διαμερίσματος όπου αυτή διέμενε με τον κατηγορούμενο ανάφερε στον K.Χ. ότι δεν ήθελε να πάει πάνω στο διαμέρισμα μαζί της, ισχυριζόμενη ότι έμενε εκεί με τον εξάδελφο της. Στη συνέχεια, ενώ βρίσκονταν στον δρόμο κοντά στο διαμέρισμα άρχισαν να φιλιούνται. Ο κατηγορούμενος τους είδε και αφού έτρεξε προς το μέρος τους χτύπησε τον K.Χ. στον λαιμό. Η A.K. είχε πέσει στο έδαφος, από άγνωστη αιτία, και έλεγε στον Κ.Χ. ότι ο κατηγορούμενος είναι ο σύζυγος της. Ο κατηγορούμενος σήκωσε την A.K. από το έδαφος και κατευθύνθηκαν προς το διαμέρισμα. Το συμβάν καταγράφηκε από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης σε μια μέτριας ποιότητας καταγραφή. Ο Κ.Χ. από το χτύπημα, αρχικά ένιωσε μόνο ζαλάδα και για τις επόμενες πέντε μέρες δεν είχε οποιαδήποτε συμπτώματα σοβαρής βλάβης. Την Κυριακή το απόγευμα ο K.Χ. ένιωσε πονοκέφαλο και την Δευτέρα, στις 18/4/2017, όταν ξύπνησε για να πάει δουλειά δεν μπορούσε να μιλήσει. Μετέβηκε στην εργασία του και εκεί άρχισε να χάνει τις αισθήσεις του. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας σε κατάσταση αφασίας. Εκεί νοσηλεύτηκε και από τις εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι υπήρξε διαχωρισμός της καρωτίδας, κάτι το οποίο προκαλείται συνήθως μετά από τραυματισμό. Αυτό οδήγησε σε ισχαιμία και βλάβη στον εγκέφαλο, συνεπεία της οποίας, παρόλο που συνεχίζει να υποβάλλεται σε θεραπεία και εξετάσεις, ο K.Χ. μπορεί να εκφράσει μόνο μικρές λέξεις ή φράσεις και δεν αναμένεται ουσιαστική βελτίωση στην κατάσταση του. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η κα Χρυσάφη στην αναλυτική αγόρευση της προς μετριασμό της ποινής, εστίασε τη προσοχή μας ιδιαίτερα στα γεγονότα που οδήγησαν τον κατηγορούμενο να τελέσει την πράξη για την οποία κατηγορείται και επιγραμματικά αναφέρθηκε στα πιο κάτω σημεία.
- Στη συναισθηματική πρόκληση που του δημιουργήθηκε βλέποντας τη συμβία του να φιλιέται με ένα άγνωστο άνδρα. Συνετρίβη και καταρρακώθηκε ο ανδρικός του εγωισμός. Έχασε τον αυτοέλεγχο του παρασυρόμενος από τη συμπεριφορά της συμβίας του, αλλά και από το νεαρό της ηλικίας του. Γενεσιουργός αιτία του κακού ήταν η συμβία του.
- Ο κατηγορούμενος είναι πολύ ήσυχο άτομο και ελλείπει από τη πράξη του ο προσχεδιασμός. Αντέδρασε αυθόρμητα χωρίς καθόλου να προβλέψει τα αποτελέσματα των πράξεων του και τελείως απερίσκεπτα.
- Δεν είχε σκοπό να κτυπήσει σοβαρά τον παραπονούμενο. Όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου, κάτω από συναισθηματική φόρτιση.
- Επρόκειτο για ένα ατυχές συμβάν χωρίς προσχεδιασμό ή καν συμπλοκή μεταξύ του κατηγορούμενου και του παραπονούμενου.
- Έδωσε έμφαση στη παραδοχή και τη συνεργασία του με την αστυνομία, καθώς και στο λευκό ποινικό μητρώο του.
- Αναφέρθηκε στο τραύμα του παραπονούμενου και ότι πέρασαν 5 ημέρες από το συμβάν για να δημιουργηθεί η αποκόλληση της καρωτίδας. Πρόκειται ως εξήγησε για μια σπάνια περίπτωση.
- Αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως εκτίθενται στην κοινωνική έρευνα καθώς και στο νεαρό της ηλικίας του.
- Ήταν τέλος η θέση της ότι, αν το δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή ποινή φυλάκισης, οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι τέτοιες, που δικαιολογούν την αναστολή της ποινής. Σύμφωνα με το Άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, η παράνομη πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο, επισύρει ποινή φυλάκισης 7 ετών. Καθώς υποδεικνύει η νομολογία, το ύψος της ποινής αναδεικνύει τη σοβαρότητα που ο νομοθέτης θέλει να προσδώσει σε συγκεκριμένο αδίκημα. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί και την αφετηρία από την οποία το δικαστήριο θα ξεκινήσει προς επιμέτρηση της (Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Εγκλήματα τα οποία εμπεριέχουν την χρήση ή απειλή χρήσης βίας εναντίον του προσώπου είναι πολύ σοβαρά. Η χρήση βίας καθώς και η επίδειξη δύναμης, εκτός από τους φυσικούς κινδύνους στους οποίους εκθέτουν τα θύματα, τείνουν να υπονομεύσουν το αίσθημα προσωπικής ασφάλειας, το οποίο είναι τόσο ουσιώδες για την ευημερία των πολιτών (Γενικός Εισαγγελέας v. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Γενικά η χρήση βίας για την επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού άλλου από αμυντικό σκοπό είναι απαράδεκτη καθότι αψηφά τον αντικειμενικό σκοπό κάθε πολιτισμένης κοινωνίας να έχει τη λογική ως το μέτρο των δικαιωμάτων των ατόμων και το όργανο με το οποίο να τα επιδιώκει. Στην υπόθεση Σακαρίδης κ.ά ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 272, σε σχέση με αδίκημα κάτω από τις πρόνοιες του Άρθρου 231, όπως είναι και η παρούσα περίπτωση, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «ότι η σοβαρότητα της φύσης των αδικημάτων που αντιμετώπιζαν οι εφεσείοντες έγκειται στο ότι η βία στρέφεται εναντίον της προσωπικότητας και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του ατόμου πλήττοντας, ταυτόχρονα, το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας - (βλ. Γεν. Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 464). Η σοβαρότητα της βίας που ασκήθηκε από τους εφεσείοντες στους παραπονούμενους ήταν πρόδηλη από τις σωματικές βλάβες που αυτοί είχαν υποστεί». Η ωμή χρήση βίας, όπως αναφέρεται στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95: «... είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα από τον κατηγορούμενο αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεχόμαστε, άλλωστε αυτό είναι έκδηλο, ότι το συμβάν προκλήθηκε από τη συμπεριφορά της συμβίας του κατηγορουμένου. Χωρίς αυτή να αποτελεί οποιουδήποτε είδους δικαιολογία, η νομολογία αναγνωρίζει ότι η πρόκληση συνιστά ένα μετριαστικό παράγοντα. Η έννοια της πρόκλησης περιγράφεται στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17, αναφέρεται: «Η έννοια της πρόκλησης, όπως είναι γνωστή στο κοινό δίκαιο, περιγράφεται στην κλασσική, καθώς χαρακτηρίστηκε, καθοδήγηση του Devlin J. στην Duffy [1949] 1 All E.R. 932. Έχει ως εξής: Σε ελεύθερη μετάφραση: Πρόκληση είναι κάποια πράξη ή σειρά πράξεων που γίνονται από το (θύμα) προς τον κατηγορούμενο, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν σε οποιοδήποτε λογικό πρόσωπο, και πράγματι προκαλούν στον κατηγορούμενο, μια ξαφνική και προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου, καθιστώντας τον κατηγορούμενο τόσο υποκείμενο στην οργή, ώστε, προς στιγμή, αυτός να μην είναι κύριος της σκέψης του.» Στην Ιωάννου κ.ά ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ.200, που μας παρέπεμψε η κα Χρυσάφη, αναγνωρίστηκε ότι η συναισθηματική ένταση από την οποία διακατέχεται ο δράστης κατά τη διάπραξη του εγκλήματος, συνιστά παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Στα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί, πρόκληση εκ μέρους του θύματος δεν μπορεί να καταλογιστεί. Η κοπέλα δεν του ανέφερε ότι βρισκόταν στη Κύπρο για διακοπές με τον συμβίο της, ενώ όταν πλησίασαν στο διαμέρισμα της, του ανέφερε ότι έμενε εκεί με κάποιο ξάδελφο της. Είναι εκ των γεγονότων αυτόδηλο, πως ήταν η συμπεριφορά της κοπέλας αυτής που αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία της παράνομης δράσης και ενέργειας του κατηγορουμένου. Πρόκειται για ένα γεγονός, το οποίο δεν μπορεί μεν να δικαιολογήσει την ενέργεια του, αλλά από την άλλη δεν μπορεί τελείως να παραγνωριστεί. Εκείνο που σύμφωνα με τη νομολογία επιδρά στην επιβολή ποινής σε αδίκημα δυνάμει του Άρθρου 231 του Κεφ.154, είναι οι συνθήκες και οι ιδιαίτερες περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα, αλλά και η έκταση των σωματικών βλαβών που προκαλούνται στο θύμα και τις επιπτώσεις τους σε αυτό (Σακαρίδης ανωτέρω). Ακόμα, και εκεί που υπάρχει πρόκληση, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί αν η έκταση και η ένταση της αντίδρασης του κατηγορουμένου δικαιολογείται. Στην υπόθεση Urgur ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 189, που αφορούσε κατηγορίες σύμφωνα με τα Άρθρο 228(α) και 231 του Ποινικού Κώδικα, υπεδείχθη ότι κυρίαρχα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τέτοιες υποθέσεις, αποτελούν η συμπεριφορά του κατηγορουμένου και η έντονη και απρόκλητη βία που χρησιμοποίησε. Το άλλο στοιχείο, είναι τα τραύμα και οι κακώσεις που προκλήθηκαν στο θύμα. Έχοντας υπόψη μας τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, δεχόμαστε ότι η συμπεριφορά της συμβίας του κατηγορούμενου, ως έχει εκτεθεί, ήταν η μοναδική αίτια πρόκλησης του ατυχούς, ως τελικά κατέληξε, συμβάντος. Επρόκειτο, ως έχει διαφανεί, για μια αναμφίβολα απαράδεκτη και βίαιη αντίδραση εκ μέρους του κατηγορούμενου, ήταν όμως της στιγμής και χωρίς κανένα προσχεδιασμό, ορμώμενος από τη στάση και τη συμπεριφορά της συμβίας του. Στην ουσία, πέραν του κτυπήματος του κατηγορουμένου, δεν υπήρξε κάποιου άλλου είδους συμπλοκή. Προκύπτει ακόμα πως δεν υπήρξε ούτε συνέχεια στο συμβάν, αφού ο κατηγορούμενος σήκωσε τη συμβία του από το έδαφος και ακολούθως έφυγαν από τη σκηνή, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε άλλη διάσταση ή συνέχεια. Πρόκειται για παράγοντες που σύμφωνα με την υπόθεση Ion ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 146, συνιστούν μετριαστικά στοιχεία. Η υπόθεση αυτή αφορούσε κατηγορία δυνάμει του Άρθρου 228(α). Θεωρούμε όμως ότι ίδιες είναι οι αρχές που εφαρμόζονται και επί κατηγορίας δυνάμει του Άρθρου 231, όπως είναι και η παρούσα περίπτωση. Υπεδείχθη ότι: «Τα δεδομένα της υπόθεσης που είναι ενώπιόν μας δείχνουν ότι το τί συνέβη ήταν της στιγμής, υπήρξε πρόκληση την οποία το ίδιο το Κακουργιοδικείο αναγνώρισε, και ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός που να καθιστούσε ιδιαίτερα σοβαρή τη συμπεριφορά του εφεσείοντα. Η αντίδρασή του, βεβαίως, όπως υπέδειξε και το Κακουργιοδικείο, δεν ήταν ορθή ασφαλώς, και περιείχε το στοιχείο της απαράδεκτης για την πολιτισμένη κοινωνία επίδειξης άγριας συμπεριφοράς». Ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε κατά εντελώς απαράδεκτο τρόπο και αντέδρασε άνευ ετέρου με άγριο τρόπο κατά του θύματος κτυπώντας το στο λαιμό, το οποίο, θύμα, σε τελική ανάλυση δεν ήταν η αιτία του κακού. Χωρίς βεβαίως επ' ουδενί αυτό να σημαίνει ότι εδικαιολογείτο να αντιδράσει με οποιοδήποτε τρόπο εναντίον οποιουδήποτε. Όφειλε να πάρει τη συμβία του και να φύγει, όπως και έπραξε τελικά, και οι οποιεσδήποτε μεταξύ τους διαφορές, αν υπήρχαν, να τις επιλύσουν στη συνέχεια ειρηνικά και πολιτισμένα. Αυτό επιβάλλει η λογική και ο πολιτισμένος τρόπος αντίδρασης. Τα τραύματα που υπέστη το θύμα αποτελούν ακόμα παράγοντα που προσμετρά κατά την εκτίμηση του μεγέθους της ποινής. Προκύπτει ότι το θύμα, αρχικά ένοιωσε ζαλάδα και για 5 ημέρες δεν είχε συμπτώματα κάποιας σοβαρής βλάβης μετά από το κτύπημα του κατηγορουμένου στο λαιμό. Στη συνέχεια, έξη ημέρες μετά έχασε τις αισθήσεις του. Διαπιστώθηκε ότι υπήρξε διαχωρισμός της καρωτίδας, που συνήθως προκαλείται μετά από τραυματισμό. Επέφερε τελικά στο θύμα βλάβη στον εγκέφαλο με αποτέλεσμα, το θύμα, να μπορεί να εκφράσει μερικές λέξεις ή φράσεις, χωρίς να αναμένεται ουσιαστική βελτίωση. Το γεγονός αυτό, παρόλο που το περιστατικό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα επιπόλαιο περιστατικό και συμβάν, επέφερε δυστυχώς, δυσανάλογα αποτελέσματα και τραγικές συνέπειες στο θύμα. Και ως προκύπτει, είναι για τα αποτελέσματα αυτά, τα οποία ουδόλως μπορούν να παραγνωριστούν, που καλείται το δικαστήριο να επιβάλει την ποινή. Όσο και αν είναι σπάνια η περίπτωση, όπως ανέφερε η κα Χρυσάφη, γεγονός παραμένει ότι εκ του κτυπήματος του κατηγορουμένου επήλθαν πιο πάνω τα τραύματα στο θύμα. Η παραδοχή του κατηγορούμενου, στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής, αποτελεί συναφώς, κυρίαρχο μετριαστικό παράγοντα, αλλά και έμπρακτη μορφή μεταμέλειας του αδικοπραγούντος (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Ion ανωτέρω). Το λευκό μητρώο του αποτελεί ακόμα ένα μετριαστικό παράγοντα που προσμετρά προς όφελος του. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αναγκαιότητα πρόσδωσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή δεν οδηγεί σε ατονία της υποχρέωσης για εξατομίκευση της, έτσι ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του, νοουμένου ασφαλώς ότι η εξατομίκευση αυτή δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Στην υπόθεση Αbe ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211, 223 υπεδείχθη ότι δεν πρέπει να δίνεται η εντύπωση ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου δε λαμβάνονται ουσιαστικώς καθόλου υπόψη, παρά το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση. Πρόκειται για παράγοντες που ασφαλώς, αν και περιθωριακής σημασίας, έχουν τη δική τους αξία ως αξιολογούμενα στοιχεία στα πλαίσια της διεργασίας εξατομίκευσης της ποινής (δες και Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 333). Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με την κοινωνική έρευνα είναι νεαρό πρόσωπο ηλικίας 23 ετών, καταγόμενος από τη Ρωσία. Προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Έχει ακόμα δυο αδέλφια και οι σχέσεις της οικογένειας περιγράφονται ως ικανοποιητικές. Είναι απόφοιτος λυκείου και αφού εκτέλεσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις εργάστηκε ως εργάτης σε εργοστάσιο. Με τη συμβία του διατηρούσε δεσμό για 2 ½ χρόνια και ο λόγος που ήλθε στη Κύπρο ήταν για να τη συναντήσει. Μετά τη διάπραξη του αδικήματος οι σχέσεις τους κλονίστηκαν και δεν διατηρούν καμιά επικοινωνία. Κατά τη παραμονή του στις φυλακές παρουσίασε ψυχικά προβλήματα, απόπειρα αυτοκαταστροφής, και για 5 ημέρες νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Αθαλάσσας. Για ένα επίσης μήνα παρακολουθείτο από τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας του τμήματος φυλακών. Λάβαμε επίσης υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και διέπραξε τα αδικήματα καθ' ον χρόνο τελούσε κάτω από συναισθηματική φόρτιση, η οποία του δημιουργήθηκε λόγω της στάσης και συμπεριφοράς της συμβίας του, στην οποία κάναμε αναφορά πιο πάνω. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη την άμεση παραδοχή και την έμπρακτη μεταμέλεια του, καθώς και το γεγονός ότι πρόκειται για νεαρό άτομο ηλικίας 23 ετών, όπως και το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της κράτησης του επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Λάβαμε κάθε μετριαστικό παράγοντα όπως έχει εκτεθεί από τη δικηγόρο του καθώς και τα τραύματα που επέφερε στον παραπονούμενο, όπως αυτά έχουν εκτεθεί. Από την άλλη, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ως επιβαρυντικό στοιχείο και παράγοντας, το γεγονός ότι το επεισόδιο έγινε σε δημόσιο χώρο (Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 581). Στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327, αναφέρθηκε ότι: «Η χρήση τέτοιας έκτασης βίας και μάλιστα σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία και άλλων προσώπων αποτελεί απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά. Δεν επιφέρει μόνο σωματικό τραυματισμό αλλά και βάναυσο τραυματισμό της προσωπικότητας του θύματος. Επιεικής μεταχείριση του εφεσείοντος θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα. Η επίλυση προσωπικών διαφορών με τη χρήση βίας δεν μπορεί να γίνει ανεκτή.» Αφού λάβαμε υπόψη όλα τα πιο πάνω, καθώς και τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου όπως εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αφού σταθμίσαμε κάθε σχετικό με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντα, φρονούμε ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι εκείνη της φυλάκισης. Επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 ετών στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορουμένου κάλεσε το δικαστήριο, αν επιβάλει ποινή φυλάκισης, να εξετάσει την πιθανότητα αναστολής εκτέλεσης της. Η εισήγηση στηρίζεται στον Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972, Ν.95/72, ως έχει τροποποιηθεί. Στην υπόθεση Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 11/16, ημερ.17.10.16, επεξηγούνται οι αρχές καθώς και οι παράμετροι του πιο πάνω Νόμου. Υπεδείχθη ότι: «Όμως ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέληση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449, Κωνσταντίνου Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016, ημερ.19.7.16)». Θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε συνεπώς την εισήγηση όπως μας έχει τεθεί. Βάση για το αίτημα αποτελεί ουσιαστικά η ηλικία του κατηγορουμένου και τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί. Στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, επεξηγείται ότι το δικαστήριο εξετάζει εκ νέου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου, όταν εξετάζει αίτημα για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί, καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κυρίως την ηλικία του, κρίνουμε ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Ειδικότερα, λάβαμε υπόψη μας τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όπως αυτές έχουν εκτεθεί, έχοντας υπόψη μας τη γενικότερη απαράδεκτη και βίαιη αντίδραση του κατηγορουμένου, σε συνάρτηση με τις προσωπικές του περιστάσεις και την ηλικία του και δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι αυτά είναι τέτοια, που θα έκλιναν την πλάστιγγα προς την κατεύθυνση της αναστολής εκτέλεσης των ποινών. Πέραν αυτού, τα περιστατικά της υπόθεσης στο σύνολο τους, δεν παρουσιάζουν οτιδήποτε πέραν του συνήθους, ώστε να δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Από την άλλη, ο σοβαρός τραυματισμός του θύματος αλλά και οι τραγικές επιπτώσεις του τραυματισμού που επέφερε σε αυτό, αποτελεί τη μια εκ των δυο παραμέτρων που καθορίζουν τη σοβαρότητα τέτοιας μορφής αδικημάτων. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστου, Ποιν. Έφεση 20/2015, ημερ.6.11.17: «Περαιτέρω, οι περιστάσεις αυτής της υπόθεσης και η σοβαρότητα των συνεπειών της εγκληματικής συμπεριφοράς του εφεσίβλητου ουδόλως μπορούν να τεκμηριώσουν θέμα αναστολής της επιβληθείσας ποινής». H επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ως υποδεικνύεται στην Τόκκαλλου ανωτέρω, για την καταστολή τέτοιων συμπεριφορών, προβάλλει αναγκαία και επιβεβλημένη. Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν αλλά και εγκυμονούν τέτοιας μορφής αδικήματα, είναι ορατοί για την κοινωνία. Διαφορετική μεταχείριση του κατηγορουμένου θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σ΄ άλλους επίδοξους παραβάτες και θα υπονόμευε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της επιβληθείσας ποινής. (Θεολόγου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 87/14, ημερ.30.10.14 και Eazadi ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 99/14,ημερ.8.4.15). Όπως υπεδείχθη και στην υπόθεση Ιωσήφ ανωτέρω, η αναστολή θα έδινε λανθασμένα μηνύματα για τέτοιου είδους συμπεριφορές. Έπεται ότι το αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και απορρίπτεται. Νοείται ότι η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση ή και υπό κράτηση βάσει του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (Aboutalebi v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 677, Γενικός Εισαγγελέας ν. Παντελή
(2000)2 Α.Α.Δ. 384 και Παυλίδης κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220). (Υπ.)................ Ν. Γιαπανάς,Π.Ε.Δ. . (Υπ.)................ Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ (Υπ.)................ Λ. Παντελή, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο