← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. Τοφιάς, Αρ. Υπόθεσης: 2936/16, 12/10/2018

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. Τοφιάς, Αρ. Υπόθεσης: 2936/16, 12/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στο Παραλίμνι) ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ.Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2936/16 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Κατηγορούσας Αρχής -v- XXXXX Τοφιάς Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12.10.2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Αδ. Δημοσθένους. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κος Βασιλακκάς. Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Αντικείμενο Ο κατηγορούμενος κατηγορείται βάσει κατηγορητηρίου που περιέχει 9 συνολικά κατηγορίες. Δεν παραδέχθηκε σε τρεις από αυτές, δηλαδή στις κατηγορίες 1, 2 και 5 και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Βάσει αυτών, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 21.12.15 και στις 16:45 στο Λιοπέτρι της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγ. XXXXX93 (στο εξής «η επίδικη μοτοσικλέτα») χωρίς να καταβάλλει στην προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή (1η κατηγορία), ότι οδηγούσε την επίδικη μοτοσικλέτα ενώ τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών κατά τρόπο ώστε η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη (2η κατηγορία) και ότι παρέλειψε να σταματήσει σε κόκκινο σηματοδότη που τοποθετήθηκε από την αρμόδια αρχή ήτοι πέρασε ενώ το κόκκινο φως ήταν αναμμένο. Στη βάση των υπόλοιπων έξι κατηγοριών που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε, αυτός, κατά τον επίδικο χρόνο, οδηγούσε χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι τρίτου, χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, χωρίς ισχύουσα άδεια κυκλοφορίας από 31/12/2014, χωρίς να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι του προστατευτικό κράνος, χωρίς να έχει εγγραφεί ως ο νέος ιδιοκτήτης της μοτοσικλέτας του για διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα

(30)ημερών μετά τη μεταβίβαση αυτής και χωρίς να φέρει πινακίδες εγγραφής. Έρεισμα για την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, παρείχε η σύγκρουση της επίδικης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο κατηγορούμενος με το κόκκινο σαλούν όχημα με αρ. εγγ. XXXXX59, το οποίο οδηγείτο από τον XXXXX Κκολό, ΜΚ3, σε φωτοελεγχόμενη διασταύρωση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κκολός, κατά δική του παραδοχή, εισήλθε στην επίδικη διασταύρωση ενώ το κόκκινο φως ήταν αναμμένο και το ίδιο και ο κατηγορούμενος. Στη βάση της Έκθεσης της ΜΚ4, XXXXX Αυξεντίου, Χημικού στο Γενικό Χημείο της Δημοκρατίας και υπεύθυνης του εργαστηρίου δικανικής χημείας και τοξικολογίας, Τεκμήριο 5, και οι δύο ενεχόμενοι στο ατύχημα οδηγοί οδηγούσαν ενώ ήταν θετικοί στην ανίχνευση στο αίμα τους Τετραυδροκανναβινόλης (THC) και του μεταβολίτη της, 11nor Δ.9 - Τετραυδροκανναβινοϊκού οξέως (Δ.9THCCOOH, στο εξής «ο μεταβολίτης»). Η ανίχνευση της THC και του μεταβολίτη της στο αίμα, ως ανέφερε η ΜΚ4, υποδηλώνει τη λήψη κάνναβης ή/ και ρητίνης κάνναβης, τα οποία περιλαμβάνονται στον Πρώτο Πίνακα, Μέρος ΙΙ (Φάρμακα τάξης Β') του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων ουσιών Νόμου του 1977, ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι πέρασε με κόκκινο φως, αναφέρει ότι εισήλθε εντός της επίδικης διασταύρωσης με πράσινο φως και μέχρι να επισυμβεί το ατύχημα στο μέσο της επίδικης διασταύρωσης, είχε ήδη γίνει κόκκινο. Μόνο ο Κκολός πέρασε με κόκκινο. Αρνείται επίσης ότι έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για το ατύχημα, αφού είναι ο Ανδρέας Κκολός που του έκοψε το δρόμο, επιχειρώντας δεξιά στροφή, ενώ ο ίδιος ήθελε να διασχίσει τη διασταύρωση με ευθεία πορεία. Τέλος, ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχεται ότι ήταν υπό την επήρεια του ναρκωτικού της κάνναβης, κατά τρόπο που η ικανότητά του για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Και τούτο, παρόλο που παραδέχθηκε ότι έκανε χρήση κάνναβης, όχι την ημέρα του ατυχήματος, αλλά κάποια προηγούμενη μέρα, την οποία αρνήθηκε να διευκρινίσει. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι, το γεγονός ότι ανιχνεύτηκε στο αίμα του η ΤΗC και ο μεταβολίτης της, γεγονός αδιαμφισβήτητο μεταξύ των μερών, δεν υποδηλώνει αυτόματα ότι ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών κατά τρόπο που η ικανότητά του για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Κατά την Υπεράσπιση, ώστε η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την κατηγορία αυτή απαιτείτο μαρτυρία ότι κατά τη στιγμή του ατυχήματος η ικανότητα του Κατηγορούμενου για ασφαλή οδήγηση, ήταν πράγματι μειωμένη. Β. Η μαρτυρία και η αξιολόγηση της Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, χωρίς, να είναι απαραίτητο, το Δικαστήριο να προβεί σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας. Έλαβα επίσης υπόψη μου τις εισηγήσεις των μερών στις τελικές του αγορεύσεις. Αναφορά στη μαρτυρία και στα επιχειρήματα των μερών, θα γίνει ό,που και στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Για απόδειξη των κατηγοριών μαρτύρησαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής τέσσερις
(4)συνολικά μάρτυρες, ο Αστ.XXX4 Στ. Πολυχρόνης του Αστυνομικού Σταθμού Ξυλοφάγου και εξεταστής της υπόθεσης (στο εξής «ο Μ.Κ.1»), η XXXXX XXXXX Ντίνου, αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος (στο εξής «η Μ.Κ.2»), ο XXXXX Κκολός, ο άλλος ενεχόμενος στο ατύχημα οδηγός (στο εξής «ο Μ.Κ.3») και η XXXXX Αυξεντίου, προϊστάμενη του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του Κράτους (στο εξής «η Μ.Κ.4»). Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Ο Μ.Κ.1 ανέφερε στην κατάθεσή του ότι ανέλαβε τη διερεύνηση του τροχαίου ατυχήματος που συνέβηκε στις 21.12.2015 ( στο εξής «η επίδικη ημερομηνία») στην ελεγχόμενη από φωτεινούς σηματοδότες διασταύρωση της οδού Χρίστου Σαμάρα στο Λιοπέτρι με εμπλεκόμενους οδηγούς τον Κατηγορούμενο και τον Μ.Κ.
  1. Επισκέφθηκε τη σκηνή του ατυχήματος, έλαβε σχετικά μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής από το οποίο αργότερα ετοίμασε τελικό σχεδιαγράφημα (Τεκμήρια 2 και 3, αντίστοιχα). Στη βάση όλης της μαρτυρίας που περισυνέλεξε, που περιελάμβανε ανακριτικές καταθέσεις από τον Κατηγορούμενο και τον Μ.Κ.3, αλλά και λήψη κατάθεσης από την Μ.Κ.2, κατέληξε στο να κατηγορήσει γραπτώς τον Κατηγορούμενο για όλες τις κατηγορίες που φαίνονται στο κατηγορητήριο, εκτός από αυτές των Κατηγοριών 1 και 2, και ο Κατηγορούμενος τις παραδέχθηκε όλες, εκτός από το ότι το φως όταν εισήλθε στη διασταύρωση ήταν κόκκινο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που περισυνέλεξε ο Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του στην οδό Χρίστου Σαμάρα σε ευθεία πορεία, με κατεύθυνση από Ξυλοφάγου προς Σωτήρα, όταν ο Μ.Κ.3 του ανέκοψε την ελεύθερη πορεία αφού προσπάθησε, χωρίς να σταματήσει στο κόκκινο φως της πορείας του, να διασχίσει τη φωτοελεγχόμενη διασταύρωση, από την οδό Π. Γιάλλουρου και να εισέλθει με δεξιά στροφή στην οδό Μ. Παντελή. Ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε το σημείο της σύγκρουσης από γδαρσίματα που εντόπισε στην άσφαλτο, από τις τελικές θέσεις των οχημάτων και από τις ζημιές σε αυτά. Διαπίστωσε, επίσης, ότι το σημείο σύγκρουσης ευρισκόταν στη λωρίδα του κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέτασή του και απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές ότι η διερεύνησή του ήταν πλημμελής, ανέφερε ότι ρώτησε τους παρευρισκόμενους κατά τη στιγμή που έφτασε στη σκηνή του ατυχήματος αν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες και η μόνη που βρήκε ήταν η Μ.Κ.2, την οποία γνώριζε ως διερμηνέα στο Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.1 παραδέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν κατηγορήθηκε εξαρχής γραπτώς για την αμελή οδήγηση αφού δεν ήταν σίγουρος αν έπρεπε να τον κατηγορήσει. Συμβουλεύθηκε, όμως, αργότερα τους προϊσταμένους του και κατέληξαν ότι έπρεπε να κατηγορηθεί και για αυτό το αδίκημα στη βάση του ότι οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών και πέρασε με κόκκινο φως. Δεν ήταν σε θέση να απαντήσει οποιεσδήποτε ερωτήσεις σε σχέση με, είτε τη λήψη κάνναβης από τον κατηγορούμενο και πόσες μέρες πριν το ατύχημα αυτή έγινε, είτε για πόσο χρόνο μετά τη λήψη κάνναβης η THC και ο μεταβολίτης της είναι ανιχνεύσιμη στο αίμα, είτε πόση διάρκεια έχουν τα συμπτώματα της κάνναβης. Παρέπεμψε για απαντήσεις σε αυτά στην Μ.Κ.
  2. Αρνήθηκε ότι όφειλε να λάβει φωτογραφίες της σκηνής του ατυχήματος, αφού είπε ότι τέτοιες λαμβάνονται μόνο σε σοβαρά και θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα. Επέμεινε ότι έγιναν οι απαραίτητες εξετάσεις στη σκηνή, ότι με τα σχεδιαγραφήματα Τεκμήρια 2 και 3 συμφώνησαν και οι δύο οδηγοί και τα υπέγραψαν, ότι ουδείς αμφισβήτησε τις ζημιές που βρήκε στα οχήματα των εμπλεκομένων, αλλά ούτε και το σημείο σύγκρουσης και ότι γενικά ήταν επιμελής στη διερεύνησή του. Διαπίστωσε δε, από την παρουσία του στη σκηνή ότι όταν τα φώτα στις κατευθύνσεις που οδηγούσαν οι εμπλεκόμενοι ήταν κόκκινα τα λοιπά φώτα της επίδικης διασταύρωσης ήταν πράσινο και το αντίθετο. Το ότι ο Κατηγορούμενος πέρασε με κόκκινο προκύπτει από τη μαρτυρία που περισυνέλεξε από την Μ.Κ.2 και τον Μ.Κ.3, είπε. Δεν έλεγξε το σχετικό σύστημα του Τμήματος Οδικών Μεταφορών για το πρόγραμμα και τη λειτουργία των φωτεινών σηματοδοτών της επίδικης διασταύρωσης και ούτε και ήξερε ότι υπήρχε τέτοια δυνατότητα. Κρίνω ότι ο Μ.Κ.1 είναι αξιόπιστος μάρτυρας. Δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να παραποιήσει τα όσα διαπίστωσε, ήταν ανεξάρτητος τρίτος, χωρίς οποιοδήποτε όφελος να αποκομίσει είτε από την μια, είτε από την άλλη εκδοχή. Δεν μπορώ να συμμεριστώ τη θέση της υπεράσπισης ότι διερεύνησε την υπόθεση πλημμελώς και κατά τρόπο που αποστέρησε στην υπεράσπιση πιθανές γραμμές υπεράσπισης, αφού τα όσα περισυνέλεξε ως μαρτυρία, και τούτο φαίνεται ως εκ του αποτελέσματος, ήταν πράγματι αρκετά για να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Μου άφησε δε θετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Η Μ.Κ.2 στην κατάθεσή της στην Αστυνομία ανέφερε ότι ήταν σταματημένη στα φώτα της επίδικης διασταύρωσης χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος μπροστά της. Ήταν κόκκινο και γι' αυτό σταμάτησε και περίμενε. Έψαχνε κάτι στο ράδιο του αυτοκινήτου της και όταν έγινε πράσινο το φως, πριν προχωρήσει, είδε το αυτοκίνητο του Μ.Κ.3 να εισέρχεται στη διασταύρωση από την κατεύθυνση της Σωτήρας και να προσπαθεί να κατευθυνθεί προς την οδό Μόδεστου Παντελή και τη μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου, που κατευθύνετο από Ξυλοφάγου προς Σωτήρα, να συγκρούονται ακριβώς μπροστά της. Το δικό της φανάρι όταν έγινε η σύγκρουση ήταν πράσινο και έτσι, κατέθεσε, οι δύο οδηγοί πέρασαν με κόκκινο. Στην κατάθεσή της στο Δικαστήριο ανέφερε επιπρόσθετα ότι, όταν το δικό της φως έγινε πράσινο είδε ένα λεωφορείο σταματημένο στα φώτα και βρισκόταν δεξιά της, ενώ είδε ξαφνικά, και πριν εισέλθει στη διασταύρωση, τη μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου να προσπερνά από δεξιά το λεωφορείο και να συγκρούεται με το αυτοκίνητο του Μ.Κ.
  3. Παραδέχθηκε ότι δεν ανέφερε αυτά στην κατάθεσή της, αλλά, όπως είπε, βιαζόταν και τα αναφέρει σήμερα. Είναι βέβαιη ότι, πέρασαν και οι δύο οδηγοί με κόκκινο και ότι αν προχωρούσε χωρίς να κοιτάξει δεξιά και αριστερά της, όπως έκανε μόλις άναψε το πράσινο φως της πορείας της, θα κτυπούσαν και της ίδιας. Όταν της υπεβλήθη η θέση του Κατηγορούμενου ότι ο ίδιος εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο φως αλλά μέχρι τη στιγμή που έγινε το ατύχημα στο μέσο της διασταύρωσης είχε ήδη γίνει κόκκινο, το αρνήθηκε κατηγορηματικά. Δέχθηκε επίσης ότι εφόσον η πορεία του Κατηγορούμενου ήταν ευθεία και η πορεία του Μ.Κ.3 ήταν δεξιόστροφη, είναι ο τελευταίος που ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του πρώτου, παρόλο που και οι δύο, επέμεινε, πέρασαν με κόκκινο. Κρίνω ότι η Μ.Κ.2 είναι αξιόπιστη μάρτυρας. Δέχομαι ότι η ίδια δεν είχε τίποτε να κερδίσει από την υποστήριξη είτε της εκδοχής του Κατηγορούμενου, είτε της εκδοχής του Μ.Κ.3 αφού δεν τους γνώριζε και δεν τους είχε δει ποτέ πριν το ατύχημα. Όπως συμβαίνει συχνά με τους αυτόπτες μάρτυρες, κρίνω ότι ήρθε να μαρτυρήσει από αίσθηση κοινωνικού καθήκοντος, αλλά και λόγω του φόβου που της προκλήθηκε αφού το επίδικο ατύχημα έγινε μπροστά στα μάτια της και μπορούσε, υπό ελαφρώς διαφοροποιημένες συνθήκες, να εμπλακεί και η ίδια σε αυτό. Επίσης, δεν μπορώ να αποδώσω οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο στην, για πρώτη φορά, αναφορά της στο Δικαστήριο, αλλά όχι στην κατάθεση της, για το ότι ο Κατηγορούμενος προσπέρασε ένα κόκκινο λεωφορείο που ήταν ήδη σταματημένο στο κόκκινο φως της πορείας του πριν ο ίδιος εισέλθει εντός της διασταύρωσης. Δεν μου έδωσε λόγο προς τούτο και θεωρώ την εξήγησή της, ότι τη στιγμή που έδιδε την κατάθεση βιαζόταν και έκρινε τα όσα ανέφερε ως ικανοποιητικά και αν χρειαζόταν να αναφέρει οτιδήποτε άλλο θα το ανέφερε στο Δικαστήριο, ικανοποιητική. Δέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητά της. Ο Μ.Κ.3 στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία παραδέχθηκε ότι, μεταξύ άλλων, πέρασε με κόκκινο φως κατά τον επίδικο χρόνο. Όταν άρχισε να στρίβει με σκοπό να εισέλθει στην οδό Μόδεστου Παντελή με δεξιά πορεία είδε την μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου να εισέρχεται στη διασταύρωση επίσης με κόκκινο χρώμα, να προσπερνά σταματημένα αυτοκίνητα και να συγκρούεται με το δικό του στο μέσο της διασταύρωσης, χωρίς ο ίδιος να προλάβει να κάμει οτιδήποτε. Τραυματίστηκε από το ατύχημα στο δεξί του μάτι και στο δάκτυλο του αριστερού του χεριού. Στην κυρίως εξέτασή του στο Δικαστήριο ανέφερε ότι είναι η μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου που κτύπησε στο δικό του αυτοκίνητο και όχι το αντίθετο. Ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι δεν έχασε τη μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου από τα μάτια του, από τη στιγμή που την είδε σταματημένη στο αλτ της πορείας της μέχρι και τη σύγκρουση τους, αργότερα παρέθεσε διαφορετική εκδοχή, ότι δηλαδή την είδε δύο ξεχωριστές φορές πριν την σύγκρουση, πρώτον μια φορά σταματημένη στο αλτ και αργότερα ένα μέτρο πριν τη σύγκρουση, χωρίς να την παρακολουθεί συνεχώς στο μεσοδιάστημα. Επίσης, εάν ισχύει η δεύτερη του αυτή δήλωση, ότι είδε τη μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου σε δύο ξεχωριστές στιγμές, πώς είναι δυνατόν να την είδε επίσης στο μεσοδιάστημα να προσπερνά σταματημένα αυτοκίνητα, ως ήταν η θέση του στην κατάθεση του; Ανέφερε, επίσης, ότι σταμάτησε στο αλτ της πορείας του μόλις άναψε το κόκκινο φως, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τη μαρτυρία του ότι εισήλθε στη διασταύρωση όταν είχε ήδη ανάψει το κόκκινο φως. Όταν κατά την αντεξέταση, του αποδόθηκε οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα, απάντησε ότι πήγαινε «20χλμ;». Στην, εύλογη, ερώτηση αν μπήκε με κόκκινο εν γνώσει του αλλά πήγαινε με αργή ταχύτητα, δεν απάντησε. Επέμεινε στη συμφωνία του με τα Τεκμήρια 2 και 3, σχεδιαγραφήματα της σκηνής, και στη θέση του ότι αυτά συνήδαν με την τελική σκηνή του ατυχήματος. Όταν του αποδόθηκε αμελής οδήγηση, δηλαδή ότι τήρησε ευθεία διαγώνια πορεία ώστε να εισέλθει στην οδό Μοδέστου Παντελή, και όχι κυκλική πορεία ως απαιτείτο από τη διαρρύθμιση του δρόμου, απάντησε «μπορεί να είναι και έτσι όπως τα λέει», χωρίς βεβαίως να προσφέρει σαφή τοποθέτηση. Στη βάση των πιο πάνω αντιφάσεων μεταξύ της κατάθεσης του στην Αστυνομία και της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο, αλλά και στη βάση του ότι η μαρτυρία του χαρακτηρίζετο από υπεκφυγές και ανακολουθίες, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στα λεγόμενα του Μ.Κ.3 ώστε να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Τον πιστεύω μόνο σε σχέση με το ότι ο ίδιος πέρασε με κόκκινο φως, διότι δεν είχε λόγο να αυτοενοχοποιηθεί εάν δεν ήταν βέβαιος ότι αυτή ήταν η αλήθεια. Τούτο δε, συνάδει και με την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Κ.
  4. Συνάδει, επίσης με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι όταν το φως στην πορεία της Μ.Κ.2 ήταν πράσινο, το φως στις πορείες του Κατηγορούμενου και του Μ.Κ.3 ήταν κόκκινο και το αντίστροφο. Η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι η ανίχνευση του THC και του μεταβολίτη της στο αίμα, υποδηλώνει ότι υπήρξε πρόσφατη χρήση κάνναβης ή/και ρητίνης κάνναβης και ότι το άτομο είναι επηρεασμένο από την ουσία αυτή. Οι επιδράσεις της κάνναβης κατά την οδήγηση είναι ότι το άτομο έχει μειωμένη αντίληψη και εκτίμηση κινδύνου, η αντίληψη του χώρου, του χρόνου και της απόστασης είναι διαφορετική από την πραγματικότητα, για παράδειγμα χρειάζεται περισσότερο χρόνο να εκτελέσει μια δράση της οδήγησης, λόγου χάριν να πατήσει τα φρένα, έχει μειωμένη συγκέντρωση, μειωμένα αντανακλαστικά και μία από τις χαρακτηριστικές επιδράσεις της είναι η οδήγηση τύπου ζιγκ - ζαγκ. Η επίδραση, είπε, της κάνναβης κατά την οδήγηση διαφέρει από άτομο σε άτομο. Ο βαθμός επίδρασης δε μπορεί να καθοριστεί συγκεκριμένα και εκ προοιμίου, διότι επηρεάζεται από διάφορους μεταβλητούς παράγοντες όπως την συχνότητα χρήσης, την ποσότητα κάνναβης που λήφθηκε, την συγκέντρωση του δραστικού συστατικού ΤCH σ΄ αυτή, την ποσότητα λίπους στον οργανισμό του ατόμου, ακόμα και τη ψυχολογική του κατάσταση. Ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί σε ποιο βαθμό το άτομο επηρεάστηκε κατά την οδήγηση, θα έπρεπε να γίνει εξέταση εκείνη την στιγμή του ατυχήματος. Όταν ανιχνεύεται η ΤΗC, και επειδή δεν ελέγχεται η τιμή της-μόνο εάν το άτομο είναι θετικό ή αρνητικό στην ανίχνευση-δεν μπορεί με βεβαιότητα να λεχθεί πότε έγινε η χρήση κάνναβης και πόση ποσότητα χρησιμοποιήθηκε, αλλά ούτε και ποιας περιεκτικότητας ήταν η κάνναβη που λήφθηκε. Μόνο και μόνο, όμως, από την ανίχνευση της στο αίμα προκύπτει βαθμός επηρεασμού και θεωρείται ότι το άτομο ήταν υπό την επήρεια κάνναβης. Όταν της υπεβλήθη ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, αφού δεν καταγράφηκε η τιμή της ανίχνευσης ΤΗC, αν ο Κατηγορούμενος ήταν επηρεασμένος κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, απάντησε με βεβαιότητα ότι ήταν οπωσδήποτε επηρεασμένος αλλά δεν μπορεί να πει σε ποιο βαθμό. Ανέφερε τελικά ότι σημασία δεν έχει πότε έκαμε χρήση της κάνναβης ο Κατηγορούμενος, το είδος αυτής, η συχνότητα χρήσης της και η ικανότητα του οργανισμού του να την μεταβολίσει, αλλά ούτε και πόσες μέρες ή ώρες πριν έγινε η χρήση, αλλά κατά πόσο η ΤΗC ήταν ανιχνεύσιμη στο αίμα του, όπως και ήταν. Ανέφερε ότι άτομο στο οποίο ανιχνεύεται THC και ο μεταβολίτης της, έχει οπωσδήποτε επηρεαστεί σε κάποιο βαθμό από τις ουσίες αυτές και δεν ενεργεί ωσάν, το ίδιο άτομο υπό τις δοσμένες συνθήκες, να ήταν νηφάλιο. Κρίνω ότι η Μ.Κ.4 ήταν πλήρως επεξηγηματική και επιστημονική στις απαντήσεις της. Έδωσε στο Δικαστήριο τα αναγκαία εφόδια, ώστε να κατανοήσει την τεχνικής φύσεως μαρτυρία της και κρίνω αυτήν απόλυτα αξιόπιστη. Ήταν δε, απόλυτη εκεί που μπορούσε επιστημονικά να ήταν, και διαλλακτική, δίδοντας τις απαραίτητες προς τούτο λεπτομέρειες και εξηγήσεις, όπου απαιτείτο. Μου έκανε άριστη εντύπωση και δέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητά της. Ο Κατηγορούμενος στην κατάθεσή του στην Αστυνομία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οδηγούσε χωρίς προστατευτικό κράνος, χωρίς να έχει εγγραφεί ως ο ιδιοκτήτης της, χωρίς πινακίδες εγγραφής μπροστά και πίσω, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι τρίτου, χωρίς άδεια κυκλοφορίας σε ισχύ και χωρίς να είναι κάτοχος άδειας οδήγησης για τη συγκεκριμένη κατηγορία μοτοσικλέτας, αλλά και χωρίς να έχει προηγουμένως καταναλώσει οποιαδήποτε ποσότητα αλκοόλης. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μέρα χωρίς κίνηση στο δρόμο, υπήρχε μπροστά του μόνο ένα αυτοκίνητο το οποίο έστριψε αριστερά στην οδό Μόδεστου Παντελή προς Φρέναρος και όταν έγινε αυτό είδε από την αντίθετη κατεύθυνση να βγαίνει ο Μ.Κ.3 και να έρχεται με ταχύτητα προς το μέρος του με σκοπό να στρίψει δεξιά και να του φράσσει την ελεύθερη πορεία. Από το ατύχημα έσπασε το δεξί και το αριστερό του χέρι, στο δεξί εγχειρίστηκε και τοποθετήθηκε πλατίνα, ενώ το αριστερό τοποθετήθηκε σε γύψο. Υπέστη θλάση, γδαρσίματα στο αριστερό του γόνατο. Υπεβλήθη σε επέμβαση γιατί οι τένοντες των δύο δακτύλων του αριστερού του χεριού δεν λειτουργούσαν κανονικά. Κατά την κυρίως εξέτασή του, επέμεινε στην εκδοχή του, ότι όταν εισήλθε στη διασταύρωση το φως στην πορεία του ήταν πράσινο και έγινε κόκκινο αργότερα. Είπε ότι ο Μ.Κ.3 έχει την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα αφού δεν σταμάτησε στα δύο αλτ της πορείας του, κινήθηκε με διαγώνια και ευθεία και όχι κυκλική πορεία για να εισέλθει στην οδό Μόδεστου Παντελή και οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Τον είδε για πρώτη φορά όταν ο ίδιος ήταν στο μέσο της διασταύρωσης και δεν μπόρεσε να αντιδράσει πριν του ανακόψει την ελεύθερη πορεία. Επέμεινε, κατά την αντεξέταση ότι κατά την επίδικη ημέρα δεν έκανε χρήση κάνναβης παρόλο που δεν αμφισβήτησε την ανίχνευση της THC και του μεταβολίτη της στο αίμα του. Ερωτήθηκε επισταμένα πότε έκανε χρήση κάνναβης και απάντησε ότι μπορεί να ήταν μέσα στο Σαββατοκύριακο, ίσως και την Κυριακή, ίσως και το Σάββατο, μπορεί και μια βδομάδα πριν, μπορεί και ένα μήνα πριν, αλλά μπορεί και είκοσι μέρες πριν. Αυτή, βεβαίως, δεν είναι τοποθέτηση αξιόπιστου μάρτυρα που σκοπό έχει να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Δεν είναι, όμως, μόνο στη βάση αυτή που κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στα λεγόμενά του. Είπε ότι μετά το ατύχημα τα ξέχασε όλα και γι' αυτό δεν μπορεί να αναφέρει πότε έκανε χρήση κάνναβης, ενώ δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί όλα όσα προανέφερε τα θυμάται, αλλά σβήστηκε από τη μνήμη του μόνο το πότε κάπνισε κάνναβη. Όταν ερωτήθηκε αν ήταν περιστασιακός ή συχνός χρήστης, απάντησε ότι από το 2013 μέχρι και την ημερομηνία του ατυχήματος κάπνιζε κάνναβη το πολύ μια φορά τον μήνα, αργότερα όμως διευκρίνισε ότι μπορεί να ήταν και κάθε 15 μέρες με ποσότητα 0,30 γραμμαρίων περίπου σε κάθε τσιγάρο. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος είπε ότι δεν είδε τον Μ.Κ.3 να περνά με κόκκινο και ότι πέρασε και εκείνος με πράσινο, αλλά η πορεία του ήταν τόσο αμελής και ήταν τόσο απρόσεκτος που δεν τον είδε καν στον δρόμο του. Τον μέμφθηκε για το ατύχημα λόγω του ότι ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών, χωρίς προφανώς να αντιλαμβάνεται ότι με αυτή του τη θέση, έφταιγε και τον εαυτό του, αφού κι εκείνος ήταν θετικός στην THC. Για να καταδείξει όμως ότι ο ίδιος δεν ήταν επηρεασμένος αλλά ο Μ.Κ.3 ήταν, ανέφερε χαρακτηριστικά «άμμα δεν το σηκώννουν να μεν το πίννουν». Αρνήθηκε ότι προσπέρασε σταματημένα στο κόκκινο φως της πορείας του αυτοκίνητα με τη φράση «δεν είμαι ηλίθιος να θέλω να αυτοκτονήσω». Ο Κατηγορούμενος μου άφησε κάκιστη εντύπωση. Υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων, ως τις υπέδειξα πιο πάνω, είχε θέσεις οι οποίες δεν συνήδαν με την κοινή λογική, ως προανέφερα, αλλά ούτε και με τη λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση. Η θέση του ότι εισήλθε στη διασταύρωση όταν το φως της πορείας του ήταν ακόμη πράσινο, απορρίπτεται. Αυτή του η θέση καταρρίπτεται από την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Κ.
  5. Καταρρίπτεται, επίσης με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι όταν το φως στην πορεία της Μ.Κ.2 ήταν πράσινο, το φως στις πορείες του Κατηγορούμενου και του Μ.Κ.3 ήταν κόκκινο και το αντίστροφο. Αυτά οδηγούν σε ασφαλές συμπέρασμα ότι τόσο ο Μ.Κ.3 όσο και ο Κατηγορούμενος εισήλθαν εντός της επίδικης διασταύρωσης όταν το φως στην εγκάρσια γραμμή της πορείας τους ήταν κόκκινο. Επίσης, πώς γίνεται ο ίδιος να εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο, αλλά, στα μερικά μέτρα που διένυσε μέχρι το μέσο της διασταύρωσης, να πρόλαβε να δει τον Μ.Κ.3 να μην σταματά σε 2 άλτ και να εισέρχεται στη διασταύρωση με κόκκινο; Αυτό αντιστρατεύεται την κοινή λογική. Είναι δε, σημαντικό να λεχθεί ότι αφού η μαρτυρία της Μ.Κ.4 κρίθηκε αξιόπιστη και ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εφόσον ανιχνεύθηκε στο αίμα του κατηγορούμενου η ΤΗC και ο μεταβολίτης της, τα αντανακλαστικά του ήταν οπωσδήποτε επηρεασμένα, αλλά και η αντίληψή του του χώρου, του χρόνου και της απόστασης κατά την οδήγηση, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε σημασία στα όσα, τόσο ο Κατηγορούμενος, όσο και ο Μ.Κ.3, ανέφεραν σε σχέση με τον τρόπο που επισυνέβη το επίδικο ατύχημα. Απορρίπτω τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου στην ολότητα της. Γ. Ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας και της αξιολόγησής της καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 21.12.2015 και περί τις 16:45 στο Λιοπέτρι της Επαρχίας Αμμοχώστου ο Κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με αρ. εγγραφής XXXXX93 στην οδό Χρίστου Σαμάρα με κατεύθυνση τη Σωτήρα. Ο Μ.Κ.3 οδηγούσε το σαλούν αυτοκίνητό του με αρ. εγγραφής XXXXX59 την ίδια στιγμή στην ίδια οδό και με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς Ξυλοφάγου. Ενώ το φως και για τους δύο στη φωτοελεγχόμενη διασταύρωση της οδού Χρίστου Σαμάρα ήταν κόκκινο εισήλθαν εντός αυτής. Ο Μ.Κ.3 έχοντας πρόθεση να στρίψει δεξιά και αρχίζοντας να εκδηλώνει την πρόθεσή του αυτή προς την οδό Μόδεστου Παντελή ανέκοψε την ελεύθερη ευθεία πορεία του Κατηγορούμενου. Στο αίμα και των δύο ανιχνεύθηκε η ουσία ΤΗC και ο μεταβολίτης της, ένδειξη ότι υπήρξε και από τους δύο χρήση κάνναβης ή/και ρητίνης κάνναβης, οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πρώτο Πίνακα, Μέρος ΙΙ (Φάρμακα Τάξης Β) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Δ. Νομική πτυχή Στην παρούσα υπόθεση, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαραίνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2ΑΑΔ 18). Σε σχέση με την Κατηγορία 2 Το Άρθρο 9
(1)του περί Τροχαίας Κίνησης και του περί Μηχανοκινήτων οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72(στο εξής ο Νόμος) αναφέρει: «9.-
(1)Πας όστις, καθ' ον χρόνον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου ή άλλως πως είναι υπεύθυνος διά το τοιούτον όχημα εν όσω τούτο ευρίσκεται επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, τελεί υπό την επήρειαν οινοπνευματωδών ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων κατά τρόπον ώστε, καθ' ον χρόνον οδηγεί η ικανότης αυτού προς ασφαλή οδήγησιν να είναι ηλαττωμένη, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ΛΚ1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Στη βάση του πιο πάνω λεκτικού, συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: 1. Ο Κατηγορούμενος οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει μηχανοκίνητο όχημα, 2. επί οδού ή εταίρου δημοσίου χώρου ή είναι άλλως πως υπεύθυνος για το εν λόγω όχημα ενόσω αυτό βρίσκεται σε οδό ή έτερο δημόσιο χώρο, 3. τελεί υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων, 4. κατά τρόπο ώστε, κατά το χρόνο της οδήγησης, η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση είναι ελαττωμένη. Ως προανέφερα, η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την συνδρομή των στοιχείων
(1)και
(2)πιο πάνω. Ισχυρίστηκε όμως ότι η ανίχνευση του THC και του μεταβολίτη της στο αίμα του κατηγορούμενου δεν μπορούν, με την μαρτυρία που δόθηκε εν προκειμένω, να πληρώσουν τις προϋποθέσεις υπό τα στοιχεία
(3)και
(4)πιο πάνω. Ότι δηλαδή η ανίχνευση του THC και του μεταβολίτης της στο αίμα του κατηγορούμενου, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών κατά την διάρκεια της οδήγησης ή ότι η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Στην Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, όπου ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε, μεταξύ άλλων, κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω επικίνδυνης πράξης, βάσει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αλλά και κατηγορία για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης κατά τρόπο ώστε η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη, με νομική βάση, όπως εν προκειμένω, το άρθρο 9 του Νόμου, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 123 ως προς τον τρόπο απόδειξης της επίδικης κατηγορίας. « Ο τρόπος με τον οποίο ο εφεσείων οδήγησε το αυτοκίνητό του, το ότι μύριζε έντονα οινόπνευμα σε συνδυασμό εδώ και προς τη μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος και η συμπεριφορά του, χωρίς καμιά αμφιβολία αποδείκνυαν πως η ικανότητά του να οδηγεί ήταν ελαττωμένη λόγω οινοπνεύματος. Δεν είναι ορθή η εισήγηση πως χρειαζόταν απαραιτήτως επιστημονική μαρτυρία την οποία άλλωστε ήταν ο ίδιος ο εφεσείων που απέκλεισε. [....] Στον Wilkinsons στον οποίο αναφέρθηκε το Δικαστήριο, (βλ. και την 14η έκδοση σελ. 1/230 §4.63) εξηγείται, και αυτή είναι η ορθή θέση, πως αποδεικνύεται ο επηρεασμός και με μαρτυρία για ασταθή οδήγηση ή δυστύχημα στο οποίο δεν θα εμπλεκόταν κανονικός οδηγός μαζί με μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος. Περαιτέρω, με μαρτυρία για την κατάσταση του οδηγού (μεταξύ άλλων αστάθεια ή διανοητική σύγχυση) και κάποια μαρτυρία πως αυτή οφείλεται σε οινόπνευμα και όχι σε ασθένεια.» Στο σύγγραμμα Wilkinson on Road Traffic Offences, 10th edition σελ. 201 αναφέρονται τα εξής σχετικά αναφορικά με το άρθρο 5
(1)του αντίστοιχου Αγγλικού Νόμου : "Impairment of ability to drive properly can be proved by evidence that a car was being driven erratically or had an accident at a spot where was no hazard for a normal driver, provided, of course, that there is also evidence of drink or drugs. It can be assumed from evidence of the defendant´s condition, eg frequently falling asleep or inability to stand or mental confusion, provided, again, that there is some evidence that his condition was due to drink or drugs and not to illness. It will be noted that the test is ability to "drive properly" and that the prosecutor need not prove that the defendants could not drive. Impairment can also be shown by evidence of the amount of alcohol taken by the defendant as revealed by a test of the amount of alcohol taken by the defendant as revealed by a test of his blood or urine, if the analysis shows a high blood/alcohol content;" Και στις σελ.203 με 204: "Evidence generally "A witness who is not an expert can give his general impression as to whether a person has taken drink and must describe the facts on which he founds that impression (R v. Davies [1962] 3 All ER 97; Sherrard v. Jacob [1995] NI 151). He may not, merely because he is an experienced driver, give impression as to whether, such a person was fit to drive (ibid)."» Είναι προφανές από τα λεγόμενα στην Σάββα (πιο πάνω), όπου οι κατηγορίες ήταν, μεταξύ άλλων, για πρόκληση θανάτου λόγω επικίνδυνης και αλόγιστης οδήγησης αλλά και κατηγορία βάσει του άρθρου 9 του Νόμου ότι, η μαρτυρία ειδικού αφ΄ενός σε σχέση με λήψη αλκοόλης και αφ΄ετέρου σε σχέση με την επίδραση της αλκοόλης στην οδήγηση είναι ικανή και αρκετή, από μόνη της, να αποδείξει την εν λόγω κατηγορία. Στην Σάββα (πιο πάνω) τέτοια επιστημονική μαρτυρία απουσίαζε, όμως το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι ακόμα και μαρτυρία μη ειδικού (ως αναφέρεται στον Wilkinson, πιο πάνω) σε σχέση με τον τρόπο οδήγησης είναι ικανή να αποδείξει επηρεασμό. Εάν, δηλαδή, υπάρχει μαρτυρία για ασταθή οδήγηση ή μαρτυρία για δυστύχημα στο οποίο δεν θα εμπλεκόταν κανονικός οδηγός, μαζί με μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος, τότε η μαρτυρία αυτή είναι ικανή να αποδείξει τον επηρεασμό. Εδώ, σχετική επιστημονική μαρτυρία υπάρχει. Βρίσκω ότι η μαρτυρία της ΜΚ4, επαρκεί από μόνη της, ώστε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος η ικανότητα του Κατηγορούμενου για ασφαλή οδήγηση, ήταν πράγματι μειωμένη. Το ότι ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει σε ποιο βαθμό ο Κατηγορούμενος ήταν επηρεασμένος, δεν αφαιρεί οτιδήποτε από την σαφή και θετικότατη τοποθέτησή της ότι, σε κάποιο βαθμό, ήταν οπωσδήποτε επηρεασμένος με τους τρόπους που περιέγραψε. Η μειωμένη ικανότητα για οδήγηση του Κατηγορούμενου, αποδεικνύεται μόνο και μόνο από την αναφορά της στο ότι η αντίληψη ατόμου, στου οποίου το αίμα ανιχνεύτηκε THC και ο μεταβολίτης της, είναι επηρεασμένη ως προς το χώρο, χρόνο και απόσταση που απαιτείται για να γίνει μια πράξη κατά την οδήγηση, όπως να πατήσει φρένα. Αντίληψη χώρου, χρόνου και απόστασης, που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είναι απόλυτα συνυφασμένα με την ασφαλή οδήγηση. Αν δεν είναι αυτή επαρκής μαρτυρία για να καταδείξει ελαττωμένη ικανότητα οδήγησης, ποια άλλη ή επιπρόσθετη είναι; Η θέση της Υπεράσπισης ότι απαιτείται επιπρόσθετη μαρτυρία, που κάποιος τρίτος διαπιστώνει με τις αισθήσεις του, όπως λ.χ. η ζιγκ ζαγκ οδήγηση, δε με βρίσκει σύμφωνη. Η μαρτυρία εκείνη απαιτείται, μόνο όταν μαρτυρία όπως της ΜΚ4 απουσιάζει από την υπόθεση. Κρίνω ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία έχουν πληρωθεί όλα τα συστατικά στοιχεία της εν λόγω κατηγορίας. Σε σχέση με την κατηγορία 1 Το άρθρο 8 του Nόμου, προνοεί ότι: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ΛΚ1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτους (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική και το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό. Μέτρο ο μέσος προσεκτικός και συνετός οδηγός και όχι ο τέλειος οδηγός. Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Ο συνετός οδηγός έχει υποχρέωση να αποφύγει κίνδυνο στον δρόμο μόνο όταν αυτός έχει ήδη εκδηλωθεί και όταν αντιλήφθηκε αυτόν με τις αισθήσεις του. ( βλ. σχετικά Σιαλαμπή ν. Παναγή
(2008)1 Α.Α.Δ. 75). Εν προκειμένω, ο ΜΚ1 είπε στην αντεξέταση του ότι, κατηγόρησε τον κατηγορούμενο για αμελή οδήγηση λόγω του ότι οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών και αφού πέρασε με κόκκινο. Και τα δύο αυτά γεγονότα, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Αφού στη Σάββα (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, είναι στοιχείο που μπορεί να συνδεθεί με την επικίνδυνη οδήγηση βάσει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, τότε, κατά λογική προέκταση, η οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών μπορεί οπωσδήποτε να συνδεθεί με αμελή οδήγηση, βάσει του άρθρου 8 του Νόμου. Εξάλλου, ο μέσος συνετός οδηγός δεν οδηγεί υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών ούτε περνά με κόκκινο. Και αφού η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χώρο, χρόνο και λοιπές σχετικές περιστάσεις, εδώ, που η αντίληψη του Κατηγορούμενου περί του χώρου, χρόνου και απόστασης κατά την οδήγηση ήταν μειωμένη, ήταν οπωσδήποτε αμελής. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, ώστε να στοιχειοθετηθεί αμέλεια βάσει του άρθρου 8 του Ν. 86/72, δεν απαιτείται απαραίτητα να έχει συμβεί ατύχημα. Είναι, βέβαια, πιο εύκολο να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα όταν επισυμβεί ατύχημα, αφού αυτό προκύπτει ως μία επίπτωση, και η πιο συχνή, της αμελούς οδήγησης. Κρίνω ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία έχουν πληρωθεί όλα τα συστατικά στοιχεία της εν λόγω κατηγορίας. Σε σχέση με την κατηγορία 5 Η νομική βάση της κατηγορίας αυτής είναι οι Κανονισμοί 66(Β)
(1)(α)(
  1. i)και (
  2. ii)και 66(B)
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 66/84 ως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π. 189/08 και το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/72 και Νόμος 47(Ι)/1997. Στο βαθμό που ο Κανονισμός 66(Β)
(1)(α) ενδιαφέρει εν προκειμένω παρατίθεται κατωτέρω: « 66Β.
(1)Ο τρόπος ρύθμισης της τροχαίας με τη χρήση φωτεινών σηματοδοτών είναι ο ακόλουθος: (α) Ενδείξεις στους φωτεινούς σηματοδότες για οχήματα: (
  1. i)Εξαιρουμένων των προνοιών της υποπαραγράφου (
  2. ii)η ένδειξη του κόκκινου φανού σημαίνει απαγόρευση για κάθε όχημα που βρίσκεται στον δρόμο να προχωρήσει πέραν της γραμμή στάσης, της άσπρης δηλαδή γραμμής που είναι χαραγμένη εγκάρσια, ή πέραν του σημείου από το οποίο ο οδηγός μπορεί να βλέπει τον φωτεινό σηματοδότη που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του σε περίπτωση όπου η γραμμή στάσης δεν είναι ευκρινώς ορατή ή δεν υπάρχει χαραγμένη στο δρόμο. (
  3. ii)Η ένδειξη του κόκκινου φανού σημαίνει, για όχημα της Αστυνομίας, της Στρατονομίας της Εθνικής Φρουράς, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, για ασθενοφόρο όχημα, πυροσβεστικό όχημα του Τμήματος Δασών, οχήματος της Πολιτικής Άμυνας ή για ναυαγοσωστικό όχημα, απαγόρευση να προχωρήσει πέραν της γραμμής στάσης ή του φωτεινού σηματοδότη όπως αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i), εκτός αν το όχημα χρησιμοποιείται τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή για υπηρεσία έκτακτης ανάγκης και έχει σε λειτουργία το ειδικό φωτεινό ή ηχητικό σήμα ή και τα δυο, όπως αναφέρεται στην υποπαράγραφο (η) της παραγράφου
(4)του Κανονισμού 58, οπότε το εν λόγω όχημα μπορεί να προχωρήσει, νοουμένου ότι καταβάλλεται από τον οδηγό του κάθε εύλογη προσπάθεια ώστε με την κίνησή του υπό τις δοσμένες περιστάσεις να μην δημιουργείται οποιοσδήποτε κίνδυνος σε άλλους χρήστες του δρόμου. (iii) Η ταυτόχρονη ένδειξη του κόκκινου και του κίτρινου φανού προορίζεται να παράσχει στον οδηγό χρόνο προετοιμασίας για εκκίνηση και σημαίνει επικείμενη αλλαγή της ένδειξης σε πράσινο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η απαγόρευση της ένδειξης του κόκκινου ακυρώνεται. (
  1. iv)Η ένδειξη του πράσινου φανού σημαίνει ότι το όχημα μπορεί να περάσει την γραμμή στάσης και τους φωτεινούς σηματοδότες και να προχωρήσει, εκτός αν η πορεία του εμποδίζεται από άλλα οχήματα. (
  2. v)Η ένδειξη του κίτρινου φανού σημαίνει απαγόρευση όπως και η ένδειξη του κόκκινου φανού, εκτός αν κατά τη στιγμή της αλλαγής της ένδειξης από πράσινο σε κίτρινο το όχημα βρισκόταν τόσο κοντά στην γραμμή στάσης ή τους φωτεινούς σηματοδότες που καθιστούσε επικίνδυνη τη στάση του οχήματος πριν από τη γραμμή στάσης ή τους φωτεινούς σηματοδότες. (
  3. vi)Η ένδειξη του κίτρινου φανού να αναβοσβήνει σε διασταύρωση ή συμβολή δρόμων σημαίνει ότι αυτή θεωρείται ως μη ελεγχόμενη από φωτεινούς σηματοδότες και έχει προτεραιότητα το όχημα που κινείται από δεξιά. Στην περίπτωση διάβασης πεζών που ελέγχεται με φωτεινούς σηματοδότες, η ένδειξη του κίτρινου φανού να αναβοσβήνει σημαίνει ότι το όχημα οφείλει να σταματήσει αν υπάρχει πεζός στη διάβαση, διαφορετικά μπορεί να προχωρήσει προσεκτικά. (vii) Η ένδειξη πράσινου φανού με απεικόνιση σχήματος βέλους σημαίνει ότι το όχημα μπορεί να περάσει τη γραμμή στάσης και τους φωτεινούς σηματοδότες και να προχωρήσει ακολούθως μόνο προς την κατεύθυνση που δείχνει το βέλος. Προκύπτει από ανάγνωση του πιο πάνω Κανονισμού, ότι το εδάφιο (α) αυτού, το οποίο ρητά αναφέρει ότι αφορά σε ενδείξεις στους φωτεινούς σηματοδότες για οχήματα, εφαρμόζεται για την ρύθμιση της τροχαίας κίνησης οποτεδήποτε αυτή αφορά σε οχήματα. Οποτεδήποτε η ρύθμιση της τροχαίας κίνησης αφορά σε πεζούς εφαρμόζεται ο Κανονισμός 66Β
(1)(β). Βάσει του λεκτικού του Κανονισμού, ως ανωτέρω, προκύπτει ότι το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης. Σε αδικήματα αυστηρής ευθύνης η συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη μπορεί να στοιχειοθετήσει το αδίκημα χωρίς να καθίσταται αναγκαία μαρτυρία για τη νοητική κατάσταση του αδικοπραγούντα κατά την τέλεση της ενέργειας ή παράλειψης. Όταν, δηλαδή, το αδίκημα στοιχειοθετείται ανεξάρτητα από την πρόθεση του παραβάτη, τότε μπορεί να χαρακτηριστεί ως αυστηρής ευθύνης (regulatory) (Βλ. Sea Islands Tours Ltd και άλλοι v. Κ.Ο.Τ.
(1995)2 Α.Α.Δ. σελ. 196). Το κατά πόσο δημιουργείται τέτοιας φύσεως αδίκημα, όμως, πρέπει να προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό της σχετικής νομοθετικής διάταξης, χωρίς να παραμένει οποιοδήποτε περιθώριο αμφιβολίας σε σχέση με το ποία ενέργεια ή παράλειψη συνιστά το αδίκημα (βλ. Yiannakis Shistris v. Cyprus Tourism Organization,
(1982)2 C.L.R. Criminal Appeal 4307, ημερ. 21.12.1982, Sewage Board v. Anastasia Demosthenous
(1982)2 C.L.R. 252). Στην περίπτωση του Κανονισμού 66Β
(1)(α)(i), βρίσκω, η ενέργεια που απαγορεύεται να είναι σαφής και ξεκάθαρη. Υπάρχει απαγόρευση, και είναι αυτή η λέξη που χρησιμοποιείται, για κάθε όχημα που βρίσκεται στον δρόμο να προχωρήσει πέραν της γραμμή στάσης, της άσπρης δηλαδή γραμμής που είναι χαραγμένη εγκάρσια, ή πέραν του σημείου από το οποίο ο οδηγός μπορεί να βλέπει τον φωτεινό σηματοδότη που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του σε περίπτωση όπου η γραμμή στάσης δεν είναι ευκρινώς ορατή ή δεν υπάρχει χαραγμένη στο δρόμο. Η απαγόρευση μάλιστα είναι τόσο απόλυτη που ισχύει και σε περιπτώσεις οχήματος των σωμάτων που αναφέρονται στο εδάφιο (ii) του εν λόγω Κανονισμού, εκτός εάν αυτά έχουν σε λειτουργία το ειδικό φωτεινό ή ηχητικό σήμα που δεικνύει έκτακτη ανάγκη, ή και τα δύο, οπόταν μπορούν να προχωρήσουν νοουμένου ότι ο οδηγός τους καταβάλλει κάθε εύλογη προσπάθεια να μην δημιουργείται κίνδυνος σε οποιουσδήποτε άλλους χρήστες του δρόμου. Βρίσκω το λεκτικό του εν λόγω Κανονισμού ξεκάθαρα να δημιουργεί αδίκημα αυστηρής ευθύνης, το οποίο δεν απαιτεί ένοχη διάνοια εκ μέρους του αδικοπραγούντα ώστε να τελεστεί. Αφού κατέστη εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός της επίδικης διασταύρωσης όταν το φως της πορείας του ήταν ήδη κόκκινο, δεν μπορεί παρά να καταδικαστεί για το συγκεκριμένο αδίκημα, βάσει όλων όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω. Η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι ώστε να αποδειχθεί η κατηγορία αυτή απαιτείτο ειδική, τεχνική ή επιστημονική μαρτυρία ως προς τον τρόπο λειτουργίας των φώτων τροχαίας στην επίδικη διασταύρωση δεν με βρίσκει σύμφωνη, ειδικά αφού, ουδέποτε ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι τα φώτα δεν λειτουργούσαν κανονικά, ώστε η λειτουργία τους, αυτή κάθε αυτή, να καταστεί επίδικο θέμα. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο στις κατηγορίες 1,2 και 5. (Υπ.) ............ Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.