← Κύπρος

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. Μούζουρα, Υπόθεση Αρ: 147/18, 4/1/2019

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. Μούζουρα, Υπόθεση Αρ: 147/18, 4/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:SDLEF:2019:1 ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ Που συνεδριάζει στη Λευκωσία ΕΝΩΠΙΟΝ: Υπτγου Φίλιππου Πατσαλίδη, Προέδρου Τχη(ΠΒ) Θωμά Δημητρίου ) Λγού(ΤΘ) Κωνσταντίνου Χρυσοστόμου ) Στρατοδικών Ημερομηνία: 04/01/19 Υπόθεση Αρ: 147/18 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Εμφανίζεται ο Στρατιωτικός Εισαγγελέας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α' κ. Ξ. Ευσταθίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χαραλάμπους Ο κατηγορούμενος παρών Μεταξύ: ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κατηγορούσας Αρχής Και Μούζουρα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στο πολύ πρώιμο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και κατά τη διάρκεια της κύριας εξέτασης της ΜΚ1 xxxxx Δαγκλή υπεβλήθη ένσταση από την υπεράσπιση στην προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να κατατεθεί σαν Τεκμήριο το υπ' αριθμό 5 περιγραφόμενο στοιχείο στο Τεκμήριο 2 (που είναι δέσμη 7 σελίδων υπογραμμένο σε κάθε σελίδα από την ανωτέρω μάρτυρα με τον τίτλο Αστυνομία Κύπρου, Τεκμήρια υπόθεσης, αριθμός βιβλίου Τεκμηρίων 296/18) Ως Τεκμήριο 1 κατατέθη η κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρας με ημερομηνία 25/08/18, 5 σελίδων υπογεγραμμένη από τη μάρτυρα σε κάθε σελίδα της. Στα πλαίσια της ένστασής του ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ανέγνωσε την ένσταση που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Η γραπτή ένσταση συνοδεύεται από 10 αποφάσεις Δικαστηρίων Ανωτάτου και μη, καθώς και με δέσμη 3 ειδοποιήσεων εφέσεων, στρεφομένων κατά προγενεστέρων αποφάσεων σχετιζομένων με τον Κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση και ειδικότερα. α) Απόφαση της Δικαστού κυρίας Σταματίου του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις πολιτική αίτηση 112/18 ημερομηνίας 24/09/18. β) Απόφαση του Δικαστή κύριου Χριστοδούλου του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πολιτική αίτηση 114/18 ημερομηνίας 18/09/18. γ) Απόφαση της Δικαστού Μ. Παπαϊωάννου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος ημερομηνίας 24/10/18 στην αίτηση 83/18. Το αίτημα στο αμέσως ανωτέρω στοιχείο γ) ήτο η ακύρωση του διατάγματος κατακράτησης Τεκμηρίων στην αίτηση 83/18 ημερομηνίας 24/08/18 με ημερομηνία διατάγματος την ίδια ημέρα, δηλαδή 24/08/18. Η αίτηση για ακύρωση του διατάγματος κατακράτησης καταχωρήθηκε από τον παρόντα κατηγορούμενο. Στα υπό α και β στοιχεία ανωτέρω ο κατηγορούμενος επιδίωξε να του παραχωρηθεί άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση διατάγματος τύπου certiorari προς ακύρωση εντάλματος σύλληψής ημερομηνίας 20/08/18 (στοιχείο α) και δύο ενταλμάτων έρευνας ημερομηνίας 20/08/18 όλων εκδοθέντων από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος. Έχουμε διακρίνει μέσα από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι είχε εγκαταλειφθεί από την υπεράσπιση η θέση που ήγειρε και στις τρείς

(3)υπό α, β και γ στοιχεία ‑ διαδικασίες ότι η Αστυνομία δεν έχει εξουσία να διερευνήσει τη διάπραξη στρατιωτικών αδικημάτων. Έτσι, δεν θα μας απασχολήσει αυτό το θέμα στο παρόν στάδιο στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης απόφασής μας. Θεωρούμε σκόπιμο να επισημάνουμε ότι έχουν εγκριθεί από το Δικαστήριο σαν παραδεκτά γεγονότα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφάλαιο 9 και μετά που συμφωνήθηκαν από τα διάδικα μέρη τα ακόλουθα: "Τα υπό κρίση αδικήματα είναι στρατιωτικά, δεδομένου ότι διαπράχθηκαν εντός του στρατοπέδου xxxxxxxx στο xxxxxxx. Ο κατηγορούμενος σε όλον τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη στρατιωτική ιδιότητα. Από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατέχουν αμφότεροι οι διάδικοι δεν προέκυψε μαρτυρία με βάση την οποία να εμπλεκόταν πολίτης στη υπό κρίση διάπραξη αδικήματος. Στις 24/08/18 στα πλαίσια της αίτησης 83/18 η Αστυνομία εξασφάλισε διάταγμα κατακράτησης Τεκμηρίων από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας μεταξύ άλλων περιλαμβανομένου και του Τεκμηρίου 5 (που είναι το αντικείμενο της ένστασης.) Η υπεράσπιση καταχώρησε ειδοποιήσεις εφέσεων στις αιτήσεις με αριθμό 112/18 και 114/18 του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθώς και έφεση στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος στην αίτηση 83/18 ημερομηνίας 24/10/18. Όλες οι πιο πάνω εφέσεις εκκρεμούν.". Σημειώνουμε επίσης, ότι ο κύριος Χαραλάμπους επεκτάθηκε σε ορισμένα σημεία πέραν ή πλήρως συμπληρωματικά της γραπτής του ένστασης, τα οποία φυσικά και καταγράφησαν. Όλα τα ανωτέρω αναφέρονται σαν εισαγωγικά της παρούσας. Λόγοι της ένστασης Δεδομένης της μη εμπλοκής πολιτών στη διάπραξη των αδικημάτων τα άρθρα 114 και 114 Α του Νόμου, δηλαδή του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου 40/64, δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Εν όψει του στρατιωτικού χαρακτήρα των αδικημάτων ο αστυνομικός δυνάμει του άρθρου 119
(2)(γ) του Νόμου 40/64, που ενεργούσε ως ανακριτής όφειλε όπως για το σκοπούμενο να κατατεθεί Τεκμήριο (εναντίον της κατάθεσης του οποίου η ένσταση) αποταθεί δυνάμει του άρθρου 32 της Ποινικής Δικονομίας αλλά και του άρθρου 138 του Νόμου 40/64 στο Στρατιωτικό Δικαστήριο ως καθ' ύλην αρμοδίου και φυσικού Δικαστηρίου για να εξασφαλίσει διάταγμα κατακράτησης, αφού αυτό θα εκδίκαζε και την υπόθεση. Τέτοια εξουσία δεν είχε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος το οποίο στις 24/08/18 εξέδωσε σχετικό διάταγμα κατακράτησης Τεκμηρίων περιλαμβανομένου και του σκοπούμενου να κατατεθεί. Η ακολουθηθείσα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος διαδικασία ήτο εξ' υπαρχής άκυρη και δεν παρείχετο σ' αυτό (δηλαδή το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος) η εξουσία για άσκηση τέτοιας δικαιοδοσίας δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας σε συνάρτηση με τα υπό κρίση στρατιωτικά αδικήματα. Ούτε και η Αστυνομία με βάση τα ίδια δεδομένα είχε εξουσία να αποταθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος με αίτημα εξασφάλισης διατάγματος κατακράτησης Τεκμηρίων που κατέχει η Αστυνομία, είτε δυνάμει εντάλματος έρευνας, είτε παραλήφθηκαν χωρίς ένταλμα έρευνας δυνάμει του άρθρου 25 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, δεν μπορούν να κατακρατηθούν δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος δυνάμει του άρθρου 32 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 από το Επαρχιακό Δικαστήριο παρά μόνο από ανάλογο διάταγμα εκδοθέν από το Στρατιωτικό Δικαστήριο λόγω της φύσης των αδικημάτων ως στρατιωτικών. Και αυτά πέραν του γεγονότος ότι εξαρχής δεν ετίθετο θέμα εμπλοκής πολιτών στη διάπραξη των αδικημάτων και ως εκ τούτου εφαρμογής των άρθρο 114 και 114 Α του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου, τα οποία ενίοτε προσδίδουν δικαιοδοσία υπό κάποιες προϋποθέσεις στα κοινά Ποινικά Δικαστήρια. Ως εκ τούτου τόσο η Αστυνομία, όσο και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος, με τις ενέργειές τους, δηλαδή η Αστυνομία αφ' ενός με το να αποταθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος (αντί στο Στρατιωτικό Δικαστήριο ως το φυσικό Δικαστήριο) το δε Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος επιλαμβανομένου σχετικού αιτήματος της Αστυνομίας (αίτηση 83/18) και εκδίδοντας σχετικό διάταγμα κατακράτησης αφετέρου, έσφαλαν νομικά στερώντας έτσι από την Αστυνομία το δικαίωμα να ζητά κατάθεση τεκμηρίου περιλαμβανομένου στο διάταγμα κατακράτησης Τεκμήριων που εκδόθηκε στις 24/08/18 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος. Οι ενέργειες αυτές μόλυναν τη διαδικασία αλλά και τη ροή των γεγονότων που η ορθή αλληλουχία θα ήταν το αίτημα της Αστυνομίας για κατακράτηση των Τεκμηρίων να υποβάλλετο στο αρμόδιο Δικαστήριο που ήτο το Στρατιωτικό Δικαστήριο. Έτσι παραβιάστηκε το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος. Η διαδικασία ως εκ τούτου κατέστη παράνομη, είχε μολυνθεί και επηρεαστεί με τρόπο ώστε το παρόν Στρατιωτικό Δικαστήριο να μην αποδεχθεί την κατάθεση του εν λόγω Τεκμηρίου στα πλαίσια των εξουσιών και ή/της διακριτικής του ευχέρειας. Αναφέρθη στην αίτηση που υπεβλήθη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος για ακύρωση του διατάγματος κατακράτησης Τεκμηρίων με αριθμό 83/18 και στην απόρριψή της στις 24/10/18 εισηγούμενος ότι αυτή δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, αφού, μεταξύ άλλων παρέλειψε να λάβει υπόψη την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (αριθμό 1)
(2011)1 Α.Α.Δ σελίδα 649 και να προβεί σε σχετικό εύρημα, ότι δηλαδή δεν τίθεται θέμα συντρέχουσας δικαιοδοσίας και του Στρατιωτικού Δικαστηρίου. Παρόμοια και το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του στις αιτήσεις με αριθμό 112/18 και 114/18 (είναι τα στοιχεία α και β στην αρχή της απόφασης) αγνόησε την πιο πάνω θέση του ευπαίδευτου συνήγορου της υπεράσπισης και την πιο πάνω νομολογία. Η περαιτέρω θέση του ευπαίδευτου συνήγορου ήτο η ως εκ των ανωτέρω περιγραφεισών ενεργειών, η παράβαση των άρθρων 102, 103, 112 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 4, 5, 114, 114 Α του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος με τελική εισήγηση την μη αποδοχή ως Τεκμηρίου αντικειμένου το οποίο περιλαμβανόταν στο διάταγμα κατακράτησης που εξέδωσε αναρμόδιο Δικαστήριο. Για να εδραιώσει περαιτέρω το επιχείρημά του ο κύριος Χαραλάμπους ανέγνωσε απόσπασμα από το παράρτημα 1 (συνημμένο στην αγόρευσή του) που είναι η απόφαση Αστυνομίας vs Μάριος Λοΐζου, αριθμός υπόθεσης 29792/11, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, τονίζοντας την αναρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος αναφορικά με την έκδοση διατάγματος κατακράτησης Τεκμηρίων. Αναφέρθη περαιτέρω στην ίδια πορεία που ακολουθήθηκε και για την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης και έρευνας, δηλαδή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος, διερωτώμενος ποια θα ήταν η τύχη της υπόθεσης αν τελικά αυτή καταχωρείτο για εκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος. Με σχετική νομολογία υπεστήριξε ότι το αίτημά του για μη αποδοχή του Τεκμηρίου από το παρόν Δικαστήριο (μέσω της ένστασής του) είναι αυτοτελές του δικαίωμα ανεξάρτητα της λήψης και/ή άσκησης άλλων ένδικων μέσων, εννοώντας, όπως αντιλαμβανόμαστε, τα ένδικα μέσα που έχουν αναφερθεί στην αρχή της απόφασής μας υπό στοιχεία α, β και γ. Το αυτοτελές αυτό δικαίωμα μπορεί να εγερθεί κατά τη δίκη και να αποφασιστεί από το εκδικάζον Δικαστήριο, στην περίπτωσή μας δε από το παρόν Δικαστήριο. Για την έλλειψη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου για εκδίκαση ποινικής υπόθεσης εναντίον Στρατιωτικού αναφέρθηκε στην απόφαση Παπαπαύλου vs Αστυνομίας, ποινική έφεση 320/15, ημερομηνίας 25/05/16, όπου η διαδικασία που ασκήθηκε εσφαλμένα χωρίς δικαιοδοσία θεωρήθηκε εξ' υπαρχής άκυρη. Ως εκ τούτου, ισχυρίστηκε η υπεράσπιση, η ανακριτική πράξη της κατακράτησης Τεκμηρίων από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος, μεταξύ των οποίων και του υπό αναφοράν και σκοπουμένου να κατατεθεί, ήτο εξ υπαρχής άκυρη. Αναφέρθη στη γνωστή υπόθεση Nicolettides vs Αστυνομίας
(1973)2CLR222, αναγνώσας σχετικό απόσπασμα στην αγγλική έκδοση της απόφασης και ερμήνευσε την απόφαση του Ανωτάτου για έγκριση της διαδικασίας προσωποκράτησης από το Επαρχιακό Δικαστήριο (από άποψη δικαιοδοσίας) ως οφειλομένη στο γεγονός της εμπλοκής πολιτών με τρόπο που περιέβαλλε με δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 114 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου 40/64. Και αυτό όπως ισχυρίστηκε κατ' αντιδιαστολή με την παρούσα υπόθεση όπου σε κανένα στάδιο πρώιμο ή μη τέθηκε θέμα εμπλοκής πολίτη ή πολιτών ούτως ώστε με ενεργοποίηση του άρθρου 114 (ως ανωτέρω) να δίδεται δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Αναφερόμενος στη μεταγενέστερη της Nicolettides (ανωτέρω) απόφαση ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου ανέφερε ότι αυτή η απόφαση, δηλαδή η P. Mouzouris vs Δημοκρατίας
(1977)2CLR340 διαφοροποίησε τη Nicolettides με την έννοια ότι η ύπαρξη άλλων προσώπων ‑ αγνώστων‑ στη διάπραξη του αδικήματος δεν παρείχε εξουσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο για εκδίκαση της υπόθεσης δυνάμει του άρθρου 114
(1)του Νόμου 40/64, αλλά η αρμοδιότητα προσδίδεται στο Στρατιωτικό Δικαστήριο. Η τελική θέση του κύριου Χαραλάμπους σε συνδυασμό των πιο πάνω αποφάσεων, αλλά και των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή της μη εμπλοκής άλλου προσώπου (πολίτη) στη διάπραξη του αδικήματος παρά μόνο του κατηγορούμενου μέσω της έκθεσης του Ι.Γ.Ν.Κ. (Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου μη αποδεκτή από την υπεράσπιση) δεν παρείχαν εξουσία για κατακράτηση των Τεκμηρίων μέσω διατάγματος στις 24/08/18 στην αίτηση 83/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος. Αναφερόμενος περαιτέρω στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας (αριθμός 1)
(2011)1 Α.Α.Δ σελίδα 649 εκδοθείσα από τον τότε Δικαστή του Ανωτάτου τον κύριο Κραμβή, εξέφρασε τη θέση ότι αυτή αγνοήθηκε και/ή δεν απασχόλησε, τόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος στην αίτηση 83/18, καθώς και τους Δικαστές του Ανωτάτου που επελήφθησαν των πολιτικών αιτήσεων 112/18 και 114/18. Μνεία των ένδικων αυτών μέσων γίνεται στην αρχή της παρούσας ενδιάμεσης απόφασής μας (στοιχεία α, β, γ) Στην πιο πάνω απόφαση του κύριου Κραμβή απερρίφθη αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα για ακύρωση απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου το οποίο απεφάνθη ότι δεν είχε αρμοδιότητα να εκδικάσει ποινική υπόθεση που αφορούσε κατηγορίες για στρατιωτικά αδικήματα από στρατιωτικό κρίνοντας ότι η περίπτωσή του δεν ενέπιπτε στις πρόνοιες του άρθρου 113 (καταργήθη) και του άρθρου 114 του Νόμου 40/64 (όπως αυτά ίσχυαν προ της επελθούσης τροποποιήσεως δια του Νόμου 105
(1)/2011 ημερομηνίας 29/07/11). Ισχυρισμός περί συντρέχουσας δικαιοδοσίας Επαρχιακού Δικαστηρίου και Στρατιωτικού Δικαστηρίου απερρίφθη, καθ' ότι θα οδηγούσε και στην επιλογή Δικαστή που ενδεχόμενα να ήτο και ο μη φυσικός Δικαστής με σχετική αναφορά στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος που αναφέρει: "Έκαστος κατά τη διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά Νόμου." Συνεπώς, κατά τη θέση της υπεράσπισης, η άσκηση δικαιοδοσίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος εκδίδοντας διάταγμα κατακράτησης Τεκμηρίων είναι εξ υπαρχής άκυρη και σε συνδυασμό με την υπόθεση Παπαπαύλου (ανωτέρω) ένα ήτο το Δικαστήριο που θα έπρεπε να επιληφθεί οποιουδήποτε θέματος έκδοσης ενταλμάτων σύλληψης, έρευνας, διατάγματος κατακράτησης και εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης και ως τέτοιο αρμόδιο ήταν το Στρατιωτικό Δικαστήριο. Στη συνέχεια η υπεράσπιση έκανε ευρεία αναφορά στην απόφαση του αδελφού Δικαστή Τιμοθέου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην υπόθεση 9514/10, της οποίας παρέθεσε ευρέα αποσπάσματα. Παρατηρούμε φυσικά ότι η απόφαση αυτή του αδελφού Δικαστή Τιμοθέου ήτο και το αντικείμενο της προμνημονευθείσης απόφασης Γενικός Εισαγγελέας
(2011)1 Α.Α.Δ σελίδα 649, μνεία της οποίας έχει γίνει ήδη από την υπεράσπιση, η οποία προφανώς μας παρέπεμψε σε αυτήν για περαιτέρω ενίσχυση της θέσης της και εννοούμε την απόφαση στην ποινική υπόθεση 9514/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου του αδελφού Δικαστή Τιμοθέου. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την υπεράσπιση δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα συναρμοδιότητας Επαρχιακού Δικαστηρίου και Στρατιωτικού Δικαστηρίου από καμία νομοθετική διάταξη. Έγινε επιπρόσθετα παραπομπή στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κύριων Λοΐζου και Πική σελίδα 90 ‑ 91 με επικεφαλίδα Plea to the Jurisdiction υποστηρίζοντας τη θέση ότι εξ υπαρχής το διάταγμα κατακράτησης Τεκμηρίων εκδόθηκε από αναρμόδιο Δικαστήριο, δηλαδή το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος και όχι από το Στρατιωτικό Δικαστήριο αποστερώντας έτσι την Κατηγορούσα Αρχή με το δικαίωμα να ζητά την κατάθεση τέτοιου Τεκμηρίου, περιλαμβανομένου στο από αναρμόδιο Δικαστήριο εκδοθέν διάταγμα κατακράτησης Τεκμηρίων, ενώπιόν μας. Αναφερόμενος περαιτέρω ο ευπαίδευτος δικηγόρος υπεράσπισης στις αποφάσεις 112/18, 114/18, 83/18 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος (στοιχεία α, β, γ) που αναφερθήκαμε στην αρχή της απόφασής μας, υπεστήριξε ότι λανθασμένα θεωρήθηκε στις εν λόγω αποφάσεις ότι το άρθρο 138 του Νόμου 40/64, που είναι το ακροτελεύτιο άρθρο του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου 40/64, προσέδιδε δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος για έκδοση διατάγματος κατακράτησης, εντάλματος σύλληψης και εντάλματος έρευνας, επειδή το ρηθέν άρθρο 138 παραπέμπει σε εφαρμογή της Ποινικής Δικονομίας για θέματα που δεν προβλέπονται από τον Νομό 40/64. Κάτι τέτοιο, υπεστήριξε η υπεράσπιση, έρχεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες των άρθρων 102 και ειδικά του άρθρου 103
(1)με το οποίο καθιδρύθηκε το Στρατιωτικό Δικαστήριο ως το έχον δικαιοδοσία να εκδικάσει, τόσο την ουσία της υπόθεσης, όσο και οποιασδήποτε αίτηση της Αστυνομίας που προβλέπεται από τον Νόμο 40/64, ή την Ποινική Δικονομία Κεφ.
  1. Κατ' αντιδιαστολή τέθηκε το ερώτημα ποιο θα ήταν το αρμόδιο Δικαστήριο αν ανακριτής ήτο στρατιωτικός και υπέβαλλε αιτήματα για εντάλματα σύλληψης, εντάλματα έρευνας ή για διατάγματα κατακράτησης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.
  2. Η περαιτέρω θέση της υπεράσπισης είναι ότι είναι μεν δεκτή η εξουσία της Αστυνομίας για διερεύνηση στρατιωτικών αδικημάτων. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 114 Α του Νόμου 40/64, το παραδεκτό γεγονός της μη εμπλοκής πολίτη στο υπό εκδίκαση αδίκημα απεκδύει κάθε εξουσία από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος για να επιληφθεί είτε της ουσίας της ποινικής κατηγορίας, είτε της ανάκρισης, έστω και αν η διερεύνηση ή η ανάκριση διεξάγεται από την Αστυνομία. Η αποδοχή της κατάθεσης του επίδικου Τεκμηρίου ως εκ τούτου στα πλαίσια της ενωπίον μας διαδικασίας θα σήμαινε συντρέχουσα δικαιοδοσία του παρόντος Στρατιωτικού Δικαστηρίου και του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος, το οποίο εξέδωσε το διάταγμα κατακράτησης Τεκμηρίων κατ' αντίθεση των όσων η απόφαση στην πολιτική αίτηση Γενικός Εισαγγελέας (Αριθμός 1)
(2011)1 Α.Α.Δ σελίδα 649 προνοεί, που εκδόθηκε από τον πρώην Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κύριο Ανδρέα Κραμβή, για την οποία έγινε και προηγούμενα μνεία από την υπεράσπιση. ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Ο ευπαίδευτος κατήγορος έκανε αναφορά στις ανακριτικές πράξεις που εκτίθενται στην Ποινική Δικονομία Κεφ. 155 και ειδικότερα το άρθρο 18 που αφορά την έκδοση εντάλματος σύλληψης, το 24 που αφορά την αστυνομική κράτηση, το 27 που αφορά το ένταλμα έρευνας, το άρθρο 32 που αφορά την κατακράτηση μέσω δικαστικού διατάγματος των όσων Τεκμηρίων παραλήφθησαν ή κατασχέθηκαν δυνάμει εντάλματος έρευνας καθώς και των άρθρων 25 και 26 που αφορούν αντίστοιχα την έρευνα προσώπων και τόπων χωρίς ένταλμα και έρευνα μεταφορικών μέσων αντίστοιχα. Το άρθρο 32 προκρίνει ότι έχει προηγηθεί εκτέλεση εντάλματος έρευνας. Περαιτέρω, όπως σημείωσε η Κατηγορούσα Αρχή, το άρθρο 121
(1)του Νόμου 40/64 προνοεί ότι: "Τα πρόσωπα που διεξάγουν ανάκριση δυνάμει του άρθρου 119 επιχειρούσιν έκαστος, εντός της αρμοδιότητός του και άνευ αναβολής πάσας τας αναγκαίας προς βεβαίωσιν του αδικήματος και των υπαιτίων ανακριτικάς πράξεις κατά τας σχετικάς διατάξεις του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.". Η νομοθετική αυτή διάταξη κατά τη θέση του ευπαίδευτου εισαγγελέα από μόνη της καθιστά εφαρμοστέες τις πρόνοιες του Ποινικής Δικονομίας και ειδικότερα αυτές που αποβλέπουν ως ανακριτικές πράξεις στη βεβαίωση του αδικήματος και των υπαιτίων διάπραξης του αδικήματος. Σε όλες τις πρόνοιες της Ποινικής Δικονομίας, στις οποίες έκανε μνεία προηγουμένως χαρακτηρίζοντας αυτές ως ανακριτικές πράξεις, γίνεται λόγος για Δικαστή, ο οποίος επιλαμβάνεται των αιτημάτων των ανακριτικών αρχών συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 32, που προνοεί για την έκδοση διατάγματος κατακράτησης ή διάθεσης πραγμάτων που κατασχέθηκαν δυνάμει του εντάλματος έρευνας. Δικαστής, σύμφωνα με τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες της Ποινικής Δικονομίας, που αφορούν ανακριτικές πράξεις, σύμφωνα με την ερμηνευτική πρόνοια (άρθρο 2 της Ποινικής Δικονομίας) είναι ο Επαρχιακός Δικαστής. Ως εκ τούτου, ο Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας 40/64 στο στάδιο διενέργειας ανακριτικών πράξεων καθιστά απευθείας εφαρμοστέες τις σχετικές διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας, κατ' επέκταση παραπέμπει σε Δικαστή που δεν είναι άλλος από τον Επαρχιακό Δικαστή. Για ενίσχυση της θέσης της, η Κατηγορούσα Αρχή αναφέρθη στην υπόθεση Adonis Nicolettides κ.α.
(1973)2 Α.Α.Δ σελίδα 222 αναγνώσας το σχετικό απόσπασμα της σελίδας 227, μέχρι την 7η γραμμή της σελίδα 228. Η θέση του κύριου Ευσταθίου είναι ότι η αναφορά στο άρθρο 121
(1)του Νόμου 40/64 στην εν λόγω απόφαση μόνο τυχαία δεν είναι, αφού μέσω του άρθρου 121 του Νόμου 40/64 καθίστανται απευθείας εφαρμοστέες οι πρόνοιες της Ποινικής Δικονομίας που αφορούν ανακριτικές πράξεις και σε σχέση με ότι αρμόδιος Δικαστής είναι ο Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Σε αντίθεση με τον συνήγορο υπεράσπισης, η Κατηγορούσα Αρχή ερμήνευσε τις λέξη "τοσούτω, μάλλον" σαν επιπλέον λόγο για να καταλήξει στο συμπέρασμα που κατέληξε τότε το Εφετείο, που εν πάση περιπτώσει θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα και αν δεν υπήρχε το δεδομένο ο άλλος εφεσείων να ήτο πολίτης. Έγινε επίσης εισήγηση από την Κατηγορούσα Αρχή να αντλήσουμε καθοδήγηση τόσο από την απόφαση στην πολιτική αίτηση 112/18 που εκδόθηκε από τη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κυρία Σταματίου ημερομηνίας 24/09/18, όσο και από την απόφαση στην πολιτική αίτηση 114/18 που εκδόθηκε από τον Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κύριου Μ. Χριστοδούλου ημερομηνίας 18/09/18. Επεσήμανε φυσικά η κατηγορούσα αρχή ότι οι αποφάσεις αυτές είναι πρωτόδικες, έχουν εφεσιβληθεί από τον παρόντα κατηγορούμενο με εκκρεμότητά τους επί του παρόντος. Είναι τα στοιχεία α, β που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας απόφασής μας ή τα παραρτήματα 8 και 9 που συνόδευαν τη γραπτή ένσταση εκ μέρους του δικηγόρου του κατηγορούμενου. Στην απόφασή της η κυρία Σταματίου (112/18 πολιτική αίτηση) επιβεβαιώνει την Nicolettides (ανωτέρω) καταλήγοντας μεταξύ άλλων ότι στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος παρείχετο η δικαιοδοσία να εκδώσει ένταλμα συλλήψεως εναντίον του παρόντα κατηγορούμενου απορρίπτοντας έτσι το αίτημά του για να καταχωρηθεί αίτηση για έκδοση εντάλματος certiorari με απώτερο σκοπό την ακύρωση του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος. Παρόμοια ήταν η προσέγγιση και του κύριου Μ. Χριστοδούλου (114/18 πολιτική αίτηση) με παρόμοια μεταξύ άλλων αναφορά στο άρθρο 121
(1)του Νόμου 40/64 (όπως και η κυρία Σταματίου). Αντικείμενο της αίτησης, η οποία αίτηση απερρίφθη, ήτο αίτημα του παρόντα κατηγορούμενου για παραχώρηση άδειας για καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari για ακύρωση 2 ενταλμάτων έρευνας που εκδόθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος. Τόσο η Nicolettides (ανωτέρω) όσο και οι δύο αυτές αποφάσεις (πολιτικές αιτήσεις 112 και 114/18) παραπέμπουν ευθέως στο άρθρο 121
(1)του Νόμου 40/64 με εφαρμοστέες τις πρόνοιες της Ποινικής Δικονομίας στο στάδιο των ανακριτικών πράξεων, με επακόλουθη ως εκ τούτου την επ' αυτών των ανακριτικών πράξεων δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Αυτά έχουν ως αποτέλεσμα τη δεκτότητα του Τεκμηρίου στην ενώπιόν μας ακροαματική διαδικασία. Όσον αφορά την εκ μέρους της υπεράσπισης επίκληση των αποφάσεων Γενικός Εισαγγελέας (αριθμός 1)
(2011)1 Α.Α.Δ σελίδα 649, Παπαπαύλου vs Αστυνομίας (ανωτέρω), στην απόφαση του αδελφού Δικαστή Φίλιππου Τιμοθέου αριθμός υπόθεσης 9514/10 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου η θέση του κύριου Ευσταθίου ήταν ότι όλες οι πιο πάνω υποθέσεις είχαν σαν αντικείμενο την αρμοδιότητα του Στρατιωτικού Δικαστηρίου για εκδίκαση της ουσίας των υποθέσεων και όχι θέματα σχετικά με ανακριτικές πράξεις, οι οποίες προηγούνται της εκδίκασης. Η έννοια του φυσικού δικαστή εξαντλείται στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης, η οποία άρχεται και ολοκληρώνεται με τον ίδιο δικαστή ή την ίδια σύνθεση προκειμένου περί πολυμελούς Δικαστηρίου, χωρίς να παρέχεται ευχέρεια για αλλαγή του δικαστή ή της σύνθεσης του Δικαστηρίου πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας και έκδοσης απόφασης. Αυτό, δηλαδή η έννοια φυσικού δικαστή ως ανωτέρω, δεν μπορεί να ισχύει στις ανακριτικές πράξεις, όπου απαιτείται ταχύτητα αφ' ενός ως εκ της φύσης των, αλλά και το ενδεχόμενο ένας δικαστής να προβεί σε μία ανακριτική πράξη, άλλος μεταγενέστερα σε άλλην ανακριτική πράξη για την ίδια υπόθεση, η υπόθεση στην ουσία της να εκδικαστεί από άλλον δικαστή ή να παραπεμφθεί στο Κακουργιοδικείο για εκδίκαση ή να παραπεμφθεί από το Κακουργιοδικείο σε δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Διερωτήθηκε περαιτέρω η Κατηγορούσα Αρχή, αν παρά τις πρόνοιες του άρθρου 121
(1)του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου 40/64 το οποίο άρθρο εν πολλοίς μας παρέπεμψε η Κατηγορούσα Αρχή, οι ανακριτές αποτείνοντο και εξεδίδετο διάταγμα κατακράτησης από το Στρατιωτικό Δικαστήριο, ποία θα ήταν η θέση της υπεράσπισης τελικά; Δεν θα προέβαλλε ένσταση ότι το διάταγμα κατακράτησης εκδόθηκε από αναρμόδιο Δικαστήριο; Προέβαλε περαιτέρω τη θέση η Κατηγορούσα Αρχή ότι το Στρατιωτικό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την ορθότητα του διατάγματος κατακράτησης Τεκμηρίων που εξεδόθη από άλλο Δικαστήριο παραθέτοντας από άποψη νομολογίας την πρόσφατη απόφαση Λοΐζου vs Αστυνομίας, ποινική έφεση 247/18 ημερομηνίας 2/10/18 και ανέγνωσε σχετικά αποσπάσματά της. Προκειμένου δε περί διατάγματος κατακράτησης Τεκμηρίων προβλέπεται έφεση, ένδικο μέσο που η υπεράσπιση δεν άσκησε δεόντως. Αντί τούτου η υπεράσπιση προχώρησε ζητώντας αναθεώρηση/ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος κατακράτησης ημερομηνίας 24/08/18 καταχωρώντας σχετική αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος στην απορριπτική απόφαση του οποίου ημερομηνίας 24/10/18, καταχώρησε έφεση. Η τελική θέση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι η προσβολή του διατάγματος κατακράτησης που εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο στις 24/08/18 έδει όπως ασκηθεί είτε με έφεση, αφού παρέχεται τέτοιο δικαίωμα μέσω του άρθρου 32Α του Κεφ. 155, είτε μέσω εντάλματος certiorari. Έχουμε αναγνώσει με πολλή προσοχή τα όσα η υπεράσπιση κατέγραψε στη γραπτή της ένσταση και ακούσει επίσης όσα προφορικά προσέθεσε αναγιγνώσκοντας την ένσταση. Με την ίδια προσοχή ακούσαμε επίσης τα όσα η Κατηγορούσα Αρχή αντέτεινε για αντίκρουση των θέσεων της υπεράσπισης. Οι θέσεις των δύο πλευρών εκφράστηκαν με απόλυτη καθαρότητα καίτοι πλήρως αντικρουόμενες παρέχοντας στο Δικαστήριο σαφές υπόβαθρο για την ενδιάμεση αυτή απόφασή του. Ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 155 ως τέτοιος διαχωρίζεται σε 6 ενότητες που είναι οι ακόλουθες: ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ. ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΑΝΑΚΡΙΣΗ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΩΞΗ. ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΩΞΗ. ΜΕΡΟΣ IV ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΗΨΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΠΟΙΝΩΝ. ΜΕΡΟΣ V ΕΦΕΣΕΙΣ, ΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΥΛΑΧΤΗΚΑΝ, ΚΛΠ. ΜΕΡΟΣ VI ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ. Το ΜΕΡΟΣ ΙΙ περιλαμβάνει τα άρθρα 4 ‑ 34 συμπεριλαμβανομένου και διαχωρίζεται επίσης σε δύο
(2)υποενότητες δηλαδή: α) Ανάκριση ποινικών αδικημάτων (άρθρα 4 ‑5 συμπεριλαμβανομένων) και β) Σύλληψη και έρευνα (άρθρα 9 ‑ 34 συμπεριλαμβανομένων) Είναι πέραν του προφανούς ότι τα όσα προβλέπονται για την έκδοση διατάγματος κατακράτησης Τεκμηρίων (άρθρο 32
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155) ανήκουν στο ΜΕΡΟΣ ΙΙ του Κεφ. 155 και ειδικότερα στην υποενότητα (β) ανωτέρω που αφορούν τη σύλληψη και έρευνα. Ο σκοπός έκδοσης τέτοιου διατάγματος περιγράφεται από το ίδιο το άρθρο 32 της Ποινικής Δικονομίας και είναι αυτονόητη η έννοια του, η οποία έχει, εν πάση περιπτώσει και νομολογιακά επεξηγηθεί στις διάφορες πτυχές της CONCRETE MIX LTD vs Αστυνομίας
(1991). 2 Α.Α.Δ σελίδα 360 και Ησαΐα vs Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ σελίδα 669. Στις σελίδες 360 ‑ 367 της CONCRETE MIX LTD vs Αστυνομίας (ανωτέρω) παρατίθενται τρόπον τινά τα στάδια τα οποία προηγούνται του διατάγματος κατακράτησης, η εφαρμογή του σχετικού άρθρου 32 και οι παράμετροι του διατάγματος κατακράτησης και διαβάζω το σχετικό απόσπασμα: "Οι διατάξεις που αφορούν την κατάσχεση και κράτηση αντικείμενων (για ανακριτικούς και αποδεικτικούς σκοπούς) είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά, η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από τον Νόμο. Το άρθρο 27 διέπει την εξουσία για την κατάσχεση αντικειμένων. Αυτά μπορεί να κατασχεθούν κατά την εκτέλεση εντάλματος ερεύνης, εφόσον η εξέτασή τους κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της αστυνομικής έρευνας. Η κατάσχεση αντικειμένου, βάσει του άρθρου 27, παρέχει μόνο περιορισμένο δικαίωμα κράτησης, μέχρι την παρουσίασή του, το συντομότερο δυνατό, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 32
(1)του Νόμου. Κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας είναι το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του άρθρου 32
(1)παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις Αστυνομικές Αρχές μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες. Είμαστε της γνώμης ότι, χωρίς να αποφασίζουμε οριστικά το θέμα εφόσον δεν εγείρεται προς απόφαση, ότι διάταγμα που εκδίδεται βάσει του άρθρου 32
(1)μπορεί να εφεσιβληθεί για τους ίδιους λόγους που χωρεί έφεση εναντίον του διατάγματος προσωποκράτησης. Και όπως κάθε άλλη δικαστική διαταγή, μπορεί επίσης να αναθεωρηθεί βάσει των προνομιακών ενταλμάτων αν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις. Οι διατάξεις του άρθρου 32
(1)παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη από τις Αστυνομικές Αρχές που κατασχέθηκαν βάσει του άρθρου 27 για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις ανακρίσεις. Η εξουσία η οποία παρέχεται από το άρθρο 32
(3)για αποδέσμευση των αντικείμενων από την αστυνομική φύλαξη, συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με τη διατύπωση της κατηγορίας εναντίον του. Η πρόσαψη κατηγορίας οριοθετεί το τρίτο στάδιο της διαδικασίας για την κράτηση κατασχεθέντων αντικειμένων. Το εδάφιο 3 του άρθρου 32 του Νόμου, παρέχει εξουσία για επιστροφή του αντικειμένου στον κάτοχο ή ιδιοκτήτη του, νοουμένου ότι η κράτηση και φύλαξή του δεν απαιτείται για τους σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης.» Προσθέτουμε πέραν αυτών, ότι αντικείμενα ανευρεθέντα σε έρευνα προσώπων και τόπων από κάθε αστυνομικό χωρίς ένταλμα (άρθρο 25 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155), δύνανται να κατασχεθούν και να τύχουν της ίδιας μεταχείρισης και εφαρμογής δυνάμει του άρθρου 32 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 ως αν αυτά κατασχέθηκαν κατά τη διαδικασία έρευνας δυνάμει σχετικού εντάλματος (άρθρο 25
(2)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155) το οποίο αναφέρει τα εξής: "Οτιδήποτε βρεθεί κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξάγεται δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού, το οποίο θα μπορούσε να κατασχεθεί αν η έρευνα διεξαγόταν δυνάμει εντάλματος, δύναται να κατασχεθεί και τύχει μεταχείρισης κατά τον ίδιον τρόπο ως εάν αυτό ήταν πράγμα που κατασχέθηκε κατά τη διάρκεια έρευνας δυνάμει εντάλματος, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 32, με τις αναγκαίες προσαρμογές, σε οποιοδήποτε τέτοιο πράγμα.". Διάταγμα κατακράτησης εκδοθέν δυνάμει του εδαφίου 1 του άρθρου 32 της Ποινικής Δικονομίας υπόκειται στο ένδικο μέσο της έφεσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 32 Α
(1), με καταχώρηση εντός 10 ημερών από την έκδοσή του ειδοποίησης έφεσης στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο οποίο το διάταγμα εξεδόθη. Όπως αντιλαμβανόμαστε, τέτοια έφεση δεν ασκήθηκε από την υπεράσπιση. Κατεχωρήθη αντί τούτου αίτηση με αιτητικό την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος κατακράτησης ημερομηνίας 24/08/18, η οποία απερρίφθη από το εκδικάσαν Δικαστήριο στις 24/10/18. Εναντίον αυτής της απόφασης κατεχωρήθη έφεση, η εκδίκαση της οποίας, εξ όσων είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, εκκρεμεί μέχρι σήμερα. Η απορριπτική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 24/10/18 είναι το υπό γ) στοιχείο στην αρχή της παρούσας (αριθμός 10, παράρτημα του συνοδεύει την ένσταση της υπεράσπισης.) Ως εκ τούτου, το υπό του ίδιου του Νόμου, δηλαδή της Ποινικής Δικονομίας ένδικο μέσο της έφεσης που προνοείται στο άρθρο 32 Α, δεν ασκήθηκε ούτως ώστε να ακυρωθεί το διάταγμα κατακράτησης που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος στις 24/08/18 δυνάμει του άρθρου 32
(1)του Νόμου, δηλαδή της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ποινική έφεση 247/18 ημερομηνίας 2/10/18 Λοΐζου vs Αστυνομίας, η απόφαση του Κακουργιοδικείου σε ποινική υπόθεση να μην αποδεχθεί αντικείμενα ως Τεκμήρια και κατά συνέπεια ως αποδεικτικό υλικό, καθότι το ένταλμα έρευνας δυνάμει των οποίων περισυνελέγησαν δεν ανέγραφε την ώρα έκδοσής του, σχολιάστηκε ως εξής από τον Δικαστή Οικονόμου «Ανοίγουμε παρένθεση για να εκφράσουμε τον προβληματισμό μας για τον χειρισμό του θέματος αυτού από το Κακουργιοδικείο, εν όψει της θεμελιακής αρχής, σύμφωνα με την οποία το Κακουργιοδικείο ως κατώτερο Δικαστήριο, δεν έχει δικαιοδοσία να αναθεωρήσει διαταγή ή απόφαση άλλου πρωτόδικου Δικαστηρίου (Al Hamad vs Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ) σελίδα 117. Κάθε ένταλμα έρευνας παραμένει σε ισχύ μέχρις ότου εκτελεσθεί ή ακυρωθεί από δικαστή. Η αναθεώρηση δε ενός εντάλματος μπορεί να γίνει αποκλειστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο, είτε μέσω έφεσης, όπου παρέχεται τέτοιο δικαίωμα, είτε μέσω εντάλματος certiorari (Έλληνας vs Δημοκρατίας 1989 1 Α.Α.Δ σελίδα 17, "Σύνδεσμος για την πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα
(1996)1 Α.Α.Δ, σελίδα 171." Το πιο πάνω απόσπασμα βρίσκεται στην τελευταία παράγραφο της 2ης σελίδας της απόφασης και ολοκληρώνεται με το πέρας της πρώτης ολοκληρωμένης παραγράφου της 3ης σελίδας. Η απόφαση εκτυπώθηκε από την ιστοσελίδα CYLAW. Σε περαιτέρω δε κατάληξη του ίδιου Κακουργιοδικείου ότι η έρευνα ή μέρος της διεξήχθη χωρίς την ύπαρξη εντάλματος έρευνας, με την κατάληξη ότι το ένταλμα έρευνας ήταν ανύπαρκτο επέφερε επιπρόσθετα από τον Δικαστή Οικονόμου στην τελευταία πρόταση της 3ης σελίδας τα ακόλουθα: "Πρόκειται για λεκτικά που παραπέμπουν ευθέως σε ανυπόστατη πράξη ή άκυρη δικαστική πράξη η οποία ως άνω μπορεί να διαγνωστεί ή να κηρυχθεί ως τέτοια από το Ανώτατο Δικαστήριο και μόνο." Περαιτέρω όμως και στην πολιτική αίτηση 17/90
(1991)1 Α.Α.Δ 207 και ειδικότερα στη σελίδα 215, ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Πογιατζής αναφέρει, γραμμή 5 ‑ 32 συμπεριλαμβανομένων: «Η έκδοση από το Επαρχιακό Δικαστήριο εντάλματος συλλήψεως κάτω από το άρθρο 18
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται και εφαρμόζεται (βλέπε άρθρο 188.1 του Συντάγματος) υπό το φως του άρθρου 11.2(γ) του Συντάγματος αποτελεί απόφαση σε "δικαστική διαδικασία" εν τη εννοία του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η οποία πρέπει μάλιστα να είναι αιτιολογημένη όπως ρητά απαιτεί η παράγραφος 3 του άρθρου 11 του Συντάγματος. Στην υπόθεση I.R.C. vs Rossminsnter
(1980)ALL E.R. 80, ο Λόρδος Scarman είπε στη σελίδα 102 (d‑e) ότι η έκδοση εντάλματος ερεύνης (το ίδιο ισχύει και για ένταλμα συλλήψεως) συνιστά δικαστική πράξη που είναι αποτέλεσμα δικαστικής έρευνας η οποία ικανοποιεί τον δικαστή ότι υφίστανται οι προϋποθέσεις για την έκδοσή της. Έπεται ότι η έκδοση δικαστικού εντάλματος συλλήψεως περιλαμβάνεται στις δικαστικές διαταγές που υπόκεινται στον έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο
  1. 4 του Συντάγματος. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, κατά τη γνώμη μου, ούτε το Επαρχιακό Δικαστήριο στην άσκηση της δικαιοδοσίας του σε ποινικές ή αστικές υποθέσεις, ούτε το Κακουργιοδικείο, στην άσκηση της δικής του δικαιοδοσίας σε ποινικές υποθέσεις έχουν στην Κύπρο δικαιοδοσία να ελέγξουν τη νομιμότητα δικαστικού εντάλματος συλλήψεως για τον απλούστατο λόγο ότι θα σφετερίζονταν την αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάτω από τις παραγράφους 1 ή/και 4 του άρθρου 155 του Συντάγματος.» Δεν διατηρούμε καμία αμφιβολία ότι τα όσα αναφέρονται στις πιο πάνω αυθεντίες εφαρμόζονται απόλυτα και κατ' αναλογία (mutatis mutandis) όσον αφορά και το θέμα που καλούμεθα να αποφασίσουμε. Αν δηλαδή εμείς ως πρωτόδικο Δικαστήριο μπορούμε να αγνοήσουμε το διάταγμα κατακράτησης Τεκμηρίων, το οποίο εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 24/08/18, ενεργώντας κατ' ουσία σαν Ανώτατο Δικαστήριο που δεν είμαστε. Αντίθετα η οποιαδήποτε απόφαση μας ελέγχεται από το Ανώτατο Δικαστήριο ως δευτεροβάθμιο Στρατιωτικό Δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 102 (β) του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου 40/
  2. Το να αγνοήσουμε το διάταγμα κατακράτησης Τεκμηρίων που εκδόθηκε στις 24/08/18 από το Επαρχιακό Λάρνακος και να μην αποδεχθούμε την κατάθεση στην ακροαματική διαδικασία των δυνάμει του τοιούτου διατάγματος κατακρατηθέντων Τεκμηρίων, ισοδυναμεί με ανατροπή και/ή ακύρωσή του και μας καθιστά ως Στρατιωτικό Δικαστήριο να είμαστε πλέον περιβεβλημένοι με εξουσία που ουδόλως και επ' ουδενί τρόπο μας παρέχεται. Στο ίδιο θέμα με τις πιο πάνω αυθεντίες και ειδικότερα στην CONCRETE MIX (ανωτέρω), στο απόσπασμα που έχουμε αναγνώσει, ο Δικαστή Πικής αναφέρει: "Είμαστε της γνώμης, χωρίς να αποφασίζουμε οριστικά το θέμα εφόσον δεν εγείρεται προς απόφαση, ότι διάταγμα που εκδίδεται βάσει του άρθρου 32
(1)μπορεί να εφεσιβληθεί για τους ίδιους λόγους που χωρεί έφεση εναντίον διατάγματος προσωποκράτησης. Και όπως κάθε άλλη δικαστική διαταγή, μπορεί επίσης να αναθεωρηθεί βάσει προνομιακών ενταλμάτων αν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις.". Εξ όσων δε αντιλαμβανόμεθα η υπεράσπιση δεν έχει αποταθεί με ένταλμα certiorari για ακύρωση του διατάγματος κατακράτησης, καταχωρώντας σχετική αίτηση για άδεια προς τούτο, έχουμε δε ήδη αναφερθεί στις σχετικές διαδικασίες που η υπεράσπιση έχει προβεί για ακύρωση του διατάγματος κατακράτησης που έχει εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος στις 24/08/18 και ειδικότερα για την καταχώρηση έφεσης κατά της απορριπτικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος ημερομηνίας 24/10/18. Θεωρούμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε ότι τα όσα οι πιο πάνω αυθεντίες Πολυκάρπου
(1991)1 Α.Α.Δ σελ. 215 (απόφαση Πογιατζή) και CONCRETE MIX (ανωτέρω), αποσπάσματα των έχουμε ήδη αναγνώσει, απέκτησαν και νομοθετική κάλυψη με τον Νόμο 219
(1)/2004 με τον οποίον τροποποιήθηκε ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 155 με την ένθεση σ' αυτόν του άρθρου 32 Α, στο οποίο προβλέπεται έφεση κατά αποφάσεως Δικαστηρίου εκδοθείσης δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 32, καθώς και ο τρόπος και η προθεσμία άσκησης του ένδικου αυτού μέσου της έφεσης. Η απόφασή μας λοιπόν, ως εκ των ανωτέρω εκτεθέντων δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί από τα όσα οι πιο πάνω αυθεντίες υποδεικνύουν με συνακόλουθο αποτέλεσμα την απόρριψη της εγερθείσης ένστασης της υπεράσπισης και έτσι αποφασίζουμε. Παρά την πιο πάνω απόφασή μας, αισθανόμαστε ως Δικαστήριο ότι τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υπεστήριξε στη γραπτή του ένσταση και με τις ενδιάμεσες σε αυτήν προφορικές προσθήκες και άλλο τόσο όσα η Κατηγορούσα Αρχή υπεστήριξε στην προφορική της αγόρευση για αντίκρουση των επιχειρημάτων της υπεράσπισης, αξίζουν την περαιτέρω και επ' αυτών ετυμηγορία μας. Έχουμε ήδη αναφερθεί στον διαχωρισμό του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ειδικότερα στο ΜΕΡΟΣ ΙΙ που αφορά την ανάκριση ποινικών αδικημάτων και διαδικασία πριν από τη δίωξη (άρθρα 4 ‑ 34) και τις 2 υποενότητες του ΜΕΡΟΥΣ ΙΙ που αφορούν την ανάκριση ποινικών αδικημάτων (άρθρα 4 ‑ 8) και σύλληψη και έρευνα (άρθρα 9‑ 34). Στον Νόμο Περί Δικαστηρίων 14/60 και ειδικότερα στην ερμηνευτική του διάταξη που είναι το άρθρο 2, τίθενται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι 2 ορισμοί. Α) "Ποινική διαδικασία" σημαίνει οιανδήποτε διαδικασία εισαγομένη ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου καθ' οιουδήποτε προσώπου προς επίτευξη τιμωρίας αυτού δι' οιονδήποτε αδίκημα δια παράβασιν οιουδήποτε Νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας. Β) "Πολιτική διαδικασία" περιλαμβάνει οιανδήποτε διαδικασίαν άλλην ή ποινικήν διαδικασίαν. Στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφέρει το άρθρο 30
(2)"Έκαστος, κατά τη διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας δικαιούται ανεπηρεάστου δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου Δικαστηρίου ιδρυομένου δια Νόμου.". Στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155 στην ερμηνευτική του διάταξη που είναι το άρθρο 2 αναφέρεται μεταξύ άλλων: "Κατηγορητήριο σημαίνει τη γραπτή κατηγορία για ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται κάποιος κατηγορούμενος σε συνοπτική δίκη ή για σκοπούς παραπομπής του σε δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου.". "Ποινική διαδικασία" και συναφείς εκφράσεις σημαίνουν οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται ενώπιον Δικαστηρίου εναντίον οποιουδήποτε προσώπου προς τιμωρία του για ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση οποιουδήποτε νομοθετήματος." Οι διαδικασίες ως εκ τούτου που περιγράφονται στο ΜΕΡΟΣ ΙΙ της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 σύμφωνα με τον ανωτέρω ορισμό του άρθρου 2 του Νόμου 14/60 δεν είναι ποινικές. Εξ αντιδιαστολής (argumentum a contrario) φρονούμε ότι η υφή των είναι πολιτική, είναι επομένως πολιτικές διαδικασίες. Η ποινική διαδικασία περιορίζεται αυστηρά από τον Νόμο, στις περιπτώσεις όπου εκδικάζεται η υπόθεση για διάπραξη αδικήματος με σκοπό την τιμωρία του Κατηγορούμενου εφόσον αποδειχθεί η ενοχή του. Με την έννοια αυτήν όλες οι άλλες διαδικασίες θεωρούνται δυνάμει του Νόμου πολιτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν προσομοιάζουν ή σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το ποινικό δίκαιο. Στην CONCRETE MIX (ανωτέρω), στο απόσπασμα που έχει ήδη αναγνωσθεί αναφέρεται ειδικότερα: "Κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κατακράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας είναι το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του άρθρου 32
(1)παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντων αντικειμένου από τις Αστυνομικές Αρχές μέχρι και την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις Αστυνομικές έρευνες.". Στην πολιτική αίτηση 90/2009,
(2010)1 Α.Α.Δ, σελίδα 181, ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κύριος Φωτίου, απεφάνθη ειδικά ότι η φύση της διαδικασίας για κράτηση Τεκμηρίων, όπως αυτή προβλέπεται από τα άρθρο 27 ‑ 34 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 είναι πολιτική. Πολιτική ως εκ τούτου διαδικασία είναι και η διαδικασία για την έκδοση διατάγματος κατακράτησης Τεκμηρίων που αφορούν την παρούσα υπόθεση, δηλαδή το διάταγμα που εκδόθηκε στις 24/08/18 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος. Στην ενώπιόν μας διαδικασία ο κατηγορούμενος από την ημέρα που έχει καταχωρηθεί το κατηγορητήριο και επιδοθεί σ' αυτόν, αντιμετωπίζει 3 γραπτές κατηγορίες. Η δε διαδικασία ενώπιόν μας, δεν μπορεί πάρα να είναι ποινική διαδικασία, αφού σύμφωνα με τους ορισμούς που έχουμε ήδη δώσει σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 30.2), τον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και την Ποινική Δικονομία Κεφ. 155 που δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε. Η υπεράσπιση μας παρέπεμψε αφενός σε δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δηλαδή α) Πολιτική αίτηση Γενικός Εισαγγελέας (αριθμός 1) 2011 ημερομηνίας 28/03/11, 1 Α.Α.Δ σελ 649 (παράρτημα 6 της ένστασης), και β) Παπαπαύλου vs Αστυνομίας Ποινική έφεση 320/15 ημερομηνία 25/05/16 (παράρτημα 3 της γραπτής ένστασης), αλλά και σε δύο
(2)αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων, δηλαδή γ) Αριθμός υπόθεσης 2972/11 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της κυρίας Α. Πανταζή (παράρτημα 1 της γραπτής ένστασης) ημερομηνίας 30/01/12 και Δ) Αριθμός υπόθεσης 9514/10 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου του κύριου Τιμοθέου ημερομηνίας 19/11/10 (παράρτημα 7 της ένστασης) Επισημαίνουμε ότι σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις προκύπτει ότι αντικείμενο εκάστης εξ αυτών, πέραν του γενικού θέματος της καθ' ύλην αρμοδιότητας ήταν ο κοινός τους παρονομαστής ότι και στις τέσσερις είχε προηγηθεί η καταχώρηση Κατηγορητηρίων με περιεχόμενο προφανώς κατηγορίες που περιείχοντο σ΄ αυτά. Δηλαδή, προσήφθησαν γραπτές κατηγορίες και ήρχισε η ποινική διαδικασία (άρθρο 37 Κεφ. 155). Ουδεμία εξ αυτών έχει ως αντικείμενο οποιοδήποτε είδος ανάκρισης που προηγήθηκε πριν την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Όλα τα πρόσωπα που αφορούν οι πιο πάνω υποθέσεις είχαν καταστεί κατηγορούμενοι σε εναντίον των καταχωρηθέν κατηγορητήριο, δηλαδή σε εναντίον των διαδικασία την προβλεπόμενη υπό του ΜΕΡΟΥΣ ΙΙΙ της Ποινικής Δικονομίας, ήτοι τη διαδικασία κατά τη δίωξη. Το δε θέμα της καθ' ύλην αρμοδιότητος απασχόλησε, τόσο τους συναδέλφους επαρχιακούς δικαστές, όσο και τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφ' ετέρου, εκεί όπου έδει σ' εκείνη τη φάση της διαδικασίας, δηλαδή αφού αυτοί αντιμετώπισαν τις αντίστοιχες κατηγορίες στα πλαίσια ποινικής κατηγορίας εναντίον τους (άρθρο 37, Κεφ. 155.) Παρενθετικά και ιστορικά σε όσον αφορά την απόφαση του αδελφού Δικαστή Τιμοθέου επακόλουθό της είναι η προμνημονευθείσα ανωτέρω απόφαση του πρώην εφέτη του κύριου Κραμβή. Μετά την απόφαση αυτήν κατεχωρήθη η σχετική υπόθεση με τον ίδιο τον Κατηγορούμενο στο Στρατιωτικό Δικαστήριο, η οποία εν τέλει και ιδίως μετά τη ψήφιση του Νόμου 105
(1)/2011, παρεπέμφθη εκ νέου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και εκδικάστηκε. Όσον δε αφορά την αμέσως ανωτέρω υπό γ) απόφαση της αδελφού Δικαστή Α. Πανταζή, το Στρατιωτικό Δικαστήριο με πρόεδρο τον υποφαινόμενο εξέδωσε διιστάμενη απόφαση ημερομηνίας 26/03/13 εν' όψει του μεσολαβήσαντος τροποποιητικού Νόμου 105
(1)2011, με τον οποίο τροποποιήθηκε ο Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας και Δικονομίας Νόμος 40/
  1. Εν όψει της εν λόγω σύγκρουσης αρμοδιότητας το Στρατιωτικό Δικαστήριο παρέπεμψε το θέμα στο Ανώτατο Δικαστήριο για να κανονίσει την αρμοδιότητα σύμφωνα με το άρθρο 115 του Νόμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο με πρακτικό του που κοινοποιήθηκε στο Στρατιωτικό Δικαστήριο και με κανονισμό του, παρέπεμψε τελικά την υπόθεση για εκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσία στις 26/04/
  2. Δεν εκδόθηκε απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο πέραν του κανονισμού. Το πρακτικό αυτό του κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει ημερομηνία 26/04/
  3. Η ανωτέρω απόφαση Παπαπαύλου, διίσταται της πιο πάνω με κανονισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου παραπομπής της υπόθεσης που αφορά τον κατηγορούμενο τότε Μάριο Λοΐζου (παράρτημα 1 της ένστασης) για εκδίκαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, το δε όλο θέμα αφορούσε, κατά την άποψή μας, την αναδρομικότητα ή μη του τροποποιητικού του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα Νόμου 105
(1)/2011 ημερομηνίας 29/07/11, αφού τα αδικήματα, τόσο στην υπόθεση Μάριου Λοΐζου (παράρτημα 1 της ένστασης), όσο και στην Παπαπαύλου διαπράχθηκαν σε χρόνο προγενέστερο της πιο πάνω τροποποίησης. Επομένως, κατά την άποψή μας, οι πιο πάνω παραπομπές της υπεράσπισης δεν προσομοιάζουν ή δεν παρέχουν ασφαλές υπόβαθρο για υποστήριξη της ένστασης, αφού μία έκαστη εξ αυτών έχει ως αντικείμενο την καθ' ύλην δικαιοδοσία του Στρατιωτικού Δικαστηρίου στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης προφανώς μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και όχι ανακριτικές πράξεις. Δεν μας διαφεύγει φυσικά η εισήγηση της υπεράσπισης ότι στον βαθμό που οι πιο πάνω παραπομπές είναι δεσμευτικές (αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου) ή παρέχουν καθοδήγηση (αποφάσεις Δικαστών Φ. Τιμοθέου και Α. Πανταζή), οδηγούν στο συμπέρασμα ότι και ανακριτικές πράξεις (όπως και το περί ου ο λόγος διάταγμα κατακράτησης) έδει όπως είχε εκδοθεί από το Στρατιωτικό Δικαστήριο. Δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση της υπεράσπισης ότι η έκδοση του διατάγματος κατακράτησης Τεκμηρίων από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος στο οποίο αποτάθηκε η Αστυνομία στις 24/08/18 και το οποίο εξεδόθη αυθημερόν, παραβίασε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου που πηγάζουν από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος. Το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος αναφέρει: "Έκαστος κατά τη διάγνωσιν του αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας δικαιούται ανεπηρεάστου δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου Δικαστηρίου ιδρυομένου δια Νόμου.". Από την ανωτέρω ανάγνωση σε ό,τι αφορά την ποινική διάσταση του άρθρου γίνεται λόγος για ποινική κατηγορία. Οι ορισμοί που έχουμε ήδη παραθέσει, Νόμος 14/60, Σύνταγμα (ανωτέρω) Ποινική Δικονομία άρθρο 2 (έννοιες Κατηγορητηρίου και ποινική διαδικασία), οδηγούν αναπόδραστα στο ασφαλές για εμάς συμπέρασμα ότι η έκφραση "ποινική κατηγορία" του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος είναι αυτή η οποία περιέχεται σε κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί, όπως έχει ήδη γίνει στην παρούσα υπόθεση. Υιοθετούμε επί του προκειμένου τις θέσεις που η Κατηγορούσα Αρχή αντέτεινε στην αγόρευσή της. Δεν είναι αναμενόμενο ειδικά στα Επαρχιακά Δικαστήρια, τα οποία επιλαμβάνονται των πολιτικής φύσεων των αιτημάτων του ΜΕΡΟΥΣ ΙΙ της Ποινικής Δικονομίας, να είναι κατ' ανάγκη αυτά που θα εκδικάσουν την περιεχόμενη ή περιεχόμενες σε κατηγορητήριο ποινικές κατηγορίες οι οποίες μάλιστα ενδεχόμενα να είναι ποινικές κατηγορίες, σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου. Αντιστρόφως δεν υπονοείται ότι οι Δικαστές που απαρτίζουν το Κακουργιοδικείο είναι αυτοί που διέταξαν είτε σύλληψη, είτε έρευνα, είτε προφυλάκιση, είτε εξέδωσαν διάταγμα κατακράτησης Τεκμηρίων, ανακριτικές πράξεις οι οποίες οδήγησαν με κατηγορητήριο περιέχον ποινικές κατηγορίες κατηγορούμενο ή κατηγορούμενους ενώπιόν τους ως αποτέλεσμα των πολιτικών διαδικασιών του ΜΕΡΟΥΣ ΙΙ της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Η θέση αυτή της υπεράσπισης και αποδοχής της, θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι οι δικαστές που απαρτίζουν το Κακουργιοδικείο έπρεπε να ήσαν αυτοί οι οποίοι θα προέβησαν στις πιο πάνω ανακριτικές πράξεις. Δεν συμφωνούμε. Δεν έχει παραβιαστεί στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος λόγω του ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος εξέδωσε διάταγμα κατακράτησης Τεκμηρίων που αφορά την ενώπιόν μας υπόθεση στις 24/08/18. Όση είναι οι συγγένεια των Επαρχιακών Δικαστηρίων όταν εφαρμόζουν το ΜΕΡΟΣ ΙΙ της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 με το Κακουργιοδικείο που τελικά ως κατάληξη των πιο πάνω ανακριτικών πράξεων θα εκδικάσει την ενώπιόν του υπόθεση, τόση συγγένεια μπορεί να έχει ανάλογη κατάληξη υπόθεσης στο Στρατιωτικό Δικαστήριο, αφού προηγήθηκε ανακριτική πράξη (και στην περίπτωσή μας το διάταγμα κατακράτησης Τεκμηρίων ημερομηνίας 24/08/18) από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Προχωρώντας δε έτι περαιτέρω, αν δύο Επαρχιακά Δικαστήρια επιληφθούν διαφορετικών αιτημάτων στα πλαίσια διερεύνησης του αυτού αδικήματος, σύμφωνα με το ΜΕΡΟΣ ΙΙ της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, η δε υπόθεση τελικά μετά τη διερεύνηση καταλήξει στο Κακουργιοδικείο ή σε Επαρχιακό Δικαστήριο πρέπει να θεωρηθεί ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα αυτού ο οποίος αντιμετωπίζει πλέον την ποινική διαδικασία ενώπιον του Κακουργιοδικείου ή του Επαρχιακού Δικαστηρίου; Όσον αφορά το άρθρο 102 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμος 40/64 το οποίο προνοεί: "Η ποινική διαδικασία εν τω στρατώ απονέμεται α) υπό του Στρατιωτικού Δικαστηρίου, ως πρωτοβαθμίου, β) υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως δευτεροβάθμιου", που έχει επικαλεσθεί ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αντικρούοντας την αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος να εκδώσει το υπό αμφισβήτηση διάταγμα κατακράτησης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος ημερομηνίας 24/08/18, διερωτώμεθα πώς μπορεί αυτό (το διάταγμα δηλαδή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 24/08/18) να απονείμει δικαιοσύνη όταν ο σκοπός του είναι όπως και το ένταλμα σύλληψης ή έρευνας και άλλων πολιτικών διαδικασιών προβλεπομένων από το ΜΕΡΟΣ ΙΙ της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 αποβλέπουν στη διερεύνηση, εξιχνίαση αδικήματος, εξασφάλιση ή διασφάλιση μαρτυρίας η οποία ενδεχόμενα να χρησιμοποιηθεί σε μελλοντική ποινική διαδικασία και νοουμένου ότι θα προκύψει σύνδεση κάποιου ή κάποιων με το υπό διερεύνηση αδίκημα με την κατάλληλη μαρτυρία, θέμα όμως που θα αξιολογηθεί μεταγενέστερα στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας. Όσον αφορά το άρθρο 103
(1)του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου 40/64 που αφορά τις εξουσίες και τη δικαιοδοσία του Στρατιωτικού Δικαστηρίου, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε με ποιον τρόπο περιορίζονται οι εξουσίες και/ή η δικαιοδοσία του με την ενέργεια των ανακριτικών αρχών να προσφύγουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας για την έκδοση είτε ενταλμάτων σύλληψης, είτε έρευνας, είτε διαταγμάτων για κατακράτηση Τεκμηρίων, όταν η απονομή της δικαιοσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 102, αυτό, δηλαδή το Στρατιωτικό Δικαστήριο θα επιληφθεί θεμάτων απονομής της δικαιοσύνης. Πέραν αυτού το Στρατιωτικό Δικαστήριο είναι αποκλειστικώς το καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση μία ποινικής υπόθεσης για την οποία έχει καταχωρηθεί ενώπιόν του Κατηγορητήριο, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 2, 5, 112, 114, 114 Α του Νόμου 40/64. Επιπρόσθετα, το Στρατιωτικό Δικαστήριο, τηρουμένων των ιδίων προεκτεθεισών διατάξεων του Νόμου 40/64 και υπό το φως των άρθρων 118 ‑ 138 του ιδίου Νόμου, έχει αρμοδιότητα και για την έγκριση ή απόρριψη των ανακριτικών πράξεων όταν υποβάλλονται σ' αυτό σχετικά αιτήματα από πλευράς των αρμοδίων ανακριτικών αρχών. (Περιλαμβανομένης και της Αστυνομίας, -119- του Νόμου 40/64) Η νομική και πραγματική δυνατότητα που περιέχει το άρθρο 121
(1)του Νόμου 40/64, με το οποίο καθίστανται απευθείας εφαρμοστέες οι διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 όσον αφορά τις ανακριτικές πράξεις και άρα εφαρμοστέα και η αρμοδιότητα των Επαρχιακών Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται τέτοιων ζητημάτων που αφορούν ανακριτικές πράξεις, δεν σημαίνει ότι στερείται και το Στρατιωτικό Δικαστήριο τέτοιας δυνατότητας εάν και εφόσον υποβληθούν ενώπιόν του τέτοια αιτήματα. Ισχύουν τηρουμένων των αναλογιών τα όσα έχουμε αναφέρει για την εκδίκαση υποθέσεων από Επαρχιακά Δικαστήρια ή Κακουργιοδικεία, των οποίων οι ανακριτικές πράξεις υποβλήθηκαν ενώπιον διαφορετικών δικαστών ή ενώπιον διαφορετικών κατά τόπον Δικαστηρίων. Το άρθρο 119 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου 40/64 όπως ίσχυε προ τις 29/07/11, όταν τροποποιήθηκε από τον Νόμο 105
(1)/2011 προνοούσε. «119
(1)Υπό την εποπτείαν και συμφώνως προς τας οδηγίας του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή ανάκρισις ενεργείται είτε κατόπιν διαταγής του έχοντος δικαίωμα προς τούτο, είτε αυτεπαγγέλτως.
(2)Αυτεπαγγέλτως ενεργούσιν. (α) οι διοικηταί μεγάλων στρατιωτικών μονάδων, οι διοικηταί φρουρών και οχυρών, οι φρούραρχοι, οι διευθυνταί στρατιωτικών καταστημάτων εγκαταστάσεων και υπηρεσιών. (β) πάντες οι κατά τας διατάξεις του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα ή ετέρων Νόμων γενικοί ή ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι, αλλά μόνον εν περιπτώσει επ' αυτοφώρω αδικήματος, υπαγομένου εις την αρμοδιότητα του Στρατιωτικού Δικαστηρίου.
(3)Οι εν εδαφίω
(2)(α) δύναται να ενεργώσιν είτε αυτοπροσώπως, είτε αναθέτοντες την ενέργειαν της ανακρίσεως κατόπιν παραγγελίας εις πάντα υπό τας διαταγάς των αξιωματικών.
(4)Κατόπιν παραγγελίας ενεργεί πας εν γένει αξιωματικός του Στρατού.» Μετά την ανωτέρω τροποποίηση το άρθρο 119 προνοεί τα ακόλουθα: «119
(1)Η ανάκριση που ενεργείται δυνάμει του παρόντος Νόμου, τελεί υπό την εποπτεία και τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και διεξάγεται, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν διαταγής του προσώπου που έχει δικαίωμα προς τούτο, όπως καθορίζεται στα εδάφια 2,3 και 4.
(2)Δικαίωμα διεξαγωγής ανάκρισης έχουν: (α) αυτεπάγγελτα ή μετά από οδηγίες του Υπουργού Άμυνας ο Διοικητής. (β)αυτεπάγγελτα ή μετά από οδηγίες του Διοικητή οι διοικητές Μεραρχιών, Ταξιαρχών, Συνταγμάτων και Τακτικών Διοικήσεων, οι φρούραρχοι, οι στρατοπεδάρχες, οι διοικητές μονάδων, οι διοικητές ανεξάρτητων υπομονάδων και οι διευθυντές στρατιωτικών υπηρεσιών και καταστημάτων. (γ) τα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται ως ανακριτές δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή κανονισμού.
(3)Ο Διοικητής όταν αποφασίζει τη διεξαγωγή ανάκρισης δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)δύναται να αναθέτει τη διεξαγωγή της σ' οποιονδήποτε αξιωματικό που θεωρεί κατάλληλο για τον σκοπό αυτό.
(4)Καθένας από τους αναφερόμενους στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(2)δύναται είτε να διεξάγει την ανάκριση ο ίδιος, είτε να αναθέτει τη διεξαγωγή της σ' οποιονδήποτε αξιωματικό που τελεί υπό τις διαταγές του.
(5)Κάθε ανακριτής κατά τη διεξαγωγή της ανάκρισης εφαρμόζει όλες τις σχετικές με το θέμα διατάξεις του παρόντος Νόμου και του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.» Παράλληλα με τον ίδιο τροποποιητικό Νόμο τροποποιήθηκε και το άρθρο 121 του Νόμου το οποίο προ της τροποποίησης ήτο το εξής: «121
(1)Οι επί της ανακρίσεως υπάλληλοι ενεργούντες κατά παραγγελίαν ή αυτεπαγγέλτως επιχειρούσιν έκαστος εντός της αρμοδιότητός του και άνευ αναβολής πάσας τας αναγκαίας προς βεβαίωσιν του αδικήματος και των υπαιτίων ανακριτικάς πράξεις κατά τας σχετικάς διατάξεις του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.
(2)Προκειμένου περί προφυλακισμένου προσώπου ο ενεργών την ανάκρισιν αξιωματικός υποχρεούται να εξετάσει αυτόν εντός 48ωρών από της λήψεως της εντολής.» Ενώ με την εν λόγω τροποποίηση αναγινώσκεται πλέον ως εξής: «121
(1)Τα πρόσωπα που διεξάγουν ανάκριση δυνάμει του άρθρου 119 επιχειρούσιν έκαστος εντός της αρμοδιότητός του και άνευ αναβολής πάσας τας αναγκαίας προς βεβαίωσιν του αδικήματος και των υπαιτίων ανακριτικάς πράξεις κατά τας σχετικάς διατάξεις του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.
(2)Προκειμένου περί προφυλακισμένου προσώπου ο ενεργών την ανάκρισιν αξιωματικός υποχρεούται να εξετάση αυτόν εντός τεσσεράκοντα οκτών ωρών από της λήψεως της εντολής» Από την ανάγνωση των ανωτέρω συνάγεται κατά την άποψή μας, ότι αφ' ενός με το άρθρο 119
(2)(γ), αφού η ανακριτική πράξη ενεργήθηκε από αστυνομικό ως εξουσιοδοτούμενο προς τούτο, (άρθρο 4 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155), η εφαρμογή του άρθρου 121
(1)ήτο επιβεβλημένη ως τέτοια. Επ' αυτού δε, υιοθετούμε ως Δικαστήριο το σκεπτικό το οποίο εκφράζεται αφ' ενός μεν στην απόφαση της Δικαστού Α. Δ Σταματίου, πολιτική αίτηση 112/2018 ημερομηνίας 24/09/18 (αφορούσα ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 20/08/18 που εκδόθηκε ενώπιον του παρόντος Κατηγορούμενου από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος) και αφ' ετέρου την απόφαση του Δικαστή Α. Δ Χριστοδούλου, πολιτική ECLI:CY:AD:2018:D404, αίτηση 114/18 ημερομηνίας 18/09/2018 (με αντικείμενο 2 εντάλματα έρευνας ημερομηνίας 20/08/2018 που εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εναντίον του παρόντος Κατηγορούμενου). Και οι δύο αυτές αποφάσεις παραπέμπουν στην υπόθεση Adonis Nicolettides κ.α. vs Αστυνομίας
(1973)2 Α.Α.Δ σελ 222 που παραπέμπει στα άρθρα 138 του Νόμου 40/64 και 121
(1)του Νόμου 40/
  1. Ειρήσθω δε ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της Nicolettides (ανωτέρω), η διατύπωση του άρθρου 119 του Νόμου 40/64 δεν ήταν αυτή που είναι σήμερα. Έχουν αναγνωσθεί ήδη τα άρθρα 119 και 121 του Νόμου 40/64 όπως αυτά ισχύουν προ και μετά την τροποποίηση των στις 29/07/11, Νόμος 105 (Ι)/
  2. Σημειώνεται ότι εκατέρα των πλευρών έχει υποστηρίξει την πιο πάνω απόφαση για υποστήριξη της δικής της θέσης. Παραθέτουμε απόσπασμα της απόφασης αυτής στην ελληνική όπως αυτό παρατίθεται στη σελίδα 227 ‑ 228 μέρος του οποίου στην αγγλική μας ανέγνωσε η υπεράσπιση: "Η μόνη πρόνοια του Νόμου 40/64 η οποία αφορά εις προφυλάκισιν (άλλαις λέξεσιν, κράτησιν δι' ανάκρισιν) είναι το άρθρο 120, βάσει του οποίου η έκδοσις διατάγματος προφυλακίσεως υπό Στρατιωτικού Δικαστηρίου επιτρέπεται εν περιπτώσει ανακρίσεως ενεργουμένης αυτεπαγγέλτως δυνάμει των προνοιών του άρθρου 119
(2). Ως δε έχει ήδη αναφερθή η ανάκριση εις την παρούσαν περίπτωσιν δεν ενεργείται αυτεπαγγέλτως''. Εξ άλλου, εν όψει του άρθρου 121
(1)του Νόμου 40/64 το οποίον προνοεί ότι: " Οι επί της ανακρίσεως υπάλληλοι ενεργούντες κατά παραγγελίαν ή αυτεπαγγέλτως, επιχειρούσιν έκαστος εντός της αρμοδιότητός του και άνευ αναβολής πάσας τας αναγκαίας προς βεβαίωσιν του αδικήματος και των υπαιτίων ανακριτικάς πράξεις κατά τας σχετικάς διατάξεις του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου." ως και του προαναφερθέντος άρθρου 138 του ίδιου Νόμου διά του οποίου αι πρόνοιαι του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155) καθίστανται εφαρμοστέαι προς συμπλήρωσιν των προνοιών του Νόμου 40/64, ήτο δυνατόν δια τας αρμοδίας αστυνομικάς αρχάς, τας ενεργούσας την ανάκρισιν εις την παρούσαν υπόθεσιν, να ζητήσουν την έκδοσιν υπό Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δυνάμει του άρθρου 24 του Κεφ. 155 διαταγμάτων κρατήσεως των εφεσείοντων διά τους σκοπούς της ανακρίσεως, τοσούτω μάλλον καθότι η ανάκρισις αφορά εις αδικήματα διαπραχθέντα εν συνεργασία μετά πολιτών και ως εκ τούτου οι εφεσείοντες δυνατόν να προσαχθώσιν προς δίκην συμφώνως προς το άρθρο 114
(1)του Νόμου 40/64, ενώπιον τακτικού ποινικού Δικαστηρίου και ουχί του Στρατιωτικού Δικαστηρίου. Δια τούτο είμεθα της γνώμης ότι το Επαρχιακόν Δικαστήριον εκέκτητο αρμοδιότητα να εκδώσει τα υπό κρίσην ημών τεθέντα διατάγματα κράτησεως.» Σημειώνεται φυσικά ότι η απόδοση του κειμένου στην ελληνική γλώσσα ανήκει στους εκδώσαντες την απόφαση. Όπως είναι διατυπωμένη η απόφαση δεν θα συμφωνήσουμε με την υπεράσπιση ότι η ανωτέρω απόφαση προσέδωσε δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο για έκδοση του διατάγματος προσωποκράτησης λόγω της εμπλοκής πολίτη. Η εμπλοκή πολίτη ήτο ένας λόγος περισσότερος ή ο επιπρόσθετος λόγος, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβανόμαστε από τη διατύπωση της απόφασης. Αν αυτό ήτο το νόημα (δηλαδή ότι η υπεράσπιση υπεστήριξε) θα μπορούσε να αποδοθεί με πολύ διαφορετικό τρόπο (που δεν είναι αρμοδιότητά μας να το πράξουμε), η δε απόφαση δεν θα παρέπεμπε τόσο ξεκάθαρα για στρατιωτικό προσαχθέντα για διάταγμα προσωποκράτησης αφ' ενός μεν στο άρθρο 121
(1)του Νόμου 40/64 σε συνδυασμό με το άρθρο 138 του ιδίου Νόμου. Εν ολίγοις το αποτέλεσμα θα ήτο το ίδιο και η κατάληξη η ίδια είτε εμπλέκετο πολίτης είτε όχι. Έχοντας λοιπόν κατά νουν τα όσα έχουμε αναφέρει προσπαθώντας να επεξηγήσουμε τόσο τα άρθρα 102 και 103 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου 40/64, τις επελθούσες τροποποιήσεις στον ίδιο Νόμο με τον τροποποιητικό Νόμο 105
(1)/2011 ημερομηνίας 29/07/11, των άρθρων 119 και 121 (οι οποίες διεύρυναν κατά πιο σαφή τρόπο τις δυνατότητες των ενεργούντων τις ανακρίσεις (119
(1)(γ), 121
(1)σε συνδυασμό με το άρθρο 4 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155), την ανωτέρω απόφαση NICOLETTIDES η οποία μάλιστα εξεδόθη σε χρόνο προγενέστερο των τροποποιήσεων αυτών, αλλά και των όσων οι αποφάσεις των Μ. Χριστοδούλου και Κ. Σταματίου αναφέρουν, φρονούμε ότι και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας αρμοδίως εξέδωσε το διάταγμα κατακράτησης ημερομηνίας 24/08/18 το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε και για τους λόγους που έχουμε ήδη αναφέρει. Η ένσταση, ως εκ τούτου, απορρίπτεται. (Υπ.) Υπτγος Φίλιππος Πατσαλίδης, Πρόεδρος. (Υπ.) Τχη (ΠΒ) Θωμά Δημητρίου Ανδρέα Λγού(ΤΘ) Κωνσταντίνου Χρυσοστόμου ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Διευκρινιστικά Σημεία: ‑‑ Ο ομιλητής διακόπτεται από κάποιο άλλο άτομο . Ο ομιλητής διακόπτει τη σκέψη του (...) Δεν κατέστη δυνατή η καταγραφή του προφορικού λόγου ΒΕΒΑΙΩΣΗ Εγώ, η Κοντούλη Δήμητρα, στενοτυπίστρια, πιστοποιώ ότι το παρόν κείμενο είναι η πλήρης και ακριβής μεταγραφή των στενοτυπημένων πρακτικών που πήρα, όσο καλύτερα μπορούσα, στην παρούσα υπόθεση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.