ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. TONTIKIDIS κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23510/2015, 23/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23510/2015 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν.
- XXX TONTIKIDIS
- XXX TOSOUNIDIS
- XXX ΖΗΣΙΜΟΣ
- XXX ΖΗΣΙΜΟΣ Κατηγορουμένων -------------------------- Ημερομηνία: 23 Απριλίου,
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Κληρίδου. Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Δ. Παυλίδης και κα. Μ. Παυλίδου (ασκ. δικηγόρος). Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Γ. Σαββίδης. Κατηγορούμενοι 1 και 3, παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ (Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 3) I. ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΝ ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
- Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες. Αφορούν, συμπλοκή, κατά παράβαση του άρθρου 89 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ») (1η κατηγορία) και πρόκληση ανησυχίας, κατά παράβαση του άρθρου 95 ΠΚ (2η κατηγορία).
- Οι κατηγορούμενοι 2 και 4, που αντιμετωπίζουν τις ίδιες κατηγορίες, παραδέχθηκαν την κατηγορία της συμπλοκής και διακόπηκε σε σχέση με αυτούς η κατηγορία της ανησυχίας. Αναμένουν την επιβολή ποινής.
- Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, σύμφωνα και με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, είναι ότι οι κατηγορούμενοι 1 - 4, την 30/1/2014, μετείχαν σε συμπλοκή σε δημόσιο χώρο, και συγκεκριμένα στη συμβολή των οδών Σπετσών με Σπύρου Λάμπρου (κατηγορία 1). Τα ίδια γεγονότα στοιχειοθετούν και το αδίκημα της ανησυχίας (κατηγορία 2).
- Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες, την Αστ. XXX Χατζηπέτρου (ΜΚ 1), τον Αστ. XXX Γεωργίου (ΜΚ 2), τον κ. Α.Π. (ΜΚ 3) και τη Δρ. Α.Ν. (ΜΚ 4). Οι κατηγορούμενοι 1 και 3, αφού κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους, προέβησαν σε ανώμοτες δηλώσεις. Κατατέθηκαν δεκαπέντε συνολικά Τεκμήρια.
- Αποτελεί κοινό έδαφος ότι στις 30/1/2014 περί ώρα 12:40 -12:50, ο κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΑΤ ΧΧΧ και ο κατηγορούμενος 3 το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KSR ΧΧΧ, με επιβάτη τον υιό του, κατηγορούμενο
- Σε κάποιο σημείο, επί της οδού Σπετσών, στη συμβολή των οδών Σπετσών και Σπύρου Λάμπρου, ακινητοποίησαν τα οχήματα τους, αποβιβάστηκαν από αυτά και ήρθαν σε αντιπαράθεση. Ο κατηγορούμενος 2, φίλος του κατηγορούμενου 1, μαζί με άλλο πρόσωπο, οι οποίοι βρίσκονταν σε παρακείμενη πολυκατοικία επίσης μετείχαν στο επεισόδιο και ενώ αυτό ήταν ήδη σε εξέλιξη.
- Η θέση του κατηγορουμένου 1 ήταν ότι δέχθηκε επίθεση από τους κατηγορούμενους 3 και
- Η θέση του κατηγορούμενου 3, ήταν ότι ενήργησε στα πλαίσια αυτοάμυνας αλλά και άμυνας του υιού του, κατηγορούμενου
- Οι Αστ. ΜΚ 1 και 2 ασχολήθηκαν με τη διερεύνηση. Ο ΜΚ 3 κατέθεσε ως αυτόπτης μάρτυρας. Η ΜΚ 4 ήταν η ιατρός του Τμήματος Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας η οποία εξέτασε τους κατηγορούμενους 3 και
- Είναι παραδεκτό ότι η Αστ. ΧΧΧ Ναρλιώτου στις 30/1/2014, περί ώρα 13:15, στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού, εφοδίασε τους κατηγορούμενους 3 και 4 με ιατρικά έντυπα για να εξεταστούν στο Γενικό Νοσοκομείο (Τεκμήριο 3 - η κατάθεση της). Είναι επίσης παραδεκτό ότι ο κατηγορούμενος 3 εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, με κάταγμα ζυγωματικού τόξου αριστερά. Εκεί έγινε κλειστή ανάταξη του ζυγωματικού τόξου αριστερά. Έλαβε εξιτήριο στις 3/2/2014 (Τεκμήριο 13, Ενημερωτικό Σημείωμα/Εξιτήριο Ασθενή, Δρ. Γ. Παντέλα). II. Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Μαρτυρία Αστ. ΧΧΧ Χατζηπέτρου (ΜΚ 1)
- Η ΜΚ 1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης την αστυνομική της κατάθεση (Τεκμήριο 1). Στις 20/2/2014 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 4 στην παρουσία του κατηγορούμενου 3, αφού ήταν ανήλικος, και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς. Στις 4/3/2014 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 (Τεκμήριο 3) και τον κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα της συμπλοκής (Τεκμήριο 4) και απάντησε, «Ότι είχα να πω το είπα στην κατάθεση μου». Στις 11/3/2014 κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα της συμπλοκής και εξύβρισης τον κατηγορούμενο 1 (Τεκμήριο 2), και απάντησε, «Δεν παραδέχομαι».
- Προφορικά συμπλήρωσε ότι ανέλαβε τη διερεύνηση στις 20/2/2014 σε αντικατάσταση του ΜΚ 2, ο οποίος είχε μετατεθεί. Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 1, ανέφερε ότι αν και είχε γνώση του περιστατικού από προηγουμένως, δεν έκανε οποιαδήποτε ενέργεια πριν την 20/2/
- Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο του κατηγορουμένου 3, ανέφερε ότι προχώρησε με τη διερεύνηση με βάση τα όσα περιείχε ο φάκελος και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν υπήρχαν και άλλοι μάρτυρες στη σκηνή.
- Στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 3), ο κατηγορούμενος 3 αναφέρει ότι ενώ οδηγούσε το όχημα του, ο κατηγορούμενος 1 τον προσπέρασε επικίνδυνα. Ο κατηγορούμενος 3, ήχησε τη σειρήνα του και προέβη σε χειρονομία. Ο κατηγορούμενος 1, προχώρησε 15 μέτρα, σταμάτησε διαγώνια στο αλτ και αποβιβάστηκε από το όχημα που οδηγούσε, φωνάζοντας στον κατηγορούμενο 3 να εξέλθει από το όχημα του. Το έπραξε. Ο κατηγορούμενος 1 τον εξύβριζε και του έφτυνε. Μόλις ο κατηγορούμενος 3 είπε στον υιό του να καλέσει την αστυνομία, ο κατηγορούμενος 1 τον κλώτσησε στα γεννητικά του όργανα. Ο κατηγορούμενος 4 εξήλθε από το αυτοκίνητο ρωτώντας τον κατηγορούμενο 1 γιατί κτύπησε τον κατηγορούμενο 3, για να δεχθεί και ο ίδιος κλωτσιά στο πλευρό και γροθιά στο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος 3 αντέδρασε κτυπώντας τον στο πρόσωπο, όμως ο κατηγορούμενος 1 συνέχισε να κτυπά τον κατηγορούμενο
- Ο κατηγορούμενος 1 ακολούθως φώναξε σε κάποιους φίλους του σε διπλανή πολυκατοικία. Ήρθαν τρία άτομα. Άρπαξαν τον κατηγορούμενο 4 και τον κτυπούσαν. Ο ίδιος συνέχισε να κτυπιέται με τον κατηγορούμενο
- Ακολούθως ο κατηγορούμενος 3 προσπαθώντας να προστατεύσει τον υιό του, έπεσε στο έδαφος και δέχθηκε κλωτσιά από κάποιο στο αριστερό ζυγωματικό. Σηκώθηκε. Ο κατηγορούμενος 4 μπήκε στο αυτοκίνητο και ο ίδιος στάθηκε μπροστά καλώντας τους να φύγουν. Στο σημείο εκείνο ήρθε η Αστυνομία. Μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού για να παραλάβει έντυπα εξέτασης από κυβερνητικό ιατρό. Ο κατηγορούμενος 1 φορούσε πράσινο φούτερ. Μαρτυρία Αστ. ΧΧΧ Γεωργίου (ΜΚ 2).
- Ο ΜΚ 2 υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση (Τεκμήριο 6). Στις 30/1/2014, περί ώρα 12:45 τηλεφώνημα από το ΚΕΜ για συμπλοκή. Μετέβη στο σημείο με τον Ανωτ. Υπαστυνόμο Τ. Γιαννή. Συνάντησε εκεί τους κατηγορούμενους 1 - 4 οι οποίοι του ανέφεραν ότι αλληλοκτυπήθηκαν. Εφοδίασε τον κατηγορούμενο 1 με ιατρικό έντυπο (Τεκμήριο 8) αφού είχε κληθεί ασθενοφόρο. Είχε εμφανή κτυπήματα στο πρόσωπο. Ετοίμασε επίσης ένα πρόχειρο σχέδιο στο οποίο σημείωσε τις θέσεις των δύο οχημάτων (Τεκμήριο 9). Το εν λόγω σχέδιο υπογράφηκε από τον ίδιο και τον κατηγορούμενο
- Την 31/1/2014 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2, την 1/2/2014 έλαβε κατάθεση από τον ΜΚ 3 και την 5/2/2014, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 (Τεκμήριο 7). Προφορικά ανέφερε ότι και οι τέσσερις κατηγορούμενοι ανέφεραν ότι κτυπήθηκαν και τσακώθηκαν μεταξύ τους.
- Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 1, ανέφερε ότι με τη λέξη αλληλοκτυπήθηκαν, εννοούσε ότι κτυπήθηκαν και τσακώθηκαν μεταξύ τους. Ο λόγος που ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο ήταν για να δώσει πλήρη εικόνα της σκηνής. Οι θέσεις τους ήταν σχετικές αφού υπήρχε ισχυρισμός ότι το ένα όχημα ανακόπηκε από το άλλο. Το ιατρικό έντυπο (Τεκμήριο 8) δόθηκε στον κατηγορούμενο 1 στη σκηνή.
- Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 3, ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν ήταν ο κατηγορούμενος 4 που κάλεσε Αστυνομία. Ο λόγος που έδωσε έντυπο ιατρικό στον κατηγορούμενο 1 ήταν γιατί αιμορραγούσε. Δέχθηκε ότι στο σχέδιο που ετοίμασε, τα οχήματα είχαν ακινητοποιηθεί με τρόπο που φαινόταν ο κατηγορούμενος 1 να είχε ανακόψει την πορεία του κατηγορούμενου
- Δεν θυμόταν αν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να υπογράψουν το σχέδιο ούτε γνώριζε γιατί η υπόθεση πήρε πέραν του ενός έτους για να καταχωριστεί.
- Στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 7), ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα είχε επισκεφθεί φίλους του που διέμεναν σε πολυκατοικία στην οδό Σπετσών. Σε κάποια στιγμή δανείστηκε το όχημα του κατηγορούμενου 2 για να φέρει φαγητό. Ενώ επέστρεφε, σε κάποιο σημείο, ο κατηγορούμενος 3 εξήλθε από πάροδο επικίνδυνα μπαίνοντάς μπροστά του. Ο κατηγορούμενος 1 συνέχισε την πορεία του στρίβοντας αριστερά και μετά δεξιά φθάνοντας στο αλτ της οδού Σπετσών. Ο κατηγορούμενος 3, που τώρα βρισκόταν από πίσω του, του έκανε σήμα με τα φώτα. Ο κατηγορούμενος 3 του έκανε νόημα να εξέλθει από το όχημα του. Ο κατηγορούμενος 1 απενεργοποίησε τη μηχανή του οχήματος του και εξήλθε. Ο κατηγορούμενος 3 είχε επιθετικές διαθέσεις και παράπονο ότι ο κατηγορούμενος 1 έτρεχε. Ακολούθησε λεκτική αντιπαράθεση, οπότε και ο κατηγορούμενος 3 τον άρπαξε από το λαιμό. Προσπάθησε με ήρεμο τρόπο να τον παροτρύνει να σταματήσει ενώ προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να απεγκλωβιστεί. Ο κατηγορούμενος 3 άρχισε να του δίνει γροθιές στην αριστερή πλευρά του προσώπου του. Έπεσε στο έδαφος αλλά ο κατηγορούμενος 3 συνέχισε να τον κτυπά. Σηκώθηκε. Είδε ότι αιμορραγούσε, οπότε και κτύπησε με το κεφάλι του το κεφάλι του κατηγορούμενου
- Εν τω μεταξύ είχε βγει και από το όχημα ο κατηγορούμενος
- Ο κατηγορούμενος 3 τότε άρχισε να τον κλωτσά, ο κατηγορούμενος 4 να τον σπρώχνει. Έπεσε στο έδαφος. Δέχθηκε κλωτσιά από τον κατηγορούμενο 4 και έσπασε το δόντι του. Σηκώθηκε περπάτησε 10 - 15 μέτρα και φώναξε στους φίλους του οπότε και κατέφθασε ο κατηγορούμενος 2 και ακόμη ένα πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος 3 τότε έβαλε τον κατηγορούμενο 4 στο αυτοκίνητο και ακολούθησε λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ του κατηγορούμενου 2 και του κατηγορούμενου
- Δεν θυμόταν αν κτυπήθηκαν μεταξύ τους. Σε λίγο ήρθε η Αστυνομία. Ο ίδιος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο. Τραυματίστηκε στη μύτη και έχασε ένα δόντι. Κρατήθηκε για νοσηλεία μέχρι τις 5/2/
- Μαρτυρία Α.Π. (ΜΚ 3)
- Ο ΜΚ 3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης την αστυνομική του κατάθεση ημερ. 1/2/2014 (Τεκμήριο 10). Ανέφερε τα ακόλουθα ως προς το τί είδε: «Σε κάποια φάση και ενώ ήμουν σταθμευμένος παρά την υπεραγορά Ιωαννίδη και καθόμουν στο όχημά μου άκουσα φωνές. Τότε κατέβηκα από το αυτοκίνητό μου και είδα έναν άνδρα ηλικίας 40 - 50 ετών περίπου να κτυπά ένα νεαρό άτομο στο πρόσωπο. Ο νεαρός που φορούσε πράσινη φόρμα έπεσε στο έδαφος και ο άνδρας αυτός συνέχισε να τον κτυπά αφού αυτός ξανά σηκώθηκε. Επίσης ένα νεαρό άτομο ηλικίας 14 -16 που πρέπει να ήταν συγγενικό πρόσωπό του άνδρα αυτού, επίσης χτυπούσε τον νεαρό με την πράσινη φανέλα. Ακολούθως με την πράσινη φανέλα, ο οποίος μιλούσε με ελληνική προφορά και φαινόταν να ήταν αλλοδαπός σηκώθηκε και αφού πήγε περίπου 30 μέτρα φώναξε σε κάποιον Χάρη που πιθανό να έμενε εκεί. Τότε αμέσως κατέβηκαν από μιαν πολυκατοικία ακόμα δύο άτομα, πιθανόν και αυτοί αλλοδαποί ποντιακής καταγωγής. Οι δύο νεαροί που κατέβηκαν από την πολυκατοικία αμέσως πλησίασαν τον 40χρονο και άρχισαν να απειλούν και να φωνάζουν. Σε κάποια φάση όλοι οι νεαροί, δηλαδή οι δύο που κατέβηκαν από την πολυκατοικία, ο νεαρός με την πράσινη φανέλα και ο 40χρονος μαζί με τον ηλικίας 15 ετών άρχισαν να αλληλοκτυπιούνται μεταξύ τους και να σπρώχνονται. Κατά την άφιξή μου στο μέρος εγώ προσπάθησα να σταματήσω τον καυγά, αλλά λόγω του ότι εμπλακήκαν πολλά άτομα δεν ήταν κατορθωτό εκ μέρους μου. Αργότερα ήρτε στο μέρος η Αστυνομία και οι πιο πάνω είχαν σταματήσει τον καυγά.
- Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 3 ως το πρόσωπο ηλικίας 40 - 50 ετών που είχε δει, και τον κατηγορούμενο 1 ως το πρόσωπο με την πράσινη φόρμα. Το όχημα του κατηγορούμενου 1 ήταν σταθμευμένο στο αλτ και το όχημα του κατηγορούμενου 3 πίσω από αυτό. Ο κατηγορούμενος 1 είχε αίματα στο πρόσωπο και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο με ασθενοφόρο. Ο κατηγορούμενος 3 μαζί με το ανήλικο πρόσωπο επιβιβάστηκαν στο όχημα τους και έφυγαν. Δεν γνώριζε τι είχε προηγηθεί του καβγά.
- Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο του κατηγορούμενου 1 ανέφερε, ότι τα άλλα δύο πρόσωπα κατέβηκαν από παρακείμενη πολυκατοικία που βρισκόταν 30 - 40 μέτρα μακριά, για να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο
- Ο κατηγορούμενος 1, είχε αίματα στο πρόσωπο με σπασμένα δόντια στα χέρια του και φαινόταν ανήμπορος να αντιδράσει στα κτυπήματα που δεχόταν. Οι άλλοι δύο διαμαρτύρονταν. Δεν είδε τον κατηγορούμενο 1 να κτυπά τον κατηγορούμενο
- Ο κατηγορούμενος 3 και ο ανήλικος έφυγαν με το που ήρθε η Αστυνομία. Έφυγαν γιατί, σύμφωνα με τον ίδιο, κτύπησαν τον κατηγορούμενο
- Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο του κατηγορούμενου 3 ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν Αστυνομικός είπε του κατηγορούμενου 3 να φύγει. Δεν είδε τον κατηγορούμενο 1 να κουτουλά τον κατηγορούμενο 3, ούτε πως ξεκίνησε ο καβγάς. Είδε μόνο τον κατηγορούμενο 3 να κτυπά τον κατηγορούμενο
- Από το σημείο που άρχισε να βλέπει και μετά, είδε τον καβγά μέχρι το τέλος. Ο κατηγορούμενος 1, αν και τραυματίας, μπορούσε να περπατήσει και να φωνάξει. Δεν είδε κανέναν να κτυπά τον κατηγορούμενο 3, μόνο σπρωξίματα είδε. Μαρτυρία Δρ. Α.Ν. (ΜΚ 4)
- Η ΜΚ 4 ανέφερε ότι τον επίδικο χρόνο ασκούσε Γενική Ιατρική στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Αποφοίτησε το 2007 από το Πανεπιστήμιο Μόσχας. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 11 Α, Β και Γ ιατρικά έντυπα και βεβαιώσεις για τον κατηγορούμενο
- Ο κατηγορούμενος 4 υπέστη κάκωση ρινός και θώρακος. Δεν υπήρχαν εμφανείς οστικές κακώσεις. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3 κατέθεσε τα έντυπα Τεκμήρια 12 Α και Β. Ο κατηγορούμενος 3 υπέστη κάταγμα στο ζυγωματικό αριστερά. Του συστήθηκε να εισαχθεί για νοσηλεία, αρνήθηκε όμως, για προσωπικούς λόγους.
- Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 1 επανέλαβε ότι ο κατηγορούμενος 4 δεν είχε οστικές κακώσεις και ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να νοσηλευτεί. Αντεξεταζόμενη όμως από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 3 ανέφερε ότι κατηγορούμενος 3 υποβλήθηκε μετά σε εγχείρηση. Αν ο κατηγορούμενος 4 είχε μώλωπες ή σημάδια, εξήγησε, θα γινόταν αναφορά στην ιατρική της βεβαίωση. Ανώμοτη Δήλωση Κατηγορούμενου 1
- Ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε τα εξής στην ανώμοτη του δήλωση (Τεκμήριο 14): «Σε σχέση με το περιστατικό που είμαι κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση θέλω να αναφέρω ότι δεν έχω διαπράξει το αδίκημα της συμπλοκής και της ανησυχίας. Επίσης να αναφέρω ότι δέχτηκα επίθεση από τους κατηγορούμενους 3 και 4 οι οποίοι μου επιτέθηκαν και με χτύπησαν και με τραυμάτισαν χωρίς εγώ να προλάβω να αντιδράσω και χωρίς να ανταποδώσω. Έχω παράπονο από τους κατηγορούμενους 3 και 4 και γι' αυτό κίνησα πολιτική αγωγή». Ανώμοτη Δήλωση Κατηγορούμενου 3
- Ο κατηγορούμενος 3, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης Τεκμήριο 3, ανέφερε τα εξής στην ανώμοτη του δήλωση (Τεκμήριο 15): « .. Αναφορικά με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζω θέλω να αναφέρω περαιτέρω της κατάθεσής μου ότι αναγκάστηκα να χτυπήσω τον κατηγορούμενο 1 για να προστατεύσω τον ανήλικο γιο μου, κατηγορούμενο 4, αλλά και τον εαυτό μου. Ό,τι έπραξα το έπραξα μόνο αφού πρώτα ο κατηγορούμενος 1 χτύπησε εμένα και τον γιο μου και αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω ανάλογη βία για να τον σταματήσω. Συνοψίζοντας αναφέρω ότι τα όσα εκτυλίχθηκαν, αλλά και τα όσα ακολούθησαν οφείλονται στη βία που άσκησε αρχικά ο κατηγορούμενος 1 και οι δικές μου πράξεις και ενέργειες έγιναν στην προσπάθειά μου να αμυνθώ και να προστατεύσω τον εαυτό μου και τον ανήλικο γιο μου. Για τους λόγους αυτούς είναι η θέση μου ότι δεν διέπραξα τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούμαι.» IΙΙ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
- Εξέτασα την μαρτυρία των μαρτύρων με ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας (βλ. Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, 172, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061).
- Σε υποθέσεις αυτής της φύσης είναι φυσικό οι εκδοχές των εμπλεκομένων να διίστανται για διάφορους λόγους, οπότε η αναζήτηση ανεξάρτητης μαρτυρίας είναι πάντα βοηθητική. Έχω ήδη αναφερθεί σε γεγονότα που είναι παραδεκτά ή δεν τελούν υπό αμφισβήτηση (βλ. §5 και 8, πιο πάνω). Ανεξάρτητη μαρτυρία που κρίνεται αξιόπιστη σε συνάρτηση με κοινώς αποδεκτά γεγονότα, τα οποία επίσης είναι αξιόπιστα, μπορούν να αποτελέσουν τη βάση ελέγχου της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. A Guide for the Magistrate in the Commonwealth: Fundamental Principles and Recommended Practice, January 2017, p. 83[1] και The Judge as Juror: The Judicial Determination of Factual Issues, The Business of Judging, Oxford 2000, σελ. 6[2]) αλλά και των εκδοχών που προβάλλονται. Αξιολόγηση Δρ. Α.Ν. (ΜΚ 4)
- Αφού έλαβα υπόψη τα προσόντα και την πείρα της σε συνάρτηση με τη νομική πλευρά του θέματος (βλ. Evangelou a.ο. v. Ambizas a.ο.
(1982)1 CLR 41, 57 - 58), κρίνω ότι αυτή είναι εμπειρογνώμονας μάρτυρας σε θέματα της ειδικότητας της.
- Όπως ανέφερα πιο πάνω (§8 και Τεκμήριο 13 ), το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 3 υπέστη κάταγμα του αριστερού ζυγωματικού και κρατήθηκε για νοσηλεία είναι δεκτό. Η αντεξέταση της σε σχέση και με τα τραύματα που είχαν υποστεί οι κατηγορούμενοι 3 και 4 περιορίστηκε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Η αξιοπιστία της δεν αμφισβητήθηκε. Την κρίνω αξιόπιστη.
- Η μαρτυρία της γιατρού, ΜΚ 4, αφορά ευρήματα της σε σχέση με τραύματα λίγη ώρα μετά την εκδήλωση του όλου περιστατικού. Η σημασία των ευρημάτων της αφορά το αντικειμενικό μέρος των όσων παρατήρησε, ότι δηλαδή οι κατηγορούμενοι 3 και 4 είχαν συγκεκριμένα τραύματα. Τα ευρήματα αυτά τα δέχομαι. Δέχομαι επίσης ότι τα τραύματα που έφεραν και οι δύο ήταν αποτέλεσμα του προηγηθέντος, την ίδια ημέρα, περιστατικού, χωρίς ασφαλώς να μπορεί να εξαχθεί εύρημα ότι τα τραύματα του ενός ή του άλλου ήταν επιθετικά ή αμυντικά. Ο κατηγορούμενος 4 υπέστη κάκωση ρινός και θώρακος. Δεν υπήρχαν εμφανείς οστικές κακώσεις. Ο κατηγορούμενος 3 υπέστη κάταγμα στο ζυγωματικό αριστερά. Αρχικά αρνήθηκε να νοσηλευτεί. Επανήλθε όμως και εγχειρίστηκε. Αξιολόγηση Αστ. ΧΧΧ Χατζηπέτρου (ΜΚ 1)
- Η ΜΚ1 ανέλαβε τη διερεύνηση μέρος της διερεύνησης. Η μαρτυρία της ήταν πολύ συγκεκριμένη και αφορούσε τις ενέργειες στις οποίες προέβη η ίδια με βάση τον ανακριτικό φάκελο. Κρίνω τη μάρτυρα αξιόπιστη και δέχομαι τη μαρτυρία της όσον αφορά τις ενέργειες της στην ολότητα της. Δέχομαι επομένως ότι κατέγραψε ακριβώς τα όσα της ανέφερε ο κατηγορούμενος 3 στην ανακριτική του κατάθεση ημερ. 4/3/2014 (Τεκμήριο 3) και τα όσα τις ανέφεραν οι κατηγορούμενοι 1 και 3 όταν τους κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήρια 2 και 4). Αξιολόγηση Αστ. ΧΧΧ Γεωργίου (ΜΚ 2).
- Ο ΜΚ 2 είχε εμπλακεί αρχικά στη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο ΜΚ 2 ήταν επίσης πολύ συγκεκριμένος στις τοποθετήσεις του και στην περιγραφή των ενεργειών του. Δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Κρίνω τον ΜΚ
- Από τη μαρτυρία του δέχομαι τα ακόλουθα:
(1)Στις 30/1/2014 μετά από τηλεφώνημα που δέχθηκε από το ΚΕΜ μετέβη στο σημείο που αφορά το επίδικο περιστατικό.
(2)Ότι σημείωσε στο σχέδιο, Τεκμήριο 9, τις θέσεις των οχημάτων που οδηγούσαν οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αντίστοιχα στις θέσεις που τα εντόπισε. Το εν λόγω σχέδιο υπέγραψε ο ίδιος και κατηγορούμενος 1. Το όχημα του κατηγορουμένου 1 είχε ακινητοποιηθεί στο αλτ. Το όχημα του κατηγορούμενου 3 είχε ακινητοποιηθεί πίσω του με κλίση, όπως ήταν η πορεία του, προς τα αριστερά.
(3)Ότι και οι τέσσερις κατηγορούμενοι του ανέφεραν ότι κτυπήθηκαν μεταξύ τους, χωρίς όμως να προσδιορίζεται από τον ΜΚ 2 οτιδήποτε περαιτέρω.
(4)Παρέδωσε στη σκηνή στον κατηγορούμενο 1, το ιατρικό έντυπο, Τεκμήριο 8, ο οποίος ακολούθως μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο. Σημειώνω ότι τα όσα τραύματα αναφέρονται στο Τεκμήριο 8, δεν λήφθηκαν υπόψη αφού το Τεκμήριο είχε κατατεθεί προς περιορισμένο σκοπό και δεν προσήλθε ο αρμόδιος μάρτυρας για να επεκτείνει το σκοπό κατάθεσης. Δέχομαι μόνο ότι ο ΜΚ 2 είδε τον κατηγορούμενο 1 να φέρει εμφανή κτυπήματα στο κεφάλι και να αιμορραγεί.
(5)Την 5/2/2014, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 (Τεκμήριο 7) στην οποία κατέγραψε όσα αυτός του ανέφερε. Αξιολόγηση Α.Π. (ΜΚ 3)
- Ο ΜΚ 3 ήταν ο μόνος ανεξάρτητος μάρτυρας. Αντιλήφθηκε τα διαδραματιζόμενα από ένα σημείο και μετά, μέχρι που κατέφθασε η Αστυνομία. Στις αναφορές του όμως, παρουσιάστηκαν κάποιες αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, η θέση του στην αστυνομική του κατάθεση του και κατά την κυρίως εξέταση ήταν ότι είδε τους όλους τους εμπλεκόμενους, συμπεριλαμβανομένου και του κατηγορούμενου 1, «να αλληλοκτυπιούνται μεταξύ τους και να σπρώχνονται», ακολούθως κατά την αντεξέταση από το συνήγορο του κατηγορουμένου 1, ανέφερε ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο 1 να κτυπά τον κατηγορούμενο 3 και ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν, «ανήμπορος και κτυπημένος».
- Εξέτασα με ιδιαίτερη προσοχή τις θέσεις του. Η μεταβολή αυτή θεωρώ ότι ήταν ουσιώδης, αφού αλλοιώνεται η όλη εικόνα, Σε αντίθεση με την κατάθεση του στην Αστυνομία, ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο
- Μάλιστα, ενώ ανέφερε ότι δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο 1, σε μια περίπτωση χρησιμοποίησε το μικρό του όνομα, παραθέτω απόσπασμα: E. Πρόσεξες αν ήταν εξωτερικά της πολυκατοικίας πριν κατεβούν οι δύο; A. Όχι, δεν ξέρω. E. Αλλά για να τρέξουν εκεί έτρεξαν σε βοήθεια κανενός; A. Σε βοήθεια του [ΧΧΧ]. E. Εννοείς του πρώτου κατηγορούμενου; A. Ναι, ήταν με τα αίματα και είχε και σπασμένα δόντια στο χέρι.
- Ανέφερε επίσης ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4, έφυγαν από τη σκηνή, «γιατί κτύπησαν τον νεαρό και ήξεραν ότι εν λάθος που έκαμαν», ενώ ακολούθως δέχθηκε ότι είχε ήδη έρθει η Αστυνομία και δεν γνώριζε αν τους είπαν να φύγουν από τη σκηνή. Σημειώνω ότι είναι αποδεκτό γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 λίγα λεπτά αργότερα είχαν μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό και παρέλαβαν έντυπα για να εξεταστούν. Οι διαφοροποιήσεις του δεν αφορούσαν θέματα μνημονικού ούτε επικαλέστηκε κάτι τέτοιο. Δεν υπήρχε δικαιολογία για την αλλαγή των θέσεων του. Ως εκ τούτου κρίνω τον ΜΚ 3 αναξιόπιστο και δεν δέχομαι τη μαρτυρία του. Αξιολόγηση Ανώμοτων Δηλώσεων
- Οι αρχές με τις οποίες εξετάζει και αξιολογεί το Δικαστήριο ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου συνοψίστηκαν στη Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505, 520, στην οποία αναφέρθηκε ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις, δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας υπό κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία. Στην εν λόγω απόφαση γίνεται αναφορά στην R. v. Cambell
(1979)69 Cr App R 221, από την οποία παρατίθεται σε μετάφραση το ακόλουθο απόσπασμα (σελ. 520): «... μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ' ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία, όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση.» (βλ. επίσης Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Khadar v Republic
(1978)2 CLR 152, Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 515, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 22, Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 385 και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2014:B288, Π.Ε. 134/13, 2/5/2014) Κατηγορούμενος 1
- Με την ανώμοτη δήλωση του ο κατηγορούμενος 1 απλά ανέφερε ότι δεν ανταπέδωσε στα κτυπήματα που δέχθηκε. Εξέτασα τη δήλωση του αυτή σε συνάρτηση με τα όσα ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση - Τεκμήριο
- Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ορθά υπέδειξε ότι η δήλωση του αυτή αντιβαίνει τη εκφρασθείσα θέση του ότι σε κάποιο στάδιο κτύπησε τον κατηγορούμενο 3 με το κεφάλι του. Ο συνήγορος του ανέφερε ότι η δήλωση αυτή δεν μπορεί να ιδωθεί κατ' απομόνωση ή να οδηγήσει σε «αυτοενοχοποίηση του».
- Η ανακριτική κατάθεση Τεκμήριο 7, αποτελεί έγγραφο με μεικτές δηλώσεις του κατηγορουμένου 1, αφού από τη μια περιέχει ενοχοποιητικά στοιχεία αλλά και από την άλλη ευνοϊκά στοιχεία για τον ίδιο. Όπου η Κατηγορούσα Αρχή προσφέρει ως μαρτυρία και βασίζεται στο ενοχοποιητικό μέρος της κατάθεσης, ολόκληρη η κατάθεση γίνεται αποδεκτή, οπότε και το Δικαστήριο επιβάλλεται να εξετάζει την κατάθεση στην ολότητα της (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, 2η έκδοση, σελ. 690, με αναφορά στις R v. Shirley
(2013)EWCA Crim 1990, R v. Papworth
(2008)1 Cr App R 439 και R v. Garrod
(1997)Crim LR 445). Σημειώνω όμως ότι σε καμία περίπτωση οι αναφορές του μπορούν να θεωρηθούν μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου 3 (βλ. Narmania κ.α. ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 4/2018 και 5/2018, 3/4/2019 με αναφορά στις Ευριπίδου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 337 και Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 790).
- Προκύπτει από τη δήλωση του, αποδοχή ότι ήρθε σε λεκτική αντιπαράθεση με τον κατηγορούμενο 3, αφού προηγουμένως και οι δύο αποβιβάστηκαν από τα οχήματα τους. Το κτύπημα που έδωσε με το κεφάλι του στον κατηγορούμενο 3, έγινε αφού προηγουμένως είχε βρεθεί στο έδαφος από τα κτυπήματα του κατηγορούμενου
- Η ανώμοτη δήλωση του επομένως, ότι δεν ανταπέδωσε τα κτυπήματα δεν συνάδει με την προηγούμενη του αναφορά στην ανακριτική του κατάθεση ούτε εξηγεί αυτή τη διαφορά. Δεν μπορεί επομένως να ρίξει οποιοδήποτε φως στα γεγονότα ούτε μπορεί να οδηγήσει σε κάποιο συμπέρασμα σε σχέση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Κατηγορούμενος 3
- Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 3 εξετάστηκε στη βάση των ίδιων αρχών. Στην απουσία όμως άλλης μαρτυρίας που να υποστηρίζει τις θέσεις του ότι δηλαδή είχε δεχθεί επίθεση και ότι αμυνόταν, έχει περιορισμένη αξία και δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για οποιοδήποτε συμπέρασμα. Τα τραύματα που υπέστη ίδιος αλλά και ο κατηγορούμενος 4 δεν μπορούν από μόνα τους να οδηγήσουν σε τέτοιο συμπέρασμα. ΙV. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
- Το βάρος απόδειξης της κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή των κατηγορουμένων 1 και 3 (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563, ΓΕ ν. Ismail, Π.Ε. 228/15-245/15, 248/15-255/15, 17/10/2016, σελ. 33-34, Crown Court Bench Book, Directing the Jury, Judicial Studies Board, 2010, σελ. 16 και The Crown Court Compendium Part I: Jury and Trial Management and Summing Up, November 2017, Judicial College §§5-1, 5-2). Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459, 484 - 485).
- Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Συμπλοκή
- Το άρθρο 89 ΠΚ αναφέρει τα ακόλουθα: «
- Όποιος συμμετέχει συμπλοκής σε δημόσιο χώρο, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου.»
- Το αδίκημα αφορά κωδικοποίηση του αδικήματος affray του Αγγλικού Κοινοδικαίου. Το αδίκημα εν τέλει κωδικοποιήθηκε και στην Αγγλία με το s. 3
(1)Public Order Act 1986[3]. Σύμφωνα με το Αγγλικό κοινοδίκαιο απαιτείτο η απόδειξη των ακολούθων στοιχείων από την Κατηγορούσα Αρχή:
(1)Η χρήση ή απειλή χρήσης παράνομης βίας από ένα ή περισσότερα πρόσωπα προς άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα· και
(2)ότι η επιδειχθείσα βία ή απειλή βίας ήταν τέτοιας φύσεως που ένας παριστάμενος τρίτος (είτε αυτός ήταν παρών ή ενδεχομένως να ήταν παρών), λογικής σταθερότητας και γενναιότητας, θα αναμενόταν να τρομοκρατηθεί (βλ. Reference by the A-G (No. 3 of 1983) [1985] 1 All ER 501, 505- 506[4] και R v. Summers, Burns and Bond
(1972)56 Cr App R 604, 609) 44. Το actus reus του αδικήματος αφορούσε τσακωμό (fighting) ή επίδειξη βίας (show of force) (R v. Jones and others
(1974)59 Cr App R 120, 127). Η ανάγκη πρόκλησης τρόμου (terror) στο κοινό (R v. Scarrow
(1968)52 Cr App R 591, 595) αποτελούσε την ουσία (essence) του αδικήματος. Το αδίκημα μπορούσε να διαπραχθεί από ένα πρόσωπο (βλ. Taylor v. DPP [1973] 2 All ER 1108 (HL)). Οι κατηγορούμενοι μπορούσαν να καταδικαστούν ακόμη και αν ο καθένας είχε συμπλακεί με διαφορετικό ή διαφορετικά πρόσωπα κατά την εξέλιξη του συμβάντος χωρίς δηλαδή, να ανταλλάξουν μεταξύ τους κτυπήματα (βλ. Scarrow, ανωτέρω, 594). Η αυτοάμυνα αποτελούσε υπεράσπιση (βλ. Scarrow, ανωτέρω, 596).
- Η πιο πάνω νομολογία υιοθετήθηκε και στην Αυστραλιανή Πολιτεία του Queensland της οποίας ο κώδικας περιέχει ανάλογο άρθρο με αυτό του ΠΚ (s. 72, Criminal Code Act 1899, σύγγραμμα Carter's Criminal Law of Queensland, 21st ed, 2016, LexisNexis Butterworths, σελ. 177 -179). Η μόνη διαφορά του Αγγλικού κοινοδικαίου με τον δικό μας ΠΚ και του Queensland είναι ότι η διάπραξη του σε δημόσιο χώρο δεν ήταν απαραίτητη (βλ. Button v. DPP [1965] 3 All ER 587).
- Σύμφωνα με το άρθρο 4 ΠΚ, δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.
- Η αυτοάμυνα αποτελεί υπεράσπισή και στο Κυπριακό δίκαιο (βλ. Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 251) αλλά και στο Queensland (βλ. R v. Honeysett
(1987)10 NSWLR 638). 48. Η νομολογία σε σχέση με το τι συνιστά αυτοάμυνα στο Κυπριακό δίκαιο έχει αναλυθεί κυρίως σε υποθέσεις αδικημάτων επίθεσης. Το άρθρο 17 του ΠΚ καθιστά, συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο, το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει, νοουμένου ότι η βία, η οποία ασκείται, είναι εύλογη, υπό τις συνθήκες, και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται (βλ. Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574, 579). Η χρήση βίας για σκοπούς αυτοάμυνας αναγνωρίζεται ως υπεράσπιση στο Κυπριακό Δίκαιο (βλ. Miliotis v. The Police
(1971)2 CLR 292, 296, 297) η οποία εμπίπτει στον όρο κατάστασης ανάγκης (necessity) του άρθρου 17 του ΠΚ (βλ. Maifoshis v. Police
(1978)2 CLR 9, 11). 49. Όπου εγείρεται η υπεράσπιση της αυτοάμυνας, το βάρος είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να την αποκλείσει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γιάλλουρου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320, 325). 50. Η υπεράσπιση της αυτοάμυνας έχει δύο σκέλη:
(1)Πεποίθηση από πλευράς κατηγορουμένου ότι δέχεται ή ότι θα δεχθεί επίθεση· και
(2)της άσκησης, υπό τις περιστάσεις, εύλογης και όχι δυσανάλογης προς αυτής της οποίας αποτρέπεται, βίας (βλ. Πετρόπουλος, ανωτέρω, σελ. 579 και The Crown Court Compendium, ανωτέρω, §18-1 - 18-5). 51. Το σκέλος
(1)εξετάζεται υποκειμενικά, το σκέλος
(2)αντικειμενικά. 52. Παρά το γεγονός ότι δεν αναμένεται κάποιος να περιμένει μέχρι να κτυπηθεί για να αντιδράσει (βλ. R. v. Deana, 2 Cr App R 75, R. v. Beckford [1988] AC 130), η δυνατότητα να υποχωρήσει ή να αποφύγει τη χρήση βίας αποτελεί παράμετρο εξέτασης του εύλογου της ασκηθείσας βίας (βλ. R v. Bird
(1985)81 Cr App R 110, [1985] EWCA Crim 2, R v. Ray [2017] EWCA Crim 1391 [138]).
- Εάν επομένως, το Δικαστήριο με βάση την αποδεχθείσα μαρτυρία, είναι σίγουρο ότι ο κατηγορούμενος είναι ο επιτιθέμενος και όχι αυτός που απειλήθηκε με επίθεση, τότε με την απόδειξη των υπολοίπων συστατικών του αδικήματος, δύναται να τον καταδικάσει. Εάν όμως, δεχθεί ότι ο κατηγορούμενος δεχόταν (ή ότι ενδεχομένως δεχόταν) επίθεση ή ότι πίστευε ότι θα δεχθεί επίθεση, τότε πρέπει να εξετάσει αν η αντίδραση του ήταν, υπό τις περιστάσεις, εύλογη. Αντίδραση που κρίνεται εύλογη οδηγεί σε αθώωση του. Αντίδραση που δεν κρίνεται εύλογη ανατρέπει την υπεράσπιση της αυτοάμυνας, και στην απουσία άλλης αμφιβολίας, οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής του. Ανησυχία
- Το άρθρο 95 προνοεί τα ακόλουθα: «
- Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών.»
- Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της Ανησυχίας απαιτείται η απόδειξη θορύβου, σε δημόσιο χώρο, χωρίς δικαιολογία, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διασαλευτεί η ειρήνη (Pitsillos v The Police
(1966)2 CLR, 50, 51).
- Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι στις 30/1/2014 έλαβε χώρα ένα επεισόδιο στο οποίο μετείχαν οι κατηγορούμενοι 1 και
- Μεταξύ τους υπήρξαν και λεκτικές ανταλλαγές. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 υπέστησαν τους τραυματισμούς που προανέφερα. Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει ότι ουδείς των κατηγορουμένων 1 και 3 αμυνόταν, έστω και αν οι κατηγορούμενοι 1 και 3 δέχονται ότι αλληλοκτυπήθηκαν.
- Η Κατηγορούσα Αρχή, η οποία έφερε και το βάρος απόδειξης, στήριξε την υπόθεση της κυρίως στη μαρτυρία του ΜΚ
- Η μαρτυρία όμως αυτή, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγινε δεκτή. Η μαρτυρία των ΜΚ 1, 2 και 4 δεν διαφωτίζει τα θέματα περισσότερο. Από τις καταθέσεις των κατηγορουμένων 1 και 3 δεν μπορούν να προκύψουν συγκεκριμένα συμπεράσματα, αφού οι εκδοχές τους διίστανται. Είναι λοιπόν εμφανές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σ' αυτή ώστε να καταλήξει σε περαιτέρω ασφαλή ευρήματα ως προς το τι ακριβώς έγινε κατά τον επίδικο χρόνο και στη συνέχεια σε σχετικά συμπεράσματα. Δεν υπάρχει υπόβαθρο εξαγωγής ασφαλούς συμπεράσματος ως προς τον τρόπο που εξελίχθηκε το περιστατικό ώστε να αποκλειστούν οι προβληθείσες εκδοχές.
- Σημειώνω ότι η διαμόρφωση από το Δικαστήριο της πλήρους εικόνας ως προς το πως εκτυλίχθηκε το συμβάν είναι αναγκαία για τη διαπίστωση ότι η επιδειχθείσα βία ήταν τέτοια που θα προκαλούσε τρόμο σε τρίτο παριστάμενο πρόσωπο.
- Αυτά όμως στα πλαίσια του τεκμηρίου της αθωότητας δεν μπορούν να λειτουργήσουν παρά μόνο υπέρ των κατηγορούμενων 1 και
- Η αποτυχία απόδειξης της κατηγορίας 1 συμπαρασύρει και σε απόρριψη την κατηγορία 2, αφού πρόσωπο που αμύνεται, νόμιμα, δεν μπορεί να κριθεί ένοχο για ανησυχία (βλ. Pitsillos, ανωτέρω σελ. 53 και μετά). V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Υπ.)............................................. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final/ Affray/ Disturbance. Αναφορά: Ποινική/Τελική/ Συμπλοκή/ Ανησυχία. [1] 'As indicated in Fox v Percy there are other techniques for assessing the credibility and reliability of a witness other than that based on a personal assessment of demeanour:
- Assess the evidence of a witness by reference to undisputed or indisputable facts. The witness is likely to be considered to be unreliable if their evidence is, in any serious respect, inconsistent with those facts;' [2] 'The main tests needed to determine whether a witness is lying or not are, I think, the following, although their relative importance will vary widely from case to case:
(1)the consistency of the witness's evidence with what is agreed, or clearly shown by other evidence, to have occurred;' [3] 3
(1). A person is guilty of affray if he uses or threatens unlawful violence towards another and his conduct is such as would cause a person of reasonable firmness present at the scene to fear for his personal safety. [4] 'We summarise our views as follows. In order to establish the offence of affray in a public place, the Crown must establish that: (
- i)there was unlawful fighting or unlawful violence used by one or more than one person against another or others, or there was an unlawful display of force by one or more than one person without actual violence, and (
- ii)the unlawful fighting, violence or display of force was such that a bystander of reasonable firmness and courage (whether or not present or likely to be present) might reasonably be expected to be terrified.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο