ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 12704/2018, 24/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12704/2018 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Κατηγορούμενου -------------------------- Ημερομηνία: 24 Απριλίου,
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας με κ. Γ. Ουστά (Ασκ. Δικηγόρος). Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Καραμανώλης για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος, παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτημα για απόρριψη/ ακύρωση του Κατηγορητηρίου λόγω μη αποκάλυψης ποινικού αδικήματος)
- Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει έξι κατηγορίες για ανυπακοή σε διατάξεις νόμων που επιβάλλουν καθήκον, κατά παράβαση του άρθρου 136 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ») και των άρθρων 2, 46 και 64 του περί Κοινοτήτων Νόμου, Ν.86(Ι)/1999(«Ν. 86(Ι)/1999»), όπως τροποποιήθηκε (κατηγορίες 1 - 6) και μία κατηγορία ανυπακοής σε διατάξεις νόμων που επιβάλλουν καθήκον, κατά παράβαση του άρθρου 136 ΠΚ και των άρθρων 2, 41, 42 και 46 του Ν.86(Ι)/
- Με τις κατηγορίες 1 - 6, κατηγορείται ότι σε έξι διαφορετικές χρονικές περιόδους μεταξύ των ετών 2011 - 2017, «ενώ ήταν πρόεδρος της κοινότητας ΧΧΧ εσκεμμένα απείθησε σε νόμο με την παράλειψη πράξης που επιβάλλεται από αυτόν η οποία αφορά το κοινό, δηλαδή παρέλειψε να υποβάλει στον Έπαρχο Λευκωσίας τον ετήσιο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων του κοινοτικού Συμβουλίου ΧΧΧ για το έτος» 2012 (1η κατηγορία), 2013 (2η κατηγορία), 2014 (3η κατηγορία), 2015 (4η κατηγορία), 2017 (5η κατηγορία) και 2018 (6η κατηγορία).
- Με την 7η κατηγορία κατηγορείται ότι μεταξύ Μαρτίου 2017 και Οκτωβρίου 2017, «ενώ ήταν πρόεδρος της κοινότητας ΧΧΧ εσκεμμένα απείθησε σε νόμο με την παράλειψη πράξης που επιβάλλεται από αυτόν η οποία αφορά το κοινό, δηλαδή παρέλειψε να υποβάλει στον Έπαρχο Λευκωσίας τα πρακτικά των συνεδριών του κοινοτικού Συμβουλίου ΧΧΧ που έγιναν μεταξύ Μαρτίου και Οκτωβρίου του έτους 2017».
- Την ημέρα που ορίστηκε η υπόθεση για να απαντηθούν οι κατηγορίες ο συνήγορος υπεράσπισης, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 66 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 («ΠΔ»), ήγειρε ένσταση στο κατηγορητήριο καθ' ότι, εισηγήθηκε, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις που αναφέρονται στις κατηγορίες δεν αποκαλύπτεται ποινικό αδίκημα σε βάρος του πελάτη του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε τα ακόλουθα:
(1)Αποτελεί βασική αρχή δυνάμει του άρθρου 12 του Συντάγματος ότι, «Ουδείς κηρύσσεται ένοχος οιουδήποτε αδικήματος λόγω πράξεως ή παραλείψεως μη συνιστώσης αδίκημα συμφώνως τω νόμω τω ισχύοντι κατά τον χρόνον της τελέσεως αυτής και εις ουδένα επιβάλλεται δι' αδίκημά τι ποινή βαρυτέρα της ρητώς προβλεπομένης υπό του κατά τον χρόνον της τελέσεως ισχύοντος νόμου.»
(2)Οι πρόνοιες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και συγκεκριμένα το άρθρο 45 του Ν.86(Ι)/1999 αποκαλύπτουν την πρόθεση του Νομοθέτη να μην ακολουθείται ποινική διαδικασία για παράλειψη συμμόρφωσης με επιβαλλόμενες από τον Ν. 86(Ι)/1999 υποχρεώσεις. Αν υπήρχε τέτοια πρόθεση θα προβλεπόταν στον ίδιο το Ν.86(Ι)/1999. Δεν μπορεί επομένως να χρησιμοποιείται το άρθρο 136 ΠΚ για σκοπούς δίωξης. Ανέφερε ότι απαγορεύεται η επέκταση εφαρμογής του ποινικού δικαίου κατ' αναλογία (βλ. ΓΕ ν. Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας Λτδ
(1994)2 ΑΑΔ 84, 99), ούτε οι νόμοι μπορούν να ερμηνεύονται διασταλτικά σε βάρος κατηγορουμένου (βλ. Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 371, 383-384). Η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται ρητά και απερίφραστα από λεκτικό της διάταξης και όχι να αφήνεται να συνάγεται από τα συμφραζόμενα (βλ. ΓΕ ν. Παπαλαζάρου κ.α.
(1995)2 ΑΑΔ 128).
(3)Η ορθή ανάγνωση των άρθρων 64 και 70 του Ν.86(Ι)/1999, επιβάλλει την ευθύνη ετοιμασίας προϋπολογισμού στο κοινοτικό Συμβούλιο και όχι στον Κοινοτάρχη προσωπικά, οπότε ακόμη και αν αποκαλύπτεται αδίκημα, θα έπρεπε η κατηγορία να στρέφεται εναντίον του Συμβουλίου. Ανέφερε ότι τυγχάνουν εφαρμογής, κατ' αναλογία, τα όσα αναφέρθηκαν στην Peppis Company Ltd κ.α. ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1999)2 ΑΑΔ 272, όπου κρίθηκε ότι ο διευθυντής της εργοδότριας εταιρείας δεν μπορούσε να διωχθεί ως «εργοδότης».
- Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ορθά διώκεται ο κατηγορούμενος δυνάμει των άρθρων αυτών.
- Σύμφωνα με το άρθρο 66 ΠΔ: «Οποιαδήποτε ένσταση στο κατηγορητήριο ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο για οποιοδήποτε εκ πρώτης όψεως τυπικό μειονέκτημα αυτού προβάλλεται αμέσως μετά την ανάγνωση στον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο και προτού αυτός απαντήσει σε αυτό αλλά όχι αργότερα.»
- Το άρθρο 86 ΠΔ προνοεί τα ακόλουθα: «Αν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο δεν εκθέτει, και δεν δύναται με οποιαδήποτε μεταβολή που επιτρέπεται από το Νόμο αυτό να καταστεί τέτοιο ώστε να εκθέτει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα το οποίο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, βρισκόταν στην εύλογη σκέψη του κατηγορούμενου, αυτό ακυρώνεται είτε με εισήγηση που υποβάλλεται πριν από την απολογία του κατηγορούμενου ή με εισήγηση που υποβάλλεται για αναστολή της απόφασης. Γραπτή έκθεση κάθε τέτοιας εισήγησης παραδίδεται στον Πρωτοκολλητή ή άλλο λειτουργό του Δικαστηρίου υπό ή εκ μέρους του κατηγορούμενου και καταχωρείται στα πρακτικά.»
- Ο συνήγορος του κατηγορούμενου έχει, επομένως, εγείρει στο ορθό χρονικό σημείο την ένσταση του στο κατηγορητήριο (βλ. Κασάπη ν. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λάρνακας, Π.Ε. 78/2017, 19/4/2018), αν και δεν μου διαφεύγει ότι αν η ατέλεια ανάγεται στο θεμέλιο της κατηγορίας ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να εγείρει το θέμα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ. Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, Γ. Πική, σελ. 145).
- Σύμφωνα με το άρθρο 136[1] ΠΚ: «Όποιος εσκεμμένα ανυπακούει σε νόμο για τη διενέργεια πράξης απαγορευμένης από αυτό ή με την παράλειψη πράξης που επιβάλλεται από αυτό, η οποία αφορά το κοινό ή μέρος του κοινού, είναι ένοχος πλημμελήματος και εκτός αν προκύπτει από αυτό το νόμο πρόθεση του νομοθέτη για επιβολή κάποιας άλλης ποινής, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»
- Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα,
(1)εσκεμμένη ανυπακοή σε νόμο, (α) με τη διενέργεια απαγορευμένης από νόμο πράξης, ή (β) με την παράλειψη εκπλήρωσης επιβαλλόμενης από νόμο πράξης,
(2)η οποία πράξη αφορά το κοινό ή μέρος του κοινού. Ακόμη όμως και να πληρούνται τα πιο πάνω πρέπει να μην προκύπτει από τον νόμο πρόθεση του νομοθέτη για επιβολή κάποιας άλλης ποινής (penalty).
- Σύμφωνα με το κοινοδίκαιο, κάθε παράβαση επιτακτικού νόμου (statutory command), στην απουσία άλλης ειδικής διάταξης, διώκετο ως πλημμέλημα (βλ. A-G v. London and North Western Railway Co [1900] 1 QB 78, R v. Hall [1891] 1 QB 747 και R v. Buchanan [1846] 8 QB 883). Το αδίκημα κωδικοποιήθηκε από τον Sir James F. Stephen, (Digest of the Criminal Law (Crimes and Punishments), 1901 - Article 134[2]). Παρά το γεγονός ότι δεν υιοθετήθηκε στην Αγγλία, το υιοθέτησαν, με κάποιες διαφοροποιήσεις, αρκετές χώρες της Κοινοπολιτείας, μεταξύ αυτών, ο Καναδάς (βλ. Criminal Code, R.S.C. 1985, Chap. C-46, s. 126[3]) και η Αυστραλιανή Πολιτεία του Queensland (βλ. Criminal Code Act 1899, s. 204[4]).
- Στην Κύπρο και τον Καναδά, σε αντίθεση με το Queensland, απαιτείται η ανυπακοή να είναι εσκεμμένη (wilful). Και οι τρείς κώδικες όμως αποκλείουν την δίωξη όπου, προκύπτει από το νόμο (πρόθεση του νομοθέτη) για επιβολή κάποιας άλλης ποινής. Αν και το λεκτικό των τριών κωδίκων σε σχέση με το ζήτημα αυτό διαφέρει το αποτέλεσμα είναι το ίδιο (βλ. Martin's Annual Criminal Code, 2012, Canada Law Book, σελ. 255[5] - Καναδάς - Murgon Shire Council v. Maudsley [1921] St R Qd 1 - Queensland).
- Άλλη διαφορά που υφίσταται είναι ότι στην Κύπρο πρέπει η πράξη να αφορά το κοινό ή μέρος του κοινού. Τέλος, στον Καναδά και στο Queensland παρέχεται η υπεράσπιση του lawful excuse (νόμιμη δικαιολογία). Δεν αποτελεί υπεράσπιση για lawful excuse η εσφαλμένη πεποίθηση κατηγορουμένου ως προς τις νομικές του υποχρεώσεις (R. v. Parrot
(1979), 51 C.C.C.
(2d)539, 27 O.R.
(2d)333 (C.A.) Επίσης δεν αντιστρέφει το βάρος απόδειξης (βλ. Martin's Annual Criminal Code, ανωτέρω, σελ. 255) σε αντίθεση με το Queensland (βλ. Carter's Criminal Law of Queensland, 21st ed, 2016, LexisNexis Butterworths, σελ. 256 - με αναφορά στην R v. Edwards [1974] 2 All ER 1085). 14. Σύμφωνα με την Καναδική νομολογία ο όρος wilfully (εσκεμμένα) υποδηλοί πρόθεση επίτευξης του παράνομου αποτελέσματος (βλ. Martin's Annual Criminal Code, ανωτέρω, σελ. 255[6], R. v. Buzzanga and Durocher
(1979), 49 C.C.C.
(2d)369 (Ont. C.A.)).
- Ο Ν. 86(Ι)/1999, θεσπίστηκε με σκοπό τη ρύθμιση του τρόπου λειτουργίας και διοίκησης των τοπικών κοινοτήτων. Κοινότητα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.86(Ι)/1999, «σημαίνει χωριό ή σύμπλεγμα χωριών και περιλαμβάνει την ενορία πόλεως και περιοχή βελτιώσεως, περιλαμβανομένων των πρώην καθορισμένων περιοχών βελτιώσεως Συνοικισμού Ανθούπολης Λευκωσίας, Τροόδους Λεμεσού, Ζυγίου Λάρνακας, Καντάρας Αμμοχώστου και Μπογαζίου Αμμοχώστου ..».
- Με βάση τον Ν. 86(Ι)/1999, προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις σε σχέση με το ποιοι αποτελούν μέλη της κοινότητας, τη σύσταση Κοινοτικών Αρχών, τις εκλογές των τοπικών Συμβουλίων και Κοινοταρχών αλλά και τη διοίκηση και τη δημοσιονομική τάξη. Κάθε κοινοτικό Συμβούλιο αποτελείται από τον Κοινοτάρχη, που είναι ο πρόεδρος του και τα μέλη, ο αριθμός των οποίων καθορίζεται αναλόγως του πληθυσμού της κοινότητας (άρθρο 11, Ν. 86(Ι)/1999). Τα καθήκοντα διοίκησης που έχουν ορίζονται στο Πέμπτο μέρος του Ν. 86(Ι)/1999 (άρθρα 41 - 48).
- Οι αρμοδιότητες του Κοινοτάρχη καθορίζονται στο άρθρο 46 του Ν. 86(Ι)/1999: «Ο κοινοτάρχης έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: (α) Είναι η εκτελεστική αρχή του Συμβουλίου και προϊσταται των υπηρεσιών του. (β) Εκπροσωπεί το Συμβούλιο σε όλες τις επίσημες σχέσεις του, καθώς και ενώπιον των δικαστηρίων και των άλλων αρχών της Δημοκρατίας. (γ) Καταρτίζει την ημερήσια διάταξη και συγκαλεί τις συνεδρίες του Συμβουλίου στις οποίες προεδρεύει. (δ) Εκτελεί τις αποφάσεις του Συμβουλίου. (ε) Υπογράφει ή εξουσιοδοτεί το γραμματέα να υπογράφει οποιαδήποτε άδεια χορηγείται με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών του Συμβουλίου. (στ) Τηρεί το νόμο και την τάξη στην κοινότητα. (ζ) Παρέχει το συντομότερο δυνατό πληροφορίες στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό για κάθε σοβαρό αδίκημα ή ατύχημα που συμβαίνει στην κοινότητα του. (η) Ενημερώνει την κοινότητα για όλες τις γνωστοποιήσεις, τις προκηρύξεις και τα άλλα επίσημα έγγραφα που τυχόν αποστέλλονται σε αυτόν από τον Έπαρχο ή από άλλη αρχή της Δημοκρατίας. (θ) Διατηρεί σφραγίδα ως κοινοτάρχης την οποία τοποθετεί σε όλα τα πιστοποιητικά και τα έγγραφα τα οποία απαιτείται να σφραγίζονται από αυτόν. (ι) Εκτελεί τα καθήκοντα που του επιβάλλονται από τον περί Καταχωρήσεως Γεννήσεων και Θανάτων Νόμο. (ια) Βοηθά το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ή Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο αυτών, σε σχέση με την ανάρτηση αγγελιών, αποφάσεων, γνωστοποιήσεων ή άλλων ειδοποιήσεων, οι οποίες, σύμφωνα με τις διατάξεις οποιωνδήποτε νόμων, επιβάλλεται να αναρτηθούν από αυτούς σε συγκεκριμένο δήμο, ενορία ή κοινότητα και εκδίδει πιστοποιητικό ανάρτησης σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε σε ισχύ νόμου, ο οποίος επιβάλλει τέτοια ανάρτηση και αναφέρει στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό της επαρχίας του το θάνατο κάθε προσώπου που κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία ή που έχει συμφέρον σε ακίνητη ιδιοκτησία μαζί με κατάλογο της ιδιοκτησίας αυτής και των κληρονόμων του αποβιώσαντος. Επίσης αναφέρει την έλλειψη κληρονόμων που θα δικαιούνταν να κληρονομήσουν την ιδιοκτησία αυτή. (ιβ) Παρέχει οποιοδήποτε πιστοποιητικό για κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία, όταν δεν υπάρχει εμπόδιο που να δικαιολογεί την άρνηση παροχής τέτοιου πιστοποιητικού. (γ) Εκτελεί γενικά όλα τα καθήκοντα ή τις εξουσίες που ανατίθενται ή επιβάλλονται σε αυτόν από τον παρόντα Νόμο ή από Κανονισμό που εκδίδεται δυνάμει του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλο νόμου.»
- Επιπρόσθετα, έχει καθήκον να συγκαλεί συνεδρίες του Συμβουλίου (άρθρο 41), να τηρεί πρακτικά (άρθρο 42), να φροντίζει για την εκτέλεση των αποφάσεων του Συμβουλίου (άρθρο 43) και να έχει τη φροντίδα φύλαξης των τίτλων, αρχείων και σφραγίδων του Συμβουλίου.
- Τα καθήκοντα των μελών του Συμβουλίου ορίζονται ως εξής (άρθρο 47): «Αποτελεί καθήκον και δικαίωμα κάθε μέλους του Συμβουλίου να εκτελεί όλα τα καθήκοντα που επιβάλλονται σε αυτό από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου.»
- Τα Συμβούλια ενάγουν και ενάγονται υπό την επωνυμία τους (άρθρο 103) και δύνανται να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου με τους τρόπους που ορίζονται στο άρθρο 108 του Ν. 86(Ι)/
- Σε περίπτωση «παράλειψης εκτέλεσης καθήκοντος που επιβάλλεται» από τον νόμο, προβλέπονται τα ακόλουθα στο άρθρο 45: «Σε περίπτωση κατά την οποία ο κοινοτάρχης και το Συμβούλιο παραλείπουν να εκτελέσουν οποιοδήποτε επιβαλλόμενο από τον παρόντα Νόμο καθήκον ή να εφαρμόσουν οποιαδήποτε διάταξη του, ο Υπουργός δύναται να καλέσει τον κοινοτάρχη και το Συμβούλιο να εκτελέσουν μέσα σε εύλογη προθεσμία το καθήκον αυτό ή να προβούν στην εφαρμογή της διάταξης του παρόντος Νόμου. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, ο Υπουργός έχει την εξουσία να διορίσει τον Έπαρχο αρμόδιο για την εκτέλεση ή την εφαρμογή των πιο πάνω και το Συμβούλιο επιβαρύνεται με τα αναγκαία για το σκοπό αυτό έξοδα.» (Έμφαση δική μου)
- Το άρθρο 64 του Ν. 86(Ι)/1999 αφορά την ετοιμασία του ετήσιου προϋπολογισμού του Συμβουλίου. Αναφέρονται τα εξής: «
(1)Για το κάθε οικονομικό έτος, το οποίο αρχίζει την 1η Ιανουαρίου, κάθε Συμβούλιο ετοιμάζει ετήσιο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων του με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου.
(2)Ο ετήσιος προϋπολογισμός Συμβουλίου πρέπει να είναι ισοσκελισμένος: Νοείται ότι παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν επιτρέπεται παρά μόνο ύστερα από σχετική έγκριση του Υπουργού.
(3)Ο ετήσιος προϋπολογισμός Συμβουλίου υποβάλλεται στον Έπαρχο για έγκριση μέχρι τις 30 Νοεμβρίου του έτους που προηγείται του οικονομικού έτους στο οποίο αναφέρεται. Ο Έπαρχος προβαίνει στον έλεγχο της νομιμότητας του προϋπολογισμού μέσα σε ένα μήνα από της υποβολής του από το Συμβούλιο: Νοείται ότι ο Έπαρχος τότε μόνο απορρίπτει τον προϋπολογισμό αν αυτός αντιβαίνει στις πρόνοιες του παρόντος Νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι το Συμβούλιο μπορεί χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω έγκριση να δαπανά κάθε χρόνο ποσό το οποίο δεν υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατόν (20%) οποιουδήποτε κονδυλίου των δαπανών που έχουν προϋπολογιστεί και εγκριθεί με τον όρο ότι το επιπρόσθετο αυτό ποσό εξοικονομείται από οποιοδήποτε άλλο ή από οποιαδήποτε άλλα από τα κονδύλια που προβλέφθηκαν και εγκρίθηκαν στον ίδιο προϋπολογισμό.
(4)Αντίγραφο του εγκεκριμένου προϋπολογισμού Συμβουλίου αποστέλλεται στο Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας.» 23. Από μελέτη του Ν. 86(Ι)/1999 διαπιστώνει κανείς ότι οι μόνες ειδικές ποινικές ρυθμίσεις εναντίον του Κοινοτάρχη ή μέλους του Συμβουλίου περιέχονται στα ακόλουθα άρθρα:
(1)άρθρο 72, που αφορά παράλειψη παρουσίασης εγγράφων ή πληροφοριών στον Γενικό Ελεγκτή για σκοπούς ελέγχου, και
(2)άρθρο 48
(3)που αφορά παράβαση των διατάξεων αποζημίωσης τους (δυνάμει του άρθρου 48
(2)) ή έκδοση ψευδούς πιστοποιητικού.
- Το ερώτημα που δημιουργείται επομένως είναι αν η παράλειψη συμμόρφωσης με τα άρθρα 64 (προϋπολογισμός), 46 (καθήκοντα Κοινοτάρχη), και 42 (τήρηση πρακτικών) του Ν. 86(Ι)/1999, μπορεί να δημιουργήσει ποινική ευθύνη του Κοινοτάρχη με βάση το άρθρο 136 ΠΚ ή αν αυτή αποκλείεται λόγω του άρθρου 45 του Ν. 86(Ι)/
- Στο Σύγγραμμα Maxwell on the Interpretation of Statutes, P. Langan, 12th ed, 1972, Sweet & Maxwell, στις σελ. 119 - 120 αναφέρονται τα ακόλουθα: 'The courts are reluctant to interpret statutes as creating offences previously unknown to the law in the absence of clear words declaring the acts in question to be offences.'
- Ο βασικός κανόνας ερμηνείας νομοθετημάτων είναι η γραμματική ερμηνεία, δηλαδή το απλό γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων. Όπου όμως η γραμματική ερμηνεία δεν είναι ξεκάθαρη, λαμβάνεται υπόψη η πρόθεση του νομοθέτη και σε τέτοια περίπτωση εξετάζεται ολόκληρο το σχετικό μέρος του Νόμου ή και ολόκληρος ο Νόμος, καθώς επίσης και η ανάγκη ή το κακό που σκόπευε να θεραπεύσει, ανάλογα με την περίπτωση. Ποινικοί νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και όπου υπάρχει αμφιβολία να δίδεται η ερμηνεία εκείνη που είναι υπέρ του πολίτη (βλ. Δήμος Γαλατάκης Λτδ ν. Δημοκρατίας
(2008)3 ΑΑΔ 78, 80 - 81).
- Οι επισημάνσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης σε σχέση με τη γενική αυτή αρχή είναι επίσης ορθές. Ιδιαίτερα σχετική είναι η Ευαγγέλου, ανωτέρω, και τα όσα αναφέρθηκαν στη σελ. 371, όπου υιοθετήθηκαν τα όσα αναφέρθηκαν στην Coëme and Others v. Belgium, Nos. 32492/96, 32547/96, 32548/96, 33209/96 and 33210/96, 18/10/2000 (ΕΔΑΔ): «Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει πως, βάσει της νομολογίας του, το Άρθρο 7 εμπεριέχει, μεταξύ άλλων, την αρχή πως μόνο ο Νόμος μπορεί να δημιουγεί ένα αδίκημα και να καθορίζει την ποινή (nullum crimen, nulla poena sine lege), ενώ ειδικά απαγορεύει την επέκταση του σκοπού υφιστάμενων αδικημάτων σε πράξεις που προηγουμένως δεν συνιστούσαν ποινικά αδικήματα, θέτει επίσης την αρχή πως ο ποινικός Νόμος δεν πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά εις βάρος του κατηγορουμένου, π.χ. εφαρμόζοντας την κατ' αναλογία μέθοδο. Κατά συνέπεια τα αδικήματα και οι σχετικές ποινές πρέπει να καθορίζονται ευκρινώς στο Νόμο. Αυτή η προϋπόθεση ικανοποιείται όταν το άτομο μπορεί να γνωρίζει από τη φρασεολογία των σχετικών διατάξεων και, αν χρειαστεί με την ερμηνευτική βοήθεια του δικαστηρίου, σε ποιες πράξεις και παραλείψεις δυνατό να του αποδοθεί ποινική ευθύνη.»
- Στην Παπαλαζάρου, ανωτέρω, ο κατηγορούμενος είχε κατηγορηθεί για παράλειψη καταβολής καθορισμένων προς τον Προϊστάμενο της υπηρεσίας Μεταλλείων για πωληθέντα μεταλλεύματα επιτοπίως, κατά παράβαση των άρθρων 2,11,39 και 47 του περί Ρυθμίσεως Μεταλλείων και Λατομείων Νόμου Κεφ. 270 και των Κανονισμών 36, 175
(4)της ΚΔΠ 67/77 και του Κανονισμού 8, Όγδοος Πίνακας, § 2(β) και 3(δ)(vi) των περί Μεταλλείων και Λατομείων Βασικών Κανονισμών 478/58 όπως τροποποιήθηκαν από την ΚΔΠ 188/
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι, επειδή δεν καταδείχθηκε πως τα πωληθέντα από τους κατηγορουμένους λατομικά υλικά προέρχονταν από λατομείο, ότι δεν προέκυπτε υποχρέωση από μέρους τους για καταβολή οποιουδήποτε ποσού υπό μορφής δικαιωμάτων. Αυτό το αποτέλεσμα ήταν απόρροια της ερμηνείας που το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε στην παράγραφο 2(β) του Ογδόου Πίνακα των περί Μεταλλείων και Λατομείων Βασικών Κανονισμών του 1958, όπως τροποποιήθηκαν, από την ΚΔΠ 188/90, όπου γινόταν πρόνοια για τη διάθεση καταβληθέντων δικαιωμάτων με καταμερισμό μεταξύ, αφενός, της κοινότητας στην οποία βρισκόταν το λατομείο και, αφετέρου, του Κράτους, με σκοπό αντίστοιχα την εκτέλεση αναπτυξιακών έργων και την επανόρθωση του περιβάλλοντος. Ως εκ τούτου αθώωσε και απάλλαξε τους κατηγορούμενους.
- Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την Απόφαση και απέρριψε την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα με διαφορετικό σκεπτικό (σελ. 132): «Παρατηρούμε κατά πρώτο ότι τα άρθρα 2, 11, 39 και 47 του περί Ρυθμίσεως Μεταλλείων και Λατομείων Νόμου, Κεφ. 270, όπως έχει τροποποιηθεί, τα οποία αναφέρονται στην έκθεση αδικήματος, θέτουν απλώς το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η παραχώρηση άδειας λατόμευσης και τίθενται οι προϋποθέσεις οι οποίες περιλαμβάνουν, ανάμεσα σε άλλα, και την πληρωμή δικαιωμάτων όπως και τη θέσπιση Κανονισμών για την ευχερή εφαρμογή του Νόμου. Όμως τα εν λόγω άρθρα ούτε από μόνα τους το καθένα αλλά ούτε και σε συνδυασμό μεταξύ τους δεν συνιστούν οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα.
- Αφού ακολούθως έγινε αναφορά στους ισχύοντες κανονισμούς, οι οποίοι επίσης δεν μετέτρεπαν σε αδίκημα την παράλειψη αναφέρθηκαν τα εξής (σελ. 134): «. προκειμένου περί της δημιουργίας ποινικής ευθύνης, οι διατάξεις ερμηνεύονται αυστηρά δίχως δυνατότητα για στήριξη έννοιας με υπονοούμενα και δίχως χώρο για ασάφεια. Η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται ρητά και απερίφραστα από το λεκτικό της διάταξης και όχι να αφήνεται να συνάγεται από τα συμφραζόμενα. Πρόσφατη υπενθύμιση αυτής της αρχής αποτελεί η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 443 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Οι ποινικοί νόμοι, περιλαμβανομένων, εκείνων που αφορούν τη δικαιοδοσία και τη δικονομία, ερμηνεύονται αυστηρά. Αν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία αποφασίζεται υπέρ του κατηγορουμένου. Αυτό γίνεται έστω και αν οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου για τεχνικούς λόγους".»
- Όπως αναφέρθηκε, η εφαρμογή του άρθρου 136 ΠΚ αποκλείεται όπου προκύπτει από το νόμο πρόθεση του νομοθέτη για επιβολή κάποιας άλλης ποινής.
- Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Queensland, Murgon Shire Council[7], ανωτέρω, είναι σχετική. Η υπόθεση αφορούσε δίωξη από τοπική αρχή κατά προσώπου δυνάμει του Local Authorities Act 1902 - 1917 για μη συμμόρφωση του με ειδοποίηση που του είχε σταλεί για την καταστροφή παρασιτικών φυτών (noxious weeds). Η ειδοποίηση είχε δοθεί δυνάμει του άρθρου 154 του νόμου. Σύμφωνα με την εν λόγω πρόνοια, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ιδιοκτήτη με δοθείσα ειδοποίηση, το τοπικό Συμβούλιο μπορούσε να εισέλθει στο ακίνητο και να προβεί στην καταστροφή του παρασιτικού φυτού με δικά του έξοδα, τα οποία, θα μπορούσαν να διεκδικηθούν. Το άρθρο 8 του ιδίου νόμου περιείχε την εξής πρόνοια: "When any act is by this Act directed or forbidden to be done, or when any authority is given by this Act to any person to direct any act to be done or to forbid any act to be done, and such act so directed to be done remains undone, or such act so forbidden to be done, is done, in every such case every person who offends against such direction or prohibition shall be deemed to be guilty of an offence against this Act."
- Το άρθρο 373 αφορούσε τη γενική ποινή για αδικήματα που διαπράττονταν δυνάμει του νόμου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο δυνάμει του άρθρου 8, για μη συμμόρφωση με ειδοποίηση που δόθηκε δυνάμει του άρθρου 154 και επέβαλε ποινή δυνάμει του άρθρου
- Το Ανώτατο Δικαστήριο του Queensland ακύρωσε την καταδίκη. Αποφασίστηκε ότι το άρθρο 8 αποτελούσε όμοια πρόνοια με αυτή του άρθρου 204 του Ποινικού Κώδικα (δηλ. του δικού μας άρθρου 136 ΠΚ). Κρίθηκε ότι η προβλεπόμενη διαδικασία ανάκτησης εξόδων του άρθρου 154 απέκλειε την ποινική δίωξη με βάση το άρθρο
- Ο Chubbs J. ανέφερε τα ακόλουθα στις σελ. 4 - 6 (κρίνω σκόπιμο να παραθέσω εκτενή αποσπάσματα): ''Can the Local Authority, in addition to the remedy provided by s. 154 for non-compliance with their notice, call in aid the provisions of ss. 8 and 373, and have the defendant fined for non-compliance with the notice; or, in other words, does not s. 154 provide the exclusive remedy for dealing with the nuisance? That depends, not upon any rigid rule of law, but upon the intention of Parliament appearing from the Act. Prima facie, where the same statute creates a new right and specifies the remedy, that remedy is exclusive. It may be that the rule is not one of universal application, but only amounts to a very strong presumption which may be rebutted if there are sufficient grounds for thinking that the language of the Act itself shows that the Legislature intended that this mode of enforcing the obligation should not be the only mode, but that the party should also be entitled to have recourse to any ordinary means for enforcing it under the general law. ... An examination of this statute shows that it is divided into subdivisions, each containing apparently a complete code for the subject dealt with. For instance, compare ss. 93, 94, 156, 156(a), 165, and 166, 167, to 169, which deal with nuisances, and prescribe, not all of them, penalties for breaches of the several provisions, in addition to general powers for abating the particular nuisance at the expense of the person doing the act forbidden, or omitting to do the act directed, and recovering from him the expenditure. Section 154 does not differ materially in form from these, but it prescribes no penalty for an omission to comply with the notice, giving only the right to extirpate or destroy the weed or plant. Subsection 6 of s. 154 provides that any reasonable expense so incurred by the Local Authority with the intention of extirpating and destroying any such weed or plant shall be a charge upon the land upon which it exists, and shall be recoverable from the occupier thereof, and if no occupier, then from the owner in the case of private lands. .. It has been suggested that the Legislature adopts the word "requiring" in s. 154—see also s. 166—to exclude any consideration of s.
- Assuming, however, there is no difference of meaning by reason of the word "require" or "direct" being used, we think that ss. 8 and 373 do not affect the provisions of s.
- The object of ss. 8 and 373 is, we think, to declare what consequences arise from an act or omission contrary to the provisions of the statute where there is no express provision as to what consequences arise to the person in default from such an act or omission, and not to alter or vary the general rule that where a section creates a new obligation and prescribes a specific remedy for non-compliance, such remedy is exclusive. We think it must be gathered from the section itself whether the act required or directed to be done is such that it is intended to be visited with punishment by fine. Here, consequences other than punishment by fine are specified. .. We think s. 8 must be read subject to an implied proviso, similar to the express proviso to s. 204 of The Criminal Code, which provides that disobedience to statute law constitutes a misdemeanour, "unless some mode of proceeding.... for such disobedience is expressly provided.... and is intended to be exclusive of all other punishment." If the provisions which empower the Council to perform, upon his default, the duty which the notice required the occupier or owner to perform, were absent from the enactment, we would be disposed to think that requiring a thing to be done means the same thing as directing it to be done, and that s. 8 would then apply in preference to the more elaborate procedure of indictment for misdemeanour. We, however, are of opinion that the mode of proceeding laid down by s. 154 is intended to be exclusive.'' (Έμφαση δική μου)
- Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα κρίνω ότι η ένσταση του κατηγορούμενου θα πρέπει να πετύχει σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η κατάληξη μου βασίζεται στις πιο κάτω διαπιστώσεις:
(1)Το άρθρο 45 του Ν. 86(Ι)/1999, προβλέπει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε περίπτωση που Κοινοτάρχης ή το Συμβούλιο παραλείπουν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει των άρθρων 42 και 64 του Ν. 86(Ι)/1999. Κατ' αναλογία με τα αποφασισθέντα της Murgon Shire Council, ανωτέρω, το σκεπτικό της οποίας αν και δεν είναι δεσμευτικό είναι καθοδηγητικό, θα πρέπει να θεωρηθούν ότι εν λόγω διατάξεις δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για ποινική δίωξη με βάση το άρθρο 136 ΠΔ.
(2)Επιπρόσθετα όσον αφορά το άρθρο 64 του Ν. 86(Ι)/1999, η ετοιμασία του προϋπολογισμού αφορά ευθύνη του Συμβουλίου και όχι του Κοινοτάρχη. Επομένως τυγχάνουν εφαρμογής, κατ' αναλογία, τα όσα αναφέρθηκαν στην Peppis Company Ltd, ανωτέρω.
(3)Σε κάθε περίπτωση, δεν διαφαίνεται από τον Ν. 86(Ι)/1999 πρόθεση του νομοθέτη για δημιουργία ποινικού αδικήματος σε σχέση με τις πιο πάνω πρόνοιες. Ο ίδιος ο Ν. 86(Ι)/1999προβλέπει ποιες πράξεις ή παραλείψεις τιμωρούνται ως ποινικά αδικήματα (βλ. Murgon Shire Council, ανωτέρω). Ο νόμος επομένως πρέπει να ερμηνευθεί προς όφελος του κατηγορούμενου (βλ. Δήμος Γαλατάκης Λτδ, ανωτέρω).
- Ως εκ τούτου το κατηγορητήριο ακυρώνεται και ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται. Υπ.).................................................. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αγγλικό Κείμενο -
- Every person who wilfully disobeys any Law by doing any act which it forbids, or by omitting to do any act which it requires to be done, and which concerns the public or any part of the public, is guilty of a misdemeanour and is liable, unless it appears from the Law that it was the intention of the Legislature to provide for some other penalty for such disobedience, to imprisonment for a term not exceeding two years or to a fine not exceeding one hundred pounds or to both. [2] 'Article 134 - Disobedience to a Statute - Every one commits a misdemeanour who wilfully disobeys any statute of the realm by doing any act which it forbids, or by omitting to do any act which it requires to be done and which concerns the public or any part of the public unless it appears from the statute that it was the intention of the Legislature to provide some other penalty for such disobedience.' [3] 'Disobeying a statute - 126
(1)- Every one who, without lawful excuse, contravenes an Act of Parliament by wilfully doing anything that it forbids or by wilfully omitting to do anything that it requires to be done is, unless a punishment is expressly provided by law, guilty of an indictable offence and liable to imprisonment for a term not exceeding two years.
(2)..' [4] 'Disobedience to statute law- 204
(1)- Any person who without lawful excuse, the proof of which lies on the person, does any act which the person is, by the provisions of any public statute in force in Queensland, forbidden to do, or omits to do any act which the person is, by the provisions of any such statute, required to do, is guilty of a misdemeanour, unless some mode of proceeding against the person for such disobedience is expressly provided by statute, and is intended to be exclusive of all other punishment.
(2)The offender is liable to imprisonment for 1 year.' [5] 'The section creates an offence of contravening any federal Act by wilfully doing any act prohibited thereby or wilfully failing to do any act required to be done by that Act. Such acts or omissions are punishable by a term of imprisonment not exceeding two years, if the Act does not create its own punishment.' [6] The term 'wilfully' does not have a fixed meaning and must take its meaning from context. Generally speaking, however, it connotes an intention to bring about a proscribed consequence. [7] Το δημοσιευμένο κείμενο της απόφασης βρίσκεται στην ιστοσελίδα www.queenslandjudgments.com.au cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο