← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23400/2015, 21/5/2019

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23400/2015, 21/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23400/2015 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν.

  1. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΧΧΧ
  2. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΧΧΧ
  3. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΧΧΧ
  4. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΧΧΧ
  5. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΧΧΧ
  6. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΧΧΧ Κατηγορούμενων -------------------------- Ημερομηνία: 21 Μαΐου,
  7. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. E. Κληρίδου Ο Κατηγορούμενος 1 εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Για τους Κατηγορούμενους 2, 4 και 6: κ. Π. Αγαπητός. Για τους Κατηγορούμενους 5 και 5: κ. Β. Μπίσσας και κα. Α. Μιντίδου. Κατηγορούμενοι 1 - 6, παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για αποκάλυψη Μαρτυρικού Υλικού) Ι. ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ
  8. Οι κατηγορούμενοι 1 - 6 αντιμετωπίζουν από κοινού έξι κατηγορίες. Αφορούν είσοδο σε ξένη περιουσία κατά παράβαση των άρθρων 280, 21 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ») (κατηγορία 1), πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231 και 21 ΠΚ (κατηγορία 2), επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243, 21 και 29 ΠΚ (κατηγορίες 3 και 4), πρόκληση κακόβουλης ζημιάς, κατά παράβαση των άρθρων 324

(1)και 21 ΠΚ (κατηγορία 5) και απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 290, 21 και 29 ΠΚ (κατηγορία 6).
  1. Η ακρόαση της υπόθεσης έχει αρχίσει και βρίσκεται στο στάδιο που καταθέτει ο τέταρτος μάρτυρας Κατηγορίας.
  2. Κατά την αντεξέταση του προέκυψε ότι διερευνήθηκαν παράπονα που είχαν κάνει οι κατηγορούμενοι κατά των παραπονούμενων, στα πλαίσια του ίδιου περιστατικού, και ότι το μαρτυρικό υλικό που είχε συλλεγεί δεν είχε δοθεί στους κατηγορούμενους. Αιτήθηκαν τη λήψη του και δόθηκαν προς τούτο οδηγίες. Η Αστυνομία συμμορφώθηκε. Διαφαίνεται ότι η υπόθεση εκείνη τελικά δεν προωθήθηκε. Οι κατηγορούμενοι ως εκ τούτου επανήλθαν με νέο αίτημα με το οποίο αιτήθηκαν όπως τους δοθούν τα ημερολόγια ενεργείας με την εισήγηση του εξεταστή της υπόθεσης για την προώθηση ή μη της υπόθεσης και της απάντησης που είχε δοθεί από την Νομική Υπηρεσία. ΙΙ. Η ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ
  3. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής έφερε ένσταση στο Αίτημα. Παρέδωσε στο Δικαστήριο δέσμη των ημερολογίων ενεργείας που τηρήθηκαν σε σχέση το ζήτημα (και όχι μόνο αυτά που ζητήθηκαν) (Δέσμη Εγγράφων Α) και ζήτησε όπως μη δοθούν για τους ακόλουθους λόγους:
(1)Δεν αποτελούν μαρτυρικό υλικό, ούτε έχει καταδειχθεί η σχετικότητα τους με τη γραμμή Υπεράσπισης (βλ. Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 271), και
(2)Αφορούν εσωτερική αλληλογραφία των Ανακριτικών Αρχών η οποία είναι προνομιούχα. Το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την προστασία τους. 5. Ο κ. Μπίσσας αγόρευσε εκ μέρους όλων των κατηγορουμένων. Ο κ. Αγαπητός και ο κατηγορούμενος 1 απλά πρόσθεσαν κάποιες θέσεις. Οι εισηγήσεις τους ήταν οι ακόλουθες:
(1)Τα ζητούμενα έγγραφα, δεν πρέπει να προστατεύονται απλά και μόνο επειδή αφορούν εσωτερική επικοινωνία των ανακριτικών αρχών. Δεν αφορούν προστασία μαρτύρων ή πληροφοριοδότες (βλ. Disclosure in Criminal Proceedings, Corker & Parkinson, 2009, Oxford University Press, §9.67, σελ. 154). Το άρθρο 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει των προνοιών της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2012/13/ΕΕ προστατεύει μόνο σημαντικό δημόσιο συμφέρον, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει. Η βασική αρχή, ανέφερε ο κ. Μπίσσας, είναι ότι η αποκάλυψη πρέπει να επιτρέπεται κατά το μέγιστο δυνατό ακόμη και σε σχέση με προνομιούχα έγγραφα (βλ. Phipson on Evidence, 16th ed, 2005, Sweet & Maxwell, §25-16, σελ. 694 και Human Rights and Criminal Justice, Emmerson, Ashworth and MacDonald, 2012, Sweet & Maxwell, σελ. 492 - 494) ιδιαίτερα όπου θα αποτραπεί κακοδικία (miscarriage of justice) (βλ. Chief Constable of the Greater Manchester Police v. McNally [2002] EWCA Civ 14, [15]).
(2)Η δυνατότητα πρόσβασης στο υλικό αυτό άπτεται και στο δικαίωμα της δίκαιης δίκης και της ορθής προετοιμασίας της Υπεράσπισης (βλ. Mattoccia v. Italy, No. 23969/94, 25/7/2000, [59] - [60] και Jespers v. Belgium, No. 8403/78, 14/12/1981, [55] - [58]). Η άρνηση των Αρχών να προωθήσουν το παράπονο των κατηγορουμένων ενδεχομένως να είχε επίδραση στο είδος των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, να ήρθαν δηλαδή αντιμέτωποι με σοβαρότερες κατηγορίες αντί, λ.χ. κατηγορίας για συμπλοκή.
(3)Ο κ. Αγαπητός ανέφερε, επιπρόσθετα, ότι το υλικό των δύο υποθέσεων θα έπρεπε να θωρείται ενιαίο. Τίθεται θέμα μεροληψίας των εξεταστών έναντι των κατηγορουμένων.
(4)Ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε, επιπρόσθετα, ότι η θέση του είναι ότι έγινε πλημμελής, μεροληπτική διερεύνηση από πλευράς της Αστυνομίας σε βάρος των κατηγορουμένων. Το ζήτημα θα εγείρεται καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Από τα ημερολόγια ενεργείας θα διαφανεί ο ρόλος του καθενός από τους εμπλεκόμενους. Αναφέρθηκε και σε συγκεκριμένο μέλος της Αστυνομικής Δύναμης, το οποίο κατά την άποψη του μεροληπτούσε εναντίον τους. ΙΙΙ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  1. Παρά το γεγονός ότι ασχολήθηκα με το ζήτημα της αποκάλυψης στην ΓΕ ν. Κυριάκου, Υπ. 8921/2017, 24/10/2017, κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ σε σχέση με την νομική μου ανάλυση, καθ' ότι η περίπτωση εκείνη αφορούσε, πρωτίστως, τη διαδικασία που θα έπρεπε κατά την άποψη μου να ακολουθηθεί. Τα γεγονότα της ήταν επίσης πολύ συγκεκριμένα.
  2. Με τον Νόμο 186(Ι)/2014 τροποποιήθηκε το άρθρο 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 («ΠΔ») με σκοπό την ενσωμάτωση των προνοιών της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2012/13/ΕΕ («η Οδηγία»). Το άρθρο 7 της Οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα: «
  3. ..
  4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές χορηγούν πρόσβαση τουλάχιστον στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού[1] που κατέχουν υπέρ ή κατά του υπόπτου ή του κατηγορουμένου στο εν λόγω άτομο ή στον συνήγορό του για τη διασφάλιση του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας και την προετοιμασία της υπεράσπισής του.
  5. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η πρόσβαση στο υλικό σύμφωνα με την παράγραφο 2 παραχωρείται εγκαίρως ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και το αργότερο έως την υποβολή των στοιχείων της κατηγορίας στην κρίση του δικαστηρίου. Εφόσον νέο αποδεικτικό υλικό περιέλθει στην κατοχή των αρμόδιων αρχών, παραχωρείται πρόσβαση σε αυτό το υλικό εγκαίρως ώστε να εξετασθεί δεόντως.
  6. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 2 και 3, εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα του υλικού αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου ή τέτοια άρνηση είναι απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, όπως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η πρόσβαση θα μπορούσε να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας, ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγεται η ποινική διαδικασία. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, σύμφωνα με τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου, η απόφαση για την άρνηση πρόσβασης σε τμήμα του υλικού σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, να λαμβάνεται από δικαστική αρχή ή τουλάχιστον να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
  7. ..» (Έμφαση δική μου)
  8. Στις παραγράφους
(32)και
(33)του προοιμίου της Οδηγίας αναφέρονται τα εξής: «
(32)Η κατά την παρούσα οδηγία πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό[2] το οποίο έχουν οι αρμόδιες αρχές στην κατοχή τους, είτε συνηγορεί υπέρ είτε κατά του υπόπτου ή κατηγορουμένου, μπορεί να απαγορευθεί, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, εάν μπορεί να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου ή εάν η απαγόρευση είναι απολύτως απαραίτητη για να προστατευθεί σημαντικό δημόσιο συμφέρον. Η απαγόρευση πρέπει να σταθμισθεί έναντι των δικαιωμάτων υπεράσπισης του υπόπτου ή κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη τα διάφορα στάδια της ποινικής διαδικασίας. Οι περιορισμοί πρόσβασης θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά και σύμφωνα με την αρχή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη σύμφωνα με την ΕΣΔΑ και όπως ερμηνεύεται στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
(33)Το δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της υπόθεσης θα πρέπει να παρέχεται με την επιφύλαξη των διατάξεων του εθνικού δικαίου σχετικά με την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τον τόπο διαμονής των προστατευόμενων μαρτύρων.» (Έμφαση δική μου)
  1. Στην Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ»), Kolev κ.α, C-612/15, 5/6/2018 (Προδικαστική Παραπομπή - Απόφαση Τμήματος Μείζονος Σύνθεσης), η οποία αφορούσε ερωτήματα σε σχέση με το χρόνο πρόσβασης στο αποδεικτικό υλικό, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την Οδηγία: «83 Ειδικότερα, το άρθρο 6, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να παρέχονται στον κατηγορούμενο λεπτομερή στοιχεία για την ποινική κατηγορία, συμπεριλαμβανομένης της φύσης και του νομικού χαρακτηρισμού της αξιόποινης πράξης και του είδους της συμμετοχής του κατηγορουμένου. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας προσθέτει ότι πρέπει να χορηγείται στον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο, ή στον δικηγόρο του, πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό[3] που κατέχουν υπέρ ή κατά του εν λόγω προσώπου οι αρμόδιες αρχές. 84 Όσον αφορά το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να παρέχεται η ενημέρωση και η πρόσβαση αυτή, το άρθρο 6, παράγραφος 3, και το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2012/13 προβλέπουν απλώς, αντιστοίχως, ότι η ανωτέρω ενημέρωση σχετικά με την κατηγορία γίνεται «το αργότερο με τη διαβίβαση του κατηγορητηρίου στο δικαστήριο» και ότι η ανωτέρω πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό πρέπει να παραχωρείται «εγκαίρως ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και το αργότερο έως την υποβολή των στοιχείων της κατηγορίας στην κρίση του δικαστηρίου».» (Έμφαση δική μου)
  2. Ως προς το χρόνο που θα πρέπει το αποδεικτικό υλικό να δοθεί από το Δικαστήριο αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην εν λόγω Απόφαση: «100 Το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής έχει την έννοια ότι εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να διασφαλίζει ότι παρέχεται στην υπεράσπιση πραγματική δυνατότητα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας, σε χρόνο που μπορεί ενδεχομένως να είναι και μεταγενέστερος της διαβίβασης του κατηγορητηρίου στον δικαστή, αλλά πριν αρχίσει εκ μέρους του η επί της ουσίας εξέταση της κατηγορίας και πριν ξεκινήσει η ενώπιόν του συζήτηση, ή, όταν κατατίθεται στη δικογραφία νέο υλικό κατά τη διάρκεια της δίκης, αφού ξεκινήσει η συζήτηση αλλά πριν από το στάδιο της διάσκεψης, υπό τον όρον ότι λαμβάνονται από τον δικαστή όλα τα αναγκαία μέτρα για τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης και τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας.»
  3. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(2),
(4)και
(5)ΠΔ: «7. ..
(2)Όταν κλήση ή ένταλμα που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 44 του παρόντος Νόμου επιδοθεί στον κατηγορούμενο, αυτός δικαιούται με γραπτό αίτημά του προς την κατηγορούσα αρχή να έχει δωρεάν πρόσβαση στις καταθέσεις και τα έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η προετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορουμένου: Νοείται ότι, εφόσον, περιέλθει στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής νέο υλικό, το οποίο αυτή προτίθεται να χρησιμοποιήσει στη διαδικασία, παραχωρείται στον κατηγορούμενο περαιτέρω πρόσβαση στο υλικό αυτό. .....
(4)Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου
(2), εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των εγγράφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου, ή στην περίπτωση που τέτοια άρνηση θεωρείται απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, ή που η πρόσβαση ενδέχεται να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια της Δημοκρατίας.
(5)Σε περίπτωση κατά την οποία δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(4)η κατηγορούσα αρχή δεν παρέχει στον κατηγορούμενο πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των έγγραφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αυτός δύναται κατά την πρώτη δικάσιμο της υπόθεσής του να ζητήσει από το εκδικάζον δικαστήριο να εξετάσει τους λόγους της άρνησης αυτής και να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει πρέπον.....» (Έμφαση δική μου) 12. Η τροποποίηση που επήλθε στο άρθρο 7 ΠΔ, προσέδωσε ρητά εξουσίες στο εκδικάζον Δικαστήριο σε σχέση με ζητήματα αποκάλυψης έγγραφου μαρτυρικού υλικού, παρά το γεγονός ότι στο Σύνταγμα, άρθρο 30, παρ. 2, 3 (β) και (γ) και την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («ΕΔΑΔ») παρεχόταν εμμέσως ανάλογη εξουσία στο Δικαστήριο (βλ. σχετικά την απόφαση του ΕΔΑΔ, Korellis v Cyprus,
(2003)ECHR 35, γενικά ως προς ζητήματα μαρτυρίας). Άλλωστε όπως αναφέρεται και το προοίμιο της Οδηγίας, σκοπός της εν λόγω οδηγίας ήταν να κωδικοποιηθούν οι αρχές της νομολογίας του ΕΔΑΔ (βλ. παρ.
(18),
(20)και
(21)του προοιμίου τη Οδηγίας). 13. Το άρθρο 7
(4)
(5)ΠΔ, όπως έχει τροποποιηθεί κατ' εφαρμογή των προνοιών της Οδηγίας, επιτρέπει άρνηση των διωκτικών αρχών να παραδώσουν έγγραφα και καταθέσεις, που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητά στο εδάφιο
(4)και η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη τους. 14. Το άρθρο 7
(5)δεν προβλέπει διαδικαστική ρύθμιση του τρόπου εξέτασης των λόγων άρνησης. Επαφίεται στο Δικαστήριο «.να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει πρέπον». 15. Η τροποποίηση που επήλθε, στην ουσία δεν μετέβαλε το λεκτικό του άρθρου 7 ΠΔ. Σύμφωνα και με τις προηγούμενες ρυθμίσεις, κατηγορούμενος δικαιούταν να λάβει αντίγραφα των καταθέσεων και εγγράφων που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα. Το δικαίωμα ποτέ δεν ήταν απόλυτο. Στη Νικολαΐδης, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 295: «Η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής για αποκάλυψη δεν επεκτείνεται σε όλο το φάσμα του υλικού που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης αλλά μόνο σε σχέση με μαρτυρία
(1)Που είναι σχετική,
(2)Που είναι ουσιώδης ή μπορεί να είναι ουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα θέματα που αναμένεται να εγερθούν ή εγείρονται αναπάντεχα κατά τη διάρκεια της δίκης.» (Έμφαση δική μου)
  1. Απόλυτο δικαίωμα δεν προκύπτει από τη νομολογία του ΕΔΑΔ σε σχέση με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποκαλύψει ουσιώδη (material) και σχετική (relevant) μαρτυρία (evidence) που κατέχει, υπέρ ή εναντίον του κατηγορουμένου (βλ. Rowe and Davis v. UK, No. 28901/95, 16/2/2000[4]). Αναγνωρίζεται επίσης η ευχέρεια των διωκτικών αρχών να μην αποκαλύψουν υλικό για λόγους δημοσίου συμφέροντος. (βλ. Jacobs & White, The European Convention on Human Rights, 4th ed, 2006, σελ. 177[5]).
  2. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα, Ποινική Δικονομία, 2η έκδοση, κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 162, στην Αγγλία, (βλ. R v. Brown [1997] 3 All ER 769, R v. Davis [1993] 1 WLR 613 και R v. Ward [1993] 1 WLR 619), το δικαιολογημένο ή μη της αποκάλυψης, λόγω προστασίας του δημοσίου συμφέροντος (public interest immunity), κρίνεται από το Δικαστήριο, αντίθετα προς την προγενέστερη θεώρηση του θέματος, που άφηνε το θέμα στη διακριτική ευχέρεια της Κατηγορούσας Αρχής. Αξίζει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με την Αγγλική πρακτική, είναι η Κατηγορούσα Αρχή που οφείλει να προβαίνει σε γραπτό αίτημα στο Δικαστήριο για τη μη αποκάλυψη μαρτυρικού υλικού. Το άρθρο 7
(4)της Οδηγίας επιβάλλει την άσκηση Δικαστικής κρίσης σε σχέση με τους λόγους άρνησης.
  1. Σχετική ως προς την εξελικτική πορεία της Αγγλικής πρακτικής είναι η απόφαση R v. H [2004] 2 AC 134 (HL), στην οποία, αφού ανασκοπήθηκε η νομολογία, δόθηκαν κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προσεγγίζει αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. σχετικά σελ. 155-156). Στο Αγγλικό δικονομικό δίκαιο, η κατηγοριοποίηση εγγράφων και η έγερση υποχρέωσης αποκάλυψης ρυθμίζεται νομοθετικά κατά στάδια (βλ. Criminal Procedure and Investigations Act 1996, s. 1 - 4). Το αίτημα κρίνεται σε συνάρτηση με την προβαλλόμενη γραμμή υπεράσπισης, την οποία η Υπεράσπιση οφείλει να δηλώσει (s. 6A - 6C). Η ακολουθητέα διαδικασία, σήμερα, ρυθμίζεται από τα Criminal Procedure Rules 2015, Part 15).
  2. Στην R v. H, ανωτέρω, ουσιαστικά επεξηγείται ο τρόπος που το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει αίτημα αποκάλυψης όπου εγείρεται ένσταση για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ο χρυσός κανόνας (golden rule) είναι ότι θα πρέπει να αποκαλύπτεται το μαρτυρικό υλικό που κατέχει η Κατηγορούσα Αρχή και δεν προτίθεται να χρησιμοποιήσει. Όταν το Δικαστήριο καλείται να παρεκκλίνει από την εφαρμογή του κανόνα θα πρέπει να εξετάσει μια σειρά από ερωτήματα (R v. H, ανωτέρω, [36], σελ. 155 -156, σε ελεύθερη μετάφραση): «
  3. Όταν προκύπτει ζήτημα ενώπιον του για παρέκκλιση από τον χρυσό κανόνα πλήρους αποκάλυψης, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει σειρά ερωτημάτων.
(1)Ποιο είναι το υλικό που η Κατηγορούσα Αρχή επιδιώκει να μην αποκαλύψει; Αυτό πρέπει να εξεταστεί ενδελεχώς από το Δικαστήριο.
(2)Αφορά υλικό το οποίο τείνει να αποδυναμώσει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ή να ενισχύσει αυτή της Υπεράσπισης; Αν όχι, δεν διατάζεται η αποκάλυψη του. Αν ναι, τότε (τηρουμένων των όσων αναφέρονται στις §§
(3)
(4)και
(5), πιο κάτω) το υλικό πρέπει να αποκαλυφθεί.
(3)Εάν επιτραπεί η αποκάλυψη, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος σοβαρού επηρεασμού κάποιου σημαντικού δημοσίου συμφέροντος; Αν όχι, τότε θα πρέπει να υπάρξει πλήρης αποκάλυψη.
(4)Αν η απάντηση στα ερωτήματα
(2)και
(3)είναι καταφατική, είναι δυνατόν τα συμφέροντα του κατηγορουμένου να προστατευθούν χωρίς να γίνει αποκάλυψη ή δύναται να διαταχθεί αποκάλυψη τέτοιας έκτασης ή με τέτοιο τρόπο που να προστατεύει το υπό κρίση δημόσιον συμφέρον και να προστατευθούν τα συμφέροντα της Υπεράσπισης; Το ερώτημα αυτό απαιτεί από το Δικαστήριο την εξέταση, με αναφορά στο περιεχόμενο του υπό κρίση υλικού που η Κατηγορούσα Αρχή δεν επιθυμεί να αποκαλύψει, στα γεγονότα της υπόθεσης και στη γραμμή Υπεράσπισης που αποκαλυφθεί, κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή θα μπορούσε να παραδεχθεί αυτό που η Υπεράσπιση επιδιώκει να αποδείξει ή κατά πόσον θα μπορούσε να διαταχθεί μερική αποκάλυψη. Αυτό θα μπορούσε, σε κατάλληλες περιπτώσεις, να γίνει με την ετοιμασία σύνοψης της μαρτυρίας ή την παροχή μέρους των εγγράφων σε ανωνυμοποιημένη ή επεξεργασμένη μορφή...» 20. Αν όμως δεν μπορεί να διασφαλιστεί η δίκαιη δίκη τότε πρέπει να διαταχθεί πλήρης αποκάλυψη έστω και αν αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της διαδικασίας από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. R v. H, ανωτέρω, [36]
(6)-
(7)[6].
  1. Ως προς την προστασία επικοινωνίας μεταξύ των διωκτικών ή ανακριτικών αρχών σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2η έκδοση, σελ. 967: «Αστυνομικές εκθέσεις που αποστέλλονται από την Αστυνομία προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας θεωρούνται κατ' αρχήν προνομιούχες στη βάση του σκεπτικού ότι πρέπει να υπάρχει ελευθερία επικοινωνίας μεταξύ τους χωρίς έγνοια ότι οι εκθέσεις αυτές μπορεί να επιθεωρηθούν, αναλυθούν ή διερευνηθούν από τρίτους σε μεταγενέστερες πολιτικές ή άλλες διαδικασίες.»
  2. Σύμφωνα με την Αγγλική Νομολογία (βλ. Evans v. Chief Constable of Surrey [1988] QB 588) μπορεί να γίνει επίκληση προνομίου για προστασία δημοσίου συμφέροντος (Public Interest Immunity) για τέτοιου είδους επικοινωνίες, δηλαδή επικοινωνίες που αφορούν την απόφαση για δίωξη και το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει ή όχι την απόφαση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι επικοινωνίες μεταξύ του Crown Prosecution Service και της Αστυνομίας, σύμφωνα με το Αγγλικό Δίκαιο, δεν προστατεύονται ως επικοινωνίες δικηγόρου και πελάτη (βλ. Disclosure in Criminal Proceedings, ανωτέρω, §9.67, σελ. 154).
  3. Από τη διατύπωση των προνοιών του άρθρου 7 ΠΔ, κρίνω ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα ως ακολούθως:
(1)Εξετάζεται πρώτα αν το επίδικο υλικό αφορά, καταθέσεις και έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα. Στο άρθρο 7 ΠΔ δεν υπάρχει περιορισμός σε αποδεικτικό υλικό ή σε material evidence (ουσιώδη μαρτυρία) παρά μόνο στις περιπτώσεις υπόπτων. Οι περιορισμοί όμως που είχαν τεθεί στην Νικολαΐδης, ανωτέρω, δεν έπαυσαν να υφίστανται. Η νομολογία του ΕΔΑΔ (βλ. Rowe, ανωτέρω) και του ΔΕΕ (βλ. Kolev, ανωτέρω) δεν αναιρούν την Νικολαΐδης, ανωτέρω. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι στην έννοια αποδεικτικό υλικό, εμπεριέχεται η σχετικότητα, αφού εξ ορισμού αφορά υλικό που συντελεί στην απόδειξη ή τεκμηρίωση θέσης. Η Κατηγορούσα Αρχή, επομένως, οφείλει να αποκαλύψει την ουσιώδη (material) και σχετική (relevant) μαρτυρία που κατέχει, υπέρ ή εναντίον του κατηγορουμένου. Η σχετικότητα κρίνεται σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα που αναμένεται ή ενδέχεται να εγερθούν. Το ερώτημα πρέπει να προσεγγίζεται ανοικτά και όχι περιοριστικά, αφού σκοπός είναι η διασφάλιση της προετοιμασίας της Υπεράσπισης.
(2)Αν η απάντηση στο
(1)είναι θετική, η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να στοιχειοθετήσει τους λόγους άρνησης που αναφέρονται στο άρθρο 7
(4)και το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει τον αποκλεισμό ή μη της αποκάλυψης του υλικού.
(3)Η Αγγλική απόφαση R v. H, ανωτέρω, αποτελεί, τον ορθό οδηγό αντιμετώπισης υλικού το οποίο σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποκλειστεί για σκοπούς σημαντικού δημοσίου συμφέροντος. Η αποκάλυψη αποδεικτικού υλικού υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, που δεν αποδυναμώνει (weakens) ή ενισχύει (strengthens) την υπόθεση της Υπεράσπισης δεν οδηγεί πουθενά και είναι άσκοπο να δοθεί, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει απόρριψη αιτήματος προστασίας σημαντικού δημοσίου συμφέροντος. Όπου το υλικό αποδυναμώνει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ή ενισχύει αυτή της Υπεράσπισης, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει το ζήτημα σταθμίζοντας συνεχώς τα συγκρουόμενα συμφέροντα ώστε να διασφαλιστεί η δίκαιη δίκη, χωρίς να αποκλείεται η αποκάλυψη του εν λόγω υλικού σύνοψη ή σε επεξεργασμένη (edited) μορφή. ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ 24. Έχω εξετάσει τη δέσμη Εγγράφων Α. Αποτελείται από αντίγραφα ημερολογίων ενεργείας στα οποία αναφέρονται απόψεις όσον αφορά την καταγγελία εκ μέρους των κατηγορουμένων για ποινικά αδικήματα σε βάρος τους. Αφορούν απόψεις που εκφράστηκαν από μέλη της Αστυνομικής δύναμης σε σχέση με τα παράπονα και τις οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας για τη διαχείριση της υπόθεσης. 25. Κρίνω ότι η ένσταση της Κατηγορούσας Αρχής για αποκάλυψη των εγγράφων θα πρέπει να γίνει δεκτή και το αίτημα των κατηγορουμένων να απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους:
(1)Τα έγγραφα δεν περιέχουν μαρτυρία αλλά σχόλια σε σχέση με κάποιες θέσεις που προβλήθηκαν. Ακόμη και αν θεωρηθούν έγγραφα τα οποία εμπίπτουν στον ορισμό του άρθρου 7 ΠΔ, δεν είναι έγγραφα που περιέχουν μαρτυρία υπέρ ή κατά των κατηγορουμένων. Σχόλια, απόψεις ή επισημάνσεις σε σχέση με το μαρτυρικό υλικό δεν είναι μαρτυρία της υπόθεσης. Με αυτή την έννοια, και με βάση τα ενώπιον μου τεθέντα δεδομένα, δεν αποτελούν αποδεικτικό υλικό (ή material evidence) αφού δεν αφορούν υλικό που συντελεί στην απόδειξη ή τεκμηρίωση θέσης τους ούτε προκύπτει οποιαδήποτε σχετικότητα των προβαλλόμενων θέσεων τους με το εν λόγω υλικό.
(2)Αν και είναι αντιληπτό ότι η Υπεράσπιση στην Κύπρο δεν έχει υποχρέωση αποκάλυψης της γραμμής της, όπως στην Αγγλία, η σχετικότητα πρέπει να θεμελιώνεται, ειδικότερα αν πρόκειται για υλικό που η Κατηγορούσα Αρχή δεν προτίθεται να χρησιμοποιήσει και θεωρεί ότι πρέπει να μην αποκαλυφθεί για λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος. Υπό τις περιστάσεις, με βάση τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι Υπεράσπισης και ο κατηγορούμενος 1, δεν διαπιστώνω να είναι σχετική και ουσιώδης ή να είναι ενδεχομένως ουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα θέματα που έχουν εγερθεί ή αναμένεται να εγερθούν κατά τη διάρκεια της δίκης (βλ. Νικολαΐδης, ανωτέρω). Ούτε εμποδίζονται να προωθήσουν την Υπερασπιστική γραμμή που υιοθέτησαν.
(3)Επειδή αφορούν επικοινωνία μεταξύ Αστυνομίας και Γενικής Εισαγγελίας είναι προνομιούχες. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι οι επικοινωνίες μεταξύ των διωκτικών αρχών και της Γενικής Εισαγγελίας πρέπει να προστατεύονται. Το δημόσιο συμφέρον το επιτάσσει. Είναι ως εκ τούτου σημαντικού δημοσίου συμφέροντος η προστασία τους. Εκτός όπου οι επικοινωνίες καθαυτές είναι αποδεικτικό υλικό για κάποιο πολύ συγκεκριμένο ζήτημα που εγείρεται, η αποκάλυψη τους θα πρέπει να απαγορεύεται και να τυγχάνουν προστασίας.
  1. Ως εκ τούτου η ένσταση της Κατηγορούσας Αρχής εγκρίνεται και το αίτημα των κατηγορουμένων απορρίπτεται. (Δίδονται οδηγίες σε σχέση με τη διαχείριση της Δέσμης Εγγράφων Α) Υπ.).................................................. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το Αγγλικό κείμενο αναφέρει material evidence. [2] Στο Αγγλικό κείμενο πάλι αναφέρεται material evidence. [3] Στο Αγγλικό κείμενο της Απόφασης πάλι η αναφορά είναι σε material evidence. [4] '
  2. It is a fundamental aspect of the right to a fair trial that criminal proceedings, including the elements of such proceedings which relate to procedure, should be adversarial and that there should be equality of arms between the prosecution and defence. The right to an adversarial trial means, in a criminal case, that both prosecution and defence must be given the opportunity to have knowledge of and comment on the observations filed and the evidence adduced by the other party.... In addition Article 6
(1)requires ... that the prosecution authorities should disclose to the defence all material evidence in their possession for or against the accused.' [5] 'The entitlement to disclosure of relevant evidence is not, however, an abso­lute right. In criminal (and sometimes also in civil) proceedings there may be competing factors, such as national security, or the need to protect witnesses at risk of reprisals, or to keep secret police methods of investigation of crime, which must be weighed against the rights of the accused. In some cases it may be necessary to withhold certain evidence from the defence so as to preserve the fundamental rights of another individual or to safeguard an important public interest. However, as the Court emphasized in Rowe and Davis, only such measures restricting the rights of the defence which are strictly necessary are permissible under Article 6
(1).' [6] '36. When any issue of derogation from the golden rule of full disclosure comes before it, the court must address a series of questions.
(1)What is the material which the prosecution seek to withhold? This must be considered by the court in detail.
(2)Is the material such as may weaken the prosecution case or strengthen that of the defence? If No, disclosure should not be ordered. If Yes, full disclosure should (subject to
(3),
(4)and
(5)below) be ordered.
(3)Is there a real risk of serious prejudice to an important public interest (and, if so, what) if full disclosure of the material is ordered? If No, full disclosure should be ordered.
(4)If the answer to
(2)and
(3)is Yes, can the defendant's interest be protected without disclosure or disclosure be ordered to an extent or in a way which will give adequate protection to the public interest in question and also afford adequate protection to the interests of the defence? This question requires the court to consider, with specific reference to the material which the prosecution seek to withhold and the facts of the case and the defence as disclosed, whether the prosecution should formally admit what the defence seek to establish or whether disclosure short of full disclosure may be ordered. This may be done in appropriate cases by the preparation of summaries or extracts of evidence, or the provision of documents in an edited or anonymised form, provided the documents supplied are in each instance approved by the judge. In appropriate cases the appointment of special counsel may be a necessary step to ensure that the contentions of the prosecution are tested and the interests of the defendant protected (see para 22 above). In cases of exceptional difficulty the court may require the appointment of special counsel to ensure a correct answer to questions
(2)and
(3)as well as
(4).
(5)Do the measures proposed in answer to
(4)represent the minimum derogation necessary to protect the public interest in question? If No, the court should order such greater disclosure as will represent the minimum derogation from the golden rule of full disclosure.
(6)If limited disclosure is ordered pursuant to
(4)or
(5), may the effect be to render the trial process, viewed as a whole, unfair to the defendant? If Yes, then fuller disclosure should be ordered even if this leads or may lead the prosecution to discontinue the proceedings so as to avoid having to make disclosure.
(7)If the answer to
(6)when first given is No, does that remain the correct answer as the trial unfolds, evidence is adduced and the defence advanced? It is important that the answer to
(6)should not be treated as a final, once-and-for-all, answer but as a provisional answer which the court must keep under review. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.