ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΒΑΝΕΖΗ, Αρ. Υπόθεσης: 15200/2016, 6/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15200/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΧΧ ΒΑΝΕΖΗ Κατηγορούμενου -------------------------- Ημερομηνία: 6 Μαΐου,
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας με κα. Ι. Κοτζιάπασιη και κ. Γ. Ουστά (Ασκ. Δικηγόρους). Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Γεωργίου και κα. Κ. Γεωργίου. Κατηγορούμενος, παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου) Ι. ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ
- Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρείς κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά πλαστογραφία εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (α), 335 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε («ΠΚ»), η 2η κατηγορία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (α), 335, 339 και 29 ΠΚ, και η 3η κατηγορία, προσπάθεια επηρεασμού κρίσης ή απόφασης αρχής σχετικά με τη διαδικασία ανάθεσης προσφοράς, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 85
(3)(β)
(4)του περί Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Προμηθειών, Έργων και Υπηρεσιών και για Συναφή θέματα Νόμου, Ν 12(Ι)/2006[1], όπως τροποποιήθηκε («Ν.12(Ι)/2006»).
- Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι, μεταξύ της 10ης Οκτωβρίου και 31ης Οκτωβρίου 2013, με σκοπό την καταδολίευση, δηλαδή την επίτευξη ανάθεσης σύμβασης από το Γενικό Λογιστήριο του Υπουργείου Οικονομικών, κατήρτισε πλαστό έγγραφο που εμφάνιζε ως τον κάτοχο πιστοποιητικού συμμόρφωσης για το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης, ISO 14001:2004, με αρ. EMS 597401, την εταιρεία Printonix Nederland B.V. αντί την Epson Europe B.V., και ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, ότι δηλαδή είχε εκδοθεί για την εταιρεία Epson Europe B.V. (1η κατηγορία - καταρτισμός). Ακολούθως, την 31/10/2013, εν γνώσει του και δολίως, το απέστειλε στο Υπουργείο Οικονομικών μέσω του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου (2η κατηγορία - κυκλοφορία). Με την αποστολή αυτού του εγγράφου προσπάθησε να επηρεάσει την κρίση του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας ώστε να πετύχει ανάθεση σύμβασης (3η κατηγορία).
- Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τέσσερις
(4)μάρτυρες, την Αστ. ΧΧΧ Ανδρέου (ΜΚ 1), τον Υπαστυνόμο ΧΧΧ Μίτσιγγα (ΜΚ 2), τον κ. Χ.Κ. (ΜΚ 3) και την κα. Κ.Κ. (ΜΚ 4). Κατατέθηκαν δεκαέξι
(16)Τεκμήρια και ένα
(1)Τεκμήριο προς Αναγνώριση. Για σκοπούς έκδοσης της απόφασης μου δεν έλαβα υπόψη μου το Τεκμήριο προς Αναγνώριση (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν. Epco Cyprus Ltd
(2007)1Β ΑΑΔ 883, Lefkaritis Bros Ltd v. Tanya Shipping Office
(1987)1 CLR 47, Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 CLR 82).
- Μέρος της μαρτυρίας αφορούσε και δεύτερο έγγραφο το οποίο είχε, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, σταλεί από τον κατηγορούμενο. Αφορούσε πιστοποιητικό συμμόρφωσης (με αρ. FM 20658) το οποίο διαπιστώθηκε ότι είχε εν τω μεταξύ ακυρωθεί από την εκδότρια του πιστοποιητικού. Δεν θα γίνουν άλλες αναφορές σ' αυτό αφού δεν συνδέεται ούτε είναι σχετικό με αδικήματα που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο. ΙΙ. ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
- Η κα. Κ.Κ. (ΜΚ 4) κατέθεσε (Τεκμήριο 10 - η Αστυνομική της Κατάθεση) ότι εργάζεται στον Τομέα Προσφορών του Γενικού Λογιστηρίου του Υπουργείου Οικονομικών. Στις 4/7/2013 προκηρύχθηκε διαγωνισμός (ΓΛ 10/2013) για την υποβολή προσφορών για την προμήθεια μελανιών, μελανόσκονων και μελανοταινιών για εκτυπωτικά και άλλα μηχανήματα του Δημόσιου και του ευρύτερου Δημόσιου τομέα (Τεκμήριο 15 - Η συμφωνία πλαίσιο). Η προθεσμία υποβολής προσφορών ήταν η 19/9/
- Προσφορά υπέβαλε και η εταιρεία San Vaneco Trading Ltd (Τεκμήριο 14) για το ποσό των €4945,25 την οποία υπέγραψε ο κατηγορούμενος ως ο διευθύνων σύμβουλος της.
- Στις 10/10/2013, με επιστολή που στάλθηκε με τηλεομοιότυπο (Τεκμήριο 13) ζητήθηκε από την εν λόγω εταιρεία η αποστολή πιστοποιητικών τήρησης προτύπων ποιότητας από τον κατασκευαστή, ISO 9001 και ISO 14001, ή ισοδύναμων πιστοποιητικών. Την 31/10/2013, στάλθηκε ηλεκτρονικά από τον κατηγορούμενο έγγραφο το οποίο, όπως αναφερόταν στο εν λόγω μήνυμα αφορούσε το ISO 14001 της Printronix/ Tally Genicom. Το πιστοποιητικό ISO 14001:2004, το οποίο απέστειλε ο κατηγορούμενος, έφερε αρ. EMS 597401 με κάτοχο την εταιρεία Printonix Nederland B.V. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, το συγκεκριμένο πιστοποιητικό είχε ζητηθεί από την San Vaneco Trading Ltd και άλλη μία εταιρεία. Η άλλη εταιρεία απάντησε ότι δεν είχε τέτοιο πιστοποιητικό. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την ύπαρξη κενού μεταξύ κάποιων λέξεων στο πιστοποιητικό της κίνησαν υποψίες. Απευθύνθηκε στην εκδότρια του πιστοποιητικού, BSI Assurance UK Limited («BSI»), για να λάβει απάντηση από την κα. Μ.Ν. ότι το εν λόγω πιστοποιητικό ήταν πλαστό, αφού κάτοχος του πραγματικού ήταν η Epson Europe B.V. (Τεκμήριο 12 - επιστολή καταγγελίας με την ηλεκτρονική αλληλογραφία και αντίγραφο του γνήσιου πιστοποιητικού). Τα υπόλοιπα πιστοποιητικά που της έστειλε, δεκαοχτώ στο σύνολο, πλην ενός που δεν ήταν πλέον σε ισχύ, δεν είχαν πρόβλημα. Προέβη σε καταγγελία.
- Ο κ. Χ.Κ. (ΜΚ 3), διευθυντής του Κυπριακού Οργανισμού Τυποποίησης, ανέφερε (Τεκμήριο 8 - η Αστυνομική του κατάθεση) ότι απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην BSI αίτημα διερεύνησης για το ποιος ήταν ο κάτοχος του πιστοποιητικού με αρ. EMS 597401 και έλαβε απάντηση ότι ανήκε στην Epson Europe B.V. (Τεκμήριο 9 - η εκτύπωση του ηλεκτρονικού μηνύματος της κας L.Μ.).
- Η Αστ. ΧΧΧ Ανδρέου (ΜΚ 1) (Τεκμήριο 1 - η Αστυνομική της κατάθεση), έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2 - η ανακριτική του κατάθεση). Είναι παραδεκτό ότι παρών κατά τη λήψη της ήταν ο Α/Αστ. ΧΧΧ Δαμιανού (Τεκμήριο 3 - η κατάθεση του).
- Ο Υπαστυνόμος ΧΧΧ Μίτσιγγας (ΜΚ 2) (Τεκμήριο 4 - η Αστυνομική του κατάθεση), έλαβε οδηγίες για διερεύνηση του παραπόνου (Τεκμήριο 6). Έγινε αίτημα για δικαστική συνδρομή στις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου. Με κατάθεση που λήφθηκε από την Αστυνομία του Ηνωμένου Βασιλείου από την κα. Ν.Β., Regulatory Manager της BSI, ημερ. 9/4/2015, επιβεβαιώνεται ότι το πιστοποιητικό με αρ. EMS 597401 (ISO 14001:2004) εκδόθηκε προς όφελος της Epson Europe B.V. (Τεκμήριο 7 - η δέσμη των εγγράφων δικαστικής συνδρομής). Ο ΜΚ 2 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει (Τεκμήριο 5 - γραπτή κατηγορία). Ο κατηγορούμενος απάντησε, «Δεν παραδέχομαι, έχω δώσει γραπτή κατάθεση για το θέμα αυτό και ότι άλλο έχω να πω θα το πω στο δικαστήριο».
- Στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 2) ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι απέστειλε στην ΜΚ 4, το εν λόγω πιστοποιητικό, όπως και τα υπόλοιπα που έστειλε, λόγω στενότητας χρόνου, το βρήκε στο διαδίκτυο, αναγράφοντάς στην έρευνα του ISO 14001:2004 Printonix. Ακολούθως το απέστειλε όπως το βρήκε χωρίς να κάνει άλλο έλεγχο. Δεν γνώριζε ότι ήταν πλαστό. ΙΙΙ. ΟΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ
- Μετά την παρουσίαση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ώστε να κληθεί ο κατηγορούμενος να παρουσιάσει την υπεράσπιση του. Αφού αναφέρθηκε στη σχετική νομολογία επί του θέματος (βλ. ΓΕ ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9), εισηγήθηκε ότι δεν παρουσιάστηκε ικανοποιητική μαρτυρία απόδειξης του καταρτισμού πλαστού εγγράφου από ειδικό γραφολόγο (βλ. ΓΕ ν. Ηρακλέους κ.α.
(2005)2 ΑΑΔ 1), αλλά μόνο εξ ακοής, των υπαλλήλων δηλαδή της BSI. Ακόμη όμως και να θεωρηθεί πλαστό, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος το γνώριζε. Επομένως, η απουσία της γνώσης αυτής αναιρεί την δόλια πρόθεση στην κυκλοφορία του ή στην προσπάθεια επηρεασμού της κρίσης του Γενικού Λογιστηρίου.
- Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπόθεση με βάση την παρουσιασθείσα μαρτυρία. Περαιτέρω, με βάση τους όρους του διαγωνισμού (Τεκμήριο 15), ο κατηγορούμενος είχε την ευθύνη διαπίστωσης της γνησιότητας των εγγράφων που απέστειλε. ΙV. ΑΡΧΕΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
- Οι αρχές που διέπουν το θέμα είναι πολύ καλά καθιερωμένες (βλ. Azinas, ανωτέρω, Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και Χριστοδούλου, ανωτέρω). Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται στο στάδιο αυτό όταν:
(1)δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και
(2)οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. 14. Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η μαρτυρία που δόθηκε με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και ΓΕ ν. Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851, 887).
- Στην E.C. Fresh Meat Ltd ν. Γεωργίου, ECLI:CY:AD:2018:B524, Π.Ε. 43/2017, 5/12/2018, ο Δ. Ναθαναήλ ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση τον τρόπο εξέτασης του εκ πρώτης όψεως: «Το εκ πρώτης όψεως στάδιο σε ποινική υπόθεση παραμένει ένα θεμελιακό στάδιο της ποινικής δίκης που προστατεύει στην ουσία τον κατηγορούμενο από τον εξαναγκασμό του να δώσει μαρτυρία για λόγους που δεν άπτονται στην έννοια της καλώς νοούμενης απονομής της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη αποκαλύψει και παρουσιάσει όλη τη μαρτυρία που είχε στη διάθεση της, το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει την υπόθεση εάν η μαρτυρία είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο οπότε και ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να τίθεται σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του. Δεν πρέπει συναφώς να διαφεύγει της προσοχής ότι είναι η κατηγορούσα αρχή που οφείλει να αποδείξει την κατηγορία και κάθε συστατικό στοιχείο αυτής, με, εκ πρώτης όψεως, βάρος κατά το κλείσιμο της υπόθεσης της, που μετατρέπεται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο τελικό στάδιο.»
- Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). V. ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ
- Το άρθρο 331 ΠΚ ορίζει την Πλαστογραφία ως εξής: «Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης.»
- Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι επομένως:
(1)Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου,
(2)με σκοπό καταδολίευσης.
- Στο άρθρο 333 ΠΚ ορίζεται, ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου ως εξής: «Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα ...»
- Στη Georghiou v. Republic
(1984)2 CLR 65, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέλυσε εκτενώς την Αγγλική νομολογία επί του θέματος (αναφορικά με το τότε ισχύον Forgery Act 1913) και ειδικότερα τα όσα αναφέρθηκαν στην Welham v. DPP [1960] 1 All ER 805. Η Georghiou, ανωτέρω, υιοθετήθηκε και στις Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14 και Τσιέλεπος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 457 (βλ. Απόφαση Κραμβή Δ.).
- Δεν αρκεί να αποδειχθεί ότι το έγγραφο περιέχει κάποια ψευδή δήλωση. Το ίδιο το έγγραφο πρέπει να ψεύδεται για το τι αποτελεί. Στη Georghiou, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself.» (βλ. επίσης Kenny's Outlines of Criminal Law, J. W. C. Turner, 18th ed, 1962, §387, σελ. 375)
- Η αποστολή επομένως ενός τηλεγραφήματος σε εφημερίδα που περιέχει ψευδή είδηση δεν είναι πλαστογραφία (βλ. R v. Horner
(1910)74 J.P. 216). Αν όμως είχε αποσταλεί επ' ονόματι δημοσιογράφου που ουδέποτε απέστειλε ή εξουσιοδότησε την αποστολή του εν λόγω τηλεγραφήματος, η πράξη θα συνιστούσε πλαστογραφία, αφού το τηλεγράφημα θα παρουσιαζόταν ως δικό του, χωρίς να είναι (βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, §387, σελ. 375).
- Με βάση τη νομολογία (βλ. Georghiou, Ioannou, Τσιέλεπος και Welham, ανωτέρω) η πρόθεση καταδολιεύσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 331 ΠΚ, δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προθέσεως προκλήσεως βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Το αδίκημα της πλαστογραφίας αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται με το πλαστό έγγραφο μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του, όχι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως. Η πιθανότητα βλάβης, είναι αρκετή.
- Στην R v. Allsop
(1977)64 Cr App R 29 (βλ. Τσιέλεπος, ανωτέρω, σελ. 471 και Ioannou, ανωτέρω, σελ. 27), υπογραμμίστηκε ότι ο στόχος των πλαστογράφων είναι γενικά να ωφελήσουν τον εαυτό τους· η βλάβη στα θύματα είναι δευτερεύουσας σημασίας. Ο κύριος στόχος των πλαστογράφων που έχουν την απαιτούμενη εγκληματική πρόθεση είναι να αλλοιώσουν μια εικόνα πραγμάτων προς όφελος τους. Αν, σαν αποτέλεσμα αυτής της εξαπατήσεως, ένα άλλο πρόσωπο οδηγείται στο να ενεργήσει σε βλάβη του, όπως τούτο έχει καθορισθεί προηγουμένως, τότε διαπράττεται το έγκλημα της πλαστογραφίας.
- Όπως αναφέρθηκε στη Georghiou, ανωτέρω, σελ. 96, η Αγγλική νομολογία, ταυτίζεται με τα όσα αναφέρονται και στο άρθρο 334 ΠΚ, όπου, πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που ήταν δυνατό να καταδολιευθεί με το έγγραφο. Το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου, ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτιόταν με το πλαστό έγγραφο.
- Όσον αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, το άρθρο 339 ΠΚ προνοεί τα ακόλουθα:
- Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.
- Σύμφωνα με το άρθρο 4 ΠΚ, η φράση, θέτει σε κυκλοφορία ένα πράγμα, σημαίνει και περιλαμβάνει το να χρησιμοποιεί ή να χειρίζεται πράγμα ή το να αποπειράται τη χρήση ή το χειρισμό του τέτοιου πράγματος και το να αποπειράται την υποκίνηση άλλου σε χρήση ή χειρισμό ή ενέργεια σε τέτοιο πράγμα.
- Κατ' αναλογία με το, τότε ισχύον, s. 6
(2), Forgery Act 1913, η πρόνοια καλύπτει την οποιαδήποτε χρήση του πλαστού εγγράφου από κατηγορούμενο, ενώ αυτός γνωρίζει ότι είναι πλαστό και με πρόθεση καταδολίευσης. Η πρόθεση καταδολίευσης ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο με την πρόθεση καταδολίευσης του αδικήματος της πλαστογραφίας (βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, ανωτέρω, §396, σελ. 380 και Smith & Hogan, Criminal Law, 3rd ed, 1973, σελ. 519). Απλή κατοχή δεν αρκεί. Πρέπει ο κατηγορούμενος να κοινοποιήσει (communicate) το έγγραφο σε κάποιον τρίτο (βλ. Smith & Hogan, ανωτέρω, σελ. 519, με αναφορά στην R v. Hodgson
(1856)Dears. & B 3). Στην Αγγλία έχει κριθεί ότι αποστολή φωτοαντιγράφου (photostat copy) πλαστής απόδειξης συνιστούσε κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου (βλ. R v. Harris [1965] 3 All ER 206, 208). Κατά τρόπο ανάλογο επομένως θα πρέπει να κρίνονται αποστολές εγγράφων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή μέσω άλλης μορφής ηλεκτρονικής επικοινωνίας. 29. Σύμφωνα με το άρθρο 85
(3)του Ν. 12(Ι)/2006: «85...
(3)Κάθε πρόσωπο που χωρίς νόμιμη εξουσία είτε το ίδιο προσωπικά είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου είτε εκ μέρους οποιουδήποτε άλλου προσώπου επιδιώκει ή προσπαθεί- (α) ... (β) να επηρεάσει την κρίση ή την απόφαση, τελική ή μη, οποιασδήποτε αρχής, σώματος ή επιτροπής ή οποιουδήποτε μέλους αυτών, ή οποιοδήποτε πρόσωπο ή αξιωματούχο, κατά την άσκηση των καθηκόντων ή εξουσιών που τους παρέχονται δυνάμει του παρόντος Νόμου σε σχέση με οποιαδήποτε διαδικασία, εξέταση, διευκρίνιση, αξιολόγηση, εκτίμηση ή οτιδήποτε έγινε σχετικό με διαδικασία ανάθεσης σύμβασης, είναι ένοχο αδικήματος. ..»
- Από το λεκτικό της διάταξης προκύπτει ότι το αδίκημα διαπράττεται από πρόσωπο, που χωρίς νόμιμη εξουσία, επιδιώκει ή προσπαθεί να επηρεάσει την κρίση ή απόφαση (τελική ή μη), οποιασδήποτε αρχής, σώματος ή επιτροπής ή οποιουδήποτε μέλους αυτών, ή οποιουδήποτε προσώπου ή αξιωματούχου κατά την άσκηση των καθηκόντων ή εξουσιών που του παρέχονται δυνάμει του Ν. 12(Ι)/2006, σε σχέση με την διαδικασία ανάθεσης (δημόσιας) σύμβασης. Είναι επομένως αδίκημα πρόθεσης. Απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης επηρεασμού της κρίσης του εν λόγω προσώπου (ή αρχής) σε σχέση με τέτοια διαδικασία. VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
- Από την παρουσιασθείσα μαρτυρία, θα μπορούσε να λεχθεί ότι υπάρχει επαρκές μαρτυρικό υπόβαθρο για ακόλουθα:
(1)Το πιστοποιητικό συμμόρφωσης για το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης ISO 14001:2004 με αρ. EMS 597401, που εμφάνιζε ως κάτοχο την εταιρεία Printonix Nederland B.V. ήταν πλαστό, αφού η εγγραφή ανήκε στην Epson Europe B.V. Η μαρτυρία της κα. N. B., που λήφθηκε κατόπιν δικαστικής συνδρομής, έστω και εξ ακοής, είναι μαρτυρία που θα μπορούσε να αξιολογηθεί θετικά στο τέλος της υπόθεσης, αφού αφορά μαρτυρία τήρησης αρχείου. Η μαρτυρία της δεν συγκρούεται με αναφορές άλλων υπαλλήλων της BSI (βλ. ηλεκτρονική αλληλογραφία στο Τεκμήριο 12 - κας Μ.Ν.και ηλεκτρονική αλληλογραφία, Τεκμήριο 9 - κας L.M.). Σημειώνω ότι στα έγγραφα δικαστικής συνδρομής (Τεκμήριο 7) περιλαμβάνεται και αντίγραφο του γνήσιου εγγράφου.
(2)Υπάρχει μαρτυρία ότι το εν λόγω έγγραφο στάλθηκε από τον κατηγορούμενο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο Γενικό Λογιστήριο (Τεκμήριο 11 - εκτύπωση του ηλεκτρονικού μηνύματος) και ότι η αποστολή του αφορούσε το σχετικό διαγωνισμό που είχε προκηρυχθεί και στον οποίο συμμετείχε η εταιρεία San Vaneco Trading Ltd), διευθυντής της οποίας είναι ο κατηγορούμενος (μαρτυρία της ΜΚ 4 και Τεκμήρια 13 και 14). Σχετική επίσης είναι η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2), η οποία αποτελεί μεικτή δήλωση, αφού παραδέχεται την αποστολή προβάλλοντας όμως εξηγήσεις. 32. Προχώρησα και εξέτασα αν με την ενώπιον μου μαρτυρία υπάρχει υλικό το οποίο θα μπορούσε, σε τελικό στάδιο, να στηρίξει ευρήματα:
(1)καταρτισμού του εν λόγω εγγράφου από τον κατηγορούμενο, και
(2)πρόθεση καταδολίευσης σε σχέση με τον καταρτισμό και την κυκλοφορία του, χωρίς να μου διαφεύγει ότι, στην απουσία άμεσης μαρτυρίας σχετικό εύρημα δύναται να εξαχθεί με βάση περιστατική μαρτυρία. 33. Έχοντας κατά νου τις προαναφερθείσες αρχές, ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε, κρινόμενη στο απόγειο της, δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα:
(1)Πέραν της αποστολής του εγγράφου από τον κατηγορούμενο δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να τον συνδέει με τον καταρτισμό του. Δεν διερευνήθηκε, ώστε να μπορεί να αποκλειστεί ως ενδεχόμενο, ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι το εξασφάλισε.
(2)Για τον ίδιο λόγο, όσον αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία η οποία να μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης του για το γεγονός ότι το έγγραφο ήταν πλαστό, ώστε και ο σκοπός της αποστολής του να ήταν η καταδολίευση. Υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει ότι ο τρόπος εξασφάλισης του εγγράφου ήταν επισφαλής, όχι όμως που να τείνει να καταδείξει δόλια πρόθεση.
(3)Η μη ύπαρξη μαρτυρικού υπόβαθρου γνώσης για την πλαστότητα του εγγράφου συμπαρασύρει και την κατηγορία της προσπάθειας επηρεασμού της κρίσης της αρχής στη διαδικασία ανάθεσης προσφοράς.
- Ο κατηγορούμενος μέσω της ανακριτικής του κατάθεσης προσέφερε κάποια εξήγηση για το πώς περιήλθε στην κατοχή του έγγραφο. Η οποιαδήποτε εξήγηση, συνήθως, εξετάζεται στο τέλος με την αξιολόγηση όλης της μαρτυρίας, με το βάρος να παραμένει στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι η εξήγηση του κατηγορουμένου δεν είναι αληθινή. Όπως ανέφερα όμως, η εξήγηση που έδωσε δεν διερευνήθηκε ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και να αποκλειστεί ως ψευδής, οδηγώντας το Δικαστήριο, στο τέλος της δίκης, σε καταδίκη. VII. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Οι κατηγορίες 1 - 3 απορρίπτονται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.).............. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Ο Νόμος αυτός, στο μεταξύ, στο μεγαλύτερο μέρος του, έχει καταργηθεί από τον περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο, 73(Ι)/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο