ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΗΛΙΑΔΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 284/17, 10/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2019:7 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 284/17 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.
- ΧΧΧ ΗΛΙΑΔΗ
- ΧΧΧ ΚΥΠΡΗ
- ΧΧΧ ΧΑΤΖΗΜΙΤΣΗ
- ΧΧΧ ΚΑΡΥΔΑ
- ΧΧΧ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ
- ΧΧΧ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΟΥ
- ΧΧΧ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ Κατηγορούμενοι 10 Ιουλίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : Ο κ. Κ. Κληρίδης, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, με κ. Ν. Κέκκο Για τον Κατηγορούμενο 3 : κ. Η. Στεφάνου Για τον Κατηγορούμενο 4 : κ. Κ. Καλλής Για τον Κατηγορούμενο 5 : κ. Α. Μαρκίδης με κ. Ζ. Νικολαΐδη Για την Κατηγορούμενη 6 : κ. Π. Πολυβίου με κα Στ. Πολυβίου και κ. Μ. Πική Για την Κατηγορούμενη 7 : κ. Δ. Αραούζος Κατηγορούμενοι παρόντες --------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά και την απόφαση του Εφετείου (βλ. Ηλιάδη κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Έφ. Αρ. 348/2018 και 349/2018, ημερ. 31/05/2019), με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση του παρόντος Κακουργιοδικείου ημερ. 14/12/2018 για την απαλλαγή των Κατηγορουμένων 1 και 2, λόγω κατάχρησης της διαδικασίας, οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 3 μέχρι 7 δήλωσαν την πρόθεσή τους να εγείρουν και αυτοί ένσταση για κατάχρηση διαδικασίας. Η κατάχρηση, όπως το έθεσε ο εκ των συνηγόρων της Κατηγορούμενης 6, κ. Π. Πολυβίου, με τον οποίο συμφώνησαν και οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 3, 4, 5 και 7, εστιάζεται στο γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 6, όπως και οι Κατηγορούμενοι 3, 4, 5 και 7, ήταν μάρτυρες επί των κατηγορητηρίων στις δύο προηγηθείσες υποθέσεις (32370/14 και 17877/15) στις οποίες ήταν κατηγορούμενοι οι πρώην Κατηγορούμενοι 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση, στη μια εκ των οποίων μάλιστα, κλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας. Υπενθυμίζουμε ότι η προηγηθείσα ένσταση των πρώην Κατηγορουμένων 1 και 2 αποφασίστηκε στη βάση πραγματικού πλαισίου γεγονότων, το οποίο είχε συμφωνηθεί και δηλωθεί από τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων 1 και 2, από τη μια μεριά και το συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής κ. Κέκκο, από την άλλη. Το υπό αναφοράν παραδεκτό πλαίσιο καταγράφεται αυτολεξεί στις σελίδες 5-7 της απόφασης μας ημερ. 14/12/2018 και θεωρούμε αχρείαστο να το επαναλάβουμε. Οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 3-7 θεωρούν ότι το προαναφερθέν πλαίσιο γεγονότων είναι δεσμευτικό και θα πρέπει να αποτελέσει το πλαίσιο ή σε κάθε περίπτωση, μέρος του πλαισίου για την εκδίκαση της προταθείσας ένστασης των Κατηγορουμένων 3-7, θέση με την οποία διαφωνεί η Κατηγορούσα Αρχή. Παρά τις προσπάθειες του Δικαστηρίου για γεφύρωση της διαφοράς, κάτι που θα καθιστούσε δυνατή την εκδίκαση της νέας ένστασης, αυτό δεν κατέστη εφικτό, αφού οι δύο πλευρές ενέμειναν στις αρχικές τοποθετήσεις τους. Οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων επέμεναν ότι η ακρόαση της ένστασης τους θα πρέπει να αποφασιστεί στη βάση του δηλωθέντος πραγματικού υποβάθρου στα πλαίσια της προηγηθείσας ένστασης με κάποιες, ίσως, αναγκαίες τυπικές προσθήκες. Στην αντίπερα όχθη, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κ. Κέκκος υποστήριξε ότι το πλαίσιο εκείνο δεν είναι δεσμευτικό, δηλώνοντας όμως την πρόθεση και βούληση της Κατηγορούσας Αρχής να συμφωνηθεί νέο στοχευμένο πλαίσιο, διατηρώντας όμως τη δυνατότητα να προσκομιστεί μαρτυρία, προκειμένου να διευκρινιστούν και διασαφηνιστούν οι ιδιαίτερες συνθήκες κάποιων γεγονότων που έλαβαν χώρα και σχετίζονται με την ένσταση. Ως ήταν αναμενόμενο, το Δικαστήριο ζήτησε από τις δυο πλευρές να αγορεύσουν για να αποφασιστεί κατά πόσο το υπόβαθρο γεγονότων που δηλώθηκε στα πλαίσια της προηγηθείσας ένστασης των πρώην Κατηγορουμένων 1 και 2, δεσμεύει την Κατηγορούσα Αρχή. Σημειώνουμε ότι στο στάδιο των αγορεύσεων η Κατηγορούσα Αρχή εκπροσωπήθηκε δια του εντίμου Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων, υποστήριξαν, επιγραμματικά, τα ακόλουθα: - Όσον αφορά τη νομική θεώρηση του πραγματικού πλαισίου γεγονότων που δηλώθηκαν για τους σκοπούς της ένστασης των πρώην Κατηγορουμένων 1 και 2, όλοι οι συνήγοροι Υπεράσπισης υποστήριξαν ότι είχε προσλάβει τη μορφή παραδεκτών γεγονότων, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 19 του Κεφ.
- Με αυτό, ως δεδομένο, οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων εισηγήθηκαν πως τα γεγονότα που συμφωνήθηκαν δεσμεύουν την Κατηγορούσα Αρχή για τους σκοπούς οποιασδήποτε συνεπακόλουθης διαδικασίας, ως ρητά αναφέρεται στην παράγραφο 3 του άρθρου
- Αφού δε επεσήμαναν ότι με την υπό εξέταση ένσταση εγείρεται ζήτημα κατάχρησης από τους Κατηγορούμενους 3-7, υποστήριξαν πως πρόκειται για συνεπακόλουθο θέμα της ένστασης για κατάχρηση που είχε εγερθεί από τους πρώην Κατηγορούμενους 1 και 2 και κατά συνέπεια δεσμεύεται η Κατηγορούσα Αρχή από τα γεγονότα εκείνα. Υπέδειξαν, περαιτέρω, πως η μόνη δυνατότητα που προσφέρεται για αποδέσμευση από τα παραδεκτά γεγονότα είναι η απόσυρση τους, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, εφόσον καταδειχθεί καλός λόγος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19
(4)του Νόμου. Καθόσον αφορά την εμβέλεια και ερμηνεία των παραδεκτών γεγονότων, οι συνήγοροι παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε κυπριακές και αγγλικές αυθεντίες, καθώς και σε έγκυρα νομικά συγγράμματα. - Σε υπόδειξη του Δικαστηρίου ότι τα γεγονότα δεν έγιναν παραδεκτά, τουλάχιστον στο σύνολό τους, από όλους τους Κατηγορουμένους, ενώ υποβλήθηκε και ένσταση από πλευράς Κατηγορούμενης 6 στην κατάθεση κάποιων γεγονότων, οι συνήγοροι υποστήριξαν πως τούτο είναι εντελώς αδιάφορο. Εφόσον, επεσήμαναν, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στα γεγονότα, καταλήγοντας σε εύρημα ότι και οι τρεις υποθέσεις είχαν ως κοινή αφετηρία τα Ελληνικά Ομόλογα, διαπίστωση την οποία ασπάστηκε και το Εφετείο, θα ήταν άδικο για τους Κατηγορούμενους 3-7 να επιτραπεί στο Γενικό Εισαγγελέα να αποστεί από αυτά τα γεγονότα. - Διαφορετική προσέγγιση, εισηγήθηκαν οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 3-7, θα υπονόμευε το κύρος της δικαιοσύνης αφού θα υπήρχε ο κίνδυνος να εκδοθούν αντικρουόμενες αποφάσεις στην ίδια υπόθεση, στη βάση διαφορετικών πραγματικών γεγονότων. - Ως προς το ότι τα γεγονότα δεν έτυχαν της έγκρισης του Δικαστηρίου, οι συνήγοροι υποστήριξαν ότι τούτο δεν επιδρά καθ' οιονδήποτε τρόπο στη δεσμευτικότητα τους, εφόσον συμφωνήθηκαν από τις δυο πλευρές, δηλώθηκαν στο Δικαστήριο ως παραδεκτά και καταγράφονται στο πρακτικό που τηρήθηκε από το Δικαστήριο. Ο έντιμος Γενικός Εισαγγελέας, στη δική του εμπεριστατωμένη αγόρευση, υποστήριξε πως τα γεγονότα, όπως δηλώθηκαν στα πλαίσια της ένστασης των πρώην Κατηγορουμένων 1 και 2, δεν ισχύουν και δεν είναι δεσμευτικά, για δύο διακριτούς λόγους: - Ο πρώτος σχετίζεται με το γεγονός ότι δηλώθηκαν σαφώς στα πλαίσια της ένστασης εκείνης και αφορούσαν άλλους σκοπούς και άλλους Κατηγορούμενους. Δηλώθηκαν, εισηγήθηκε, για τους περιορισμένους σκοπούς εκείνης της ένστασης και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ισχύουν για την παρούσα ένσταση που συνιστά μια άλλη ξεχωριστή διαδικασία. - Ο δεύτερος λόγος, αφορά το γεγονός ότι δεν εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, όπως επιτακτικά προβλέπεται στην παράγραφο 2(γ) του άρθρου 19. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στην υπόθεση Nanoka Ltd ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 322, στην οποία ακυρώθηκε η καταδίκη που στηρίχθηκε σε παραδεκτά γεγονότα τα οποία δεν έτυχαν της έγκρισης του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, κατέληξε ο Έντιμος Γενικός Εισαγγελέας, τα γεγονότα δηλώθηκαν αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς της προηγηθείσας ένστασης, όπως συνάγεται από τα πρακτικά που τηρήθηκαν και δεν είναι δυνατό να κριθούν άλλες ενστάσεις στη βάση των γεγονότων εκείνων. Το πρώτο που θέλουμε εμείς να επισημάνουμε είναι πως τα γεγονότα που συμφωνήθηκαν και δηλώθηκαν στα πλαίσια της προηγηθείσας ένστασης των πρώην Κατηγορουμένων 1 και 2, δεν αποτελούν παραδεκτά γεγονότα εν τη εννοία του άρθρου 19 του Κεφ.
- Τουναντίον, από το σύνολο των δηλώσεων, επιφυλάξεων και ενστάσεων που υποβλήθηκαν, όπως καταγράφονται στα πρακτικά ημερ. 28/11/2018, 30/11/2018 και 03/12/2018, εκείνο που αβίαστα συνάγεται είναι ότι οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 1 και 2 πρότειναν ένα πραγματικό πλαίσιο γεγονότων που ήταν απαραίτητο για να αποφασιστούν οι προταθείσες, αρχικά, τρεις ενστάσεις τους, οι οποίες στην πορεία περιορίστηκαν σε μία, ήτοι στην ένσταση για κατάχρηση. Με την ξεκάθαρη, μάλιστα, τοποθέτηση όλων των μερών, ότι τα υπό αναφορά γεγονότα, τα οποία έγιναν εν τέλει αποδεκτά και από την Κατηγορούσα Αρχή, περιορίζονταν και αφορούσαν μόνο την εκδίκαση της συγκεκριμένης εκείνης ένστασης. Αυτό ακριβώς αναφέρεται και στην απόφασή μας και δεν εγείρεται, συνεπώς, ζήτημα παράλειψης από το Δικαστήριο να εγκρίνει τα γεγονότα, ώστε να προσλάμβαναν τη μορφή και ισχύ παραδεκτών γεγονότων στη βάση του άρθρου 19 του Κεφ. 9, ως έχει τροποποιηθεί από το Ν.86/
- Με δεδομένη μάλιστα την εκφρασθείσα ρητή διαφωνία κάποιου εκ των Κατηγορουμένων (συγκεκριμένα του Κατηγορούμενου 5) και της ένστασης της Κατηγορούμενης 6 στην κατάθεση των εκθέσεων Τσολάκη και Alvarez & Marsal, διερωτώμαστε πως θα μπορούσε το Δικαστήριο να εγκρίνει τα γεγονότα, ώστε να αποκτούσαν δεσμευτική ισχύ για κάθε μεταγενέστερη ή συνεπακόλουθη διαδικασία. Επί του προκειμένου, θεωρούμε πως η πρόνοια του άρθρου 19 του Κεφ. 9, σε σχέση με παραδεκτά γεγονότα, άπτεται και εξυπηρετεί αποκλειστικά τις ανάγκες της κυρίως δίκης, η δε πρόνοια της παραγράφου 2(γ), σκοπό έχει την προστασία των δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου, γι' αυτό και απαιτείται έγκριση από το Δικαστήριο (βλ. Αντρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 498, Ihab Im Sbaih v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B528, Ποιν. Έφ. Αρ. 188/2014, ημερ. 17/07/2015 και Nanoka Ltd, πιο πάνω). Στην προηγηθείσα ένσταση των πρώην Κατηγορούμενων 1 και 2, το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων δηλώθηκε αποκλειστικά για τους σκοπούς της προδικαστικής εκείνης ένστασης, προτού αρχίσει η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Δεν απαιτείτο, συνεπώς, η έγκρισή του από το Δικαστήριο, αφού δεν αποτελούσαν παραδεκτά γεγονότα εν τη εννοία του άρθρου 19 του Κεφ.
- Η προδικαστική ένσταση για κατάχρηση διαδικασίας δεν προβλέπεται νομοθετικά ώστε να καθορίζεται και νομοθετικά ο τρόπος παράθεσης ή παρουσίασης γεγονότων και/ή μαρτυρίας. Πρόκειται για ένσταση που καθιερώθηκε νομολογιακά και εκπηγάζει από τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να παρεμποδίζει και διακόπτει κάθε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ο δε τρόπος προσδιορισμού του αναγκαίου πραγματικού υποβάθρου καθορίζεται από το εκδικάζον Δικαστήριο με την έμπρακτη συνεργασία και των άλλων παραγόντων της δίκης. Επί τούτου, δεν θα ήταν υπερβολή πιστεύουμε, να επισημάνουμε, ότι ο ακριβής τρόπος διεξαγωγής της όλης διαδικασίας ακόμα εξελίσσεται. Ερχόμενοι τώρα στην ουσία του εγειρόμενου σημείου, συμφωνούμε με τη θέση του έντιμου Γενικού Εισαγγελέα ότι το αναφερθέν πραγματικό υπόβαθρο τέθηκε αποκλειστικά για τους σκοπούς και τις ανάγκες εκδίκασης της ένστασης των Κατηγορουμένων 1 και 2 και δεν μπορεί να εκτείνεται επί των ενστάσεων που επιθυμούν να εγείρουν οι Κατηγορούμενοι 3-7 ή/και οποιασδήποτε άλλης μεταγενέστερης διαδικασίας. Τούτο προκύπτει σαφώς από τις εκατέρωθεν δηλώσεις των συνηγόρων, ως εμφαίνονται στα πρακτικά ημερ. 28/11/2018, 30/11/2018 και 03/12/
- Το γεγονός ότι η ένσταση που δήλωσαν ότι θα εγείρουν οι Κατηγορούμενοι 3-7, είναι παρεμφερής, υπό την έννοια ότι αφορά, επίσης, ζήτημα κατάχρησης, ως ήταν και η ένσταση των πρώην Κατηγορούμενων 1 και 2, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Δεν παύει να είναι μια άλλη, αυτοτελής, ένσταση η οποία εγείρεται, πλέον, από τους Κατηγορούμενους 3 μέχρι 7 και αφορά μεν κατάχρηση διαδικασίας αλλά υπό άλλη μορφή, εφόσον οι Κατηγορούμενοι 3-7 δεν ήταν Κατηγορούμενοι στις δύο προηγηθείσες υποθέσεις, όπως ήταν οι πρώην Κατηγορούμενοι 1 και 2, αλλά μάρτυρες. Θεωρούμε πως πρόκειται για άλλη ξεχωριστή διαδικασία και για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο σε αυτό το προκαταρκτικό στάδιο θα πρέπει, απαραίτητα, να συμφωνηθεί ένα νέο πλαίσιο γεγονότων, προσαρμοσμένο και στοχευμένο ειδικά για τις ανάγκες της συγκεκριμένης ένστασης. Από τις εκατέρωθεν δηλώσεις διαφάνηκε πως δεν υπάρχει, επί του παρόντος, προοπτική για θετική κατάληξη επί ενός νέου πραγματικού πλαισίου, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να ακουστεί μαρτυρία. Το γεγονός αυτό δυνατό να οδηγήσει σε εκτροπή της διαδικασίας με περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, γεγονός που μας προβληματίζει ιδιαίτερα. Έχοντας προβεί στις πιο πάνω επισημάνσεις, επαναλαμβάνουμε την κατάληξή μας επί του εγερθέντος ζητήματος, ότι δηλαδή τα γεγονότα που κατατέθηκαν στην προηγηθείσα ένσταση αποτέλεσαν το αναγκαίο υπόβαθρο για τη συγκεκριμένη εκείνη ένσταση και μόνο και δεν αποτελούν παραδεκτά γεγονότα στη βάση του άρθρου 19 του Κεφ.
- Κατά συνέπεια δεν δεσμεύουν την Κατηγορούσα Αρχή και δεν είναι δυνατό να υποχρεωθεί από το Δικαστήριο να τα αποδεχθεί ως πραγματικό υπόβαθρο για τους σκοπούς της υπό εξέταση ένστασης, η οποία είναι μια άλλη ξεχωριστή ένσταση, διατηρώντας τη δική της αυτοτέλεια. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο