Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 3536/16, 18/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3536/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- XXXXX ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ Κατηγορούμενος -------------------------------------------- Ημερομηνία: 18 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού με κα Χριστίνα Σίρτσιην Για τους κατηγορούμενο: κ. Ηρακλής Αγαθοκλέους Κατηγορούμενος: παρών ------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες. Οι κατηγορίες 1 και 3 αφορούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, και πιο συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τις λεπτομέρεις του αδικήματος, στις 16 και 30 Σεπτεμβρίου του 2013 αντίστοιχα στη Λεμεσό, με σκοπό την υποκίνηση της παραπονούμενης στη Λεμεσό, να παραλείψει πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να τελέσει, απείλησε την παραπονούμενη ότι ήθελε απαγάγει βλάβη στο πρόσωπο και στην περιουσία της αντίστοιχα, λέγοντας της τις φράσεις «Θα σου κρούσω το αυτοκίνητο και θα σε σκοτώσω αν διακόψεις τη σχέση μας» και «Θα σου κάψω το αυτοκίνητο και θα σου βάλω πόμπα» αντίστοιχα. Οι κατηγορίες 2 και 4, αφορούν τα ανάλογα αδικήματα άσκησης βίας στην πρώην συμβία του κατηγορούμενου, δηλαδή την παραπονούμενη, που προκάλεσε άμεσα ψυχική βλάβη σε αυτήν, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(4), του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και προστασία θυμάτων), Νόμου 119
(1)/
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ O M.K. 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 1, στην οποία κάνει αναφορά στις ενέργειες που είχε προβεί για να λάβει το παράπονο από την παραπονούμενη και ακολούθως αποτάθηκε στο Δικαστήριο για έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου, εντάλματος έρευνας της οικίας, των υποστατικών και των οχημάτων του και το Δικαστήριο ενέκρινε το ένταλμα έρευνας, απορρίπτοντας όμως το ένταλμα σύλληψης και ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στην οικία του χωρίς αποτέλεσμα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε ως τεκμήριο 2 αντίγραφο της αίτησης κατακράτησης του τεκμηρίου 3, ήτοι του ΔΟΚΟ του κατηγορουμένου, μαζί με την ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση και προερχόταν από τον ίδιο, ως επίσης και το Διάταγμα που εκδόθηκε για κατακράτηση του εν λόγω ΔΟΚΟ. Αναγνώρισε στο εδώλιο τον κατηγορούμενο και κατέθεσε το ΔΟΚΟ, το οποίο δεν θυμόταν εάν ήταν παρών κατά την έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου, ανέφερε ότι είναι ο ανακριτής της υπόθεσης και στην βάση της διερεύνησης που έγινε παρουσίασε την υπόθεση στο Δικαστήριο για καταχώρηση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την παραπονούμενη την είδε για πρώτη φορά όταν υπέβαλε το παράπονο της, δεν την ρώτησε εάν είχε οποιαδήποτε ψυχολογικά προβλήματα, ούτε έκανε έρευνα για να επιβεβαιώσει τηλεφωνικές κλήσεις, δεν θυμόταν εάν υπήρχαν προηγουμένως καταχωρημένες οποιεσδήποτε καταγγελίες που να αφορούν την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο, δεν υπήρχε όμως καταχώρηση για τηλεφώνημα, η παραπονούμενη δεν έχει δώσει οποιαδήποτε δικαιολογία και ούτε ανέφερε κάτι για την καθυστέρηση στην υποβολή του παραπόνου και κατά την άποψη του το τεκμήριο 3 εμπλέκεται στην υπόθεση εάν όντως η παραπονούμενη δέχθηκε απειλή από τον κατηγορούμενο ότι θα την σκοτώσει. Η Μ.Κ. 2 είναι η παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
- Στην κατάθεση της κάνει αναφορά στην σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο, χωρίς να συζούν και απέκτησαν ένα παιδί, το οποίο ο κατηγορούμενος αναγνώρισε ως δικό του. Στον ουσιώδη χρόνο των δύο πρώτων κατηγοριών, ήτοι στις 16/9/2013, η παραπονούμενη αποφάσισε να θέσει τέρμα στην σχέση της με τον κατηγορούμενο διότι της έκανε πολύ μεγάλο κακό στην ψυχολογία της και έκτοτε ο κατηγορούμενος προσπαθεί μέσω τηλεφώνου και μηνυμάτων να επανασυνδεθεί μαζί της, χωρίς η ίδια μα το επιτρέψει. Στις 16/9/2013 ενημέρωσε η παραπονούμενη τον κατηγορούμενο τηλεφωνικώς για το τέλος της σχέσης τους και αυτός μέσω τηλεφώνου την απείλησε ότι θα της κρούσει το αυτοκίνητο και ότι θα την σκοτώσει εάν διακόψει μαζί του. Ο λόγος που δεν τον κατάγγειλε στην αστυνομία ήταν διότι αρκετές φορές την είχε απειλήσει στο παρελθόν και ακολούθως ερχόταν μετανιωμένος και την έπειθε ότι δεν το εννοούσε και η ίδια τον δεχόταν πίσω. Κατά τον ουσιώδη χρόνο της τρίτης και της τέταρτης κατηγορίας, ήτοι στις 30/9/2013, ο κατηγορούμενος της τηλεφώνησε και την απείλησε με τις φράσεις ΄΄θα σου κάψω το αυτοκίνητο και θα σου βάλω πόμπα΄΄ και η ίδια το έχει καταγγείλει στην αστυνομία Γερμασόγειας. Η ίδια το μόνο που ζήτησε από την αστυνομία ήταν να γίνει παρατήρηση στον κατηγορούμενο και να του γίνουν συστάσεις για να σταματήσει να την απειλεί, χωρίς να προβεί σε κατάθεση για να ακολουθήσει διαδικασία στο Δικαστήριο. Στις 20/10/2013, ημερομηνία που η παραπονούμενη είχε τα γενέθλια της, ο κατηγορούμενος επίμονα την καλούσε στο τηλέφωνο της, μάλλον για να την ευχηθεί, αλλά η ίδια δεν του απάντησε. Επειδή η ίδια είναι πλέον είναι σίγουρη ότι δεν πρόκειται ο κατηγορούμενος να σταματήσει να την παρενοχλεί, αποφάσισε η παραπονούμενη την ημέρα που έδωσε την κατάθεση της, ήτοι στις 22/10/13 να πάει στην αστυνομία για να καταγγείλει τις απειλές που δέχθηκε στις δύο πιο πάνω αναφερόμενες ημερομηνίες και να ζητήσει την προστασία της αστυνομίας, ούτως ώστε να σταματήσει μια και καλή η ενόχληση που δέχεται από τον κατηγορούμενο. Γνωρίζει η ίδια ότι στο σπίτι που διαμένει ο κατηγορούμενος έχει ένα όπλο που δεν ξέρει τι είδους είναι. Στην συνέχεια τη κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι τις επίδικες ημέρες ένιωσε ότι απειλήτο, ο κατηγορούμενος είχε δύο όπλα, το ένα κάτω από ένα καναπέ και το άλλο σε ένα ερμάρι, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα το τεκμήριο 3, ήτοι το ΔΟΚΟ, όχι όμως την θήκη του. Ο κατηγορούμενος στην διάρκεια της σχέσης που είχαν ήταν αδιάφορος, δεν υπήρχε αγάπη, έδωσε την ευκαιρία στον κατηγορούμενο να αγαπήσει το μωρό του το οποίο αναγνώρισε στα πέντε της χρόνια, η σχέση που είχε η παραπονούμενη με τον κατηγορούμενο της έκανε μεγάλο κακό στην ψυχολογία της, κάνοντας επίσης αναφορά στην ψυχολογική και μαθησιακή κατάπτωση της μιας της κόρης και της ερωτικής πρόθεσης που είχε ο κατηγορούμενος στην άλλη κόρη της παραπονούμενης που είχε αποκτήσει η παραπονούμενη από άλλον άνδρα. Όταν ερωτήθηκε ποιος ήταν ο λόγος που παρήλθε χρόνος για να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία, είναι επειδή εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε όταν πήγε στο σπίτι του, λέγοντας ότι το παιδί που απέκτησαν με τον κατηγορούμενο προήλθε από βιασμό και ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε να πράξει το ίδιο εκείνη την μέρα, κατήγγειλε επίσης στην αστυνομία το επεισόδιο που έγινε και είχε σχέση με την κόρη της την ημέρα που έκανε αναφορά και για το όπλο. Ανέφερε επίσης η παραπονούμενη ότι την ημέρα που πήγε στην αστυνομία η παραπονούμενη ο κατηγορούμενος την έχει γρονθοκοπήσει. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι το δεύτερο όπλο ο κατηγορούμενος το είχε σε χωράφι, λέγοντας ότι έχει πει πολλά στον αστυνομικό αλλά δεν έχουν γραφτεί και μετά το έχει διαπιστώσει, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ήξερε από την αρχή ότι το παιδί ήταν δικό του, κάνοντας αναφορά στις συνθήκες και τους λόγους όπου έχει γίνει η διαδικασία λήψης γενετικού υλικού και αναγνώρισης του παιδιού από τον κατηγορούμενο, που αρχικά δεν ήθελε να το αναγνωρίσει και μέχρι σήμερα δεν δίνει διατροφή για το παιδί του, λέγοντας επίσης ότι ο κατηγορούμενος είχε επαναφέρει τα ψυχολογικά της προβλήματα, αναφέρθηκε στις επιθέσεις που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, στις τεταμένες σχέσεις τους, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι έκρυβε από τον τότε σύντροφο της ότι το παιδί που απέκτησε με τον κατηγορούμενο δεν ήταν δικό του, λέγοντας ότι ο τότε σύντροφος της το ήξερε και ότι ήθελε να το αναγνωρίσει, επανέλαβε την θέση της ότι είπε στον αστυνομικό αλλά δεν κατέγραψε τα όσα είπε προφορικά όσον αφορά της επιθέσεις που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, το ότι το παιδί προήλθε από βιασμό και ότι ο κατηγορούμενος είχε ερωτικές βλέψεις στην άλλη της την κόρη την πιο μεγάλη, αρνούμενη ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι τα όσα είπε είναι ψέματα και ότι τρέφει αισθήματα μίσους έναντι του κατηγορούμενου. Ανέφερε επίσης ότι στην αστυνομία πήγε με σκισμένη φανέλα που της την έσκισε ο κατηγορούμενος την δεύτερη φορά και επανέλαβε την θέση της ότι η σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο δεν ήταν σχέση ομαλή και να είναι ο κατηγορούμενος ως ένας σύντροφος. Αναφέρθηκε επίσης εκ νέου στις συνθήκες κάτω από τις οποίες η παραπονούμενη ζήτησε από τον κατηγορούμενο το ποσό των €500 που του είχε δανείσει, στην μη καταβολή διατροφής από τον κατηγορούμενο για την κόρη που απέκτησε μαζί του, απορρίπτοντας υποβληθείσα θέση ότι εκβίαζε τον κατηγορούμενο για να της καταβάλλει μεγάλη σε ύψος διατροφή και ότι ακόμα και σήμερα εκβιάζει τον κατηγορούμενο να αποδεχθεί την αποκλειστική γονική μέριμνα η παραπονούμενη και η τελευταία να του αποσύρει το παράπονο της. Προέβηκε στην καταγγελία επειδή ο κατηγορούμενος την γρονθοκόπησε και επειδή προσπάθησε να την παρενοχλήσει σεξουαλικά εκ νέου, όντας ο ίδιος αρρωστημένο μυαλό και τότε προέκυψε η δεύτερη καταγγελία. Σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι αποφάσισε να προβεί στην καταγγελία την ημέρα των γενεθλίων της όταν ο κατηγορούμενος της τηλεφωνούσε για να της ευχηθεί, προσθέτοντας όμως ότι ο κατηγορούμενος πολλές φορές της έκοβε το ρεύμα και το νερό και γίνονταν ρεζιλέματα στην γειτονιά, επίσης ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην πρώην σύζυγο του κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Ανέφερε επίσης ότι δεν έχει δείξει στην αστυνομία τις κλήσεις και τον αριθμό από όπου ο κατηγορούμενος της τηλεφώνησε, όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι εάν ένιωθε ότι απειλήτο θα πήγαινε απ΄ευθείας στην αστυνομία ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να χαίρεται λόγω των υποχωρήσεων της, ανέφερε ότι δεν αντιλαμβάνεται την υποβληθείσα θέση ότι έχει τύχει συμβουλής από την αδελφή της να καταγγείλει τον κατηγορούμενο για να τον ταλαιπωρεί και για να τον εκδικηθεί. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της παραπονούμενης η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο μεενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 6, στην οποία εκφράζει άγνοιαγια τα όσα του καταλογίζει η παραπονούμενη, η οποία μόνο αυτή δημιουργούσε προβλήματα και όχι ο ίδιος. Έκανε αναφορά στους δύο προηγούμενους του γάμους, όπου απέκτησε σε κάθε γάμο από δύο παιδιά και ακολούθως απέκτησε ακόμα ένα παιδί με την παραπονούμενη, με την οποία απέκτησε ακόμα ένα παιδί. Σε κάποια φάση βρέθηκε με την παραπονούμενη, η οποία του γνωστοποίησε ότι ήταν έγκυος και ότι το παιδί ήταν δικό του και ότι τότε χώρισε με τον τότε συμβίο της και έκαναν τις διαδικασίες αναφορικά με την ταυτότητα του μωρού και μετά από εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι το μωρό ήταν του κατηγορούμενου και από τότε ο κατηγορούμενος χώρισε με την γυναίκα που είχε δεσμό και ξεκίνησε να συζεί με την παραπονούμενη, μέχρις ότου ξεκίνησαν τα προβλήματα που άπτονταν της συμπεριφοράς της παραπονούμενης όπως τα έχει περιγράψει και τα παράπονα που εκδήλωνε η κατηγορούμενη και ο κατηγορούμενος ήθελε τότε να μείνει στο σπίτι του διότι ήθελε την ησυχία του και η παραπονούμενη ουδέποτε έμεινε στο σπίτι του. Ανέφερε επίσης ότι η παραπονούμενη παρακολουθείτο από συγκεκριμένο ψυχίατρο, χωρίς να γνωρίζει ο ίδιος τι φάρμακα λάμβανε η παραπονούμενη, διότι δεν έμενε ο ίδιος τακτικά στο σπίτι της. Δεν τηλεφώνησε ποτέ στην παραπονούμενη για να την απειλήσει και ούτε θέλει να της τηλεφωνεί διότι ξέρει την συμπεριφορά της η οποία είναι προβηματική. Μένει στην ίδια οδό με την κατηγορούμενη σε κοντινή απόσταση και ένα μήνα περίπου πριν να δώσει την κατάθεση του στην αστυνομία ανέφερε στην παραπονούμενη ότι θέλουν να διακόψουν την σχέση τους διότι δεν την άντεχε. Έτσι πήρε την απόφαση να διακόψει κάθε επαφή μαζί της, παρόλο που υπάρχει το παιδί, ουδέποτε απείλησε την παραπονούμενη ότι θα της κάψει το αυτοκίνητο και ότι θα της πάρει το παιδί και να πάει στο εξωτερικό, ούτε την απείλησε ότι θα την σκοτώσει ή ότι θα της κάνει κακό. Το ότι δεν πήρε τηλέφωνο σε καμία περίπτωση την παραπονούμενη, αυτό μπορεί να διαπιστωθεί από την ΑΤΗΚ για όλο το χρονικό διάστημα που ισχυρίζεται η παραπονούμενη ότι την απειλούσε και όλα όσα λέει η παραπονούμενη είναι ψέματα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι δεν είχε αντιμετωπίσει άλλη ποινική υπόθεση στο παρελθόν και ότι από το 2013 δεν είχε άλλη επαφή με την παραπονούμενη. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στην σχέση που είχε με την παραπονούμενη και την απόκτηση ενός παιδιού, στην απόσταση που μεσολαβεί μεταξύ των οικιών τους, όταν γεννήθηκε το μωρό η παραπονούμενη ήταν με τον άντρα της και δεν ήξεραν ποιου είναι το μωρό και ακολούθως η παραπονούμενη ήρθε και τον βρήκε και του είπε ότι χώρισε με τον άλλον άνδρα και ότι το μωρό είναι δικό του και έκαναν τις ανάλογες εξετάσεις, χωρίς να θυμάται πότε έγιναν και πότε ακριβώς είχε σχέση με την παραπονούμενη, όπου αποδείχθηκε ότι το παιδί είναι δικό του και το αναγνώρισε, αν και συμφώνησε ακολούθως σε σχετική υποβολή αναφορικά με το πότε έγινε αυτό. Γνώριζε την παραπονούμενη αρκετό χρόνο πριν και ήξερε ότι είχε ψυχολογικά, ήταν νευρική και ο ίδιος δεν μπορούσε να μείνει μαζί της, η παραπονούμενη τσακωνόταν με τους γείτονες. Ανέφερε ότι γύρω στα μέσα του Σεπτέμβρη 2013 είχε σχέση με την παραπονούμενη που διήρκησε λίγους μήνες, η παραπονούμενη δεν του έδινε το μωρό για να το βλέπει όπως διέταξε το Δικαστήριο και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι η παραπονούμενη του τηλεφώνησε στις 16/9/2013 για να διακόψουν την σχέση τους, λέγοντας ότι είναι ο ίδιος που το αποφάσισε αυτό και το είπε στην παραπονούμενη διότι δεν μπορούσε να τσακώνεται μαζί της. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι στις 16/9/2013 απείλησε την παραπονούμενη και ότι προσπάθησε να επανσυνδεθεί μαζί της, επικαλούμενος την ΑΤΗΚ και ότι θα μπορούσε αυτό να ελεγχθεί και ότι τότε δεν είχε σχέση μαζί της, καθώς επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι στις 30/9/2013 απείλησε την παραπονούμενη, ανέφερε ότι το μωρό το έχει δει μόνο δύο φορές, έδινε τις διατροφές, όμως η παραπονούμενη του ανέφερε ότι το μωρό αναγνωρίζει τον άλλον άνδρα ως πατέρα. Αναφέρθηκε επίσης και στην όποια επικοινωνία είχε με την παραπονούμενη πριν να γεννηθεί το μωρό, αρνήθηκε ότι προκλήθηκε ψυχική βλάβη στην παραπονούμενη λόγω των απειλών και λόγω του χαρακτήρα της, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι έπαιρνε τηλέφωνο την παραπονούμενη για να της ευχηθεί για τα γενέθλια της, λέγοντας ότι δεν γνωρίζει πότε είναι τα γενέθλια της παραπονούμενης. Ανέφερε επίσης ότι η παραπονούμενη έσπασε την πόρτα του σπιτιού του και του πέταξε όλα του τα πράγματα κάτω από το μπαλκόνι, προκαλώντας του ζημιά ύψους € 4,000 και αυτό το έχει καταγγείλει στην αστυνομία, επίσης η παραπονούμενη του έκανε ζημιά στο αυτοκίνητο του με κατσαβίδι και η αστυνομία έλαβε μέτρα έτσι ώστε η παραπονούμενη να μην περνά από το σπίτι του, λέγοντας επίσης ότι η παραπονούμενη δεν ήρθε ποτέ στο σπίτι του, ενώ σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι η παραπονούμενη ερχόταν στο σπίτι του πριν να γεννηθεί το μωρό. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R. 210). Οι πιο πάνω αποφάσεις αφορούσαν το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: 91. Όποιος- . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Με βάση το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί είναι, πέραν της απειλής η οποία δεν πρέπει να είναι κενή περιεχομένου, και ο σκοπός για τον οποίον γίνεται. Ουσιαστικά, αναζητείται η πρόθεση του κατηγορούμενου που εκτοξεύει μια τέτοια απειλή και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Στην Αγγλία, όπου διάφορα νομοθετήματα δημιουργούν ξεχωριστά αδικήματα τα οποία έχουν ως συστατικό στοιχείο την απειλή για άσκηση βίας ή την απειλή για πρόκληση θανάτου ή ζημιάς σε περιουσία ή πρόκληση ενόχλησης το λεκτικό τους είναι ξεκάθαρο και εκείνο που αναζητείται είναι η πρόθεση του κατηγορούμενου να επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα και όχι το αποτέλεσμα στο θύμα αυτό καθεαυτό. (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 2009, para. 29-68, p. 2718, para. 19-129, p. 2718 και p. 2229-2230, στις παραγράφου 23-32 - 23-35a). Όσον αφορά την νομική πτυχή των κατηγοριών 2 και 4, όπως προκύπτει μέσα από την συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 2 και 3
(1)του νόμου 119
(1)/2000, θα πρέπει να αποδειχθεί ουσιαστικά ψυχολογική βλάβη στην παραπονούμενη, μέσα από την ισχυριζόμενη εκσφενδόνιση εναντίον της των ισχυριζόμενων απειλών. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459) και συνεπώς ο Μ.Κ. 1 θα αξιολογηθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Στην υπόθεση Σκορδέλλη - ν - Δημοκρατίας κ.α. Ποινικές Εφέσεις 101 - 104 ημερ. 6/6/2016, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επισημαίνουμε και τονίζουμε ότι η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.» Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Ως προς την αποδεικτική βαρύτητα θέσης που προβάλλεται και που δεν έχει υποβληθεί, σχετική ειναι η πρόσφατη απόφαση Δώρος Πολυκάρπου - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149,2015, ημερομηνίας 25/4/2017, στην οποία αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα από την έντιμη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου: «Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. 'Οπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα.» Στην Σιβιτανίδης κ.α. - ν - Δημοκρατίας 2011 2 ΑΑΔ σελ. 166, τονίστηκε ότι μικρές διαφορές στη μαρτυρία πάντοτε υπάρχουν. Όμως, για να επέμβει το Εφετείο, αυτές θα πρέπει να είναι τέτοιες που είτε να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, είτε να είναι ουσιαστικής μορφής, ώστε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία των μαρτύρων (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 75). Η νομολογία δέχεται ότι μικροαντιφάσεις σε λεπτομέρειες στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία, που κατά τα άλλα είναι πειστική, και καταδείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 104). Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα. Ως προς τον Μ.Κ. 1, ο οποίος είναι ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης και η μαρτυρία του θα αξιολογηθεί και από αυτήν του την ιδιότητα με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, το Δικαστήριο έχει γενικά ικανοποιηθεί ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια και να εξιστορίσει όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ανακριτής και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε προσπάθεια του μάρτυρα να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε από τα άμεσα εμπλεκόμενα μέρη στην παρούσα διαδικασία, ήτοι της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, τόσο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, όσο και κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Βεβαίως, ο ανακριτής θα ήταν καλό να προβεί σε επιπρόσθετη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης με το να λάβει τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που αφορούν τις τηλεφωνικές κλήσεις του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει δώσει και την συγκατάθεση του σε αυτό, για να διαπιστωθεί το άλλοθι του, ήτοι ότι δεν έχει τηλεφωνήσει στην κατηγορούμενη τις επίδικες ημερομηνίες, αφού οι ισχυριζόμενες απειλές έγιναν δια μέσου τηλεφώνου. Αυτή του η παράλειψη δεν είναι όμως μοιραία για την αξιοπιστία του και ούτε τίθεται ζήτημα δίκαιης δίκης και βλάβης στα δικαιώματα του κατηγορουμένου, διότι για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω, η εκδοχή της παραπονούμενης κρίνεται αναξιόπιστη. Με την πιο πάνω επισήμανση και διευκρίνηση, η μαρτυρία του Μ.Κ. 1 κρίνεται ως αξιόπιστη. Ως προς την παραπονούμενη, το Δικαστήριο την έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερα επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα, λόγω ακριβώς της ιδιότητας της ως παραπονούμενης. Το Δικαστήριο δεν λησμονεί ότι ο κάθε μάρτυρας είναι ξεχωριστός, με την δική του ιδιοσυγκρασία, τρόπο σκέψης και αντίδρασης, αλλά και εξιστόρισης και αφήγησης των όσων έχει ή δεν έχει βιώσει, δει και ακούσει. Στην προκειμένη περίπτωση η παραπονούμενη είχε την δική της ψυχοσυναισθηματική σύνθεση, με κοινό υπόβαθρο ότι παρακολουθείτο από ψυχίατρο και λάμβανε κάποια φαρμακευτική αγωγή και εξ΄ αντικειμένου, αλλά και ως λογική απόρροια, ο τρόπος σκέψης, δράσης και αφήγησης της να διαφέρει από αυτού του μέσου ανθρώπου και το Δικαστήριο το είχε κατά νου κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας υπ΄ όψη ότι η μάρτυρας τελούσε σε κάποια αμηχανία και σύγχυση, που αναμφίβολα προβλημάτισαν το Δικαστήριο κατά πόσο είναι ζήτημα που δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου στο να αποδεχθεί την εκδοχή της από μόνο αυτά τα στοιχεία. Όμως, το Δικαστήριο έχοντας παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την παραπονούμενη, ήτοι τόσο την συμπεριφορά της, όσο και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, κρίνει ότι θα ήταν ιδιαίτερα ακροσφαλής επιχείρημα να στηριχθεί στην μαρτυρία της, λόγω και της σωρείας των αντιφάσεων που περιέπεσε, που δεν είναι απλές μικροαντιφάσεις, αλλά ουσιαστικής φύσεως αντιφάσεις που άπτονται του πυρήνα της εκδοχής της, με ταυτόχρονη προσθήκη ισχυρισμών που πρώτη φορά κατά την ακροαματική διαδικασία προέβαλε, σε μια προσπάθεια εντυπωσιασμού, αλλά και να πλήξει την εικόνα του κατηγορουμένου με κάθε τρόπο. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι αναφορές της παραπονούμενης ότι το παιδί που απέκτησε με τον κατηγορούμενο είναι προϊόν βιασμού και ότι ο κατηγορούμενος είχε ερωτικές βλέψεις προς το ένα της παιδί, κρίνονται από το Δικαστήριο ως υστερόβουλες, διότι δεν τέθηκε οποιοσδήποτε τέτοιος ισχυρισμός ή καταγγελία στην αστυνομία και τέθηκαν αυτοί οι ισχυρισμοί στο Δικαστήριο σε μια προσπάθεια της μάρτυρος να αμαυρώσει την εικόνα και τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου προς όφελος της. Το ίδιο ισχύει και για την θέση της ότι την ημέρα που έδωσε την κατάθεση της δέχθηκε επίθεση με γρονθοκόπισμα από τον κατηγορούμενο και ότι προσπάθησε να την κακοποιήσει εκ νέου σεξουαλικώς, διότι αυτή η θέση πρώτη φορά προβλήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και δεν τέθηκε ένα τέτοιο παράπονο στην αστυνομία, αλλά εκείνη την ημέρα προέβηκε στην κατάθεση της επειδή, ως η θέση της, είναι σίγουρη ότι ο κατηγορούμενος δεν θα σταματήσει να την ενοχλεί τηλεφωνικώς, αφού δύο μέρες πριν της τηλεφωνούς επίμονα, ως θέση της, για να της ευχηθεί για τα γενέθλια της. Αυτή η υστερόβουλη θέση της παραπονούμενης περί επίθεσης εναντίον της την ημέρα που έδωσε την κατάθεση της, κρίνεται ως υστερόβουλη και εμπίπτει στην ίδια προσπάθεια της για αμαύρωση της εικόνας του κατηγορουμένου προς όφελος της και επιπρόσθετα, όταν εξιστορούσε αυτόν τον ισχυρισμό, ήταν σε αμηχανία και σύγχυση, αφού δεν μπορούσε σε κατοπινό στάδιο να προσδιορίσει χρονικά πότε αυτό έγινε, προδήλως λόγω του υστερόβουλου αυτού ισχυρισμού. Η ίδια αμηχανία και σύγχυση υπήρχε και όταν για πρώτη φορά προέβαλε την θέση ότι την ημέρα που έδωσε την κατάθεση της πήγε με σκισμένη την φανέλα της από την επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, αφού κάτι τέτοιο δεν ανέφερε στον Μ.Κ. 1 και ούτε ο Μ.Κ. 1 ανέφερε κάτι τέτοιο. Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά της ότι επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο για να του ζητήσει πίσω το ποσό των € 500 που του είχε δανείσει για αγορά αυτοκινήτου. Αυτή η τοποθέτηση της παραπονούμενης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η παραπονούμενη προέβαλε το παράπονο της 36 και 22 μέρες αντίστοιχα μετά την ισχυριζόμενη εκστόμιση των απειλών εκ μέρους του κατηγορουμένου και μάλιστα με την πρόκληση σε αυτήν φόβου, μόνο εύλογα ερωτηματικά και κενά αφήνουν στο όλο οικοδόμημα της εκδοχής που επιχείρησε η παραπονούμενη να ανεγείρει εις βάρος του κατηγορουμένου, έχοντας υπ΄ όψη τα χρονικά κενά που μεσολάβησαν, αλλά και την αναγνωρισθείσα από την ίδια πρόθεση του κατηγορουμένου να της ευχηθεί για τα γενέθλια της και συνεπώς κρίνεται άστοχη η προβολή της δικαιολογίας ότι έδινε ευκαιρίες στον κατηγορούμενο λόγω της μετάνοιας που εξέφραζε και των ευκαιριών που έδινε στον κατηγορούμενο να αναμορφωθεί. Το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν η παραπονούμενη να προβεί άμεσα ή τουλάχιστον σε πολύ λιγότερο χρόνο και σίγουρα σε εύλογο χρόνο το παράπονο της εάν ήταν γνήσιο, πράγμα που δεν συνέβη στην παρούσα περίπτωση και αυτό μόνο θετική επίδραση θα μπορούσε να είχε προς όφελος του κατηγορουμένου. Ούτε βεβαίως κρίνεται λογική και πειστική η αναφορά της ότι ο αστυνομικός δεν έγραψε όλα όσα του περιέγραψε, διότι η παραπονούμενη αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση της, το Δικαστήριο έχει ήδη πειστεί για την πληρότητα των ενεργειών του Μ.Κ. 1, με εξαίρεση βεβαίως την πιο πάνω αναφερθείσα παράλειψη λήψεως των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, αλλά και επειδή το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η αναφορά της παραπονούμενης, εμπίπτει στην ίδια τακτική της να εκσφενδονίζει ευθύνες για να αμαυρώσει εικόνα προσώπου προς όφελος της. Η προσπάθεια της παραπονούμενης να αμαυρώσει την εικόνα του κατηγορουμένου, συνεχίστηκε με την αναφορά της ότι ο κατηγορούμενος κτύπησε την πρώην σύζυγο του, προκαλώντας σε αυτήν κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Επιπρόσθετα η παραπονούμενη υπέπεσε σε αντιφάσεις και διανθίσεις ως προς το ζήτημα της οπλοκατοχής του κατηγορουμένου, διότι στην κατάθεση της κάνει αναφορά σε ένα μόνο όπλο στο σπίτι του κατηγορουμένου, ήτοι το τεκμήριο 3 το οποίο και ανευρέθη, όμως προφορικά στην ακροαματική διαδικασία, στην προσπάθεια της να αμαυρώσει εκ νέου την εικόνα του κατηγορουμένου, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έχει και ένα δεύτερο όπλο, όπου αρχικά ανέφερε ότι αυτό βρισκόταν σε ερμάρι του σπιτιού, ενώ σε άλλο στάδιο της διαδικασίας ανέφερε ότι αυτό βρίσκεται σε χωράφι, υποπέπτοντας σε αυτήν την αντίφαση λόγω ακριβώς της υστερόβολης αυτής θέσης. Όλες λοιπόν οι πιο πάνω ουσιαστικές αντιφάσεις και οι υστερόβουλοι ισχυρισμοί, σε συνδυασμό με την όλη αμήχανη και συγχυστική στάση που κρατούσε κατά την ακροαματική διαδικασία, αφήνουν ανυπέρβλητα ερωτηματικά ως προς το αξιόπιστο της εκδοχής που παρουσίασε που μόνο υπέρ του κατηγορουμένου μπορούν να επενεργήσουν, μη δυνάμενο το Δικαστήριο να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που να υπάγονται στα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, η μαρτυρία της παραπονούμενης κρίνεται ως αναξιόπιστη και απορρίπτεται. Ως προς τον κατηγορουμένο, το Δικαστήριο επίσης τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα, λόγω ακριβώς της ιδιότητας του και τα όσα του καταλογίζονται. Το Δικαστήριο έχει πειστεί για το λογικό της εκδοχής του κατηγορουμένου που άπτεται του πυρήνα της υπερασπιστικής του γραμμής και γενικά του άλλοθι που παρουσίασε από την πρώτη στιγμή και για το οποίο ήταν σταθερός και απόλυτος, χωρίς να εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε προσπάθεια του να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο, διότι από την πρώτη στιγμή ο κατηγορούμενος έθεσε τον εαυτό του στην διάθεση της αστυνομίας όπως διερευνήσει τα τηλεπικοινωνιακά του δεδομένα και να διαπιστωθεί το αληθές της θέσης του, ήτοι ότι δεν έχει τηλεφωνήσει καν στη παραπονούμενη, ισχυρισμός που δεν έχει διερευνηθεί ως πιο πάνω αναφέρθηκε και που εν πάση περιπτώση έπεισε το Δικαστήριο αυτή η θέση του κατηγορουμένου. Έπεισε επίσης η θέση του κατηγορουμένου ότι δεν έχει αντιμετωπίσει οποιεσδήποτε άλλες ποινικές υποθέσεις εναντίον του και αυτό είναι άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμένο με την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω και που καταδεικνύεται η απουσία οποιοδήποτε επιλήψιμου και γενικά μεμπτού στοιχείου που επιχείρησε η παραπονούμενη να του προσάψει. Ούτε έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε προσπάθεια του κατηγορουμένου στο να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο ως προς τον πυρήνα της εκδοχής και γενικά του άλλοθι που παρουσίασε. Υπήρξαν στην μαρτυρία του κατηγορουμένου κάποια στοιχεία που καταδεικνύουν την αφέλεια, προχειρότητα και απερισκεψία του στην εξιστόριση της όλης σχέσης που είχε με την παραπονούμενη, που δεν κλονίζουν όμως την αξιοπιστία του διότι δεν άπτονταν του πυρήνα της υπερασπιστικής του γραμμής και γενικά του άλλοθι που παρουσίασε, όπως π.χ. οι αναφορές του όσον αφορά την οποιαδήποτε σχέση, επικοινωνία και επαφή που είχε με την παραπονούμενη πριν την γέννηση του παιδιού τους, την άγνοια του ως προς την ημερομηνία γενεθλίων της παραπονούμενης και τις ζημιές που του προκάλεσε η παραπονούμενη στο σπίτι του. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και διευκρινήσεις, το Δικαστήριο κρίνει την μαρτυρία του κατηγορουμένου ως αξιόπιστη. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος απείλησε τηλεφωνικώς την παραπονούμενη στις δύο πιο πάνω αναφερόμενες ημερομηνίες και ότι την απείλησε με τις φράσεις που του αποδίδονται, προκαλώντας φόβο και ψυχική βλάβη στην παραπονούμενη, ως είναι και ο πυρήνας της πάρούσας υπόθεσης και αναπόφευκτα οι κατηγορίες είναι έκθετες προς απόρριψη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............. Αλέξανδρος Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Απειλή 91(γ) και βία στην οικογένεια με ψυχική βία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο