← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 9275/2017, 14/6/2019

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 9275/2017, 14/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9275/2017 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Κατηγορούμενου -------------------------- Ημερομηνία: 14 Ιουνίου,

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Μαρκίδης και κ. Κ. Δαμιανού. Κατηγορούμενος, απών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Προδικαστικό Αίτημα για Απόρριψη της Υπόθεσης λόγω Κατάχρησης) Ι. ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ
  2. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298

(1), 5, 6 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ»).
  1. Αφορούν τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις εξασφάλισης χρημάτων από τους παραπονούμενους, ΧΧΧ και ΧΧΧ Έλληνα, την 26/11/2009 του ποσού των €100.095,42 (1η κατηγορία), την 17/12/2009 του ποσού των €150.050 (2η κατηγορία), την 21/9/2010 του ποσού των €150.000 (2η κατηγορία), την 17/12/2009 του ποσού των €150.000 (3η κατηγορία), και την 1/3/2011 του ποσού των €90.000 (4η κατηγορία).
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο κατηγορούμενος φέρεται να εξασφάλισε το προαναφερθέντα χρηματικά ποσά μέσω τραπεζικών εμβασμάτων που έγιναν από λογαριασμούς που διατηρούσαν οι παραπονούμενοι σε διάφορες τράπεζες προς τραπεζικούς λογαριασμούς των εταιρειών HARD ROCK HOLDINGS LTD (κατηγορίες 1 και 4) ή HARD ROCK CAFÉ HELLAS SA (κατηγορίες 2 και 3), τα οποία, δήθεν, πλήρωσε η HARD ROCK CAFÉ HELLAS SA προς την HARD ROCK HOLDINGS LTD ως μέρος πληρωμής για τέλη δικαιοχρησίας (franchise fees) για το HARD ROCK CAFÉ NICOSIA, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ουδέποτε χρειαζόταν να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό για τέλη δικαιοχρησίας του HARD ROCK CAFÉ NICOSIA. Τα πιο πάνω ποσά αφορούσαν χρέη της εταιρείας HARD ROCK CAFÉ HELLAS SA από εργασίες που έγιναν στην Ελλάδα και έπρεπε να είχαν πληρωθεί από την πιο πάνω εταιρεία προς την HARD ROCK HOLDINGS LTD και όχι από τους παραπονούμενους. ΙΙ. ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ - ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ
  3. Η Υπεράσπιση αιτήθηκε όπως εξεταστεί πριν απαντηθεί το κατηγορητήριο από τον κατηγορούμενο, προδικαστικό αίτημα, για κατάχρηση της Δικαστικής Διαδικασίας. Με ενδιάμεση απόφαση μου ημερ. 21/8/2018 ενέκρινα το αίτημα, στη βάση της Σπύρου v. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Π.Ε. 223/14, 11/11/
  4. Το αίτημα της Υπεράσπισης στηρίζεται στα εξής σημεία (σελ. 11 και 12, σημεία 1 - 4, της γραπτής αγόρευσης ημερ. 22/6/2018):
(1)Καθυστέρηση στην προώθηση της όλης διαδικασίας,
(2)Απόδοση στους παραπονούμενους αλλότριων κινήτρων αλλά και συνεννόηση με τις διωκτικές αρχές για προώθηση της διαδικασίας για δικούς τους σκοπούς, και
(3)Ύπαρξη κινδύνου έκδοσης διαφορετικών αποφάσεων για τα ίδια γεγονότα, γεγονός που ενδέχεται να κλονίσει το αίσθημα εμπιστοσύνης στη δικαστική διαδικασία.
  1. Με βάση την ενδιάμεση απόφαση μου επέτρεψα στην Υπεράσπιση να παρουσιάσει μαρτυρία για τα ακόλουθα θέματα (σελ. 10 - 11 της της γραπτής αγόρευσης ημερ. 22/6/2018): «A) Το κατ' ισχυρισμό αδίκημα διαπράχθηκε αρχές του 2010 ενώ η καταγγελία έγινε περί τον Φεβρουάριο του 2013, δηλαδή μετά από 3 χρόνια και πλέον. Β) Κατά τον επίδικο χρόνο εκκρεμούσαν και/ ή συνεχίζουν μέχρι σήμερα να εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες που κινεί ο καταγγέλλων/ παραπονούμενος στην παρούσα, εναντίον του Κατηγορούμενου κ.α., με τις οποίες αξιώνει από τον Κατηγορούμενο τα ίδια ποσά σε σχέση με τα οποία έχει εγερθεί η παρούσα διαδικασία ως αυτά εμφαίνονται στις λεπτομέρειες κατηγοριών στην παρούσα. Γ) Περαιτέρω, τα επίδικα θέματα στην παρούσα διαδικασία είναι τα ίδια με τις αμέσως πιο πάνω αναφερόμενες δικαστικές διαδικασίες του παραπονούμενου εναντίον του Κατηγορούμενου στην παρούσα. Δ) Ο καταγγέλλων (παραπονούμενος) προέβη στη καταγγελία των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων προς ενίσχυση των αστικών του διεκδικήσεων τις οποίες αξίωνε και/ ή αξιώνει με παράλληλες αγωγές και/ ή αιτήσεις ενώπιον Δικαστηρίου. Ε) Τα επίδικα γεγονότα αποτελούν κατ' ισχυρισμό αστικής φύσεως διαφορά για την οποία εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες και η παρούσα διαδικασία αποτελεί καταπιεστικό (oppressive) και/ ή καταχρηστικό μέτρο. ΣΤ) Η πιο πάνω αναφερόμενη καταγγελία στην Αστυνομία έγινε (α) λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της Εταιρικής Αίτησης 171/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας και την αποτυχημένη προσπάθεια εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος από τον καταγγέλλοντα στην Εταιρική Αίτηση 171/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αποσύρθηκε από αυτόν τον Ιούνιο του 2013 και (β) λίγες μέρες πριν την καταχώρηση αγωγής υπ' αρ. 1758/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας, με την οποία ο καταγγέλλων (παραπονούμενος) ζητά την επιστροφή των ποσών σε σχέση με τα οποία έχει εγερθεί η παρούσα διαδικασία ως αυτά εμφαίνονται στις λεπτομέρειες κατηγοριών στην παρούσα. Z) Μετά την ολοκλήρωση λήψης του μαρτυρικού υλικού από την Αστυνομία μεσολάβησαν 3 περίπου χρόνια για να καταχωρηθεί η παρούσα ποινική υπόθεση. Ο δε Κατηγορούμενος δεν συνέβαλε καθ' οιονδήποτε τρόπον εις την καθυστέρηση. Η) Της καταχώρησης του κατηγορητηρίου προηγήθηκαν συμβάντα που υποδηλούν συνεννόηση του καταγγέλλοντος με τους αρμοδίους για προώθηση και καταχώρηση της παρούσας, χωρίς να έχει επισυμβεί οποιαδήποτε γεγονός από την ολοκλήρωση λήψης μαρτυρικού υλικού μέχρι την καταχώρηση του. Θ) Περαιτέρω, άτομα από στενό επαγγελματικό και φιλικό κύκλο του Κατηγορούμενου ήταν δέκτες απειλών που είχαν στόχο τον Κατηγορούμενο από τον καταγγέλλοντα/ παραπονούμενο στην παρούσα, οι οποίες απειλές ήταν τέτοιου περιεχομένου και έγιναν σε τέτοια χρονικά σημεία, που οδηγούν άμεσα στο συμπέρασμα ότι η παρούσα διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη. I) Τέλος, θα παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αριθμός επιστολών του Κατηγορούμενου αλλά και των δικηγόρων και/ ή αντιπρόσωπων του, οι οποίες στάλθηκαν τόσο πριν όσο και μετά την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου, προς τις διωκτικές αρχές και/ ή την Αστυνομία και/ ή τον Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης και/ ή την Γενική Εισαγγελία, των οποίων το περιεχόμενο είναι σχετικό με όλα τα αμέσως πιο πάνω σημεία και με τις οποίες μεταξύ άλλων επαναλαμβανόταν και τεκμηριωνόταν το γεγονός ότι εκ των επίδικων γεγονότων ενδεχομένως να αναφύεται κατ' ισχυρισμό αστικής φύσεως διαφορά και μόνο, γεγονός που καθιστά την παρούσα καταχρηστική.» ΙΙΙ. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
  2. Η Υπεράσπιση παρουσίασε τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου, ότι δηλαδή αφορούν δικόγραφα που αφορούν εκκρεμούσες διαδικασίες και επιστολές που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των μερών (κατάλογος Τεκμήριο Π1 - Βox File με αριθμημένα τα έγγραφα, Τεκμήριο Π2):
(1)(α) Αίτηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 1712013 και (β) Ενδιάμεση Μονομερής Αίτηση (Interim Order) στο πλαίσιο της Αίτησης 171/2013, αμφότερες ημερομηνίας 5/3/2013 μαζί με τις υποστηρικτικές Ένορκες Δηλώσεις της ίδιας ημερομηνίας του κ. XXXXX Έλληνα και (γ) Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Έλληνα ημερομηνίας 7/3/2013 καταχωρισθείσας στις εν λόγω Αιτήσεις.
(2)Αίτηση Αναστολής της Αίτησης με αρ. 171/2013 με υποστηρικτική Ένορκη Δήλωση του κ. ΧΧΧ Μιχαηλίδη, αμφότερες ημερομηνίας 12/3/2013.
(3)Διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/6/2013 στα πλαίσια της Αίτησης με αρ. 171/2013.
(4)Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στην Αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 1758/2013 ημερομηνίας 7/3/2013.
(5)Ενδιάμεση Αίτηση ημερομηνίας 20/4/2017 για απόρριψη της Αγωγής με αρ.1758/2013 λόγω παράλειψης προωθήσεώς της.
(6)Έκθεση Απαίτησης ημερομηνίας 10/10/2017 καταχωρισθείσας στα πλαίσια της Αγωγής με αρ.1758/2013.
(7)Υπεράσπιση ημερομηνίας 22/11/2017 καταχωρισθείσας στα πλαίσια της Αγωγής με αρ.1758/2013.
(8)Έγγραφο υπό τον τίτλο «Έκθεση Γεγονότων» ημερομηνίας 13/12/2016, το οποίο παραδόθηκε από τον Κατηγορούμενο στον ανακριτή αστυνομίας, Λοχ. ΧΧΧ Κατσικίδη.
(9)Επιστολή των κ.κ. Κυριάκος Θ. Μιχαηλίδης & Σία ημερομηνίας 7/8/2013 προς τον τότε Γενικό Εισαγγελέα, κ. Πέτρο Κληρίδη.
(10)Επιστολή του τότε Γενικού Εισαγγελέα, κ. Πέτρου Κληρίδη, ημερομηνίας 9/8/2013 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας με κοινοποίησή της στον κ. XXXXX Θ. Μιχαηλίδη.
(11)Επιστολή του κ. XXXXX Μιχαηλίδη ημερομηνίας 9/7/2015, προς τον Αρχηγό Αστυνομίας.
  1. Μαρτυρία έδωσε επίσης ο κ. XXXXX Οικονομίδης (ΜΥ 1) (Τεκμήριο Π3 - γραπτή Δήλωση. Για την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία έδωσε ο Λοχ. ΧΧΧ, Κατσικίδης (ΜΚ 1) (Τεκμήριο Π 4 - Η Αστυνομική του κατάθεση). Μαρτυρία κ. Νίκου Οικονομίδη (ΜΥ 1)
  2. Ο ΜΥ 1 ανέφερε ότι εργάζεται ως δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο του Κυριάκου Θ. Μιχαηλίδη. Την 18/9/2016, ενώ βρισκόταν σε γαμήλια δεξίωση, συνάντησε τον ΧΧΧ Έλληνα. Ο ΧΧΧ Έλληνας βρισκόταν εκεί με κάποιο άλλο πρόσωπο. Γνώριζε τον ΧΧΧ Έλληνα λόγω της συνεργασίας που είχε μαζί του ο κατηγορούμενος. Ο ΜΥ 1 αναφέρει τα εξής ως προς τη στιχομυθία που αντάλλαξαν: «Αφού χαιρετιστήκαμε ο κ. Έλληνας μου ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο [κατηγορούμενος] σύντομα θα λάβει κλήσιν. Τον ρώτησα τι εννοεί «κλήσιν» και μου απάντησε «κλήση από την αστυνομία». Μου ανέφερε επίσης να μην αναφέρω στον [κατηγορούμενο] τα πιο πάνω που μου είχε πει. Εγώ του είπα γιατί πάεις ποινικά; δεν είναι καλύτερα να τα βρείτε μέσω του Πολιτικού Δικαστηρίου; Ο κ. Έλληνας τότε μου απάντησε ευθέως όχι, γιατί όπως μου είπε ο κ. ΧΧΧ ο πατέρας του [κατηγορούμενου] ήταν το πρόβλημα που δεν λύεται η διαφορά με τον [κατηγορούμενο].»
  3. Ο ΜΥ 1 δεν γνώριζε για την αποτυχία της αίτησης με αρ. 171/2013 που είχε αποσυρθεί τον Ιούνιο του
  4. Ανέφερε τα όσα του λέχθηκαν στον κ. Μιχαηλίδη λόγω ηθικής υποχρέωσης. Το πρόσωπο που βρισκόταν με τον παραπονούμενο με κίνηση του προέβη σε υπόδειξη στον παραπονούμενο να μη συνεχίσει τη συζήτηση.
  5. Ο ΜΥ 1 δεν αντεξετάστηκε. Μαρτυρία Λοχ. ΧΧΧ, Κατσικίδη (ΜΚ 1)
  6. Ο ΜΚ 1 έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενο την 21/2/2013 σε σχέση με τα καταγγελλόμενα αδικήματα. Ο παραπονούμενος του παρέδωσε αριθμό Τεκμηρίων. Επίσης την 12/3/2013 έλαβε κατάθεση από υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου και την 13/3/2013 έλαβε κατάθεση από κάποιον ΧΧΧ Bautista, και μία τραπεζική υπάλληλο της Alpha Bank. Όλοι του παρέδωσαν τεκμήρια. Την 17/7/2013 μεταξύ των ωρών 0925-1110 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Η λήψη της κατάθεσης διακόπηκε και συνεχίστηκε την 31/07/2013 μεταξύ των ωρών 0920 -
  7. Την 30/10/2015 έλαβε κατάθεση από υπάλληλο του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η οποία επίσης του παρέδωσε αριθμό τεκμηρίων. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς την 1/3/
  8. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενο την ημέρα που προέβη σε παράπονο, δηλ. την 21/2/
  9. Η διερεύνηση τελείωσε την 30/10/2015, οπότε και ο φάκελος στάλθηκε στη Νομική Υπηρεσία την 23/11/
  10. Μεταξύ της 17/7/2013 και της 30/10/2015 είχαν γίνει κάποιες ενέργειες. Ζητήθηκε δικαστική συνδρομή από τις Η.Π.Α. Δεν ήταν σίγουρος πότε λήφθηκε απάντηση.
  11. Η απάντηση από τη Νομική Υπηρεσία λήφθηκε την 2/2/2016, με οδηγίες, «όπως οι μεταξύ τους διαφορές να επιλυθούν στα Αστικά Δικαστήρια». Ο φάκελος επιστράφηκε ξανά στη Νομική Υπηρεσία την 7/6/2016, επειδή ζητήθηκε από τον ίδιο Δικηγόρο της Δημοκρατίας που είχε δώσει τις αρχικές οδηγίες. Επιστράφηκε την 22/7/2016 με τις ακόλουθες οδηγίες, «υπάρχει επαρκής μαρτυρία διάπραξης του αδικήματος της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και δίδονται οδηγίες για την άμεση δίωξη του υπόπτου». Οι οδηγίες αυτές δόθηκαν από άλλο Δικηγόρο της Δημοκρατίας. Ο ΜΚ 1 δεν γνώριζε αν ήταν ανώτερος του προηγούμενου.
  12. Η δική του εισήγηση την 23/11/2015 ήταν η ακόλουθη, «με βάση τα πιο πάνω άποψη μου είναι ότι έχουμε δύο θέσεις που συγκρούονται μεταξύ τους. Η θέση της Αστυνομίας είναι ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει σε αστικής φύσεως θέματα. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω άποψη μου παρακαλώ όπως η υπόθεση αποσταλεί στη Νομική Υπηρεσία για μελέτη και οδηγίες ως προς τον πάρα πέρα χειρισμό της». Η εισήγηση του είχε εγκριθεί από τους ανωτέρους του. ΙV. ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ
  13. Ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι με την παρουσιασθείσα μαρτυρία προκύπτουν τα ακόλουθα:
(1)Υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης από την Αστυνομία και τη Νομική Υπηρεσία. Οι κατηγορίες αφορούν αδικήματα που διαπράχθηκαν το 2009, 2010 και
  1. Η καταγγελία έγινε την 21/2/
  2. Την 30/10/2015 η Αστυνομία ολοκλήρωσε το ανακριτικό έργο και ο φάκελος διαβιβάστηκε την 26/11/2015 στη Νομική Υπηρεσία με εισήγηση ότι η υπόθεση αφορούσε αστικής φύσεως διαφορά. Η εισήγηση έγινε δεκτή την 2/2/
  3. Την 7/6/2016 ο φάκελος στάλθηκε εκ νέου στη Νομική Υπηρεσία, κατόπιν αιτήματος του ιδίου λειτουργού, για να ξαναμελετηθεί. Άλλος Δικηγόρος της Δημοκρατίας την 22/7/2016 έδωσε οδηγίες για να γίνει δίωξη. Η υπόθεση καταχωρίστηκε την 25/7/
  4. Υπήρξε επομένως καθυστέρηση δύο ετών στη διερεύνηση και άλλα δύο χρόνια από την ολοκλήρωση των ερευνών για να καταχωριστεί η υπόθεση χωρίς υπαιτιότητα του κατηγορουμένου.
(2)Τα αναφερθέντα του ΜΥ 1 για το τί διαμείφθηκε μεταξύ του ιδίου και του παραπονούμενου την 18/9/2016 υποδηλούν συνεννόηση του παραπονούμενου με τις διωκτικές αρχές, αφού τα όσα λέχθηκαν στο ΜΥ 1 ήταν μεταξύ της 7/6/2016 που ζητήθηκε ο φάκελος και της 25/7/2017 ημερομηνίας καταχώρισης του κατηγορητηρίου.
(3)Έχουν κινηθεί παράλληλες διαδικασίες από τον παραπονούμενο. Την 5/3/2013, μέσω εταιρείας της οποίας κατέχει το μετοχικό κεφάλαιο, καταχώρισε την Εταιρική Αίτηση 171/2013 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και μονομερή αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος (Έγγραφα 1(α) και 1 (β), Τεκμήριο Π2). Ο κατηγορούμενος με αίτηση ημερ. 12/3/2013 αιτήθηκε αναστολή της διαδικασίας (Έγγραφο 2 - Τεκμήριο Π2). Το Επαρχιακό Δικαστήριο την 26/6/2013 απέρριψε το μονομερές αίτημα του παραπονούμενου. Την 7/3/2013 ο παραπονούμενος επίσης καταχώρισε την αγωγή με αρ. 1758/2013. Έκθεση Απαίτησης καταχώρισε την 10/10/2017, μετά από αίτημα του κατηγορούμενου για απόρριψη της αγωγής, λόγω μη καταχώρισης της Έκθεσης Απαίτησης. Προκύπτει επομένως ότι η καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία την 21/2/2013 έγινε λίγες μέρες πριν την καταχώριση της εταιρικής αίτησης και την αποτυχία εξασφάλισης διατάγματος μονομερώς στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Με την αγωγή του ο παραπονούμενος απαιτεί την επιστροφή των ποσών που αποτελούν αντικείμενο της ποινικής διαδικασίας. Εφόσον τα επίδικα γεγονότα αποτελούν, κατ' ισχυρισμό, αστικής φύσεως διαφορά η παρούσα διαδικασία αποτελεί καταπιεστικό μέτρο.
(4)Από πλευράς του ο κατηγορούμενος συνεργάστηκε πλήρως με τις αρχές δίδοντας κατάθεση και παραδίδοντας όλα τα αναγκαία έγγραφα (Έγγραφα 8 - 11, Τεκμήριο Π2) ενώ ζητούσε και επίσπευση των ανακρίσεων.
(5)Με αναφορά στις LCA Domiki Ltd, Ποινική ECLI:CY:AD:2018:D424, Αίτηση 14/2018, 2/10/2018 και Αγγελίδης, Ποινική Αίτηση 17/2018, 6/12/2018, που αφορούσαν άρνηση καταχώρισης κατηγορητηρίου, εισηγήθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση, έστω και αν η δίωξη γίνεται από την Αστυνομία, προωθείται η ποινική διαδικασία ως μοχλός πίεσης σε σχέση με αστική διαφορά. Η συνεννόηση των διωκτικών αρχών με τον παραπονούμενο αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και καταστρατήγηση της καλής πίστης. 17. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής αναγνώρισε ότι υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Ανέφερε ότι η ταχεία προώθηση της διαδικασίας είναι συνταγματική επιταγή (άρθρο 30 του Συντάγματος) την οποία οφείλει το Δικαστήριο να διασφαλίσει (βλ. ΓΕ ν. Καψού
(2004)2 ΑΑΔ 127, Konig v. Germany
(1978)2 EHRR 170 και Sussman v. Germany
(1998)25 EHRR 64). Δεν είναι αποδεκτό, εισηγήθηκε, να τελεί κατηγορούμενος σε κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης (βλ. Mills v. Her Majesty's Advocate
(2002)3 WLR 1597). Η νομολογία, ανέφερε, δεν καθορίζει χρονική περίοδο καθυστέρησης υπέρβαση της οποίας να θεωρείται ότι ξεφεύγει των ορίων του εύλογου χρόνου. Η κάθε περίπτωση κρίνεται στα δικά στης δεδομένα. Λαμβάνονται υπόψη η ημέρα της σύλληψης, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η πολυπλοκότητα και η στάση του Δικαστηρίου, της Κατηγορούσας Αρχής και του κατηγορούμενου (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 203). Το γεγονός όμως της καθυστέρησης δεν κρίνεται αφηρημένα. Ο κατηγορούμενος οφείλει να καταδείξει ότι επηρεάστηκε δυσμενώς (βλ. Πουμπουρής ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 1) κάτι το οποίο δεν έχει καταδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση. 18. Ως προς το ζήτημα της κατάχρησης λόγω παράλληλης προώθησης ποινικής και αστικής διαδικασίας παρέπεμψε στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522, αναφέροντας ότι το ζήτημα έχει επιλυθεί και δεν προκύπτει κατάχρηση υπό τις περιστάσεις. V. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Καθυστέρηση 19. Όπως αναφέρθηκε στην Πουμπουρής, ανωτέρω, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός ευλόγου χρόνου είναι δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το αντίστοιχο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι αρχές που διέπουν το θέμα αναπτύχθηκαν από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία ταυτίζεται με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294, Χριστόπουλου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ. 100, Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330 και Μενελάου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 407). 20. Οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο ο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν εύλογος ή το αντίθετο είναι:
(1)Ο προσδιορισμός της ημερομηνίας από την οποία αρχίζει η μέτρηση του χρόνου. Ως τέτοια, θεωρείται η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης.
(2)Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης προσμετρά για να κριθεί το εύλογο του χρόνου που απαιτείται για την εκδίκαση μιας υπόθεσης, και
(3)Η συμπεριφορά των παραγόντων της δίκης δηλαδή, του Δικαστηρίου, της Κατηγορούσας Αρχής και του κατηγορουμένου, λαμβάνεται υπόψη για να κριθεί αν παραβιάστηκε το δικαίωμα της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου μέσα σε εύλογο χρόνο. 21. Η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου (βλ. Πουμπουρής, ανωτέρω, Αστυνομία ν. Φάντη κ.ά.
(1994)2 ΑΑΔ 160 και Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2)
(1995)2 ΑΑΔ 232). Το κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς (βλ. Πουμπουρής, ανωτέρω και Χατζηγεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 72/2014, 27/11/2016). Κατάχρηση - Παράλληλες διαδικασίες 22. Στην Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 ΑΑΔ 217, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων όπου εγείρεται ζήτημα κατάχρησης (σελ. 222): «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» 23. Στην Beogradska DD
(1996)1Β AAΔ.911, αναφέρθηκε ότι σε περιπτώσεις κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με επιδίωξη του ίδιου σκοπού με διαφορετικά ένδικα μέσα, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του τόσο το μέτρο της απόρριψης όσο και εκείνο της αναστολής. Στη σελ. 922 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας.» 24. Στην υπόθεση εκείνη είχαν καταχωριστεί δύο όμοιες εφέσεις κατά των ιδίων αποφάσεων. Επρόκειτο για δύο παράλληλες διαδικασίες ανεξάρτητες δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενο τους, που επέβαλλε την απόρριψη της μεταγενέστερης έφεσης. 25. Στη Χαραλαμπίδης, ανωτέρω, με την οποία ανατράπηκε η προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 ΑΑΔ 133 και M. & M. Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 AAΔ.717), κρίθηκε ότι η προώθηση ποινικής διαδικασίας για επιταγή που δεν τιμήθηκε, ταυτόχρονα με αστική, δεν συνιστούσε κατάχρηση. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (σελ. 535 - 536): «Είναι φανερό πως έπαιξε καταλυτική επίδραση η δήλωση του κατηγόρου αναφορικά με τα ελατήρια του. Όμως, κατά τη γνώμη μας, το πώς εκείνος βλέπει το σκοπό της διαδικασίας δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία. Σημασία έχει, όπως διευκρινίζει η Ttofinis και η παραπάνω αγγλική νομολογία, ότι ο παθών μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του, άσχετα από οποιαδήποτε ελατήρια του που δεν λείπουν και από άλλης φύσεως διώξεις. Η αντίδραση του κατηγόρου στη Βασιλείου βρίσκεται μέσα στο συνηθισμένο ανθρώπινο μέτρο, αλλά αυτό δεν προσδιορίζει το δικαίωμα ούτε αλλοιώνει το σκοπό της διαδικασίας. Αυτή καθαυτή η δίωξη δεν υποβοηθά ούτε σκοπεί στην είσπραξη της απαίτησης. Άλλωστε στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων είπε ουσιαστικά ότι επιδίωκε την τιμωρία του εφεσιβλήτου και όχι την ικανοποίηση της απαίτησης. Διερωτόμαστε αν μια τέτοια απάντηση, σε περίπτωση που γινόταν δεκτή, θα διέσωζε τη διαδικασία. Θα καθιερώναμε όμως τότε ένα πλασματικό κριτήριο. Θα μπορούσε επίσης να λεχθεί ότι ένα από τα κύρια αιτιολογικά στηρίγματα της Βασιλείου είναι η αγγλική νομολογία, η οποία αφορά σε πτωχευτικές και άλλες διαδικασίες στις οποίες κατεστάλη η έκδηλη επιδίωξη παράλληλου ωφελήματος, παντελούς ξένου και ανεξάρτητου από τη φύση ή το σκοπό ή τις ανάγκες της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η διάκριση με την προκείμενη περίπτωση είναι εμφανής.
  1. Tο Δικαστήριο, όταν τίθεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης. Εφόσον το διαπιστώσει, είτε απορρίπτει τη διαδικασία που θεωρεί καταχρηστική είτε την αναστέλλει. H διάγνωση κατάχρησης οδηγεί άνευ ετέρου στον τερματισμό της διαδικασίας (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου ν. Χριστοφίδη, ECLI:CY:AD:2016:B137, Π.Ε. 4/2014, 3/3/2016). H άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά. H κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών (βλ. Χαραλαμπίδης, ανωτέρω). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  2. Έχω εξετάσει τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου. Η χρονική σειρά των γεγονότων δεν έχει αμφισβητηθεί, ούτε η φύση, η εξέλιξη και τα αποτέλεσμα των δικαστικών διαδικασιών που καταχωρίστηκαν και εκκρεμούν.
  3. Καταλήγω ότι το αίτημα της Υπεράσπισης θα πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει αυτής της κατάληξης θα περιοριστώ στα απολύτως απαραίτητα, ως προς το σκεπτικό μου, αφού η υπόθεση θα προχωρήσει κανονικά προς εκδίκαση.
  4. Οι λόγοι που έχω αποφασίσει να απορρίψω το αίτημα είναι οι ακόλουθοι:
(1)Έχει παρατηρηθεί καθυστέρηση στην προώθηση της καταγγελίας. Αυτό είναι δεδομένο. Η υπεράσπιση όμως δεν έχει αναφερθεί στο πως αυτή επηρέασε τον κατηγορούμενο δυσμενώς. Το ζήτημα όπως έχει τεθεί μπορεί μόνο να επιλυθεί στα πλαίσια της δίκης και όχι προδικαστικά.
(2)Η αναφορά στη μεσολάβηση κάποιας ενέργειας ή πίεσης, από την αρχική απόφαση μη προώθησης της καταγγελία ποινικά μέχρι και την αλλαγή στάσης από τη Νομική Υπηρεσία, επίσης όπως έχει τεθεί θα πρέπει να αποτελέσει ζήτημα που θα πρέπει να επιλυθεί στα πλαίσια της δίκης. Η εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος, έξω από τα πλαίσια της δίκης, θα ήταν αποτέλεσμα εικασίας.
(3)Ο παραπονούμενος φέρεται να έχει προωθήσει αριθμό διαδικασιών. Αυτό δείχνουν τα κατατεθέντα δικόγραφα και ένορκες δηλώσεις. Αυτά, στη βάση του σκεπτικού της Χαραλαμπίδης, ανωτέρω, δεν συνιστούν, από μόνα τους, επαρκές υπόβαθρο εξαγωγής συμπεράσματος προώθησης δικαστικών διαδικασιών για τον ίδιο σκοπό, ή ότι η προώθηση της παρούσας σκοπεί στην άσκηση πίεσης στον κατηγορούμενο με σκοπό τη διευθέτηση των αστικών διαδικασιών. Κρίνω ότι και αυτό το ζήτημα θα πρέπει να επιλυθεί στα πλαίσια εκδίκασης της υπόθεσης. Ο κίνδυνος έκδοσης διαφορετικών αποφάσεων από διαφορετικά Δικαστήρια επίσης δεν μπορεί να αποτελέσει παράμετρο. Η απόδοση ή απόρριψη θεραπείας, στο σύνολο ή εν μέρει, αστικής απαίτησης με αγωγή, δεν σχετίζεται, ούτε αποφασίζεται με τον ίδιο τρόπο που καταλογίζεται ποινική ευθύνη. 30. Ως εκ τούτου η προδικαστική ένσταση του κατηγορούμενου απορρίπτεται. Υπ.).................................................. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.