← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης:15161/16, 7/8/2019

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης:15161/16, 7/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2019:10 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου‑Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:15161/16 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ -v-

  1. ΧΧΧ Χριστοδούλου
  2. ΧΧΧ Ζολώτα
  3. ΧΧΧ ΧΧΧ Fole
  4. ΧΧΧ Χριστοδούλου
  5. ΧΧΧ Κιζουρίδη
  6. A.C. Christodoulou Consultants Ltd
  7. Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών, πρώην Marfin Financial Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών
  8. Focus Maritime Corp Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 07/08/19 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αριστείδης με κα Α. Ματθαίου Για Κατηγορούμενο 2 και 3: κ. Αχ. Αιμιλιανίδη και κ. Δ. Μιχαηλίδης για κ. Χρ. Τριανταφυλλίδη Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση Κατηγορουμένων 2 και 3 για διακοπή της εναντίον τους διαδικασίας) Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι Ευρωπαίοι πολίτες, ο πρώτος Έλληνας Υπήκοος και ο δεύτερος Ρουμάνος. Παραπέμφθηκαν, μαζί με τους υπόλοιπους 6 Κατηγορούμενους, σε απευθείας δίκη από το Κακουργιοδικείο, με πρώτη συνεδρία στις 04/04/
  9. Στα πλαίσια της παραπομπής, το Επαρχιακό Δικαστήριο, αφού ικανοποιήθηκε ότι είχε επιδοθεί δεόντως το κατηγορητήριο στους υπό αναφορά Κατηγορουμένους, στην Ελλάδα όπου διέμεναν και δεν παρουσιάστηκαν, εξέδωσε εναντίον τους εντάλματα σύλληψης. Αυτό να σημειώσουμε, παρά την εισήγηση των συνηγόρων τους, ότι δεν είχαν υποχρέωση να παρουσιαστούν προσωπικά. Ακολούθησε, ως ήταν αναμενόμενο, η έκδοση Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης (στη συνέχεια «ΕΕΣ») εναντίον τους, στη βάση των οποίων συνελήφθηκαν στην Ελλάδα και Ρουμανία, αντίστοιχα και παραδόθηκαν στις Κυπριακές Αρχές, προκειμένου να δικαστούν στην παρούσα υπόθεση. Μετά από κάποιες τροποποιήσεις του Κατηγορητηρίου, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: - Ο Κατηγορούμενος 2, τις κατηγορίες 24, 25, 28 και 29 που αφορούν αδικήματα συγκάλυψης, κατά παράβαση του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου (Ν. 188

(1)/2007). - Ο Κατηγορούμενος 3, τις κατηγορίες 4, 9, 13, 23 και 27 που αφορούν αδικήματα συναλλαγών που υποδηλώνουν διαφθορά (κατηγορία 4), δεκασμού δημόσιου λειτουργού (κατηγορία 9), ενεργούς δωροδοκίας (κατηγορία 13) και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορίες 23 και 27). Η ακροαματική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη. Κατέθεσαν μέχρι σήμερα 54 μάρτυρες κατηγορίας και κατατέθηκαν 443 Τεκμήρια. Με την υπό εξέταση αίτηση οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 επιδιώκουν την αναστολή και/ή διακοπή της εναντίον τους διαδικασίας, λόγω, κατ' ισχυρισμό, κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Αφορμή για την καταχώρηση της αίτησης, αποτέλεσε η προσφάτως εκδοθείσα απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την οποία ακυρώθηκαν τα εντάλματα σύλληψης που είχαν εκδοθεί εναντίον τους, στα πλαίσια της διαδικασίας παραπομπής της παρούσας υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο (βλ. Μιχάλη Ζολώτα κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A288, Πολ. Έφεση Αρ. 381/2017, ημερ. 09/07/2019). Η αίτηση καταχωρήθηκε γραπτώς (δια κλήσεως) και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας ΧΧΧ Μούντη, στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση. Αναφέρει ότι μετά την καταχώριση της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο για σκοπούς παραπομπής της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο (βλ. Τεκμήριο 2), εκδόθηκαν εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3 εντάλματα σύλληψης επειδή δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο, ενώ τους είχαν επιδοθεί τα κατηγορητήρια. Οι Κατηγορούμενοι προσέβαλαν την απόφαση του Δικαστηρίου με αίτηση για παραχώρηση άδειας Certiorari, η οποία αρχικώς απερρίφθη και αφού ακολούθησαν δυο Εφέσεις (στην αρχική άρνηση για παραχώρηση της άδειας καθώς και στην επακόλουθη απόρριψη της αίτησης) εξεδόθη τελικά η απόφαση της Ολομέλειας ημερ. 09/07/2019 (Τεκμήριο 1) με την οποία ακυρώθηκαν τα υπό αναφορά εντάλματα σύλληψης. Υποδεικνύεται στη συνέχεια από την ομνύουσα, πως με τα παρανόμως εκδοθέντα εντάλματα σύλληψης, όπως αποφάσισε η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προσάχθηκαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ενώπιον του Δικαστηρίου και ακολούθησε η παραπομπή τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Η Κατηγορούσα Αρχή καταχώρισε γραπτή ένσταση, υποστηρίζοντας ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 εμποδίζονται να επιδιώκουν τη διακοπή της διαδικασίας, για τους ακόλουθους, επιγραμματικά, λόγους: (α) Τα ακυρωθέντα εντάλματα εκδόθηκαν στη διαδικασία παραπομπής και δεν είναι δυνατό να έχουν οποιαδήποτε επίδραση στην παρούσα διαδικασία, στην οποία καταχωρήθηκε νέο κατηγορητήριο, χωρίς οι Κατηγορούμενοι να προβάλουν οποιανδήποτε ένσταση ή επιφύλαξη. Πρόκειται, με βάση την εισήγηση, για ξεχωριστή διαδικασία που άρχισε με την καταχώριση νέου κατηγορητηρίου, το οποίο τους επιδόθηκε χωρίς να προβάλουν ένσταση. Πέραν τούτου, το Κακουργιοδικείο τους επέβαλε νέους όρους για την εξασφάλιση της παρουσίας τους, χωρίς και πάλι να εγερθεί οποιαδήποτε ένσταση από τους Κατηγορούμενους. (β) Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, προσήχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει ΕΕΣ που εκδόθηκαν εναντίον τους και όχι με βάση τα ακυρωθέντα εντάλματα σύλληψης. Με την απόφαση της Ολομέλειας ακυρώθηκαν μόνο τα εντάλματα σύλληψης και όχι τα ΕΕΣ. (γ) Οι διωκτικές αρχές της Δημοκρατίας, ενήργησαν καλόπιστα, στη βάση της γνήσιας πεποίθησης τους ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο υπήρχαν σε ισχύ νόμιμα εθνικά εντάλματα σύλληψης. (δ) Ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι οι Κατηγορούμενοι προσήχθηκαν καταχρηστικά ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν δικαιολογείται η διακοπή της διαδικασίας, επειδή οι ενέργειες των διωκτικών αρχών δεν ήταν κακόπιστες, σε βαθμό που να υπερκεράζουν το δημόσιο συμφέρον για συνέχιση της σοβαρής αυτής υπόθεσης. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τις οποίες ανέπτυξαν δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Προς επίρρωση των θέσεων τους επικαλέστηκαν αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και των Αγγλικών Δικαστηρίων και άλλων χωρών της Κοινοπολιτείας. Ο εκ των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 3, κ. Αιμιλιανίδης, αναπτύσσοντας την επιχειρηματολογία του, επικεντρώθηκε στην διαπιστωθείσα από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου παρανομία, η οποία, όπως εισηγήθηκε, ανατρέχει στο χρόνο έκδοσης των ενταλμάτων σύλληψης, μολύνοντας με παρανομία όλη τη διαδικασία που ακολούθησε. Τα παρανόμως εκδοθέντα εντάλματα σύλληψης, υποστήριξε ο κ. Αιμιλιανίδης, είχαν ως συνέπεια τη βίαιη προσαγωγή των Κατηγορουμένων 2 και 3 ενώπιον του Δικαστηρίου και την, ως εκ τούτου, παραβίαση του δικαιώματος της ελευθερίας τους που προστατεύεται από το Άρθρο 11 του Συντάγματος. Το Δικαστήριο, υπέδειξε, δεν μπορεί να παραμείνει απαθές, ως εισηγείται η Κατηγορούσα Αρχή, στην διαπιστωθείσα παρανομία. Με παραπομπές σε νομολογία (Police v. Georgiades
(1983)2 C.L.R. 33 και Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ. 558) εισηγήθηκε πως μόνο με τον παραμερισμό της διαδικασίας, μπορεί να αρθεί η παρανομία και η παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της προσωπικής ελευθερίας των Κατηγορουμένων 2 και 3. Συνεχίζοντας επί της πτυχής αυτής, ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 2 και 3 υποστήριξε ότι το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να διακόψει τη διαδικασία και δεν είναι ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική του ευχέρεια, όπως συμβαίνει στην Αγγλία που δεν έχει Σύνταγμα. Με αναφορά στις ανωτέρω αυθεντίες, εισηγήθηκε ότι η παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος, οδηγεί χωρίς άλλο, στην απόδοση της ενδεδειγμένης θεραπείας, που στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να είναι άλλη από τη διακοπή της διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε ο κ. Αιμιλιανίδης, από τη στιγμή που η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διαπίστωσε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπερέβη τη διεθνή δικαιοδοσία του, εκδίδοντας τα ακυρωθέντα εντάλματα σύλληψης, έχει υποχρέωση (ex debito justitiae) να παραμερίσει τη διαδικασία, παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Καταλήγοντας ο κ. Αιμιλιανίδης, εισηγήθηκε πως η βίαιη προσαγωγή των Κατηγορουμένων για να εμφανιστούν και να απαντήσουν στο κατηγορητήριο, δυνάμει των ακυρωθέντων ενταλμάτων σύλληψης, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, αφού η Κατηγορούσα Αρχή απέκτησε αθέμιτο πλεονέκτημα εις βάρος των Κατηγορουμένων. Οι οποίοι, ενώ δεν είχαν υποχρέωση με βάση το άρθρο 4
(2)του Ν.23(Ι)/2001 να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου, ως διαπίστωσε η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προσήχθηκαν με βάση τα εντάλματα και κατ' αυτό τον τρόπο άρχισε η διαδικασία εναντίον τους. Σε σχέση με την εισήγηση των συνηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής, ότι οι Κατηγορούμενοι δεν πρόβαλαν ενστάσεις όταν τους επιδόθηκε το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο ή όταν κλήθηκαν να απαντήσουν τις κατηγορίες, υποστήριξε πως η διαδικασία της παραπομπής από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο Κακουργιοδικείο και η ενώπιον του Κακουργιοδικείου διαδικασία, είναι ενιαία, εξού και οι δύο υποθέσεις έχουν τον ίδιο αριθμό. Η ένσταση των Κατηγορουμένων και η αντίθετη θέση τους ως προς την υποχρέωση τους να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου, είχε εκδηλωθεί, τόσο ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε τα εντάλματα σύλληψης, όσο και με την καταχώριση της αίτησης για άδεια Certiorari και τις εφέσεις που ακολούθησαν. Το γεγονός, πρόσθεσε, ότι η απόφαση της Ολομέλειας εκδόθηκε μετά από 3 χρόνια, δεν μπορεί να επενεργήσει εις βάρος τους. Όσον αφορά την εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής πως οι Κατηγορούμενοι προσήχθηκαν δυνάμει των ΕΕΣ και όχι των ακυρωθέντων ενταλμάτων, εισηγήθηκε πως τα ΕΕΣ, εκδόθηκαν στη βάση των εθνικών ενταλμάτων σύλληψης, παραπέμποντας στο ίδιο το κείμενο των ΕΕΣ (Τεκμήρια 4 και 5 στην ένσταση). Στη δική τους εμπεριστατωμένη αγόρευση, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής, υποστήριξαν πως η απόφαση της Ολομέλειας για ακύρωση των ενταλμάτων σύλληψης ουδόλως επηρεάζει την ακροαματική διαδικασία καθότι ουδεμία κατάχρηση μπορεί να καταλογιστεί στις διωκτικές αρχές. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που διαπιστωνόταν κάποιας μορφής κατάχρηση, ως αποτέλεσμα της έκδοσης των ενταλμάτων σύλληψης, αυτό δεν δικαιολογεί το αίτημα για διακοπή της διαδικασίας. Αναπτύσσοντας την επιχειρηματολογία ο κ. Αριστείδης, υποστήριξε κατ' αρχάς πως η καταχώριση του κατηγορητηρίου ενώπιον του Κακουργιοδικείου αποτελεί ξεχωριστή διαδικασία από εκείνη της παραπομπής, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν τα εντάλματα σύλληψης. Εφόσον, συμπλήρωσε ο συνήγορος, δεν διατυπώθηκε οποιαδήποτε ένσταση ή επιφύλαξη από τους Κατηγορούμενους 2 και 3 στη νέα αυτή διαδικασία, δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν ζήτημα κατάχρησης. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής ο κ. Αριστείδης παρέπεμψε στο άρθρο 4
(3)του Ν. 23(Ι)/2001, το οποίο προνοεί ότι: «οι διατάξεις του εδαφίου
(2)δεν επηρεάζουν τη μεταγενέστερη επίδοση στο εν λόγω πρόσωπο στη Δημοκρατία οποιουδήποτε εγγράφου διαδικασίας (συνεπαγομένων όλων των επιπτώσεων μη συμμόρφωσης).». Άλλος λόγος που καθιστά απορριπτέο το αίτημα, κατά την εισήγηση των συνηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής, είναι το γεγονός ότι δεν προσβλήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο τα ΕΕΣ, δυνάμει των οποίων παραδόθηκαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 από τις χώρες τους και εν συνεχεία προσήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόκειται, υποστήριξαν, για ξεχωριστές, αυθύπαρκτες δικαστικές πράξεις, η εγκυρότητα των οποίων δεν συναρτάται με την ακύρωση των εθνικών ενταλμάτων σύλληψης. Προς υποστήριξη της εισήγησης τους παρέπεμψαν στην υπόθεση Ησαΐα Ανδρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 669, στην οποία υποδείχθηκε ότι η απόφαση για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής απόφαση και δεν ακυρώνεται αυτόματα δια της ακυρώσεως του εντάλματος έρευνας. Συνεχίζοντας οι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής, εισηγήθηκαν πως ακόμη και στην περίπτωση που δεχθεί το Δικαστήριο ότι η προσαγωγή των Κατηγορουμένων ενώπιον του Κακουργιοδικείου έλαβε χώρα στη βάση ανεπίτρεπτης συμπεριφοράς της Κατηγορούσας Αρχής, τούτο δεν είναι αρκετό για να δικαιολογήσει τη διακοπή της διαδικασίας. Η απόφαση για διακοπή της δίκης, λόγω κατάχρησης της διαδικασίας, υποστήριξαν οι συνήγοροι, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η κατάχρηση οφείλεται σε κακοπιστία των διωκτικών αρχών, κάτι που δεν προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Τόσο οι διωκτικές αρχές, όσο και το Δικαστήριο, εισηγήθηκαν οι συνήγοροι, ενήργησαν καλόπιστα, θεωρώντας ότι εδικαιολογείτο, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, η έκδοση των ενταλμάτων σύλληψης. Προς επίρρωση της θέσης ότι η προσαγωγή των Κατηγορουμένων 2 και 3, με βάση τα παρανόμως εκδοθέντα εντάλματα σύλληψης δεν δικαιολογεί την απαλλαγή τους, οι συνήγοροι παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε Αγγλικές αυθεντίες στις οποίες υποδείχθηκε ότι θα πρέπει να καταδειχθεί ότι οι διωκτικές αρχές επέδειξαν τέτοια ανάρμοστη συμπεριφορά, ώστε να συνιστά προσβολή της δημόσιας συνείδησης ("affront to the public conscience" βλ. R v. Latif [1996] 2 Cr. App. R. 93, R v. Mullen [1999] 2 Cr. App. R. 143, Taque v. Governor of HM Prison [2016] 1 Cr. App. R. 15 κ.ά.). Σε πολύ πρόσφατη απόφαση μας, σε άλλη υπόθεση, στην οποία είχε εγερθεί ζήτημα κατάχρησης, υπό διαφορετική βέβαια μορφή, συνοψίσαμε τις αρχές που διέπουν το ζήτημα ως ακολούθως: «Η εξουσία των Δικαστηρίων για περιστολή των καταχρηστικών διαδικασιών είναι καλά εδραιωμένη στο δικαϊκό μας σύστημα. Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και σε πολλές μεταγενέστερες αποφάσεις, έχει επεξηγηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές, για τούτο και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί ανάλογα με τη μορφή της κατάχρησης (βλ. Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786, Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 και Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Έφ. 223/2014 ημερ. 11/11/2015). Το Δικαστήριο έχει υπέρτατο καθήκον να προωθεί τη δικαιοσύνη και να εμποδίζει την αδικία. Απ' αυτό το καθήκον εκπηγάζει η σύμφυτη εξουσία για ανακοπή της δίωξης και αναστολή της διαδικασίας σε περίπτωση κατάχρησης. Στην υπόθεση Εμπεδοκλή (πιο πάνω), υποδείχθηκε πως, «η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων». Στη Σπύρου (πιο πάνω) αφού υιοθετείται το πιο πάνω απόσπασμα της Εμπεδοκλή, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Hui Chi-Ming v. R.
(1992)1 AC 34 P.C. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: «Στη Hui Chi-Ming v. R., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως "something so unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respects a regular proceeding".» Στην Beckford [1996] 1 Cr App R 94, 100 τονίστηκε ότι: «the constitutional principle which underlies the jurisdiction to stay proceedings is that the courts have the power and the duty to protect the law by protecting its own purposes and functions». Στην ίδια υπόθεση σημειώθηκε ότι η δικαιοδοσία για αναστολή μπορεί να ασκηθεί σε πολλές, διαφορετικές περιπτώσεις αλλά από τη νομολογία προκύπτουν δύο κύριες τάσεις. Η πρώτη είναι όταν το Δικαστήριο διαγνώσει ότι ο κατηγορούμενος δεν θα έχει δίκαιη δίκη και η δεύτερη όταν θα είναι άδικο για τον κατηγορούμενο να αντιμετωπίσει την επικείμενη δίκη. Η πρώτη τάση επικεντρώνεται περισσότερο στο διαδικαστικό μέρος της δίκης ενώ η δεύτερη εφαρμόζεται όταν ο κατηγορούμενος δεν θα έπρεπε να αχθεί καν ενώπιον του Δικαστηρίου (ακόμα και αν τα εχέγγυα για δίκαιη δίκη διασφαλίζονται) - βλ. επίσης Maxwell [2010] UKSC 48. Η εξουσία για αναστολή, διακοπή ή απόρριψη δικαστικής διαδικασίας, λόγω κατάχρησης, είναι κατ' εξαίρεση δικαιοδοσία και ασκείται με φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. Έλληνας και Hui Chi-Ming (ανωτέρω), Walpole v. Partridge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385 και Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ v. Αδελφοί Σ Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ
(2013)2 Α.Α.Δ, 591). Το βάρος είναι στους ώμους της πλευράς που επικαλείται την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Ως γενική αρχή, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ.Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL). Το Δικαστήριο προτού προχωρήσει σε απόρριψη θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου v. Χριστοφίδης Ποινική Εφ. 4/2014, ημερ.3.3.2016). Είναι πολύ σημαντικό να τονισθεί ότι η σύμφυτη αυτή εξουσία του Δικαστηρίου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως απευθείας μέσο πειθάρχησης είτε της Αστυνομίας είτε της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Ex parte Belsham
(1992)94 Cr.App R, 382, Bennett v. Horseferry Road Magistrates Court and another [1993] 3 All E.R 138,151 και Ahmed [2011] EWCA Crim 184). Μπορεί ωστόσο το Δικαστήριο να μην επιτρέψει στην Κατηγορούσα Αρχή να αποκτήσει αθέμιτο πλεονέκτημα, εδραζόμενο σε κατάχρηση εξουσίας, βρίσκοντας, ότι, τέτοια συμπεριφορά συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Belsham ανωτέρω). Απώτερος σκοπός είναι η προστασία του κύρους και της υπόληψης του όλου συστήματος απονομής δικαιοσύνης (βλ. Ahmed (ανωτέρω) και Warren v A-G for Jersey [2012] 1 AC 22). Προηγουμένως στην DPP v Humphrys [1977] AC 1, ο Lord Salmon (στη σελ. 46) ανέφερε ότι: "a judge does not have 'any power to refuse to allow a prosecution to proceed merely because he considers that, as a matter of policy, it ought not to have been brought. It is only if the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious that the judge has the power to intervene."». Όσον αφορά τη διαδικασία υποβολής του αιτήματος για κατάχρηση, υποδεικνύουμε πως δεν υπάρχει σχετική πρόνοια στην Ποινική Δικονομία μας και η συνήθης πρακτική φαίνεται να είναι η υποβολή προφορικού αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές επέλεξαν να υποβάλουν γραπτώς το αίτημα, με αίτηση διά κλήσεως την οποία επέδωσαν στην Κατηγορούσα Αρχή, ακολουθώντας, προφανώς, την πρακτική που ακολουθείται στην Αγγλία, όπου υπάρχει θεσμοθετημένη διαδικασία (βλ. The Criminal Procedure Rules 2015, R.3.20). Σε πρόσφατη παρόμοια διαδικασία, είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε πως ο ακριβής τρόπος της διαδικασίας σε σχέση με ένσταση για κατάχρηση διαδικασίας βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Δεν διαπιστώνουμε να προκύπτει οποιοδήποτε εμπόδιο στην εξέταση της αίτησης των Αιτητών αναφορικά με τον τύπο που επέλεξαν να προωθήσουν το αίτημα. Δεν υπήρξε εξάλλου οποιαδήποτε επιφύλαξη σε σχέση με το ζήτημα αυτό από την Κατηγορούσα Αρχή, η οποία καταχώρησε γραπτή ένσταση, χωρίς να επικαλεστεί οποιοδήποτε διαδικαστικό εμπόδιο. Εκείνο βέβαια που ενδιαφέρει, είναι ότι με την αίτηση και την ένσταση τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά με το εγειρόμενο ζήτημα κατάχρησης γεγονότα, τα οποία δεν αμφισβητούνται. Τα συνοψίζουμε ως ακολούθως: 1. Εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3, καθώς και άλλων φυσικών και νομικών προσώπων, καταχωρήθη η ποινική υπόθεση 15161/2016 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με σκοπό την παραπομπή της υπόθεσης σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου. 2. Το κατηγορητήριο επιδόθηκε δεόντως στους Κατηγορούμενους 2 και 3 στην Ελλάδα, όπου είχαν τη συνήθη διαμονή τους. 3. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στην προγραμματισθείσα δικάσιμο. Εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε πως δεν είχαν υποχρέωση να εμφανισθούν προσωπικά, με βάση την πρόνοια του άρθρου 4
(2)του Ν.23(Ι)/2001, η οποία τύγχανε εφαρμογής.
  1. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν υποχρέωση να παρουσιασθούν προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου και αφού κάλεσε τους συνηγόρους να δηλώσουν εάν αναλαμβάνουν προσωπική υποχρέωση να τους παρουσιάσουν, κάτι το οποίο δεν αποδέχθηκαν, εξέδωσε εναντίον τους εντάλματα σύλληψης.
  2. Δεδομένου ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι Ευρωπαίοι πολίτες, η Κατηγορούσα Αρχή ενεργοποίησε τη διαδικασία του Ν.133(Ι)/2004, για την παράδοση εκζητούμενων από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξασφαλίζοντας ΕΕΣ, τα οποία διαβίβασε στην Ελλάδα και Ρουμανία, αντίστοιχα, εφόσον ο Κατηγορούμενος 2 ήταν Έλληνας υπήκοος και ο Κατηγορούμενος 3, Ρουμάνος.
  3. Οι αρμόδιες αρχές της Ελλάδας και Ρουμανίας, ικανοποίησαν τα αντίστοιχα αιτήματα της Κατηγορούσας Αρχής και αφού εκτέλεσαν τα ΕΕΣ αποφάσισαν την παράδοσή τους στις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, για να δικαστούν στην παρούσα υπόθεση (βλ. Τεκμήρια 3 και 4 στην Αίτηση).
  4. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, προσήχθησαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο αποφάσισε την παραπομπή τους στο Κακουργιοδικείο που θα συνεδρίαζε στις 04.04.
  5. Προς εξασφάλιση δε της παρουσίας τους στο Κακουργιοδικείο, τους επέβαλε περιοριστικούς όρους.
  6. Στις 04.04.2017, οι Κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου, συμμορφωθέντες με τους όρους που τους είχαν επιβληθεί. Το παρόν Δικαστήριο αποδέχθηκε την εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής για την επιβολή κατάλληλων περιοριστικών όρων στους Κατηγορούμενους 2 και 3 (προσωπικές και τραπεζικές εγγυήσεις) και οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, εμφανίζονται έκτοτε, ενώπιον του Κακουργιοδικείου, συμμορφούμενοι με τους υπό αναφορά περιοριστικούς όρους. Το ερώτημα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι εάν η συνέχιση της διαδικασίας εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3, είναι καταχρηστική επειδή υποχρεώθηκαν, διά των παρανόμως εκδοθέντων ενταλμάτων σύλληψης, να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της διαδικασίας παραπομπής της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο, ως ανωτέρω λεπτομερώς καταγράφεται. Για να μπορέσουμε να αποφανθούμε επί του καίριου αυτού ζητήματος, θα εξετάσουμε κατά πόσο ευσταθεί κάποια ή κάποιες από τις επί μέρους εισηγήσεις της Κατηγορούσας Αρχής. Ξεκινώντας από τη θέση ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν ήγειραν ένσταση ενώπιον του Κακουργιοδικείου, συμφωνούμε με τη θέση των συνηγόρων τους πως δεν υπήρχε ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας οποιασδήποτε αμφισβήτησης της υποχρέωσης - για προσωπική εμφάνιση τους - ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Υπό τις δοσμένες περιστάσεις και τα όσα είχαν προηγηθεί στα πλαίσια της διαδικασίας παραπομπής, που είχαν ως αποτέλεσμα την έκδοση των ενταλμάτων σύλληψης και την επακόλουθη παράδοσή τους στις διωκτικές αρχές της Δημοκρατίας, από τις αρμόδιες αρχές της Ελλάδας και της Ρουμανίας αντίστοιχα, δεν είχαν στη διάθεσή τους οποιοδήποτε άλλο νομικό όπλο, για να προβάλουν ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Όπως είναι παραδεκτό, είχαν ήδη αμφισβητήσει την υποχρέωση της προσωπικής εμφάνισής τους στα πλαίσια της διαδικασίας παραπομπής και είχαν προσβάλει την εγκυρότητα των επακόλουθων ενταλμάτων σύλληψης με διαδικασία Certiorari, η οποία εκκρεμούσε. Κρίνεται ορθή η επί τούτου υπόδειξη του κ. Αιμιλιανίδη πως το Κακουργιοδικείο δεν είχε εξουσία να αναθεωρήσει ή ακυρώσει την προηγηθείσα απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση των ενταλμάτων σύλληψης. Το ένδικο μέσο που είχαν στη διάθεσή τους το άσκησαν και όφειλαν να αναμένουν το αποτέλεσμα για τα περαιτέρω, όπως και έπραξαν. Αναφορικά με την εισήγηση των συνηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής ότι η διαδικασία ενώπιον του Κακουργιοδικείου είναι ξεχωριστή, αφού ακολουθεί η καταχώρηση νέου κατηγορητηρίου (Information), με βάση το άρθρο 107 του Κεφ.155 και κατά συνέπεια δεν έχουν οποιαδήποτε νομική αξία τα παρανόμως εκδοθέντα εντάλματα σύλληψης στη διαδικασία, παρατηρούμε τα εξής: Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, προσήχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την εκτέλεση των ΕΕΣ, για να παραπεμφθούν ενώπιον του Κακουργιοδικείου, ώστε να δικαστούν για τα αδικήματα για τα οποία παραδόθηκαν από τις χώρες τους. Το Επαρχιακό Δικαστήριο αποφάσισε την παραπομπή τους και τους επέβαλε περιοριστικούς όρους για να εμφανιστούν σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, συμμορφούμενοι με τους όρους, εμφανίστηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 04.04.2017, ημέρα κατά την οποία τους επιδόθηκε το νέο κατηγορητήριο, με το οποίο άρχισε η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Με βάση το άρθρο 92 του Κεφ. 155, ο ρόλος του Επαρχιακού Δικαστηρίου, όταν τίθεται ενώπιον του κατηγορητήριο που αφορά σε αδικήματα που δεν δικάζονται συνοπτικά, (χωρίς πλέον διακριτική ευχέρεια ως προς την παραπομπή) περιορίζεται στην παραπομπή του κατηγορουμένου σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, εξασφαλίζοντας την παρουσία του, είτε με την επιβολή κατάλληλων περιοριστικών όρων, είτε, εάν κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο, με την προφυλάκιση του κατηγορουμένου. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό άρθρο: «
  7. Όταν προσάπτεται κατηγορία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για ποινικό αδίκημα που δεν δικάζεται συνοπτικά ή για το οποίο ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας είναι της γνώμης ότι δεν είναι κατάλληλο για να δικαστεί συνοπτικά, ο Δικαστής παραπέμπει απευθείας το πρόσωπο αυτό σε δίκη από το Κακουργιοδικείο που συνεδριάζει στην επαρχία όπου καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο και είτε απολύει αυτόν με εγγύηση ή υπό τέτοιους όρους τους οποίους θεωρεί εύλογους είτε τον φυλακίζει για ασφαλή κράτηση.». Γίνεται αντιληπτό ότι η διαδικασία ενώπιον του Κακουργιοδικείου είναι μεν ξεχωριστή, αλλά δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη διαδικασία του Επαρχιακού Δικαστηρίου, αποκλειστικός σκοπός της οποίας είναι η παραπομπή των Κατηγορουμένων ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Η υπόθεση είναι μία και μοναδική, έχοντας τον ίδιο αριθμό. Όσον αφορά την εισήγηση ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, είχαν υποχρέωση πλέον να εμφανιστούν, επειδή το κατηγορητήριο (Ιnformation) τους επιδόθηκε στην Κύπρο και όχι στο εξωτερικό, παραγνωρίζεται ότι οι Κατηγορούμενοι βρέθηκαν στην Κύπρο, όχι μετά από δική τους επιθυμία, αλλά κατόπιν εκτέλεσης των ΕΕΣ, τα οποία εκδόθηκαν στη βάση των παρανόμως εκδοθέντων ενταλμάτων σύλληψης. Η πρόνοια του άρθρου 4
(3)του Ν.23(Ι)/2001, δεν έχει την εμβέλεια που οι συνηγόροι της Κατηγορούσας Αρχής εισηγούνται. Η ορθή, κατά την άποψή μας, ερμηνεία είναι πως οι πρόνοιες της παραγράφου
(3), τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση που ένας κατηγορούμενος, ο οποίος βρίσκεται σε ξένη χώρα, επισκεφθεί την Κύπρο οικειοθελώς για δικούς του λόγους (όπως για παράδειγμα για επαγγελματικούς ή για λόγους αναψυχής) ή/και στα πλαίσια άλλης νόμιμης μεταφοράς του από το εξωτερικό και του επιδοθεί τότε, το κατηγορητήριο στην Κύπρο. Δεν τυγχάνει, ασφαλώς, εφαρμογής στην περίπτωσή μας, κατά την οποία οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 συνελήφθηκαν παράνομα και εξαναγκάστηκαν να έλθουν στην Κύπρο, υπό τις περιστάσεις που έχουν αναφερθεί. Αβάσιμη κρίνεται και η εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής, αναφορικά με την αυτοτέλεια του ΕΕΣ. Κατά τη δική μας εκτίμηση η ακύρωση από την Ολομέλεια των ενταλμάτων σύλληψης, δυνάμει των οποίων εξασφαλίστηκαν τα ΕΕΣ, συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τα ΕΕΣ, τα οποία βασίστηκαν αποκλειστικά στα ακυρωθέντα εντάλματα. Τούτο προκύπτει σαφώς από το ίδιο το περιεχόμενο των ΕΕΣ (Τεκμήρια 4 και 5 στην ένσταση), όπου αναφέρεται ρητά ότι, στηρίχθηκαν στα εντάλματα σύλληψης ημερομηνίας 03.10.2016, τα οποία είναι εκείνα που ακυρώθηκαν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θεμέλιο των ΕΕΣ ήταν τα ακυρωθέντα εντάλματα σύλληψης και όταν, ασφαλώς, υποχωρεί το θεμέλιο, καταρρέει όλο το οικοδόμημα. Η υπόθεση Ησαΐα κ.α. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), την οποία επικαλέστηκαν οι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής για να στηρίξουν την εισήγησή τους, είναι ουσιωδώς διαφορετική, αφού αφορούσε διάταγμα κατακράτησης, το οποίο, ως αναφέρθηκε από την Ολομέλεια, εκδίδεται από το Δικαστήριο στη βάση ευρείας διακριτικής ευχέρειας για χειρισμό αντικειμένων που κατασχέθηκαν, ευχέρεια που ασκείται υπό τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εν αντιθέσει με τα ΕΕΣ τα οποία εκδίδονται αυτοδίκαια, στη βάση των εθνικών ενταλμάτων σύλληψης, για να επιτευχθεί η εκτέλεση τους σε άλλο κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ερχόμαστε τώρα στο ζητούμενο που δεν είναι άλλο από το κατά πόσο η παρά τη θέληση των Κατηγορουμένων 2 και 3, προσαγωγή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, δυνάμει των ακυρωθέντων ενταλμάτων σύλληψης, αποτελεί τέτοιας μορφής κατάχρηση, ώστε να δικαιολογείται η διακοπή της αρξαμένης ήδη ποινικής διαδικασίας εναντίον τους, με βάση τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας μας, ως έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Η απάντηση στο ερώτημα, είναι σαφέστατα καταφατική και οι λόγοι είναι πασιφανείς. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, ενώ δεν είχαν υποχρέωση να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού το κατηγορητήριο τους επιδόθηκε σε ξένη χώρα (άρθρο 4
(2)Ν.23/2001), υποχρεώθηκαν να εμφανιστούν και μάλιστα με την έκδοση εναντίον τους ενταλμάτων σύλληψης. Στερώντας τους δηλαδή το δικαίωμα της ελευθερίας, που προστατεύεται από το Άρθρο 11 του Συντάγματος. Πρόκειται, δηλαδή, για κλασσική περίπτωση κατάχρησης όπου οι Κατηγορούμενοι δεν θα έπρεπε να είχαν αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι προφανές πως χωρίς τη βίαιη προσαγωγή τους, μέσω των ενταλμάτων σύλληψης, δεν θα ήταν δυνατό να αρχίσει η ποινική διαδικασία εναντίον τους. Όπως ορθά υποδείχθηκε από τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων 2 και 3, με βάση το άρθρο 37 του Κεφ.155, κάθε ποινική δίωξη αρχίζει με την απαγγελία του κατηγορητηρίου ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω, η παρουσία των Κατηγορουμένων 2 και 3 ενώπιον του Δικαστηρίου, επιτεύχθηκε παράνομα, διά της εκδόσεως ενταλμάτων σύλληψης εναντίον τους: α) κατά παράβαση της διεθνούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ως αποφάσισε η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου και β) κατά παράβαση του δικαιώματος της ελευθερίας τους που προστατεύεται από το Σύνταγμα. Συμφωνούμε με την εισήγηση των συνηγόρων των Κατηγορούμενων 2 και 3, ότι οι πιο πάνω παραβιάσεις δεν μπορεί να μην θεραπευθούν και η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις θεραπεία είναι η διακοπή της δίκης, η οποία, επαναλαμβάνουμε, άρχισε με τον εξαναγκασμό τους να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω των παρανόμως εκδοθέντων ενταλμάτων σύλληψης. Είναι, κατά συνέπεια, εμφανής και ο δυσμενής επηρεασμός των Κατηγορουμένων 2 και 3, αφού με τη βίαιη προσαγωγή τους άρχισε και συνεχίζεται η δίκη εναντίον τους, η οποία υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα μπορούσε να είχε ξεκινήσει. Όπως συνέβη και με άλλο συγκατηγορούμενο τους, (ΧΧΧ Μάγειρα) τον οποίο αρνήθηκαν για λόγους ημεδαπού δικαίου να παραδώσουν οι Ελληνικές Αρχές, και η Κατηγορούσα Αρχή υποχρεώθηκε να τερματίσει τη δίωξη εναντίον του. Οι συνήγοροι των δυο πλευρών, αναφέρθηκαν σε Αγγλικές κυρίως αποφάσεις που πραγματεύονται περιπτώσεις κατάχρησης, συναρτώμενες με τη συμπεριφορά και τις εν γένει ενέργειες των διωκτικών αρχών. Θεωρούμε αχρείαστο να ενδιατρίψουμε περαιτέρω στο ζήτημα, δεδομένου ότι η διαπιστωθείσα παρανομία στην εξεταζόμενη υπόθεση, επηρέασε το συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας των Κατηγορουμένων 2 και 3. Έχει δε παγίως νομολογηθεί πως όπου διαπιστώνεται παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων δεν εγείρεται ζήτημα άσκησης διακριτικής ευχέρειας από το Δικαστήριο, ως συμβαίνει στην Αγγλία (βλ. Georgiades v. Police και Γιάλλουρου ν. Νικολάου (ανωτέρω) και Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186). Ορθά, κατά την άποψη μας, διερωτήθηκε ο κ. Αιμιλιανίδης πως εάν δεν υπάρχει δυνατότητα αποδοχής μαρτυρίας, κατά παράβαση Συνταγματικών δικαιωμάτων Κατηγορουμένων, πως είναι δυνατόν να επιτραπεί η συνέχιση της δίωξης των Κατηγορουμένων 2 και 3, η οποία άρχισε κατά παράβαση του θεμελιώδους Συνταγματικού δικαιώματος της ελευθερίας; Η απάντηση είναι, κατά την εκτίμησή μας, πως δεν μπορεί να συνεχιστεί η δίωξη των Κατηγορουμένων 2 και 3 η οποία άρχισε, κατά παράβαση Συνταγματικού δικαιώματος των κατηγορουμένων, με την υποχρέωση και τον εξαναγκασμό τους να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου, διά των ακυρωθέντων από την Ολομέλεια ενταλμάτων σύλληψης. Είναι πρόδηλο πως, μέσω αυτής της παρανομίας, η Κατηγορούσα Αρχή απέκτησε πλεονέκτημα εις βάρος των Κατηγορουμένων 2 και 3, αφού εξασφάλισε την παρουσία τους στο Δικαστήριο, πετυχαίνοντας, κατ' αυτό τον αθέμιτο τρόπο, την έναρξη της δίκης, ενώ υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα ήταν δυνατό να αρχίσει η δίκη σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και 3. Για τους λόγους που εξηγήσαμε, καταλήγουμε ότι η συνέχιση της δίωξης των Κατηγορουμένων 2 και 3 συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, που εδράζεται και συναρτάται με την παραβίαση του Συνταγματικού δικαιώματος της ελευθερίας των Κατηγορουμένων 2 και 3. Έτσι διατάσσουμε τη διακοπή της δίκης εναντίον τους και την απαλλαγή τους από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.