← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΗΛΙΑΔΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 284/17, 8/8/2019

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΗΛΙΑΔΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 284/17, 8/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2019:12 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 284/17 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. ΧΧΧ ΗΛΙΑΔΗ
  2. ΧΧΧ ΚΥΠΡΗ
  3. ΧΧΧ ΧΑΤΖΗΜΙΤΣΗ
  4. ΧΧΧ ΚΑΡΥΔΑ
  5. ΧΧΧ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ
  6. ΧΧΧ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΟΥ
  7. ΧΧΧ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ Κατηγορούμενοι 8 Αυγούστου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με κ. Ν. Κέκκο και κ. Θ. Χατζηλουκά Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Η. Στεφάνου με κα Ε. Καπαρδή Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Κ. Καλλής Για την Κατηγορούμενη 5: κ. Α. Μαρκίδης Για την Κατηγορούμενη 6: κ. Π. Πολυβίου με κα Στ. Πολυβίου και κ. Μ. Πική Για την Κατηγορούμενη 7: κ. Δ. Αραούζος Κατηγορούμενοι 3-7 παρόντες --------------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Το αντικείμενο της παρούσας απόφασης φαντάζει απλό, αφού είναι ουσιαστικά ο καθορισμός της διαδικασίας για εξέταση προδικαστικής ένστασης. Όπως θα διαφανεί όμως στη συνέχεια, το θέμα έχει διάφορες παραμέτρους, δεν υπάρχει νομοθετική ή νομολογιακή καθοδήγηση/συνδρομή για γρήγορη επίλυση του και η στάση των εδώ παραγόντων της δίκης - καθ' όλα θεμιτή βέβαια - δεν έχει διευκολύνει τα πράγματα. Έτσι, η απόφαση θα πρέπει να προσλάβει μια πιο λεπτομερή μορφή με εξέταση και σχολιασμό των επιμέρους ζητημάτων που ανακύπτουν. Θυμίζουμε κατ' αρχάς ότι οι πρώην κατηγορούμενοι 1 και 2 με την απόφαση μας ημερ. 14.12.2018 και την επικυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοκρατία v. Ηλιάδη κ.α. Ποινικές Εφέσεις 348 και 349/18, ημερ.31.5.2019) απαλλάχτηκαν των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Η εξέταση της δικής τους ένστασης έγινε προδικαστικά και στη βάση συμφωνημένου πραγματικού πλαισίου γεγονότων, το οποίο καταγράφεται αυτολεξεί στην εν λόγω απόφαση μας. Οι εναπομείναντες κατηγορούμενοι 3-7 επιθυμούν να προβάλουν και αυτοί ένσταση για κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και επίσης επιθυμούν όπως την προβάλουν προδικαστικά. Πριν και ξέχωρα δηλαδή από το πλαίσιο της κυρίως δίκης. Ο ακριβής λόγος για τον οποίο επικαλούνται κατάχρηση της διαδικασίας δεν είναι ο ίδιος με εκείνο που επικαλέστηκαν οι πρώην κατηγορούμενοι 1 και
  8. Δεν είναι όμως αυτό που έχει σημασία. Σημασία έχει πως στη δική τους περίπτωση, δεν υπήρξε συμφωνία με την Κατηγορούσα Αρχή ως προς το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων για τάχιστη εξέταση της ένστασης τους. Σε προηγούμενο στάδιο υποστήριξαν ότι το συμφωνηθέν πραγματικό πλαίσιο γεγονότων στην ένσταση των πρώην κατηγορουμένων 1 και 2, ισχύει και δεσμεύει την Κατηγορούσα Αρχή και για τις δικές τους ενστάσεις. Η θέση αυτή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση μας ημερ. 10.7.
  9. Καταχωρήθηκε αίτηση για άδεια καταχώρησης έκδοσης προνομιακού εντάλματος Certiorari για ακύρωση της ενδιάμεσης αυτής απόφασης, η οποία όμως απορρίφθηκε από Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με Ε. Λειβαδιώτη Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D338, Αίτηση 128/19, ημερ. 22.7.2019). Μετά την εξέλιξη αυτή, ήρθε στο προσκήνιο το υπό συζήτηση διαδικαστικό αλλά συνάμα πολύ ουσιαστικό ζήτημα. Κατά πόσο δηλαδή - ενόψει πλέον της αναγκαιότητας προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας για προσδιορισμό του αναγκαίου πραγματικού πλαισίου γεγονότων για εξέταση των ενστάσεων - είναι πρόσφορο και εξυπηρετεί τους ευρύτερους σκοπούς απονομής δικαιοσύνης, η εξέταση των ενστάσεων να γίνει τώρα (προδικαστικά) ή να αφεθεί για την κυρίως δίκη. Οι απόψεις των πλευρών διαφέρουν επί τούτου, με τους συνηγόρους Υπεράσπισης, κατά τρόπο ταυτόσημο, να εισηγούνται ότι η εξέταση θα πρέπει απαραίτητα να γίνει τώρα και την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, δια στόματος του ίδιου του έντιμου Γενικού Εισαγγελέα, να υποστηρίζει ότι θα πρέπει να ενταχθεί και να εξετασθεί στα πλαίσια της κυρίως δίκης. Δεν νοείται, υπέβαλαν οι συνήγοροι Υπεράσπισης, οι κατηγορούμενοι να υποστηρίζουν ότι υπήρξε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και συνακόλουθα η δίκη να πρέπει να διακοπεί και την ίδια ώρα να υποχρεούνται να υποβληθούν σ' αυτήν ακριβώς τη δίκη - η οποία θα είναι χρονοβόρα, ψυχοφθόρα και δαπανηρή - για να μπορέσουν να υποστηρίξουν το αίτημα τους. Αν γίνει αυτό, η όποια δικαίωση επέλθει στο τέλος, θα είναι στην ουσία δώρο - άδωρο. Στον αντίποδα, ο Γενικός Εισαγγελέας υπέδειξε ότι το ζήτημα είναι πολύπλευρο και θα χρειαστεί η προσκόμιση εκτενούς επεξηγηματικής μαρτυρίας. Τούτο θα καταστήσει τη διαδικασία χρονοβόρα και θα εκτροχιάσει την υπόθεση από την πορεία της που δεν είναι άλλη από την επικέντρωση και εκδίκαση της ουσίας της. Προτού αποφασίσει επί του προαναφερθέντος, το Δικαστήριο, ζήτησε, σε πρώτο στάδιο, όπως προσδιοριστεί με ακρίβεια η προβαλλόμενη ένσταση με το να της δοθεί ουσιαστικά κάποιος τίτλος και κατόπιν, όπως προσδιοριστεί ο αριθμός, τα ονόματα και το αντικείμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων που προτίθεται η κάθε πλευρά να καλέσει. Μετά από κάποιες παλινδρομήσεις ο τίτλος που δόθηκε είναι ο εξής: «Κατάχρηση διαδικασίας λόγω έννομης ή λογικής προσδοκίας μη δίωξης». Προκύπτει από το λεγόμενα των συνηγόρων, ιδωθέντα ως σύνολο και είναι και δική μας αντίληψη, ότι, η κατ' ισχυρισμό προσδοκία μη δίωξης και τελικώς η κατάχρηση προέκυψε από το γεγονός, ότι, οι κατηγορούμενοι σε δύο άλλες προηγηθείσες υποθέσεις, οι οποίες εδράζονταν στα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα (ήτοι τα ελληνικά ομόλογα) όπως και η παρούσα, χρησιμοποιήθηκαν ως μάρτυρες είτε επί του κατηγορητηρίου των υποθέσεων αυτών είτε και στην πράξη στη ζωντανή δίκη που ακολούθησε. Η κατάχρηση δηλαδή, προέκυψε, σιωπηρά και/ή εξυπακούεται από το συνολικό χειρισμό των τριών υποθέσεων από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, συμπεριλαμβανομένης και της καθυστέρησης που σωρευτικά επήλθε. Σε σχέση με τη μαρτυρία, οι συνήγοροι Υπεράσπισης επέδειξαν διάθεση εφησυχασμού του Δικαστηρίου, τονίζοντας ότι, η διαδικασία της ένστασης τους θα είναι σύντομη και η προσκομισθείσα μαρτυρία απολύτως στοχευμένη. Κύριος μάρτυρας όλων των κατηγορουμένων (πλην ίσως του κατηγορούμενου 4) θα είναι ο δικηγόρος Χρήστος Τριανταφυλλίδης, ο οποίος εκτός από δικηγόρος του πρώην κατηγορούμενου 1, έλαβε μέρος και στις τρεις υποθέσεις, γνωρίζει γεγονότα και λεπτομέρειες και έχει στην κατοχή του σχετικά έγγραφα για να παρουσιάσει. Πέραν του κ. Τριανταφυλλίδη, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 4 και 7 ανέφεραν ότι θα καταθέσουν και οι ίδιοι οι πελάτες τους. Ο εκ των συνηγόρων της κατηγορούμενης 6, κ. Πολυβίου ανέφερε, ότι, ενδεχόμενα θα καταθέσει και η κατηγορούμενη
  10. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 5, κ. Μαρκίδης ανέφερε, ότι, με κλήση τύπου «subpoena duces tecum» θα καταθέσουν έγγραφα (χωρίς να ορκιστούν ως μάρτυρες), ο πρωτοκολλητής του Ποινικού Τμήματος του Δικαστηρίου, ο Υπεύθυνος του Αρχείου της Νομικής Υπηρεσίας και αρμόδιος Λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου. Αυτό, μόνο σε περίπτωση που δεν έχει τα εν λόγω έγγραφα ο κ. Τριανταφυλλίδης. Αναφορά σε ενδεχόμενη κλήση του πρωτοκολλητή έγινε και από τον συνήγορο της κατηγορούμενης 7, κ. Αραούζο. Από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ο έντιμος Γενικός Εισαγγελέας - για τους λόγους που εξήγησε - δεν ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός. Ο ακριβής αριθμός των μαρτύρων που θα καλέσει η Κατηγορούσα Αρχή, ανέφερε, θα εξαρτηθεί από το τελικό εύρος αλλά και την αποδοχή ή μη της μαρτυρίας (προφορικής και γραπτής) της πλευράς της Υπεράσπισης. Το θέμα δεν μπορεί να αποφασιστεί, υποστήριξε, με στυγνή αναφορά σε ημερομηνίες και γεγονότα. Χρειάζεται "ογκώδης μαρτυρία" για να επεξηγηθούν οι περιβάλλουσες συνθήκες γεγονότων και συμβάντων και που να επεκτείνονται επί "ευρύτερων θεμάτων". Σίγουρα θα πρέπει να καταθέσουν τέσσερεις ανακριτές και άλλα πρόσωπα για να εξηγήσουν πτυχές και διεργασίες που ήταν αναγκαίες και ακολούθησαν της παραλαβής των εκθέσεων Alvarez & Marshall και Τσολάκη. Για παράδειγμα, υπήρχε αρκετό υλικό για να κατηγορηθούν; Χρειαζόταν περαιτέρω εξέταση από εμπειρογνώμονες κ.ο.κ. Από πλευράς δικής μας, θα επαναλάβουμε κατ' αρχάς αυτό που υποδείξαμε και στην απόφαση μας ημερ. 10.7.2019, ότι, δηλαδή η προδικαστική έγερση ζητήματος κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας δεν προβλέπεται νομοθετικά. Συνάγεται, όμως, από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με κλασσικό παράδειγμα την προαναφερθείσα υπόθεση Ηλιάδης, όπου το παρόν Δικαστήριο εξέτασε την ένσταση προδικαστικά και η εκδοθείσα απόφαση του, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, χωρίς κανένα απολύτως σχόλιο επί του χρονικού σταδίου έγερσης και εξέτασης. Τούτο κατά την άποψη μας, συνάδει, αν όχι πάντα, στις πλείστες τουλάχιστον περιπτώσεις και με τη λογική του πράγματος. Δηλαδή δεν φαντάζει λογικό και πρακτικά πρόσφορο, κατηγορούμενος να επικαλείται κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας - ειδικά, όταν η εισήγηση του είναι πως δεν θα έπρεπε καν να αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ανεξαρτήτως των όποιων εχεγγύων διασφάλισης δίκαιης δίκης - που είναι μια από τις σύγχρονες τάσεις κατάχρησης (βλ. Maxwell [2010] UKSC 48) και την ίδια ώρα να υποχρεούται να υποβληθεί σ' αυτή ακριβώς την υπό αμφισβήτηση δίκη, για να μπορέσει να υποστηρίξει το αίτημα του. Συμφωνούμε επί της αρχής αυτής με τους συνηγόρους Υπεράσπισης, ότι, τούτο δεν προάγει τους ευρύτερους σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. Είναι ορθό και δίκαιο πιστεύουμε, όπου είναι δυνατό, τέτοιο ζήτημα να εξετάζεται προδικαστικά και με την πρώτη ευκαιρία. Τι γίνεται όμως με την ακολουθητέα διαδικασία; Όπως επίσης αναφέραμε στην προαναφερθείσα απόφαση μας φαίνεται να είναι ακόμα σε εξέλιξη. Στην γενέτειρα του κοινοδικαίου ωστόσο, την Αγγλία, έχουν αναγνωρίσει την ανάγκη ξεκάθαρης ρύθμισης του θέματος. Συγκεκριμένα στη Διαταγή 3.20 των Criminal Procedure Rules 2015 αναφέρονται τα εξής: «Application to stay case for abuse of process 3.20.—

(1)This rule applies where a defendant wants the Crown Court to stay the case on the grounds that the proceedings are an abuse of the court, or otherwise unfair.
(2)Such a defendant must— (
  1. a)apply in writing— (
  2. i)as soon as practicable after becoming aware of the grounds for doing so, (
  3. ii)at a pre-trial hearing, unless the grounds for the application do not arise until trial, and (iii) in any event, before the defendant pleads guilty or the jury (if there is one) retires to consider its verdict at trial; (
  4. b)serve the application on— (
  5. i)the court officer, and (
  6. ii)each other party; and (
  7. c)in the application— (
  8. i)explain the grounds on which it is made, (
  9. ii)include, attach or identify all supporting material, (iii) specify relevant events, dates and propositions of law, and (
  10. iv)identify any witness the applicant wants to call to give evidence in person.
(3)A party who wants to make representations in response to the application must serve the representations on— (
  1. a)the court officer; and (
  2. b)each other party, not more than 14 days after service of the application.». Προκύπτει δηλαδή από τα πιο πάνω, ότι, σε περίπτωση επίκλησης κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, θα πρέπει να υποβάλλεται γραπτή αίτηση το συντομότερο δυνατό και να επεξηγείται σ' αυτή, ο λόγος της κατάχρησης, να επισυνάπτονται όλα τα σχετικά έγγραφα και να προσδιορίζονται σημαντικά συμβάντα, ημερομηνίες και νομικές αρχές. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου τα ουσιώδη γεγονότα γίνονται γνωστά κατά τη δίκη, η αίτηση εξετάζεται προδικαστικά και παρέχεται στον αιτητή - ως προκύπτει - και δικαίωμα κλήσης μαρτύρων για να δώσουν προφορική μαρτυρία, νοουμένου ότι τα πρόσωπα αυτά θα κατονομαστούν στη γραπτή αίτηση που θα προηγηθεί (βλ.3.20(c)(iv)). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ρύθμιση αυτή στην Αγγλία δεν είναι για μας δεσμευτική, ούτε καν καθοδηγητική αφού πρόκειται για Κανονισμούς (είδος νομοθετήματος ουσιαστικά) και όχι για νομολογία. Η θεώρηση όμως του πράγματος σε μια δικαιοδοσία, η οποία επαναλαμβάνουμε, δημιούργησε, ανέπτυξε και εκσυγχρόνισε το νομικό σύστημα το οποίο κληρονομήσαμε και εμείς, δεν μπορεί παρά να γίνεται με προβληματισμό και περίσκεψη - ιδιαίτερα δε σε περιπτώσεις όπως την παρούσα - όπου στο δικό μας σύστημα, βρισκόμαστε ακόμα σε εξελικτικό στάδιο. Στο σημείο αυτό, επισημαίνουμε ότι είναι η πλευρά που επικαλείται την κατάχρηση που έχει και το βάρος να την αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Kατά κανόνα, μάλιστα, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ.Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL). Αυτός είναι και ο λόγος που έχουμε ήδη ξεκαθαρίσει ότι σε περίπτωση διεξαγωγής προδικαστικής διαδικασίας, θα είναι η πλευρά των κατηγορουμένων που θα πρέπει να καλέσει πρώτη μάρτυρες. Από το γεγονός αυτό προκύπτει ακόμα ένα σημαντικότατο στοιχείο. Είναι πρωταρχική ευθύνη των αιτητών - κατηγορουμένων να αποκαλύψουν τόσα και τέτοια στοιχεία έτσι ώστε να αποσείσουν το απαιτούμενο βάρος απόδειξης για να πετύχει το αίτημα τους. Συνεπώς, αν, για να αποσείσουν αυτό το βάρος χρειάζεται εξειδικευμένη επεξηγηματική μαρτυρία επί πολλών πτυχών της υπόθεσης και αυτοί περιοριστούν στην προσκόμιση μαρτυρίας (γραπτής και/ή προφορικής) αποκαλυπτικής απλά κάποιων ημερομηνιών και/ή άλλων στυγνών συμβάντων, είναι του δικού τους αιτήματος που θα στοιχίσει, αφού θα οδηγηθεί απαρέγκλιτα σε αποτυχία λόγω μη απόσεισης του βάρους απόδειξης. Με άλλα λόγια τον πρωταρχικό μαρτυρικό λόγο τον έχουν οι κατηγορούμενοι - αιτητές και όχι η Κατηγορούσα Αρχή. Δεν χρειάζεται η Κατηγορούσα Αρχή να προσκομίσει εξειδικευμένη και λεπτομερή μαρτυρία, αν η υποχρέωση αυτή ανήκει στους αιτητές. Αν όμως τέτοια υποχρέωση δεν υπάρχει, δεν έχει θέση και δεν θα επιτραπεί η προσκόμιση από την Κατηγορούσα Αρχή τέτοιας εξειδικευμένης και εκτενούς μαρτυρίας. Στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να προαποφασίζουμε το είδος και το εύρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας που απαιτείται για απόσειση του βάρους απόδειξης, φρονούμε - έχοντας κατά νου τον ειδικό λόγο για τον οποίο επικαλούνται κατάχρηση της διαδικασίας οι κατηγορούμενοι - ότι δεν θα χρειαστεί ευρείας εμβέλειας μαρτυρία επί πολλών και διαφόρων πτυχών της υπόθεσης. Τούτο, βεβαίως, το λέμε, χωρίς να προαποκλείουμε την προσκόμιση της όποιας μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, η οποία, θα πεισθούμε στην πορεία, ότι, είναι αναγκαία για αντίκρουση μαρτυρίας της πλευράς των κατηγορουμένων, σχετικής όμως, με το υποβαλλόμενο αίτημα και το βάρος απόδειξης. Με αυτά κατά νου, θεωρούμε ότι στο στάδιο αυτό για να υπάρξει κρίση επί του επίμαχου θέματος, ενδιαφέρει περισσότερο το εύρος της μαρτυρίας που προτίθεται να προσκομίσει η πλευρά των κατηγορουμένων, η οποία εξάλλου είναι και η μόνη που το έχει προσδιορίσει με κάποια ακρίβεια. Το εύρος αυτής της μαρτυρίας, ως το έχουμε καταγράψει ανωτέρω, δεν φαίνεται να είναι ιδιαιτέρως μεγάλο έτσι ώστε να υπάρχει κίνδυνος εκτροχιασμού της δίκης - για αυτό τουλάχιστον το λόγο - από τα συνταγματικά θέσμια. Ως αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω - και χωρίς αυτή να είναι η ιδανική διαδικασία που θα επιθυμούσαμε - θεωρούμε ότι είναι λογικό, δίκαιο και πρακτικά πρόσφορο όπως το ζήτημα εξετασθεί προδικαστικά αφού προηγουμένως δοθεί η ευκαιρία στις δύο πλευρές να προσκομίσουν περιορισμένη και στοχευμένη μαρτυρία. Ειδικά η πλευρά των κατηγορουμένων θα πρέπει να περιοριστεί - κατά το δυνατό - στα πρόσωπα και τους τομείς μαρτυρίας - που ήδη έχει προσδιορίσει. Υπέρ της κατάληξης αυτής συνηγορούν ακόμα δύο πολύ σημαντικά στοιχεία. Το πρώτο είναι ότι έχει ήδη εξετασθεί προδικαστικά αντίστοιχο αίτημα των πρώην κατηγορουμένων 1 και 2 - με επιτυχή μάλιστα γι' αυτούς κατάληξη - και θεωρούμε πως, όντως, θα δημιουργείτο στους λοιπούς κατηγορούμενους εύλογο αίσθημα αδικίας και ανισότητας αν δεν παρεχόταν αντίστοιχο δικαίωμα και στους ίδιους. Δεύτερον, χωρίς ποσώς να μεμφόμαστε τη στάση της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία επαναλαμβάνουμε είχε το απόλυτο δικαίωμα να μη συμφωνήσει σε πραγματικό πλαίσιο γεγονότων - θεωρούμε, ότι, θα ήταν άδικο από τη στάση αυτή να μεταβληθούν χρονικά αλλά και ουσιαστικά τα όποια δικαιώματα των κατηγορουμένων, πόσο μάλλον το δικαίωμα τους να υποστηρίξουν έγκαιρα και με στοχευμένη μαρτυρία ότι η επικείμενη δίκη δεν θα πρέπει να διεξαχθεί λόγω κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας. Κλείνοντας και για να καθησυχάσουμε τυχόν εναπομείνασες ανησυχίες, να τονίσουμε και το αυτονόητο. Το Δικαστήριο διατηρεί το δικαίωμα κατά τη διαδικασία που θα διεξαχθεί να αποκλείσει την όποια μαρτυρία θεωρήσει αχρείαστη, άσχετη ή αποδεικτικά απαράδεκτη. Η αξιολόγηση και η εξαγωγή συμπερασμάτων που θα γίνει στα πλαίσια της διαδικασίας, θα περιοριστεί στα απολύτως απαραίτητα για σκοπούς του αιτήματος και σε περίπτωση που η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη, όλα τα επίδικα θέματα θα παραμείνουν ανοικτά και η όποια προσκομισθείσα μαρτυρία, υποκείμενη σε εξ υπαρχής και εφ' όλης της ύλης, αξιολόγηση. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.