ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΤΣΙΛΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 15224/2016, 9/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15224/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. XXX ΤΣΙΛΙΔΟΥ Κατηγορούμενης -------------------------- Ημερομηνία: 9 Ιουλίου,
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας, για να ακούσει απόφαση η κα. Ε. Κληρίδου. Για την Κατηγορούμενη: κα. Α. Ευσταθίου. Κατηγορούμενη, παρούσα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης) Ι. Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Η ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ
- Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μία κατηγορία κλοπής υπό υπαλλήλου, κατά παράβαση των άρθρων 268 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε («ΠΚ»).
- Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι, μεταξύ της 25ης Μαρτίου 2011 και 28ης Ιανουαρίου 2012, ενώ ήταν υπάλληλος της εταιρείας SPS STYLE LIMITED και εργαζόταν στο κατάστημα με την επωνυμία «PEOPLE», έκλεψε το χρηματικό ποσό των €8153,73 περιουσία του εργοδότη της SPS STYLE LIMITED.
- Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε πέντε μάρτυρες, την Αστ. XXX Κρητιώτου, τον κ. XXX Κουζάλη (ΜΚ 2), τον κ. XXX Κοτσώνια (ΜΚ 3), την κα. XXX Λεωνίδου (ΜΚ 4) και τον κ. XXX Μητσιγιώργη (ΜΚ 5). Κατατέθηκαν τριάντα Τεκμήρια και τρία Τεκμήρια προς Αναγνώριση. Για σκοπούς έκδοσης της απόφασης μου δεν έλαβα υπόψη μου τα Τεκμήρια προς Αναγνώριση (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν. Epco Cyprus Ltd
(2007)1Β ΑΑΔ 883, Lefkaritis Bros Ltd v. Tanya Shipping Office
(1987)1 CLR 47, Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 CLR 82). ΙΙ. ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
- Σύμφωνα με τα λεχθέντα των μαρτύρων, ο κ. XXX Κοτσώνιας (ΜΚ 3) (Τεκμήριο 18, η κατάθεση του) τον επίδικο χρόνο ήταν ένας εκ των διευθυντών και μέτοχος της εταιρείας SPS STYLE LIMITED στην οποία ανήκε, μεταξύ άλλων, και το κατάστημα «PEOPLE». Η κατηγορούμενη είχε εργοδοτηθεί το 2004 και παρέμεινε στην υπηρεσία του μέχρι και το τέλος Ιανουαρίου
- Από το 2009 ήταν η υπεύθυνη του καταστήματος. Η κα. XXX Λεωνίδου (ΜΚ 4) (Τεκμήριο 25, η κατάθεση της) ήταν υπάλληλος στο κατάστημα από την 6/11/2011 μέχρι την 1/6/2012 και ο κ. XXX Μητσιγιώργης (ΜΚ 5) (Τεκμήριο 26, η κατάθεση του) από τον Σεπτέμβριο του
- Η Αστ. XXX Κρητιώτου (Τεκμήριο 1, η κατάθεση της) ήταν η αστυφύλακας που ανέλαβε τη διερεύνηση του παραπόνου, που έγινε την 26/5/2015, για την κλοπή και ο κ. XXX Κουζάλη (ΜΚ 2), (Τεκμήριο 19, η κατάθεση του) μεταφραστής από τα Ελληνικά στα Ρωσικά και στα αντίστροφα κατά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης της κατηγορούμενης και όταν αυτή κατηγορήθηκε γραπτώς.
- Η ΜΚ 1 δέχθηκε το παράπονο για κλοπή €8153,73 από τον ΜΚ 5, ως εκπρόσωπο του ΜΚ 3 (Τεκμήριο 22, η εξουσιοδότηση). Της παραδόθηκαν καταστάσεις «παράτυπων αποδείξεων πώλησης» με επισυνημμένες αποδείξεις που αφορούσαν τις «επιστροφές», για την περίοδο Μαρτίου 2011 μέχρι Ιανουάριο
- Οι δέσμες εγγράφων αυτές, έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 3 -
- Αφορούν έντεκα καταστάσεις, μία κάθε επίδικο μήνα. Σε κάθε μια από αυτές επισυνάπτονται αποδείξεις. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ 3, το 2015 επειδή ανέλαβε τις εργασίες της SPS STYLE LIMITED, άλλη εταιρεία οικογενειακών του συμφερόντων, η D.A.K. FABRIC LTD, οι εκτυπωμένες αποδείξεις φέρουν το όνομα και τα στοιχεία αυτής.
- Όσον αφορά την ετοιμασία τους, οι ΜΚ 3 και ΜΚ 5, ανέφεραν ότι ετοιμάστηκαν με τη βοήθεια της εταιρείας «e-soft», η οποία μπόρεσε να επανεκτυπώσει τις αποδείξεις της περιόδου. Η εν λόγω εταιρεία ανέλαβε την τήρηση του λογισμικού πωλήσεων του καταστήματος από τον Μάρτιο 2011 και μετά. Ως προς το ποιος ετοίμασε τις καταστάσεις, ο ΜΚ 3 παρέπεμψε στον ΜΚ 5, ο οποίος με τη σειρά του ανέφερε ότι δακτυλογραφήθηκαν από το «λογιστήριο» σε συνεργασία με την e-soft. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ 5, ο οποίος δεν γνωρίζει τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, το σύστημα ήταν αυτοματοποιημένο, δέχθηκε όμως ότι η μεταβολή των στοιχείων της εταιρείας ήταν μεταβολή στα δεδομένα που εκτυπώθηκαν.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία των ΜΚ 3 και ΜΚ 5, οι καταστάσεις περιέχουν δύο είδη πράξεων που γίνονταν συστηματικά. Η πρώτη, αφορούσε «μηδενισμούς» και η δεύτερη, εικονικές «επιστροφές». Ο ΜΚ 3 εξήγησε ότι ο «μηδενισμός» της πράξης γινόταν ως ακολούθως. Ο πελάτης επέλεγε ένα προϊόν από το κατάστημα. Κατέβαλε το αντίτιμο σε μετρητά. Το πρόσωπο στο ταμείο, λάμβανε τα μετρητά, περνούσε την πώληση στην ταμειακή μηχανή, χωρίς να δώσει απόδειξη, και ακολούθως μηδένιζε την πράξη, οπότε και στην απόδειξη αναγράφεται μηδέν, δίπλα από το είδος και αξία του προϊόντος που πωλήθηκε. Οι «επιστροφές» αφορούσαν εικονικές επιστροφές προϊόντων από πελάτες στους οποίους δίδονταν χρήματα, αντί να γίνει αλλαγή του προϊόντος. Οι οδηγίες τους ήταν να μην δίδουν ποτέ πίσω χρήματα στον πελάτη. Σύμφωνα με τον ΜΚ 3, οι «μηδενισμοί» ήταν δύσκολο να αποδοθούν μόνο στην κατηγορούμενη, όμως οι «επιστροφές» ήταν ζήτημα που αφορούσε το ταμείο (δηλ. την ταμειακή μηχανή) για το οποίο η ίδια ήταν υπεύθυνη.
- Ως προς το ζήτημα της ευθύνης του ταμείου, η μαρτυρία του ΜΚ 3, υποστηριζόταν και από αυτή των ΜΚ 4 και 5, αφού κατέθεσαν ότι η κατηγορούμενη ήταν αυτή που, όχι μόνο είχε το κλειδί του καταστήματος (δηλ. το άνοιγε και το έκλεινε), αλλά και του ταμείου. Φαίνεται όμως ότι και άλλες πωλήτριες, τον επίδικο χρόνο άλλες δυο, εκτός από την κατηγορούμενη και τους ΜΚ 4 και 5, είχαν πρόσβαση στον κωδικό ο οποίος ήταν ο ίδιος για όλους.
- Ο ΜΚ 5, που ήταν συγγενής του ΜΚ 3, ήρθε να εργαστεί στο αντρικό τμήμα του καταστήματος, όταν μετά από μια υπόθεση διάρρηξης το καλοκαίρι του 2011, αντιλήφθηκε με τον ΜΚ 3 ότι «κάτι δεν πήγαινε καλά». Μαζί του να εργαστεί ήρθε και η ΜΚ 4, που είχε εργαστεί προηγουμένως ως υπάλληλος του σε δικό του κατάστημα και η οποία ήταν έμπειρη πωλήτρια. Η ΜΚ 4 του ανέφερε την 27 Ιανουάριου 2012, ότι αντιλήφθηκε την κατηγορούμενη να παίρνει χρήματα από το ταμείο. Ενημέρωσε τον ΜΚ 3, οπότε με την άδεια του, ανέλαβε στο τέλος της ημέρας να κάνει έλεγχο ταμείου. Διαπίστωσε στην παρουσία της κατηγορούμενης, της ΜΚ 4 και μιας άλλης πωλήτριας περίσσευμα ύψους €324,
- Κατέγραψε, υπό τη μορφή βεβαίωσης το γεγονός και την υπέγραψε. Προσυπέγραψαν η κατηγορούμενη, η ΜΚ 4 και άλλη πωλήτρια (Τεκμήριο 27). Η θέση της κατηγορούμενης στην ανακριτική της κατάθεση ήταν ότι έθεσε την υπογραφή της στο έγγραφο έχοντας την εντύπωση ότι ο ΜΚ 5 απλά βεβαίωνε ότι θα κατέβαλλε το εν λόγω ποσό στον ΜΚ
- Την 30/1/2012 έγινε καταγραφή του αποθέματος (stock) και διαπιστώθηκε έλλειμμα σε τιμές κόστους ύψους €
- Κατατέθηκε βεβαίωση ότι έγινε καταγραφή στην παρουσία της κατηγορούμενης (Τεκμήριο 28, η βεβαίωση) όχι όμως η καταγραφή του αποθέματος. Σύμφωνα με τον ΜΚ 3, την 30/1/2012, κατέγραψε σε χαρτί τις απαντήσεις που του έδωσε η κατηγορούμενη για κάποια ζητήματα, ακολούθως την έβαλε να θέσει την υπογραφή της. Από το σημείωμα προκύπτει θέση της ότι τα ρολά της ταμειακής μηχανής μέχρι την 6/11/2011 πετάχτηκαν κατά λάθος από άλλη υπάλληλο. Της αποδίδεται κάποια γνώση για καταχρήσεις άλλων, μεταξύ αυτών η ΜΚ 4 και ο ΜΚ
- Κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε η φύση, το περιεχόμενο και η γνώση της για αυτά, αφού, ήταν η θέση της συνηγόρου, δεν γράφει ή διαβάζει Ελληνικά.
- Η ΜΚ 4 ανέφερε ότι είδε την κατηγορούμενη να ανοίγει το ταμείο σε αρκετές περιπτώσεις, τις οποίες προσδιόρισε σε δύο με τρείς, να παίρνει χρήματα και να τα δίνει σε άλλη πωλήτρια για να της κάνει τα ψώνια, ή να δίνει χρήματα στις θυγατέρες της. Την ρώτησε γιατί το έκανε και της απάντησε ότι τα κανόνιζε στο τέλος της ημέρας αφού θυμόταν πόσα χρήματα έπαιρνε. Της ανέφερε επίσης ότι υπήρχε και δεύτερο ταμείο (κλειδωμένο κουτί) με τα «μαύρα» χρήματα του «μάστρου», δηλαδή του ΜΚ
- Ανέφερε το ζήτημα στον ΜΚ 5, οπότε και την 28/1/2012 έγινε η καταμέτρηση. Χειρισμό του ταμείου είχε και η ίδια και άλλες πωλήτριες όταν έλειπε σε διάλειμμα η κατηγορούμενη.
- Η ΜΚ 1 συνέλαβε την κατηγορούμενη την 22/12/
- Η κατηγορούμενη αρνήθηκε την κατηγορία (Τεκμήριο 16, η γραπτή κατηγορία στα Ρωσικά, Τεκμήριο 17, η μετάφραση στα Ελληνικά) και ανακρινόμενη ανέφερε ότι το όλο ζήτημα αφορούσε σκευωρία, και ότι ο ΜΚ 3, η ΜΚ 4 και ο ΜΚ 5 ήταν αυτοί που έκλεβαν το κατάστημα. Επίσης ανέφερε ότι μιλά και καταλαβαίνει Ελληνικά, δεν μπορεί όμως να τα διαβάσει (Τεκμήριο 14, η κατάθεση στα Ρωσικά, Τεκμήριο 15, η μετάφραση στα Ελληνικά).
- Ο ΜΚ 2 επιβεβαίωσε τις μεταφράσεις που έκαμε με μια μικρή διόρθωση. Ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι η κατηγορούμενη μπορούσε να μιλήσει Ελληνικά. Του είχε αναφέρει όμως ότι δεν μπορούσε να γράψει ή να διαβάσει Ελληνικά.
- Από τη μαρτυρία του ΜΚ 3, προκύπτει επίσης ότι απαίτηση της κατηγορούμενης για παράνομη απόλυση διευθετήθηκε στις 8/12/2017 ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών με καταβολή σ' αυτήν αποζημίωσης. Υπάρχει διάσταση ως προς το υπόβαθρο της διευθέτησης. ΙΙΙ. ΟΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ
- Μετά την παρουσίαση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ώστε να κληθεί η κατηγορούμενη να παρουσιάσει την υπεράσπιση της. Εισηγήθηκε τα ακόλουθα:
(1)Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι τα αναφερόμενα στις αποδείξεις εμπορεύματα όντως υπήρχαν (πέραν των κωδικών) και ότι λήφθηκαν τα χρήματα που επιστράφηκαν. Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία των πωλήσεων και επιστροφών σε συνάρτηση με το απόθεμα της εταιρείας. Δεν εξηγείται πως επανεμφανιζόταν προϊόν ως πωληθέν αν αυτό δεν υπήρχε στο απόθεμα.
(2)Δεν παρουσιάστηκε μάρτυρας από την «e-soft» ή το λογιστήριο για να εξηγήσει πως ήταν δυνατό να αντικατασταθούν τα στοιχεία της μιας εταιρείας με άλλη και ότι η μεταβολή άλλων στοιχείων δεν ήταν δυνατή. Θα ήταν αντινομικό, εισηγήθηκε να θεωρηθούν οι αποδείξεις αυτοτελώς ικανές να αποδείξουν το περιεχόμενο τους.
(3)Από τη μαρτυρία της ΜΚ 4 προκύπτει, ότι και άλλες υπάλληλοι χειρίζονταν το ταμείο. Υπάρχει επομένως ασάφεια ως προς το ποιος και πότε το λειτουργούσε. Ο ΜΚ 3 εξέφρασε μάλιστα και κάποια αβεβαιότητα αν η κατηγορούμενη ήταν η μόνη που είχε την ευθύνη για την απώλεια χρημάτων.
- Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπόθεση με βάση την παρουσιασθείσα μαρτυρία, και ότι τα εγειρόμενα ζητήματα αφορούν ζητήματα που πρέπει να αξιολογηθούν στο τέλος της δίκης. ΙV. ΑΡΧΕΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
- Οι αρχές που διέπουν το θέμα είναι πολύ καλά καθιερωμένες (βλ. Azinas v Police
(1981)2 CLR 9, Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και ΓΕ ν Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται στο στάδιο αυτό όταν:
(1)δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και
(2)οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. 18. Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η μαρτυρία που δόθηκε με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και ΓΕ ν Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851, 887).
- Στην E.C. Fresh Meat Ltd ν Γεωργίου, ECLI:CY:AD:2018:B524, Π.Ε. 43/2017, 5/12/2018, ο Δ. Ναθαναήλ ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση τον τρόπο εξέτασης του εκ πρώτης όψεως: «Το εκ πρώτης όψεως στάδιο σε ποινική υπόθεση παραμένει ένα θεμελιακό στάδιο της ποινικής δίκης που προστατεύει στην ουσία τον κατηγορούμενο από τον εξαναγκασμό του να δώσει μαρτυρία για λόγους που δεν άπτονται στην έννοια της καλώς νοούμενης απονομής της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη αποκαλύψει και παρουσιάσει όλη τη μαρτυρία που είχε στη διάθεση της, το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει την υπόθεση εάν η μαρτυρία είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο οπότε και ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να τίθεται σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του. Δεν πρέπει συναφώς να διαφεύγει της προσοχής ότι είναι η κατηγορούσα αρχή που οφείλει να αποδείξει την κατηγορία και κάθε συστατικό στοιχείο αυτής, με, εκ πρώτης όψεως, βάρος κατά το κλείσιμο της υπόθεσης της, που μετατρέπεται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο τελικό στάδιο.»
- Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R v Galbraith [1981] 2 All ER 1060, 1062). V. ΤΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ
- Σύμφωνα με το άρθρο 255 ΠΚ, η κλοπή ορίζεται ως ακολούθως: «255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: ........»
- Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι, η απόκτηση κατοχής πράγματος (seizing) που δύναται να κλαπεί· η μεταφορά του (asportation)· χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη (without consent)· με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη (fraudulently and without a claim of right made in good faith)· με σκοπό κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό (with intent permanently to deprive the owner - animus furandi) (βλ. J. W. C. Turner, Kenny's Outlines of Criminal Law, 18th ed (CUP, Cambridge 1962) σελ. 255, §223 και σελ. 294, §279).
- Αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη - claim of right made in good faith, σημαίνει γνήσια πεποίθηση από πλευράς αυτού που αποκτά κατοχή της περιουσίας ότι έχει το δικαίωμα να την αποκτήσει και να την κρατήσει (βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, ανωτέρω, σελ. 295, §281). Είναι άνευ σημασίας αν η πίστη του δεν στηρίζεται σε ορθό νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο. Εφόσον εγερθεί η υπεράσπιση της αξίωσης δικαιώματος με καλή πίστη, εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να την αντικρούσει (R v Bernhard [1938] 2 QB 264, 272 και R. v. Farnborough [1895] 2 QB 484). Στην προκειμένη περίπτωση δεν εγείρεται τέτοια υπεράσπιση.
- Δόλιος τρόπος - fraudulently, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως (βλ. Platritis v Police
(1967)2 CLR 174, 185, Azinas v Republic
(1981)2 CLR 9, 79 και Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, 514). Δεν έχει την έννοια της απάτης ή της καταδολίευσης. Απαιτείται μόνο να καταδειχθεί σκόπιμη και εκ προθέσεως (απόκτηση και μεταφορά) χωρίς να υπάρχει λανθασμένη εντύπωση ότι η περιουσία ανήκε σε άλλο πρόσωπο (βλ. Azinas, ανωτέρω, σελ. 79[1]). 25. H πρόθεση αυτή φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του. Η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα (βλ. Ανδρονίκου, ανωτέρω, σελ. 515), μεταξύ άλλων, και των συνθηκών κτήσης του αντικειμένου (βλ. Κόκκινος ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 628, 634). Η όποια τυχόν αμέλεια ή αδιαφορία του κατηγορουμένου, όσο μεγάλη και να είναι αυτή, δεν αναπληρώνει ούτε θέτει εκ ποδών την ανάγκη απόδειξης της ένοχης γνώσης και πρόθεσης του (Κόκκινος, ανωτέρω, σελ. 633, με αναφορά στην R v Panayi [1989] 1 WLR 187). Η πρόθεση να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από την περιουσία πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο της απόκτησης.
- Αν η κλοπή αφορά κλοπή περιουσίας εργοδότη από υπάλληλο, η προβλεπόμενη ποινή αυξάνεται (βλ. άρθρο 268 ΠΚ). VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
- Έχοντας κατά νου τις προαναφερθείσες αρχές, ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε, κρινόμενη στο απόγειο της, δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που καταλογίζεται στην κατηγορούμενη. Συγκεκριμένα:
(1)Η μαρτυρία δεν καταδεικνύει απόλυτο έλεγχο της ταμειακής μηχανής ή του ταμείου από την κατηγορούμενη. Ήταν η υπεύθυνη του καταστήματος μεν, πρόσβαση όμως είχαν και άλλα πρόσωπα. Χρησιμοποιούσαν όλοι τον ίδιο κωδικό. Σημειώνω ότι η μαρτυρία των ΜΚ 3 και 5, ως προς το ωράριο εργασίας της, αλλά και του καταστήματος δεν ήταν ξεκάθαρη.
(2)Στην αποδοχή κατάθεσης των καταστάσεων και αποδείξεων δεν υπήρξε ένσταση. Δεν κατατέθηκαν ως έγγραφα αρχείου επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακόμη όμως και τέτοια να ήταν, η βεβαίωση αρμοδίου λειτουργού αφορά τη δεκτότητα τους ως τεκμήρια. Η βαρύτητα εξετάζεται ξεχωριστά και σε συνάρτηση με την πειστικότητα της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί ως προς την αξιοπιστία και αποδοτικότητα του συστήματος καταχώρισης (βλ. Roderick Munday, Cross & Tapper on Evidence, 13th ed (OUP, Oxford 2018) σελ. 678[2], με αναφορά στη Miller-Foulds v Secretary of State for Constitutional Affairs [2008] EWHC 3443 (Ch), [34] και στο Civil Evidence Act 1995 s 9). Στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένης και της απώλειας μέρος των αποδείξεων μέχρι την 6/11/2011, θα έπρεπε να παρουσιαστεί μαρτυρία ως προς τον τρόπο λειτουργίας, καταχώρισης και επανάκτησης των πληροφοριών του λογισμικού της ταμειακής μηχανής, αφού κάποια διαφοροποίηση υφίστατο από τις αρχικές αποδείξεις με την εισαγωγή στοιχείων άλλης εταιρείας. Το κενό αυτό στη μαρτυρία καθιστά αδύνατη τη θετική αξιολόγηση αυτής της μαρτυρίας σε τελικό στάδιο.
(3)Επιπρόσθετα για να καταστεί δυνατή η θετική αξιολόγηση τέτοιας μαρτυρίας, ιδιαίτερα για σκοπούς ποινικής δίκης, θα έπρεπε να υπάρχει μαρτυρία ότι οι «επιστροφές» οι οποίες έγιναν δεν ήταν γνήσιες. Η μαρτυρία του ΜΚ 5 άφησε να νοηθεί ότι κάποιες ήταν ενδεχομένως γνήσιες, δεν μπορούσαν δηλαδή να απομονωθούν οι εικονικές από τις πραγματικές. Σ' αυτό το σημείο η επιχειρηματολογία της συνηγόρου Υπεράσπισης είναι βάσιμη. Για να διαπιστωθεί κλοπή χρημάτων, θα έπρεπε αυτή να συναρτάται με συγκεκριμένο προϊόν που δηλώθηκε ως επιστραφέν και το οποίο δεν υπήρχε στο απόθεμα. Σημειώνω ότι δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως μαρτυρία κατάλογος αποθέματος, ούτε αυτός της 30/1/2012. Οι αναφορές του ΜΚ 5 σε κάποιες αποδείξεις, όντως δημιουργούν δυνατές υποψίες, όμως αυτές ήταν απλά ενδεικτικές και δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα για όλες τις «επιστροφές» που καταχωρίστηκαν. Υπάρχει επομένως κενό στον ακριβή αριθμό των εικονικών επιστροφών και επομένως του κλαπέντος ποσού.
(4)Η μαρτυρία της ΜΚ 4, με προβλημάτισε ιδιαίτερα. Είναι γεγονός ότι είδε την κατηγορούμενη να παίρνει χρήματα, δυο ή τρεις φορές. Η πράξη αυτή όμως δεν έχει συνδεθεί με τα αδικήματα που καταλογίζονται στην κατηγορούμενη, που έχουν να κάμουν με απόσπαση χιλιάδων ευρώ. Η μαρτυρία της δεν μπορεί να αποδείξει ή να συμπληρώσει τα κενά που υφίστανται με τις καταστάσεις και αποδείξεις που παρουσιάστηκαν.
- Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα κρίνω ότι η παρουσιασθείσα μαρτυρία στο σύνολο της και κρινόμενη στο απόγειο της είναι εγγενώς αδύνατη να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που καταλογίζεται στην κατηγορούμενη.
- Πέραν των αδυναμιών που εντόπισα σε σχέση με την παρουσιασθείσα μαρτυρία, οφείλω να πω ότι στην παρούσα περίπτωση θα έπρεπε, στο στάδιο της διερεύνησης, να εξεταστεί αν ενδεικνυόταν να ληφθεί μαρτυρία σε σχέση με την κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών της κατηγορούμενης. Τέτοια μαρτυρία θα μπορούσε να συσχετιστεί με το μισθό που λάμβανε. Η λήψη επίσης καταθέσεων από τα πρόσωπα που είχαν να κάμουν με την ανάκτηση των πληροφοριών από το λογισμικό πωλήσεων της εταιρείας και τη σύνταξη των εν λόγω καταστάσεων επίσης επιτασσόταν. VII. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια να κληθεί η κατηγορούμενη σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η κατηγορία απορρίπτεται και η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.).............. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] 'We have considered very carefully the clear and lucid contentions of all counsel and we shall try to see what is the meaning of the word "fraudulent". Indeed, we have to turn to the past in order to follow the evolution of our case law. The word "fraudulent" has been interpreted for the first time in Rex v Williams and Another, [1953] 1 All ER 1068 where it was said that the phrase "fraudulent" and "without a claim of right made in good faith" mean that both the possession and the taking must be made intentionally without a mistake of the person liable and it must be made without a claim of right made in good faith that the property belonged to another person. In other words, that phrase does not mean taking by fraud or defrauding (katadolievsi) but it means intentional and deliberate and not under the mistake that the property belonged to some other person.' [2] 'It must be stressed that this provision merely secures admission of the documents; their effect will depend upon their weight, and that, in its turn, will often depend upon the cogency of the evidence demonstrating the efficiency of the system of recording adopted.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο