ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΡΙΦΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 8842/2017, 29/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8842/2017 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. XXX ΠΡΙΦΤΗ Κατηγορούμενης -------------------------- Ημερομηνία: 29 Ιουλίου,
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Κληρίδου. Για την Κατηγορούμενη: κ. Σ. Μάτσας. Κατηγορούμενη, παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ I. Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Η ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ ΚΑΙ ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
- Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία απειλής, κατά παράβαση των άρθρων 91Α και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ»).
- Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι η κατηγορούμενη την 10/4/2017, προκάλεσε τρόμο στη Γ/Αστ. ΧΧΧ Παύλου, με παράνομη πράξη, δηλαδή την απείλησε με τη φράση: «Δεν ξέρεις ποια είμαι να προσέχεις γιατί ότι σου συμβεί δεν φταίω εγώ θα κάμω ένα τηλεφώνημα και θα έχεις πρόβλημα και συ και η οικογένεια σου»
- Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρα, την Γ/Αστ. ΧΧΧ Παύλου (ΜΚ 1). Η κατηγορούμενη αφού κλήθηκε σε απολογία προέβη σε δήλωση ανωμοτί. Δεν παρουσίασε άλλους μάρτυρες. Κατατέθηκαν συνολικά 5 Τεκμήρια.
- Αποτέλεσαν κοινό έδαφος τα ακόλουθα:
(1)Την 10/4/2017 περί ώρα 19:00, η κατηγορούμενη, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην οδό Γιάννου Κρανιδιώτη στα Λατσιά, ανακόπηκε από τη ΜΚ 1.
(2)Η ΜΚ 1 προέβη σε ανακοπή καθ' ότι, ήταν η θέση της, η κατηγορούμενη οδηγούσε και κρατούσε το κινητό της τηλέφωνο. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι μιλούσε στο κινητό τηλέφωνο προβάλλοντας το δικό της ισχυρισμό, και συγκεκριμένα ότι κρατούσε το δεξί της σκουλαρίκι. Το αν κρατούσε ή όχι κινητό τηλέφωνο δεν είναι ζήτημα που αφορά την παρούσα διαδικασία. Αυτό που είναι επίδικο είναι το περιεχόμενο της μεταξύ τους λεκτικής ανταλλαγής.
(3)Είναι επίσης δεκτό ότι ο Αστ. ΧΧΧ Χαραλάμπους (Τεκμήριο 1, η κατάθεση του) την 12/4/2017 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (Τεκμήριο 2, η ανακριτική της κατάθεση) και ότι την ίδια μέρα την κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 3, η γραπτή κατηγορία). Η κατηγορούμενη όταν κατηγορήθηκε γραπτώς απάντησε, «Δεν παραδέχομαι, έτσι πράγμα δεν έγινε».
- Η θέση της Υπεράσπισης είναι ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε απείλησε την ΜΚ
- Είναι δεκτό ότι στην ανακριτική της κατάθεση (Τεκμήριο 3) η κατηγορούμενη είχε προβάλει την εξής θέση για το τι συνέβη (διατηρείται η σύνταξη και ορθογραφία): «Εγώ τότε της είπα ότι δεν κρατούσα τηλέφωνο αλλά κρατούσα το σκουλαρίκι στο δεξί μου αυτί γιατί έχω έτσι σύστημα. Εγώ δεν μιλούσα στο κινητό μου τηλέφωνο και επειδή η Αστυνομικός επέμενε εγώ της είπα να μη μου βγάλει εξώδικο. Στη συνέχεια όταν τη ρώτησα τι προτίθεται να κάμει ότι μιλούσαμε για έκδοση εξωδίκου και όχι για τα σκουλαρίκια μου κυρία μου. Εγώ στην συνέχεια την ενημέρωσα ότι δεν θα το άφηνα έτσι και θα την κατάγγελλα γιατί με ειρωνεύτηκε και ότι με έγγραψε χωρίς λόγο. Στην συνέχεια μου έδωσε το εξώδικο και έφυγα χωρίς να έχουμε οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση. Εγώ ουδέποτε την απείλησα είτε εκείνη είτε την οικογένεια της σε καμία περίπτωση»
- Για όλες τις πιο πάνω κοινές θέσεις προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. II. Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Μαρτυρία της Γ/Αστ. ΧΧΧ Παύλου (ΜΚ 1)
- Η ΜΚ 1 υιοθέτησε την αστυνομική της κατάθεση (Τεκμήριο 4). Η δική της εκδοχή για το τι διαμείφθηκε μεταξύ τους, όταν τη σταμάτησε για να την καταγγείλει, ήταν η ακόλουθη (διατηρείται η σύνταξη και ορθογραφία): «Την πληροφόρησα για τον αδίκημα για το οποίο διέπραξε και αφού της επέστησα την προσοχή της στο Νόμο απάντησε: «Δεν το δέχομαι βοήθαμε γιατί έχω πολλούς βαθμούς αν είναι βάρμου την καταγγελία χωρίς βαθμούς αφού ξέρω ότι μπορείς να το κάμεις». Στη συνέχεια πληροφόρησα την οδηγό ότι για το πιο πάνω αδίκημα θα καταγγελθεί και αφού της επέστησα την προσοχή της στο Νόμο απάντησε: «Δεν ξέρεις ποια είμαι να προσέχεις γιατί ότι σου συμβεί δεν θα φταίω εγώ θα κάμω ένα τηλεφώνημα και θα έχεις πρόβλημα και συ και η οικογένεια σου». Εκδόθηκε εξώδικο υπαριθμό [ΧΧΧ]. Έχω ανησυχήσει πολύ και φοβηθεί για την σωματική μου ακεραιότητα. Για την απειλή αυτή έχω παράπονο και επιθυμώ την ποινική της δίωξη.»
- Η ΜΚ 1 αντεξετάστηκε εκτενώς. Θα αναφερθώ μόνο στα κύρια σημεία που είχαν εγερθεί:
(1)Υπηρετεί στην Τροχαία 9 χρόνια περίπου.
(2)Δεν συνέλαβε την κατηγορούμενη για αυτόφωρο όταν εκστόμισε την απειλή γιατί αυτή έφυγε. Δεν πρόλαβε. Της είχε δώσει ήδη το εξώδικο. Δεν ήταν αρμοδιότητα της να ζητήσει την έκδοση δικαστικού εντάλματος σύλληψης μετά την καταγγελία.
(3)Έδωσε την κατάθεση, Τεκμήριο 4, την ίδια μέρα, περί ώρα 11 - 11:30 μ.μ., δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς, έστω και αν η ημερομηνία και ώρα δεν αναγράφονταν σ' αυτήν. Αρνήθηκε ότι ψευδόταν.
(4)Προέβη σε καταχώριση των όσων της αναφέρθηκαν στο ηλεκτρονικό σύστημα καταχώρισης εξωδίκων και στο σημειωματάριο της. Εκτύπωση της καταχώρισης στο ηλεκτρονικό σύστημα δεν μπορούσε να παρουσιάσει η ίδια, δεν επιτρεπόταν. Θα μπορούσε να δοθεί εκτύπωση στην Υπεράσπιση κατόπιν αιτήσεως. Όσον αφορά τη σημείωση στο σημειωματάριο της, παρουσίασε το πρωτότυπο και κατατέθηκε φωτοαντίγραφο των σχετικών σελίδων 60 - 62 (Τεκμήριο 5). Στις εν λόγω σελίδες κατάγραψε τα ακόλουθα: «Δευτέρα 10 Απριλίου 2017. 17:30, ΟΠΟΔ: Ανέλαβα καθήκον», [υπογραφή της ΜΚ 1] «17:45, ΟΠΟΔ: Αναχωρώ για περιπολία εις Τ‑ 4 με τον Αστυφύλακα ΧΧΧ και το MKN 851» [υπογραφή της ΜΚ 1] «19:10, Μ. Αλεξάνδρου: KVL ΧΧΧ, [κατηγορούμενη]: «δεν ξέρεις ποια είμαι. Για ό,τι σου συμβεί δεν φταίω εγώ. Θέλω το PC σου. Θα κάμω ένα τηλεφώνημα και έφυες που την Τροχαία.» Μου είπε πιο πριν: «βοήθα με, έχω πολλούς βαθμούς, αν είναι βάρμου την καταγγελία χωρίς βαθμούς, αφού μπορείς να το κάμεις». [υπογραφή της ΜΚ 1] «Ό,τι πάθεις τωρά τζιαί να πάει, ό,τι πάθεις δεν ευθύνομαι, να προσέχεις τωρά τζιαί να πάει» [υπογραφή της ΜΚ 1].
(5)Σε υποβολή ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ του Τεκμηρίου 4 και του Τεκμηρίου 5 ανέφερε ότι η καταγραφή στο σημειωματάριο έγινε ενώ ήταν ταραγμένη. Η κατάθεση της έγινε ενώ είχε ηρεμήσει περισσότερο και είχε θυμηθεί καλύτερα τα γεγονότα.
(6)Αρνήθηκε ότι ειρωνεύτηκε την κατηγορούμενη λέγοντας της, «εδώ κυρία μου δεν ασχολούμαστε με τα σκουλαρίκια σου», και ότι η καταγγελία της κατηγορούμενης για το ειρωνικό της σχόλιο ήταν ο λόγος που υπέβαλε παράπονο.
(7)Δεν θυμόταν αν παραπονέθηκε για το συμβάν στον συνάδελφο που ήταν μαζί της καθήκον. Ανώμοτη δήλωση της Κατηγορούμενης
- Η κατηγορούμενη ανέφερε τα ακόλουθα: «Κύριε Πρόεδρε υιοθετώ την κατάθεσή μου, απλώς αν μου επιτρέπετε θα ήθελα να αναφέρω κάτι. Έναν άνθρωπο τον οποίο σταματά η Αστυνομία και ισχυρίζεται ότι τον απειλεί για τη σωματική του ακεραιότητα, για τη ζωή και για την οικογένειά του, ένας λογικός άνθρωπος δεν νομίζω μετά φεύγοντας να έχει το θράσος να παίρνει στο Αρχηγείο και να καταγγέλλει την ειρωνεία της αστυνομικού. Επίσης, τώρα στο διάλειμμα με τον κύριο Μάτσα πήρα στα χέρια μου αυτά που έχει γράψει η κυρία Παύλου στο βιβλιάριό της και διαπίστωσα ότι αναφέρει τα γεγονότα και υπογράφει και μετά αναφέρει αυτά που με κατηγορεί, που βρίσκομαι σήμερα εδώ και ξανά υπογράφει. Όλο αυτό μου δημιουργεί μιαν αμφιβολία. Ευχαριστώ.» IΙΙ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
- Ο μόνος μάρτυρας που κατέθεσε δια ζώσης ήταν η ΜΚ
- Εξέτασα τη μαρτυρία της ατομικά αλλά και σε συσχετισμό με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και τις κοινά αποδεκτές θέσεις.
- Όσον αφορά τις αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εξετάζει και αξιολογεί ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στη Δρουσιώτης ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505, 520, στην οποία αναφέρθηκε ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις, δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας υπό κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. επίσης R v Cambell
(1979)69 Cr. App. R. 221, Anastassiades v Republic
(1977)2 CLR 97, Khadar v Republic
(1978)2 CLR 152, Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 515, Δημοσθένους κ.ά. v Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129, Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 22, Σοφοκλέους ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 385 και Εφραιμίδου ν Αστυνομίας
(2014)2Α ΑΑΔ 319).
- Σε κάθε περίπτωση το βάρος απόδειξης της κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή. Το βάρος είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή της κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε (βλ. Woolmington v DPP [1935] AC 462 HL, R v Majid [2009] EWCA Crim 2563, ΓΕ ν Ismail, ECLI:CY:AD:2016:D482, Π.Ε. 228/15-245/15, 248/15-255/15, 17/10/2016, σελ. 33-34, Crown Court Bench Book, Directing the Jury, Judicial Studies Board, 2010, σελ. 16 και The Crown Court Compendium Part I: Jury and Trial Management and Summing Up, Judicial College, November 2017, παρ. §§5-1, 5-2).
- Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459, 484 - 485). Το Δικαστήριο δεν μπορεί μέσα από τη συμπεριφορά κατηγορουμένου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του. Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά κι αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει, δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί σε περίπτωση απόρριψης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. ΓΕ ν Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, 250 και A Guide for the Magistrate in the Commonwealth: Fundamental Principles and Recommended Practice, January 2017, p. 92[1] με αναφορά στην Liberato v The Queen
(1985)159 CLR 507, §11, High Court of Australia).
- Η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ήταν ότι η ΜΚ 1 δεν θα πρέπει να γίνει πιστευτή, λόγω της διάστασης της σημείωσης που έλαβε την στιγμή του συμβάντος και της κατάθεσης που έδωσε αργότερα, σε άγνωστο χρόνο. Επίσης, ανέφερε, ότι θα απαιτείτο πολύ θράσος από την κατηγορούμενη ενώ εκστόμισε απειλή, ακολούθως να προβαίνει σε καταγγελία για την ειρωνική στάση της αστυνομικού. Το γεγονός της ύπαρξης υπογραφών της ΜΚ 1 μεταξύ των προτάσεων που έγγραψε στο σημειωματάριο δημιουργούν αμφιβολία ως προς το χρόνο καταγραφής.
- Έχω εξετάσει τη μαρτυρία της ΜΚ 1 με ιδιαίτερη προσοχή. Η εντύπωση που μου έδωσε στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν ότι ήταν μάρτυρας που κατέθεσε την αλήθεια. Είναι γεγονός ότι υπάρχει κάποια διαφορά στο λεκτικό απειλής στη σημείωση και στην κατάθεση που έδωσε. Εξήγησε τους λόγους. Όταν έγγραψε την κατάθεση ήταν πιο ήρεμη και σε θέση να καταγράψει με ακρίβεια τα όσα της λέχθηκαν. Δέχομαι την εξήγηση που έδωσε. Τα όσα αναφέρθηκαν για τις υπογραφές δεν της τέθηκαν κατά την αντεξέταση. Επομένως δεν μπορεί να εξαχθεί συγκεκριμένο συμπέρασμα. Κρίνω τη ΜΚ 1 αξιόπιστη και δέχομαι ότι η κατηγορούμενη της μίλησε με τον τρόπο που κατέγραψε στην κατάθεση της Τεκμήριο
- Θα ήθελα να επισημάνω όμως τα εξής. Η εντύπωση που μου δόθηκε, κατά την αντεξέταση της ΜΚ 1, ήταν ότι η ΜΚ 1 θα έπρεπε να παρουσιάσει μαρτυρία υποστηρικτικής των θέσεων της, είτε υπό τη μορφή σημείωσης ή ηλεκτρονικής καταχώρισης ή παραπόνου σε τρίτο. Τέτοιο υλικό δεν ζητήθηκε ειδικά από την Υπεράσπιση πριν την ακρόαση. Η γραμμή αντεξέτασης ήταν διερευνητική. Οι ερωτήσεις τέθηκαν χωρίς να είναι γνωστή η ύπαρξη ή το περιεχόμενο τέτοιου υλικού. Μάρτυρας δεν αναμένεται κατά την δίκη να παρουσιάζει μαρτυρία αυτοενίσχυσης. Σημειώματα αστυνομικών ή παράπονα σε τρίτους κατά κανόνα αποτελούν μαρτυρία αυτοενίσχυσης[2]. Οι χαλαρώσεις που έχουν επέλθει με βάση την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, δεν καθιστούν δηλώσεις αυτοενίσχυσης (ή αυτοεξυπηρέτησης) αυτομάτως αποδεκτές, παρά μόνο με άδεια του Δικαστηρίου (βλ. άρθρο 30
(2)(α)). Ο Νόμος αυτό που επιτρέπει, είναι την κατάθεση γραπτών δηλώσεων ή αστυνομικών καταθέσεων αντί προφορικής μαρτυρίας κατά την κυρίως εξέταση (βλ. άρθρο 25). Σημειώματα ή καταχωρίσεις αυτού του είδους μπορούν να τύχουν χρήσης από μάρτυρα, πέραν των εξαιρέσεων του κοινοδικαίου, για σκοπούς αντίκρουσης ισχυρισμού ότι η μαρτυρία του είναι κατασκευασμένη (βλ. άρθρο 30
(2)(β)). Σημειώνω ότι πριν την τροποποίηση του Νόμου, η χρήση σημειωματάριου από αστυφύλακα συνήθως είχε σκοπό το φρεσκάρισμα μνήμης και μόνο τότε επιθεωρούνταν από την Υπεράσπιση[3].
- Στην προκειμένη περίπτωση το εν λόγω σημείωμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, οπότε και έπρεπε να αξιολογηθεί. Έχω καταλήξει για τους λόγους που προανέφερα ότι η κατάθεση της ΜΚ 1 είναι αυτή που αντικατοπτρίζει με ακρίβεια το τι εκστόμισε η κατηγορούμενη.
- Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης, αυτή στην ουσία αποτελούσε σχολιασμό της μαρτυρίας της ΜΚ
- Το ζήτημα των υπογραφών δεν της είχε τεθεί κατά την αντεξέταση. Η δήλωση της αυτή δεν ρίχνει οποιοδήποτε φως στα γεγονότα ούτε μπορεί να οδηγήσει σε κάποιο συμπέρασμα.
- Όσον αφορά την ανακριτική της κατάθεση, Τεκμήριο 2, παρέμεινε εξ ακοής, αφού δεν υιοθετήθηκε ενόρκως από την ίδια, ούτε μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο εξαγωγής οποιουδήποτε ασφαλούς συμπεράσματος ως προς το τι διαμείφθηκε μεταξύ τους την επίδικη ημερομηνία, αφού δεν καταγράφεται ευκρινώς το αποδιδόμενο στη ΜΚ 1 ειρωνικό σχόλιο.
- Πέραν των κοινά αποδεχτών θέσεων που ανέφερα στις παρ. 4 και 5, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα. Αφού η ΜΚ 1 πληροφόρησε την κατηγορούμενη για την τροχαία παράβαση για την οποία θα την κατάγγελλε και της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο, αυτή απάντησε, «Δεν το δέχομαι βοήθα με γιατί έχω πολλούς βαθμούς αν είναι βάρμου την καταγγελία χωρίς βαθμούς αφού ξέρω ότι μπορείς να το κάμεις». Στη συνέχεια την πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί και αφού της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο απάντησε: «Δεν ξέρεις ποια είμαι να προσέχεις γιατί ότι σου συμβεί δεν θα φταίω εγώ θα κάμω ένα τηλεφώνημα και θα έχεις πρόβλημα και συ και η οικογένεια σου». Η κατηγορούμενη ακολούθως αποχώρησε. Η ΜΚ 1 ένιωσε φόβο και ταραχή. IV. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
- Σύμφωνα με το άρθρο 91Α ΠΚ: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» 22. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου,
(2)που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία.
- Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα γεγονότων της κάθε υπόθεσης (βλ. I v. DPP; M v. DPP; H v. DPP [2002] 1 AC 285 HL).
- Όσον αφορά το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας, σύμφωνα με το άρθρο 91 ΠΚ, η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού.
- Σύμφωνα με το άρθρο 91 ΠΚ: «
- Όποιος- (α) με σκοπό εκφοβισμού ή παρενόχλησης άλλου, απειλεί να διαρρήξει ή να προξενήσει βλάβη σε κατοικία ή (β) με σκοπό πρόκλησης τρόμου σε άλλο πρόσωπο που βρίσκεται σε κάποια κατοικία, εκπυρσοκροτεί γεμάτο πυροβόλο όπλο ή διαπράττει οποιαδήποτε άλλη διασάλευση της ειρήνης ή (γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» (Έμφασις δική μου)
- Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού (βλ. Νετζιήπ ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, 6 και Kallenos v The Police
(1969)2 CLR 210, 212). Η πρόθεση εκφοβισμού από τον κατηγορούμενο, ώστε ο απειλούμενος να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει, είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος (βλ. Βοσκού ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 510, 514).
- Κατά τρόπο ανάλογο, για το αδίκημα του άρθρου 91Α ΠΚ απαιτείται να καταδειχθεί πρόθεση εκφοβισμού από πλευράς κατηγορούμενου προς τον απειλούμενο. Η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Θεωρώ ότι είναι σχετικό το σκεπτικό της DPP v Ramos [2000] Lexis Citation 3217[4]. Εκεί αναφέρθηκε, σε σχέση με το αδίκημα Fear or Provocation of Violence, s.4[5], Public Order Act 1986, ότι αυτό που έχει καίρια σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά η στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο.
- Επομένως, απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης (ή παράλειψης) από τον κατηγορούμενο προς τον απειλούμενο αρκεί προς στοιχειοθέτηση του αδικήματος, εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι στον απειλούμενο προκλήθηκε αίσθημα τρόμου ή ανησυχίας για άσκηση βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης (ή παράλειψης) εναντίον του και ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση εκφοβισμού του, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει την πράξη βίας ή την παράνομη πράξη.
- Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπεράσματα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού και πρόκλησης τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο θα πρέπει να εξετάσει όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν το συμβάν εκστόμισης ή διαβίβασης της απειλής, τη φύση της απειλής, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους πριν, κατά την εξέλιξη του συμβάντος αλλά και μετά.
- Η εκστόμιση της φράσης από την κατηγορούμενη προς τη ΜΚ 1, «Δεν ξέρεις ποια είμαι να προσέχεις γιατί ότι σου συμβεί δεν θα φταίω εγώ θα κάμω ένα τηλεφώνημα και θα έχεις πρόβλημα και συ και η οικογένεια σου» αποτελούσε απειλή τέλεσης παράνομης πράξης, ότι δηλαδή λόγω της καταγγελίας θα είχε επιπτώσεις η ίδια και η οικογένεια της. Με βάση τα ευρήματα μου η ΜΚ 1 ένιωσε φόβο. Ο σκοπός, που συνάγεται και από το λεκτικό της απειλής ήταν να εκφοβίσει την ΜΚ 1 λόγω της καταγγελίας που έγινε. Έχω, ως εκ τούτου, ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατηγορούμενη διέπραξε το αδίκημα της απειλής που της καταλογίζεται. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Υπ.).................................................. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 'When there is a conflict between the evidence of a prosecution witness and the evidence of a defence witness, the trier of fact must not convict the accused unless they are satisfied beyond reasonable doubt of the truth of the evidence for the prosecution. Even if the Trier of fact does not positively believe the evidence for the defence, it cannot find an issue against the accused contrary to that evidence, if that evidence gives rise to a reasonable doubt as to that issue.' [2] Σύμφωνα με το σύγγραμμα Colin Tapper, Cross & Wilkins, Outline of the Law of Evidence (Butterworths, London 1986), σελ. 85-86, ίσχυαν τα ακόλουθα: 'The mere fact that the officer took notes immediately after an interview or other occurrence does not make them evidence in the case. Even if the officer states in-chief that he took notes, the notebook itself does not become evidence. This is on account of the rule against self-corroboration. Conversely, if, in answer to questions put to him in cross-examination, the officer says that he made notes, the cross-examiner has no right to call for the notes, although as a matter of practice it might be wise to let him see them.' [3] Ibid, σελ.
- Βλ. επίσης A-G's Reference No 3 for 1979
(1979)69 Cr App Rep 411. [4] Kennedy LJ - 'And it is perhaps worth bearing in mind that in the 1986 Act, as well as in the 1861 Act, it is the state of the mind of the victim which is crucial rather than the statistical risk of violence actually occurring within a very short space of time.' [5]
(1)A person is guilty of an offence if he— (
- a)uses towards another person threatening, abusive or insulting words or behaviour, or (
- b)distributes or displays to another person any writing, sign or other visible representation which is threatening, abusive or insulting, with intent to cause that person to believe that immediate unlawful violence will be used against him or another by any person, or to provoke the immediate use of unlawful violence by that person or another, or whereby that person is likely to believe that such violence will be used or it is likely that such violence will be provoked. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο