ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 587/18, 25/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2019:14 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 587/18 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. XXXXX Νικολάου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25/10/19 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θ. Παπακυριακού με ασκούμενο δικηγόρο Α. Αντωνίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ε. Ευσταθίου με κα Α. Παπαχαραλάμπους Κατηγορούμενος παρών --------------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερεις κατηγορίες που σχετίζονται με την κατοχή και εμπορία ναρκωτικών με σοβαρότερη την 3η κατηγορία, όπου του καταλογίζεται η κατοχή με σκοπό την προμήθεια 2 κιλών και 878,20 γρ κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Δήλωσε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες με αποτέλεσμα να διεξάγεται ακρόαση για διαπίστωση της ενοχής του ή μη στις προσαφθείσες κατηγορίες. Μέχρι στιγμής έχει ολοκληρωθεί η μαρτυρία πέντε μαρτύρων κατηγορίας ενώ προς πίστωση των συνηγόρων έγιναν και κάποια παραδεκτά γεγονότα. Κλήθηκε και έκτη μάρτυρας κατηγορίας, η Υπαστυνόμος Μαρία Ευαγγέλου - υπεύθυνη της ΥΚΑΝ Λευκωσίας. Η μάρτυρας αυτή ξεκίνησε να καταθέτει, λέγοντας ότι, κατόπιν διαβούλευσης με τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, κα Παπακυριακού, παρέλαβε από την αποθήκη τεκμηρίων τα παρειακά επιχρίσματα που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο διαρκούσης της κράτησης του. Κατόπιν επιχείρησε να τα καταθέσει στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Στο σημείο αυτό, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, κ. Ευσταθίου, υπέβαλε ένσταση, υποστηρίζοντας ότι τα εν λόγω παρειακά επιχρίσματα λήφθηκαν παράνομα και αναρμοδίως. Κληθείς από το Δικαστήριο να συγκεκριμενοποιήσει περαιτέρω και να θέσει σε πλαίσιο την ένσταση του ανέφερε, ότι, ενίσταται στην παρουσίαση του τεκμηρίου αφού λήφθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση του άρθρου 25 του Περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/2004, χωρίς ο κατηγορούμενος να δώσει τη συγκατάθεση του και χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που ορίζει το εν λόγω άρθρο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο συνήγορος ξεκαθάρισε ρητά, ότι, δεν επικαλείται την παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, αλλά μόνο παραβίαση του προαναφερθέντος Νόμου, τις σχετικές διατάξεις του οποίου, χαρακτήρισε, επιτακτικής εφαρμογής. Το Δικαστήριο, θεωρώντας ότι το θέμα άπτεται κατ' ισχυρισμό παρανόμως ληφθείσας μαρτυρίας στη βάση ενός αμφισβητούμενου πραγματικού υποβάθρου γεγονότων, διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, με πλαίσιο εξέτασης την ένσταση του κ. Ευσταθίου όπως ακριβώς την έχουμε προσδιορίσει ανωτέρω. Ως πρώτη μάρτυρας στη δίκη εντός δίκης, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, κάλεσε την Υπαστυνόμο XXXXX Ευαγγέλου - Μ1 (ΔΕΔ) η οποία παρουσίασε τα παρειακά επιχρίσματα που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο για να σημειωθούν ως τεκμήριο στη δίκη εντός δίκης (το αντικείμενο ουσιαστικά) - τεκμήριο 1 ΔΕΔ. Δεν υποβλήθηκαν περαιτέρω ερωτήσεις προς τη μάρτυρα είτε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής είτε από πλευράς Υπεράσπισης. Ως Μ2 (ΔΕΔ) κλήθηκε ο Α/Α XXXXX XXXXX Μιχαήλ, ο οποίος αφού υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση (έγγραφο 1 κυρίως δίκης - τεκμήριο 2 ΔΕΔ) ανέφερε ότι, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης (παραδεκτό γεγονός) συνέλαβε τον κατηγορούμενο στις 5.12.2017 και περί ώρα 16:30, έξω από την κατοικία του. Στη συνέχεια, με τη γραπτή του συγκατάθεση (τεκμήριο 4 ΔΕΔ) ερευνήθηκε η κατοικία και τα οχήματα του και ακολούθως μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Στα γραφεία της ΥΚΑΝ του δόθηκαν γραπτώς τα δικαιώματα του (παραδεκτό γεγονός), αλλά αρνήθηκε να τα υπογράψει. Περαιτέρω του δόθηκε και το έντυπο για τη λήψη μέτρων, φωτογραφιών και γενετικού υλικού (τεκμήριο 3 ΔΕΔ) το οποίο, επίσης, αρνήθηκε να υπογράψει. Για όλα τα προαναφερθέντα ενημέρωνε και λάμβανε τηλεφωνικές οδηγίες από την τότε Λοχία XXXXX XXXXX Ευαγγέλου (Μ1 ΔΕΔ) η οποία ήταν υπεύθυνη βάρδιας. Τη Λοχία την ενημέρωσε αμέσως μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου στις 16:30 και του έδωσε οδηγίες όπως, αμέσως μετά την έρευνα της κατοικίας του, μεταφερθεί στα γραφεία της ΥΚΑΝ και του ληφθεί κατάθεση, παρειακά επιχρίσματα, αποτυπώματα και φωτογραφίες. Στα γραφεία της ΥΚΑΝ λήφθηκε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση, την οποία ομοίως αρνήθηκε να υπογράψει και ακολούθως μεταφέρθηκε στο διπλανό δωμάτιο για τη λήψη παρειακών επιχρισμάτων. Εκεί, ακολουθώντας τη νενομισμένη διαδικασία και χρησιμοποιώντας τα ειδικά σύνεργα, του έλαβε παρειακά επιχρίσματα από τις δύο παρειές και τα τοποθέτησε στις ειδικές αεροστεγείς θήκες, χωρίς σε καμία περίπτωση να έχει οποιαδήποτε φυσική επαφή μαζί τους. Μολονότι ο κατηγορούμενος δεν υπέγραψε το έντυπο που του δόθηκε, ήταν συνεργάσιμος καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και άνοιξε οικειοθελώς το στόμα του για τη λήψη των επιχρισμάτων. Στη συνέχεια παρέδωσε σε φάκελο τα παρειακά επιχρίσματα στον Α/Α XXXXX Μιχαήλ (τώρα Λοχία) ο οποίος ανέλαβε τη λήψη των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Ο μάρτυρας επισήμανε, ότι, ο κατηγορούμενος δεν προέβαλε σε καμία στιγμή αντίσταση και μάλιστα εξ αρχής τους είχε αναφέρει «κάμετε τη δουλεία σας, αλλά δεν θα υπογράψω κανένα έντυπο». Εξ όσων γνωρίζει, ο κατηγορούμενος ουδέποτε παραπονέθηκε προς οποιοδήποτε πρόσωπο για οτιδήποτε. Αντεξεταζόμενος επέμενε ότι ενημέρωσε τηλεφωνικώς τη Λοχία Ευαγγέλου αμέσως μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου στις 16:30 - ενώ βρισκόταν ακόμα έξω από την κατοικία του κατηγορουμένου - και αυτή του έδωσε οδηγίες για τα περαιτέρω. Δέχθηκε πάντως πως δεν το ανέφερε αυτό στη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 2 ΔΕΔ), καθ' ότι δεν το θεώρησε σημαντικό. Δεν το ανέφερε ούτε στην κυρίως δίκη, πρόσθεσε, αφού δεν ρωτήθηκε από κανένα. Σε σχέση με το έντυπο (τεκμήριο 3 ΔΕΔ), διευκρίνισε, ότι, εκτός από ανυπόγραφο είναι και ασυμπλήρωτο αφού είναι οι ύποπτοι που συμπληρώνουν συνήθως τα στοιχεία τους και στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να το πράξει. Ούτε καν το έντυπο για παραλαβή των χρημάτων του, δεν υπέγραψε. Το μόνο έγγραφο που υπέγραψε ήταν τη συγκατάθεση για έρευνα της οικίας του (τεκμήριο 4 ΔΕΔ). Σε σχέση με το τεκμήριο 3 ΔΕΔ, ανέφερε ότι είναι το έντυπο που συνήθως χρησιμοποιεί η Αστυνομία για τη λήψη της γραπτής συγκατάθεσης ενός υπόπτου για άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας ότι ο ύποπτος συγκατατέθηκε. Αυτός το χρησιμοποιεί πάντα. Ο Νόμος πάντως δεν απαιτεί γραπτή συγκατάθεση. Αναφέρεται μόνο σε συναίνεση και στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε συναίνεση. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση διατάγματος. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει το έντυπο, όχι να του ληφθούν παρειακά επιχρίσματα. Δεν τον διέταξε να ανοίξει το στόμα του. Mόνος του το άνοιξε. Επί τούτου απέρριψε κατηγορηματικά υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν έδωσε ούτε γραπτή, ούτε προφορική συγκατάθεση για τη λήψη παρειακών επιχρισμάτων. Τέλος, ανέφερε, πως αν γινόταν τούτο, ο κατηγορούμενος δεν θα τον χαιρετούσε και δεν θα του μιλούσε στο Δικαστήριο, όπως προφανώς έπραξε, σύμφωνα με την αναφορά. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Μ2 (ΔΕΔ) και αφού δόθηκε χρόνος για διαβούλευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε να καταθέσει, ούτε και θα καλούσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Έτσι δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους για να αγορεύσουν. Αμφότεροι το έπραξαν με τρόπο περιεκτικό και στοχευμένο, παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφορά σε θέσεις και επιχειρήματα των συνηγόρων, θα γίνει σε κατοπινό στάδιο εκεί και όπου χρειάζεται για επίλυση του επίδικου θέματος. Πρώτα όμως κάποια σύντομα σχόλια για τη δίκη εντός δίκης και για τα ζητήματα που αναφύονται. Η αμφισβήτηση της νομιμότητας λήψης μιας μαρτυρίας, στην προκειμένη περίπτωση των παρειακών επιχρισμάτων, εναπόθεσε στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής - στα πλαίσια της διεξαχθείσας δίκης εντός δίκης - το βάρος να αποδείξει θετικά και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη νομιμότητα λήψης των επιχρισμάτων. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί, ότι, η ένσταση περιορίστηκε στην παραβίαση νομοθετήματος και όχι στην παραβίαση θεμελιακών συνταγματικών δικαιωμάτων. Η διάκριση είναι σημαντική, διότι στην πρώτη, υπό συζήτηση περίπτωση (όπως και στην περίπτωση παραβίασης Δικαστικών Κανόνων - βλ. Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556), το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια αποδοχής της μαρτυρίας ακόμα και αν διαπιστωθεί ότι λήφθηκε κατά παράβαση του Νόμου (βλ. Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186), ενώ στη δεύτερη περίπτωση, ο αποκλεισμός της μαρτυρίας είναι αυτόματος και χωρίς κανένα περιθώριο συζήτησης (βλ. Άρθρα 34 & 35 Συντάγματος, Αστυνομία v. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147 και Γενικός Εισαγγελέας v. Κουρέα
(2004)2 Α.Α.Δ. 378). Από διαδικαστικής τώρα πλευράς, η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, αναπόφευκτα δημιουργεί την ανάγκη διακρίβωσης των συνθηκών λήψης της υπό ένσταση μαρτυρίας, στοιχείο που με τη σειρά του προϋποθέτει την εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων. Κατ' επέκταση για να εξαχθούν συμπεράσματα θα πρέπει να γίνει, περιορισμένη έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το γενικότερο θέμα της αξιολόγησης όμως θα πρέπει να παραμείνει ανοικτό όπως ανοικτό θα πρέπει να παραμένει και το θέμα εξαγωγής τελικών συμπερασμάτων. Αμφότερα τα ζητήματα αυτά είναι αξιώματα της κυρίως δίκης. Συνεπώς η αξιολόγηση στην οποία θα προβούμε και η επακόλουθη εξαγωγή συμπερασμάτων που θα γίνει, θα περιοριστεί στον απολύτως αναγκαίο βαθμό για επίλυση της επίδικης διαφοράς. Ξεκινώντας λοιπόν από τη Μ1 (ΔΕΔ), επισημαίνουμε, ότι, μας προξένησε εντύπωση το γεγονός ότι δεν ρωτήθηκε οτιδήποτε σε σχέση με τη διαδικασία λήψης των παρειακών επιχρισμάτων. Υπενθυμίζουμε επί τούτου, ότι, ο Μ2 (ΔΕΔ) την επικαλέστηκε ως το αρμόδιο πρόσωπο που του έδινε οδηγίες σε σχέση, όχι μόνο με το ζήτημα αυτό, αλλά, γενικότερα σε σχέση με τις εξετάσεις και ανακρίσεις που έλαβαν χώρα αναφορικά με τον κατηγορούμενο. Η παράλειψη, γίνεται ακόμα πιο αισθητή από το γεγονός ότι αποτελεί νομοθετική επιταγή όπως η λήψη (και) παρειακών επιχρισμάτων γίνει από Λοχία ή ανώτερο ή όπως τέτοιο πρόσωπο, μεριμνήσει για τη λήψη τους. Στο θέμα αυτό θα επανέλθουμε στη συνέχεια. Ο Μ2 (ΔΕΔ) γενικά μας προξένησε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία του ωστόσο ελέγχεται σε ένα σημείο και συγκεκριμένα στον ισχυρισμό ότι λάμβανε οδηγίες από τη Μ
- Δεν είναι μόνο ότι η Μ1 δεν ρωτήθηκε και δεν επιβεβαίωσε τον εν λόγω ισχυρισμό του Μ2, αλλά και το ότι ο ισχυρισμός του, όπως τον έθεσε τουλάχιστον, δεν μπορεί να ευσταθεί. Και εξηγούμε. Ο Μ1 ανέφερε ότι τηλεφώνησε στη Μ2, μόλις συνέλαβε τον κατηγορούμενο περί ώρα 16:30 και ενώ βρισκόταν ακόμα έξω από την κατοικία του και αυτή του έδωσε - από τηλεφώνου πάντα - οδηγίες για τα περαιτέρω. Από το τεκμήριο 4 ΔΕΔ (συγκατάθεση έρευνας) ωστόσο, προκύπτει ότι η Μ2 ήταν παρούσα στη σκηνή και έλαβε μέρος μαζί με τον Μ1 στην εν λόγω έρευνα. Συνεπώς ο ισχυρισμός του αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Απ' εκεί και πέρα όμως φρονούμε πως ο μάρτυρας υπήρξε σταθερός, πηγαίος και πειστικός στα λεγόμενα του. Ήταν σαφής ότι η άρνηση του κατηγορούμενου αφορούσε στην υπογραφή των διαφόρων εντύπων της Αστυνομίας (μεταξύ των οποίων και του τεκμηρίου 3 ΔΕΔ) και όχι στην άρνηση αυτής καθαυτής της λήψης παρειακών επιχρισμάτων. Επί τούτου, σημειώσαμε, ότι πέραν από κάποιες γενικές υποβολές ότι τα παρειακά επιχρίσματα λήφθηκαν χωρίς συγκατάθεση, δεν του έγιναν οποιεσδήποτε ερωτήσεις ή υποβολές που να τείνουν να καταδείξουν συγκεκριμένη μεμπτή ή παράνομη πράξη ή μεθόδευση από μέρους του μάρτυρα. Δεν προκύπτει, ο μάρτυρας να χρησιμοποίησε οποιαδήποτε σωματική βία, απειλή ή υπόσχεση για απόσπαση των παρειακών επιχρισμάτων. Ούτε και ο κατηγορούμενος αντιστάθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, σωματικό ή λεκτικό, για να φανερώσει έτσι εμπράκτως, αντίθεση. Τουναντίον, άνοιξε εθελούσια το στόμα του και συνεργάστηκε πλήρως για τη λήψη των παρειακών του επιχρισμάτων. Στο ίδιο πλαίσιο σημειώσαμε και την ανυπαρξία οποιουδήποτε παραπόνου ή διαμαρτυρίας από τον κατηγορούμενο σε οποιοδήποτε στάδιο και προς οποιοδήποτε πρόσωπο. Από την ενώπιον μας μαρτυρία, προκύπτει, ότι, η πρώτη φορά που εγέρθηκε το όλο ζήτημα ήταν μόλις κατά τη διάρκεια της δίκης. Όπως αναντίλεκτα ανέφερε ο μάρτυρας, ο κατηγορούμενος με εξαίρεση την έρευνα στην κατοικία του - η οποία προηγήθηκε της μεταφοράς του στα γραφεία της ΥΚΑΝ - δεν υπέγραψε κανένα άλλο έντυπο της Αστυνομίας, ούτε καν το έντυπο παραλαβής των χρημάτων του. Συνεπώς είναι εύλογος ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι η μη υπογραφή από μέρους του κατηγορούμενου, ήταν μια γενική στάση που επέλεξε να τηρήσει και όχι στάση άρνησης λήψης παρειακών επιχρισμάτων. Επί του συγκεκριμένου δεχόμαστε την αναφορά του μάρτυρα, ότι ο κατηγορούμενος, με πνεύμα συνεργασίας, του ανέφερε να κάμουν τη δουλεία τους. Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα: Στις 5.12.2017 και περί ώρα 16:30 ο κατηγορούμενος συνελήφθη έξω από την κατοικία του. Ακολούθως και αφού έδωσε τη γραπτή του συγκατάθεση (τεκμήριο 4 ΔΕΔ) η κατοικία και τα οχήματα του κατηγορούμενου ερευνήθηκαν από τους Μ1 και Μ
- Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας όπου του δόθηκαν γραπτώς τα δικαιώματα κρατουμένου, τα οποία όμως αρνήθηκε να υπογράψει. Σημειώνουμε, ότι, κατά τη χρονική αυτή στιγμή ο κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ2 ότι δεν επρόκειτο να υπογράψει κανένα έντυπο της Αστυνομίας αλλά τον προέτρεψε "να κάμουν τη δουλειά τους". Έπειτα ο Μ2 του έλαβε ανακριτική κατάθεση την οποία επίσης αρνήθηκε να υπογράψει και σε διπλανό δωμάτιο του έλαβε παρειακά επιχρίσματα (τεκμήριο 1 ΔΕΔ), κατά τον τρόπο και με τη μέθοδο που περιέγραψε στο Δικαστήριο ο Μ
- Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να συμπληρώσει και να υπογράψει το περί αυτού γραπτό έντυπο συγκατάθεσης της Αστυνομίας (τεκμήριο 3 ΔΕΔ) αλλά σε καμία περίπτωση δεν αρνήθηκε, ούτε και προέβαλε οποιαδήποτε αντίσταση (σωματική ή λεκτική) που να φανερώνει την αντίθεση του στη λήψη των παρειακών του επιχρισμάτων. Αντιθέτως, επέδειξε συναίνεση, ανοίγοντας εθελούσια και ελεύθερα το στόμα του, επιτρέποντας με τον τρόπο αυτό στον Μ2 να του λάβει τα παρειακά επιχρίσματα. Συναφώς, ουδόλως προκύπτει από τη μαρτυρία, ο Μ2 να χρησιμοποίησε οποιαδήποτε σωματική βία, απειλή ή υπόσχεση για απόσπαση των παρειακών του επιχρισμάτων. Στο πλαίσιο αυτό σημειώνουμε και την ανυπαρξία οποιουδήποτε παραπόνου ή διαμαρτυρίας από τον κατηγορούμενο σε οποιοδήποτε στάδιο και προς οποιοδήποτε πρόσωπο σε σχέση πάντοτε με τη διαδικασία λήψης των παρειακών του επιχρισμάτων. Σε ότι αφορά τώρα τη νομική διάσταση του ζητήματος, στο επίκεντρο βρίσκεται το άρθρο 25 του Περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/2004, το οποίο στο βαθμό που ενδιαφέρει προβλέπει τα εξής: «25.-
(1)Κάθε μέλος της Αστυνομίας με βαθμό Λοχία ή ανώτερο μπορεί να λάβει ή να μεριμνήσει ώστε να ληφθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνομική επιτήρηση, για σκοπούς καταχώρισης, σύγκρισης, αναγνώρισης και γενικά για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος: (α) μετρήσεις, φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώματα, αποτυπώματα παλάμης και πέλματος, δείγματα γραφικού χαρακτήρα, αποκόμματα ονύχων, δείγματα τριχών, σάλιου, κατάλοιπα ξένης ουσίας στο σώμα οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεση του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί. (β) με τη βοήθεια ιατρικού λειτουργού δείγματα αίματος και ούρων οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεσή του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί.» Από το λεκτικό του άρθρου προκύπτει πως σε περιπτώσεις όπως τη δική μας είναι τέσσερις οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρωθούν για να θεωρηθεί η λήψη παρειακών επιχρισμάτων συνάδουσα με το Νόμο. Δηλαδή,
(1)η λήψη να γίνεται από ή με τη μέριμνα Λοχία ή ανώτερου
(2)από πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση
(3)για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος
(4)με συναίνεση ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου σε περίπτωση μη συναίνεσης. Δεν τελεί υπό αμφισβήτηση ότι οι προϋποθέσεις 2 και 3 πληρούνται. Παραμένουν προς εξέταση οι προϋποθέσεις 1 και 4. Εξ αρχής επισημαίνουμε ότι θεωρούμε τις προϋποθέσεις αυτές πολύ διαφορετικές, όχι μόνο σε περιεχόμενο αλλά και σε ουσία. Η προϋπόθεση
(1)είναι βασικά διαδικαστική που σκοπό έχει η λήψη να ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από βαθμοφόρο στέλεχος της Αστυνομίας, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό υψηλό επίπεδο εκτέλεσης, ελέγχου και προστασίας των δικαιωμάτων του κρατούμενου. Όπως έχουμε επισημάνει πιο πάνω, από τη μαρτυρία δεν προκύπτει να πληρείται αυτή η προϋπόθεση. Τουναντίον η επί τούτου μαρτυρία κυμαίνεται από ελλειμματική έως αντιφατική. Ωστόσο δεν θεωρούμε, ότι, τούτο υπό τις συνθήκες που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, δικαιολογεί, χωρίς άλλο, τον αυτόματο αποκλεισμό της μαρτυρίας (βλ. Στυλιανού κ.ά. v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 268/15 κ.ά., ημερ. 13.12.2018). Το Δικαστήριο διατηρεί επ' αυτού διακριτική ευχέρεια, την οποία ασκεί έχοντας κατά νου τη σχετικότητα και σημασία της ληφθείσας μαρτυρίας αφενός και τυχόν δυσμενή επηρεασμό του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη ή επηρεασμό άλλου ανθρώπινου του δικαιώματος αφετέρου (βλ. Michael v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ. 411). Στη δική μας περίπτωση, η μαρτυρία είναι καταφανώς σχετική εξου και η αμφισβήτηση λήψης της, χωρίς όμως να προκύπτει οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε ή θα επηρεαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο στη δίκη από την προαναφερθείσα παράλειψη. Συνεπώς, δεν θεωρούμε ορθό και δίκαιο να αποκλεισθεί η μαρτυρία γι' αυτή και μόνο την παράλειψη. Από την άλλη η προϋπόθεση 4 είναι προϋπόθεση ουσίας και για να δανειστούμε τα λόγια του ευπαιδεύτου συνηγόρου κ. Ευσταθίου, τη θεωρούμε «επιτακτικής εφαρμογής». Άπτεται της ακεραιότητας του ανθρώπου και αγγίζει, για να μην πούμε ταυτίζεται, με θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που προστατεύει το Σύνταγμα μας. Δεν νοείται παρέμβαση σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος ανθρώπου παρά μόνο για νόμιμο σκοπό, με τη συναίνεση αυτού ή στην απουσία τέτοιας με την εξασφάλιση διατάγματος του Δικαστηρίου. Αυτός προφανώς είναι και ο κύριος λόγος που η Αστυνομία υιοθέτησε την πρακτική της γραπτής συγκατάθεσης όπως είναι το τεκμήριο 3 ΔΕΔ. Αυτή η πρακτική, όπως σωστά έχει υποδειχθεί από τον κ. Ευσταθίου έχει τύχει και νομολογιακής αναγνώρισης (βλ. Γρηγορίου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 364). Αυτού λεχθέντος ούτε ο Νόμος, ούτε η Νομολογία έχει δημιουργήσει επιτακτική προϋπόθεση γραπτής συγκατάθεσης. Ο Νόμος είναι σαφής, απαιτείται απλά συναίνεση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η γραπτή συναίνεση είναι ευχερέστερο να αποδειχθεί, αφού σύμφωνα και με το λατινικό δόγμα «verba volant, scripta manent» τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν. Ουδόλως όμως αποκλείεται - όταν η επ' αυτού μαρτυρία είναι σαφής και συμπαγής - να εξάγεται ασφαλές συμπέρασμα ότι η συναίνεση δόθηκε προφορικά. Στην προκειμένη περίπτωση - για όλους τους λόγους που εξηγήσαμε κατά την αξιολόγηση του Μ2 και καταγράψαμε στα συμπεράσματα μας είμαστε πεπεισμένοι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε με τέτοια περίπτωση. Συναφώς, κρίνουμε, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποσείσει το βάρος που επωμιζόταν, αποδεικνύοντας ότι η λήψη των παρειακών επιχρισμάτων (τεκμήριο 1 ΔΕΔ) έγινε με την συναίνεση του κατηγορουμένου συνάδοντας έτσι, με τις ουσιαστικές, επιτακτικής εφαρμογής διατάξεις του άρθρου 25 του περί Αστυνομίας Νόμου 73
(1)/
- Η ένσταση συνεπώς απορρίπτεται. Το Τεκμήριο 1 ΔΕΔ, κατατίθεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο
- (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο