Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Μοσφίλη, Αρ. Υπόθεσης 4401/2018, 29/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 4401/2018 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής v. XXXXX Μοσφίλη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 29, Οκτωβρίου 2019. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Π. Σαββίδης Ενδιάμεση Απόφαση Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω με λεπτομέρεια. Θα αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, In Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αυθεντίες ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο αυτό όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Επιπλέον, στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, υποδείχθηκε εκ νέου ότι : « στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει ο Δικαστής σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Υπενθυμίζεται, παράλληλα, ότι στο παρόν στάδιο η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της. Σχετική είναι η απόφαση R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κουννίδη
(1993)2 ΑΑΔ 82, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το κριτήριο, το οποίο πρέπει να ικανοποιηθεί, ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία : «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Σε αντίθετη περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας αρχής, πράγμα ανεπίτρεπτο. Σχετική είναι η απόφαση Police v. Kallenos
(1980)JSC 145 Στην υπό κρίση υπόθεση ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, στη σελίδα οκτώ
(8)της αγόρευσής του, εισηγήθηκε ότι ελλείπει ουσιαστική πραγματική μαρτυρία. Διαζευκτικά εισηγήθηκε ότι υπάρχει τέτοιο κενό στη μαρτυρία, ώστε να μην στοιχειοθετείται η υπόθεση και να μην μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με το επίδικο ατύχημα, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Είναι προφανές ότι τα πιο πάνω ζητήματα, τα οποία εγείρει ο ευπαίδευτος συνήγορος, συνδέονται με την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Στο στάδιο αυτό, όμως, το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία αντικειμενικά χωρίς να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε μορφή αξιολόγησης. Εφόσον, λοιπόν, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει ζητήματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης και ζητήματα που απαιτούν αξιολόγηση και στάθμιση της μαρτυρίας, οι σχετικές εισηγήσεις του συνηγόρου του Κατηγορουμένου δεν μπορούν να κριθούν στο παρόν στάδιο. Αντίθετα ενώπιον του Δικαστηρίου, υφίστανται τέτοια στοιχεία μαρτυρίας, όπως το videο, Τεκμήριο 2, και οι αναφορές του ΜΚ1 στην κυρίως εξέτασή του, που για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας, επαρκούν, ώστε να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία. Τα πιο πάνω στοιχεία μαρτυρίας δεν αξιολογούνται στο παρόν στάδιο για να κριθεί το κατά πόσο αποδεικνύεται το υπό εξέταση αδίκημα, αλλά αντικειμενικά ορώμενα σε συνάρτηση με το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας επαρκούν για την κλήση του Κατηγορουμένου σε απολογία. Συνακόλουθα, έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις, ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Το ζήτημα της κατάχρησης Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαχθεί και ένεκα κατάχρησης της διαδικασίας. Ως προς το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας διαφωτιστική είναι η πρόσφατη απόφαση Δημοκρατίας ν Ηλιάδη Ποινική Έφεση αρ. 348/2018, ημερομηνίας 31.5.2019, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Αποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ΄ εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 όπου γίνεται ευρεία επισκόπηση της μέχρι τότε κυπριακής και αγγλικής νομολογίας και η οποία - μαζί με την απόφαση στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 - θεωρείται σταθμός για το ζήτημα. Σε βαθμό που οι νομολογιακές αρχές που αποκρυσταλλώθηκαν στην εν λόγω απόφαση να επαναλαμβάνονται σε όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις. Όπως στις Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Μεταφορές Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α.
(2013)2 Α.Α.Δ. 591, Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014 ημερ. 11.11.2015, Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου ν. Χριστοφίδης, ECLI:CY:AD:2016:B137, Ποιν. Εφ. 4/2014 ημερ. 3.3.2016, Παναγιώτου Λτδ ν. Plyntex Public Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B291, Ποιν. Εφ. 11/2015 ημερ. 11.9.2017 και άλλες». Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η απόρριψη της κατηγορίας λόγω κατάχρησης συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο ασκείται με φειδώ, και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση. Στην υπό κρίση υπόθεση ο συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε, ότι η αναστολή της ποινικής δίωξης εναντίον του οδηγού του άλλου ενεχόμενου οχήματος, ήτοι του ΜΚ3, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Αποτελεί, όμως, καλά θεμελιωμένη αρχή ακόμα και η μη δίωξη συναυτουργού ως αποτέλεσμα άσκησης των εξουσιών που το Σύνταγμα παρέχει στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δεν αναιρεί το έγκλημα. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μπλάκε Ανδρέα Σενέκκη και άλλου
(2012)2 ΑΑΔ 285. Συνεπώς και στην παρούσα η μη δίωξη του οδηγού του έτερου ενεχόμενου οχήματος δεν αναιρεί την οποιαδήποτε τυχόν ευθύνη του Κατηγορουμένου. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μου που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι, ενόψει της πιο πάνω ενέργειας, η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο του Κατηγορουμένου. Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός περί κατάχρησης όπως τέθηκε, στον παρόν στάδιο, απορρίπτεται. Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος καλείται σε απολογία. [Υπ.] .................... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο