← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Singh κ.α., Αρ. Υπόθεσης 16549/2019, 3/10/2019

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Singh κ.α., Αρ. Υπόθεσης 16549/2019, 3/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 16549/2019 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής και

  1. XXXXX XXXXX XXXXX Singh
  2. XXXXX Σελλά
  3. ΜΙ.ΠΑ Μεταφορές Λτδ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 03, Οκτωβρίου
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα. Ε. Θεοδότου Για τους Κατηγορούμενους 2 και 3 : κ. Θ. Αγγελίδης Ενδιάμεση Απόφαση Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων 2 και 3 εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω με λεπτομέρεια. Θα αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, In Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αυθεντίες ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο αυτό όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Επιπλέον, στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, υποδείχθηκε εκ νέου ότι : « στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει ο Δικαστής σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.» Παράλληλα σημειώνεται ότι η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της. Σχετική είναι η απόφαση R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062. Επιπρόσθετα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κουννίδη
(1993)2 ΑΑΔ 82,λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το κριτήριο, το οποίο πρέπει να ικανοποιηθεί, ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία : «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Σε αντίθετη περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας αρχής, πράγμα ανεπίτρεπτο. Σχετική είναι η απόφαση Police v Kallenos
(1980)JSC 145 Το υπό εξέταση αδίκημα Στην υπό κρίση υπόθεση παρέμεινε προς εκδίκαση, εναντίον των Κατηγορούμενων 2 και 3, το αδίκημα της έκτης κατηγορίας. Το εν λόγω αδίκημα ερείδεται επί του άρθρου 14 Α του περί Μηχανοκίνητων οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/72, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : 14Α.-
(1)Ο ιδιοκτήτης μηχανοκίνητου οχήματος έχει υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για αποτροπή της χρησιμοποίησης του οχήματος του από οποιοδήποτε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. ...
(3)Σε ποινική δίωξη ιδιοκτήτη οχήματος για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(2), η απόδειξη από την κατηγορούσα αρχή της χρησιμοποίησης του οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ενοχής του ιδιοκτήτη αυτού, εκτός αν αυτός ήθελε αποδείξει ότι έλαβε όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα για αποτροπή τέτοιας μη εξουσιοδοτημένης χρησιμοποίησης.
(4)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού- "ιδιοκτήτης", χωρίς επηρεασμό της ερμηνείας που αποδίδεται στον όρο αυτό δυνάμει του άρθρου 2, περιλαμβάνει και οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή και υπό τον έλεγχο του μηχανοκίνητο όχημα. "μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο" σημαίνει κάθε πρόσωπο το οποίο δεν έχει ή δε δικαιούται να έχει άδεια οδήγησης της κατηγορίας του μηχανοκίνητου οχήματος σε σχέση με το οποίο διαπράχθηκε αδίκημα ή δεν καλύπτεται από το απαιτούμενο από το νόμο πιστοποιητικό ασφάλισης υπέρ τρίτου». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το υπό εξέταση αδίκημα διαπράττεται από ιδιοκτήτη οχήματος. Περαιτέρω, το ίδιο το άρθρο δίδει την έννοια του όρου ιδιοκτήτης στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και το πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή και υπό τον έλεγχο του μηχανοκίνητο όχημα. Συνεπώς προκύπτει ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η ιδιότητα του ιδιοκτήτη του οχήματος, το οποίο οδηγήθηκε από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Στην υπό εξέταση υπόθεση έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι η Κατηγορουμένη 3 είναι ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος. Περαιτέρω, δηλώθηκε ότι η Κατηγορούμενη 2 είναι διευθύντρια της Κατηγορούμενης 3. Είναι δε καλά νομολογημένο ότι, γεγονός που δηλώνεται ως παραδεκτό αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο σε ουσιαστικό δεδομένο. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ανδρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 και Ihab Im Sbaih v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 188/2014, ημερομηνίας 17.7.
  1. Συνεπώς, το Δικαστήριο χωρίς να υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της προσαγόμενης μαρτυρίας οφείλει να λάβει υπόψη το ουσιαστικό δεδομένο, το οποίο βρίσκεται ενώπιόν του. Η κλήση της Κατηγορούμενης 3 σε απολογία Ως προς την τρίτη Κατηγορούμενη, για την οποία υφίσταται μαρτυρία ως προς το συστατικό στοιχειό της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, λαμβάνοντας το σύνολο της μαρτυρίας υπόψη, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις να κληθεί σε απολογία. Η κλήση της Κατηγορούμενης 2 σε απολογία Η Κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει την 6η κατηγορία επίσης υπό το πρίσμα του άρθρου 14Α του Νόμου. Μάλιστα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η δεύτερη Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι ως ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για αποτροπή χρησιμοποίησής του επίδικου οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Ουδεμία αναφορά γίνεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος ότι η Κατηγορούμενη 2 παρείχε συνδρομή ή παρακίνηση ή βοήθεια στην Κατηγορούμενη 3 στη διάπραξη του επίδικου αδικήματος. Επιπρόσθετα, στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας ότι η Κατηγορούμενη 2 ήταν ιδιοκτήτης ή έστω συνιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος. Αντίθετα το δεδομένο ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι ιδιοκτήτης του επιδίκου οχήματος είναι μόνο η Κατηγορούμενη
  2. Το πιο πάνω προκύπτει έκδηλα από τη δήλωση παραδεκτών γεγονότων, η οποία αναφέρεται σε ιδιοκτήτη οχήματος σε ενικό αριθμό. Εφόσον, λοιπόν, υφίσταται ως δεδομένο ότι η Κατηγορούμενη 3 ήταν η μοναδική ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει και να εξετάσει έστω αντικειμενικά, για σκοπούς του παρόντος σταδίου, το εάν η Κατηγορούμενη 2 είναι επίσης ιδιοκτήτης υπό την έννοια του άρθρου 14Α του Νόμου. Επιπλέον, η υπό εξέταση κατηγορία, όπως είναι διατυπωμένη, δεν μπορεί να κριθεί ότι εκλαμβάνει την Κατηγορούμενη 2 ως συνεργό στη διάπραξη του επιδίκου αδικήματος, ώστε η παράλειψη αναφοράς στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 να συνιστά επουσιώδη παρατυπία. Σχετική, ως προς την παράλειψη καταγραφής του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα στο κατηγορητήριο, είναι η απόφαση Ξυδιάς & Άλλος ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ
  1. Συνεπώς, η παράλειψη καταγραφής του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα σε συνδυασμό με τη διατύπωση των λεπτομερειών του αδικήματος δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κρίνει ότι η Κατηγορούμενη 2 διώκεται ως συνεργός της Κατηγορουμένης 3 στη διάπραξη του επίδικου αδικήματος, αφού καταγράφεται ρητά ότι η Κατηγορούμενη 2 διώκεται ως ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος. Υπό το πιο πάνω πρίσμα, εφόσον είναι παραδεκτό γεγονός και ουσιαστικό δεδομένο ότι η Κατηγορούμενη 2 δεν είναι ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος, προκύπτει αβίαστα ότι ελλείπει συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος, ως προς την Κατηγορούμενη
  2. Σε κάθε περίπτωση η Κατηγορούμενη 2 δεν μπορεί να κληθεί σε απολογία ως συνεργός στη διάπραξη του επιδίκου αδικήματος, μόνο ως εκ της ιδιότητάς της ως διευθύντρια της Κατηγορουμένης 3, όπως ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου για την Κατηγορούσα αρχή. Επί του προκειμένου τονίζεται ότι η ιδιότητα του διευθυντή δεν επαρκεί από μόνη της για την καταδίκη του φερομένου ως συνέργου. Σχετική είναι η υπόθεση Ευρυβιάδης ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600. Ταυτόχρονα, αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ποινική ευθύνη διευθυντή νομικού προσώπου μπορεί να προκύψει μέσω του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Νίκος Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd κ.ά.
(2005)2 ΑΑΔ 555, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρ. Ορφανίδης, Ποινική Έφεση 102/2014, ημερομηνίας. 23.10.2015 και Terezian v. Θεοδώρου, Ποινική Έφεση 198/2015, ημερομηνίας 2.12.2016. Παράλληλα, στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261, λέχθηκε ότι η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή β) παρακίνηση σε αδίκημα. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, από τις λεπτομέρειες του Κατηγορητήριου δεν προκύπτει να διώκεται η Κατηγορούμενη 2 ως συνεργός στη διάπραξη του επίδικου αδικήματος. Επιπρόσθετα, δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας, είτε άμεσης είτε περιστατικής, σε σχέση με το με ποιά πράξη η Κατηγορούμενη 2 συνέδραμε ή υποκίνησε την Κατηγορούμενη 3 στη διάπραξη του επιδίκου αδικήματος. Σχετική είναι η απόφαση Καΐκη ν. Kombos Invstments Ltd κ.ά,
(2012)2 ΑΑΔ 835. Συνεπώς, η Κατηγορουμένη 2 δεν θα μπορούσε να κληθεί σε απολογία και για αυτό τον λόγο. Ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, η Κατηγορούμενη 2 ως διευθύντρια της Κατηγορούμενης 3, δεν μπορεί να είναι συνεργός στο ότι η Κατηγορούμενη 3 είναι ιδιόκτητης του επιδίκου οχήματος. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Peppis Company Ltd v. Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας
(1999)2 ΑΑΔ
  1. Συνακόλουθα, ως προς την Κατηγορούμενη 2 κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η Νομολογία, ώστε αυτή να κληθεί σε απολογία. Συνεπώς η Κατηγορούμενη 2 αθωώνεται κα απαλλάσσεται από το παρόν στάδιο. Το ζήτημα της κατάχρησης Ο ευπαίδευτος συνήγορος για του Κατηγορούμενους εισηγήθηκε ότι οι Κατηγορούμενες θα πρέπει να απαλλαχθούν και ένεκα κατάχρησης της διαδικασίας. Εφόσον, όμως, η Κατηγορούμενη 2 απαλλάχθηκε για άλλους λόγους θα εξετάσω τη σχετική εισήγηση μόνο ως προς την Κατηγορούμενη
  2. Ως προς το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας διαφωτιστική είναι η πρόσφατη απόφαση Δημοκρατίας ν Ηλιάδη Ποινική Έφεση αρ. 348/2018, ημερομηνίας 31.5.2019, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Αποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ΄ εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 όπου γίνεται ευρεία επισκόπηση της μέχρι τότε κυπριακής και αγγλικής νομολογίας και η οποία - μαζί με την απόφαση στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 - θεωρείται σταθμός για το ζήτημα. Σε βαθμό που οι νομολογιακές αρχές που αποκρυσταλλώθηκαν στην εν λόγω απόφαση να επαναλαμβάνονται σε όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις. Όπως στις Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Μεταφορές Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α.
(2013)2 Α.Α.Δ. 591, Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014 ημερ. 11.11.2015, Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου ν. Χριστοφίδης, ECLI:CY:AD:2016:B137, Ποιν. Εφ. 4/2014 ημερ. 3.3.2016, Παναγιώτου Λτδ ν. Plyntex Public Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B291, Ποιν. Εφ. 11/2015 ημερ. 11.9.2017 και άλλες». Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η απόρριψη της κατηγορίας λόγω κατάχρησης συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο ασκείται με φειδώ, και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση. Στην υπό κρίση υπόθεση ο ισχυρισμός περί κατάχρησης συνδέθηκε με το ότι τροποποιήθηκε το Κατηγορητήριο δια της προσθήκης κατηγορίας. Το πιο πάνω γεγονός επήλθε, κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου και αφού κρίθηκε ότι η μεταβολή του Κατηγορητηρίου δεν θα επηρεάσει δυσμενώς την υπεράσπιση των Κατηγορουμένων. Εφόσον, λοιπόν , δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου οποιοδήποτε γεγονός πέραν του πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει θεμελιωθεί ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στην Κατηγορούμενη 3. Συνακόλουθα η Κατηγορούμενη 3 καλείται σε απολογία. [Υπ.] .................... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.