Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 4243/16, 22/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4243/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Χαραλάμπους Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου, 2019 Εμφανίσεις : Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : Π. Σταύρου Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ Εισαγωγή Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες :
- Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, κατά παράβαση των άρθρων 210, 211 και 213 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 181(Ι)/2000 και άρθρα 19 και 20 Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80(Ι)/2000 και ΚΔΠ 312/
- Παράλειψη οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος να συμμορφωθεί με την ένδειξη του κόκκινου φανού σε φωτεινούς σηματοδότες για οχήματα, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(2)(δ), 71 και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2, 5 και 20Α του Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκαν από τις ΚΔΠ 312/07 και 189/2008 και τους Νόμους 166/87, 80(Ι)00, 243(Ι)04 και 270(Ι)04. 3. Παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(1)(ια), 71 και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2, 5 και 20Α των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό 58
(2)(δ) της ΚΔΠ 189/2008, τους Νόμους 80
(1)/00, 243
(1)/04, 270
(1)/04, 166/87 και την Κ.Δ.Π. 312/
- Παράλειψη οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος να διατηρεί το όχημα στην αριστερή άκρη του οδοστρώματος, κατά παράβαση των Καν. 2, 58
(2)(α) και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984, ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό 58
(5)(α)(i) της ΚΔΠ 189/08, το Νόμο 166/87 και την Κ.Δ.Π 312/
- Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας την 12η.7.14 στη διασταύρωση των λεωφόρων Στροβόλου, Σπύρου Κυπριανού και Πεύκου στη Λακατάμεια της Επαρχίας Λευκωσίας ο Κατηγορούμενος, ενώ οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX73, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του XXXXX Τσάτσου τέως από τη XXXXX. Tα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο, έχουν συνοπτικά ως ακολούθως: Ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κληρωτός στρατιώτης, ενώ το θύμα ήταν μαθητής της Γ' Τεχνικής Σχολής Λευκωσίας. Στις 11.7.2014, ο Κατηγορούμενος μαζί με το θύμα και ακόμα ένα άτομο μετέβησαν με το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX73, το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, στη Λάρνακα για διασκέδαση. Γύρω στις 03:30 της επόμενης μέρας αποχώρησαν από τη Λάρνακα με προορισμό τη Λευκωσία. Σε κάποιο σημείο της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού στο Τσέρι, σε απόσταση μεγαλύτερη του ενός χιλιομέτρου από την διασταύρωση των λεωφόρων Στροβόλου - Σπύρου Κυπριανού - Πεύκου στη Λακατάμεια, ο Κατηγορούμενος προσπέρασε το προπορευόμενό του όχημα παραβιάζοντας την άσπρη συνεχή γραμμή του δρόμου. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος συνέχισε την πορεία του με ταχύτητα. Την 12η.7.2014 και περί ώρα 03:55 ο Κατηγορούμενος συνεχίζοντας την πορεία του, έφτασε στη διασταύρωση των λεωφόρων Στροβόλου - Σπύρου Κυπριανού - Πεύκου στη Λακατάμεια, όπου και παρέλειψε να ελαττώσει ταχύτητα και να σταματήσει, ως όφειλε, στο Άλτ, καθότι το φως τροχαίας ως η πορεία του ήταν κόκκινο. Ακολούθως, εισήλθε ευθεία στη διασταύρωση, με αποτέλεσμα να ανακόψει την ευθεία πορεία και να συγκρουσθεί με το εξ αριστερών του ερχόμενο αυτοκίνητο XXXXX99, το οποίο είχε προτεραιότητα. Συνεπεία της σύγκρουσης, η οποία ήταν σφοδρή, τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα περιστράφηκαν. Το αυτοκίνητο XXXXX99 κατέληξε στην τελική του θέση εντός της διασταύρωσης, ενώ το αυτοκίνητο XXXXX73 παρεξέκλινε της πορείας του δεξιά, βγήκε εκτός δρόμου, χτύπησε σε μεταλλική διαφημιστική πινακίδα που βρισκόταν μετά το πεζοδρόμιο και κατέληξε στην τελική του θέση, πάνω σε χωμάτινο ύψωμα ανασηκώνοντας νέφος σκόνης στην περιοχή. Ο Κατηγορούμενος και το θύμα φορούσαν τις ζώνες ασφαλείας τους, ενώ ο έτερος επιβάτης στο αυτοκίνητο XXXXX73 και ο οδηγός του αυτοκινήτου XXXXX99, δεν έφεραν ζώνες ασφαλείας. Το ατύχημα επεσυνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο καιρός ήταν αίθριος και η διασταύρωση των πιο πάνω λεωφόρων φωτιζόταν με κολώνες οδικού φωτισμού υψηλής τάσης και παρείχετο έτσι επαρκής φωτισμός. Ο φωτισμός επεκτεινόταν επίσης σε αρκετά μέτρα τόσο στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού όσο και στη λεωφόρο Στροβόλου, δηλαδή ως η πορεία των εμπλεκομένων αυτοκινήτων. Η άσφαλτος στη διασταύρωση ήταν στεγνή και καθαρή. Η διασταύρωση αποτελείται από τέσσερεις λεωφόρους με διπλές κατευθύνσεις σε αυτές. Τόσο η λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού όσο και λεωφόρος Στροβόλου ως οι πορείες των εμπλεκομένων οδηγών είχαν δύο λωρίδες προς τη διασταύρωση και μία εξ αντιθέτου. Η λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού, ως η πορεία του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου, ήταν δρόμος ανηφορικός προς τη διασταύρωση και ευθύς. Σε απόσταση περί τα 200 μέτρα πριν το Αλτ της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού, που υπήρχε παρά την είσοδο της διασταύρωσης, ξεκινούσε αριστερή στροφή. Το όριο ταχύτητας στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, ως η πορεία του κατηγορούμενου, ήταν 50 ΧΑΩ. Υπήρχε, παράλληλα, πινακίδα, η οποία ανέγραφε «ΕΛΑΤΤΩΣΤΕ ΤΑΧΥΤΗΤΑ». Η ορατότητα του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου, καταμετρημένη από το σημείο σύγκρουσης των αυτοκινήτων προς τα πίσω στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, ήταν 120 μέτρα. Η ορατότητά του επεκτεινόταν και μετά το σημείο σύγκρουσης. Ο φωτεινός σηματοδότης στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού ήταν ορατός από απόσταση 225 μέτρων. Ταυτόχρονα, οι φωτεινοί σηματοδότες της διασταύρωσης λειτουργούσαν κανονικά και δεν υπήρχε κανένας καμένος λαμπτήρας. Όταν ο φωτεινός σηματοδότης επί της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού έδειχνε κόκκινος, ταυτόχρονα ο φωτεινός σηματοδότης της λεωφόρου Στροβόλου έδειχνε πράσινο. Το ίδιο ίσχυε και για την αντίθετη λειτουργία. Ως προς τον διαρρεύσαν χρόνο η ευπαίδευτη συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι η υπό κρίση υπόθεση συνυποβάλλετο στο Δικαστήριο μαζί με την υπόθεση 4244/2016, η οποία διεκπεραιώθηκε στις 26.6.
- Τέλος, ανέφερε ότι δημιουργήθηκαν έξοδα €
- Επίσης, ζήτησε όπως τα Τεκμήρια που αφορούν φιαλίδια αίματος και ο πίνακας οργάνων του οχήματος XXXXX99, ο οποίος κατασχέθηκε, να καταστραφούν. Το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα εξής: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 25 ετών, και είναι το δεύτερο παιδί τετραμελούς οικογένειας. Ο πατέρας του, ηλικίας 56 ετών, εργάζεται ως Τεχνικός στην Εθνική Φρουρά και η μητέρα του, ηλικίας 53 ετών, εργάζεται ως Βοηθός Διευθύντρια σε Δημοτικό Σχολείο. Η αδελφή του διαμένει στο σπίτι των παππούδων της στη Λακατάμεια και εργάζεται ως Νοσηλεύτρια. Ο Κατηγορούμενος αποφοίτησε από το Λύκειο XXXXX το 2013 και ακολούθως εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στην Εθνική Φρουρά μέχρι το
- Έπειτα, μετέβη στην Αγγλία για σπουδές στον κλάδο Mechanical Engineering όπου και φοίτησε για δύο χρόνια. Σύμφωνα με τον ίδιο, λόγω του ότι περνούσε περιόδους που είχε κατάθλιψη, τον Σεπτέμβριο του 2017, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στον ίδιο κλάδο σε Ιδιωτικό Πανεπιστήμιο στην Κύπρο. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει οδηγήσει από το
- Ο Κατηγορούμενος εργάστηκε σε περίπτερα και καφετέριες , ενώ σήμερα δεν εργάζεται. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου αγόρευσε προς μετριασμό της ποινής του τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, πιστοποιητικό σχετικά με τους τραυματισμού του Κατηγορουμένου από το επίδικο ατύχημα. Ως Τεκμήριο 3 πιστοποιητικό φοίτησης σε Αγγλικό Πανεπιστήμιο, ως Τεκμήριο 4, πιστοποιητικό φοίτησης, ημερομηνίας 25.2.2019, από το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Τέλος κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 πιστοποιητικό από τον ψυχίατρο Δρ. XXXXX Κυριακίδη, ημερομηνίας 15.10.2019, σε σχέση με το ιστορικό κατάθλιψης του Κατηγορουμένου. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, η πρώτιστη αρχή που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει αυτή, είναι η ορθή εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Επίσης, είναι καλά νομολογημένο ότι η ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας των αδικημάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Η επιλογή δε της αρμόζουσας ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται από τη μια εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Η επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση Αναμφίβολα στην υπό κρίση υπόθεση σοβαρότερο είναι το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Οι κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την επιβολή ποινών σε αδικήματα υπό το άρθρο 210 του Π.Κ , έχουν συγκεφαλαιωθεί στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Γερολέμου, ECLI:CY:AD:2017:B63, Ποιν. Εφ. 169/2016, ημερομηνίας 28.2.2017, όπου με παραπομπή στη σχετική νομολογία λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη
(2013)2 Α.Α.Δ. 191, οι κατευθυντήριες οδηγίες αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις πρόκλησης θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210, δόθηκαν στην αγγλική απόφαση R. v. Guilfoyle 57Cr.App.R. 349 η οποία υιοθετήθηκε από την κυπριακή νομολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 τονίστηκε ότι «το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μη επιβληθεί στέρηση της άδειας. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού». Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και η Παντέλας ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, η οποία υπενθύμισε ότι στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 λέχθηκε πως «Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορούμενου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπ΄ όψιν (Παμπακάς κ.α. ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491)», όπως υπενθύμισε και το τι λέχθηκε στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109. Δηλαδή ότι «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ΄ αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων». Επιπρόσθετα στην υπόθεση Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562, με αναφορά στη σχετική Αγγλική νομολογία επί του θέματος, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τους παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη ως επιβαρυντικοί ή ελαφρυντικοί κατά περίπτωση : «στην υπόθεση R. v. Boswell [1984] 3 All E.R. 353, παρατίθενται ενδεικτικά κάποιοι επιβαρυντικοί και κάποιοι ελαφρυντικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν κατά την επιβολή ποινής σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης οδήγησης. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες αναφέρονται, επί παραδείγματι, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατός του στον οδηγό. Στην ίδια υπόθεση τονίζεται ότι όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη, και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται». Οι πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές ως προς τους επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς παράγοντες δεν ανάγονται ούτε συνθέτουν αυτόνομο κανόνα δικαίου. Σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109. Το απαύγασμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι ποινή φυλάκισης επιβάλλεται όπου το ατύχημα προκύπτει μέσα από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων, ενώ αντίθετα μια τέτοια ποινή αντενδείκνυται, όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι καλό. Συνεπώς, το πρώτο σημείο που πρέπει να κριθεί είναι το κατά πόσο το επίδικο ατύχημα προέκυψε μέσα από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων εκ μέρους του Κατηγορουμένου ή ήταν το προϊόν στιγμιαίας αβλεψίας. Στην υπό κρίση υπόθεση, πριν το επίδικο ατύχημα, ο Κατηγορούμενος προχώρησε σε προσπέρασμα άλλου οχήματος παραβιάζοντας άσπρη συνεχή γραμμή. Επιπλέον, το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη, επειδή ο Κατηγορούμενος εισήλθε σε φωτοελεγχόμενη διασταύρωση παραβιάζοντας κόκκινο σηματοδότη, χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα, παραγνωρίζοντας σχετική προειδοποιητική πινακίδα. Οι πιο πάνω ενέργειες του Κατηγορουμένου συνολικά ορώμενες δεικνύουν εμμονή του σε επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά και ενέχουν έκδηλα το στοιχείο της εγωιστικής παραγνώρισης των κανόνων οδήγησης, των σημάτων τροχαίας, καθώς και πλήρη καταφρόνηση των δικαιωμάτων των άλλων οδηγών και της ασφάλειας των προσώπων που επέβαιναν στο όχημά του. Συνεπώς, το επίδικο ατύχημα επήλθε ως αποτέλεσμα αμέλειας του Κατηγορουμένου, η οποία ενέχει το στοιχείο της εγωιστικής παραγνώρισης τόσο των νόμων και κανονισμών όσο και της ασφάλειας των άλλων. Ενόψει των πιο πάνω, το επίδικο ατύχημα μπορεί να κατηγοριοποιηθεί στα ιδιαίτερα σοβαρά, εξ απόψεως γεγονότων, για τα οποία ενδείκνυται, κατ' αρχήν, ποινή φυλάκισης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαραλαμπίδη
(2009)2 Α.Α.Δ. 537, όπου κρίθηκε ότι ενόψει του ότι ο εκεί κατηγορούμενος οδηγούσε με πλήρη αδιαφορία προς τους κανόνες οδήγησης, τα σήματα τροχαίας και με πλήρη καταφρόνηση προς τα δικαιώματα των άλλων, η επιβολή ποινής φυλάκισης ήταν αναπόφευκτη. Ασφαλώς, το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί από τη διαπίστωση και μόνο της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ( ανωτέρω). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου αγορεύοντας έδωσε έμφαση στο Λευκό Ποινικό Μητρώο αυτού και στο γεγονός ότι από τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος δεν υπέπεσε σε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Επιπλέον, έδωσε έμφαση στο νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου και στο ότι το θύμα ήταν φίλος του. Από τα πιο πάνω λαμβάνω υπόψη προς όφελος του Κατηγορουμένου το Λευκό του Ποινικό Μητρώου, την παραδοχή του, έστω στο παρόν στάδιο, καθώς επίσης και το γεγονός ότι το θύμα ήταν φίλος του Κατηγορουμένου, στοιχείο που δύναται να αναγνωριστεί, σύμφωνα με τη νομολογία, ως μετριαστικός παράγοντας. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος μετά το ατύχημα ανέπτυξε συμπτώματα κατάθλιψης, ένεκα της απώλειας του φίλου του στο επίδικο ατύχημα. Ως προς τον παράγοντα του νεαρού της ηλικίας του Κατηγορουμένου, αυτός λαμβάνεται υπόψη, όμως δεν είναι τέτοιας έκτασης, ώστε να μεταβάλλει το είδος της αρμόζουσας ποινής σε αδικήματα όπως το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση στην Παντέλας ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «το νεαρό της ηλικίας σίγουρα δεν μπορεί να ενεργήσει έτσι, ιδιαίτερα, ενόψει του γεγονότος ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στον τόπο μας έχουν πολλαπλασιαστεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. Ακριβώς είναι τα άτομα νεαρής ηλικίας που θα πρέπει να συνετιστούν και οι αυστηρές ποινές μπορούν να συμβάλουν προς το σκοπό αυτό». Επιπλέον, ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο ευπαίδευτος συνήγορος στον παράγοντα χρόνο. Εισηγήθηκε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ότι από το 2014 μέχρι το 2016 που καταχωρήθηκε η υπό εξέταση υπόθεση δεν ευθύνεται ο Κατηγορούμενος. Ακολούθως δέχθηκε ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού ο Κατηγορούμενος, κατόπιν νομικής συμβουλής, δήλωσε μη παραδοχή. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ευθέως αναγνώρισε ότι το Δικαστήριο δεν συνέτεινε στην καθυστέρηση και ότι αυτή οφείλεται μερικώς στον Κατηγορούμενο. Προσδιόρισε ότι η εισήγησή του ως προς τον παράγοντα του διαρρεύσαντος χρόνου, συνδέεται με την επιλογή του είδους της ποινής και τη δυνατότητα αναστολής ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης. Εισηγήθηκε, παράλληλα, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι όντως το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου αποτελεί συνταγματικό του δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του εύλογου του χρόνου για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης κάποιου κατηγορουμένου συνοψίζονται στη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 407. Επιπλέον, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου,
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, υπεδείχθη ότι η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορούμενου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται in abstracto, αλλά τίθεται υπό τη βάσανο του συνυπολογισμού ύπαρξης και άλλων παραμέτρων, που να δείχνουν ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη. Στην υπό κρίση υπόθεση ο ισχυρισμός της Υπεράσπισης δεν τέθηκε υπό μορφή παραβίασης του δικαιώματος για διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου εντός ευλόγου χρόνου, αλλά ως στοιχείο που μπορεί να επηρεάσει το ύψος και το είδος της ποινής. Αποτελεί δε πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 ΑΑΔ 617. Όταν, όμως, για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί ο τελευταίος να την επικαλείται ως μετριαστικό παράγοντα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση από πλευράς Κατηγορούσας αρχής στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου και δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μου που να κατατείνει σε τέτοιο συμπέρασμα. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο πέντε χρόνια και τρεις μήνες μετά τη διάπραξη του αδικήματος οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επιλογή του ίδιου να προβεί αρχικά σε μη παραδοχή. Συνακόλουθα, η όποια τυχόν καθυστέρηση παρατηρήθηκε στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να επηρεάσει το είδος της ποινής, αλλά μπορεί να επηρεάσει το ύψος αυτής. Ενόψει των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον Κατηγορούμενο, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης, αφού η ενέργεια του Κατηγορουμένου συνιστά, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, εγωιστική συμπεριφορά και δεικνύει πλήρη αδιαφορία προς την νομιμότητα και τα δικαιώματα των τρίτων. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 24 μηνών από σήμερα. Επιβάλλονται, επίσης, 10 βαθμοί ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου. Στις υπόλοιπες κατηγορίες ουδεμία ποινή επιβάλλεται, καθώς τα γεγονότα αυτών εμπεριέχονται στην πρώτη κατηγορία και λήφθηκαν υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής αναφορικά με την πρώτη κατηγορία. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/
- Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Τονίζεται ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο πρώτα αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση Βρυώνης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 92 και 93/2017, ημερομηνίας 19.7.2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: « το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη». Επιπλέον, στην υπόθεση Ιωσήφ Άγγελος ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέλιου Μυλωνά, Ποινική Έφεση 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018. Παράλληλα, στην πρόσφατη απόφαση Καούσλιεβ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 237/18, ημερομηνίας 11.12.2018, κρίθηκε ότι η πάροδος τριών
(3)χρόνων και τεσσάρων
(4)μηνών από τη διάπραξη του αδικήματος και η ταυτόχρονη μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορουμένου αποτελούσαν στοιχεία ικανά να οδηγήσουν στην αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι έκδηλο ότι το υπό εξέταση αδίκημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Ο Κατηγορούμενος, όμως, είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, ενώ από τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος και εντεύθεν δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Επιπρόσθετα από τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος μέχρι σήμερα έχουν περάσει πέντε
(5)έτη και τρεις
(3)μήνες, χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχουν μεταβληθεί οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος μετά το ατύχημα μετέβη στην Αγγλία για σπουδές, τις οποίες εγκατέλειψε ένεκα του ότι έπασχε από κατάθλιψη. Παρόλα αυτά ο Κατηγορούμενος κατέβαλε εκ νέου προσπάθεια να διευρύνει την εκπαίδευσή του, μέσω της εγγραφής του στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας στον κλάδο διοίκησης επιχειρήσεων. Η μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, συνιστά ουσιώδη μεταβολή στις προσωπικές του περιστάσεις. Μέσα στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, των πέντε ετών και τριών μηνών, ο Κατηγορούμενος από νεαρός κληρωτός στρατιώτης κατά τον επίδικο χρόνο, μετεξελίχθη σε πρόσωπο που, μετά από προηγούμενη προσπάθεια, ενεγράφη εκ νέου σε ίδρυμα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, δεικνύοντας έτσι την πρόθεσή του να προσανατολίσει τη ζωή του προς επωφελείς ενασχολήσεις και σκοπούς. Παράλληλα το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος από τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος μέχρι και σήμερα δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα, δεικνύει ότι αυτός έχει μεταβάλει τη στάση του απέναντι στους Νόμους Κανονισμούς και τα δικαιώματα των υπόλοιπων κοινωνών, συμμορφούμενος πλέον με τις επιταγές του Νομού. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η πιο πάνω διαπιστωθείσα ουσιώδης μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορουμένου, κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα των πέντε ετών και τριών μηνών, δικαιολογεί την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Σχετικά παραπέμπω στην Καούσλιεβ ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Παράλληλα, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας η άμεση εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Κατ' αναλογία σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 Συνεπώς, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Τέλος, ο Κατηγορούμενος να καταβάλει επιπρόσθετα το ποσό των € 125 ως έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής και τα Τεκμήρια που αφορούν φιαλίδια αίματος και ο πίνακας οργάνων του οχήματος XXXXX99, ο οποίος κατασχέθηκε, να καταστραφούν. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου , Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο