Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Αγγελή, Αρ. Υπόθεσης: 12008/19, 31/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12008/19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Αγγελή Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2019 Εμφανίσεις : Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για την Κατηγορούμενη : κ. Λ. Κυριακίδης. Κατηγορουμένη : παρούσα. ΠΟΙΝΗ Εισαγωγή Η Κατηγορουμένη κατόπιν δικής της παραδοχής κρίθηκε ένοχη στην κατηγορία της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση των άρθρων 2,5
(1)
(2)(β)(i) και 11 του Περί οδικής ασφάλειας Νόμου όπως τροποποιήθηκε από του Νόμους 33
(1)2000, 24
(1)/06, 89
(1)/2012 και 65
(1)- Tα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, έχουν ως το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα η Κατηγορουμένη, στις 30.12.2018, στην οδό Αποστόλου Μάρκου στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX23, αφού κατανάλωσε τέτοια ποσότητα αλκοόλης, ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή της υπερέβαινε το καθορισμένο όριο. Δηλαδή περιείχε 107 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Επιπλέον, δηλώθηκε ότι η Κατηγορούμενη βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη για το ίδιο αδίκημα και της έχει επιβληθεί ποινή στα πλαίσια της Υπόθεσης 4757/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της Κατηγορουμένης. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα εξής: Η Κατηγορουμένη είναι ηλικίας 43 ετών, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ουκρανία. Το 2004 ενώ εργαζόταν στην Κύπρο γνώρισε τον τέως σύζυγό της με τον οποίο απέκτησε ένα παιδί ηλικίας 9 ετών σήμερα. Η κατηγορούμενη χώρισε με τον τέως σύζυγό της το έτος
- Η Κατηγορουμένη έχει ακόμα μια θυγατέρα από προηγούμενο της γάμο ηλικίας σήμερα 21 ετών, η οποία διαμένει με την Κατηγορούμενη και το νυν σύζυγό της. Προς μετριασμό της ποινής της Κατηγορουμένης αγόρευσε ο ευπαίδευτος συνήγορος αυτής. Ο συνήγορος της Κατηγορουμένης στην αγόρευσή του τόνισε την παραδοχή και τη μεταμέλεια της Κατηγορουμένης. Επιπλέον, ανέφερε ότι τυχόν στέρηση της άδειας οδήγησης της Κατηγορουμένης θα επηρεάσει την ανήλικη θυγατέρα της Κατηγορουμένης. Απέδωσε το όλο συμβάν σε αναστάτωση της Κατηγορούμενης, η οποία προήλθε από τηλέφωνα που έλαβε , από τον έγκλειστο στις Κεντρικές φύλακες, πρώην σύζυγό της. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, η πρώτιστη αρχή που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει αυτή, είναι η ορθή εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Επίσης, είναι καλά νομολογημένο ότι η ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας των αδικημάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Η επιλογή δε της αρμόζουσας ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται από τη μια εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Επίσης, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη εξάρσεως ή μη στην κατηγορία του υπό εξέταση αδικήματος. Σχετική είναι η απόφαση Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 306. Η επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση Σε σχέση με το υπό εξέταση αδίκημα, ο Νόμος προνοεί ότι σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα υπερβαίνει τα 70mg/100ml ή τα 159mg/100ml αντίστοιχα, φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο, ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές. Πέραν των προβλεπόμενων στον Νόμο ποινών διαπιστώνω ότι το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης παρουσιάζει έξαρση και διαπράττεται με ιδιαίτερη συχνότητα, αφού καθημερινά το παρόν Δικαστήριο επιλαμβάνεται σωρεία υποθέσεων αυτής της φύσεως. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπω στην απόφαση Καρανίκκη ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118 και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 269. Δεδομένων των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει τα τροχαία δυστυχήματα στην χώρα μας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει επανειλημμένα την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάπα
(2006)2 Α.Α.Δ. 432 και Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.
- Ταυτόχρονα στην απόφαση Καλαϊτζήδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ.307/18 ημερομηνίας 20.11.2018, η οποία αφορούσε και καταηγορία για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, τονίστηκε εκ νέου η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως τα αδικήματα, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα και αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για κάθε άνθρωπο που κυκλοφορεί στους δρόμους και αυτή τούτη την ανθρώπινη ζωή. Στην πιο πάνω υπόθεση επιδοκιμαστήκαν τα όσα νομολογήθηκαν στην απόφαση η Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερ. 5.10.
- Υπενθυμίζεται ότι στην απόφαση Τουμάζου ( ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα : «ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου.» Επιπλέον, Η Κατηγορούμενη ως οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος είχε υποχρέωση να μεριμνά για την ασφάλεια των τρίτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Σχετική επί του προκειμένου είναι υπόθεση Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, όπου υποδείχθηκε ότι : «το αυτοκίνητο αποτελεί μέσο ικανό να προκαλέσει ακόμα και τον θάνατο σε κάθε ουσιώδη χρόνο που βρίσκεται σε κίνηση. Αυτό επιβάλλει καθήκον κάθε οδηγού για προστασία της ασφάλειας τρίτων.» Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ευριπίδης Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, «Η στέρηση της άδειας οδηγού αποτελεί πρόσφορο τιμωρητικό μέτρο για παραβάσεις τροχαίας και μπορεί να επιβληθεί οποτεδήποτε το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιολογείται από τα περιστατικά της υπόθεσης.» Επιπρόσθετα στην υπόθεση Τσιελεπής ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 401, τονίστηκε πως σημαντικός παράγοντας στην επιβολή της ποινής στέρησης της άδειας οδήγησης είναι από τη μια η ανάγκη για συνετισμό του κατηγορουμένου και από την άλλη η προστασία του κοινωνικού συνόλου. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο νόμος για την οδική ασφάλεια. Σχετική είναι η απόφαση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 299. Στην υπό κρίση υπόθεση για σκοπούς επιμέτρησης, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, ως προς τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος. Παράλληλα λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος της Κατηγορουμένης την άμεση της παραδοχή, η οποία εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου την απολογία της και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές της περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και αναπτύχθηκαν από τον συνήγορό της. Από την άλλη λαμβάνω υπόψη μου τη συμπεριφορά της Κατηγορουμένης και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην υπό κρίση υπόθεση, η επιλογή της Κατηγορουμένης να οδηγήσει, ενώ η αναλογία αλκοόλης στην αναπνοή της υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο σε βαθμό που προσέγγιζε το πενταπλάσιο του επιτρεπόμενου συνιστά από μονή της εγωιστική συμπεριφορά και δεικνύει ότι η Κατηγορουμένη ενήργησε με πλήρη αδιαφορία για την ασφάλεια των τρίτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο, παραγνωρίζοντας πλήρως τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς. Το γεγονός ότι δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη ή ζημία σε τρίτους δεν αναιρεί το ότι η οδηγική συμπεριφορά της Κατηγορουμένης ενείχε δυνητικά σοβαρούς κινδύνους προς τον οποιοδήποτε άλλο τυχόν χρησιμοποιούσε τον δρόμο. Άλλωστε, σύμφωνα με τη Νομολογία, αρκεί για την επιβολή αποτρεπτική ποινής το ότι προκαλείται δυνητικά κίνδυνος σε όσους χρησιμοποιούν τον δρόμο. Σχετική είναι η απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Παράλληλα, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι η Κατηγορουμένη βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη, αφού, όπως είναι νομολογημένο, οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής, καθότι αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους νόμους της Πολιτείας. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1. Η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών δεν πρέπει να οδηγεί στην επιβολή τέτοιας ποινή που θα έχει ως αποτέλεσμα ο καταδικασθείς να τιμωρηθεί για δεύτερη φορά σε σχέση με το ίδιο αδίκημα. Σχετική είναι η απόφαση Γεώργιος Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας
(1976)2 C.L.R. 63. Η ύπαρξη, όμως, προηγούμενων καταδικών αναπόφευκτα οδηγεί στην προοδευτική μείωση της επιείκειας. Σχετική είναι η απόφαση Καμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Σύμφωνα με τη γενική αρχή με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο, πλην όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρυμμένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος.» Επιπρόσθετα, στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι στις 25.9.2018 επεβλήθη ποινή προστίμου και βαθμοί ποινής στην άδεια της Κατηγορουμένης, σε σχέση με αδίκημα της ίδιας φύσης με το υπό εξέταση. Παρά ταύτα η Κατηγορούμενη μόλις τρεις μήνες μετά διέπραξε εκ νέου το ίδιο αδίκημα. Η πιο πάνω διαπίστωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η προσπάθεια συνετισμού της Κατηγορουμένης μέσω επιβολής χρηματικής ποινής απέτυχε. Ενόψει των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στην Κατηγορούμενη, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής που δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης. Παράλληλα σημειώνω ότι δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος σύμφωνα με τη Νομολογία να συνιστά ειδικό λόγο, ώστε το Δικαστήριο να μην στερήσει την άδεια οδήγησης της Κατηγορουμένης. Η ανάγκη για μετάβαση της ανήλικης θυγατέρας της Κατηγορουμένης στο σχολειό της δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της ειδικό λόγο, ώστε η Κατηγορουμένη να μην στερηθεί του δικαιώματός της να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στην Κατηγορούμενη στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών, πλέον 3 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης της. Επιπλέον, η Κατηγορουμένη στερείται του δικαιώματός της να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 45 ημερών από σήμερα. Νοείται, ότι από την ως άνω ποινή φυλάκισης θα αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Κατηγορούμενη τελούσε υπό κράτηση. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Τονίζεται ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο πρώτα αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση Βρυώνης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 92 και 93/2017, ημερομηνίας 19.7.2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη». Επιπλέον, στην υπόθεση Ιωσήφ άγγελος ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην υπό κρίση υπόθεση είναι έκδηλο ότι το υπό εξέταση αδίκημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Παράλληλα, η εν γένει στάση και συμπεριφορά της Κατηγορουμένης, η οποία δεικνύει πλήρη αδιαφορία προς τον Νόμο και την ασφάλεια των τρίτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο, δεν αφήνουν περιθώρια για αναστολή των ποινών φυλάκισης. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωριστήκαν στην Κατηγορούμενη, όπως η άμεση παραδοχή της και οι οικογενειακές και προσωπικές της περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης. Τυχόν αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης θα έστελνε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Συνεπώς, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί άμεσα. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο