← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 8384/19, 21/10/2019

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 8384/19, 21/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8384/19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Ανδρέου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου, 2019 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Γ. Τσαρδελλής Κατηγορούμενος : Παρών. Απόφαση Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες, η μια ότι οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα χωρίς αυτό να είναι εγγεγραμμένο και η άλλη ότι οδηγούσε αυτό χωρίς να υπάρχει σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε την κατηγορία σε σχέση με τη μη ύπαρξη ασφαλιστηρίου και η υπόθεση σε σχέση με αυτή την κατηγορία οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος την 25η.4.2018 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς πλαισίου XXXXX97, στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Λευκωσίας, χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου. Μαρτυρία Σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Αποδείξεως Νόμου, δύναται να γίνει παραδοχή κάποιου γεγονότος για το οποίο θα μπορούσε να δοθεί προφορική μαρτυρία σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, από την Κατηγορούσα Αρχή ή τον Κατηγορούμενο. Έτσι, κατά το στάδιο προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα δηλώθηκαν τα ακόλουθα ως παραδεκτά γεγονότα : «Στις 25/04/18 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το εν λόγω όχημα που φαίνεται στις κατηγορίες με αριθμό πλαισίου XXXXX97 στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Λευκωσίας παρά τα Λύμπια. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατά τον έλεγχο των στοιχείων του, ο Κατηγορούμενος δεν είχε στην κατοχή του ασφαλιστήριο έγγραφο που να καλύπτει τη χρήση αυτού του οχήματος.» Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία, έδωσε ένορκη μαρτύρια και αντεξετάσθηκε. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε Πιστοποιητικό ασφάλισης, το οποίο φέρει ημερομηνία έκδοσης την 03η.05.18, ως Τεκμήριο 1. Κατέθεσε, επίσης, βεβαίωση από τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου, ημερομηνίας 02.10.19, ως Τεκμήριο 2. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο Κατηγορούμενος, με αναφορά στο Τεκμήριο 1, δήλωσε ότι βρισκόταν σε ισχύ ασφαλιστήριο που κάλυπτε ευθύνη έναντι τρίτου από 31.3.2018. Επιπλέον, αρνήθηκε ότι στις 25.4.2918 οδηγούσε χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι δεν παρουσίασε τον επίδικο χρόνο κάποιο ασφαλιστήριο στον επί καθηκόντι αστυνομικό, καθότι δεν το είχε μαζί του στο αυτοκίνητο. Σε υποβολή ότι δεν είχε στην κατοχή του τέτοιο έγγραφο, απάντησε ότι κατείχε, παραπέμποντας στο Τεκμήριο 1. Σε υποβολή ότι το Τεκμήριο 1, εκδόθηκε για το όχημα μα αριθμούς εγγραφής XXXXX07 και όχι για το επίδικο όχημα, απάντησε ότι το Τεκμήριο 1 κάλυπτε αυτοκίνητα της ίδιας κατηγορίας με το επίδικο. Κληθείς να παρουσιάσει το πιστοποιητικό ασφάλισης που κατ΄ ισχυρισμόν κατείχε στις 25.4.2018, παρέπεμψε στο Τεκμήριο 2. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προωθώντας ο κάθε ένας τη θέση του. Παραδεκτά Γεγονότα Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι, γεγονός που δηλώνεται ως παραδεκτό αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο σε ουσιαστικό δεδομένο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Ανδρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 498 και Ihab Im Sbaih v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 188/2014, ημερομηνίας 17.7.2015. Συνεπώς, το Δικαστήριο εκλαμβάνει ως ουσιαστικά δεδομένα τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία δηλώθηκαν από τους συνηγόρους και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη τη φύση και τη διαδικαστική σημασία των παραδεκτών γεγονότων προχωρώ με αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τον Κατηγορούμενο στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά του, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσε, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212,
  1. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατηγορουμένου ΜΥ
  2. Ως προς τον ΜΥ1 παρατηρώ ότι προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα ως ο ίδιος τα αντιλήφθηκε με ειλικρίνεια και ευθύτητα. Ασφαλώς, δεν παραγνωρίζω ότι αξιολογικές κρίσεις του μάρτυρος, όπως το ότι οδηγούσε τον επίδικο χρόνο έχοντας πιστοποιητικό ασφάλισης, συνδέονται με το τελικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου και δεν μπορούν να το επηρεάσουν από μόνες τους. Επιπρόσθετα, παρατηρώ ότι οι αναφορές του ΜΥ1 σε σχέση με το ουσιαστικό επίδικο θέμα, της κατοχής πιστοποιητικού ασφάλισης, έγιναν με βάση τα Τεκμήρια 1 και
  3. Έτσι η κρίση περί της ύπαρξης εν ισχύι ασφαλιστηρίου εγγράφου περνά μέσα από την αξιολόγηση και ερμηνεία των εν λόγω Τεκμήριων. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του ΜΥ1, ήτοι στο σημείο ότι στις 3.5.2018 εκδόθηκε το Τεκμήριο 1 και στο ότι υφίσταται η βεβαίωση Τεκμήριο
  4. Ευρήματα Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω στο ότι ο Κατηγορούμενος, στις 25.04.18, οδηγούσε το όχημα με αριθμό πλαισίου XXXXX97 στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Λευκωσίας παρά τα Λύμπια. Την εν λόγω ημερομηνία, κατά τον έλεγχο των στοιχείων του, ο Κατηγορούμενος δεν είχε στην κατοχή του ασφαλιστήριο έγγραφο που να καλύπτει τη χρήση του επίδικου οχήματος. Στις 3.5.2018 εκδόθηκε το πιστοποιητικό ασφάλισης, Τεκμήριο
  5. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος διατηρούσε ασφαλιστήρια οχημάτων με τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου από τις 31.3.
  6. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στου ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Στις περιπτώσεις, όμως, όπου παρεμπίπτοντα θέματα βρίσκονται κατεξοχήν, ιδιαζόντως ή αποκλειστικώς στη σφαίρα γνώσης του κατηγορούμενου, το βάρος απόδειξης μπορεί να μετατεθεί σε αυτόν. Κλασσική περίπτωση εφαρμογής του πιο πάνω κανόνα είναι, όταν συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη θεσπίζει ποινικό αδίκημα, το οποίο δεν διαπράττεται εάν ο Κατηγορούμενος κατέχει σχετική άδεια ή προσόν. Σε τέτοιες περιπτώσεις το επίπεδο απόδειξης βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση σελ.179 και στην απόφαση Ζυπιτής Κώστας και Άλλος ν. Αστυνομίας και Άλλου,
(2003)2 Α.Α.Δ. 220. Ιδίως δε ως προς την υποχρέωση του Κατηγορουμένου να αποδείξει το γεγονός της ύπαρξης σε ισχύ ασφαλιστηρίου εγγράφου παραπέμπω στην απόφαση Leathly v. Drummond, Leathly v. Irving
(1972)RTR 29 και στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences 27η έκδοση , 1ος τόμος, σελ. 750, παράγραφος 10.68. Στην υπό κρίση υπόθεση το υπό εξέταση αδίκημα θεσπίζεται στο άρθρο 3 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, το όποιο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού». Από το λεκτικό της εν λόγω νομοθετικής διάταξης, προκύπτει ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ σχετικό ασφαλιστήριο αναφορικά με ευθύνη έναντι τρίτου. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο Νόμος ποινικοποιεί συγκεκριμένη συμπεριφορά, η οποία δεν συνιστά αδίκημα όταν υφίσταται σε ισχύ σχετικό πιστοποιητικό ασφάλισης. Το πότε κάποιο ασφαλιστήριο βρίσκεται σε ισχύ ορίζεται από το άρθρο 5 του ίδιου Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : 5.-
(1)Το πιστοποιητικό ασφάλισης που εκδίδεται για τους σκοπούς του Νόμου αυτού ισχύει εφόσον- (α) Εκδίδεται από ασφαλιστή προς όφελος κατόχου ασφαλιστηρίου, (β) έχει τη μορφή και περιέχει τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στον καθορισμένο τύπο, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε όρων στους οποίους υπόκειται η έκδοση του ασφαλιστηρίου, και (γ) έχει παραδοθεί στον ασφαλισμένο: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού το πιστοποιητικό ασφάλισης θεωρείται ότι έχει παραδοθεί όταν- (α) Παραληφθεί προσωπικά από τον ασφαλισμένο ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του ή (β) αποσταλεί μέσω ταχυδρομείου ή (γ) διαβιβασθεί ακριβές αντίγραφο του μέσω τηλεομοιοτύπου (fax) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail). Προκύπτει, συνεπώς, ότι κάποιο ασφαλιστήριο βρίσκεται σε ισχύ όταν παραδοθεί στον οδηγό. Επί του προκειμένου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές. Αποτελεί δε βασική ερμηνευτική αρχή πως, όταν το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια, γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2, και στις αποφάσεις Income Tax Commissioners v. Pemsel [1891] A.C. 531, 543, Pilavakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2C.L.R. 429 , Κ.Ο.Τ. ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86 και Γεωργίου v. Total Properties Ltd
(2011)1B
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι κατά τον έλεγχο των στοιχείων του, ο Κατηγορούμενος δεν είχε στην κατοχή του ασφαλιστήριο έγγραφο που να καλύπτει τη χρήση του επίδικου οχήματος. Έτσι μέσα από το πιο πάνω ουσιαστικό δεδόμενο, το βάρος για απόδειξη της ύπαρξης σε ισχύ ασφαλιστήριου εγγράφου μετατοπίζεται στον Κατηγορούμενο. Το γεγονός της ύπαρξης σε ισχύ ασφαλιστήριου εγγράφου έπρεπε να αποδειχθεί από τον Κατηγορούμενο στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού ο Κατηγορούμενος παρέπεμψε στα Τεκμήρια 1 και
  2. Μελέτη του Τεκμήριου 1 δεικνύει ότι αυτό εκδόθηκε στις 3.5.
  3. Συνεπώς, ήταν αδύνατο αυτό να είχε παραδοθεί στον Κατηγορούμενο πριν την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος αναφερόταν στο Τεκμήριο 1, ως το πιστοποιητικό ασφάλισης. Το γεγονός ότι αυτό καταγράφει ότι καλύπτει αναδρομικά την επίδικη περίοδο δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι αυτό ήταν σε ισχύ πριν εκδοθεί, αφού ο χρόνο έναρξης ισχύος κάποιου ασφαλιστηρίου ορίζεται στον Νόμο και συνδέεται με την παράδοσή του στον ενδιαφερόμενο οδηγό. Στην υπό κρίση υπόθεση ήταν λογικά αδύνατο να είχε παραδοθεί το επίδικο ασφαλιστήριο έγγραφο πριν την ημερομηνία έκδοσής του. Συνακολούθα, προκύπτει ότι το Τεκμήριο 1 δεν μπορεί να συνιστά απόδειξη ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν σε ισχύ ασφαλιστήριο έγγραφο που να κάλυπτε τη χρήση του επίδικου οχήματος. Επιπρόσθετα, ο κ. Τσαρδελής εισηγήθηκε ότι το Τεκμήριο 2 δεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος διατηρούσε ασφάλεια από το έτος
  4. Το πιο πάνω σε συνδυασμό με τη θέση του ότι το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση πως τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ανανεώνονται σε ετήσια βάση πρέπει να οδηγήσει, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο, σε συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος κατείχε ασφαλιστήριο έγγραφο. Ως προς το ζήτημα της ανανέωσης ασφαλιστήριων συμβολαίων διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Colinvaux's Law of Insurance 11th Ed, Section 7, υπό τον τίτλο Renewal of Insurance Contracts, παράγραφοι 1-079 ως ακολούθως : «Policies of insurance are not renewable beyond their original term unless they are expressed to be so, and where there is no provision for renewal they can only therefore be renewed by a new agreement between the parties. Where there is a provision for renewal it may give the assured an unconditional right to renew or, as is generally the case, renewal may be conditional on the assent of both parties. The latter class includes policies which may be renewed by tender of a further premium by the assured and by the acceptance of that premium by the insurers, and also those policies, known as "self-renewing", which provide that they shall be automatically renewed unless either of the parties shall give notice of an intention not to renew. It is a matter of construction whether a policy is self-extending, although most policies are not of this type.» ( η υπογράμμιση δική μου) Προκύπτει, συνεπώς, ότι κατά κανόνα κάποια σύμβαση ασφάλισης δεν ανανεώνεται αυτόματα εκτός και εάν κάτι τέτοιο προνοείται ρητά. Επομένως η κρίση του εάν κάποια σύμβαση ασφάλισης ανανεώνεται αυτόματα ή όχι, προκύπτει μέσα από την ερμηνεία των όρων αυτής. Στην πρόσφατη απόφαση xxx xxx ΛΙΠΕΡΗ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΝΤΖΙΟΥΡΗ ν. ECCLESIASTICAL INSURANCE OFFICE PLC κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολιτική Έφεση Αρ. 42/2013, ημερομηνίας 19.7.2019, επαναδιατυπώθηκε η αρχή ότι τα ασφαλιστηρία συμβόλαια ερμηνεύονται όπως κάθε άλλο έγγραφο σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας σε σχέση βέβαια με συμβάσεις εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου. Εφόσον, λοιπόν, η διαπίστωση του κατά πόσο κάποιο ασφαλιστήριο ανανεώνεται αυτόματα περνά μέσα από την ερμηνεία των όρων αυτού, συνάγεται ότι το ζήτημα της ανανέωσης των ασφαλιστήριων εγγράφων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής γνώσης. Έτσι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου, ότι το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει σχετική δικαστική γνώση, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Στην υπό κρίση υπόθεση παρατηρώ ότι δεν έχει κατατεθεί η προηγούμενη σύμβαση ασφάλισης ή το προηγούμενο πιστοποιητικό ασφάλισης. Έτσι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να αξιολογήσει το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος διατηρούσε οποιοδήποτε ασφαλιστήριο, το οποίο να ανανεώθηκε αυτόματα και να κάλυπτε την επίδικη περίοδο σε σχέση με το επίδικο όχημα. Συνακόλουθα, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν σε ισχύ σχετικό ασφαλιστήριο που να καλύπτει ευθύνη έναντι τρίτου. Συνεπώς, υπό τα γεγονότα της παρούσας, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον αναγκαίο βαθμό, ήτοι περάν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου , Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.