← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αριθμός υπόθεσης: 17958/2015, 22/10/2019

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αριθμός υπόθεσης: 17958/2015, 22/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον Γ. Κυθραιώτου Θεοδώρου Αριθμός υπόθεσης: 17958/2015 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή και ΧΧΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορούμενος 22 Οκτωβρίου, 2019 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χατζηκωνσταντή Για Κατηγορούμενο: κα Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά του αδίκημα της πρόκλησης οχληρίας από συνεχές γαύγισμα σκύλου, του άρθρου 18(ε)(
  2. i)του περί Σκύλων Νόμου 184(Ι)/2004. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος τις 12.6.2015, «ενώ ήταν ιδιοκτήτης σκύλων ανέχετο όπως προξενούν θόρυβο με συνεχές γαύγισμα που προκαλούσε οχληρία στο κοινό». Προς απόδειξη της κατηγορίας, η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής παρουσίασε τη μαρτυρία τριών προσώπων. Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο Αστ. XXXXX XXXXX Τουρουρού (ΜΚ1). Στα πλαίσια της μαρτυρίας του κατέθεσε ότι στις 12.6.2015 και περί ώρα 8:00μμ, ενώ ήταν καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό Πεδουλά έλαβε τηλεφωνικώς παράπονο από τη ΧΧΧΧΧ Νικολαΐδου (ΜΚ2), σύμφωνα με το οποίο οι σκύλοι του Κατηγορούμενου με τον οποίο είναι γείτονες, γαύγιζαν από τις 6:45μμ και την ενοχλούσαν. Ακολούθως ο ίδιος μετέβη στην περιοχή δύο φορές, μεταξύ των ωρών 8:20μμ -8:35μμ και 9:45μμ - 9:55μμ και. Κατά τις επισκέψεις του δεν άκουσε γαύγισμα σκύλου και διαπίστωσε ότι επικρατούσε ησυχία. Στις 19.6.2015 έλαβε γραπτές καταθέσεις από την κα ΧΧΧΧΧ Νικολαΐδου (ΜΚ2) και το σύζυγο της ΧΧΧΧΧ Νικολαΐδη (ΜΚ3) και την ίδια μέρα εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο στον Κατηγορούμενο για το ποσό των €34,17 (Τεκμήριο 2) για το επίδικο αδίκημα. Το πρόστιμο δεν πληρώθηκε εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι την ίδια χρονική περίοδο υπήρξαν και άλλες καταγγελίες τέτοιας φύσης εναντίον του Κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι γνωρίζει για και έδωσε μαρτυρία σε ακόμα μια υπόθεση μεταξύ των ίδιων παραπονούμενων και του Κατηγορούμενου για ίδιας φύσης αδικήματα, ενώ γνωρίζει επίσης ότι είχαν υποβληθεί μεταξύ τους και άλλα παράπονα. Σε σχέση με την υπό εκδίκαση υπόθεση, ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι την συγκεκριμένη μέρα δεν είχε μεταβεί στην οικία του Κατηγορούμενου μετά το παράπονο που έλαβε αλλά είχε μεταβεί κοντά στην οικία «σε κοντινό δρόμο», δύο φορές κατά τις προαναφερόμενες ώρες και δεν άκουσε γαυγίσματα σκύλου. Κατά τις επισκέψεις του δεν είδε τους σκύλους του Κατηγορούμενου. Πρόσθεσε ότι είχε εκδώσει το εξώδικο στη βάση του παραπόνου που είχαν υποβάλει οι παραπονούμενοι. Δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η κα ΧΧΧΧΧ Νικολαΐδου (ΜΚ2). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, το σπίτι της είναι κοντά στο σπίτι του Κατηγορούμενου. Αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα, κατέθεσε ότι στις 12.6.2015 μεταξύ 6:45μμ -8:00μμ και στις 13.6.2015 μεταξύ 3:30μμ-7:00μμ, οι σκύλοι του Κατηγορούμενου γαύγιζαν πολύ δυνατά και συνεχόμενα, ενοχλώντας την. Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος είχε σκύλους για αρκετά χρόνια καθώς και ότι η ίδια τον έχει καταγγείλει πολλές φορές για θέματα των σκύλων του. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΚ2 ανέφερε ότι κατάγεται από τον Καλοπαναγιώτη και κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν σε αγροτουριστικό κατάλυμα στο χωριό, όπου και διέμενε για την καλοκαιρινή περίοδο. Πρόσθεσε, ερωτώμενη σχετικά, ότι την περίοδο που είχε προβεί στην επίδικη καταγγελία ο Κατηγορούμενος είχε γύρω στους δώδεκα σκύλους και ότι τους είχε μετρήσει μια μέρα από το σπίτι της που είναι περί τα 50 μέτρα μακριά από το σπίτι του Κατηγορούμενου. Όταν της ζητήθηκε να περιγράψει τους σκύλους, η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι ράτσα ήταν και ότι υπήρχαν μικρόσωμοι και μεγαλόσωμοι σκύλοι. Εξήγησε ότι το χωρίο είναι κτισμένο αμφιθεατρικά και ότι οι σκύλοι βρίσκονταν σε κλουβιά, σε περιβόλι του Κατηγορούμενου που είναι πιο κάτω από το σπίτι του. Πρόσθεσε ότι ακόμα ένας γείτονας είχε εκφράσει παράπονα στο παρελθόν για τους σκύλους. Η ΜΚ2 ανέφερε επίσης αντεξεταζόμενη ότι εκείνη την περίοδο ενοχλείτο πολύ συχνά από γαυγίσματα σκύλων, ότι τα γαυγίσματα ήταν πολύ δυνατά ενώ ότι είχε παραπονεθεί προσωπικά και στον Κατηγορούμενο για αυτό το θέμα. Στα παράπονα της, ο Κατηγορούμενος διαφωνούσε ότι οι σκύλοι του δημιουργούσαν πρόβλημα γαυγίζοντας. Επειδή το πρόβλημα συνεχιζόταν, είπε, αναγκάστηκε να προβαίνει σε καταγγελίες στην αστυνομία. Αρνήθηκε ότι η ίδια είχε οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα προβαίνοντας καταγγέλλοντας τον Κατηγορούμενο και υποστήριξε ότι ο λόγος που τον κατήγγειλε ήταν γιατί η κατάσταση που δημιουργούσε το γαύγισμα των σκύλων του ήταν ανυπόφορη για την ίδια. Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο κ. ΧΧΧΧΧ Νικολαΐδης (ΜΚ3), σύζυγος της ΜΚ2. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι στις 12.6.2015 μεταξύ των ωρών 6:45μμ-8:00μμ, οι σκύλοι του Κατηγορούμενου «γαύγιζαν πολύ δυνατά και για πολύ ώρα και δεν μπορούσαμε να ησυχάσουμε». Αυτό, συνέχισε, δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά συνέβαινε συχνά. Πρόσθεσε ότι η κατοικία του ιδίου και της ΜΚ2 είναι περίπου σε απόσταση περί τα 100 μέτρα από το σπίτι του Κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι είχε δει τους σκύλους του Κατηγορούμενου δύο φορές, Μια εξ αυτών ήταν στις 24.12.2014, οπόταν μέτρησε 12-13 σκύλους. Τη δεύτερη φορά μέτρησε ξανά τόσους σκύλους ενώ βρισκόταν στην πλατφόρμα ανελκυστήρα που υπάρχει στο χωριό κοντά στο σπίτι του κατηγορούμενου. Περιέγραψε τους σκύλους ως «σχετικά μικρόσωμους» για να διευκρινίσει ότι «δεν καταλάβω τους σκύλους». Ερωτώμενος ανέφερε επίσης ότι και άλλοι συγχωριανοί έχουν σκύλους όμως σε άλλες περιοχές του χωριού ενώ υπάρχουν και αδέσποτοι σκύλοι τους οποίους «βλέπουμε συχνά μέσα στον δρόμο». Αναφέρθηκε, όπως και η ΜΚ2, σε ακόμα ένα γείτονα που είχε εκφράσει παράπονα για ενόχληση που του προκαλούσαν τα γαυγίσματα των σκύλων. Ο ΜΚ3 ανέφερε επίσης ότι δεν έχει πάει στην οικία του Κατηγορούμενου, ούτε και μπορεί από το σπίτι του να δει τους σκύλους του Κατηγορούμενου όταν είναι μέσα στα κλουβιά γιατί «έχει δίκτυ πράσινο που δεν φαίνονται οι σκύλοι». Τέλος, ο ΜΚ3 αρνήθηκε ότι έχει οποιοδήποτε προσωπικό πρόβλημα με τον Κατηγορούμενο που να τον ώθησε να προβεί στην καταγγελία του. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Στη δήλωση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι σκύλοι του δεν ενόχλησαν με το γαύγισμα τους οποιονδήποτε. Υποστήριξε ότι ο λόγος που οι παραπονούμενοι προέβησαν στην επίδικη καταγγελία είναι γιατί επιδίωκαν να προωθήσουν τα συμφέροντα του τότε εργοδότη τους. Συγκεκριμένα, ο ίδιος εμπόδιζε τον τότε εργοδότη τους να προχωρήσει με κάποιο έργο στο χωρίο και για να τον εκδικηθούν οι παραπονούμενοι τον κατήγγειλαν επανειλημμένα στην αστυνομία προφασιζόμενοι ότι ενοχλούνταν από τους σκύλους του. Αυτά είναι συνοπτικά τα όσα ακούστηκαν στο Δικαστήριο στα πλαίσια της ακρόασης. Να προσθέσω ότι στο τέλος της διαδικασίας οι συνήγοροι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Έχω ακούσει και μελετήσει τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς. Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα όλους τους μάρτυρες και έχω μελετήσει όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στο περιεχόμενο των απαντήσεων των μαρτύρων, την αμεσότητα, ευθύτητα και αυθορμητισμό των όσων κατέθεσαν, την εσωτερική συνοχή και λογική των θέσεων τους. Έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες κατηγορίας κατά την διάρκεια της μαρτυρίας τους και, ειδικότερα κατά την αντεξέταση τους, δεν διακρίνω από μέρους τους προσπάθεια να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ή να παραποιήσουν τα γεγονότα. Δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις, παρέμειναν σταθεροί στις θέσεις τους και δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία τους είχε εσωτερική συνοχή και η εκδοχή τους ήταν λογικοφανής. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, θεωρώ ότι ήταν αξιόπιστοι μάρτυρες και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους ως αληθινή. Διευκρινίζω ότι αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας τους που αφορά γεγονότα για τα οποία δήλωσαν ίδια γνώση και όχι τα σημεία που αυτή συνίστατο σε υποθέσεις και εικασίες. Όπως αναφέρω πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε δήλωση χωρίς όρκο. Έχω λάβει υπόψη το περιεχόμενο της δήλωσης του το οποίο έχω παραθέσει συνοπτικά πιο πάνω. Αξιολογώντας τη ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου έχω κατά νου ότι μια ανώμοτη δήλωση δεν εξισώνεται με ένορκη μαρτυρία[1]. Η σημασία της είναι μάλλον πειστική και δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για διατύπωση συμπερασμάτων και ευρημάτων σε σχέση με γεγονότα, ιδιαίτερα στο βαθμό που είναι ασύμφωνη με άλλη μαρτυρία που κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή. Όπως έχει επισημανθεί στη νομολογία, γεγονότα μπορούν να αποδειχθούν μόνο με μαρτυρία. Συνεπώς, στο βαθμό που το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του Κατηγορούμενου δεν συνάδει ή είναι αντίθετο με μαρτυρία που κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, δεν την αποδυναμώνει και, σαφώς, δεν την ακυρώνει. Για την κατάληξη μου σε ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, η μοναδική μαρτυρία που έχω ενώπιον μου είναι αυτή που παρουσιάστηκε κατά την εξέταση και αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας. Στη βάση επομένως της μαρτυρίας που κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεχτή και λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Υπεράσπισης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: (α) Ο Κατηγορούμενος στις 12.6.2015 διέμενε στο χωρίο Καλοπαναγιώτης. Στο ακίνητο του είχε σκύλους τους οποίους φύλασσε σε κλουβιά. (β) Οι ΜΚ2 και ΜΚ3 είναι σύζυγοι και διατηρούν κατοικία στο ίδιο χωρίο, πλησίον της κατοικίας του Κατηγορούμενου. Οι δύο κατοικίες απέχουν 50-100 μέτρα μεταξύ τους. Τη θερινή περίοδο 2015 οι ΜΚ2 και ΜΚ3 διέμεναν στην κατοικία τους. (γ) Το χωρίο είναι κτισμένο αμφιθεατρικά και οι δύο κατοικίες βρίσκονται στο ίδιο περίπου ύψος. Τα κλουβιά των σκύλων είναι σε πιο χαμηλό υψόμετρο, κάτω από το σπίτι του Κατηγορούμενου. (δ) Στην περιοχή πλησίον της κατοικίας του Κατηγορούμενου διέμεναν, κατά την επίδικη ημερομηνία, και άλλοι κάτοικοι. (ε) Σε προγενέστερες ημερομηνίες από την επίδικη, οι ΜΚ2 και ΜΚ3 διαπίστωσαν ότι στο ακίνητο του Κατηγορούμενου υπήρχαν περί τους δώδεκα σκύλους. (στ) Την επίδικη ημερομηνία, μεταξύ των ωρών 6:45μμ-8:00μμ, οι ΜΚ2 και ΜΚ3 ήταν στην κατοικία τους και άκουγαν γαυγίσματα σκύλων. Τα γαυγίσματα είχαν διάρκεια και οι ΜΚ2 και ΜΚ3 τα αντιλαμβάνονταν ως ηχηρά. (ζ) Από το σημείο που βρίσκεται η κατοικία τους, οι ΜΚ2 και ΜΚ3 δεν έχουν οπτική επαφή με τους σκύλους του Κατηγορούμενου, αφού τα κλουβιά τους είναι καλυμμένα με πράσινο δίκτυ. (η) Την ίδια ημέρα, περί ώρα 8:00μμ, η ΜΚ2 τηλεφώνησε στην αστυνομική διεύθυνση Μόρφου και παραπονέθηκε για τα γαυγίσματα. (θ) Στα πλαίσια διερεύνησης του παραπόνου της ΜΚ2, ο ΜΚ1 μετέβη πλησίον της κατοικίας του Κατηγορούμενου την ίδια μέρα μεταξύ των ωρών 8:20μμ-8:35μμ και 9:45μμ-9:55μμ. Κατά τις επισκέψεις του δεν άκουσε γαυγίσματα σκύλων. (ι) Στη βάση της καταγγελίας των ΜΚ2 και ΜΚ3, ο ΜΚ1 εξέδωσε εξώδικό προς τον Κατηγορούμενο το οποίο εκείνος δεν πλήρωσε. (ια) Στο χωριό υπάρχουν και περιφέρονται αδέσποτοι σκύλοι. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν την κατηγορία που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο[2]. Σαφώς το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής η οποία οφείλει να το αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[3]. Όπως ανέφερα στην αρχή της απόφασης μου, ο Κατηγορούμενος είναι αντιμέτωπος με το αδίκημα του άρθρου 18

(3)(
  1. i)του περί Σκύλων Νόμου 184(Ι)/2004. Οι σχετικές διατάξεις του εν λόγω άρθρου προνοούν τα εξής: «18. Οποιοδήποτε πρόσωπο- .(ε) επιτρέπει ή ανέχεται όπως ο σκύλος του οποίου είναι ιδιοκτήτης ή τον οποίο έχει κάτω από τη φροντίδα του- (
  2. i)προξενεί θόρυβο με ηχηρό και συνεχές γαύγισμα που προκαλεί οχληρία στο κοινό, . είναι ένοχο αδικήματος..» Από το πιο πάνω απόσπασμα συνάγονται τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος. Για να κριθεί κάποιος κατηγορούμενος ένοχος για το συγκεκριμένο αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι (α) αυτός είναι ιδιοκτήτης ή έχει κάτω από τη φροντίδα του σκύλο (β) που γαυγίζει με ηχηρό και συνεχές τρόπο (γ) προκαλώντας οχληρία στο κοινό. Συνιστούν ευρήματα ότι την επίδικη ημερομηνία στις προαναφερόμενες ώρες οι ΜΚ2 και ΜΚ3 άκουγαν γαύγισμα από σκύλους, το οποίο γαύγισμα είχε διάρκεια και ήταν αρκετά δυνατό ώστε να το ακούνε ενώ ήταν στην κατοικία τους. Δεν αμφισβητείται περαιτέρω ότι κατά την επίδικη ημερομηνία ο Κατηγορούμενος ήταν ιδιοκτήτης και είχε υπό τη φροντίδα του αριθμό σκύλων. Αυτό το οποίο προβληματίζει είναι κατά πόσο η μαρτυρία κατηγορίας στοιχειοθετεί ότι το γαύγισμα προερχόταν από τους σκύλους του Κατηγορούμενου. Η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 ήταν ότι δεν είχαν οπτική επαφή με τους σκύλους του Κατηγορούμενου. Παρά το ότι άκουγαν γαυγίσματα δεν υπάρχει μαρτυρία ότι είδαν τους σκύλους του Κατηγορούμενου να γαυγίζουν την επίδικη ημέρα. Συνιστά επίσης εύρημα ότι στην περιοχή περιφέρονταν και διάφοροι αδέσποτοι σκύλοι. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ1 μετέβη πλησίον της κατοικίας του Κατηγορούμενου δύο φορές εκείνη την ημέρα, λίγο αργότερα από τον χρόνο που αφορούσε η καταγγελία, όμως δεν άκουσε γαυγίσματα σκύλων. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι δεν μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα - πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας - ότι το γαύγισμα που άκουγαν οι ΜΚ2 και ΜΚ3 προερχόταν από σκύλους του Κατηγορούμενου ή από σκύλους που αυτός είχε υπό την φροντίδα του. Περαιτέρω, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος, πρέπει να αποδειχθεί ότι το ηχηρό και συνεχές γαύγισμα προερχόταν από «σκύλο» όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο Νόμο. Στο άρθρο 2 του Νόμου 184(Ι)/2004, ο όρος «σκύλος» ερμηνεύεται ως εξής: «Σκύλος» για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου περιλαμβάνει κάθε σκύλο κάθε φυλής και γένους ηλικίας άνω των 3 μηνών.» Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία από την οποία να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την ηλικία των σκύλων του Κατηγορούμενου. Η ΜΚ2 περιέγραψε τους σκύλους του Κατηγορούμενου ως «μικρόσωμους και μεγαλόσωμους», ο ΜΚ3 τους περιέγραψε ως «σχετικά μικρούς». Για τη δε φυλή και γένος των σκύλων, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι «του είπαν ότι είναι κυνηγετικοί». Αυτές όμως οι αναφορές δεν είναι ικανές ούτε επαρκείς ώστε να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι οι επίδικοι σκύλοι ήταν ηλικίας «άνω των 3 μηνών», όπως απαιτεί ο Νόμος. Περαιτέρω, πρέπει τα ευρήματα να οδηγούν σε συμπέρασμα ότι το γαύγισμα των σκύλων προκαλούσε «οχληρία στο κοινό». Το άρθρο 18(ε)(
  3. i)του Ν. 184(Ι)/2004 αναφέρεται σαφώς σε δημόσια οχληρία[4]. Για να θεωρηθεί ως τέτοια, η οχληρία πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και έκτασης που να επηρεάζει την ποιότητα κατοίκων της περιοχής και όχι μόνο των παραπονούμενων. Πρέπει να καταδειχθεί δηλαδή η δημόσια έκταση της. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice
(2003)σελ. 528 παρ. Β 11.96: «In order to establish that a crime has been committed, it is necessary to establish the essential public nature of the nuisance. It is clear that not all the public need be affected. But it must be established that the act or omission was sufficiently widespread or indiscriminate as to amount to a public rather than a private nuisance.» Στην προκειμένη περίπτωση οι ΜΚ2 και ΜΚ3 αναφέρθηκαν σε κάποιον άλλο περίοικο για τον οποίο είπαν ότι ενοχλήθηκε στο παρελθόν από γαυγίσματα σκύλων του Κατηγορούμενου και παραπονέθηκε στο Συμβούλιο Βελτιώσεως του χωριού. Οι σχετικές αναφορές όμως των ΜΚ2 και ΜΚ3 ήταν γενικές και αόριστες. Πέραν από την αναφορά στο όνομα του, οι ΜΚ2 και ΜΚ3 δεν προσέφεραν άλλες πληροφορίες σε σχέση με αυτόν. Δεν γνωρίζω που διέμενε, πότε/ποια μέρα ή μέρες ενοχλήθηκε από το γαύγισμα, την ένταση και διάρκεια του γαυγίσματος, πώς γνωρίζει ότι προερχόταν από τους σκύλους του Κατηγορούμενου. Μάλιστα, συνάγεται από τις αναφορές τους, ότι η ενόχληση του τρίτου αυτού προσώπου δεν προκλήθηκε την επίδικη ημερομηνία αλλά ήταν προγενέστερη. Θεωρώ ότι η ενώπιον μου μαρτυρία επί αυτού του συστατικού στοιχείου δεν είναι τέτοιας ποιότητας που να το στοιχειοθετεί επαρκώς τη δημόσια έκταση και χαρακτήρα της οχληρίας. Ενόψει των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η μαρτυρία δεν αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. ............ Γ. Κυθραιώτου - Θεοδώρου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σάββα Θεοχάρους & Υιοί Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.ά., ECLI:CY:AD:2015:B706, Ποιν. Εφ. Αρ. 102/2014 και 115/2014, ημερομηνίας 23.10.2015, Θεοχάρους ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 [2] Λοΐζου v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 [3] Charitonos v The Republic
(1971)2 C.L.R.40 και Woolmighton v D.P.P.
(1935)AC 462 [4] Σάββας Κωνσταντίνου v Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 216, σύγγραμμα Russel on Crime, 12η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 1387. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.