← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 8073/19, 6/11/2019

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 8073/19, 6/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8073/19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX XXXXX Γεωργίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 06 Νοεμβρίου, 2019 Για κατηγορούσα αρχή: κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : κ. Α. Θέμης Κατηγορούμενος : Παρών. Απόφαση Εισαγωγή Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για υπέρβαση ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6

(2)
(3), 19 και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85, 166/87 80(Ι)/2000 και 109(Ι)/2012 και τις ΚΔΠ 287/86, ΚΔΠ 312/07 και το άρθρο 2 και 66Γ των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκαν από την ΚΔΠ 189/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο Κατηγορούμενος, στις 5.9.2018, στον κύριο δρόμο Λευκωσίας Τροόδους παρά το Ακάκι της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX26 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 76 χ.α.ω ανά ώρα αντί
  2. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε την εναντίον του κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα προχωρήσει με παράθεση της μαρτυρίας, η οποία σχετίζεται με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα την XXXXX Δεληγιάννη, ως ΜΚ
  3. Η ΜΚ1, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της κατάθεση της ιδίας , ημερομηνίας 7.11.2018, η οποία κατέστη Έγγραφο Α. Στο έγγραφο Α καταγράφεται ότι η ΜΚ1 στις 5.9.2018, κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο, επειδή οδηγούσε τοπ όχημά του, με αριθμούς εγγραφής XXXXX26 με ταχύτητα 76 χ.α.ω αντί
  4. Ανέφερε, επίσης, ότι χρησιμοποίησε το ταχύμετρο (ραντάρ) τύπου laser με αριθμό
  5. Επιπλέον, δήλωσε είναι εξουσιοδοτημένη χειριστής ραντάρ και απέκτησε τα σχετικά προσόντα κατά την εκπαίδευσή της. Εξήγησε ότι η συσκευή ταχυμέτρου που χρησιμοποίησε ελέγχεται τακτικά από του εμπειρογνώμονες της αστυνομίας. Επίσης, πριν το χρησιμοποιήσει προέβη στους καθορισμένους ελέγχους. Εξήγησε ότι προτού χρησιμοποιήσει το ταχύμετρο, ενεργοποίησε αυτό και φάνηκαν στην οθόνη οι ευθυγραμμισμένες τελείες. Ακολούθως, σε καθορισμένη απόσταση σε χώρο, ο οποίος είναι σηματοδοτημένος σχετικά στον αυτοκινητολιμένα της υπηρεσίας της, χτύπησε σε σταθερό σημείο για να αντιληφθεί τι εντοπίζει σε σχέση με την απόσταση που θα χτυπήσει. Τέλος με τη συγκεκριμένη κουκκίδα που φαίνεται στην οθόνη χρησιμοποίησε το ταχύμετρο, ώστε να αντιληφθεί πως ήταν σε λειτουργία προτού αναχωρήσει. Δήλωσε, επίσης, ότι στον επίδικο δρόμο υπήρχαν τρεις πινακίδες, οι οποίες κατέγραφαν ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. Κατά την αντεξέτασή της επεξήγησε με λεπτομέρεια τον τρίτο έλεγχο στον οποίο προέβη πριν χρησιμοποιήσει το ραντάρ. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι, για να ελέγξει κανείς τα σκοπευτικά του ταχυμέτρου πρέπει να αναγράφονται πρώτα στην οθόνη οι ευθυγραμμισμένες γραμμές - τελείες. Μετά ο χειριστής πρέπει να εντοπίσει το σημείο που θέλει για την απόσταση. Ακολούθως χτυπά στο σημείο που επέλεξε από πάνω προς τα κάτω για να διαπιστωθεί εάν αλλάζει ο ήχος του ταχυμέτρου. Όταν αλλάζει ο ήχος από την αλλαγή του υψόμετρου, σημαίνει ότι το ταχύμετρο είναι σε λειτουργία, και έτοιμο προς χρήση. Ακολούθως κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 (α) και 1(β) προς αναγνώριση σχετικές φωτογραφίες του χώρου, όπου έλαβε χώρα η καταγγελία. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι κλείδωσε, στο ραντάρ, το όχημα του Κατηγορουμένου από απόσταση πέραν των 300 μέτρων. Επίσης, ανέφερε ότι τα ραντάρ που χρησιμοποιούν μπορούν να στοχεύσουν σε απόσταση ενός χιλιομέτρου. Υπέδειξε παράλληλα ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να καταγράψει στην καταγγελία την απόσταση στην οποία εντόπισε το όχημα του Κατηγορουμένου. Σε ερώτηση εάν επηρεάζει την ένδειξη του ραντάρ το κατά πόσο ο χειριστής αυτού στέκεται σε ευθεία ή λοξά σε σχέση με το καταγγελλόμενο όχημα, απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν παίζει ρόλο. Σε ερώτηση εάν είναι σίγουρη για τον στόχο που κτυπά σε απόσταση 400 μέτρων, απάντησε ότι είναι σίγουρη και εάν έχει την παραμικρή αμφιβολία δεν προχωρεί να κάνει σήμα στον οδηγό. Διαφώνησε με την υποβολή ότι το όχημα του Κατηγορουμένου δεν έτρεχε με 76 χ.α.ω και επέμεινε στη θέση της ότι το όχημα του Κατηγορουμένου έτρεχε με τη ταχύτητα που ανέφερε. Δεν θυμόταν, όμως, να υπήρχε οποιοδήποτε αυτοκίνητο μπροστά από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Επέμεινε ότι η ίδια έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος που εντόπισε τη συγκεκριμένη στιγμή στον έλεγχό της. Ήταν σαφής ότι η κουκκίδα στην οθόνη εντόπισε την ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορημένου. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το ταχύμετρο που χρησιμοποιούσε δεν λειτουργούσε κανονικά. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία, έδωσε ένορκη μαρτύρια και αντεξετάσθηκε, ενώ κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα προς υποστήριξη της υπεράσπισής του. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος ΜΥ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, γραπτή του δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως έγγραφο Β. Παράλληλα, κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε 6 Τεκμήρια. Συγκεκριμένα κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 φωτογραφία του οχήματός του και ως Τεκμήριο 2 φωτογραφία στην οποία απεικονίζεται ο επίδικος δρόμος. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 3 και 4 φωτογραφίες από τον επίδικο δρόμο. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 σχετικό κτηματολογικό χάρτη. Τέλος αναγνώρισε τα Τεκμήρια 1 ( α) και (β) προς αναγνώριση, τα οποία έγιναν Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι, στις 5.9.2018, οδηγούσε το όχημά του στον κύριο δρόμο Τροόδους Λευκωσίας στην περιοχή Ακακίου. Σε κάποιο στάδιο πρόσεξε τα οχήματα που κινούντο από την αντίθετη κατεύθυνση να κάνουν σήμα με φώτα τους, γεγονός που δεικνύει ότι θα γινόταν κάποιος έλεγχος από την αστυνομία. Τότε έθεσε σε λειτουργιά το σύστημα «cruise control» και η ταχύτητα του οχήματός του ορίστηκε στα 50 χ,α.ω. Κατά το πιο πάνω διάστημα στα 10 μέτρα μπροστά του βρισκόταν ένα άλλο όχημα, το οποίο κινείτο με την ίδια ταχύτητα όπως το όχημα του ιδίου. Επίσης, 50 μέτρα μπροστά του βρισκόταν ακόμα ένα όχημα, το οποίο κινείτο με την ίδια ταχύτητα. Πλησιάζοντας στα φώτα τροχαίας του έκανε σήμα η αστυνομικός να σταματήσει και του ανέφερε ότι έτρεχε με 76 χ.α.ω. Η αστυνομικός του υπέδειξε το ραντάρ, το οποίο έδειχνε ταχύτητα 76 χ.α.ω. Τότε ο ίδιος της απάντησε ότι η ταχύτητα 76 χ.α.ω δεν αφορά τον ίδιο, αλλά ούτε και το προπορευόμενο του όχημα. Κατά την αντεξέτασή του προσδιόρισε ότι τις φωτογραφίες 1- 7 τις έλαβε με το κινητό του τηλέφωνο. Επιπλέον, δήλωσε ότι μετέβη στο χώρο για λήψη φωτογραφιών και μετρήσεων μετά που έδωσε μαρτυρία η ΜΚ1 στο Δικαστήριο. Επέμεινε παράλληλα ότι γνωρίζει το προπορευόμενο του όχημα κινείτο με ταχύτητα 50 χαω, επειδή τόσο κινείτο και το δικό του. Επόμενος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Μαυρούδη, ως ΜΥ
  6. Ο ΜΥ2, υιοθέτησε ω μέρος της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως έγγραφο Γ. Επιπλέον, ο ΜΥ2 κατέθεσε τον φάκελο του ταχυμέτρου που χρησιμοποίησε η ΜΚ1, ως Τεκμήριο
  7. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΥ2 δήλωσε ότι υπηρετεί στον κλάδο τηλεπικοινωνιών του τμήματος τεχνολογικής ανάπτυξης του αρχηγείου αστυνομίας από το
  8. Μεταξύ των κύριων καθηκόντων του είναι η συντήρηση και επιδιόρθωση διάφορων ταχυμέτρων τύπου Laser. Σε σχέση με τα προσόντα του δήλωσε ότι εκπαιδεύτηκε, για τη συντήρηση και την επιδιόρθωση των ταχυμέτρων Laser μοντέλα LTI 20-20 ULTRALYTE(UL) και LTI 20-20 ULTRALYTE (UX) LR ( Long Range). Την πιο πάνω εκπαίδευση έλαβε από την εταιρεία, η οποία κατασκευάζει τα πιο πάνω μοντέλα ταχυμέτρων. Επίσης, δήλωσε ότι το 2007 είχε εκπαιδευτεί για την ακριβή ρύθμιση των σκοπευτικών των εν λόγω ταχυμέτρων και του προσομοιωτή ταχύτητας. Επιπλέον, το έτος 2010 έτυχε εκπαίδευσης από την κατασκευάστρια εταιρεία για τη συντήρηση και επιδιόρθωση των ταχυμέτρων τύπου laser LTI 20-20 TRUESPEED. Εξήγησε ότι το ταχύμετρο LTI 20-20 ULTRALYTE (UX) LR, έχει εμβέλεια 1200 μέτρα. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι πατώντας τη σκανδάλη το ταχύμετρο τίθεται σε λειτουργία και αυτόματα διενεργεί αυτόματο έλεγχο. Αν κατά τον αυτόματο έλεγχο διαπιστωθεί οποιοδήποτε πρόβλημα, στην οθόνη του ραντάρ εμφανίζεται το γράμμα E, το οποίο είναι ακρωνύμιο της λέξης «error», όπως είπε. Ακολούθως εξήγησε τον τρόπο λειτουργιάς του ραντάρ. Τόνισε πως εάν το ταχύμετρο μετακινηθεί έστω λίγο από το σημείο - στόχο πριν ολοκληρωθεί η μέτρηση θα εμφανιστεί το γράμμα Ε. Ο ΜΥ2 επεξήγησε τα τρία στάδια ελέγχου πριν τη χρήση του ραντάρ. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο πρώτος έλεγχος είναι ο αυτόματος έλεγχος που διενεργεί το ραντάρ. Ο δεύτερος έλεγχος γίνεται από τον χειριστή, ο οποίος χρησιμοποιεί το ραντάρ στοχεύοντας σε σταθερό σημείο. Στον τρίτο έλεγχο ο χειριστής επιλέγει ένα οποιοδήποτε στόχο, ο οποίος έχει κάθετα και οριζόντια σημεία, μέσα από τα σκοπευτικά του ραντάρ παρακολουθεί τη κόκκινη κουκίδα την οποία φέρει προς τα κάθετα και οριζόντια σημεία του στόχου. Μόλις η κουκίδα φτάσει να εφάπτεται στα κάθετα και οριζόντια σημεία, τότε ο χαρακτηριστικός ήχος θα αλλάξει. Εάν για οποιοδήποτε λόγο υπάρξει βλάβη στο ραντάρ θα εμφανιστεί το γράμμα Ε. Προσδιόρισε, περαιτέρω, ότι τo επίδικο ραντάρ είναι μοντέλο ULTRA 100 LR Long Range και ότι η τελευταία φορά που παρουσιάστηκε για έλεγχο ήταν στις 9.8.
  9. Όπως δήλωσε για να μην παρουσιαστεί το επίδικο ταχύμετρο για έλεγχο έκτοτε σημαίνει ότι δεν παρουσιάζει κάποια βλάβη. Ως προς τον τρίτο έλεγχο που περιέγραψε εξήγησε ότι είναι ορθότερο να γίνεται τόσο προς οριζόντια όσο και προς κάθετη κατεύθυνση. Ως προς τον δεύτερο έλεγχο εξήγησε ότι η ιδανική απόσταση είναι 50 μέτρα, χωρίς όμως να υπάρχει ενδεικνυόμενη απόσταση. Τέλος ως προς τη στάση του χειρίστη σε σχέση με τη πορεία του οχήματος, εξήγησε πως εάν ο χειριστής στέκεται πέραν των 15 μέτρων δεξιότερα ή αριστερότερα από την ευθεία που κινείται το όχημα, η ταχύτητα που θα εμφανιστεί το ταχύμετρο θα είναι μικρότερη της πραγματικής. Κατά την αντεξέτασή του επανέλαβε πως σε περίπτωση που το ταχύμετρο παρουσιάζει την ένδειξη Ε στην οθόνη του δεν αναγράφει οποιαδήποτε ταχύτητα. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο καθένας τις θέσεις του. Αξιολόγηση μαρτυρίας Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Αξιολόγηση μαρτυρίας πραγματογνώμονα Ιδίως ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας πραγματογνωμόνων το Δικαστήριο έχει υπόψη ότι οι εν λόγω μάρτυρες, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορούν να εκφράσουν γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς τους. Σχετική είναι η απόφαση Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ 746. Ασφαλώς οι πραγματογνώμονες μάρτυρες δεν αντιμετωπίζονται διαφορετικά από το Δικαστήριο επειδή είναι πραγματογνώμονες και η μαρτυρία τους αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών που αξιολογείται η μαρτυρία όλων των μαρτύρων, πλην όμως η συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα δεν είναι τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας τους, όπως στην περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα. Σχετικό είναι το σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 582 και η απόφαση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 41. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει προσφερθεί διιστάμενη μαρτυρία πραγματογνωμόνων, ώστε το Δικαστήριο να απαιτείται να αξιολογήσει επί διιστάμενων εκδοχών, σύμφωνα με τις αρχές της απόφασης Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη
(2012)1 Α.Α.Δ.
  1. Όμως, το γεγονός ότι η μαρτυρία πραγματογνώμονα δεν έχει αντικρουσθεί δεν επαρκεί από μόνο του για την αποδοχή της. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μιχαηλίδου ν. Societe Generale Bank-Cyprus Ltd, ECLI:CY:AD:2018:B388, Ποιν. Έφεση 233/16, ημερομηνίας 10.9.
  2. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον, σε κάθε περίπτωση, να αιτιολογήσει την αποδοχή ή την απόρριψη της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα. Σχετικά παραπέμπω, επίσης, στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ
  3. Το ζήτημα του ποιος αποτελεί πραγματογνώμονα αποφασίζεται από το Δικαστήριο με γνώμονα είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Evangelou & another v. Ambizas & another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Ενόψει του ότι ΜΥ2 ήταν μαρτυράς που δεν είχε άμεση εμπλοκή στο περιστατικό θα προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία του πρώτα και ακολούθως θα αξιολογήσω τη μαρτυρία της ΜΚ1 και του ΜΥ1- Κατηγορουμένου. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ2 Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από τα όσα ανέφερε ο ίδιος ο μάρτυρας ως προς τα προσόντα του και την πείρα του, καθώς και από τη μη αμφισβήτηση αυτών, δέχομαι ότι ο ΜΥ2 είναι μάρτυρας πραγματογνώμονας. Περαιτέρω, οι σχετικές αναφορές του μάρτυρα, ως προς του ελέγχους που προηγούνται της χρήσης του ταχυμέτρου, επεξηγήθηκαν με τη δέουσα σαφήνεια και επιστημονικότητα, χωρίς να αμφισβητηθούν. Επιπρόσθετα, τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη λειτουργικότητα και την κατάσταση του επίδικου ταχυμέτρου επεξηγήθηκαν με αναφορά στον φάκελο αυτού και τα πιστοποιητικά καταλληλότητας, τα οποία εκδόθηκαν από την κατασκευάστρια εταιρεία. Ο ΜΥ2 εφοδίασε το Δικαστήριο με τα απαραίτητα στοιχειά, ως αυτά προκύπτουν από την πείρα του, την εξειδίκευσή του και από τον φάκελο του επιδίκου ρανταρ, με τρόπο, ώστε το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με τα εξειδικευμένα θέματα λειτουργίας του επίδικου ραντάρ. Επιπρόσθετα, ο ΜΥ2 ήταν σαφής και σταθερός στις απαντήσεις του και η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Συνακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ2 για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ
  2. Η ΜΚ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και σταθερότητα. Επιπλέον, σε κάποια σημεία της η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα η θέση της ότι το ταχύμετρο έδειξε τον αριθμό 76 χ.α.ω ουδόλως αμφισβητήθηκε. Επιπρόσθετα, δεν αμφισβητήθηκε η θέση της, ότι στον επίδικο δρόμο υπήρχαν τρεις πινακίδες, οι οποίες καθόριζαν το ανώτατο όριο ταχύτητας στα 50 χ.α.ω. Περαιτέρω, η μαρτυρία της σε σχέση με τους τρεις ελέγχους στους οποίους προέβη δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Αντίθετα τα όσα ανέφερε επιβεβαιώνονται και από τη μαρτυρία του ΜΥ
  3. Παράλληλα το γεγονός ότι η ΜΚ1, κατά τον τρίτο έλεγχο, προέβη μόνο σε έλεγχο σε κάθετη κατεύθυνση δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα, αφού όπως δήλωσε και ο ΜΥ2, είναι απλά ορθότερο να προβαίνει ο χειριστής σε έλεγχο προς οριζόντια και κάθετη κατεύθυνση. Επιπρόσθετα, από τη μαρτυρία του ΜΥ2 προκύπτει πως εάν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα στο ταχύμετρο θα εμφανιζόταν η ένδειξη «error» και δεν θα έδειχνε οποιαδήποτε ταχύτητα. Ταυτόχρονα, η θέση της ότι κλείδωσε στο ραντάρ το όχημα του Κατηγορούμενου σε απόσταση 400 μέτρων ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, αφού ερωτήθηκε μόνο για το με ποιό τρόπο θυμόταν την απόσταση. Η πιο πάνω θέση δεν αντικρούεται ούτε με αντίθετη μαρτυρία, αφού οι μετρήσεις που έκανε ο Κατηγορούμενος στο Τεκμήριο 5, συναρτώνται με τη δική του ορατότητα και δεν αποτελούν μαρτυρία τέτοια που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι ήταν αδύνατο να εντοπιστεί το όχημά του σε απόσταση 400 μέτρων. Επιπρόσθετα, η θέση της ότι στόχευσε το όχημά του Κατηγορουμένου ήταν σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης. Η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να αντικρουστεί από την αόριστη δήλωση του Κατηγορουμένου ότι υπήρχε όχημα μπροστά του το οποίο κινείτο με την ίδια κατεύθυνση με τον ίδιο. Επίσης, η υποβολή που έγινε ότι με 76 χ.α.ω κινείτο το προπορευόμενο του Κατηγορουμένου όχημα παρέμεινε μετέωρος ισχυρισμός, καθότι δεν προσήχθη αντίστοιχη μαρτυρία. Συνακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ1, για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατηγορουμένου ΜΥ1 Ως προς τον Κατηγορούμενο παρατηρώ ότι οι βασικές τους θέσεις στερούνται πειστικότητας. Συγκεκριμένα η θέση του ότι υπήρχαν δυο προπορευόμενα οχήματα, τα οποία κινούντο με ταχύτητα όπως το όχημα του ιδίου, δηλαδή 50 χ.α.ω, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθότι συνιστά μαρτυρία γνώμης χωρίς ο Κατηγορούμενος να προέβη σε οποιαδήποτε επιστημονική μέτρηση ή να κατέχει τα σχετικά προσόντα να εκφέρει γνώμη περί της ταχύτητας. Επιπλέον, επί του προκειμένου η εκδοχή του Κατηγορουμένου συνολικά είναι αντιφατική. Συγκεκριμένα η Υπεράσπιση, κατά την αντεξέταση της ΜΚΙ, υπέβαλε ότι ήταν το προπορευόμενο του Κατηγορουμένου όχημα που κινείτο με 76 χ.α.ω και όχι το όχημα του Κατηγορουμένου. Ταυτόχρονα υπεβλήθη στη ΜΚ1 και προωθήθηκε στην κυρίως εξέταση του ΜΥ1, ότι τα προπορευόμενα του Κατηγορουμένου οχήματα κινούντο με την ίδια ταχύτητα ως το όχημα του ιδίου. Η προώθηση αντιφατικών γραμμών υπεράσπισης αποδυναμώνει αναπόφευκτα την αξιοπιστία του Κατηγορουμένου. Παράλληλα οι φωτογραφίες που κατέθεσε, όπως το Τεκμήριο 3 και 7, δεν βοηθούν τη θέση του περί έλλειψης ορατότητας. Αυτό που δεικνύουν οι σχετικές φωτογραφίες είναι ότι ο επίδικος δρόμος ήταν ευθύς με ορατότητα σε ευθεία γραμμή. Περαιτέρω, οι θέσεις που εξέφρασε με αναφορά τον χάρτη Τεκμήριο 5, περί της ορατότητας που υπήρχε συναρτώνται με τη δική του δυνατότητα ορατότητας. Ασφαλώς, η ορατότητα του μαρτυρά είναι υποκειμενική και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικειμενικό κριτήριο και να αναχθεί σε δεδομένο, ώστε να εξαχθεί σχετικό εύρημα και να αποκλειστεί η σχετική δήλωση της ΜΚ
  4. Συνεπώς, κρίνω ότι είναι ακροσφαλές να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΥ1- Κατηγορούμενου για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω στο ότι ο Κατηγορούμενος, στις 5.9.2018, κύριο δρόμο Λευκωσίας Τροόδους παρά το Ακάκι της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  5. Στον εν λόγω δρόμο, υπήρχαν σχετικές πινακίδες, οι όποιες κατέγραφαν ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50 χ.α.ω. Εκείνη την ημερομηνία η ΜΚ1 εκτελούσε καθήκοντα ελέγχου ταχύτητας. Πριν αναλάβει καθήκοντα η ΜΚ1 προέβη στους τρεις ελέγχουν που απαιτούνται, ώστε να διασφαλίσει ότι το ταχύμετρο που θα χρησιμοποιούσε λειτουργούσε κανονικά. Παράλληλα, το εν λόγω ταχύμετρο δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε πρόβλημα και παρουσιάστηκε τελευταία φορά για επισκευή 9.8.
  6. Σε περίπτωση που το ταχύμετρο παρουσιάσει οποιαδήποτε βλάβη σε οποιοδήποτε στάδιο της λειτουργιάς του, δεν θα εμφανιστεί στην οθόνη αυτού οποιοσδήποτε αριθμός, αλλά το γράμμα Ε, το οποίο υποδηλώνει την ύπαρξη σφάλματος (error). Την επίδικη ημερομηνία, η ΜΚ1 στόχευσε με το ταχύμετρό της το όχημα του Κατηγορουμένου. Ακολούθως ανέκοψε το όχημα αυτού και του υπέδειξε την ένδειξη στο ταχύμετρο, το οποίο ανέγραφε την ένδειξη 76 χ.α.ω. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι ήταν ο ίδιος ο οποίος κινείτο με αυτή την ταχύτητα. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στου ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Στην υπό κρίση υπόθεση το επίδικο αδίκημα θεσπίζεται στο ο Άρθρο 6 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Από το λεκτικό της εν λόγω νομοθετικής διάταξης, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος (β) σε οδό, (γ) με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ή μικρότερη του κατωτάτου ορίου ταχύτητας, (δ) ως αυτό ορίσθη από την αρμόδια αρχή. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε το ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, στην οποία υπήρχαν τρεις πινακίδες, οι οποίες κατέγραφαν ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50χ.α.ω ανά ώρα. Παρά το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ότι το εν λόγω ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίστηκε από την αρμόδια αρχή, στην προκείμενη περίπτωση επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia praesumuntur rite esse acta), ώστε το γεγονός ότι υπήρχε τοποθετημένη στον δρόμο πινακίδα, η οποία κατέγραφε ως ανώτατο όριο ταχύτητας τα 50 χ.α.ώ., να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι το εν λόγω ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίστηκε από αρμόδια αρχή. Σχετική είναι η υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 Α.Α.Δ.
  1. Τούτου δοθέντος και εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση από την Υπεράσπιση, κρίνω ότι αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα 50 χ.α.ώ. ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, το οποίο ήταν ορισμένο από την αρμόδια αρχή στον επίδικο δρόμο κατά τον επίδικο χρόνο. Στην υπό κρίση υπόθεση αυτό που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε ήταν το ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα πέραν του επιτρεπόμενου. Αναφορικά με τον τρόπο απόδειξης του ύψους της ταχύτητας στα πλαίσια του υπό εξέταση αδικήματος, διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη το Δίκαιο Της Απόδειξης 1η έκδοση, σελ.
  2. Συγκεκριμένα στο εν λόγω σύγγραμμα καταγράφονται τα ακόλουθα: «η ένδειξη του ταχυμέτρου όπως τη διαπιστώνει ο αστυνομικός που το χειρίζεται και την οποία αναφέρει κατά την ακροαματική διαδικασία, είναι ικανοποιητική για ν αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης, νοουμένου ότι προσφέρεται ικανοποιητική μαρτυρία ότι το ταχύμετρο λειτουργούσε κανονικά.» Στην υπό κρίση υπόθεση αποτέλεσε βασική θέση της Υπεράσπισης ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσέφερε επαρκή μαρτυρία, ώστε να καταδείξει ότι έγιναν οι σωστοί έλεγχοι στο ταχύμετρο και άρα αμφισβητήθηκε ότι αυτό λειτουργούσε κανονικά. Σε σχέση με τον τρόπο απόδειξης της ικανοποιητικής λειτουργίας του ταχυμέτρου θεμελιακή είναι η απόφαση Πετράκης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 455, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι έκαμε τρεις ελέγχους, που είναι απαραίτητοι για να διαπιστωθεί η ορθή λειτουργία του ταχύμετρου, για να προχωρήσει στη συνέχεια να εξηγήσει με κάποια λεπτομέρεια τους δύο από αυτούς. Το συμπέρασμα του εφεσείοντα ότι αφού δεν ανέφερε τίποτε για τον τρίτο έλεγχο σημαίνει ότι δεν προέβη σ' αυτόν, είναι αυθαίρετο.» Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Μεταξάς Παντελάκης ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 560, τα πιο πάνω συνιστούν τεχνικά και νομικά αποδεκτό τρόπο στοιχειοθέτησης του επίδικου αδικήματος. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Κουμενίδης Νικόλας ν. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ. 331, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Ο Μ.Κ.1, που είχε διαπιστώσει την υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από τον εφεσείοντα χειριζόμενος το ταχύμετρο, έδωσε σαφή και θετική μαρτυρία, όπως έκρινε και η πρωτόδικη Δικαστής, αναφορικά με την χρήση του μηχανήματος. Ανέφερε ότι το χειρίζεται εδώ και 2½ χρόνια, αφού είχε τύχει εκπαίδευσης σχετικά με τη χρήση του. Ερωτηθείς έκαμε και αναφορά στους τρεις ελέγχους που οφείλει να κάνει ο χειριστής του για να διαπιστώσει την καλή του λειτουργία και επιβεβαίωσε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα έκαμε όλους τους αναγκαίους ελέγχους και μετά ανέλαβε καθήκοντα σε περιπολία». Από τις πιο πάνω αυθεντίες προκύπτει ότι είναι επαρκές να αναφερθεί ότι χειριστής του ταχυμέτρου προέβη στους τρεις απαραίτητους ελέγχους, χωρίς να αποβαίνει μοιραίο ότι δεν τους επεξηγεί όλους λεπτομερώς. Επιπλέον, προκύπτει ότι η αναφορά του χειριστή του ταχυμέτρου περί της πείρας του και της εκπαίδευσής του, σε συνδυασμό με το ότι ο ίδιος επιβεβαιώνει πως προέβη στους τρεις αναγκαίους ελέγχους, εάν κριθεί αξιόπιστη, συνιστά επαρκή μαρτυρία για να αποδείξει ότι το ταχύμετρο λειτουργούσε κανονικά. Στην υπό κρίση υπόθεση η ΜΚ1, χειριστής του ταχυμέτρου, αναφέρθηκε στα πιο πάνω στάδια ελέγχου και κρίθηκε αξιόπιστη. Παράλληλα, η επάρκεια των ελέγχων στους οποίους προέβη η ΜΚ1, επιβεβαιώθηκε από τον ΜΥ2, ο οποίος ήταν μάρτυρας πραγματογνώμονας. Επίσης, στην υπό κρίση υπόθεση το γεγονός ότι η ΜΚ1 κατά τον τρίτο έλεγχο του ταχυμέτρου προέβη σε έλεγχο των σκοπευτικών του ραντάρ μόνο προς κάθετη κατεύθυνση και όχι και προς οριζόντια, δεν μπορεί να επηρεάσει, αφού ο ΜΥ2 δήλωσε απλά ότι είναι ορθότερο να γίνεται έλεγχος τόσο προς καθετή όσο και προς οριζόντια κατεύθυνση. Από τα πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι δεν αποβαίνει μοιραίο για την κρίση περί της επάρκειας του τρίτου ελέγχου, το γεγονός ότι έγινε έλεγχος μόνο προς κάθετη κατεύθυνση. Συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση μέσω της μαρτυρίας που προσέφερε η Υπεράσπιση, μέσω του ΜΥ2, διαφαίνεται ότι το επίδικο ραντάρ δεν παρουσίαζε μηχανικό πρόβλημα και ότι η χειριστής του προέβη στους απαραίτητους ελέγχους. Υπο το φως των πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σαφή μαρτυρία της ΜΚ1 ότι ήταν το όχημα του Κατηγορουμένου, το οποίο εντόπισε να κινείται με ταχύτητα 76 χ.α.ω αντί 50 χ.α.ω., προκύπτει ότι έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος. Συνεπώς, υπό τα γεγονότα της παρούσας, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον αναγκαίο βαθμό, ήτοι στο βαθμό περάν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου , Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.