← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9258/2015, 18/11/2019

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9258/2015, 18/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9258/2015 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν.

  1. XXXXX ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
  2. XXXXX ΑΝAΣΤΑΣΙΟΥ Κατηγορουμένων -------------------------- Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου,
  3. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Κληρίδου. Για τον Κατηγορούμενο 1: κα. Π. Σάββα. Κατηγορούμενος 1, παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου 1) Ι. Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ 1 ΚΑΙ ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
  4. Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε από κοινού με τον κατηγορούμενο 2 κατηγορία εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 298

(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ») (κατηγορία 2). Ο κατηγορούμενος 2 έχει απαλλαγεί με απόφαση άλλου Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/1/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2, οι κατηγορούμενοι, μεταξύ της 16/5/2011 και του μηνός Απριλίου 2012 στη Λευκωσία, δια ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασαν από τους XXXXX και XXXXX Λευκάτη το ποσό των €133100, αφού τους ανέφεραν ότι συμμετείχαν σε διεθνείς επενδύσεις στο εξωτερικό και ότι χρειάζονταν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για να μεταφέρουν τα χρήματά τους από τράπεζα στην Κωνσταντινούπολη σε τράπεζα στην Κύπρο για να τα επενδύσουν και στη συνέχεια από τα κέρδη των επενδύσεων θα τους έδιναν το ποσό των €
  2. Τους έπεισαν να τους δώσουν €133100, ενώ οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι τα λεχθέντα τους δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και ότι ουδέποτε ασχολούνταν με τέτοιες επενδύσεις.
  3. Προς απόδειξη των κατηγοριών κατέθεσαν 3 μάρτυρες. Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες τους, Λοχ. ΧΧΧ Αναστασιάδου (ΜΚ 1), την κα. XXXXX Λευκάτη (ΜΚ 2) και τον κ. XXXXX Κατατέθηκαν 30 Τεκμήρια, κάποια εκ των οποίων είναι παραδεκτά. ΙI. ΟΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ
  4. Μετά την παρουσίαση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η συνήγορος του κατηγορούμενου 1 εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Με αναφορά στα άρθρα 297 και 298 ΠΚ και την Ευθυμίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 861, εισηγήθηκε ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 1 προέβη σε ψευδή παράσταση παρόντος ή παρελθόντος γεγονότος. Δεν αναζητήθηκαν τα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, στα οποία αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος
  1. Το μόνο που παρουσιάστηκε είναι μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 1 δανείστηκε κάποιο ποσό από τους παραπονούμενους το οποίο δεν έχει επιστρέψει. Οι ΜΚ 2 και 3, ανέφερε, υπέπεσαν σε αντιφάσεις που καθιστούν τη μαρτυρία τους εγγενώς αναξιόπιστη.
  2. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, από την πλευρά της, εισηγήθηκε ότι προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ότι ο κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να κληθεί να προβάλει στην υπεράσπιση του. IΙΙ. ΑΡΧΕΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
  3. Οι αρχές που διέπουν το θέμα είναι πολύ καλά καθιερωμένες (βλ. Azinas v Police
(1981)2 CLR 9, Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και ΓΕ ν Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται στο στάδιο αυτό όταν:
(1)δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και
(2)οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. 7. Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η μαρτυρία που δόθηκε με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και ΓΕ ν Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851, 887).
  1. Στην E.C. Fresh Meat Ltd ν Γεωργίου, ECLI:CY:AD:2018:B524, Π.Ε. 43/2017, 5/12/2018, ο Δ. Ναθαναήλ ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση τον τρόπο εξέτασης του εκ πρώτης όψεως: «Το εκ πρώτης όψεως στάδιο σε ποινική υπόθεση παραμένει ένα θεμελιακό στάδιο της ποινικής δίκης που προστατεύει στην ουσία τον κατηγορούμενο από τον εξαναγκασμό του να δώσει μαρτυρία για λόγους που δεν άπτονται στην έννοια της καλώς νοούμενης απονομής της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη αποκαλύψει και παρουσιάσει όλη τη μαρτυρία που είχε στη διάθεση της, το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει την υπόθεση εάν η μαρτυρία είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο οπότε και ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να τίθεται σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του. Δεν πρέπει συναφώς να διαφεύγει της προσοχής ότι είναι η κατηγορούσα αρχή που οφείλει να αποδείξει την κατηγορία και κάθε συστατικό στοιχείο αυτής, με, εκ πρώτης όψεως, βάρος κατά το κλείσιμο της υπόθεσης της, που μετατρέπεται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο τελικό στάδιο.»
  2. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R v Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). ΙV. ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ
  1. Σύμφωνα με το άρθρο 297 ΠΚ, η «ψευδής παράσταση», ορίζεται ως ακολούθως: «Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.»
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 298
(1)ΠΚ: «Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» 12. Το αδίκημα του άρθρου 298
(1)ΠΚ ακολουθεί το ίδιο λεκτικό με το Αγγλικό s 32, Larceny Act 1916[1] και η Κυπριακή Νομολογία υιοθετεί την Αγγλική Νομολογία επί του θέματος. Η ανάλυση των συστατικών του αδικήματος στο σύγγραμμα των H. A. Palmer και H. Palmer, Harris's Criminal Law (19th edn Sweet & Maxwell, London 1954), σελ. 345 - 350, είναι ιδιαίτερα βοηθητική την οποία και συνοψίζω παραθέτοντας ταυτόχρονα και καθοδήγηση από την Κυπριακή Νομολογία.
  1. Για να διαπραχθεί το αδίκημα ο κατηγορούμενος πρέπει να προβεί σε παράσταση παρελθόντος ή παρόντος γεγονότος ως υφιστάμενου, εν γνώση του αναληθούς, και να αποκτήσει συνεπεία της παράστασης και με πρόθεση καταδολίευσης, χρήματα (ή αγαθά) (βλ. Harris's Criminal Law, ανωτέρω, σελ. 345).
  2. Η παράσταση μπορεί να γίνει με λόγια ή με πράξεις και πρέπει να γίνει στο πρόσωπο από το οποίο αποσπάστηκαν τα χρήματα (ή τα αγαθά) ή στον αντιπρόσωπο του. Πρέπει να αφορά ψευδή παράσταση γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος και όχι γνώμη (βλ. Harris's Criminal Law, ανωτέρω, σελ. 346 - 347) Στην Ευθυμίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 861, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 866 - 867: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». 15. Απλή παράσταση γεγονότος για μελλοντική πρόθεση, επομένως, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα (βλ. Harris's Criminal Law, ανωτέρω, σελ. 347, με αναφορά στην R v Lee
(1863)L & C 309). Παράσταση του κατηγορουμένου να πράξει κάτι στο μέλλον δυνατό να στοιχειοθετήσει το αδίκημα, εάν η παράσταση αφορά δήλωση ότι μπορεί ή έχει εξουσία να πράξει αυτό που υπόσχεται ενώ κάτι τέτοιο δεν υφίσταται όταν προβαίνει στη δήλωση (βλ. Harris's Criminal Law, ανωτέρω, σελ. 347, με αναφορά στην R v Giles
(1865)L & C 502). Στην R v Jennison
(1862)L & C 157, ο κατηγορούμενος απέσπασε χρήματα από την παραπονούμενη υποσχόμενος ότι θα την νυμφευόταν και ότι το ποσό που του έδωσε θα χρησιμοποιείτο για την επίπλωση της οικίας τους. Ο κατηγορούμενος ήταν ήδη νυμφευμένος και εξαφανίστηκε. Κρίθηκε ένοχος, γιατί στην ουσία η υπόσχεση του να νυμφευθεί την παραπονούμενη εμπεριείχε παράσταση ότι ήταν ελεύθερος, γεγονός ψευδές. 16. Η απόσπαση των χρημάτων πρέπει να είναι απόρροια της παράστασης, ότι ο παραπονούμενος δηλαδή, στηριζόμενος στη ψευδή παράσταση, πείστηκε να αποξενωθεί από την περιουσία του (βλ. Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν Σιεγγέρη κ.α., ECLI:CY:AD:2016:B555, Π.Ε. 121/2014, 16/12/2016 με αναφορά στην R v Sullivan, 30 Cr App R 132 και Police v Petrou
(1971)12 JSC 1524, 1526 -1527). Εάν ο παραπονούμενος στηρίχθηκε στη δική του κρίση και όχι στην παράσταση τότε ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί (βλ. Harris's Criminal Law, ανωτέρω, σελ. 348, με αναφορά στην R v Roebuck, D & B 24). Ως προς τη γνώση του ψευδούς της παράστασης η μαρτυρία μπορεί να είναι περιστατική και όχι κατ' ανάγκη άμεση (βλ. Harris's Criminal Law, ανωτέρω, σελ. 348).
  1. Τέλος απαιτείται να αποδειχθεί η πρόθεση καταδολίευσης και της αποστέρησης από τον παραπονούμενο των χρημάτων του (ή της περιουσίας του). Η πρόθεση καταδολίευσης πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο της παράστασης (βλ. Ευθυμίου, ανωτέρω). Πρόθεση καταδολίευσης είναι η πρόθεση επηρεασμού του παραπονούμενου να πράξει κάτι (προς όφελος του κατηγορούμενου) που διαφορετικά δεν θα έπραττε (βλ. Law Commission, 'Criminal Law Report on Forgery and Counterfeit Currency' (Law Com No 55, 1973), [30] σελ. 14 -15[2] με αναφορά στην Re London & Globe Finance Corporation Ltd [1903] 1 Ch 728, 732). V. ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
  2. Θα προβώ στην παράθεση της με βάση το περιεχόμενο και όχι με βάση τη σειρά παρουσίασης των μαρτύρων κατηγορίας.
  3. Σύμφωνα με την κα. XXXXX Λευκάτη (ΜΚ 2) (Τεκμήριο 12, η κατάθεση της ημερ. 7/6/2013), περί τα μέσα Μαΐου 2011, ο σύζυγος της, XXXXX Λευκάτης (ΜΚ 3) την ενημέρωσε ότι κάποιος φίλος του υιού τους, του μίλησε για κάποια επένδυση στην οποία τους πρότεινε να συμμετάσχουν. Η επένδυση αφορούσε το ποσό των €
  4. Η ίδια δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία.
  5. Την 16/5/2011, ο κατηγορούμενος 1 μετέβη με τον υιό της στο γραφείο της εταιρείας της. Ο κατηγορούμενος 1 της είπε ότι οι €10000 που θα του έδινε θα γίνονταν σε δύο μήνες €
  6. Αυτή ήταν αρνητική. Ο υιός της επέμενε. Τελικά έδωσε αυτός €6500 και η ίδια €3500 στον κατηγορούμενο
  7. Το ποσό δόθηκε σε μετρητά. Ο κατηγορούμενος της παρέδωσε ένα έγγραφο το οποίο τιτλοφορούνταν «Promissory Note» (Τεκμήριο 7) με το οποίο αναλάμβανε να επιστρέψει στο υιό της το ποσό των €250000 μέχρι την 16/7/
  8. Η ίδια δεν έδωσε πολύ σημασία, απλά το υπέγραψε ως μάρτυρας αφού το εξέλαβε κάτι σαν «απόδειξη πληρωμής». Ο κατηγορούμενος 1 την επισκεπτόταν καθημερινά λέγοντας της ότι η επένδυση πήγαινε καλά. Της ανέφερε και τα ονόματα συγκεκριμένου δικηγόρου και επιχειρηματία ανάπτυξης γης ως μετέχοντες στο σχέδιο. Η ίδια έπαιρνε τηλέφωνο τον εν λόγω δικηγόρο ο οποίος τη διαβεβαίωνε για τις εξελίξεις. Η σκέψη της μετά, ήταν ότι συνομιλούσε με τον κατηγορούμενο 1 που προσποιείτο ότι ήταν ο εν λόγω δικηγόρος. Ο σκοπός της «επένδυσης» ήταν όπως ο κατηγορούμενος 1 (και ο κατηγορούμενος 2) και οι υπόλοιπο μέτοχοι Ουκρανικής εταιρείας μεταφέρουν τα χρήματά τους από Τράπεζα στην Κωνσταντινούπολη στην Κύπρο.
  9. Στηριζόμενη στις αναφορές του κατηγορούμενου 1 προέβη και σε επιπρόσθετες πληρωμές. Αναφέρει τα ακόλουθα στην κατάθεση της (διατηρείται η σύνταξη και ορθογραφία): «Στην συνέχεια στις 08/08/2011 έδωσα στον XXXXX ακόμα 3000 ευρώ σε μετρητά γιατί όπως μου είχε πει μεγάλωνε η επένδυση. Ακολούθως στις 07/12/2011 του έδωσα ακόμα 5300 ευρώ σε μετρητά και 12/12/2011 άλλες 5000 ευρώ. Στις 28/11/2011 έδωσα στον Τάσο μια επιταγή με αριθμό XXXXX71 για το ποσό των 2000 ευρώ της Συνεργατικής Καϊμακλίου. Την 08/12/2011 του έδωσα ακόμα μια επιταγή με αριθμό 31575677, για το ποσό των 5001 ευρώ της Συνεργατικής Καϊμακλίου και την 13/12/2011 την επιταγή με αριθμό XXXXX79 για το ποσό των 33000 ευρώ. Οι επιταγές ήταν της εταιρείας μου. Στις 20/03/2012 του έδωσα και πάλι μετρητά το ποσό των 1500 ευρώ. Την 24/12/2012 του έδωσα επιταγή με αριθμό XXXXX00 για το ποσό των 1000 ευρώ. Την 30/01/2012 έδωσα στον Τάσο 26400 ευρώ σε μετρητά και κατά ή περί την 12/03/2012 του έδωσα το ποσό των 2000 ευρώ σε μετρητά. Του μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2012 μου ζήτησε να του δώσω το ποσό των 6700 ευρώ γιατί έπρεπε να πληρώσει εντάλματα σύλληψης που είχε. Εγώ του τα έδωσα και αυτά σε μετρητά με την υπόσχεση ότι θα τα περιελάμβανε στα κέρδη της επένδυσης. ... Το συνολικό ποσό που έδωσα στον XXXXX είναι 133600 ευρώ σύν ένα συνολικό ποσό των 3200 ευρώ αποτελούμενο από μικρά ποσά που του έδινα σε διάφορα χρονικά διαστήματα ως μικροέξοδα όπως μου έλεγε.»
  10. Τα πιο πάνω ποσά ανέφερε ότι συμποσούνται στα €
  11. Στον υπολογισμό περιλάμβανε και το ποσό των €30000 του κουνιάδου της το οποίο ανέλαβε να του επιστρέψει η ίδια. Φωτοαντίγραφα των επιταγών XXXXX71, XXXXX79 και XXXXX77 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3, 4 και 5 και εκδόθηκαν από την εταιρεία της Arte Advertising Ltd.
  12. Με τη συμπληρωματική κατάθεση της ημερομηνίας 18/10/2014 (Τεκμήριο 18), παρουσίασε και κάποιες καταστάσεις λογαριασμών αλλά και εκτυπώσεις των μηνυμάτων που της απέστειλε ο κατηγορούμενος 2 (Τεκμήριο 19). Στις καταστάσεις, εκτός από την εξαργύρωση των επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και 5, παρουσιάζονται και αναλήψεις ύψους €23000 την 30/1/2012 και των €1500 την 20/3/2012 από το λογαριασμό της εταιρείας Arte Advertising Ltd. Επίσης παρουσιάζεται κατάσταση με αναλήψεις από προσωπικό της λογαριασμό για €3000 την 8/8/2011 και για €3400 την 30/1/
  13. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, οι πληρωμές της ανέρχονται στα €104100 πλέον τα €30000 του κουνιάδου της.
  14. Ο κ. XXXXX Λευκάτης (ΜΚ 3) (Τεκμήριο 11, η κατάθεση του ημερ. 26/4/2013), ανέφερε ότι τον Μάιο του 2011 τον προσέγγισε μέσω του υιού του ο κατηγορούμενος
  15. Τον πληροφόρησε ότι συγκεκριμένη επενδυτική εταιρεία στην Ουκρανία η οποία δημιουργήθηκε από Κύπριο, πρώην υπάλληλο Κυπριακής τράπεζας, και στην οποία μετείχαν ακόμη 7 με 8 πρόσωπα, μεταξύ αυτών, Κύπριος δικηγόρος και γνωστός Κύπριος επιχειρηματίας ανάπτυξης ακινήτων, και ο κατηγορούμενος 2, πατέρας του, είχε επενδύσεις αξίας €1500.000.
  16. Η εταιρεία είχε επενδύσει σε ακίνητα στην Ουκρανία και την Τουρκία. Τα μετρητά της βρίσκονταν σε Ολλανδική τράπεζα στην Κωνσταντινούπολη. Ο κατηγορούμενος 1 του ανέφερε ότι χρειαζόταν το ποσό των €85000 «για δικηγορικά έξοδα και μίζες» για να μεταφερθούν τα χρήματα από την Τουρκία σε Κυπριακή τράπεζα στην Ουκρανία, όπου το επιτόκιο ήταν πολύ ψηλό. Το μερίδιο που αναλογούσε στον πατέρα του κατηγορούμενου 1 ήταν €
  17. Του ζήτησε το ποσό των €10000 και θα του προσέφερε ένα «γενναιόδωρο αντάλλαγμα». Ο ΜΚ 3 του είπε ότι το όλο σχέδιο έμοιαζε με «πυραμίδα» και δεν ήθελε να συμμετάσχει. Ο ΜΚ 3 ενημέρωσε σχετικά τη σύζυγο του, ΜΚ
  18. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 συνάντησε τη ΜΚ 2 και της ανέφερε ότι οι €10000 θα γίνονταν €250000, ότι δηλαδή θα είχαν απόδοση 1 επί
  19. Αυτή πείστηκε και του έδωσε το ποσό. Ένα μήνα αργότερα τους ανακοίνωσε νέα προοπτική επένδυσης και η ΜΚ 2 του έδωσε άλλες €
  20. Ακολούθησαν άλλες €16000 για περαιτέρω επένδυση για τις οποίες τους παρέδωσε συμφωνητικό έγγραφο (Τεκμήριο 6), άλλες €2000 για την καταβολή ενός προστίμου και τα Χριστούγεννα 2011, €25000, ώστε ο κατηγορούμενος 1 να κάμει εγχείρηση στο Λονδίνο. Ο αδελφός του ΜΚ 3 έδωσε στον Κατηγορούμενο €30000 επίσης για να επενδυθεί και ο πεθερός του €
  21. Παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 καθόρισε την 23/1/2012 ως την ημερομηνία πληρωμής δεν το έπραξε. Τους ανέφερε και άλλες ημερομηνίες τις οποίες δεν τήρησε ούτε αυτός ούτε ο κατηγορούμενος 2 (Τεκμήριο 20, δέσμη εκτυπώσεων των τηλεφωνικών μηνυμάτων του κατηγορούμενου 2 και Τεκμήριο 23 εκτυπώσεις από ηλεκτρονικό ταχυδρομείο).
  22. Με τον ΜΚ 3 είχε επικοινωνήσει μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (Τεκμήριο 8, δέσμη εκτυπώσεων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας) και κάποιος XXXXX Bakir, από το παράρτημα της Ολλανδικής τράπεζας στην Τουρκία, ο οποίος τους ενημέρωσε ότι θα καταβάλλονταν συγκεκριμένα ποσά στους λογαριασμούς τους. Ο ΜΚ 3 επικοινώνησε με την τράπεζα στην Ολλανδία η οποία τον ενημέρωσε ότι τέτοιο πρόσωπο δεν βρισκόταν στην υπηρεσία τους.
  23. Σύμφωνα με τα λεχθέντα του ΜΚ 3, τα ποσά που δόθηκαν ανέρχονται στο ποσό των €114000, συμπεριλαμβανομένων των €30000 του αδελφού του και των €7000 του πεθερού του. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πεθερός του στην κατάθεση του ημερ. 5/8/2011 (Τεκμήριο 15), αναφέρει ότι έδωσε το ποσό των €1700 στον κατηγορούμενο 1 και ο αδελφός του στην κατάθεση του ημερ. 19/8/2014 (Τεκμήριο 14), ότι τα €30000 δόθηκαν στον ΜΚ 3 ως δάνειο.
  24. Είναι επίσης σχετικά τα όσα κατέγραψε ο ΜΚ 3 σε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 14/2/2013 (μέρος Τεκμηρίου 23) προς τον Κατηγορούμενο
  25. Παραθέτω απόσπασμα (διατηρείται η σύνταξη και η ορθογραφία): «Από την αρχή ήμουν προειδοποιημένος ότι η όλη υπόθεση ήταν "απάτη", 'όταν ήρθε στο γραφείο ο [Κατηγορούμενος 1], η [ΜΚ 2] ήταν ενήμερη, αλλά ο [Α[3]] πίστευε ότι ο [Κατηγορούμενος 1] ήταν φίλος του και δεν θα τον πουλούσε. Από την άλλη ο [Κατηγορούμενος 1] ήθελε να αποδείξει στη [ΜΚ 2] ότι μια παλιά υπόθεση που έχασε κάποια λεφτά ο [Α] ήταν παρεξήγηση και ήθελε να ξεκαθαρίσει το όνομα του. Το πρώτο ποσό ήταν €6500, όσα είχε στην τράπεζα ο [Α]. Η [ΜΚ 2] συμπλήρωσε €10.000 λέγοντας ένα "κουμάρι". Ο [Κατηγορούμενος 1] στην πρώτη συνάντηση είπε ότι το ποσό των €10.000 που ζητούσε, αποτελούσε το μερίδιο σας από τις €85.000 που χρειαζόσασταν οι μέτοχοι για να βγάλετε τα λεφτά από την Τουρκία να τα πάρετε στη Ουκρανία. Αφού λοιπόν αυτός ήταν ο λόγος, που γνωρίζουμε πλέον ποιος είναι (προφανώς δεν γνωρίζεις το περιεχόμενο της λέξης forensics) γιατί ο αόρατος XXXXX Bakir, θα μετέφερε σε ξεχωριστό λογαριασμό του [Α] και της [ΜΚ 2] τα ποσά €1.000.000 και επί πλέον με οδηγίες του δικηγόρου κ. ΧΧ ένα άλλο ποσό κλπ. Δεν είχατε τις €10.000 εφόσον εσείς με τη συφωνία παίρνατε 10% τόκους προκαταβολή? Κάπου 10 εκατομμύρια κατά τον [Κατηγορούμενο 1]. Οτιδήποτε μας λέγατε πήγαινα πίσω και το έψαχνα. Δεν σας προβλημάτισε που έφτασα μέχρι και τα κεντρικά γραφεία της [Ολλανδικής Τράπεζας], όπου με πληροφόρησαν ότι τέτοιο άτομο δεν υπήρχε? Εκείνο το Instanbul κυριολεκτικά βγάζει μάτι. Σίγουρα δεν γνωρίζει ο αόρατος XXXXX Bakir την έννοια της ονομασίας Istanbul, κρίμα για έναν έλληνα. Είναι κάτι σαν να γράφεις εσύ το χωριό σου Μιντσερό. Όμως εσείς παίξατε με το φιλότιμο μας. Το ότι ο [Κατηγορούμενος 1] χρειαζόταν επειγόντως εγχείριση και έπρεπε να πάει στην Αγγλία. Τώρα φαίνεται ότι άλλος ήταν ο λόγος.»
  26. Η Λοχ ΧΧΧ, Αναστασίου (ΜΚ 1) ήταν η εξεταστής της υπόθεσης (Τεκμήριο 1, η κατάθεση της). Έλαβε καταθέσεις από τους παραπονούμενους, ΜΚ 2 και 3 ως επίσης και από τον υιό τους (Τεκμήριο 13) τον αδελφό του ΜΚ 3 (Τεκμήριο 14) και τον πατέρα της ΜΚ 2 (Τεκμήριο 14), και ενώ εξασφάλισε και από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα τις επιταγές (κατατέθηκαν αντίγραφα) Τεκμήρια 3, 4 και
  27. Από τον ΜΚ 3 παρέλαβε τα έγγραφα Τεκμήρια 6, 7 και
  28. Από έρευνα στον Έφορο Εταιρειών εντόπισε εταιρεία με το ίδιο όνομα με αυτήν την οποία ανέφερε ο κατηγορούμενος 1, δεν σχετιζόταν όμως με αυτόν. Στην ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος 1 (Τεκμήριο 2, ημερ. 12/2/2014), δεχόταν τη λήψη ποσών μέχρι και €80000, όχι όμως €133600, ως δάνειο, μέρος του οποίου είχε επιστρέψει. Αναφέρθηκε επίσης στην επενδυτική εταιρεία που ήταν εγγεγραμμένη στην Ουκρανία. Δέχθηκε επίσης την ύπαρξη του εγγράφου Τεκμήριο
  29. Η ΜΚ 1 ανέφερε ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την ύπαρξη των προσώπων στα οποία έγινε αναφορά. Δεν μπορούσε να έχει τη συνεργασία των Τουρκικών Αρχών, ούτε κατέστη ο δυνατός ο εντοπισμός του άλλου Κύπριου που είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος
  30. VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
  31. Έχοντας κατά νου τις προαναφερθείσες αρχές, ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι εγγενώς αδύνατη και ότι δεν μπορούσε να αξιολογηθεί θετικά σε τελικό στάδιο από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα από την παρουσιασθείσα μαρτυρία προκύπτουν τα ακόλουθα:
(1)Η μαρτυρία των ΜΚ 2 και 3 ως προς τα ποσά που έδωσαν στον κατηγορούμενο είναι σε κάποιο βαθμό συγκρουόμενη. Το σύνολο στο οποίο καταλήγει ο καθένας είναι διαφορετικό. Δεν μου διαφεύγει ότι ο ΜΚ 3 στην κατάθεση του Τεκμήριο 11 ανέφερε ότι θα επανερχόταν με ανάλυση. Δεν το έπραξε. Η κατάθεση της ΜΚ 2, Τεκμήριο 18, με την οποία παραδόθηκαν καταστάσεις λογαριασμού από Τράπεζα δεν καλύπτει όλα τα αναφερόμενα ποσά που κατ' ισχυρισμό δόθηκαν. Περαιτέρω ο ΜΚ 3 επίσης αναφέρει ότι τα ποσά των €30000 και €7000 δόθηκαν από άλλα πρόσωπα. Ο ένας εξ αυτών (κατάθεση Τεκμήριο 15) αναφέρεται σε €1700 και όχι σε €7000, ο άλλος ότι δάνεισε τον ΜΚ 3 και όχι τον κατηγορούμενο 1 (Τεκμήριο 14). Πέραν τούτου, οι ΜΚ 2 και 3 αναφέρονται σε κάποια ποσά ως «βοήθεια» στον κατηγορούμενο 1 (αλλά και στον κατηγορούμενο 2). Δεν διευκρινίζεται ξεκάθαρα αν σ' αυτά περιλαμβάνονται στο ποσό των €133100 του κατηγορητηρίου. Υφίσταται επομένως πρόβλημα με το ποσό που ισχυρίζονται ότι απέσπασε ο κατηγορούμενος 1 το οποίο δεν θα μπορούσε να επιλυθεί με τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή με καταδίκη του κατηγορουμένου 1, σε τελικό στάδιο, για μικρότερο ποσό, αφού απουσιάζει ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή τελικού συμπεράσματος ως προς το ποσό που έδωσαν. Σημειώνω ότι το Τεκμήριο 7 (promissory note) αφορά υπόσχεση πληρωμής στον υιό των ΜΚ 2 και 3, ενώ η συμφωνία Τεκμήριο 6 (payment agreement), αφορά σύμβαση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών της ΜΚ 2 προς τρίτο πρόσωπο για την περίοδο 2003 - 2012 για το ποσό των €1,100000. Και τα δύο έγγραφα στην πραγματικότητα είναι έγγραφα άνευ νοήματος.
(2)Οι αναφορές του ΜΚ 3 στο ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερ. 14/2/2013 (Τεκμήριο 23), τις οποίες παρέθεσα πιο πάνω, αφήνουν αμφιβολία ως προς το βαθμό που στηρίχθηκε ο ίδιος και κατ' επέκταση η ΜΚ 2 στις δηλώσεις του κατηγορούμενου 1. Διαφαίνεται αντίθετα ότι υπήρξε κάποια δυσπιστία ως προς το ζήτημα (αναφορά σε «κουμάρι») ενώ από κάποιο χρονικό σημείο και μετά προέβη και ο ίδιος σε κάποιες έρευνες. Από το ηλεκτρονικό μήνυμα διαφαίνεται ότι και κάποια ποσά δεν σχετίζονταν με την υπό αναφορά πράξη αλλά με παραχώρηση χρημάτων ως βοήθεια.
(3)Η όλη διερεύνηση της υπόθεσης δεν ήταν επαρκής. Αντιλαμβάνομαι ότι η συνεργασία με τις Τουρκικές Αρχές ήταν αδύνατη, θα μπορούσε όμως να υπάρξει συνεργασία με τις Ουκρανικές. Οι αναφορές σε επενδυτική εταιρεία αφορούσαν νομική οντότητα στην Ουκρανία και όχι στην Κύπρο. Δεν διερευνήθηκε τίποτε σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Δεν εξετάστηκε αν αυτή η εταιρεία υφίστατο, ποιοι την διοικούσαν ή ήταν οι μέτοχοι της. Οι δηλώσεις του κατηγορουμένου 1 σε σχέση με αυτή επομένως, ακόμη και να γίνει δεκτό ότι έγιναν, είναι αδύνατο να αποφασιστεί αν ήταν ψευδείς και αν αφορούσαν υφιστάμενο γεγονός ή γεγονότα, αφού αυτές αφορούσαν επενδύσεις για τις οποίες δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ότι ήταν όντως εικονικές. Οι δηλώσεις του «XXXXX Bakir» (Τεκμήριο 8) δεν μπορεί να θεωρηθούν δηλώσεις του κατηγορούμενου
  1. Περαιτέρω θα έπρεπε να είχαν ελεγχθεί οι Τραπεζικοί λογαριασμοί του κατηγορούμενου 1 (ίσως και άλλων) για μεταφορές χρημάτων. Το γεγονός ότι ο ίδιος δεν συνεργάστηκε παρουσιάζοντας έγγραφα, θα μπορούσε να παράσχει έρεισμα για περεταίρω έρευνα από την ίδια την Αστυνομία. VII. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  2. Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια να κληθεί ο κατηγορούμενος 1 σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η κατηγορία 2 απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.).............. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Ο νόμος αυτός καταργήθηκε με το Theft Act
  3. [2] '.an intent to defraud is an intent to induce another to act (to his advantage) in a way he would not otherwise have done.' [3] Ο [Α] είναι ο υιός των ΜΚ 2 και
  4. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.