Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παπαευτυχίου, Αρ. Υπόθεσης: 18822/18, 1/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18822 / 18 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Παπαευτυχίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 01 Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις : Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : κ. Χριστοδούλου Κατηγορούμενος : παρών. ΠΟΙΝΗ Εισαγωγή Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες : (α) Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση των άρθρων 2, 5
(1)
(2)(α) και 11 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 33(Ι)/2000, 24(Ι)/06, 89(Ι)/2012 και 56(Ι)/2015 και τις ΚΔΠ 51/90, ΚΔΠ 305/06, ΚΔΠ 312/07 και το άρθρο 20Α του Ν. 86/72 όπως τροποποιήθηκε από το Ν.80 (Ι)/2000. (β) Παράλειψη συμμόρφωσης από οδηγό ή πρόσωπο που έχει τον έλεγχο ή την ευθύνη μηχανοκίνητου οχήματος σε σήμα Αστυνομικού με στολή, κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(2)(στ) και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/84 που θεσπίστηκε με βάση τα άρθρα 2 και 5, του Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τις ΚΔΠ 312/07 και 189/2008 και το Νόμο 166/87. (γ) Υπέρβαση ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(2)
(3), 19 και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85, 166/87 80(Ι)/2000 και 109(Ι)/2012 και τις ΚΔΠ 287/86, ΚΔΠ 312/07 και το άρθρο 2 και 66Γ των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκαν από την ΚΔΠ 189/
- Περαιτέρω, Κατηγορούμενος ζήτησε και η Κατηγορούσα Αρχή συμφώνησε, όπως ληφθεί υπόψη η υπόθεση 12215/19 του Ε/Δ Λευκωσίας, κατά την επιβολή ποινής στην παρούσα υπόθεση. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης. Tα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, έχουν ως το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος, στις 18.4.2018, στον αυτοκινητόδρομο Λ/σου - Λ/σιας στην Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX03, αφού κατανάλωσε τέτοια ποσότητα αλκοόλης, ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο, δηλαδή είχε 72 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Περαιτέρω, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε ότι στις 18.4.2018, και ώρα 06:20 ο Αστυφύλακας XXXXX1 βρισκόταν για έλεγχο ταχύτητας με τον Λοχία XXXXX4 έχοντας την υπηρεσιακή του μοτοσικλέτα εφοδιασμένη με φάρους και σειρήνα στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού ‑ Λευκωσίας παρά την έξοδο Μεγάλου Αλεξάνδρου με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Ο Λοχίας XXXXX4 εντόπισε με το ταχύμετρό του το όχημα XXXXX03, το οποίο βρισκόταν στην τρίτη λωρίδα, να ταξιδεύει με ταχύτητα 180 αντί 100 σε απόσταση 265 μέτρων από το σημείο ελέγχου πράγμα το οποίο υπέδειξε στον Αστυφύλακα XXXXX
- Τη δεδομένη στιγμή δεν υπήρχε άλλο όχημα στον αυτοκινητόδρομο. Στο εν λόγω σημείο έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος να σταματήσει, αλλά αυτός παρέλειψε να το πράξει. Έτσι ο Λοχίας XXXXX4 αναγκάστηκε να τον ανακόψει με την υπηρεσιακή του μοτοσικλέτα. Από τον έλεγχο των στοιχείων του Κατηγορουμένου και τα αποτελέσματα της εξέτασης αλκοόλης διαπιστώθηκαν τα αδικήματα που περιγράφονται στο Κατηγορητήριο. Ακολούθως επεστήθη η προσοχή του Κατηγορουμένου στον Νόμο, ο οποίος απάντησε «Εν στην Κύπρο που είμαστε. Πρώτα μάθε ποιος είμαι και θα καταλάβεις ότι δεν θα μου κάμεις τίποτε. Θα πιάσει ο παπάς μου τον αρχηγό».. Ο κατηγορούμενος σήμερα δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και έχει 2 βαθμούς ποινής Αναφορικά με την υπόθεση 12215/19, δηλώθηκε ότι τα γεγονότα είναι ως το Κατηγορητήριο και βαρύνεται 2 βαθμούς ποινής. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος στις 7.10.2018, στη Λεωφόρο Ερμού στη Λευκωσία, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX03, αφού κατανάλωσε τέτοια ποσότητα αλκοόλης, ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο, δηλαδή είχε 64 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα εξής: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 32 ετών, γεννήθηκε στη Γιουγκοσλαβία και υιοθετήθηκε σε ηλικία 2 ετών από το ζεύγος XXXXX και XXXXX Παπαευτυχίου. Είναι άγαμος και άνεργος. Ο Κατηγορούμενος φοίτησε για δύο έτη στο πανεπιστήμιο Λευκωσίας στον κλάδο Computer Engineering, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Ακολούθως παρακολούθησε κάποια μαθήματα εξειδίκευσης σε συστήματα δικτύου. Εργάστηκε ως τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών σε διάφορες εταιρείες στη Λευκωσία. Από τον Σεπτέμβριο του 2019 ήταν άνεργος και αναζητούσε εργασία. Σύμφωνα με τον ίδιο παρακολουθείται από ψυχίατρο μια φόρα το δίμηνο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Επιπρόσθετα, προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου αγόρευσε ο ευπαίδευτος συνήγορος αυτού. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου στην αγόρευσή του τόνισε ότι ο Κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Περαιτέρω, εξέφρασε την απολογία του Κατηγορουμένου. Παράλληλα εισηγήθηκε ότι η παραδοχή του Κατηγορούμενου έστω σε αυτό το στάδιο ισοδυναμεί με άμεση παραδοχή. Εισηγήθηκε, περαιτέρω ότι το επίδικο περιστατικό ήταν μεμονωμένο. Επιπλέον, εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος επέδειξε μεταμέλεια και δικαιούται δεύτερης ευκαιρίας. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου υπέδειξε ότι αυτός έχει υιοθετηθεί από την οικογένειά του όταν ήταν δύο ετών από ίδρυμα στη Γιουγκοσλαβία. Ο Κατηγορούμενος έχει ακόμα έναν αδελφό που είναι υιοθετημένος από τους θετούς του γονείς. Το πιο πάνω γεγονός έχει δημιουργήσει στον ίδιο αρκετά προβλήματα ψυχολογικής φύσεως και παρακολουθείται από το 2007 κατά διαστήματα από συγκεκριμένο ψυχίατρο. Επίσης, ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε πρόσφατα ότι του προσφέρθηκε σε εργασία σε ιδιωτική εταιρεία. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, η πρώτιστη αρχή που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει αυτή, είναι η ορθή εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Επίσης, είναι καλά νομολογημένο, ότι η ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας των αδικημάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Η επιλογή δε της αρμόζουσας ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται από τη μια, εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Επίσης, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη εξάρσεως ή μη στην κατηγορία του υπό εξέταση αδικήματος. Σχετική είναι η απόφαση Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 306. Η επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα, Ως προς τα επίδικα αδικήματα σημειώνω ότι, αναφορικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας ο Νόμος προνοεί πως εάν η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα του Κατηγορουμένου υπερβαίνει τα 70 mg/100ml ή τα 159 mg/100ml αντίστοιχα, φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δυο έτη, ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή στέρηση της ικανότητας του Κατηγορουμένου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές Επιπρόσθετα, αναφορικά με το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας ο Νόμος προνοεί ποινή φυλάκισης μη υπερβαίνουσας το ένα έτος ή χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα τα €1.708 ή και τις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει εξουσία δυνάμει του άρθρου 19 του ιδίου νόμου, να στερήσει στον καταδικασθέντα το δικαίωμά του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που θα κριθεί ορθή υπό τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Ασφαλώς, η κρίση περί της σοβαρότητας των επίδικων αδικημάτων δεν εξαντλείται στη παράθεση των προβλεπόμενων στον Νόμο ποινών, αλλά συνδέεται και με τις συνθήκες διάπραξης αυτών. Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι τα αδικήματα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης και της οδήγησης καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας παρουσιάζουν έξαρση και διαπράττονται με ιδιαίτερη συχνότητα, αφού καθημερινά το παρόν Δικαστήριο επιλαμβάνεται σωρεία υποθέσεων αυτής της φύσεως. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπω στην απόφαση Καρανίκκη ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118 και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 269. Δεδομένων των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει τα τροχαία δυστυχήματα στην χώρα μας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επανειλημμένα τονίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης και της οδήγησης πέραν του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας. Επιπλέον, η νομολογία έχει υποδείξει επανειλημμένα την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάπα
(2006)2 Α.Α.Δ. 432, και Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.
- Ταυτόχρονα στην απόφαση Καλαϊτζήδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ.307/18 ημερομηνίας 20.11.2018, η οποία αφορούσε και κατηγορία για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, τονίστηκε εκ νέου η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως τα αδικήματα, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα και αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για κάθε άνθρωπο που κυκλοφορεί στους δρόμους και αυτή τούτη την ανθρώπινη ζωή. Στην πιο πάνω υπόθεση επιδοκιμαστήκαν τα όσα νομολογήθηκαν στην απόφαση η Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερ. 5.10.
- Υπενθυμίζεται ότι στην απόφαση Τουμάζου ( ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα : «ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου.» Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος ως οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος είχε υποχρέωση να μεριμνά για την ασφάλεια των τρίτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Σχετική επί του προκειμένου είναι υπόθεση Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, όπου υποδείχθηκε ότι : «το αυτοκίνητο αποτελεί μέσο ικανό να προκαλέσει ακόμα και τον θάνατο σε κάθε ουσιώδη χρόνο που βρίσκεται σε κίνηση. Αυτό επιβάλλει καθήκον κάθε οδηγού για προστασία της ασφάλειας τρίτων.» Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι η στέρηση της άδειας οδηγού αποτελεί πρόσφορο τιμωρητικό μέτρο για παραβάσεις τροχαίας και μπορεί να επιβληθεί οποτεδήποτε το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιολογείται από τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Ευριπίδης Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135. Επιπρόσθετα στην υπόθεση Τσιελεπής ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 401, τονίστηκε πως σημαντικός παράγοντας στην επιβολή της ποινής στέρησης της άδειας οδήγησης είναι από τη μια η ανάγκη για συνετισμό του κατηγορουμένου και από την άλλη η προστασία του κοινωνικού συνόλου. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο νόμος για την οδική ασφάλεια. Σχετική είναι η απόφαση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση, για σκοπούς επιμέτρησης, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, ως προς τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Παράλληλα λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του Κατηγορουμένου, έστω σε αυτό το στάδιο, η οποία εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου την απολογία του Κατηγορουμένου, τις προοπτικές εκ νέου εργοδότησής του, και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και αναπτύχθηκαν με ενάργεια από τον συνήγορό του. Από την άλλη λαμβάνω υπόψη μου τη σωρευτική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, αφού οι συνέπειες της οδήγησης με υπερβολική ταχύτητα και υπό την επήρεια αλκοόλης, όπως υποδεικνύει η Νομολογία, έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο Κατηγορούμενος υπερέβη το όριο ταχύτητας κατά 80 χ.α.ω, όντας υπό την επήρεια αλκοόλης σε βαθμό πέραν του τριπλάσιου επιτρεπόμενου. Η πιο πάνω ενέργεια συνιστά εγωιστική συμπεριφορά και δεικνύει πλήρη αδιάφορα προς τους Νόμους και Κανονισμούς. Επιπλέον, το γεγονός ότι δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη ή ζημία σε τρίτους και ότι κατά τον χρόνο που ανακόπηκε Κατηγορούμενος δεν υπήρχε τροχαία κίνηση, δεν αναιρεί το ότι η οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ενείχε δυνητικά σοβαρούς κινδύνους προς τον οποιοδήποτε άλλο τυχόν επέλεγε να χρησιμοποιήσει τον δρόμο. Άλλωστε, σύμφωνα με τη Νομολογία, αρκεί για την επιβολή αποτρεπτικής ποινής το ότι προκαλείται δυνητικά κίνδυνος σε όσους χρησιμοποιούν τον δρόμο. Σχετική είναι η απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Περαιτέρω, υπό τις περιστάσεις της παρούσας ο κίνδυνος, ο οποίος δημιουργήθηκε από την υπερβολική ταχύτητα, επιτάθηκε από το ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης σε βαθμό πέραν του τριπλάσιου του επιτρεπόμενου. Πέραν των ανωτέρω ο Κατηγορούμενος ενώ κινείτο με την πιο πάνω υπερβολική ταχύτητα, παρέλειψε να συμμορφωθεί με σήμα αστυνομικού και, όταν τελικά ανακόπηκε, απάντησε ότι το όργανο επιβολής του Νόμου «δεν μπορεί να του κάνει τίποτε και ότι θα πιάσει ο παπάς του τον αρχηγό.» Η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου σωρευτικά ορώμενη δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε εγωιστικά προκαλώντας, εν δυνάμει έστω, μεγάλο κίνδυνο στους τρίτους που τυχόν επέλεγαν να χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Περαιτέρω, η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ενέχει έκδηλα το χαρακτηριστικό της εγωιστικής αυθαιρεσίας έναντι του Νόμου και των οργάνων επιβολής αυτού. Μάλιστα έναντι των οργάνων επιβολής του Νόμου, ο Κατηγορούμενος, επέδειξε πέραν από εγωιστική αυθαιρεσία και έντονα αλαζονική συμπεριφορά, κατά το στάδιο που αυτά εκτελούσαν το καθήκον τους. Αποτέλεσε βασική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου, ότι δεν πρέπει να επιβληθεί ποινή φυλάκισης σε αυτόν, επειδή ο τελευταίος αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο του σχετικού Πιστοποιητικού, αλλά δεν διαπιστώνω οτιδήποτε που να δεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, το οποίο δεν μπορεί να τύχει διαχείρισης με τις κατάλληλες οδηγίες από τη διεύθυνση των Κεντρικών Φυλακών. Σχετική είναι η απόφαση Μίλτος Απόστολου ν. Αστυνομίας Ποινική Εφεση 153/17, ημερομηνίας 27.9.
- Ενόψει των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον Κατηγορούμενο, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης, αφού η ενέργεια του Κατηγορουμένου συνιστά, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, εγωιστική συμπεριφορά και δεικνύει πλήρη αδιαφορία προς την νομιμότητα και τα δικαιώματα των τρίτων. Παράλληλα δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος σύμφωνα με τη Νομολογία να συνιστά ειδικό λόγο, ώστε το Δικαστήριο να μην στερήσει την άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 20 ημερών, πλέον 4 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 90 ημερών από σήμερα. Περαιτέρω στην 2η κατηγορία ο Κατηγορούμενος διατάσσεται να υπογράψει εγγύηση, ύψους € 1.000, για να τηρεί τους Νόμους και Κανονισμούς, για περίοδο ενός έτους από σήμερα. Στην 3η κατηγορία επιβάλλω ποινή φυλάκισης 20 ημερών, πλέον 4 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Νοείται, περαιτέρω, ότι από τις ως άνω ποινές φυλάκισης θα αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη η υπόθεση 12215/19 του Ε/Δ Λευκωσίας. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/
- Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Τονίζεται ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο πρώτα αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση Βρυώνης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 92 και 93/2017, ημερομηνίας 19.7.2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη». Επιπλέον, στην υπόθεση Ιωσήφ άγγελος ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην υπό κρίση υπόθεση είναι έκδηλο ότι τα υπό εξέταση αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Παράλληλα, ο Κατηγορούμενος μετά τη διάπραξη των αδικημάτων στην υπό κρίση υπόθεση, υπέπεσε εκ νέου στο παράπτωμα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης 12215/19. Το πιο πάνω γεγονός, δεικνύει την έλλειψη μεταμέλειας εκ μέρους του Κατηγορούμενου. Τα πιο πάνω δεδομένα σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης, οι οποίες ενέχουν έντονα το στοιχείο της εγωιστικής αυθαιρεσίας έναντι των τρίτων και του Νόμου, δεν αφήνουν περιθώρια για αναστολή των ποινών φυλάκισης. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωριστήκαν στον Κατηγορούμενο, όπως το λευκό ποινικό μητρώο, η παραδοχή του και οι οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης. Τυχόν αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης θα έστελνε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Συνεπώς, οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να εκτελεστούν άμεσα. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο