← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Iliescu, Αρ. Υπόθεσης: 14181/19, 27/11/2019

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Iliescu, Αρ. Υπόθεσης: 14181/19, 27/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14181 / 19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. ΧΧ.ΧΧ.Iliescu Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις : Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα E. Θεοδότου Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος : παρών. ΠΟΙΝΗ Εισαγωγή Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες : (α) Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση των άρθρων 2, 5

(1)
(2)(α) και 11 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 33(Ι)/2000, 24(Ι)/06, 89(Ι)/2012 και 56(Ι)/2015, και τις ΚΔΠ 51/90, ΚΔΠ 305/06, ΚΔΠ 312/07 και το άρθρο 20Α του Ν.86/72 όπως τροποποιήθηκε από το Ν.80(Ι)/2000. (β) Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος (αυτοκίνητο, μοτοποδήλατο, μοτοσυκλέτα, τρίκυκλο/τετράτροχο), χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8
(1), 49
(1)(α), 54 και 59 του Περί Αδείας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκαν από τους Νόμους 60(Ι)/2004, 34(Ι)/2010, 79(Ι)/2012 και τις ΚΔΠ 359/04, 312/07 και 492/12. (γ) Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000 και της Κ.Δ.Π. 312/
  1. Tα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο, έχουν ως το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος, στις 02.12.2018, στη Λεωφόρο Δημοσθένη Σεβέρη, στη Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧXX03, αφού κατανάλωσε τέτοια ποσότητα αλκοόλης, ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο, δηλαδή περιείχε 117 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Δηλώθηκε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα εξής: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 39 ετών, γεννήθηκε στη Ρουμανία, είναι νυμφευμένος και πατέρας μια θυγατέρας. Η σύζυγός του και η θυγατέρα του διαμένουν στη Ρουμανία. Ο Κατηγορούμενος ήλθε στην Κύπρο πριν τρία χρόνια περίπου και έκτοτε εργάζεται σε εργοληπτική εταιρεία. Ο Κατηγορούμενος διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Λευκωσία. Ο Κατηγορούμενος στο στάδιο πριν την επιβολή ποινής εξέφρασε την απολογία του και δήλωσε ότι δεν έχει οποιοδήποτε προηγούμενο. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, η πρώτιστη αρχή που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει αυτή, είναι η ορθή εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ.
  2. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Επίσης, είναι καλά νομολογημένο, ότι η ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας των αδικημάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Η επιλογή δε της αρμόζουσας ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται από τη μια, εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Επίσης, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη εξάρσεως ή μη στην κατηγορία του υπό εξέταση αδικήματος. Σχετική είναι η απόφαση Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 306. Η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων Ως προς τα επίδικα αδικήματα σημειώνω ότι, αναφορικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας ο Νόμος προνοεί πως εάν η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα του Κατηγορουμένου υπερβαίνει τα 70 mg/100ml ή τα 159 mg/100ml αντίστοιχα, φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δυο έτη, ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή στέρηση της ικανότητας του Κατηγορουμένου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές Περαιτέρω, σε σχέση με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας ο Νόμος προνοεί για ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής. Επιπρόσθετα, αναφορικά με το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας ο Νόμος προνοεί σε περίπτωση 1ης καταδίκης σε αυτό, ποινή φυλάκισης ενός έτους και/ή χρηματική ποινή μέχρι €1.709 και εκτός και εάν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, υποχρεωτική στέρηση του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδηγήσεως από τον Κατηγορούμενο για περίοδο έξι μηνών, κατ' ελάχιστον. Ως προς την πιο πάνω πρόνοια για υποχρεωτική ελάχιστη περίοδο στέρησης, σημειώνεται ότι στο Κυπριακό δίκαιο, τυχόν πρόνοιες για υποχρεωτική ποινή (mandatory sentence), προσκρούουν στο άρθρο 12
(3)του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ότι ο νόμος δεν δύναται να προβλέψει ποινή δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του αδικήματος. Η εν λόγω συνταγματική διάταξη, ως έχει ερμηνευθεί νομολογιακά, καθιστά τους Δικαστές του μοναδικούς κριτές της εκάστοτε αρμόζουσας ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Politis ν. Republic
(1987)2 CLR 116 και το σύγγραμμα του κ. Γ.Μ. Πική του Sentencing in Cyprus 2η έκδοση, σελ. 233 Η επιμέτρηση την ποινής στην παρούσα Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης παρουσιάζει έξαρση και διαπράττεται με ιδιαίτερη συχνότητα, αφού καθημερινά το παρόν Δικαστήριο επιλαμβάνεται σωρεία υποθέσεων αυτής της φύσεως. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπω στην απόφαση Καρανίκκη ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118 και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 269. Δεδομένων των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει τα τροχαία δυστυχήματα στην χώρα μας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επανειλημμένα τονίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης. Επιπλέον, η νομολογία έχει υποδείξει επανειλημμένα την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάπα
(2006)2 Α.Α.Δ. 432, και Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.
  1. Επίσης, στην απόφαση Καλαϊτζήδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ.307/18 ημερομηνίας 20.11.2018, η οποία αφορούσε και κατηγορία για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, τονίστηκε εκ νέου η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως τα αδικήματα, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα και αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για κάθε άνθρωπο που κυκλοφορεί στους δρόμους και αυτή τούτη την ανθρώπινη ζωή. Στην πιο πάνω υπόθεση επιδοκιμαστήκαν τα όσα νομολογήθηκαν στην απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερ. 5.10.
  2. Υπενθυμίζεται ότι στην απόφαση Τουμάζου ( ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα : «ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου.» Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος ως οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος είχε υποχρέωση να μεριμνά για την ασφάλεια των τρίτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Σχετική επί του προκειμένου είναι υπόθεση Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, όπου υποδείχθηκε ότι : «το αυτοκίνητο αποτελεί μέσο ικανό να προκαλέσει ακόμα και τον θάνατο σε κάθε ουσιώδη χρόνο που βρίσκεται σε κίνηση. Αυτό επιβάλλει καθήκον κάθε οδηγού για προστασία της ασφάλειας τρίτων.» Επιπλέον, σε σχέση με την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας παραπέμπω στην απόφαση Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα αυτά βρίσκονται σε συνεχή άνοδο. Η αφαίρεση της άδειας του εφεσείοντα για την ελάχιστη περίοδο των 6 μηνών που προβλέπει ο Νόμος, ελλείψει ειδικών λόγων, ήταν αναπόφευκτη.» Περαιτέρω στην υπόθεση Νικήτα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκε ότι η στέρηση άδειας οδήγησης συνιστά πρόσφορο τιμωρητικό μέτρο για την τιμωρία παραβιάσεων των προνοιών της νομοθεσίας που διέπει την οδική ασφάλεια και την ασφάλιση έναντι τρίτου και ότι τα δικαστήρια πρέπει να κάνουν πιο συχνή χρήση του μέτρου της στέρησης της άδειας οδήγησης λόγω των αποτρεπτικών του αποτελεσμάτων. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Τσιελεπής ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 401, τονίστηκε πως σημαντικός παράγοντας στην επιβολή της ποινής στέρησης της άδειας οδήγησης είναι από τη μια η ανάγκη για συνετισμό του κατηγορουμένου και από την άλλη η προστασία του κοινωνικού συνόλου. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο νόμος για την οδική ασφάλεια. Σχετική είναι η απόφαση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 299. Στην υπό κρίση υπόθεση, για σκοπούς επιμέτρησης, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο, ως προς τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Παράλληλα λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου την άμεση παραδοχή του, η οποία εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου την απολογία του Κατηγορουμένου, καθώς και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Από την άλλη λαμβάνω υπόψη μου τη συνολική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, αφού οι συνέπειες της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, όπως υποδεικνύει η Νομολογία, έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε, ενώ η αναλογία αλκοόλης στην αναπνοή του υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο σε βαθμό πέραν του πενταπλάσιου του επιτρεπόμενου. Η πιο πάνω ενέργεια συνιστά από μόνη της εγωιστική συμπεριφορά και δεικνύει ότι η Κατηγορούμενος ενήργησε με πλήρη αδιαφορία για την ασφάλεια των τρίτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Παράλληλα ο Κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς άδεια οδήγησης και χωρίς να καλύπτεται από ασφαλιστήριο συμβόλαιο έναντι ευθύνης τρίτου. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το ύψος της υπέρβασης του επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλης, δεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε παραγνωρίζοντας πλήρως τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς. Η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου συνολικά ορώμενη δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε εγωιστικά προκαλώντας, εν δυνάμει έστω, μεγάλο κίνδυνο στους τρίτους που τυχόν χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Περαιτέρω, η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ενέχει έκδηλα το χαρακτηριστικό της εγωιστικής αυθαιρεσίας έναντι του Νόμου. Επιπλέον, το γεγονός ότι δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη ή ζημία σε τρίτους δεν αναιρεί το ότι η οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ενείχε δυνητικά σοβαρούς κινδύνους προς τον οποιοδήποτε άλλο τυχόν χρησιμοποιούσε τον δρόμο. Άλλωστε, σύμφωνα με τη Νομολογία, αρκεί για την επιβολή αποτρεπτικής ποινής το ότι προκαλείται δυνητικά κίνδυνος σε όσους χρησιμοποιούν τον δρόμο. Σχετική είναι η απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Ενόψει των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον Κατηγορούμενο, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης, αφού η ενέργεια του Κατηγορουμένου συνιστά, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, εγωιστική συμπεριφορά και δεικνύει πλήρη αδιαφορία προς την νομιμότητα και τα δικαιώματα των τρίτων. Παράλληλα δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος σύμφωνα με τη Νομολογία να συνιστά ειδικό λόγο, ώστε το Δικαστήριο να μην στερήσει την άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου. Άλλωστε, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Πουλλής (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να επέμβει αυτεπάγγελτα για να διαπιστώσει την ύπαρξη ή μη ειδικών λόγων, αλλά εναπόκειται στον ίδιο τον κατηγορούμενο να εγείρει το ζήτημα και να προβάλει τέτοιους λόγους. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης τριάντα
(30)ημερών. Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο έξι
(6)μηνών από σήμερα. Περαιτέρω στην 2η κατηγορία ο Κατηγορούμενος διατάσσεται να υπογράψει εγγύηση, ύψους € 1.000, για να τηρεί τους Νόμους και Κανονισμούς, για περίοδο ενός έτους από σήμερα. Σε σχέση με το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο έξι
(6)μηνών από σήμερα. Νοείται ότι από την ως άνω ποινής φυλάκισης θα αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση. Οι ποινές στέρησης της άδειας, οι οποίες επιβλήθηκαν ανωτέρω, να συντρέχουν. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Τονίζεται ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο πρώτα αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση Βρυώνης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 92 και 93/2017, ημερομηνίας 19.7.2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη». Επιπλέον, στην υπόθεση Ιωσήφ άγγελος ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην υπό κρίση υπόθεση είναι έκδηλο ότι τα υπό εξέταση αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Το πιο πάνω δεδομένο σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης, οι οποίες ενέχουν έντονα το στοιχείο της εγωιστικής αυθαιρεσίας έναντι της ασφάλειας των τρίτων και του Νόμου, δεν αφήνουν περιθώρια για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωριστήκαν στον Κατηγορούμενο, όπως το λευκό ποινικό μητρώο, η παραδοχή του και οι οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Τυχόν αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης θα έστελνε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Συνεπώς, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί άμεσα. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.