Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Chosh, Αρ. Υπόθεσης: 10920/19, 1/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10920/19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX XXXXX Chosh Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 01 Νοεμβρίου, 2019 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : κ. Α. Σιακάς Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: 1. Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000 και της Κ.Δ.Π. 312/
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος κατά το χρονικό διάστημα που διαρκεί επιβληθείσα από δικαστήριο στέρηση της ικανότητας να κατέχει ή αποκτά άδεια οδήγησης ή άδεια οδήγησης μαθητευόμενου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6, 8(Ι), 53, 54 και 59 του Περί Αδείας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκαν από τους Νόμους 60(Ι)2004, 34(Ι)2010, 79(Ι)/2012 και τις ΚΔΠ 359/04, 312/07 και 492/
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος η κατάσταση του οποίου, ήταν τοιαύτη ώστε να προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει κίνδυνο σε πρόσωπο εντός του οχήματος ή επ' αυτού ή εντός ή επί έτερου οχήματος ή επί της οδού κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 50
(12)και 72 των περί Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών ΚΔΠ 66/88, ως ετροποιήθει. Tα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο, έχουν ως το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος περί τις 20.5.2018 στην οδο Τρικούπη στη Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX95, χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης που να αφορά ευθύνη έναντι τρίτου. Περαιτέρω οδηγούσε το πιο πάνω όχημα κατά τον χρόνο που διαρκούσε η επιβληθείσα στέρηση άδειας. Περαιτέρω, δηλώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος έχει μια προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση 7201/18 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με ημερομηνία καταδίκης την 03η .04.
- Στην πιο πάνω υπόθεση επιβλήθηκε στέρηση της άδειας του Κατηγορούμενου για την περίοδο από 3.4.2018 μέχρι 3.6.
- Το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα εξής: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 30 ετών, κατάγεται από το Μπαγκλαντές και διαμένει με ακόμα δυο συμπατριώτες του στην Παλουριώτισα. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος φοιτά σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα στο American College. O Κατηγορούμενος βρίσκεται στη Κύπρο από το 2010, έτος κατά το οποίο ξεκίνησε να φοιτά στο American College αρχικά στον κλάδο Hotel Management. Παράλληλα εργάζεται περιστασιακά σε διάφορες εργασίες. Επιπρόσθετα, προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου αγόρευσε ο ευπαίδευτος συνήγορος αυτού. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου στην αγόρευσή του τόνισε την άμεση παραδοχή αυτού και εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια του Κατηγορουμένου. Επιπρόσθετα εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να αντιμετωπιστεί με επιείκεια, καθότι δεν ανέμενε ότι η οδήγηση με στερημένη άδεια δυνατόν να επέφερε ποινή φυλάκισης. Επιπρόσθετα, έδωσε έμφαση στο ενδεχόμενο απέλασης του Κατηγορημένου , εάν του επιβληθεί ποινή φυλάκισης, τονίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα έχει αρνητικές συνέπειες στη πορεία του Κατηγορουμένου. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, η πρώτιστη αρχή που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει αυτή, είναι η ορθή εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Επίσης, είναι καλά νομολογημένο ότι η ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας των αδικημάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Η επιλογή δε της αρμόζουσας ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται από τη μια εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα προχωρήσω στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής. Η επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα. Ως προς τα επίδικα αδικήματα σημειώνω ότι το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, ήτοι της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος κατά το χρονικό διάστημα που διαρκεί επιβληθείσα από δικαστήριο στέρηση της ικανότητας να κατέχει ή αποκτά άδεια οδήγησης ή άδεια οδήγησης μαθητευόμενου, είναι το πιο σοβαρό από τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος προβλέπει φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα χρόνια, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής. Σε σχέση, λοιπόν, με την 2η κατηγορία, η οποία, όπως φαίνεται και από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, είναι η σοβαρότερη εκ των κατηγόριων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, παρατηρώ ότι ο Κατηγορούμενος με την πράξη του να οδηγήσει ενώ ίσχυε το διάταγμα για στέρηση της άδειας οδηγού που του είχε επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, επέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το εν λόγω αδίκημα έχει ως βάση το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αδιαφόρησε προς το δικαστικό διάταγμα, το οποίο του στερούσε την ικανότητα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, τo αδίκημα της παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου είναι ιδιαίτερα σοβαρό, καθότι πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227,όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος.». Επιπλέον, στην απόφαση CCC Laundries (Paphos) Limited v. Ελισάβετ Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ 288, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Για την επιλογή και καθορισμό της ποινής σε περιπτώσεις απείθειας σε νόμιμες διαταγές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ. 196 αναφέρονται τα εξής: « The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Στην υπό κρίση υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δεν προσπάθησε καν να εξηγήσει τους λόγους, για τους οποίους οδήγησε κατά παράβαση του διατάγματος. Η αναφορά του συνηγόρου του, ότι ο Κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός και δεν ανέμενε ότι η ανυπακοή στη διαταγή του δικαστηρίου θα μπορούσε να επιφέρει ποινή φυλάκισης, δεν δικαιολογεί την επιλογή του να οδηγήσει ενόσω στερείτο του σχετικού δικαιώματος. Προκύπτει, συνεπώς, ότι στην υπό κρίση υπόθεση η ενέργεια του Κατηγορουμένου να οδηγήσει δεν έχει καθοιονδήποτε τρόπο εξηγηθεί. Για σκοπούς επιμέτρησης, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο, ως προς τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Παράλληλα λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του κατηγορούμενου την άμεσή του παραδοχή και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι, ενόψει του γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός, ενδεχόμενη επιβολή ποινής φυλάκισης θα οδηγήσει στην απέλασή του, αφού επακόλουθο της απέλασης θα είναι να τερματιστεί η φοίτηση του Κατηγορουμένου. Σχετική με την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου είναι η απόφαση Cosmin Scorteanu v. Αστυνομίας, Ποινική έφεση 214/2013, ημερομηνίας 20.1.2014, όπου συνοψίστηκαν οι αρχές αντιμετώπισης του ζητήματος του ενδεχόμενου απέλασης καταδικασθέντα. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Σε κάθε περίπτωση που αλλοδαπό πρόσωπο καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης, υπάρχει το ενδεχόμενο απέλασης του και αυτό συνήθως συνεκτιμάται στην προσπάθεια του δικαστηρίου να βεβαιωθεί ότι η επιλογή της ποινής της φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί. Τις περισσότερες φορές στο στοιχείο αυτό δίδεται ιδιαίτερη σημασία από την υπεράσπιση, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να ασχολείται ειδικά με τις επιπτώσεις (βλ. Chehab v. Republic
(1986)2 CLR 197, David Riley v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 335, και Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 243). Όμως όπου το δικαστήριο δεν προβαίνει σε ειδική αναφορά σε αυτό το ενδεχόμενο, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι το στοιχείο αυτό δεν συνεκτιμήθηκε ή ότι εν πάση περιπτώσει η ποινή που επιβλήθηκε είναι εσφαλμένη. Συνήθως αναμένεται από ένα δικαστήριο να σχολιάσει ειδικά ένα τέτοιο θέμα, προτού αποφασίσει κατά πόσο μπορεί να αποφευχθεί η ποινή φυλάκισης και να επιβληθεί εναλλακτικό τιμωρητικό μέτρο, στις περιπτώσεις εκείνες που καθίσταται γνωστό με σαφή μαρτυρία ότι ο καταδικασθείς θα έχει με βεβαιότητα περαιτέρω σοβαρές επιπτώσεις ως αποτέλεσμα της επιβολής σ' αυτόν ποινής φυλάκισης.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη μεταγενέστερη απόφαση Tsokov v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 9/2015, ημερομηνίας 8.4.2015, όπου κρίθηκε ότι το απλό ενδεχόμενο απέλασης δεν μπορεί να λειτουργήσει ως βεβαιότητα. Στην υπό κρίση υπόθεση το ζήτημα της απέλασης του Κατηγορουμένου τέθηκε ως απλό ενδεχόμενο. Επιπλέον, δεν υφίσταται σαφής μαρτυρία ότι ο καταδικασθείς θα έχει με βεβαιότητα περαιτέρω σοβαρές επιπτώσεις ως αποτέλεσμα της επιβολής σ' αυτόν ποινής φυλάκισης. Συνακόλουθα, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός και αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο απέλασης δεν μπορεί να μεταβάλει το είδος της αρμόζουσας ποινής. Ενόψει των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον Κατηγορούμενο, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής που δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, δεν επιβάλλω ποινή στην 1η κατηγορία, καθότι αυτή είναι αποτέλεσμα της 2ης κατηγορίας, εφόσον εξ αντικειμένου ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να κατέχει ασφαλιστήριο συμβόλαιο έναντι τρίτου ενόσω δεν μπορούσε να οδηγεί με βάση διάταγμα του Δικαστηρίου. Στην 2η κατηγορία, επιβάλλω ποινή φυλάκισης 45 ημερών. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 90 ημερών από σήμερα Ως προς την 6η Κατηγορία διατάσω όπως ο Κατηγορούμενος υπογράψει εγγύηση € 1.000, ώστε να τηρεί του Νόμους και Κανονισμούς, για περίοδο ενός έτους από σήμερα. Νοείται, περαιτέρω, ότι από την ως άνω ποινή φυλάκισης θα αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Τονίζεται ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο πρώτα αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση Βρυώνης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 92 και 93/2017, ημερομηνίας 19.7.2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: « το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη». Επιπλέον, στην υπόθεση Ιωσήφ Άγγελος ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην υπό κρίση υπόθεση είναι έκδηλο ότι το αδικήματα, για το οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, είναι ιδιαίτερα σοβαρο, λαμβανομένων υπόψη των προβλεπόμενων στο Νόμο ποινών και των συνθηκών διάπραξης αυτού. Παρά ταύτα ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε στο Δικαστήριο αναφορικά με το κίνητρο διάπραξης του υπό εξέταση αδικήματος. Παράλληλα ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να θέσει ενώπιόν μου οτιδήποτε που να δεικνύει την όποια μεταμέλεια. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωριστήκαν στον Κατηγορούμενο όπως, η άμεση παραδοχή του και οι οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, ενόψει της διαπιστωθείσας αναγκαιότητας επιβολής αποτρεπτικών ποινών και των συνθηκών διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Συνεπώς, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί αμέσως. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου , Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο