Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παλαμπανίδη, Αρ. Υπόθεσης: 23199/18, 22/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23199/18 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Παλαμπανίδη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου, 2019 Για κατηγορούσα αρχή: κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : κ. Λ. Κυριακίδης Κατηγορούμενος : Παρών. Απόφαση Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει έξι κατηγορίες σε σχέση με τα ακόλουθα αδικήματα : 1. Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του Περί Μηχανοκινήτων 2. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος (αυτοκίνητο, μοτοποδήλατο, μοτοσυκλέτα, τρίκυκλο/τετράτροχο), χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8(Ι), 49
(1)(α), 54 και 59 του Περί Αδείας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκαν από τους Νόμους 60(Ι)/2004, 34(Ι)/2010, 79(Ι)/2012 και τις ΚΔΠ 359/04, 312/07 και 492/12.Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000 και της Κ.Δ.Π. 312/
- Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 189/2008, τον Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/
- Παράλειψη οδηγού μοτοσικλέτας να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι προστατευτικό κράνος, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 59
(2)
(3)και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2, 5 και το άρθρο 20Α του Νόμου86/72, όπως τροποποιήθηκαν από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000, 18(Ι)/2000, 18(Ι)/2002, 174(Ι)/2003, 255(Ι)/2004, 61(Ι)/2005 και τις ΚΔΠ 825/2004, 284/2005, 312/2007, 376/2007 και 189/
- Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 18, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από του νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/
- Παράλειψη συμμόρφωσης από οδηγό ή πρόσωπο που έχει τον έλεγχο ή την ευθύνη μηχανοκίνητου οχήματος σε σήμα Αστυνομικού με στολή, κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(2)(στ) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/84 που θεσπίστηκε με βάση τα άρθρα 2 και 5, του Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τις ΚΔΠ 312/07και 189/2008, και το Νόμο 166/
- Κοινή συνισταμένη όλων των αδικημάτων ήταν το ότι ο Κατηγορούμενος στις 28.7.2017, στη λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου, στον Άγιο Δομέτιο της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε μοτοσυκλέτα με άγνωστους αριθμούς εγγραφής, διαπράττοντας τα πιο πάνω αδικήματα. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις εναντίον του κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης για την Κατηγορούσα αρχή κατέθεσαν δυο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Αστ. XXXXX Αυγουστή ΜΚ
- Ο ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σχετική γραπτή κατάθεση, η οποία κατατέθηκε ως έγγραφο Α. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΚ1 δήλωσε ότι στις 28.7.2018 ανέλαβε καθήκον. Περί τις 21 : 20 βρισκόταν στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου στον Άγιο Δομέτιο, όταν εντόπισε δύο μοτοσυκλέτες μεγάλου κυβισμού να κινούνται στον χώρο. Τότε ο ίδιος έκανε σήμα στους οδηγούς αυτών να σταματήσουν. Προσδιόρισε ότι είδε τις δύο μοτοσυκλέτες από απόσταση 10 με 15 μέτρων. Εκ των δύο οδηγών σταμάτησε ο ένας, ενώ ο άλλος ανέπτυξε ταχύτητα. Ο οδηγός που σταμάτησε ήταν ο XXXXX Κορελίδης. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο οδηγός που σταμάτησε του ανέφερε ότι ο άλλος οδηγός ήταν ο Κατηγορούμενος. Επίσης, ο Κορελίδης του έδωσε αριθμό τηλεφώνου. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι μίλησε με τον Κατηγορούμενο, τηλεφωνικώς και ότι ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι οδηγούσε χωρίς άδεια και ασφάλεια. Όταν του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, απάντησε ότι «την μοτόρα θα την πουλήσω την έβγαλα έξω για ένα γυρό.» Ακολούθως προσδιόρισε ότι ο ίδιος δεν είδε τον Κατηγορούμενο στον Σταθμό, ενώ το πρόσωπο το οποίο οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα τον είδε μόνο στιγμιαία, όταν προσπάθησε να ανακόψει τις δύο μοτοσυκλέτες. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι δεν μπορούσε να αναγνωρίσει με ασφάλεια τον Κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέτασή του σε ερώτηση, εάν έκανε έλεγχο να διαπιστώσει κατά πόσο όντως το τηλέφωνο που κάλεσε ανήκε στον Κατηγορούμενο, απάντησε ότι υπάρχει σχετική νομοθεσία. Εξήγησε, όμως, ότι ο ίδιος μίλησε με κάποιο πρόσωπο στο τηλέφωνο το οποίο του παραδέχθηκε ότι ήταν ο οδηγός της άλλης μοτοσυκλέτας και δεν μπορεί να γνωρίζει εάν αυτό το πρόσωπο ήταν ο Κατηγορούμενος. Επανέλαβε τέλος ότι δεν ήταν 100% σίγουρος για το κατά πόσο ήταν ο Κατηγορούμενος το πρόσωπο το οποίο είδε να οδηγεί εκείνη την ημερομηνία. Ανέφερε, όμως, ότι υπήρχε επαρκής φωτισμός και είδε πολλές φορές στο παρελθόν τον Κατηγορούμενο να οδηγεί μοτοσυκλέτα. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα αρχή ήταν Αστ. XXXXX XXXXX Ορφανός, ΜΚ
- Ο ΜΚ2 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεσή του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΚ2 ανέφερε ότι είναι τοποθετημένος στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Δομετίου. Στις 31.7.2018 έλαβε κατάθεση από τον ΜΚ
- Στις 31.7.2018 έλαβε ανακριτή κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος αρνήθηκε κάθε εμπλοκή στην υπόθεση και όταν τον κατηγόρησε γραπτώς, απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον XXXXX Αναστασίαδη από τον οποίο πληροφορήθηκε ότι στις 28.7.2018 ο Κατηγορούμενος βρισκόταν μαζί του στο σπίτι του. Επιπλέον ο μαρτυράς δήλωσε ότι επικοινώνησε με τον XXXXX Κορέλιδη, ο οποίος του ανέφερε ότι ο λόγος που ενέπλεξε τον Κατηγορούμενο ήταν επειδή αγχώθηκε. Ο μάρτυρας δεν αντεξέταστηκε. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία, προέβη σε ανώμοτη δήλωση στην οποία ανέφερε ότι την επίδικη ημερομηνία δεν ήταν εκείνος που οδηγούσε και ότι αυτός ήταν σε σπίτι φίλου του. Εισηγήσεις των διαδίκων Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις υποστήριξαν ο κάθε ένας τις θέσεις του. Μέσα από τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλεύρων προκύπτει ότι στην υπό κρίση υπόθεση το ουσιώδες αμφισβητούμενο ζήτημα είναι το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μοτοσυκλέτα την επίδικη ημερομηνία. Αξιολόγηση μαρτυρίας Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ.
- Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ
- Ως προς τον ΜΚ1 παρατηρώ ότι η μαρτυρία σε κάποια σημεία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα αποδέχομαι τη μαρτυρία του ότι στις 28.7.2018 ανέλαβε καθήκον. Επίσης, αποδέχομαι τη θέση του ότι περί τις 21 : 20, της επίδικης ημερομηνίας, βρισκόταν στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου στον Άγιο Δομέτιο, όταν εντόπισε δύο μοτοσυκλέτες μεγάλου κυβισμού να κινούνται στον χώρο. Επιπλέον, δεν αμφισβητήθηκε ότι ο ίδιος έκανε σήμα στους οδηγούς αυτών να σταματήσουν και ότι εκ των δύο οδηγών σταμάτησε ο ένας, ενώ ο άλλος ανέπτυξε ταχύτητα. Ταυτόχρονα αδιαμφισβήτητη ήταν η θέση του ότι ο οδηγός που σταμάτησε ήταν ο XXXXX Κορελίδης. Περαιτέρω, δέχομαι τη μαρτυρία του ως προς το ότι γνώριζε το πρόσωπο του Κατηγορουμένου, καθότι τον είδε πολλές φορές να οδηγεί. Όμως η μαρτυρία του ΜΚ1 επί του ουσιώδους επίδικου ζητήματος δεν μπορεί να είναι πειστική. Συγκεκριμένα ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με βεβαιότητα το κατά πόσο ο οδηγός της δεύτερης, μοτοσυκλέτας ήταν ο Κατηγορούμενος. Επιπλέον η θέση του ότι μίλησε με τον Κατηγορούμενο τηλεφωνικώς δεν μπορεί να είναι πειστική, αφού όπως ο ίδιος δήλωσε δεν μπορεί να ξέρει εάν είναι με τον Κατηγορούμενο που μίλησε στο τηλέφωνο. Επιπρόσθετα η μαρτυρία που επικαλείται ο ΜΚ1, ώστε να συνδέσει τον Κατηγορούμενο αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Συγκεκριμένα ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο οδηγός της μιας εκ των δύο μοτοσυκλετών του είπε ότι ο οδηγός της δεύτερης μοτοσυκλέτας ο οποίος δεν σταμάτησε ήταν ο Κατηγορούμενος. Η εξ ακοής μαρτυρία είναι μεν επιτρεπτή και αποδεκτή, ως μαρτυρία, αλλά υπόκειται σε αξιολόγηση στη βάση του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Κοκκινής ν. Κοκκινή ECLI:CY:AD:2017:A179, Πολ.Έφεση 247/11, ημερομηνίας 17.5.2017, Τουμάζου ν. Δημοκρατίας Ποιν.΄Εφεση 142/14, ημερομηνίας 17.12.15 και ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν. Δράκου, Ποινική Έφεση αρ. 129/2015, ημερομηνίας 5.4.
- Στο άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου τίθενται τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της βαρύτητας της εξ ακοής δήλωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 27, μεταξύ άλλων, κατά την αξιολόγηση της εξ ακοής δήλωσης λαμβάνονται υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος που προσάγει την εξ ακοής μαρτυρία μπορούσε να κλητεύσει το πρόσωπο το οποίο προέβη στην αρχική δήλωση και το κατά πόσο ο ίδιος διάδικος μπορούσε να προσφέρει και την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ2 προκύπτει ότι το πρόσωπο το οποίο συνέδεσε τον Κατηγορούμενο έδωσε εκ νέου κατάθεση, στην οποία ανέφερε πως η αναφορά του στο πρόσωπο του Κατηγορουμένου έγινε επειδή αγχώθηκε. Προκύπτει, συνεπώς, ότι στην υπό κρίση υπόθεση υφίσταται μαρτυρία για αντιφατικές αναφορές του προσώπου το οποίο προέβη στην αρχική επίδικη δήλωση. Έτσι ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στην πιο πάνω εξ' ακοής δήλωση. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΚ1 μόνο μερικώς για την εξαγωγή ευρημάτων. Η Μαρτυρία του ΜΚ2 Η μαρτυρία του ΜΚ2 παρέμεινε αναντίλεκτη και αποδέχομαι αυτή ως αξιόπιστη. H ανώμοτη δήλωση του Κατηγορημένου Διαφωτιστική ως προς τον τρόπο προσέγγισης κάποιας ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο είναι η απόφαση Α.Δ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 91/14, ημερομηνίας 22.6.16, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ομολογουμένως δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). ... Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑ.Δ. 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan (ανωτέρω).» Περαιτέρω, στην απόφαση Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος προέβαλε εκ νέου την αθωότητά του και ανέφερε ότι βρισκόταν τον επίδικο χρόνο στο σπίτι κάποιου φίλου του. Υπό το φως του συνόλου των ενώπιόν μου γεγονότων κρίνω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στην υπό εξέταση ανώμοτη δήλωση. Ευρήματα Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω στο ότι ο ΜΚ1 στις 28.7.2018 ανέλαβε καθήκον. Περί τις 21 : 20 βρισκόταν στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου στον Άγιο Δομέτιο, όταν εντόπισε δύο μοτοσυκλέτες μεγάλου κυβισμού να κινούνται στον χώρο. Ο ΜΚ1 είδε τις δυο μοτοσυκλέτες από απόσταση 10 με 15 μέτρων, ενώ υπήρχε επαρκής φωτισμός. Όμως, τον οδηγό της δεύτερης μοτοσυκλέτας τον είδε μόνο στιγμιαία. Τότε ο ίδιος έκανε σήμα στους οδηγούς αυτών να σταματήσουν. Εκ των δύο οδηγών ο ένας σταμάτησε σταμάτησε, ενώ ο άλλος ανέπτυξε ταχύτητα. Ο οδηγός που σταμάτησε ήταν ο XXXXX Κορελίδης. Ο XXXXX Κορελίδης αρχικά ανέφερε στον ΜΚ1 ότι ήταν ο Κατηγορούμενος ο οδηγός της δεύτερης μοτοσυκλέτας. Ακολούθως, όμως, ανέφερε στον ΜΚ2 ότι η πιο πάνω δήλωση έγινε επειδή φοβήθηκε. Ο XXXXX Κορελίδης έδωσε κάποιον αριθμό τηλέφωνο στον ΜΚ1. Ο ΜΚ1 κάλεσε τον πιο πάνω αριθμό αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν το πρόσωπο με το οποίο επικοινώνησε ήταν ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ1 δεν ήταν σίγουρος εάν το πρόσωπο το οποίο είδε τον επίδικο χρόνο ήταν ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ1 είδε πολλές φορές τον Κατηγορούμενο να οδηγεί μοτοσυκλέτα. Στις 31.7.2018, λήφθηκε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο και ο τελευταίος αρνήθηκε κάθε εμπλοκή. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στου ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενό της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Επιπρόσθετα, σχετική είναι η απόφαση Anastassi v. The Police
(1975)2 C.L.R. 143, όπου κρίθηκε ότι η αναγνώριση του Κατηγορουμένου είναι κεφαλαιώδους σημασίας στην ποινική δίκη. Στην υπό κρίση υπόθεση η μονή αναφορά στο ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε την μοτοσυκλέτα και διέπραξε τα επίδικα αδικήματα προήλθε από τον ΜΚ
- Ο ΜΚ1 δήλωσε ότι είδε μόνο στιγμιαία τον οδηγό της μοτοσυκλέτας και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με βεβαιότητα ότι ήταν ο Κατηγορούμενος το πρόσωπο, το οποίο οδηγούσε αυτή. Επομένως, αναδύεται το ερώτημα του κατά πόσο η πιο πάνω αναφορές του ΜΚ1 συνιστούν επαρκή μαρτυρία αναγνώρισης του Κατηγορουμένου. Επί του προκειμένου σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 166/2018, ημερομηνίας 5.10.
- Στην πιο πάνω απόφαση συγκεφαλαιώθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της αναγνώρισης Κατηγορουμένου ιδίως σε αδικήματα τροχαίων παραβάσεων. Λέχθηκε σχετικά ότι ναι μεν σε σχέση με τα αδικήματα που σχετίζονται με τροχαίες παραβάσεις χωρεί πιο ελαστική προσέγγιση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αίρονται οι κίνδυνοι από «αναγνώριση στο εδώλιο» και ότι συνεχίζει να υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου για ιδιαίτερη προσοχή, η οποία και θα πρέπει να εκφράζεται με προειδοποίηση της μορφής της υπόθεσης Turnbull [1976] 3 All ER
- Οι αρχές τις απόφασης Turnbull, όπως συνοψίζονται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, 2008, παράγραφος F.18.19, επιβάλλουν όπως το Δικαστήριο λάβει υπόψη μεταξύ άλλων το για πόσο χρονικό διάστημα είχε ο μάρτυρας τον κατηγορούμενο κάτω από την παρατήρησή του, από ποιά απόσταση και κάτω από ποιό φωτισμό. Επιπλέον, σχετικά στοιχεία είναι το κατά πόσο ο μάρτυρας εμποδιζόταν στην παρατήρησή του με οποιοδήποτε τρόπο, (πχ. Από διερχόμενο όχημα ή λόγω παρεμβολής άλλων ατόμων) ή το ένα ο μάρτυρας είχε δει προηγουμένως τον Κατηγορούμενο, πόσο συχνά και το κατά πόσο υπήρχε κάποιος ειδικός λόγος για τον οποίο θυμόταν τον Κατηγορούμενο. Στην υπό κρίση υπόθεση παρόλο που ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είδε πολλές φορές τον Κατηγορούμενο να οδηγεί μοτοσυκλέτα, εντούτοις για την επίδικη ημερομηνία είδε στιγμιαία και μόνο τον οδηγό και από αυτή την οπτική επαφή δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με βεβαιότητα ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν ο Κατηγορούμενος. Το γεγονός ότι ο ΜΚ1 γνώριζε το πρόσωπο του Κατηγορουμένου και είδε τον οδηγό της δεύτερης μοτοσυκλέτας από απόσταση 15 μέτρων υπό συνθήκες επαρκούς φωτισμού, αλλά δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει ότι ο οδηγός της δεύτερης μοτοσυκλέτας ήταν ο Κατηγορούμενος δημιουργεί αμφιβολία ως προς την αναγνώριση του Κατηγορουμένου. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ1, το οποίο έγινε δεκτό ως αξιόπιστο, δεν επαρκεί, ώστε να συνδέσει τον Κατηγορούμενο με τα επίδικα γεγονότα. Το πιο πάνω έχει ως αποτέλεσμα να υποβόσκουν αμφιβολίες για το κατά πόσο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε τη δεύτερη μοτοσυκλέτα την επίδικη ημερομηνία και του έγινε σήμα να σταματήσει. Εφόσον, λοιπόν, υποβόσκει αμφιβολία για το ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός της δεύτερης μοτοσυκλέτας δεν μπορεί να κριθεί ότι ο Κατηγορούμενος τέλεσε οποιοδήποτε από τα αδικήματα επί του Κατηγορητηρίου. Συνεπώς, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της στο αναγκαίο επίπεδο και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται των κατηγόριων που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου , Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο