ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. REVAZISHVILI, Αριθμός υπόθεσης: 24134/2018, 8/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός υπόθεσης: 24134/2018 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν XXXXX REVAZISHVILI Κατηγορούμενη 8 Νοεμβρίου, 2019 Για κατηγορούσα αρχή: κα Χατζηκωνσταντή Για κατηγορούμενη: κ. Αυγουστής Κατηγορούμενη παρούσα ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ενοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο (άρθρο 268, Κεφ. 154). Η 2η και 3η κατηγορία αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (άρθρο 298
(1). Κεφ. 154). Σύμφωνα με τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων, όπως εκτέθηκαν στο Δικαστήριο από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, η κατηγορούμενη μετέβαινε στην οικία της παραπονούμενης μια φορά τη βδομάδα και ασχολείτο με το σιδέρωμα των ρούχων της οικογένειας. Περί τον Οκτώβριο και Νοέμβριο 2018, η παραπονούμενη διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να εντοπίσει κοσμήματα της που φύλαττε στην οικία της. Περιελάμβαναν μια αρραβώνα, τρία μονόπετρα, ένα λευκόχρυσο κολιέ, δύο αντρικούς σταυρούς, ένα λευκόχρυσο βραχιόλι, μια χρυσή λίρα, τρία δακτυλίδια και μια αντρίκια καδένα χεριού. Τα κοσμήματα ήταν συνολικής αξίας €7.
- Η παραπονούμενη υποψιάστηκε ότι μπορεί να τα είχε κλέψει η κατηγορούμενη και για να βεβαιωθεί, στις 7.12.2018 που η κατηγορούμενη θα ερχόταν να σιδερώσει, άφησε σε περίοπτη θέση ένα κολιέ. Αργότερα την ίδια μέρα, όταν η κατηγορούμενη τελείωσε την εργασία της και έφυγε, η παραπονούμενη διαπίστωσε ότι το κολιέ έλειπε και προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία. Η κατηγορούμενη συνελήφθηκε λίγες μέρες αργότερα και παραδέχτηκε ότι είχε κλέψει τα κοσμήματα από το σπίτι της παραπονούμενης (1η κατηγορία). Σε κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ανέφερε επίσης ότι είχε πωλήσει τα κοσμήματα σε συγκεκριμένο ενεχυροδανειστήριο, σε δύο περιπτώσεις, παριστάνοντας ότι ήταν δικά της (2η και 3η κατηγορία). Ανέφερε επίσης ότι διέπραξε τα αδικήματα λόγω της οικονομικής της ανάγκης. Στα πλαίσια επιβολής ποινής, μετά από σχετικό αίτημα του συνηγόρου της κατηγορούμενης, λαμβάνω υπόψη και την υπόθεση 24133/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης, η κατηγορούμενη είχε παραδεχτεί τη διάπραξη των αδικημάτων της εισόδου στη Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι, αποδοχής απασχόλησης ενώ ήταν αλλοδαπή χωρίς άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και εισόδου στη Δημοκρατία ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.
- Αναφορικά με τα γεγονότα που αφορούσαν εκείνη την υπόθεση, σημειώνω ότι κατά τη σύλληψη της κατηγορούμενης για τα αδικήματα της κυρίως υπόθεσης διαπιστώθηκε και η διάπραξη των αδικημάτων της υπόθεσης 24133/
- Συνοπτικά η κατηγορούμενη είχε έλθει για πρώτη φορά στη Δημοκρατία το 2006 οπόταν και υπέβαλε αίτηση για παροχή πολιτικού ασύλου αλλά το 2008 επέστρεψε στην Γεωργία. Το 2011 ήρθε ξανά στην Κύπρο μέσω των κατεχομένων μαζί με τη θυγατέρα της που ήταν τότε ενός έτους. Έκτοτε διαμένει στη Λευκωσία με τη θυγατέρα της, σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Η κατηγορούμενη είχε παραδεχτεί αμέσως τη διάπραξη των αδικημάτων στην αστυνομία. Αυτά αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων των δύο υποθέσεων. Επιπρόσθετα αυτών, είχα την ευκαιρία να ακούσω όσα ανέφερε ο συνήγορος της κατηγορούμενης στα πλαίσια της αγόρευσης του για μετριασμό της ποινής. Σημειώνω ότι η κατηγορούμενη είναι σήμερα 32 ετών και έχει μια θυγατέρα 10 ετών. Είχε εγκαταλείψει τη Γεωργία αρχικά το 2006 και, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στη χώρα της, είχε αιτηθεί πολιτικό άσυλο. Επέστρεψε όμως στη Γεωργία το 2008 για να είναι κοντά στην οικογένεια της. Ήρθε ξανά στην Κύπρο το 2011 γιατί δεχόταν απειλές για τη ζωή της και για τη ζωή της θυγατέρας της που τότε ήταν ενός έτους, με αφορμή περιστατικά που είχαν εξελιχθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γεωργία. Η κατηγορούμενη έχει στο μεταξύ υποβάλει αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου της αίτησης της για παροχή ασύλου και το αίτημα της έχει γίνει αποδεχτό από την Υπηρεσία Παροχής Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών. Ο συνήγορος της κατηγορούμενης εξήγησε ότι η κατηγορούμενη διαμένει στη Λευκωσία με τη θυγατέρα της, σε διαμέρισμα που ενοικιάζουν τα τελευταία χρόνια, χωρίς να έχουν άλλο συγγενή στην Κύπρο. Ο πατέρας της θυγατέρας της καμία επικοινωνία έχει μαζί τους και η κατηγορούμενη δεν γνωρίζει που βρίσκεται. Η ίδια έχει την αποκλειστική φροντίδα και επιμέλεια της θυγατέρας της, η οποία φοιτά στην Δ' τάξη του δημοτικού σχολείου XXXXX. Η ανήλικη μιλά μόνο την Ελληνική γλώσσα και είναι άριστη μαθήτρια. Πέραν των προσωπικών περιστάσεων της κατηγορούμενης, ο συνήγορος της ζήτησε όπως λάβω υπόψη την παραδοχή της στις κατηγορίες των δύο υποθέσεων, τόσο στο Δικαστήριο όσο και στην αστυνομία[1]. Επισήμανε τη συνεργασία της με τις αστυνομικές αρχές από την πρώτη στιγμή και εισηγήθηκε ότι αυτά είναι ενδείξεις της μεταμέλειας της. Αναφέρθηκε επίσης στο λευκό της ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης, κάτι που σαφώς της δίνει το δικαίωμα να αναμένει πιο επιεική αντιμετώπιση από το Δικαστήριο. Τέλος, ο συνήγορος της κατηγορούμενης εξήγησε ότι οι λόγοι που την ώθησαν στη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης ήταν η τεράστια οικονομική της ανάγκη. Τόνισε ότι, με πολλούς κόπους και θυσίες και αναγνωρίζοντας το λάθος της, η κατηγορούμενη έχει αποζημιώσει πλήρως την παραπονούμενη. Παρουσίασε στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση της παραπονούμενης στην οποία αυτή επιβεβαιώνει ότι έχει αποζημιωθεί και δηλώνει ότι «δεν έχω κανένα απολύτως παράπονο» σε σχέση με την υπόθεση. Έχω κατά νου όλα τα πιο πάνω. Παράλληλα όμως σημειώνω ότι το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να επενεργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να εξουδετερώνει ή να υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων[2]. Τα αδικήματα που έχει παραδεχθεί η κατηγορούμενη είναι πολύ σοβαρά και η σοβαρότητα αντικατοπτρίζεται στις προβλεπόμενες από τον Ποινικό Κώδικα ποινές. Για το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο ο Ποινικός Κώδικας προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 14 έτη ενώ το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε έτη. Τα Δικαστήρια πρέπει να δίνουν ξεκάθαρο μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να είναι ανεκτές και οι ποινές που επιβάλλονται πρέπει να είναι αυστηρές ώστε να έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα. Εξαιτίας της σοβαρότητας των αδικημάτων, κρίνω ότι η αρμόζουσα ποινή στην παρούσα περίπτωση είναι ποινή φυλάκισης. Άλλου είδους ποινή θα υποβάθμιζε ανεπίτρεπτα τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Σταθμίζοντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα επιβάλλω στην κατηγορούμενη συντρέχουσες ποινές φυλάκισης: (α) 12 μηνών στην 1η κατηγορία, (β) 9 μηνών στην 2η κατηγορία, και (γ) 9 μηνών στην 3η κατηγορία. Εξέτασα, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος της κατηγορούμενης, κατά πόσο το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης[3]. Η διακριτική ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο ο Νόμος 95/1972 είναι ευρεία και κατά την άσκηση της μπορεί και πρέπει να λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες[4]. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως δοθεί στην κατηγορούμενη μια δεύτερη ευκαιρία μέσω της αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής. Οδηγούμαι σε αυτό το συμπέρασμα έχοντας λάβει ιδιαίτερα υπόψη την παραδοχή της κατηγορούμενης και την πλήρη αποζημίωση της παραπονούμενης. Αυτά τα δύο στοιχεία με έχουν πείσει ότι έχει αναγνωρίσει το λάθος της και ότι η μεταμέλεια της είναι ειλικρινής και έμπρακτη. Έχω επίσης προβληματιστεί για τις ενδεχόμενες συνέπειες και επιπτώσεις που θα είχε στην ανήλικη θυγατέρα της κατηγορούμενης η φυλάκιση της, ενόψει του ότι η κατηγορούμενη είναι η μοναδική συγγενής που έχει η ανήλικη στην Κύπρο. Η ποινή που έχει επιβληθεί αναστέλλεται για 3 χρόνια από σήμερα. ............. Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Χαρτούμπαλλος Χρίστος ν Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 [2] Ιωάννου άλλως Μουσικός v Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 [3] Άρθρο 3, Ν. 95/1972, Siminoiu v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583 [4] Demetriou v. R
(1976)2 JSC 386 και Γενικός Εισαγγελέας v Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο