ΕΡΕΥΝΑ ΠΡΟΣ ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΙΩΝ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, Θανατική Ανάκριση Αρ.: 30/2014, 28/3/2019
ΕΡΕΥΝΑ ΠΡΟΣ ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΙΩΝ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, Θανατική Ανάκριση Αρ.: 30/2014, 28/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, ΘΑΝΑΤΙΚΟΥ ΑΝΑΚΡΙΤΗ Θανατική Ανάκριση Αρ.: 30/2014 ΕΡΕΥΝΑ ΠΡΟΣ ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΙΩΝ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ***** ΧΡΙΣΤΟΥ (ΑΡ. ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: *****), ***** ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΚΥΠΡΟ, ΤΕΩΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ, ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΕΝΩΠΙΟΝ ΘΑΝΑΤΙΚΟΥ ΑΝΑΚΡΙΤΗ ---------- Ημερομηνία Πορίσματος: 28/03/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ κατά την ανάκριση: Για την Τοπική Αρχή / Αστυνομία: κα Ευφροσύνη Κακούρη, Δημόσιος Κατήγορος Ενδιαφερόμενα Μέρη: Ο/Οι πλησιέστερος/οι συγγενής του Αποβιώσαντος: Απών / Απόντες. Εμφανίζεται για αυτόν/αυτούς: κ. Σάββας Παρμάτζιας ---------- ΠΟΡΙΣΜΑ Εισαγωγικά
- Σε ότι αφορά την υπό εξέταση περίπτωση θανάτου, προς τον σκοπό διερεύνησης της αιτίας που αυτός επήλθε, κρίθηκε, από συνάδελφο Θανατικό Ανακριτή, αναγκαία η διενέργεια εξέτασης του πτώματος από αρμόδιο και κατάλληλο προς τούτο ιατροδικαστή, ο οποίος και έχει, δυνάμει σχετικού διατάγματος του συναδέλφου, προβεί σε σχετική εξέταση και θέσει ενώπιον του σχετική έκθεση ως προς τα συμπεράσματα του.
- Ενώπιον του συναδέλφου Θανατικού Ανακριτή, παρουσιάζεται να έχουν τεθεί και όλες οι γνωστές προς την Αστυνομία λεπτομέρειες που αφορούν την αιτία του θανάτου, χωρίς γνώμη της εν λόγω αρχής, αναφορικά με το κατά πόσο ή όχι ο θάνατος οφείλεται σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή παράλειψη.
- Από την προαναφερόμενη αναφορά της Αστυνομίας και της έκθεσης του ιατροδικαστή, κρίθηκε από τον συνάδελφο Θανατικό Ανακριτή, αναγκαία η διεξαγωγή θανατικής ανάκρισης.
- Η θανατική ανάκριση, διεκπεραιώθηκε τελικώς από εμένα, και αυτό είναι το πόρισμα / συμπέρασμα μου, σε ότι αφορά το ποιος ήταν Αποβιώσαντας και πως, πότε και που αυτός πέθανε. Οι εξουσίες και ρόλος του Θανατικού Ανακριτή βάσει του περί Θανατικών Ανακριτών Νόμου, Κεφ. 153
- Οι εξουσίες και ο ρόλος του Θανατικού Ανακριτή καθορίζονται από τον περί Θανατικών Ανακριτών Νόμο, Κεφ. 153, ο οποίος προϋπήρχε της εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας και του Συντάγματος και συνέχισε να ισχύει με βάση το Άρθρο 188.1 του Συντάγματος, στο μέτρο που είναι αναγκαίος με βάση το Σύνταγμα (βλ. Δήμος Αγίου Αθανασίου ν Υπουργικού Συμβουλίου κ. α.
- Το Κεφ. 153, πρόκειται για αποικιακή, του Ηνωμένου Βασιλείου, νομοθεσία, από όπου έχει και τις καταβολές του ο θεσμός του Θανατικού Ανακριτή. Θεσμός, ο οποίος ιδρύθηκε στην Αγγλία επίσημα το έτος 1194 και έχει προσαρμοστεί από τότε κατά την διάρκεια των οκτώ αιώνων της λειτουργίας του από ένας, ουσιαστικά, φοροεισπράκτορας του μεσαίωνα, σε ένα ανεξάρτητο δικαστικό λειτουργό, που είναι επιφορτισμένος με την διερεύνηση αιφνίδιων, βίαιων ή αφύσικων θανάτων, καθότι συνεχίζει να επικρατεί η άποψης ότι, είναι προς το γενικό συμφέρον της κοινωνίας, ο κάθε αιφνίδιος και ανεξήγητος θάνατος, να διερευνάται.
- Για να γίνει καλύτερα αντιληπτός ο ρόλος του Θανατικού Ανακριτή σήμερα, πρέπει να γνωρίζει κάποιος την ιστορία του θεσμού του.
- Στο μεσαίωνα της Αγγλίας, ο Θανατικός Ανακριτής διερευνούσε κάθε πτυχή της ζωής όπου υπήρχε η πιθανότητα το Στέμμα να είχε το όφελος εσόδων. Η διερεύνηση των περιπτώσεων θανάτου από τον Θανατικό Ανακριτή, γινόταν ακριβώς για αυτό τον λόγο. Το Στέμμα π. χ., σε περίπτωση αυτοκτονιών, -που τότε αποτελούσαν ποινικό αδίκημα-, κάτασχε τα αγαθά και την κινητή περιουσία ενός αποβιώσαντος προσώπου.
- Μετά την κατάκτηση της Νορμανδίας, για να αποτραπούν οι τοπικές κοινωνίες από του να συνεχίσουν την θανάτωση Νορμανδών, βαριά πρόστιμα τους επιβάλλονταν όταν ανευρισκόταν το πτώμα ενός νεκρού στην περιφέρεια τους, το οποίο τεκμαιρόταν ότι ανήκε σε Νορμανδό («Presumption of Normanry»), εκτός και αν η τοπική κοινωνία απεδείκνυε, προς αποφυγή της κυρώσεως, ότι ανήκε σε Άγγλο. Το πρόστιμο ήταν γνωστό ως «murdrum», από όπου προέρχεται και η αγγλική λέξη «murder», που σημαίνει φόνος. Σε αυτό, είχε εμπλοκή ο τότε Θανατικός Ανακριτής («Presentment of Englishry»), προς διαπίστωση της ταυτότητας του προσώπου που πέθανε, καθώς επίσης και του πως αυτός πέθανε, προς άρση ή μη της εν λόγω κυρώσεως.
- Η προσαρμογή του θεσμού του Θανατικού Ανακριτή, συνεχίστηκε με τους αιώνες, μέχρι που τον 19ο αιώνα, που λόγω σωρείας ασθενειών που έπλητταν το τότε Βασίλειο, -όπως π. χ. ήταν η επιδημία της χολέρας-, και του μεγάλου αριθμού θανάτων ένεκα τούτων, κρίθηκε αναγκαία η επίσημη καταγραφή τους. Προς τούτο θεσπίστηκε στην Αγγλία ο πρώτος νόμος περί Εγγραφής Γεννήσεων και Θανάτων (Births and Deaths Registration Act). Η διερεύνηση των θανάτων από τον Θανατικό Ανακριτή, αποσκοπούσε πλέον προς ενημέρωση και του σχετικού αυτού μητρώου.
- Ο θεσμός του Θανατικού Ανακριτή, σε μία εποχή όπου δεν υπήρχε, πρέπει να σημειωθεί, συγκροτημένη αστυνομική δύναμη και πλήρως εδραιωμένο δικαστικό σώμα, ή αναπτυγμένη ιατροδικαστική γνώση και η επιστήμη της μεταθανάτιας εξέτασης, ενισχύθηκε λόγω της αυξανόμενης ανάγκης διερεύνησης ανθρωποκτονιών που περνούσαν απαρατήρητες λόγω της διάδοσης στην τότε εποχή, σωρείας δηλητηριωδών ουσιών που είχαν ανακαλυφθεί και χρησιμοποιούνταν για τον σκοπό. Μέχρι τότε, η δημοσιονομική ευθύνη του Θανατικού Ανακριτή, ως προαναφέρθηκε, ατόνησε, και δια του νόμου περί Θανατικών Ανακριτών του 1887 (Coroners Act 1887), σχεδόν εξαφανίστηκε (διατηρώντας μόνο τον ρόλο του ως «treasure trove», που διατηρείται μέχρι και σήμερα, παρά το γεγονός ότι περιέπεσε σε αχρησία). Με τον Νόμο του 1887, επήλθαν στον θεσμό, μεγάλες αλλαγές. Ο ρόλος του Θανατικού Ανακριτή, επικεντρωνόταν πλέον, περισσότερο στο προσδιορισμό των συνθηκών και των πραγματικών ιατρικών αιτιών ξαφνικών, βίαιων και αφύσικων θανάτων, προς όφελος της κοινότητας στο σύνολό της.
- Σήμερα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, βάσει και των αλλαγών που επήλθαν, κυρίως από την Coroners Act 1988 και από την τελευταία Coroner and Justice Act 2009 (και άλλων συναφή νομοθετημάτων που θεσπίστηκαν το έτος 2013 όταν και η προαναφερόμενη νομοθεσία εφαρμόστηκε) στο θεσμό του Θανατικού Ανακριτή, ο Θανατικός Ανακριτής δεν διερευνά όλους τους θανάτους, αλλά όσους σύμφωνα με τον Νόμο αυτό, έχει δικαιοδοσία.
- Η δικαιοδοσία του Θανατικού ανακριτή, -δηλαδή, ο ρόλος που σύμφωνα με τον νόμο έχει να επιτελέσει-, έχει αποτελέσει το αντικείμενο εξέτασης από τα Δικαστήρια και υπάρχει προς τούτο αρκετή νομολογία Δικαστηρίων ανώτατου επιπέδου. Από αυτήν, μπορεί κάποιος να αντλήσει σημαντική καθοδήγηση. Ο ρόλος και σκοπός της θανατικής ανάκρισης
- Η θανατική ανάκριση, έχει ένα διακριτό ρόλο και σκοπό (βλ. R (Jamieson) v HM Coroner for North Humberside and Scunthorpe [1995] 3 W.L.R. 82, Re Δρ. Χρίστος Χρίστου κ. α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D511, Αίτηση Αρ. 71/2014, 10/07/2015 (Μιχαηλίδου Δ. Α. Δ.) και Re Ανδριάνα Νικολάου
- Μάλιστα στην Αγγλία, ένεκα ακριβώς του ίδιου λόγου, υφίσταται ο διαχωρισμός περιπτώσεων θανάτου, σε ότι αφορά τις οποίες, η θανατική ανάκριση διεξάγεται κατά τον «παραδοσιακό τρόπο» και έχει ένα πιο περιοριστικό χαρακτήρα (βάσει προνοιών ανάλογων του προαναφερόμενου Άρθρου 25 του Κεφ. 153) (βλ. R (Jamieson) v HM Coroner for North Humberside and Scunthorpe [1995] 3 W.L.R. 82 ανωτέρω), από τις περιπτώσεις όπου ο σκοπός τους επεκτείνεται προς συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθρου 2 της Ε. Σ. Δ. Α. (βλ. R (Middleton) v HM Coroner for Western Somerset [2004] UKHL 10). Σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ήτοι, της ερμηνείας της σχετικής νομοθετικής διάταξης, κατά τρόπο διαφορετικό σε ότι αφορά τις δύο αυτές περιπτώσεις, σχετικά είναι τα αναφερόμενα της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων (ως ήταν τότε) στην υπόθεση R (Hurst) v HM Coroner for Northern District London [2007] UKHL 13, που θα αναφερθώ στην συνέχεια.
- Στο σύγγραμμα των C. Cross και Ν. Garnham, The Inquest Book, The Law of Coroners and Inquests, έκδοση 2016, στις σελίδες 40 και 41, εν προκειμένω, αναφέρονται τα εξής: «The Human Rights Act 1998 (HRA 1998), which came into force in October 2000, has had a significant impact upon the scope of coroners' inquests. In some cases there is a procedural obligation under Article 2 of the European Convention on Human Rights (ECHR) to conduct an effective investigation into a death. It is common to refer to the traditional more limited inquests and those whose scope is extended to comply with the procedural obligation under Article 2 by the names of the cases which establish the correct approach for each, hence a traditional inquest is called a Jamieson inquest and an Article 2 inquest a Middleton inquest. Where the state is or may be responsible for the death, an inquest may be required to be of the Middleton style, because no other process will adequately discharge that obligation .... Middleton inquests are distinct from Jamieson inquests, in that the question of how the deceased came to die is interpreted more broadly. In a Jamieson inquest, 'how' means 'by what means', while in a Middleton inquest it means 'by what means and in what circumstances'. In other words, in a Middleton inquest, the inquiry is into wider factual matters, such as systemic failures in state institutions, which caused or contributed to the death. This case has significantly impacted upon domestic coronial law, in that it has broadened the scope and nature of inquests tremendously. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «Ο νόμος περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων του 1998 (HRA 1998), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ τον Οκτώβριο του 2000, είχε σημαντικό αντίκτυπο στο πεδίο των ερευνών των θανατικών ανακριτών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ), υπάρχει διαδικαστική υποχρέωση να διενεργείται αποτελεσματική έρευνα για το θάνατο. Είναι συνηθισμένο να αναφερθούμε στις παραδοσιακές πιο περιορισμένες έρευνες και εκείνες των οποίων το πεδίο εφαρμογής επεκτείνεται για να συμμορφωθούν με τη διαδικαστική υποχρέωση του άρθρου 2 με τα ονόματα των υποθέσεων που καθορίζουν την ορθή προσέγγιση για κάθε μία εξ ου και μια παραδοσιακή θανατική ανάκριση ονομάζεται έρευνα Jamieson και μία θανατική ανάκριση του άρθρου 2 έρευνα Middleton. Όταν το κράτος είναι ή μπορεί να είναι υπεύθυνο για το θάνατο, μπορεί να απαιτηθεί έρευνα τύπου Middleton, επειδή καμία άλλη διαδικασία δεν θα εκπληρώσει επαρκώς την υποχρέωση αυτή .... Θανατικές ανακρίσεις τύπου Middleton ξεχωρίζουν από τις θανατικές ανακρίσεις Jamieson, καθώς το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο ο θάνατος του αποθανόντος επήλθε ερμηνεύεται ευρύτερα. Σε μια θανατική ανάκριση Jamieson, "πώς" σημαίνει "με ποιο τρόπο", ενώ σε θανατική ανάκριση Middleton σημαίνει "με ποια μέσα και υπό ποιες συνθήκες". Με άλλα λόγια, σε έρευνα Middleton, η έρευνα αφορά ευρύτερα γεγονότα, όπως συστημικές αποτυχίες σε κρατικά ιδρύματα, που προκάλεσαν ή συνέβαλαν στον θάνατο. Η υπόθεση αυτή έχει επηρεάσει σημαντικά τον εγχώριο νόμο των θανατικών ανακρίσεων, διότι έχει διευρύνει σημαντικά το πεδίο και τη φύση των ερευνών. ...».]
- Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι, για να ικανοποιηθεί η απαίτησης που θέτει το Άρθρο 2 της Ε. Σ. Δ. Α., σε ότι αφορά το καθήκον του κράτους να διεξάγει αποτελεσματική έρευνα των αιτιών του θανάτου ενός αποβιώσαντος, σε κάποιες περιπτώσεις (βλ. R (Hurst) v HM Coroner for Northern District London [2007] UKHL 13 και Re Λευκο Επιφανείου (Αρ. 2)
- Η αλλαγή στο Ηνωμένο Βασίλειο, επήλθε μετά την εισαγωγή στην έννομη του τάξη, της Human Rights Act 1998, όταν το ζήτημα της παραβίασης των διατάξεων του Άρθρου 2 της Ε. Σ. Δ. Α. σε υποθέσεις του είδους, ετέθη για πρώτη ενώπιον της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων (ως ήταν τότε) στην προαναφερόμενη υπόθεση R (Middleton) v HM Coroner for Western Somerset [2004] UKHL
- Εκεί, επαναλαμβάνεται, αποφασίστηκε ότι, όπου τίθεται ζήτημα παραβίασης των διατάξεων του Άρθρου 2 της Ε. Σ. Δ. Α., το ερώτημα, «πως ο αποθανών απέθανε», που πρέπει να απαντάται μέσα από την διαδικασία της θανατικής ανάκρισης, πρέπει να ερμηνεύεται ως, «με ποια μέσα και υπό ποιες συνθήκες» ο αποθανών πέθανε. Εντούτοις, ως μεταγενέστερα ξεκαθαρίστηκε από την ίδια την Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων (ως ήταν τότε) στην υπόθεση R (Hurst) v HM Coroner for Northern District London [2007] UKHL 13, η διεργασία αυτή, δεν ακολουθείται σε όλες τις περιπτώσεις θανάτου για τις οποίες διεξάγεται θανατική ανάκριση. Για αυτό το ζήτημα, αναφέρθηκε ο Λόρδος Δικαστής Brown στην απόφαση του: «27 It may be helpful at this introductory stage to clarify the issues by making brief reference to just four cases. The Court of Appeal decided in R v Coroner for North Humberside and Scunthorpe, Ex p Jamieson [1995] QB 1 that the function of an inquest is to determine "by what means" and not "in what broad circumstances" the deceased came by his death: that is the meaning to be given to the word "how" in section 11
- Middleton approved Jamieson, recognised that in the case of certain deaths a Jamieson inquest (as for convenience I shall call an inquest conducted in accordance with that decision) would not meet the United Kingdom's obligations under article 2 of the Convention, and held that in those cases (assuming always that the obligation were to be satisfied by an inquest rather than some other form of inquiry) the word "how" in the relevant provisions should be construed pursuant to section 3 of the Human Rights Act to mean "not simply 'by what means' but 'by what means and in what circumstances'". Thus the jury's verdict would be able to state their conclusions on the important underlying issues: in that case (concerning a prisoner's suicide in prison) whether he should have been recognised as a suicide risk and whether appropriate precautions should have been taken to prevent it. . The contention that Middleton now applies to all inquests 48 Neither way the argument is put do I find persuasive and both were rightly rejected by the court below. Middleton clearly accepted that Jamieson was correctly decided. Were it otherwise, the House could simply have overruled it without recourse to the Human Rights Act 1998 at all, let alone section
- It is plain that the House was not intending the Middleton approach thereafter to apply in all cases. In the first place, an article 2 investigative obligation only arises in the comparatively few cases where the state's responsibility is or may be engaged. Secondly, even where the obligation does arise, it will often be satisfied without resort to a Middleton inquest-in some cases by criminal proceedings, in particular "where a defendant pleads not guilty and the trial involves a full exploration of the facts surrounding the death" (para 30 of the committee's opinion delivered by Lord Bingham of Cornhill); in others, like McCann, where "short verdicts in the traditional form will enable the jury to express their conclusion on the central issue canvassed at the inquest" at para 31 of the opinion. All this is clear from the committee's opinion which in terms recognises at para 36 that only sometimes will a change of approach be called for.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «27 Μπορεί να είναι χρήσιμο σε αυτό το εισαγωγικό στάδιο να διευκρινιστούν τα ζητήματα κάνοντας σύντομη αναφορά σε μόλις τέσσερις υποθέσεις. Το Εφετείο αποφάσισε στην υπόθεση R v Coroner for North Humberside and Scunthorpe, Ex p Jamieson [1995] QB 1 ότι ο ρόλος μίας θανατικής ανάκρισης είναι να προσδιοριστεί "με ποιο τρόπο" και όχι "υπό ποιες ευρύτερες συνθήκες" ο θανών βρήκε το θάνατο του: αυτό είναι το νόημα που πρέπει να δοθεί στη λέξη «πώς» στο άρθρο 11
- Η Middleton ενέκρινε την απόφαση Jamieson, αναγνωρίζοντας ότι σε περίπτωση ορισμένων θανάτων μια θανατική ανάκριση Jamieson (όπως για λόγους ευκολίας θα αποκαλώ την θανατική ανάκριση που διενεργείται σύμφωνα με την απόφαση αυτή) δεν θα ικανοποιούσε τις υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου βάσει του άρθρου 2 της Σύμβασης και έκρινε ότι σε αυτές (υποθέτοντας πάντοτε ότι η υποχρέωση θα ικανοποιείτο με θανατική ανάκριση παρά με κάποιου άλλου είδους διερεύνηση), η λέξη "πώς" στις σχετικές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το Άρθρο 3 της Human Rights Act να σημαίνει "όχι απλώς 'με ποια μέσα' αλλά 'με ποια μέσα και υπό ποιες συνθήκες'". Έτσι, η ετυμηγορία της επιτροπής των ενόρκων θα μπορούσε να δηλώνει τα συμπεράσματά της για τα σημαντικά υποκείμενα ζητήματα: σε εκείνη την υπόθεση (σχετικά με την αυτοκτονία του φυλακισμένου στη φυλακή), αν έπρεπε να είχε αναγνωριστεί ως άτομο που υπήρχε κίνδυνος να αυτοκτονήσει και εάν έπρεπε να είχαν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα προφύλαξης για την πρόληψή ενός τέτοιου ενδεχομένου. ... Ο ισχυρισμός ότι η Middleton ισχύει τώρα σε όλες τις θανατικές ανακρίσεις 48 ... Η Middleton αποδέχθηκε σαφώς ότι η Jamieson αποφασίστηκε σωστά. Σε αντίθετη περίπτωση, το Σώμα θα μπορούσε απλώς να την ανατρέψει χωρίς καμία προσφυγή στον νόμο Human Rights Act 1998, πόσο μάλλον το Άρθρο
- Είναι σαφές ότι το Σώμα δεν είχε την πρόθεση τότε η προσέγγιση της Middleton να ακολουθηθεί σε όλες τις υποθέσεις. Πρώτον, μια υποχρέωση διερεύνησης βάσει του άρθρου 2 προκύπτει μόνο στις σχετικά λίγες περιπτώσεις όπου η ευθύνη του κράτους είναι ή μπορεί να προσληφθεί. Δεύτερον, ακόμη και όταν η υποχρέωση προκύπτει, πολύ συχνά θα ικανοποιείται χωρίς καταφυγή σε έρευνα Middleton -σε ορισμένες περιπτώσεις με ποινική διαδικασία, ιδίως "όταν ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν είναι ένοχος και η δίκη περιλαμβάνει πλήρη διερεύνηση των γεγονότων που περιβάλλουν τον θάνατο" (Παράγραφος 30 της γνωμοδότησης της επιτροπής του Λόρδου Bingham του Cornhill); σε άλλες, όπως η McCann, όπου "σύντομα πορίσματα με την παραδοσιακή μορφή θα επιτρέψουν στην επιτροπή των ενόρκων να εκφράσει τα συμπεράσματά της σχετικά με το κεντρικό ζήτημα που προβλήθηκε κατά την έρευνα" στην παράγραφο 31 της γνωμοδότησης. Όλα αυτά είναι σαφή από τη γνωμοδότηση της επιτροπής η οποία με όρους αναγνωρίζει στην παράγραφο 36 ότι μόνο μερικές φορές θα χρειαστεί αλλαγή της προσέγγισης.».
- Για να αναφερθεί στην συνέχεια, στο ζήτημα της ερμηνείας της νομοθεσίας, σε ότι αφορά τον ρόλο της θανατικής ανάκρισης, εν όψει και των νομολογηθέντων στην R (Middleton) v HM Coroner for Western Somerset [2004] UKHL 10 και να αποφασίσει τα εξής: «49 Why, then, should Jamieson now be reinterpreted? The difficulties with such a proposition seem to me many and various. The first is this. . That aside, any contention for the re-interpretation of section 11
- Section 3 is only invoked where, to achieve compliance with the Convention, the court must depart from the unambiguous meaning the legislation would otherwise bear. Nor is it surprising that the House in Middleton thought it necessary to resort to section 3: Jamieson apart, there was a series of authorities stretching back to R v Walthamstow Coroner, Ex p Rubenstein [1982] Crim LR 509 (itself cited in Jamieson) which had similarly construed the provision. 50 Even, moreover, were the respondent's argument to satisfy the threshold condition of ambiguity, she would still have to show that it would be appropriate to resolve that ambiguity by reference to the presumption "that Parliament intended to legislate in conformity with the Convention, not in conflict with it" (Lord Bridge of Harwich's formulation of this principle of construction in R v Secretary of State for the Home Department, Ex p Brind [1991] 1 AC 696 , 747-748). That too, however, presents the respondent with real difficulties. The meaning of the word "how" in this legislation was, as stated, first established in Ex p Rubenstein in
- Not only was the 1988 Act (in which the present provision appears) itself a consolidating Act (and concerned, therefore, to enshrine the existing law) but it was enacted at a time when Parliament can have had no thought that one day the United Kingdom might be under a procedural obligation to inquire into deaths pursuant to article 2 of the Convention. As already observed, it was not until 1995 that the European Court of Human Rights in McCann itself identified any such Convention duty. And, as the commissioner points out, even had Parliament been aware of this duty, it might well have thought it sufficiently or better discharged by other means: criminal proceedings, a judicial inquiry or some different process. It can hardly be supposed that Parliament would have wanted the wider Middleton approach to be adopted for all future inquests. 51 It should be noted that the Jamieson interpretation of the word "how" does not, of itself, place the United Kingdom in conflict with its international law obligations. True it is that in Middleton the committee said that: "In the absence of full criminal proceedings, and unless otherwise notified, a coroner should assume that his inquest is the means by which the state will discharge its procedural investigative obligation under article 2" at para
- That, however, is very far from saying that section 11 must accordingly be construed in all cases to require a Middleton inquest. Mr Starmer suggested that it would be for the coroner in each case to decide whether a Middleton inquest was appropriate. That, however, cannot be. Of course, the scope of the inquiry is ultimately a matter for the coroner. The "verdict" and findings, however, are not. The Jamieson construction of "how" severely circumscribes these. But where the Middleton construction applies, the verdict and findings are not merely permitted, but required to be wider: section 11 dictates that the inquisition "shall set out, so far as such particulars have been proved. how. the deceased came by his death". If in every case that means "in what circumstances" as well as "by what means", the coroner will inevitably in many cases have to widen the scope of the inquiry beyond that which, under the Jamieson approach, he would otherwise regard to be appropriate. 52 I turn, therefore, to the other limb of this argument, the submission that Middleton is now binding authority on the meaning of section 11 in all circumstances, a conclusion, as already explained, plainly contrary to what the House in Middleton intended. The answer to it in my judgment is to be found, as the intervener argues, in the analogous field of European Community law where, pursuant to Marleasing SA v La Comercial Internacional de Alimentación SA (Case C-106/89) [1990] ECR I-4135, a similarly strong interpretive obligation is imposed on member states to construe domestic legislation whenever possible so as to produce compatibility with European Community law. The closeness of this analogy has been recognised by the House in Ghaidan v Godin-Mendoza [2004] 2 AC 557: see particularly Lord Steyn's opinion, at para
- Where the Marleasing approach applies, the interpretative effect it produces upon domestic legislation is strictly confined to those cases where, on their particular facts, the application of the domestic legislation in its ordinary meaning would produce a result incompatible with the relevant European Community legislation. In cases where no European Community rights would be infringed, the domestic legislation is to be construed and applied in the ordinary way. Thus in R v Secretary of State for Transport, Ex p Factortame Ltd [1990] 2 AC 85, Part II of the Merchant Shipping Act 1988 was to be disapplied in those cases where its operation would infringe directly effective European Community rights; but not otherwise. Similarly in Imperial Chemical Industries plc v Colmer (No 2) [1999] 1 WLR 2035 the House, following a reference to the Court of Justice of the European Communities (Imperial Chemical Industries plc v Colmer [1999] 1 WLR 108), held that ICI remained bound by domestic legislation upon its ordinary meaning notwithstanding that in certain circumstances such a construction would be incompatible with European Community rights. This principle was again applied by the Court of Appeal in Gingi v Secretary of State for Work and Pensions [2002] 1 CMLR 587 where Arden LJ expressly approved the following passage from Bennion, Statutory Interpretation , 4th ed
- Επίκλησης του Άρθρου 3 γίνεται μόνο όταν, προκειμένου να επιτευχθεί συμμόρφωσης με τη Σύμβαση, το Δικαστήριο πρέπει να παρεκκλίνει από την αναμφισβήτητη έννοια που θα είχε διαφορετικά η νομοθεσία. Επίσης, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το Σώμα στη Middleton θεώρησε απαραίτητο να καταφύγει στο Άρθρο 3: Εκτός της Jamieson, υπήρχε μια σειρά αυθεντιών που εκτείνονται πίσω στην R v Walthamstow Coroner, Ex p Rubenstein [1982] Crim LR 509 (η ίδια αναφέρθηκε στη Jamieson) η οποία είχε ερμηνεύσει την πρόβλεψη παρομοίως. 50 Ακόμη και αν η επιχειρηματολογία της εφεσίβλητης ήταν σύμφωνη με την προϋπόθεση της ασάφειας, θα έπρεπε ακόμη να αποδείξει ότι θα ήταν σκόπιμο να επιλυθεί αυτή η ασάφεια με αναφορά στο τεκμήριο ότι "το Κοινοβούλιο σκόπευε να νομοθετήσει σύμφωνα με τη Σύμβαση, και όχι σε σύγκρουση με αυτή" (Λόρδος Bridge του Harwich για τη διαμόρφωση αυτής της αρχής ερμηνείας στην R v Secretary of State for the Home Department, Ex p Brind [1991] 1 AC 696, 747-748). Και αυτό, ωστόσο, δυσκολεύει πραγματικά τον εφεσίβλητο. Η σημασία της λέξης "πώς" στη νομοθεσία αυτή, όπως αναφέρθηκε, καθιερώθηκε για πρώτη φορά στην Ex p Rubenstein το
- Όχι μόνο ο νόμος του 1988 (στον οποίο εμφανίζεται η παρούσα διάταξη) είναι ο ίδιος ένας νόμος ενοποίησης (και σκοπούσε, επομένως, να κατοχυρωθεί ο υφιστάμενος νόμος) αλλά τέθηκε σε ισχύ σε μια εποχή κατά την οποία το Κοινοβούλιο δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι κάποια ημέρα το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να έχει διαδικαστική υποχρέωση να διερευνήσει θανάτους σύμφωνα με το άρθρο 2 της Σύμβασης. Όπως ήδη παρατηρήθηκε, δεν ήταν πριν το 1995 που το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην McCann αναγνώρισε ένα τέτοιο καθήκον βάσει της Συνθήκης. Και όπως επισημαίνει ο Επίτροπος, ακόμη και αν το Κοινοβούλιο είχε συνειδητοποιήσει αυτό το καθήκον, ίσως να το θεώρησε επαρκώς ή καλύτερα εκτελεσμένο με άλλα μέσα: ποινική διαδικασία, δικαστική έρευνα ή κάποια διαφορετική διαδικασία. Δεν μπορεί να υποτεθεί ότι το Κοινοβούλιο θα ήθελε να υιοθετηθεί η ευρύτερη προσέγγιση Middleton για όλες τις μελλοντικές έρευνες. 51 Πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνεία της Jamieson της λέξης "πώς" δεν θέτει, από μόνη της, το Ηνωμένο Βασίλειο σε σύγκρουση με τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο. Είναι αλήθεια ότι στη Middleton η Επιτροπή δήλωσε ότι: "ελλείψει πλήρους ποινικής διαδικασίας, και εκτός αν έχει ειδοποιηθεί διαφορετικά, ένας θανατικός ανακριτής θα πρέπει να υποθέσει ότι η έρευνά του είναι το μέσο με το οποίο το κράτος θα εκπληρώσει τη διαδικαστική υποχρέωσή του για έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 2" παρ.
- Όμως, αυτό είναι πολύ μακριά από το να λέμε ότι το Άρθρο 11 θα πρέπει να ερμηνεύεται έτσι σε όλες τις περιπτώσεις ώστε να απαιτείται θανατική ανάκριση Middleton. Ο κ. Starmer πρότεινε ότι σε κάθε περίπτωση είναι για τον θανατικό ανακριτή να αποφασίσει εάν έρευνα Middleton είναι κατάλληλη. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να είναι η περίπτωση. Φυσικά, το εύρος της έρευνας είναι τελικά θέμα του θανατικού ανακριτή. Ωστόσο, η "ετυμηγορία" και τα ευρήματα, δεν είναι. Η ερμηνεία της Jamieson του "πώς" περιγράφει αυστηρά αυτά τα πράγματα. Εντούτοις, όπου ισχύει η ερμηνεία της Middleton, η ετυμηγορία και τα ευρήματα δεν είναι απλώς επιτρεπτά, αλλά πρέπει να είναι ευρύτερα: το Άρθρο 11 υπαγορεύει ότι η ανάκριση "θα εκθέσει, στο βαθμό που τέτοιες λεπτομέρειες έχουν αποδειχθεί ... πώς ... ο θανών βρήκε το θάνατό του". Αν σε κάθε περίπτωση αυτό σημαίνει "υπό ποιες συνθήκες" και "με ποιο τρόπο", ο θανατικός ανακριτής αναγκαστικά σε πολλές περιπτώσεις θα πρέπει να διευρύνει το πεδίο της έρευνας πέρα από αυτό που, σύμφωνα με την προσέγγιση Jamieson, διαφορετικά θα το θεωρούσε κατάλληλο. 52 Στρέφομαι επομένως, στο άλλο σκέλος αυτού του επιχειρήματος, στην εισήγηση ότι η Middleton αποτελεί πλέον δεσμευτικό προηγούμενο ως προς την ερμηνεία του Άρθρου 11 σε όλες τις περιπτώσεις, πρόταση, που όπως ήδη εξηγήθηκε, είναι σαφώς αντίθετη της προθέσεως του Σώματος στη Middleton. Η απάντηση σε αυτήν, κατά την κρίση μου, όπως υποστηρίζει και η παρεμβαίνουσα, βρίσκεται στον ανάλογο τομέα του κοινοτικού δικαίου, όπου, σύμφωνα με την απόφαση Marleasing SA ν La Comercial Internacional de Alimentación SA (υπόθεση C-106/89) Ι-4135, επιβάλλεται μια παρόμοια ισχυρή ερμηνευτική υποχρέωση στα κράτη μέλη να ερμηνεύουν την εσωτερική τους νομοθεσία, όποτε αυτό είναι δυνατό, ώστε να συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο. Η εγγύτητα αυτής της αναλογίας έχει αναγνωριστεί από το Σώμα στην Ghaidan ν Godin-Mendoza [2004] 2 AC 557: βλέπε ιδιαίτερα την άποψη του Λόρδου Steyn στην παράγραφο
- Όταν εφαρμόζεται η προσέγγιση Marleasing, το ερμηνευτικό αποτέλεσμα που παράγει στην εσωτερική νομοθεσία περιορίζεται αυστηρά στις υποθέσεις εκείνες, στις οποίες, στα δικά τους περιστατικά, η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας με τη συνήθη έννοια της θα οδηγούσε σε ασυμβίβαστο με τη σχετική νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αποτέλεσμα. Στις περιπτώσεις που δεν παραβιάζονται δικαιώματα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η εσωτερική νομοθεσία πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται με τον συνήθη τρόπο. Επομένως, στην υπόθεση R v Secretary of State for Transport, Ex p Factortame Ltd [1990] 2 AC 85, το Part II του Merchant Shipping Act 1988 δεν επρόκειτο να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις όπου η λειτουργία του θα παραβίαζε απευθείας τα αποτελεσματικά δικαιώματα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. αλλά όχι αλλιώς. Ομοίως, το Σώμα, μετά από παραπομπή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Imperial Chemical Industries plc v Colmer [1999] 1 WLR 108), στην υπόθεση Imperial Chemical Industries plc v Colmer (Νο. 2) [1999] 1 WLR 2035, έκρινε ότι η ICI παρέμεινε δεσμευόμενη από την εθνική νομοθεσία στο συνηθισμένο της νόημα, παρά το γεγονός ότι υπό ορισμένες συνθήκες μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν ασυμβίβαστη με δικαιώματα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η αρχή αυτή εφαρμόστηκε και πάλι από το Εφετείο, Gingi v Secretary of State for Work and Pensions [2002] 1 CMLR 587, όπου η Arden LJ ρητά ενέκρινε το ακόλουθο απόσπασμα από Bennion, Statutory Interpretation , 4th ed
- Ο σκοπός της θανατικής ανάκρισης, ως πιο πάνω διακρίνεται, επηρεάζει και το περιεχόμενο των συμπερασμάτων, αλλά και το ανακοινωθέν σκεπτικό, του Θανατικού Ανακριτή. Ο Θανατικός Ανακριτής, μπορεί να δίδει απόφαση, μόνον σχετικά με τα συγκεκριμένα ζητήματα που η ανάκρισης του, ως έχει προαναφερθεί, σκοπεύει και για τα οποία έχει, βάσει του νόμου, δικαιοδοσία (βλ. R (Farah) v HM Coroner for Southampton and New Forest District of Hampshire [2009] EWCH 1605 (Admin), Re Αντώνη Μαρδαπίττα κ. α. Πολιτική Αίτηση Αρ. 135/17 (Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου Δ. Α. Δ.) και Re Δρ. Χρίστος Χρίστου κ. α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D511, Αίτηση Αρ. 71/2014, 10/07/2015 (Μιχαηλίδου Δ. Α. Δ.). Πόρισμα / Συμπέρασμα και το Πρακτικό της Θανατικής Ανάκρισης
- Όπως υποδεικνύεται από τις κατευθυντήριες γραμμές του Επικεφαλής Θανατικού Ανακριτή στο Ηνωμένο Βασίλειο (βλ. Chief's Coroner's Guidance No. 17: Conclusions short-form and narrative, 30 Ιανουαρίου 2015, ως τούτες αναθεωρήθηκαν μέχρι και σήμερα) για να καταλήξει ο Θανατικός Ανακριτής στο πόρισμα / συμπέρασμα του, ενδείκνυται να ακολουθήσει μία διαδικασία τριών σταδίων:
- Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το πρότυπο του Πρακτικού της θανατικής ανάκρισης, δίδεται από τους Coroners (Inquests) Rules 2013/1616 (βλ. Schedule, Form 2), στο οποίο ενσωματώνονται τα δύο είδη Πρακτικού θανατικής ανάκρισης που έχουν θεσμοθετηθεί για την αποτύπωση και ανακοίνωση της απόφασης του Θανατικού Ανακριτή (ή των ενόρκων, αναλόγως της περίπτωσης): το σύντομο («short-form») και το περιεκτικό («narrative»). Η επιλογή πιο από τα δύο είδη θα ακολουθηθεί, είναι καθαρά στην κρίση του Θανατικού Ανακριτή, ανεξαρτήτως της περιπλοκότητας της περίπτωσης. Μόνο στην περίπτωση όπου, όπως έχει προαναφερθεί, η περίπτωση αφορά θάνατο που εγείρει ζήτημα τήρησης της υποχρεώσεως της πολιτείας βάσει του Άρθρου 2 της Ε. Σ. Δ. Α. για αποτελεσματική διερεύνηση των συνθηκών ενός θανάτου, το πόρισμα πρέπει να είναι περιεκτικό.
- Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει νομολογηθεί, ακόμη και στην περίπτωση που το Πρακτικό της θανατικής ανάκρισης επιλεχθεί να είναι το περιεκτικό, αυτό πρέπει να είναι σύντομο, ουδέτερο, επί των γεγονότων και δεν πρέπει να περιλαμβάνει την έκφραση οποιασδήποτε απόφασης ή γνώμης (ειδικότερα σε ότι αφορά ζήτημα αστικής ευθύνης, ή ποινικής ευθύνης ενός ονομασμένου προσώπου) (βλ. R v HM Coroner for NorthHumberside and Scumthrope, ex parte Jamieson [1995] QB 1 [v]).
- Το σύντομο Πρακτικό θανατικής ανάκρισης που έχει θεσμοθετηθεί, περιλαμβάνει την ακόλουθη λίστα πορισμάτων / συμπερασμάτων, η οποία, αν και όχι αποκλειστική ή και εξαντλητική, είναι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες κατευθυντήριες γραμμές του Επικεφαλής Θανατικού Ανακριτή στο Ηνωμένο Βασίλειο, επιθυμητό να υιοθετείται:
- Έχω αναφερθεί σε έκταση στον ρόλο του Θανατικού Ανακριτή και στον σκοπό της θανατικής ανάκρισης, για να καταλήξω στο θέμα της μαρτυρίας που πάντοτε απασχολεί. Και αυτό γιατί, ο σκοπός της θανατικής ανάκρισης, έχει βαθύ αντίκτυπο στην μαρτυρία που είναι κατάλληλη για να εξεταστεί από τον Θανατικό Ανακριτή. Ως έχει προαναφερθεί, ο Θανατικός Ανακριτής είναι δεσμευμένος να περιορίσει την έρευνα του στα τέσσερα ερωτήματα του Άρθρου 25 του Κεφ. 153: «ποιός ήταν ο αποθανών και πως, πότε και που ο αποθανών απέθανε».
- Συνεπώς, η διαθέσιμη για τον Θανατικό Ανακριτή μαρτυρία, ως τούτη διαπιστώνεται, είτε κατά την προκαταρκτική διερεύνηση του, είτε κατά την προδικασία, είτε κατά την εξέλιξη της θανατικής ανάκρισης, επηρεάζει το εύρος της εξέτασης του. Ο Θανατικός Ανακριτής, μπορεί για παράδειγμα, από την προκαταρκτική κιόλας διερεύνηση της υπόθεσης, μέσα από την πληροφόρηση που λαμβάνει για την αναφερόμενη σε αυτόν περίπτωση θανάτου από την τοπική αρχή ή την αστυνομία, να έχει μία άποψη κατά πόσο ο θάνατος πιθανόν να προήλθε από κάποιο φορέα του δημοσίου λόγω κάποιας συστημικής αποτυχίας και να διευρύνει την ανάκριση του: σε θανατική ανάκριση τύπου Middleton. Μπορεί φυσικά να διαμορφώσει αντίθετη άποψη και να περιορίσει το εύρος της: σε θανατική ανάκριση τύπου Jamieson. Όποια όμως και να είναι η περίπτωση, ειδικότερα στις περιπτώσεις όπου ο προγραμματισμός αυτός του Θανατικού Ανακριτή γίνεται πριν από την έναρξη της δίκης και λήψη μαρτυρίας, ο Θανατικός Ανακριτής πρέπει να παραμένει σε επίγνωση ότι, με την αποκάλυψη και διερεύνηση της μαρτυρίας, είναι δυνατόν ο χαρακτήρας της θανατικής ανάκρισης (ως προς το εύρος της) να χρειαστεί να αλλάξει (βλ. R (Butler) v HM Coroner for the Black County District [2010] EWHC 43).
- Στην προκείμενη περίπτωση και για τους λόγους που αναφέρω με περισσότερη λεπτομέρεια στην συνέχεια, είναι ξεκάθαρο από την μαρτυρία που μου έχει παρουσιαστεί, ότι, σε ότι αφορά την υπό εξέταση περίπτωση θανάτου, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των προνοιών του Άρθρου 2 της Ε. Σ. Δ. Α. από πλευράς του κράτους (βλ. και Re Λευκο Επιφανείου (Αρ. 2)
- The question in the resumed Birmingham inquests is whether the Coroner should independently investigate and call evidence which seeks to answer the question of who organised and planted the bombs, when the jury are disabled from reaching a conclusion on that matter and in the light of the antecedent investigations. The contextual background includes multiple police investigations directed at that very question and a comprehensive recent report. They have been unable to answer that question. There will be many inquests where the identity of the person or persons responsible for a death are known and not in any doubt, indeed such people may be interested persons in an inquest. Most inquests involving alleged state responsibility will fall into that category. The issue in a case where lethal force was used by a state agent will usually be whether the force used was lawful or unlawful. In cases concerned with missed opportunities to prevent a death, the conduct of known individuals will usually be under scrutiny, as well as the systems within which they operated. In cases where there is little doubt that a killing was unlawful there may be evidence of how the deceased came by his or her death which implicates identified individuals. That, however, is different from an inquest which follows a comprehensive police investigation which has been unable satisfactorily to identify those responsible with a view to prosecution and it is being suggested that the inquest should independently conduct a fresh criminal investigation.
- It is as well to bear in mind the difference between the procedural obligation to investigate deaths for which the state may bear responsibility, and the substantive obligation on the state to have in place an effective system for enforcing the law. That necessarily includes a need to have in place a system which investigates suspected homicides. The distinction is reflected in the description of the two obligations by Lord Bingham in paragraphs [1] and [2] of his opinion in Middleton. It is the police who investigate suspected homicides. As the High Court recognised, there is no legal duty on a coroner to undertake a further investigation simply because the police inquiries have failed to deliver a suspect for trial. When Lord Bingham said in Middleton at [20] that "in England and Wales an inquest is the means by which the state ordinarily discharges [the procedural] obligation, save where a criminal prosecution intervenes or a public inquiry is ordered into a major accident", he was referring to the procedural obligation which attaches to suspected state responsibility. That is the procedural obligation he had described in [2]. He was not suggesting that an inquest is the ordinary way in which the substantive obligation, which includes effective law enforcement, is discharged.
- For centuries, both before and long after there was an established police force, it was a function of an inquest to investigate homicides and to commit for trial those the jury concluded were responsible. That jurisdiction was abolished by section 56 of the Criminal Law Act 1977 and the prohibitions against identifying those guilty of homicide then introduced.
- At the resumed inquests, what will be the "the central issues"? The statutory questions remain. In the present case, the stark answers to those questions are known. The identities of the deceased are known; the dates and the places of the deaths are known and it is known that all the deceased were unlawfully killed. An issue identified both by the Senior Coroner who directed the resumption of the inquests and the Coroner concerns prior knowledge. Others may emerge. But the identity of those responsible for the bombings is not a central issue in the inquests. It is difficult to criticise the Coroner, still less to stigmatise as unlawful a decision to refuse to explore a distinct question which the jury is prohibited by statute from answering.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «
- Το ερώτημα στις θανατικές ανακρίσεις του Μπέρμιγχαμ που έχουν ξαναρχίσει, είναι εάν ο θανατικός ανακριτής θα πρέπει να διερευνήσει ανεξάρτητα και να καλέσει μαρτυρία που θα απαντά στο ερώτημα ποιος οργάνωσε και τοποθέτησε τις βόμβες, όταν η επιτροπή των ενόρκων δεν μπορεί να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα επί του θέματος και υπό το πρίσμα των προηγούμενων ερευνών. Το ιστορικό υπόβαθρο περιλαμβάνει πολλαπλές αστυνομικές έρευνες που απευθύνονται σε αυτή την ίδια ερώτηση και μια αναλυτική πρόσφατη έκθεση. Δεν μπόρεσαν να απαντήσουν σε αυτή την ερώτηση. Θα υπάρξουν πολλές θανατικές ανακρίσεις όπου η ταυτότητα του προσώπου ή των προσώπων που ευθύνονται για τον θάνατο είναι γνωστή και δεν υπάρχει προς τούτο αμφιβολία, και πράγματι, τέτοια πρόσωπα μπορεί να είναι ενδιαφερόμενοι στην θανατική ανάκριση. Οι περισσότερες έρευνες που αφορούν εικαζόμενη κρατική ευθύνη θα εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή. Το ζήτημα σε περίπτωση που θανατηφόρα δύναμη χρησιμοποιήθηκε από έναν κρατικό αντιπρόσωπο, θα είναι συνήθως αν η χρησιμοποιούμενη δύναμη ήταν νόμιμη ή παράνομη. Σε περιπτώσεις που αφορούν χαμένες ευκαιρίες πρόληψης θανάτου, η συμπεριφορά γνωστών ατόμων θα είναι συνήθως υπό εξέταση, καθώς και τα συστήματα στα οποία λειτουργούσαν. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ελάχιστη αμφιβολία ότι μια θανάτωσης ήταν παράνομη, μπορεί να υπάρχει μαρτυρία για τον τρόπο με τον οποίο ο θανών βρήκε το θάνατό του, που να ενέχει τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Αυτό όμως είναι διαφορετικό από την θανατική ανάκριση που διεξάγεται μετά από διεξοδική αστυνομική έρευνα, η οποία δεν μπόρεσε να εντοπίσει ικανοποιητικά τους υπευθύνους με σκοπό τη δίωξη και προτείνεται η διεξαγωγή της έρευνας ανεξάρτητα από μια νέα ποινική έρευνα.
- Είναι επίσης σημαντικό να ληφθεί υπόψη η διαφορά μεταξύ της διαδικαστικής υποχρέωσης διερεύνησης θανάτων για τους οποίους το κράτος μπορεί να φέρει την ευθύνη, και της ουσιαστικής υποχρέωσης του κράτους να εφαρμόσει ένα αποτελεσματικό σύστημα επιβολής του νόμου. Αυτό αναγκαστικά περιλαμβάνει την ανάγκη ύπαρξης συστήματος που να διερευνά τις υποπτευόμενες ανθρωποκτονίες. Η διάκριση αντικατοπτρίζεται στην περιγραφή των δύο υποχρεώσεων του Λόρδου Bingham στις παραγράφους [1] και [2] της γνώμης του στην Middleton. Είναι η αστυνομία που ερευνά τις υποτιθέμενες ανθρωποκτονίες. Όπως αναγνώρισε το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν υπάρχει νόμιμο καθήκον σε έναν θανατικό ανακριτή να διεξάγει περαιτέρω έρευνα απλά επειδή οι αστυνομικές έρευνες δεν κατάφεραν να παραδώσουν έναν ύποπτο για δίκη. Όταν ο Λόρδος Bingham είπε στην Middleton ότι "στην Αγγλία και την Ουαλία μια έρευνα είναι το μέσο με το οποίο το κράτος εκπληρώνει συνήθως την [διαδικαστική] υποχρέωση, εκτός από την περίπτωση όπου μια ποινική δίωξη παρεμβαίνει ή διατάσσεται δημόσια έρευνα σε ένα μεγάλο ατύχημα", αναφερόταν στη διαδικαστική υποχρέωση που συνδέεται με την ύποπτη κρατική ευθύνη. Αυτή είναι η διαδικαστική υποχρέωση που είχε περιγράψει στην [2]. Δεν πρότεινε ότι μια θανατική ανάκριση είναι ο συνηθισμένος τρόπος με τον οποίο εκπληρώνεται η ουσιαστική υποχρέωση, η οποία περιλαμβάνει την αποτελεσματική επιβολή του νόμου.
- Για αιώνες, τόσο πριν όσο και πολύ αργότερα την ύπαρξη μίας εγκαθιδρυθείσας αστυνομικής δύναμης, ήταν μια λειτουργία της θανατικής ανάκρισης η διερεύνηση ανθρωποκτονιών και η παραπομπή σε δίκη εκείνων που η επιτροπή των ενόρκων κατέληγε ότι ήταν υπεύθυνοι. Η αρμοδιότητα αυτή καταργήθηκε με το άρθρο 56 του νόμου του Ποινικού Κώδικα του 1977 και με τις απαγορεύσεις κατά του εντοπισμού των κατηγορούμενων για ανθρωποκτονία.
- Με τις θανατικές ανακρίσεις που έχουν ξεκινήσει ξανά, ποια θα είναι τα "κεντρικά ζητήματα"; Τα νομικά ερωτήματα παραμένουν. Εν προκειμένω, είναι γνωστές οι κύριες απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά. Οι ταυτότητες των θανόντων είναι γνωστές. οι ημερομηνίες και οι τόποι των θανάτων είναι γνωστοί και είναι γνωστό ότι όλοι οι νεκροί θανατώθηκαν παράνομα. Ένα ζήτημα που εντοπίστηκε τόσο από τον Ανώτερο Θανατικό Ανακριτή, που έδωσε οδηγία οι θανατικές ανακρίσεις να ξεκινήσουν ξανά, όσο και από τον Θανατικό Ανακριτή, που αφορά προηγούμενη γνώση. Άλλα μπορεί να προκύψουν. Ωστόσο, η ταυτότητα των υπευθύνων για τις βομβιστικές επιθέσεις δεν αποτελεί κεντρικό ζήτημα στις έρευνες. Είναι δύσκολο να επικρίνουμε τον Θανατικό Ανακριτή, ακόμα λιγότερο να στιγματίζουμε ως παράνομη μια απόφαση να αρνηθεί την διερεύνηση ενός ξεχωριστού ερωτήματος για το οποίο η επιτροπή των ενόρκων απαγορεύεται από το νόμο να απαντήσει.».]
- Από το μέχρι στιγμής τεθέν ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, προκύπτει ότι, ο τρόπος του θανάτου του Αποβιώσαντος και τα λοιπά στοιχεία που πρέπει να διαπιστωθούν μέσα από αυτή την διαδικασία, μπορούν να διαπιστωθούν, χωρίς ανάγκη εξέτασης οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας. Εξ ου και η απόφασης μου να μην καλέσω για εξέταση το οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και η απόρριψης σχετικού αιτήματος που υπεβλήθη από πλευράς του πλησιέστερου συγγενή του Αποβιώσαντος [viii]. Αναφέρομαι στην σχετική μαρτυρία στην συνέχεια.
- Με γνώμονα τα όσα έχουν προαναφερθεί, σε ότι αφορά την υπό εξέταση περίπτωση θανάτου, βρίσκω τα εξής:
- Γεγονότα ως προκύπτουν από την μαρτυρία
- Ενώπιον μου, κατέθεσαν δύο μάρτυρες εκ μέρους της Αστυνομίας, οι Αστ. XXX και XXXX, οι οποίοι μου παρουσίασαν (και δη ο Αστ. XXXX) το μαρτυρικό υλικό που εξασφαλίστηκε και συλλέχθηκε από την Αστυνομία (από την Αστ. XXXX που είναι πλέον ουσιαστικά εκτός της Αστυνομικής υπηρεσίας) κατά τη διερεύνηση του θανάτου του Αποβιώσαντος, κατά την διερεύνηση της υπόθεσης.
- Δεν έχω δει τη σορό του Αποβιώσαντος, αλλά είμαι ικανοποιημένος ότι αυτή έχει επιθεωρηθεί, τόσο από την Αστυνομία, όσο και από τον προαναφερόμενο ιατροδικαστή.
- Ευρήματα - Ποιός ήταν ο αποθανών και πως, πότε και που ο αποθανών απέθανε
- Μελέτη του μαρτυρικού αυτού υλικού, αποκαλύπτει τα εξής:
- Το όνομα και επίθετο του Αποβιώσαντος: ***** Χρίστου, με Δελτίο Ταυτότητας Κυπριακής Δημοκρατίας υπ' αριθμό *****, κάτοικος πριν από τον θάνατο του, στην Οδό *****, Γεροσκήπου, Επαρχία Λεμεσού.
- Η ιατρική αιτία του θανάτου: Πνευμονική εμβολή [ix].
- Πως [και υπό ποιες συνθήκες], πότε και που ο αποθανών απέθανε: Στην προκείμενη περίπτωση, αρκεί το Πρακτικό της θανατικής ανάκρισης να είναι, ως προαναφέρθηκε, «Σύντομο» (καθότι, ως διαπιστώνεται, οι περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, δεν απαιτούν να δοθεί απάντησης σε οποιοδήποτε ζητήματα εγείρεται από το Άρθρο 2 της Ε. Σ. Δ. Α., ως έχει προαναφερθεί, για τα οποία, το Πρακτικό της θανατικής ανάκρισης, πρέπει να είναι «Περιεκτικό» βλ. Chief's Coroner's Guidance No. 17: Conclusions short-form and narrative, 30 Ιανουαρίου 2015 ανωτέρω, στις παραγράφους από 26 έως και 44), και ως εκ τούτου, σε ότι αφορά το πώς ο Αποβιώσας πέθανε, καταγράφονται τα εξής συμπεράσματα: i. Ο Αποβιώσας, έπασχε από γνωστή στεφανιαία νόσο, λόγω υποβολής του, χειρουργικά, περί το έτος 2001, σε τριπλή αορτοστεφάνια παράκαμψη (bypass), με την χρήση μοσχευμάτων [x]. Επιπλέον, ο Αποβιώσας, έπασχε και από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια (μονήρη νεφρό), λόγω ατυχήματος, από την ηλικία των 14 ετών, η οποία, στα 57 του χρόνια, ήταν στο τελικό της στάδιο (ήτοι, η νεφρική του λειτουργία χρειαζόταν υποστήριξη). ii. Περί το έτος 2013, ο Αποβιώσας, λόγω οξείας ισχαιμίας του μυοκαρδίου [xi] και ευμεγέθους ανευρύσματος αρτηρίας / κοινής λαγονίου (ενός εκ των φλεβικών του μοσχευμάτων) [xii], υποβλήθηκε, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στις 06/11/2013, σε αγγειοπλαστική του εν λόγω μοσχεύματος (μπαλονάκι και stent) και στις 16/01/2014, σε ενδοαγγειακή διόρθωση του ανευρύσματος της εν λόγω αρτηρίας. Είχε προηγηθεί, της τελευταίας αυτής χειρουργικής επέμβασης του Αποβιώσαντος, λόγω της νεφροπάθειας του (επίσης στις 16/01/2014), η εισαγωγή σε αυτόν καθετήρα αιμοκάθαρσης, για αιμοδιύλιση μετεγχειρητικά, του σκιαγραφικού υλικού που θα του χορηγείτο ενδοαγγειακά για σκοπούς της επέμβασης, λόγω της τοξικότητας του εν λόγω υλικού και της ως εκ τούτου βλάβης που μπορεί να προκαλέσει στα νεφρά. iii. Μετεγχειρητικά, στην περίθαλψη του Αποβιώσαντος, και ειδικότερα, λόγω των μεθόδων νεφρικής υποκατάστασης που του εφαρμόστηκαν, υπήρξαν επιπλοκές, η οποίες, παρά την αντιμετώπιση τους, κατά τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν και στον χρόνο που αντιμετωπίστηκαν, αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και μεταγενέστερα στο Αμερικανικό Κέντρο Καρδίας όπου κρίθηκε [με την συγκατάθεση «του»] ότι μπορούσε να μεταφερθεί, δεν απέτρεψαν τον θάνατο του Αποβιώσαντος, ο οποίος επήλθε στο Αμερικανικό Κέντρο Καρδίας στις 30/03/2014 (και ώρα 21:58). iv. Ιατροδικαστική εξέταση του πτώματος του Αποβιώσαντος, κατέδειξε ότι, αυτός, κατέληξε εξ αιτίας πνευμονικής εμβολής. v. Το Πόρισμα / Συμπέρασμα «ατυχήματος ή κακοτυχίας», στο πλαίσιο της ιατρικής περίθαλψης, εξετάστηκε από Ανώτερο Δικαστήριο στην Αγγλία, στην υπόθεση R v HM Coroner for Birmingham and Solihull Ex p. Benton [2000] Inquest L.R. 72, όπου λέχθηκαν τα εξής: «If unlawful killing is accepted as not being a possible verdict, the question arises as to what other verdicts were possible apart from death by natural causes. It is submitted on behalf of the Applicant that the jury could properly have concluded that this was death by accident or misadventure, or alternatively an open verdict would have been appropriate if the evidence was insufficient to allow a decision as to whether it was death by natural causes or death by accident or misadventure. The Applicant refers to the definition of misadventure in Jervis on Coroners (11 th Ed.). At paragraph 13-24 which reads: 'No distinction is drawn between accident and misadventure in the conclusion. It is sometimes suggested that "accident" connotes something over which there is no human control, or an unintended act, while "misadventure" indicates some deliberate (but lawful) human act which has unexpectedly taken a turn that leads to death. Even if this distinction exists in logic, it is clear that coroners have not observed it in practice, and accordingly, for statistical purposes, these conclusions are treated as being the same. The Divisional Court has encouraged this trend, treating the distinction between accident and misadventure as "without purpose and effect", and suggesting the suppression of the latter in favour of the former. It is thus necessary to explain to the jury that "accident" can mean the unexpected result of a deliberate act, and that recording such conclusion does not deprive any person of any civil remedy he may otherwise have'. Clearly this passage does represent the law on this matter (See R. v Portsmouth Coroner ex parte Anderson [1987] 1 WLR 1640 and Rv. Inner South London Coroner ex parte Kendall [1988] 1 WLR 1186). However, that definition requires a careful approach in case where death has occurred in the course of medical treatment. It is necessary to contrast two possible situations. The first is where a person is suffering from a potentially fatal condition and medical intervention does no more than fail to prevent that death. In such circumstances the underlying cause of death is the condition that proved fatal and in such a case, the correct verdict would be death from natural causes. This would be the case even if the medical treatment that had been given was viewed generally by the medical profession as the wrong treatment. All the more so is this the case where such a person is not treated at all even if the failure to give the treatment was negligent. Thus in such circumstances the recording of a verdict of death by natural causes is not in any way a finding that there was no fault on the part of the doctors. That question for the reasons already explained is not one that the inquest does, or is permitted to, address. On the other hand, where a person is suffering from a condition which does not in any way threaten his life and such person undergoes treatment which for whatever reason causes death. Then assuming that there is no question of unlawful killing the verdict should be death by accident, misadventure. Just as the recording of death by natural causes does not absolve the doctors of fault so the recording of death by accident/misadventure does not imply fault.». [Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «Εάν η παράνομη θανάτωσης γίνει δεκτό ότι δεν αποτελεί πιθανή ετυμηγορία, τίθεται το ερώτημα σχετικά με το ποια άλλα πορίσματα ήταν πιθανά, εξαιρουμένου του θανάτου από φυσικά αίτια. Υποβλήθηκε από πλευράς του αιτητή, ότι η κριτική επιτροπή των ενόρκων, θα μπορούσε σωστά να συμπεράνει ότι πρόκειται για θάνατο από ατύχημα ή κακοτυχία, ή εναλλακτικά, ότι μια ανοικτή ετυμηγορία θα ήταν κατάλληλη εάν τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν ανεπαρκή για να καταστεί δυνατή η απόφαση για το εάν ήταν θάνατος από φυσικά αίτια ή θάνατος από ατύχημα ή κακοτυχία. Ο αιτητής αναφέρθηκε στον ορισμό της κακοτυχίας στο σύγγραμμα Jervis on Coroners (11η έκδοση). Στην παράγραφο 13-24, αναφέρονται τα εξής: "Δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ του ατυχήματος και της κακοτυχίας στο συμπέρασμα. Μερικές φορές προτείνεται ότι το "ατύχημα" υποδηλώνει κάτι υπεράνω, από το οποίο δεν υπάρχει ανθρώπινος έλεγχος, ή μια ακούσια πράξη, ενώ η "κακοτυχία" υποδεικνύει κάποια σκόπιμη (αλλά νόμιμη) ανθρώπινη πράξη που απροσδόκητα έλαβε μια στροφή που οδηγεί στο θάνατο. Ακόμη και αν υπάρχει αυτή η διάκριση στη λογική, είναι σαφές ότι οι θανατικοί ανακριτές δεν τις έχουν παρατηρήσει στην πράξη και, ως εκ τούτου, για στατιστικούς λόγους, τα συμπεράσματα αυτά αντιμετωπίζονται ως τα ίδια. Το Divisional Court ενθάρρυνε αυτή την τάση, αντιμετωπίζοντας τη διάκριση μεταξύ ατυχήματος και κακοτυχίας ως "χωρίς σκοπό και αποτέλεσμα" και υποδεικνύοντας την καταστολή της τελευταίας υπέρ της πρώτης. Επομένως, πρέπει να εξηγηθεί στην κριτική επιτροπή των ενόρκων ότι το "ατύχημα" μπορεί να σημαίνει το απροσδόκητο αποτέλεσμα μιας σκόπιμης πράξης και ότι η καταγραφή τέτοιου συμπεράσματος δεν στερεί από κανέναν καμία θεραπεία από αστική διεκδίκηση που θα μπορούσε διαφορετικά να έχει". Είναι σαφές ότι αυτό το απόσπασμα αντιπροσωπεύει το νόμο επί του θέματος αυτού (βλ. R. v Portsmouth Coroner ex parte Anderson [1987] 1 WLR 1640 και R v. Inner South London Coroner ex parte Kendall [1988] 1 WLR 1186). Ωστόσο, ο ορισμός αυτός, απαιτεί προσεκτική προσέγγιση σε περίπτωση θανάτου κατά τη διάρκεια ιατρικής περίθαλψης. Είναι απαραίτητο να αντιπαραβάλλουμε δύο πιθανές καταστάσεις. Η πρώτη είναι όταν ένα άτομο πάσχει από μια δυνητικά θανατηφόρο κατάσταση και η ιατρική παρέμβαση απλώς προλαμβάνει αυτόν τον θάνατο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η υποκείμενη αιτία θανάτου είναι η κατάσταση που αποδείχθηκε μοιραία και σε μια τέτοια περίπτωση, η σωστή ετυμηγορία θα ήταν θάνατος από φυσικά αίτια. Αυτό θα συνέβαινε ακόμη και αν η ιατρική περίθαλψη που δόθηκε θεωρήθηκε από τον ιατρικό κόσμο ως λάθος θεραπεία. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που ένα τέτοιο άτομο δεν αντιμετωπίζεται καθόλου, ακόμη και αν η αποτυχία να δοθεί η θεραπεία ήταν το αποτέλεσμα αμέλειας. Επομένως, σε τέτοιες περιπτώσεις, η καταγραφή της ετυμηγορίας του θανάτου, ως θανάτου από φυσικά αίτια, δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο διαπίστωση ότι δεν υπήρξε πταίσμα εκ μέρους των ιατρών. Το ερώτημα αυτό [της ιατρικής ευθύνης], για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, δεν είναι τέτοιο που η θανατική ανάκριση πρέπει ή μπορεί να απαντήσει. Από την άλλη πλευρά, όταν ένα άτομο πάσχει από μια κατάσταση η οποία σε καμία περίπτωση δεν απειλεί τη ζωή του και ένα τέτοιο άτομο υφίσταται θεραπεία που για οποιοδήποτε λόγο προκαλεί θάνατο. Τότε, υποθέτοντας ότι δεν υπάρχει θέμα παράνομης θανάτωσης, το πόρισμα θα πρέπει να είναι θάνατος ατύχημα, κακοτυχία. Ακριβώς όπως η καταγραφή του θανάτου από φυσικά αίτια δεν απαλλάσσει τους γιατρούς από το σφάλμα, έτσι και η καταγραφή πορίσματος περί θανάτου από ατύχημα / κακοτυχία δεν υποδηλώνει πταίσμα.».] vi. Παραπομπή γίνεται και στην Chief's Coroner's Guidance No. 17: Conclusions short-form and narrative, 30 Ιανουαρίου 2015, στις παραγράφους από 65 έως και 67, όπου γίνεται η ανάλυσης των ατυχήματος και κακοτυχίας, ως ευρημάτων που μπορούν να καταγραφούν ως μέρος του Πορίσματος / Συμπεράσματος του Θανατικού Ανακριτή. vii. Ο πλησιέστερος συγγενής και η οικογένεια του Αποβιώσαντος, αν και δεν αμφισβητούν το τελικό πόρισμα, σε ότι αφορά την αιτία του θανάτου, ως καταδείχθηκε από την ιατροδικαστική εξέταση του πτώματος του Αποβιώσαντος, ότι δηλαδή επήλθε εξαιτίας πνευμονικής εμβολής, επιδιώκουν, Συμπέρασμα / Πόρισμα του Θανατικού Ανακριτή, από το οποίο να καθίσταται «ξεκάθαρο από που προήλθε η λοίμωξη [προφανώς του χειρουργικού τραύματος της αριστερής λαγόνιας χώρας] και από ποιες ενέργειες». Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από τον συνήγορο τους κατά την ενώπιον μου εμφάνιση του για τα της διαδικασίας αυτής στις 06/09/2018, «. θέλουμε να δώσουν μαρτυρία οι γιατροί γιατί συμμετείχαν πάρα πολλοί, γιατί μιλάμε για 20 γιατρούς και δεν είναι ξεκάθαρο κατ' εμάς από που προήλθε εντέλει ο θάνατος. Το πόρισμα το τελικό δεν το αμφισβητούμε, απλά δεν προκύπτει από που προήλθε η λοίμωξη συγκεκριμένα και από ποιες ενέργειες ούτως ώστε να είναι ξεκάθαρο και για εμάς». Το ζήτημα, εν τέλει, για τον πλησιέστερο συγγενή και την οικογένεια του Αποβιώσαντος, είναι κατά πόσο, ενέργειες του ιατρικού προσωπικού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ή και του Αμερικανικού Κέντρου Καρδίας, «δημιούργησαν μόλυνση [του χειρουργικού τραύματος του Αποβιώσαντος] με αποτέλεσμα την σηπτική καταπληξία» του Αποβιώσαντος. Θέση, που ουσιαστικά ετέθη εκ νέου από πλευράς του συνηγόρου του πλησιέστερου συγγενή και της οικογένειας του Αποβιώσαντος, στις 07/11/2018, που συνεχίστηκε η θανατική ανάκριση, όταν αναφέρθηκε ότι, «. η ουσία είναι ότι με βάση την ιατροδικαστική έκθεση γνωρίζουμε μία συγκεκριμένη αιτία θανάτου που δεν λέει πως προκλήθηκε και πρέπει να είναι ξεκάθαρο από που προκλήθηκε και με βάση το ότι υπάρχουν διαφορετικές απόψεις στο τι τον οδήγησε στον θάνατο .». Αν και ο κ. Παρμάτζιας, δήλωσε, ότι, σκοπός των εντολέων του, δεν είναι «η απόδοση αμέλειας», εντούτοις, σημειώνεται ως σχετική εν προκειμένω, η «καταγγελία» των εντολέων του, δια του υιού του Αποβιώσαντος, στην Αστυνομία, ο οποίος κατέθεσε ότι, «. Θεωρώ ότι κατά την διάρκεια της νοσηλείας του [Αποβιώσαντος] στο Γ. Ν. Λ/σιας έγιναν ιατρικά λάθη τα οποία επέφεραν μόλυνση στον πατέρα μου και τον οδήγησαν στον θάνατο. Επίσης πιστεύω ότι δεν θα έπρεπε να του γίνει επέμβαση για το ανεύρυσμα τον χρόνο που έγινε, διότι δεν είχε ακόμα αναρρώσει πλήρως από την αγγειοπλαστική που του είχε γίνει. .». viii. Από όποια σκοπιά της και εάν αντικρισθεί η προαναφερόμενη τοποθέτηση του πλησιέστερου συγγενή και της οικογένειας του Αποβιώσαντος, από αυτήν αναδύεται ότι, επιδίωξης τους, είναι κάτι πέραν του προαναφερόμενου Συμπεράσματος / Πορίσματος του Θανατικού Ανακριτή περί «Ατυχήματος ή Κακοτυχίας», που, ως είναι ξεκάθαρο από τις προεκτεθείσες αρχές, είναι το μοναδικό διαθέσιμο υπό τις περιστάσεις. Ο ρόλος και σκοπός της θανατικής ανάκρισης και η δικαιοδοσία του Θανατικού Ανακριτή, έχει ήδη επεξηγηθεί ανωτέρω, και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εδώ τις σχετικές αρχές για να καταλήξω στο ότι, (α) στο Πόρισμα / Συμπέρασμα του, ο Θανατικός Ανακριτής, δεν μπορεί σίγουρα να προβεί σε εύρημα που να αφορά την αμέλεια του οποιουδήποτε προσώπου (φυσικού ή νομικού) και (β) ότι, ο Θανατικός Ανακριτής, δεν είναι υποχρεωμένος να διευρύνει την έρευνα του για να συλλεχθεί μαρτυρία που να διευκρινίζει τα γεγονότα που είναι ήδη ενώπιον του και από τα οποία το προαναφερόμενο Συμπέρασμα / Πόρισμα του δεν μπορεί να επηρεαστεί, αλλά μάλιστα αποτελεί και την μοναδική υπό τις περιστάσεις επιλογή. ix. Επαναλαμβάνεται εδώ και σημειώνεται, η δικαιοδοσία του Θανατικού Ανακριτή και ο ρόλος της θανατικής ανάκρισης, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι αστυνομικός ή διωκτικός (βλ. R. (on the application of Hambleton) v Coroner for the Birmingham Inquests
- Ο θάνατος δεν θεωρείται ως επιβαλλόμενος κατά παράβασιν του άρθρου τούτου, εις ας περιπτώσεις θα επήρχετο συνεπεία χρήσεως βίας καταστάσης απολύτως αναγκαίας: α. δια την υπεράσπισιν οιουδήποτε προσώπου κατά παρανόμου βίας. β. δια την πραγματοποίησιν νομίμου συλλήψεως ή προς παρεμπόδισιν αποδράσεως προσώπου νομίμως κρατουμένου. γ. δια την καταστολήν, συμφώνως τω νόμω, στάσεως ή ανταρσίας.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) xix. Βλ. επίσης, το Άρθρο 7.
- του Συντάγματος. xx. Τέλος, σε ότι αφορά την διαδικαστική υποχρέωση του κράτους, σημειώνονται επιπρόσθετα τα εξής. xxi. Σύμφωνα με την νομολογία του Ε. Δ. Α. Δ., το Άρθρο 2 της Ε. Σ. Δ. Α. πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται κατά τρόπον ώστε, η προστασία που αυτό παρέχει, να είναι πρακτική και αποτελεσματική. Ως εκ τούτου, η διαδικαστική υποχρέωση του Άρθρου 2 της Ε. Σ. Δ. Α., έχει αναπτυχθεί ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι πιθανές παραβιάσεις της θετικής ή αρνητικής υποχρέωσης του κράτους, να διερευνώνται αποτελεσματικά και κατάλληλα μέτρα να λαμβάνονται για την αποτροπή περαιτέρω θανάτων. Χωρίς την διαδικαστική υποχρέωση, οι ουσιαστικές απαιτήσεις του Άρθρου 2 της Ε. Σ. Δ. Α. θα ήταν άνευ αντικειμένου. Η διαδικαστική υποχρέωση του κράτους ενεργοποιείται: (α) είτε όταν υπάρχει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως παραβίασης του προαναφερόμενου γενικού ή συστημικού καθήκοντος, (β) είτε όπου υπάρχουν λόγοι υποψίας ότι ο θάνατος μπορεί να συνεπάγεται παραβίαση από το κράτος του προαναφερόμενου γενικού ή συστημικού του καθήκοντος. Το επίπεδο, κατ' αντίθεση αυτού που αφορά το προαναφερόμενο γενικό ή συστημικό καθήκον, είναι χαμηλό: μόνο μία εύλογη υποψία απαιτείται. xxii. Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό από τα προαναφερόμενα, η διερεύνηση των αιτιών ενός θανάτου, για να είναι συμβατή με τις πρόνοιες του Άρθρου 2 της Ε. Σ. Δ. Α., δεν πρέπει να περιορίζεται στο αποτέλεσμα. Η νομολογία του Ε. Δ. Α. Δ., δείχνει ότι, το ζήτημα αφορά, τόσο την διαδικασία, όσο και το αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα, το Άρθρο 2 της Ε. Σ. Δ. Α., επιβάλλει ένα συνεχές καθήκον διερεύνησης, που δεσμεύει το κράτος καθ' όλη την περίοδο κατά την οποία οι αρχές μπορεί λογικά να αναμένεται ότι θα λάβουν μέτρα με σκοπό την διευκρίνιση των περιστάσεων ενός θανάτου και να αποδείξει ευθύνη για αυτόν. Η φύση και ο βαθμός της διερεύνησης, όπως και η ίδια η μορφή της διερεύνησης, σίγουρα διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση. Εντούτοις, κάποια χαρακτηριστικά της διερεύνησης έχουν αναγνωριστεί από την νομολογία ότι επιτυγχάνουν στο να επιτευχθεί το κατ' ελάχιστον αποδεκτό πρότυπο διερεύνησης. Όπως π. χ. είναι ότι οι αρχές πρέπει αυτόβουλα και κατά τρόπο που να επιτυγχάνεται ανεξαρτησία, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα στην διερεύνηση, να διερευνήσουν με την εμπλοκή και του πλησιέστερου συγγενή, τα αίτια κάθε περίπτωσης θανάτου που πιθανόν να συμπλέκεται με παραβιάσεις του Άρθρου 2 της Ε. Σ. Δ. Α., χωρίς καθυστέρηση και προχωρώντας με εύλογη σκοπιμότητα. xxiii. Η εφαρμοσιμότητα των προνοιών του Άρθρου 2 της Ε. Σ. Δ. Α., σε πολλές περιπτώσεις είναι ξεκάθαρη, έχει νομολογιακά αναγνωριστεί και γίνεται αυτόματα (όπως π. χ. περιπτώσεις που αφορούν θάνατο προσώπου ενώ τελεί υπό περιορισμό από το κράτος). Εντούτοις, κάποιες άλλες είναι οριακές και για να υπάρχει εφαρμογή των διατάξεων του Άρθρου 2 της Ε. Σ. Δ. Α., πρέπει να καταδειχθεί: (α) ότι υπήρξε κάποιος ύποπτος θάνατος ενώ ο αποθανών τελούσε υπό οποιασδήποτε μορφής κρατικού περιορισμού, ή (β) συζητήσιμη παραβίασης είτε
- The European court put the point quite shortly in Powell v United Kingdom 30 EHRR CD 362, 364: "The court accepts that it cannot be excluded that the acts and omissions of the authorities in the field of health care policy may in certain circumstances engage [the state's] responsibility under the positive limb of article
- However, where a contracting state has made adequate provision for securing high professional standards among health professionals and the protection of the lives of patients, it cannot accept that matters such as error of judgment on the part of a health professional or negligent co-ordination among health professionals in the treatment of a particular patient are sufficient of themselves to call a contracting state to account from the standpoint of its positive obligations under article 2 of the Convention to protect life." . 70 Even though a health authority employed competent staff and ensured that they were trained to a high professional standard, a doctor, for example, might still treat a patient negligently and the patient might die as a result. In that situation, there would be no violation of article 2 since the health authority would have done all that the article required of it to protect the patient's life. Nevertheless, the doctor would be personally liable in damages for the death and the health authority would be vicariously liable for her negligence. This is the situation envisaged by Powell's case 30 EHRR CD 362.». [Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «45 Αυτά τα αποσπάσματα δείχνουν ότι ένα κράτος είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει κατάλληλα (γενικά) μέτρα για την προστασία της ζωής των ασθενών σε νοσοκομεία. Αυτό συνεπάγεται, για παράδειγμα, τη διασφάλιση της πρόσληψης ικανού προσωπικού, τη διατήρηση υψηλών επαγγελματικών προτύπων και τη θέσπιση κατάλληλων συστημάτων εργασίας. Εάν οι νοσοκομειακές αρχές εκπληρώνουν αυτές τις υποχρεώσεις, οι περιστασιακές πράξεις αμέλειας των μελών του προσωπικού δεν θα οδηγήσουν σε παραβίαση του Άρθρου
- Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έθεσε το ζήτημα πολύ σύντομα στην υπόθεση Powell v United Kingdom 30 EHRR CD 362, 364: "Το Δικαστήριο δέχεται ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι πράξεις και οι παραλείψεις των αρχών στον τομέα της περίθαλψης της υγείας μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να εναποθέσουν ευθύνη στο κράτος βάσει της θετικής υποχρέωσης του Άρθρου
- Ωστόσο, όταν ένα συμβαλλόμενο κράτος έχει προβεί σε επαρκή πρόβλεψη για την εξασφάλιση υψηλών επαγγελματικών προτύπων μεταξύ των επαγγελματιών του τομέα της υγείας και για την προστασία της ζωής των ασθενών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί ότι θέματα όπως το λάθος στην κρίση ενός επαγγελματία υγείας ή ο αμελής συντονισμός μεταξύ των επαγγελματιών στον τομέα της υγείας για την αντιμετώπιση ενός συγκεκριμένου ασθενή είναι επαρκείς από μόνοι τους να καταστήσουν υπόλογο ένα συμβαλλόμενο κράτος στην βάση της θετικής υποχρέωσης Άρθρου 2 της Σύμβασης για την προστασία της ζωής. . 70 Ακόμη και εάν μια αρχή στον τομέα της υγείας έχει εργοδοτήσει ικανό προσωπικό και έχει διασφαλίσει ότι ήταν εκπαιδευμένοι σε υψηλό επαγγελματικό επίπεδο, ένας γιατρός, για παράδειγμα, μπορεί και πάλι να περιθάλψει έναν ασθενή αμελώς και ο ασθενής να πεθάνει ως αποτέλεσμα. Στην περίπτωση αυτή, δεν θα υπήρχε παραβίαση του Άρθρου 2, νοουμένου ότι η αρχή αυτή θα είχε κάνει όλα όσα απαιτεί το άρθρο για να προστατεύσει τη ζωή του ασθενούς. Ωστόσο, ο γιατρός θα ήταν προσωπικά υπεύθυνος για αποζημίωση για το θάνατο και η αρχή υγείας θα ήταν εκ πρωστήσεως υπεύθυνη για την αμέλειά του. Αυτή είναι η περίπτωση που εξετάζεται από την υπόθεση Powell 30 EHRR CD 362.». xxvii. Δηλαδή, παρά το γεγονός ότι, εμπλεκόμενοι στην υπόθεση αυτή, ιατροί και προσωπικό, είναι του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ήτοι, αντιπρόσωποι του κράτους, και το εν λόγω νοσηλευτήριο, στο οποίο πιθανόν επίσης να αποδίδεται αμέλεια, είναι κρατικό, και πάλι δεν θα μπορούσε να εγερθεί ζήτημα παραβίασης της θετικής υποχρέωσης του κράτους, βάσει του Άρθρου 2 της Ε. Σ. Δ. Α., αν, όπως ο πλησιέστερος συγγενής και η οικογένεια του Αποβιώσαντος φαίνεται να ισχυρίζονται, από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εγείρεται ζήτημα περίπτωσης θανάτου από «συνηθισμένη αμέλεια». Βλ. R (Humberstone) v Legal Services Commission [2010] EWCA Civ 1479, R. (on the application of Hambleton) v Coroner for the Birmingham Inquests