FAKAS CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENT LTD ν. ΙΑΣΩ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΖΩΩΝ ΛΤΔ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 1323/2013, 26/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 1323/2013 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: FAKAS CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENT LTD Παραπονούμενη - εναντίον -
- ΙΑΣΩ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΖΩΩΝ ΛΤΔ
- ***** ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 26/08/
- Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κ. Γ. Αδαμίδης. Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Λ. Σιακαλλή. Κατηγορούμενος 2, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο
- Στην υπόθεση αυτή, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν, τελικώς, τις ακόλουθες κατηγορίες στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης: (α) Η Κατηγορούμενη 1, την κατηγορία με αρ. 1, που αφορά το αδίκημα της «Πρόκλησης μη εξόφλησης εκδοθείσας επιταγής κατά παράβαση του Άρθρου 305Α
(2), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 70(Ι)/2008»; και (β) Ο Κατηγορούμενος 2, την κατηγορία με αρ. 2, που αφορά το αδίκημα της «Έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του Άρθρου 20(β) και 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 70(Ι)/2008.»; αναφορικά με τις οποίες κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, προς προβολή της υπεράσπισης τους.
- Αυτές, αφορούν μία επιταγή, την υπ' αρ. XXXXX3213, που εκδόθηκε επί της Marfin Laiki Bank, για το ποσό των €9.001,
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για τις προαναφερόμενες κατηγορίες στο κατηγορητήριο: (α) «Η Κατηγορούμενη αρ. 1 κατά ή περί την 15/11/2011 στη Λευκωσία . εξέδωσε προς όφελος της Παραπονούμενης εταιρείας . την επιταγή της Marfin Laiki Bank με αριθμό *****13 ημερομηνίας 15/11/2011 για το ποσό των €9.001,33 η οποία, αφού παρουσιάστηκε στη τράπεζα εντός εύλογου χρόνου από της ημερομηνίας πληρωμής, δεν εξοφλήθη καθ' ότι, άνευ ευλόγου αιτίας, η Κατηγορούμενη 1 εκδότης της προκάλεσε δια πράξεως της την μη εξόφληση της ...»; και, (β) «Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής και/ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά ή περί την 15/11/2011, παρείχε συνδρομή και/ή επέτρεψε την έκδοση από την Κατηγορούμενη αρ. 1 της επιταγής της Marfin Laiki Bank με αριθμό *****13 ημερομηνίας 15/11/2011 για το ποσό των €9.001,33 η οποία, αφού παρουσιάστηκε στη τράπεζα εντός εύλογου χρόνου από της ημερομηνίας πληρωμής, δεν εξοφλήθη καθ' ότι, άνευ ευλόγου αιτίας, η Κατηγορούμενη 1 εκδότης της προκάλεσε δια πράξεως της την μη εξόφληση της ...». Η προσαχθείσα μαρτυρία
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν: ο ***** Φάκα (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1») και ο ***** Βανέζη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»).
- Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, που, ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες κατηγορίες που τους αφορούν, κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση τους, παρουσίασαν, εκτός της ένορκης μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 2, και την μαρτυρία των: ***** Χούτρη (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ2») και ***** Ζωγράφο (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ3»). Η νομική πτυχή
- Προτού όμως αναφερθώ στην προσκομισθείσα μαρτυρία, θα παραθέσω τα όσα από νομικής απόψεως είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [[i]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [[ii]]: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 8. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». 9. Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που θεσμοθετείται ως υπεράσπιση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 από το ίδιο το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, έχει επίσης εξεταστεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Αναφέρθηκαν, σχετικά με την υπεράσπιση αυτή, τα εξής: «Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος από τους Εφεσείοντες. Από κει και πέρα το βάρος μετετέθη επί των ώμων των Εφεσειόντων/Κατηγορουμένων να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 10. Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 11. Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/01/2015, Χριστόδουλος Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, Σάββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016, Δαμιανου ν Καναρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/18, 31/10/2018, N.C. Diamonds Co. Ltd v Χρίστου Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, Philippa Estates Ltd v Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Νίκος Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ κ. α.,
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί. Η προσκομισθείσα μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα
- Με αυτές τις πρόνοιες της νομοθεσίας και αρχές της νομολογίας κατά νουν, επανέρχομαι στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Η μαρτυρία του ΜΚ1, ***** Φάκα
- Ο ΜΚ1, κατά ή περί την 15/11/2011, ήταν Διευθυντής στην Παραπονούμενη.
- Η Παραπονούμενη, είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Δημοκρατία, με αριθμό εγγραφής ΗΕ*****. Η επωνυμία της, μέχρι και τις 04/02/2009, ήταν Fakas Investments & Developments Ltd, οπότε και άλλαξε σε Fakas Constructions & Developments Ltd. Αυτή, άλλαξε και πάλι, στις 09/07/2012, και είναι πλέον N. Civil Construction Ltd.
- Κατά ή περί την 15/11/2011, η Κατηγορούμενη 1, με την συνδρομή του Κατηγορούμενου 2, Διευθυντή της, εξέδωσε στην Παραπονούμενη την επίδικη επιταγή (επιταγή της Κατηγορούμενης 1 με αρ. *****13, εκδοθείσα από τον λογαριασμό της που τηρούσε στην Marfin Laiki Bank με αρ. *****-******-*****56, αξίας €9.001,33 και με ημερομηνία πληρωμής 15/11/2011), Τεκμήριο 1, προς εξόφληση χρέους της από τιμολόγηση της από την Παραπονούμενη (τιμολόγιο της μετρητοίς με αρ. 0698, ημερομηνίας 15/11/2011, για το ποσό των €9.001,33), Τεκμήριο 2, για εργασίες που της εκτέλεσε στο κτήριο που η Κατηγορούμενη 1 στεγάζει την επιχείρηση της κτηνιατρικής κλινικής της, η οποία, όταν παρουσιάστηκε από την Παραπονούμενη στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε για σκοπούς πληρωμής της, δεν τιμήθηκε από την Κατηγορούμενη 1, λόγω σχετικής οδηγίας της προς την πληρώτρια τράπεζα και χωρίς να υπάρχει προς τούτο εύλογη αιτία.
- Το ποσό της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, παραμένει, από την Κατηγορούμενη 1, οφειλόμενο στην Παραπονούμενη. Η μαρτυρία του ΜΚ2, ***** Βανέζη
- Ο ΜΚ2, είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, στην οποία μεταφέρθηκαν οι εργασίες της Marfin Laiki Bank, στο Τμήμα Ανάκτησης Πληρωμών.
- Γνωρίζει για τον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 στην Marfin Laiki Bank με αρ. *****-*****-*****56, από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, μετά από τη μελέτη των φακέλων και του ηλεκτρονικού αρχείου που τηρεί πλέον η Τράπεζα Κύπρου σχετικά με αυτόν.
- Δικαιούχος, για σκοπούς έκδοσης επιταγών της Κατηγορουμένης 1, δια της υπογραφής του, σύμφωνα με σχετικές οδηγίες της Κατηγορουμένης 1 προς την Marfin Laiki Bank, ήταν ο Κατηγορούμενος 2, του οποίου, η Marfin Laiki Bank, εξασφάλισε και δείγμα υπογραφής, ήτοι το Τεκμήριο
- Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, που ήταν πληρωτέα 15/11/2011, κατατέθηκε στην Alpha Bank, στις 06/02/2012, και παρουσιάστηκε στην Marfin Laiki Bank για να πληρωθεί, στις 07/02/2012, όταν και επιστράφηκε χωρίς να πληρωθεί, λόγω οδηγίας της Κατηγορούμενης 1 προς την Marfin Laiki Bank, δια του Κατηγορουμένου 2, εξουσιοδοτημένου υπογραφέα της, ανάκλησης της εντολής πληρωμής της, λόγω «παράβασης σύμβασης», που είχε δοθεί από 10/05/2011, ήτοι το Τεκμήριο
- Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2
- Ο Κατηγορούμενος 2, είναι ο Διευθυντής της Κατηγορουμένης
- Σε κάθε ουσιώδη, σε σχέση με την υπόθεση αυτή, χρόνο, ήταν Διευθυντής και Μέτοχος της Κατηγορουμένης
- Η Κατηγορούμενη 1, είναι εταιρεία που επιχειρεί στον τομέα παροχής υπηρεσιών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και νοσηλείας ζώων και διατηρεί προς τούτο ιδιωτική κλινική. Ο Κατηγορούμενος 2, που είναι κτηνίατρος στο επάγγελμα, εργάζεται στην εν λόγω κλινική της Κατηγορουμένης
- Ο Κατηγορούμενος 2, καταθέτοντας στην δίκη, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, προσήλθαν στην σύμβαση Τεκμήριο 3, ήτοι το Συμφωνητικό Έγγραφο, για την ολοκλήρωση της ανέγερσης του κτηρίου στο οποίο η Κατηγορούμενη 1 θα στέγαζε [και] την επιχείρηση της ιδιωτικής κλινικής της και ότι, Αρχιτέκτονας του έργου, διορίστηκε ο ***** Χατζηιωάννου. Το Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο 3, υποστήριξε, καθόριζε ρητά και εξαντλητικά τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών σε ότι αφορούσε το προαναφερόμενο θέμα.
- Αντιπρόσωποι της Παραπονούμενης, με προσωπική εμπλοκή στο έργο κατά την εκτέλεση του, στους οποίους οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αποτείνονταν για οτιδήποτε το αφορούσε, ήταν οι ***** Φάκας και ***** Γεωργίου. Ο ΜΚ1, δεν είχε καμία προσωπική εμπλοκή στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, κατά την εξέλιξη τους, παρά μόνον, μεταγενέστερα, όταν η ΜΥ2 εκλήθη από το Επιστημονικό και Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (ΕΤΕΚ) για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατά την διαδικασία των συνεντεύξεων με τα μέρη που ακολουθήθηκε.
- Ο Κατηγορούμενος 2, αναγνώρισε και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ΜΥ2, Τεκμήριο 17, ως την έκθεση, που, κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούμενης 1, ετοιμάστηκε από την ΜΥ2 για το ΕΤΕΚ και του παραδόθηκε, περί το μήνα Φεβρουάριο του έτους
- Καθώς επίσης, επιβεβαίωσε ότι, τα όσα αναφέρονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ΜΥ2, Τεκμήριο 17, ως λεγόμενα από πλευράς Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, είναι τα όσα πράγματι της αναφέρθηκαν και ότι, τα όσα έγγραφα και στοιχεία περιλαμβάνονται σε αυτήν ως προερχόμενα από την Κατηγορούμενη 1, ο ίδιος τα παρέδωσε στην ΜΥ
- Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο 2, για την εκτέλεση του έργου, βάσει του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3, η Κατηγορούμενη 1, συμφώνησε να καταβάλει στην Παραπονούμενη €330.
- Εντούτοις, η Κατηγορούμενη 1, κατέβαλε στην Παραπονούμενη πολύ περισσότερα, εξοφλώντας στην Παραπονούμενη, το κάθε ενδιάμεσο πιστοποιητικό και διατακτικό πληρωμής του Αρχιτέκτονα του έργου (εκδόθηκαν, υποστήριξε, δέκα στο σύνολο). Δεν κατέβαλε, ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2, η Κατηγορούμενη 1 στην Παραπονούμενη, το ποσό των €9.001,33, σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, που αφορούσε το ποσό της κράτησης, καθότι, αυτό, ουδέποτε κατέστη πληρωτέο, εφόσον, ουδέποτε ελευθερώθηκε από τον Αρχιτέκτονα του έργου με απόφαση του, όπως προνοούσε το Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο
- Βάσει του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3, η Παραπονούμενη, θα παρέδιδε στην Κατηγορούμενη 1 το έργο ολοκληρωμένο, στις 30/12/2009, κάτι που δεν έπραξε ποτέ. Ενώ, σε ότι αφορούσε το ζήτημα της κράτησης και την πληρωμή της Παραπονούμενης του εν λόγω ποσού, αυτό, ως προαναφέρθηκε, δεν ελευθερώθηκε ποτέ από τον Αρχιτέκτονα του έργου, ο οποίος, ουδέποτε εξέδωσε πιστοποιητικό απαλλαγής της Παραπονουμένης από ελαττώματα στην επίδικη οικοδομή, που είχαν διαπιστωθεί και παρατηρηθεί στην Παραπονούμενη από πλευράς της Κατηγορουμένης
- Δυσκολίες στο έργο, επεσήμανε ο Κατηγορούμενος 2, που είχαν διαπιστωθεί και αφορούσαν την Παραπονούμενη και δη κακοτεχνίες στην επίδικη οικοδομή, υπήρχαν από την αρχή της συμβατικής σχέσης, Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης
- Αυτές, παρά το γεγονός της πληρωμής της Παραπονούμενης, πάντοτε και σύμφωνα με τα πιστοποιητικά πληρωμής που ο Αρχιτέκτονας του έργου εξέδιδε, συνέχισαν να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης των αντιπροσώπων τους, καθ' όλη την διάρκεια των ετών 2010, 2011 και
- Το έγγραφο, Τεκμήριο 4, που εξέδωσε ο Αρχιτέκτονας του έργου, ήταν, υποστήριξε ο Κατηγορούμενος 2, μία ύστατη προσπάθεια του εν λόγω Αρχιτέκτονα, να πιέσει την Παραπονούμενη ώστε να ολοκλήρωνε τις εργασίες στο έργο και να διορθώσει τις υπάρχουσες κακοτεχνίες. Η Παραπονούμενη, που τότε ήταν γνωστό ότι αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, πίεζε την Κατηγορουμένη 1, να πληρώσει ολόκληρο το ποσό του διατακτικού πληρωμής με αρ. 10 (βλ. Τεκμήριο 5), ανεξαρτήτως των μεταξύ τους συμφωνηθέντων με το Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο
- Για να μην εγκαταλείψει η Παραπονούμενη το έργο ατελείωτο, ο Αρχιτέκτονας του έργου, εξέδωσε, ως προαναφέρθηκε, το έγγραφο, Τεκμήριο 4, δια του οποίου, η Παραπονούμενη, δεσμεύτηκε ότι θα ολοκλήρωνε τις εργασίες της στο έργο, μέχρι τις 07/12/
- Παρά το γεγονός ότι, αυτό, τελικά δεν έγινε, η Κατηγορούμενη 1 εξόφλησε το διατακτικό πληρωμής της Παραπονούμενης με αρ. 10 (βλ. Τεκμήριο 5), εφόσον, αυτό, είχε ήδη πιστοποιηθεί ως οφειλόμενο από τον Αρχιτέκτονα του έργου με το Τεκμήριο
- Δεν κατέβαλε όμως το ποσό της κράτησης, για το οποίο, ως προαναφέρθηκε, ο Αρχιτέκτονας του έργου, δεν εξέδωσε το απαιτούμενο βάσει του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3, πιστοποιητικό.
- Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2, εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1 και παραδόθηκε στην Παραπονούμενη, με μεταχρονολογημένη την εντολή πληρωμής της για τις 15/11/2011, ως ένδειξη καλής πίστης από πλευράς της, ότι θα πλήρωνε στην Παραπονούμενη το ποσό της κράτησης, μόλις θα εξέπνεε η 12μηνη περίοδος ευθύνης για ελαττώματα που προνοούσε το Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο
- Ήταν όμως ξεκάθαρο [και στην Παραπονούμενη], και προκύπτει και από το έγγραφο, Τεκμήριο 4, που εξέδωσε ο Αρχιτέκτονας του έργου, ότι, αν η Παραπονούμενη δεν υλοποιούσε την δέσμευση της, δεν θα δικαιούταν να πληρωθεί το ποσό της κράτησης. Παρά ταύτα, η Παραπονούμενη, πίεζε συνεχώς την Κατηγορούμενη 1 να πληρωθεί το ποσό της κράτησης, πριν εκπνεύσει η 12μηνη περίοδος ευθύνης ελαττωμάτων.
- Ο Κατηγορούμενος 2, προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, παρέπεμψε το Δικαστήριο σε στοιχεία και έγγραφα και δη σε αλληλογραφία που είχε ανταλλαχθεί μεταξύ Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, ήτοι στα Τεκμήρια από 6 μέχρι και 12, 18 και 19, τα οποία και διευκρίνισε, επεξηγώντας παράλληλα, όλα τα προβλήματα και κακοτεχνίες στην επίδικη οικοδομή.
- Η Παραπονούμενη, ακριβώς επειδή δεν επιδιόρθωσε ποτέ τα ελαττώματα στην επίδικη οικοδομή, υποστήριξε ο Κατηγορούμενος 2, δεν αποτάθηκε ποτέ στον Αρχιτέκτονα του έργου, για την έκδοση του πιστοποιητικού, το οποίο, σύμφωνα με το Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο 3, θα δικαιολογούσε την πληρωμή της από την Κατηγορούμενη 1, του ποσού της κράτησης. Ούτε και διαμαρτυρήθηκε ποτέ στην Κατηγορούμενη 1 ή στον Αρχιτέκτονα του έργου για την μη έκδοση του. Η τελευταία επίσκεψη αντιπροσώπου της Παραπονούμενης στο έργο, ήταν τον μήνα Μάιο του έτους 2011, δια του ***** Χατζηκώστα, για σκοπούς υπόδειξης των εργασιών που υπολείπονταν και κακοτεχνιών που είχαν παρατηρηθεί, και όταν ο Κατηγορούμενος 2 είχε προειδοποιήσει τον ***** Φάκα, ότι η Κατηγορούμενη 1 θα έδιδε εντολή μη πληρωμής της επιταγής, Τεκμήριο 1, λόγω της μη ολοκλήρωσης των εργασιών στο έργο και επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων στην επίδικη οικοδομή. Παρά τις όλες υποσχέσεις της Παραπονουμένης, αυτή δεν επανήλθε ποτέ για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών. Κατά την εκτίμηση του Κατηγορούμενου 2, αυτό, φαίνεται να οφείλεται στο γεγονός ότι, το κόστος που η Παραπονούμενη θα είχε, για να εκτελέσει τις εν λόγω εργασίες, ήταν πολύ μεγαλύτερο από το ποσό της κράτησης.
- Λόγω αυτών των γεγονότων, η Κατηγορούμενη 1, δια του ιδίου, στις 10/05/2011, έδωσε εντολή στην τράπεζα της, να μην πληρώσει την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, συμπληρώνοντας το Τεκμήριο 16, επειδή η Παραπονούμενη παραβίασε τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα. Η μαρτυρία της ΜΥ2, ***** Χούτρη
- Η ΜΥ2, είναι πολιτικός μηχανικός, μέλος στο Επιστημονικό και Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (ΕΤΕΚ), και με ενεργό άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος, από διάφορα πόστα, από το έτος
- Σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, η ΜΥ2 κατέθεσε ότι, εκλήθη από το ΕΤΕΚ τον μήνα Αύγουστο του έτους 2012 για να διενεργήσει, όπως και έπραξε (κατόπιν διορισμού της από το ΕΤΕΚ αργότερα του ιδίου μήνα), έκθεση πραγματογνωμοσύνης για κακοτεχνίες στην οικοδομή των Κατηγορουμένων 1 και 2, εργολάβος στην οποία, ήταν η Παραπονούμενη, μετά που ανέλαβε το έργο λόγω αποχώρησης άλλου εργολάβου από αυτό, ο οποίος εκτέλεσε σε αυτό εργασίες στα αρχικά του στάδια. Αναγνώρισε ότι, η εν λόγω έκθεση της, είναι το Τεκμήριο
- Όπως η ΜΥ2 υποστήριξε, οι εξετάσεις της στην οικοδομή, κατέδειξαν την ύπαρξη σε αυτήν, σοβαρών κακοτεχνιών και δη υγρασίες. Σε ότι αφορά αυτές, λεπτομερής καταγραφή τους, ανέφερε, γίνεται στο πόρισμα της που περιλαμβάνεται στην έκθεση της Τεκμήριο
- Όπως η ΜΥ3 διευκρίνισε κατά την αντεξέταση της, οι κακοτεχνίες οφείλονται στους εργολάβους που είχαν αναλάβει το έργο. Εργασία της, διευκρίνισε περαιτέρω, ήταν η διαπίστωση των κακοτεχνιών, αν υπήρχαν, και το σχετικό με αυτές πόρισμα της, και όχι η διαμόρφωση κρίσης σχετικά με το ποιος εκ των δύο εργολάβων προέβη σε αυτές, εφόσον αυτό δεν ήταν στους όρους εντολής της. [Αν και πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι, όπως και στην κυρίως εξέταση της η ΜΥ2 ανέφερε, από το πόρισμα της, είναι ξεκάθαρο ότι, οι κακοτεχνίες καταλογίζονται στην Παραπονούμενη]. Η μαρτυρία του ΜΥ3, ***** Ζωγράφου
- Ο ΜΥ3, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονας. Τους Κατηγορουμένους 1 και 2 δεν τους γνωρίζει καθόλου. Είναι επιμετρητής ποσοτήτων από το 1980, μέλος στο Royal Institution of Chartered Surveyors (RICS) της Αγγλίας και στο Επιστημονικό και Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (ΕΤΕΚ), στου οποίου τα ειδικά μητρώα Πραγματογνωμόνων και Διαιτητών είναι εγγεγραμμένος, τα τελευταία 4 με 5 χρόνια λειτουργίας του θεσμού της διαιτησίας από το ΕΤΕΚ. Είναι περαιτέρω, μέλος του Chartered Institute of Arbitrators (CIArb) για το οποίο ενεργούσε για χρόνια ως Διαιτητής. Έχει μεγάλη εμπειρία ως Διαιτητής, σε ότι αφορά την επίλυση διαφορών που προκύπτουν από οικοδομικά συμβόλαια, εφόσον, στο ενεργητικό του, έχει πέραν των εκατό τέτοιων διαδικασιών.
- Σε ότι αφορά το Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο 3, ο ΜΥ3, ανέφερε ότι γνωρίζει πολύ καλά τους όρους του, εφόσον, αυτό, είναι στο πρότυπο της έκδοσης της Μικτής Επιτροπής Δομικών Συμβολαίων Κύπρου (ΜΕΔΣΚ), της οποίας ήταν μέλος κατά την συγγραφή του. Σε ότι αφορά κάποιες από τις πρόνοιες του συγκεκριμένου συμφωνητικού εγγράφου, ο ΜΥ3 κατέθεσε τα εξής.
- Σχετικά με τον τρόπο και την διαδικασία πληρωμής ενός εργολάβου, ο ΜΥ3 υποστήριξε ότι, σύμφωνα με το τι προνοείται στο συγκεκριμένο συμφωνητικό έγγραφο, ο εργολάβος ετοιμάζει την εκτίμηση της εργασίας που εκτέλεσε στο έργο, αναλυτικά, την οποίαν και αποστέλλει στον αρχιτέκτονα για σκοπούς ελέγχου, και στη συνέχεια εκδίδεται από τον αρχιτέκτονα, σε σχέση με την εργασία που κρίνει ότι εκτελέστηκε σωστά, ενδιάμεσο πιστοποιητικό πληρωμής, που καταγράφει την εκτελεσθείσα εργασία σε σχέση με την οποία διατάζεται η πληρωμή, αλλά και οτιδήποτε άλλο δύναται, σύμφωνα με το συμφωνητικό έγγραφο, να περιληφθεί σε αυτό, όπως για παράδειγμα είναι και η κράτηση που αφαιρείται από το ποσό της εκτελεσθείσας εργασίας μέχρι το τέλος του έργου. Όλες οι πληρωμές που γίνονται, μέχρι και την συμπλήρωση του έργου, είναι, όπως ο ΜΥ3 διευκρίνισε, ενδιάμεσες και η τελική αξία του έργου, καθορίζεται από το τελικό πιστοποιητικό πληρωμής που εκδίδει ο αρχιτέκτονας με την συμπλήρωση του έργου. Στον ΜΥ3, υποδείχθηκε το Τεκμήριο 5, το οποίο, υποστήριξε, αποτελεί ένα τέτοιο ενδιάμεσο πιστοποιητικό πληρωμής στο οποίο περιλαμβάνεται και κράτηση που αφαιρείται από την εκτελεσθείσα εργασία.
- Σε ότι αφορά την κράτηση που αφαιρείται από τον αρχιτέκτονα από το ποσό της εκτελεσθείσας εργασίας μέχρι το τέλος του έργου με τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά, ο ΜΥ3, διευκρίνισε ότι, το συμφωνητικό έγγραφο, προβλέπει την αποκοπή κάποιου ποσού από κάθε ενδιάμεσο πιστοποιητικό. Συμπληρώνεται, ανέφερε ο ΜΥ3, από τις αποκοπές στα ενδιάμεσα πιστοποιητικά, ένα συνολικό ποσό μέχρι την συμπλήρωση του έργου, ούτως ώστε, αν υπάρχουν κακοτεχνίες, ατέλειες ή οποιαδήποτε άλλα προβλήματα στο έργο, να καλυφθεί το κόστος τους από αυτό. Το εν λόγω ποσό, σημείωσε, πληρώνεται στον εργολάβο, νοουμένου ότι δεν υπάρχουν κακοτεχνίες. Για να γίνει πληρωμή του, αυτό πρέπει να αποφασιστεί από τον αρχιτέκτονα και η απελευθέρωσης του, γίνεται σε δύο στάδια. Το ήμισυ της κράτησης, αποφασίζεται από τον αρχιτέκτονα να πληρωθεί, με την συμπλήρωση των εργασιών του εργολάβου στο έργο και την έκδοση από τον αρχιτέκτονα, σχετικά, του πιστοποιητικού έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών, στάδιο κατά το οποίο, ο αρχιτέκτονας, επιθεωρεί το έργο και καταρτίζει καταλόγους ελαττωμάτων, αν υπάρχουν, για επιδιόρθωση από τον εργολάβο. Και ακολούθως, το έτερο ήμισυ της κράτησης, αποφασίζεται από τον αρχιτέκτονα να πληρωθεί, όταν συμπληρωθεί η 12μηνη περίοδος ευθύνης για ελαττώματα, -πρόνοια για την οποία επίσης γίνεται στο συμφωνητικό έγγραφο-, που αρχίζει από την ημέρα έκδοσης από τον αρχιτέκτονα του πιστοποιητικού έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών, και εκδώσει το τελικό πιστοποιητικό συμπλήρωσης των εργασιών. Ο αρχιτέκτονας, εκδίδει το τελικό πιστοποιητικό συμπλήρωσης των εργασιών και το πιστοποιητικό πληρωμής του ετέρου ήμισυ του ποσού της κράτησης ως προαναφέρθηκε, νοουμένου ότι, τα όποια ελαττώματα είχαν παρατηρηθεί στον εργολάβο κατά την έκδοση του πιστοποιητικού έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών, έχουν, μέχρι τότε, επιδιορθωθεί. Όπως ο ΜΥ3, διευκρίνισε, σύμφωνα με τις πρόνοιες του συμφωνητικού εγγράφου, στην προαναφερόμενη περίοδο των 12 μηνών μετά τη συμπλήρωση και παράδοση του έργου για χρήση από τον ιδιοκτήτη, ο εργολάβος εξακολουθεί να έχει την ευθύνη οποιωνδήποτε ατελειών ή κακοτεχνιών του υποδειχθούν, για να τις επιδιορθώσει, και εφόσον υπάρξει συμμόρφωσης από πλευράς του προς ικανοποίηση του αρχιτέκτονα, τότε ο αρχιτέκτονας, εκδίδει το πιστοποιητικό τελικής συμπλήρωσης των εργασιών και εκδίδει και το πιστοποιητικό πληρωμής του υπόλοιπου ποσού της κράτησης.
- Από τον ΜΥ3, ζητήθηκε η γνώμη του σχετικά με το έγγραφο, Τεκμήριο
- Για την άποψη του, του ετέθη ως δεδομένο, ότι, η Παραπονούμενη, δεσμεύτηκε να εκτελέσει τις εργασίες επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο, Τεκμήριο 4, μέχρι τις 07/12/2010 και ότι, αυτή, ουδέποτε το έπραξε. Η γνώμη του ΜΥ3, ήταν ότι, σύμφωνα με το έγγραφο, Τεκμήριο 4, η Παραπονούμενη, τις εργασίες επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων που της είχαν παρατηρηθεί από τον Αρχιτέκτονα και αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο, Τεκμήριο 4, που σύμφωνα με το συμφωνητικό έγγραφο είχε στη διάθεση της 12 μήνες για να εκτελέσει, δεσμεύτηκε να τις εκτελέσει νωρίτερα, ήτοι, μέχρι τις 07/12/2010 και ότι, η Κατηγορούμενη 1, με την έκδοση και παράδοση στην Κατηγορούμενη 1, της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, ουσιαστικά, αν και κατά τρόπο ανορθόδοξο, προπλήρωσε την Παραπονούμενη το υπόλοιπο ήμισυ του ποσού της κράτησης, κάτι, που, σύμφωνα με το Συμφωνητικό έγγραφο, θα έπρεπε να γίνει, μετά την λήξη της 12μηνης περιόδου ευθύνης για ελαττώματα και νοουμένου ότι, η Κατηγορούμενη 1 εκτελούσε τις εργασίες επιδιόρθωσης των εν λόγω ελαττωμάτων. Εντούτοις, πρόσθεσε, το γεγονός της μεταχρονολόγησης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, από της έκδοσης της, για να πληρωθεί 12 μήνες μετά, φαίνεται να ακολουθεί την σχετική πρόνοια στο συμφωνητικό έγγραφο που έχει προαναφερθεί. Σύμφωνα με τον ΜΥ3, αν η Παραπονούμενη, όντως δεν εκτέλεσε τις εργασίες επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων που της είχαν παρατηρηθεί από τον Αρχιτέκτονα του έργου, τότε, με βάση το συμφωνητικό έγγραφο, δεν δικαιούταν να πληρωθεί από την Κατηγορούμενη 1 το υπόλοιπο ήμισυ του ποσού της κράτησης. Μάλιστα, επεσήμανε ο ΜΥ3, στο συμφωνητικό έγγραφο, υπάρχει πρόνοια και για το τί γίνεται σε μία τέτοια περίπτωση. Ο αρχιτέκτονας του έργου, έχει δικαίωμα να εκδώσει πιστοποιητικό που να αφαιρεί το κόστος επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων από το τελευταίο ήμισυ του ποσού της κράτησης. Στην περίπτωση δε, που το κόστος επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων είναι μεγαλύτερο του ποσού της κράτησης, ο αρχιτέκτονας του έργου μπορεί εκδώσει πιστοποιητικό δια του οποίου να μειώνει το ποσό του τελικού λογαριασμού που πιστοποίησε ή, στην περίπτωση που εργολάβος έχει ήδη πληρωθεί το ποσό του τελικού λογαριασμού, θα πρέπει να επιστρέψει στον ιδιοκτήτη του έργου χρήματα.
- Όπως ο ΜΥ3 υποστήριξε, αντεξεταζόμενος, το γεγονός ότι, το έγγραφο, Τεκμήριο 4, αναφέρεται σε τελικό λογαριασμό, δεν επηρεάζει την γνώμη του σχετικά με το γεγονός, ότι, η Παραπονούμενη δεν δικαιούταν να πληρωθεί από την Κατηγορούμενη 1 το υπόλοιπο ήμισυ του ποσού της κράτησης, στην περίπτωση που όντως δεν εκτέλεσε τις εργασίες επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων που της είχαν παρατηρηθεί από τον Αρχιτέκτονα του έργου. Όπως ο ΜΥ3, χαρακτηριστικά ανέφερε: «Η παράγραφος 4 αναφέρεται σε τελικό λογαριασμό. Τελικός λογαριασμός είναι το σύνολο της αξίας της εκτελεσθείσας εργασίας, από την οποίαν το πόσο της κράτησης πληρώνεται με τη συμπλήρωση των 12 μηνών, νοουμένου ότι έχουν εκτελεσθεί οι εργασίες, ατέλειες και κακοτεχνίες. Άρα, ο τελικός λογαριασμός μπορεί να συμφωνηθεί προηγουμένως αλλά μετά τη λήξη των 12 μηνών, που γίνεται ξανά επιθεώρηση του έργου, σε περίπτωση που εξακολουθούν να υπάρχουν κακοτεχνίες ή οι κακοτεχνίες δεν έχουν επιδιορθωθεί, τότε, ουσιαστικά, μπορεί να γίνει μη πληρωμή του ποσού εκείνου ή αφαίρεση οποιουδήποτε ποσού αντιπροσωπεύει την αξία επιδιόρθωσης των ατελειών και των κακοτεχνιών.». Η εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας, ευρήματα και τελικά συμπεράσματα Οι σημαντικότερες αρχές εκτίμησης της μαρτυρίας
- Αυτή είναι η μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο καλείται τώρα να εκτιμήσει για να καταλήξει στα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Εκτίμησης που γίνεται στην βάση καλά καθιερωμένων αρχών δικαίου και οι οποίες αναφέρονται εδώ επειδή αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου που αφορά την απόφαση μου που ακολουθεί για την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, ή αναλόγως, της μαρτυρίας που δεν γίνεται αποδεκτή.
- Σύμφωνα με την νομολογία, η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του (βλ. στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, σελίδα 123, Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1, In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911).
- Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα 123).
- Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα (βλ. Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm)).
- Ο καθόλα τα άλλα εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
- Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
- Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους (βλ. Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL, Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm).
- Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Kartashov
(2011)1 Α.Α.Δ. 55, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Α. Πασχαλίδη: «Η αξιολόγηση μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (βλ. C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή "γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα", λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας "συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία".».
- Σημαντικά, βεβαίως, στην εκτίμηση της μαρτυρίας, είναι και τα διαδικαστικά.
- Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [[iii]] [[iv]]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, σε αστικές υποθέσεις, ανεξαρτήτως δικογράφησης [[v]] [[vi]]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί (ή του είχαν υποβληθεί ατελώς) στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [[vii]]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[viii]].
- Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
- The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. Accordingly, counsel should not in his closing speech attack that part of a witness's evidence which he has not challenged in cross-examination. However, this rule has been held not to apply to a case tried by lay justices in that justices do not have to accept a witness's evidence merely because it is unchallenged. Α strict application of the rule may also not be necessary where a witness is called whose evidence is corroborative of evidence already given by another witness who has himself been cross-examined, e.g. a police officer who gives evidence about an interview with the defendant. ...».
- Όπως εν προκειμένω έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μαρσέλο κ. α. ν Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, 18/01/2017: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, "η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό". Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D497, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης Νεόφυτος Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/
- και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
- Εκτίμηση της μαρτυρίας
- [Και] Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
- Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες δια ζώσης και έχοντας πλέον ενώπιον μου το σύνολο της μαρτυρίας, βρίσκω ότι, αποδεκτή, ως μαρτυρία αξιόπιστη και αληθινή, επί της οποίας μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ για να καταλήξω στα συμπεράσματα μου για την υπόθεση αυτή, είναι η μαρτυρία του ΜΚ2, του Κατηγορουμένου 2 και όλων των μαρτύρων υπεράσπισης, ήτοι των ΜΥ2 και ΜΥ
- Ο Κατηγορούμενος 2, μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ενώπιον του Δικαστηρίου, κατέθεσε με άνεση για τα γεγονότα, η εκδοχή του για τα οποία, εκτός του ότι υποστηρίζεται από τα διάφορα κατατεθέντα τεκμήρια (και δη τις πρόνοιες του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3) και την μαρτυρία των ΜΥ2 και ΜΥ3, ουσιαστικά, δεν ετέθη υπό αμφισβήτηση από πλευράς Παραπονούμενης, εφόσον, σε ότι αφορούσε τους περισσότερους από τους εν λόγω ισχυρισμούς του, δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Παραπονουμένης, ούτε και αντίθετες με αυτά θέσεις του υποβλήθηκαν από πλευράς Παραπονουμένης. Οι ΜΚ2, ΜΥ2 και ΜΥ3, οι οποίοι ήταν επίσης θετικοί στις τοποθετήσεις τους και άφησαν πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, βρίσκω ότι, κατά την δίκη, κατέθεσαν με ειλικρίνεια τα όσα πραγματικά γνώριζαν ή μπορούσαν να καταθέσουν για την υπόθεση αυτή. Άλλωστε, η μαρτυρία τους, ειδικότερα αυτή των ΜΥ2 και ΜΥ3, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Παραπονουμένης.
- Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1, για τους ακόλουθους κυρίως λόγους. Κατ' αρχήν, επειδή από την μαρτυρία του, αλλά και από το υπόλοιπο του μαρτυρικού υλικού, προκύπτει ότι, ο ίδιος, δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, ώστε να μπορούσε να καταθέσει θετικά για τα επίδικα ζητήματα, παρά το γεγονός ότι στο Δικαστήριο υποστήριξε το αντίθετο. Φαίνεται όμως, ότι, γενικά για τα της υπόθεσης, έλαβε, όπως φαίνεται να δήλωσε και στην ΜΥ2 και καταγράφεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Τεκμήριο 17 (βλ. σελίδα 10), πληροφόρηση εκ των υστέρων, από τρίτους, ή ότι είχε κάποια ενημέρωση, γενική περί των πραγμάτων, κατά την εξέλιξη των γεγονότων. Εντούτοις, έστω και για αυτά τα γεγονότα και στο βαθμό που θα μπορούσε να καταθέσει για αυτά εξ ακοής, δεν ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Ήταν εμφανές, ότι, κατά την δίκη, εξεταζόμενος για τα γεγονότα, ο ΜΚ1, προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα, όχι όπως πραγματικά συνέβησαν, αλλά μία εκδοχή με την οποία η Παραπονούμενη θα μπορούσε, ενδεχομένως, να επιτύχει την καταδίκη των Κατηγορουμένων 1 και 2 και γενικότερα, να δικαιολογήσει την χρηματική διεκδίκηση της από την Κατηγορούμενη 1, του ποσού της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο
- Παρουσίασε στο Δικαστήριο, ως υποκείμενο της έκδοσης της επίδικης επιταγής, το τιμολόγιο Τεκμήριο 2, δηλαδή, χρέωση της Παραπονούμενης της Κατηγορούμενης 1 για «εργασίες στο ΙΑΣΟ Ιδιωτικό Νοσοκομείο Ζώων Λτδ», που μάλιστα υποστήριξε ότι εκδόθηκε και παραδόθηκε στην Κατηγορούμενη 1 στις 15/11/2011, όταν από το σύνολο της μαρτυρίας, αυτό δεν είναι λογικό να έλαβε χώρα. Αφενός, επειδή, σε ότι αφορά το συγκεκριμένο ισχυριζόμενο ποσό χρέωσης των €9.000,33, δια του τιμολογίου Τεκμήριο 2, -που, όπως ο ΜΚ1 υποστήριξε, αφορά εκτελεσθείσα εργασία, η πληρωμή της οποίας κρατήθηκε από την Παραπονούμενη από το ενδιάμεσο πιστοποιητικό πληρωμής του Αρχιτέκτονα, Τεκμήριο 5-, για το οποίο η Κατηγορούμενη 1 είχε εκδώσει προγενέστερα της 15ης/11/2011 και παραδώσει στην Παραπονούμενη την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, η Κατηγορούμενη 1 είχε από 10/05/2011 δώσει οδηγίες ανάκλησης της εντολής πληρωμής της, ισχυριζόμενη παράβαση του Συμφωνητικού Εγγράφου από πλευράς Παραπονουμένης, και άρα, παράλογο να αποδεχόταν την τιμολόγηση της αυτή, όπως ο ΜΚ1 υποστήριξε. Και αφετέρου, επειδή, όπως ο ΜΚ1 ανέφερε στην ΜΥ2 και καταγράφεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της τελευταίας, Τεκμήριο 17 (βλ. σελίδες 10 και 66), η Παραπονούμενη, δεν φαίνεται να εκτέλεσε τις εργασίες στους καταλόγους ελαττωμάτων που της είχαν υποδειχθεί από τον Αρχιτέκτονα του έργου, όπως ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε, επειδή η Παραπονούμενη «έφυγε από το έργο άδοξα» και «κακήν κακώς», «για διατακτικό πληρωμής που δεν τακτοποιήθηκε». Σημειώνεται εδώ, ότι, η ΜΥ2, που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας κατόπιν κλήτευσης της από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2 και υιοθέτησε πλήρως τα όσα περιλαμβάνονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της, Τεκμήριο 17, δεν αντεξετάστηκε από πλευράς Παραπονουμένης επί των προαναφερόμενων σημείων της, ούτε και της υποβλήθηκε οποιαδήποτε θέση από την οποία θα μπορούσε να εκληφθεί ότι αυτά ετέθησαν υπό αμφισβήτηση. Ο δε ΜΚ1, στον οποίο υποδείχθηκε η προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ΜΥ2, Τεκμήριο 17, κατά την αντεξέταση του, δεν έθεσε υπό αμφισβήτηση τα όσα περιέλαβε σε αυτά η ΜΥ2, -τουναντίον, την εκθείασε για την εντιμότητα και πραγματογνωμοσύνη της-, ούτε και επανεξετάστηκε από τον συνήγορο της Παραπονούμενης για τα προαναφερόμενα σημεία της. Το πιο βασικό όμως, που καθιστά την μαρτυρία του ΜΚ1 αναξιόπιστη, σε αντίθεση με την υπόλοιπη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, είναι, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια της απόφασης μου:
(1)η μη υποστήριξη της εκδοχής του για τα γεγονότα, από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και δη από οποιοδήποτε επιστολή, όταν, πλειάδα επιστολών φαίνεται να ανταλλάχθηκε μεταξύ Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 κατά τον επίδικο χρόνο για τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής; Και
(2)το γεγονός ότι, η εκδοχή του ΜΚ1 για τα γεγονότα, δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3, σχετικά με την αποδέσμευση από τον Αρχιτέκτονα του έργου, για πληρωμή από την Κατηγορούμενη 1 στην Παραπονούμενη, του ποσού της κράτησης. Αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας
- Θα προσπαθήσω να επικεντρωθώ στην ουσία της υπόθεσης (βλ. Κυριάκου ν Ηλία, Ποινική Έφεση Αρ. 188/2016, 31/10/2018).
- Βασικό στοιχείο μαρτυρίας, για σκοπούς της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή, αποτελεί η Σύμβαση ημερομηνίας 02/02/2009, Τεκμήριο 3, στην οποία, είναι παραδεκτό από τους διαδίκους ότι, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1 προσήλθαν, για την εκτέλεση από την πρώτη, προς όφελος της δεύτερης, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, των εργασιών που καθορίστηκαν σε αυτήν και αφορούσαν την [συμπλήρωση] της ανέγερσης του κτηρίου στο οποίο η Κατηγορούμενη 1 θα στέγαζε την επιχείρηση της κτηνιατρικής κλινικής της, η οποία είναι στο πρότυπο της έκδοσης της Μικτής Επιτροπής Δομικών Συμβολαίων Κύπρου, που επιγράφεται «Ε2(Α) Έντυπο Κυρίως Συμβολαίου για Οικοδομικά Έργα (Χωρίς Ποσότητες)» (στο εξής καλούμενο «το Συμφωνητικό Έγγραφο»).
- Προκύπτει από το Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο 3, ότι, η συμφωνία Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, σε ότι αφορούσε την καταβολή του χρηματικού ανταλλάγματος για ολόκληρη την προαναφερόμενη εργασία, ήταν η πληρωμή ενός ποσού κατ' αποκοπή (lump sum contract) (χωρίς ποσότητες), με δόσεις, σύμφωνα με την εξέλιξη των εργασιών, βάσει πιστοποιητικών ικανοποίησης αρχιτέκτονα (προόδου / ενδιάμεσων και τελικού), με δικαίωμα παρακράτησης χρημάτων λόγω ρήτρας περί περιόδου ευθύνης για ελαττώματα.
- Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Keating on Building Contracts, 5η έκδοση στην σελίδα 102, τα πιστοποιητικά ικανοποίησης αρχιτέκτονα, όπως και στην προκείμενη περίπτωση (βλ. πιο κάτω), μπορεί να αποτελούν προϋπόθεση για την πληρωμή του εργολάβου σύμφωνα με την εξέλιξη των εργασιών: «The contract may show by express words, or upon reading it as a whole, that the architect's certificate is a condition precedent to payment whether interim or final. It is a condition precedent if upon the true construction of the contract, the employer only agrees to pay what is certified by the architect, or only to pay upon a certificate of satisfactory completion by the architect. In such a case if the contractor fails to obtain the certificate required for payment he has no present claim at law or in equity, unless he can show one of the special circumstances discussed in the next section of this chapter. He may, however, have an immediate right of arbitration to seek to secure a certificate or alter the contents of an existing one.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Μπορεί να είναι, ως και στην υπόθεση αυτή (βλ. πιο κάτω), όπως επεξηγείται στην συνέχεια του ιδίου συγγράμματος Keating on Building Contracts, 5η έκδοση, στην σελίδα 106, οριστικά και δεσμευτικά: «Certificate may be binding and conclusive. An architect in granting ordinary certificates in building contracts is not an arbitrator. But his decision as stated in his certificate may be as binding and conclusive between the parties as if it were an award. . It has been said that the object of making the architect's decision in a final certificate binding and conclusive is to have the benefit of his skill and knowledge as an independent man to decide what is finally due between the parties without recourse to the enormous expense and trouble often involved in judicial proceedings. Effect of such certificates. When parties have agreed that the architect shall decide matters finally between them they are not allowed in the absence of fraud or special circumstances to go behind his decision upon such matters merely because they are dissatisfied with it. Thus, if the question of extras is within the architect's jurisdiction to decide finally, the contractor cannot recover more than the amount allowed by the certificate. Conversely, the employer cannot go behind the certificate and say that a lesser sum is due. If a certificate is given which the contract shows was intended to be a final expression of the architect's satisfaction, the employer is not allowed subsequently to allege that there are any defects.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σχετικά, εν προκειμένω, είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Hudson's Building and Engineering Contracts, 10η έκδοση, στις σελίδες από 401 μέχρι και 406: «In building and engineering contracts there are frequently to be found express terms that the work, in addition to its compliance with the contract requirements and descriptions, is to be done to the approval or satisfaction of the architect or engineer, or of the employer, or of some person quite unconnected with the contracting parties, such as the local or by-law authority. Very often in the same clause, but sometimes independently, the contractor is required to be paid on certificates of the architect, and it is common for the final (and sometimes the penultimate) certificates, under which in many contracts the instalments of retention money are released, to be further expressly conditioned upon the work having been carried out and completed in all respects in accordance with the contract to the satisfaction of the architect or engineer, though in the United Kingdom today it is more usual to find the initial release of retention money conditioned on "practical" or "substantial" completion, and in such cases only the final certificate is treated as evidencing satisfaction. Certificates of this kind are, if given, treated as evidencing the satisfaction of the architect or engineer, notwithstanding that they may only purport to certify the final or other balance due. . In the great majority of cases the language used by the parties makes it clear that the architect or engineer who is required to express his approval or satisfaction, or decide, or certify, or give his opinion in relation to these matters in this way, is not intended to be an arbitrator in the full sense of the word. Nevertheless, unless the parties make it clear that they wish the certifier's decision or approval to be open to review by an arbitrator or the courts, the language and scheme of the contract frequently make it clear that the certifier's decision or approval, though in the nature of an administrative act rather than the full judicial hearing associated with arbitration, is intended to be binding upon the parties. . As will be seen, the existence of a provision in a contract whereby a builder undertakes to do work to the satisfaction of some other person, or to be paid upon his certificate, will, if it has the binding character referred to, have the most important consequences, since the builder may be unable to recover the price unless he obtains the stipulated approval or certificate, while, on the other hand, if he does obtain it, the employer may be precluded from alleging defective work or other failure to comply with the terms of the contract (as will be seen, however, these two results are not necessarily complementary, though usually they will be so). This is particularly serious in building contracts, since once the work is done it is attached to the soil and becomes the property of the owner, who thereby obtains the benefit of it beyond recall, while the builder cannot mitigate his loss, as in the case of a chattel, by taking it back. It follows from this that such provisions are liable to be particularly strictly construed when the stipulated approval is that not of a third person but of a party to the contract. . Finally, warning should be given that nearly all modern forms of contract contain arbitration clauses sufficiently wide in scope to rob the stipulated approval or certificate of the finality which it would otherwise enjoy. The wording of any arbitration clause may be of overwhelming importance in determining whether an approval or certificate is conclusive, and may indeed override provisions which on their face appear to be clear and precise.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Ο χαρακτήρας των πιστοποιητικών ικανοποίησης αρχιτέκτονα, προόδου / ενδιάμεσων και τελικού, επεξηγείται με λεπτομέρεια, επίσης, στο σύγγραμμα Keating on Building Contracts, 5η έκδοση, στην σελίδα 101: «Progress or interim certificates. These certificates are issued from time to time during the course of the work certifying that, in the opinion of the architect, work has been carried out, and, in some cases, materials supplied, to the value of £x. They are approximate estimates, made in some instances for the purpose of determining whether the employer is safe in making a payment in advance of the contract sum, in others whether he is under a duty to pay an instalment and if so, how much he is to pay. Such certificates are not normally binding upon the parties as to quality or amount and are subject to adjustment on completion. It has, however, been held under the 1963 Standard Form of Building Contract that the employer is not obliged to pay more than the amount stated as due on the face of an interim certificate. Whatever the cause of an undervaluation, the contractor's remedy is to request the architect to make an appropriate adjustment in a subsequent certificate or to take the dispute to arbitration. An employer who has a bona fide arguable contention that an interim certificate overvalues the contractor's right to payment has an equivalent remedy and can resist proceedings for summary judgment on that ground. Subject to the effect of words showing that it is merely intended to make advances on money not legally due until completion, a progress certificate properly given creates a debt due. Subject to rights of set-off, the contractor can seek summary judgment for the amount certified upon the issue of a certificate for payment of an instalment. If an employer's claim to set-off raises issues which have to be referred to arbitration, payment of the amount due in an interim certificate is not, without express words, a condition precedent to the employer's right to go to arbitration. Final certificates. A final certificate may certify the amount finally payable to the contractor under the contract, or the satisfaction of the architect that work conforms with the contract, or both. Upon these matters the architect's decision embodied in his certificate is often binding and conclusive on the parties. This is discussed below. If an architect or engineer issues an unqualified certificate authorising final payment, that is in practice likely to be irrebuttable evidence of his satisfaction, whether or not the contract contains terms providing for certification and whether or not, if it does, they provide for such a certificate to have a final or conclusive effect.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Εν προκειμένω, σε ότι αφορά το τελικό πιστοποιητικό ικανοποίησης αρχιτέκτονα, στο σύγγραμμα Hudson's Building and Engineering Contracts, 10η έκδοση, στην σελίδα 489, αναφέρονται επίσης και τα εξής: «Under the 1955 I.C.E. form, no specific reference to a final certificate is made, but the second half of the retention money (and by implication the final balance due to the contractor) is payable fourteen days after the expiry of the period of maintenance, provided that defects have been made good. The last certificate in point of time appears to be the maintenance certificate, which is required to state that the works have been completed and maintained to the engineer's satisfaction, and which is not, at least expressly, a certificate for payment. No other certificate is to be deemed to constitute approval of any work or an admission of any matter in respect of which it is issued, but there is no positive provision that it is final and binding, other than a provision that the employer shall not be liable to the contractor in any respect unless the contractor has made a claim in writing before the maintenance certificate. There follows a bewildering provision to the effect that the contractor (and the employer) are to remain liable to each other after the certificate in respect of obligations not performed at the time of the certificate. .».
- Η σημασία του συμβατικού δικαιώματος παρακράτησης χρημάτων σε σύμβαση για πληρωμή ποσού κατ' αποκοπή (lump sum contract) με δόσεις, ως προαναφέρθηκε, επεξηγείται στο ίδιο και πάλι σύγγραμμα Keating on Building Contracts, 5η έκδοση, στην σελίδα 72, όπου με αναφορά στον λόγο του Λόρδου Δικαστή Denning στην υπόθεση Hoenig v Isaacs [1952] 2 All E.R. 176 (C.A.) αναφέρονται τα εξής: «Retention money. The contract may provide: "for progress payments to be made as the work proceeds, but for retention money to be held until completion. Then entire performance is usually a condition precedent to payment of the retention money but not, of course, to the progress payments. The contractor is entitled to payment pro rata as the work proceeds, less a deduction for retention money. But he is not entitled to the retention money until the work is entirely finished, without defects or omissions."». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στα προαναφερόμενα, προστίθενται τα όσα στην συνέχεια του ιδίου συγγράμματος Keating on Building Contracts, 5η έκδοση, αναφέρονται για το θέμα αυτό, με περισσότερη λεπτομέρεια, στις σελίδες από 245 μέχρι 248: «There is frequently a clause in building contracts which provides that the contractor shall make good defects, or repair or maintain the works for a certain period after completion. This period is sometimes referred to as the "defects liability period" or "maintenance period." As a security for the contractor's observance of his obligations, part of the contract sum, termed retention money, is usually retained by the employer until the end of the period, and is not released until the architect gives a certificate evidencing his satisfaction that the works accord with the contract. . Where there is a defects clause and at the end of the defects liability period a binding and conclusive final certificate of satisfaction is given by the architect then, in the absence of fraud or other special circumstances, the contractor's liability in contract for any defects which may appear thereafter comes to an end, and this notwithstanding that the certificate may have been granted after the commencement of legal proceedings in respect of the defects in question.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Εν προκειμένω, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Hudson's Building and Engineering Contracts, 10η έκδοση, στις σελίδες από 388 μέχρι και 399: «The great majority of building and engineering contracts contain a clause which requires the contractor, on being called on to do so, to rectify all defects which may appear during a fixed period after completion of the work and entry into occupation by the employer. This period is usually called the maintenance or defects liability period, and it is usual, as in the case of the standard forms, but not universal, for the contractor to be paid for this work if the defects are not due to breach of contract. It is also usual for the payment provisions of the contract to release one-half of the retention moneys at the beginning of this period and the other half at the end, after the defects have been put right, when the final certificate usually (but not immediately under the post-1963 R.I.B.A. standard forms) is required to be given. . It should be made clear that the word "defects" in this context includes any breach of contract affecting the quality of the work, whether structural on the one hand or merely decorative on the other, and whether due to faulty material or workmanship, or even design, if the latter is part of the contractor's obligation. Indeed, in modern clauses where the contractor is entitled to be paid extra if the defect is not due to breach of contract, the wording gives an indication that design errors of the architect are intended to be covered. But in nearly all the cases the defect, whatever its cause, must be a defect which "appears" within the maintenance period. Defects which "appear" after the period has expired are not within the ambit of the clause. On analysis, the word "defect" in this particular context may often mean the symptom rather than the cause, which may often be difficult or impossible to establish until work has been demolished, removed or uncovered, or special investigations carried out. . Despite the similarity of many modern clauses, there are in fact different types of wording which can be used which may have most important consequences, . The possible types have been described as, first, that the contractor shall rectify all defects appearing within a certain period (the usual modern form); secondly, that he should repair the works as necessary during the period; and, thirdly, that he should maintain and uphold the works for the period. . The period during which the obligation to make good defects, repair or maintain is to have effect is frequently called "the maintenance period" and sometimes the "defects liability" period, which in some contracts are expressed to run from the time when the architect gives his certificate that the works are completed to his satisfaction. Since, however, the final certificate may be considerably delayed for various reasons and so unreasonably postpone the maintenance period, it is frequently provided that the architect shall certify "practical" or "substantial" completion for the purpose of starting the maintenance period, and that the certificate of final completion or final certificate shall be given at or shortly after the end of that period. Nearly all contracts in the United Kingdom are of this kind, and in such cases the certificate which starts the period is not usually regarded as a certificate of the architect's satisfaction with the quality of the work, since the certificate usually requires to be given notwithstanding the presence of minor defects which are not inconsistent with entry by the employer into occupation, and merely records freedom from patent defects. Certain forms of contract used in Australia and New Zealand, however, treat the completion certificate at the beginning of the period as the definitive certificate of satisfaction and in these contracts the final certificate appears to have only a minor role from this point of view. A part of the retention fund is normally retained as a security for the performance of the contractor's obligation, but a proportion of the fund will usually be released to the contractor at the start of the period. If the work is divided into several parts and some parts are completed before the others, but there is no provision for stage completion or provision for only one maintenance period, the period will run from the time when the last part is completed or from the date when the architect or engineer certifies that the whole works are complete or practically complete. (Other rights, such as liquidated damages for delay, or the required date for the final certificate, may also, of course, depend on the date when the period starts to run.). . In many modern contracts the certificate is open to review by an arbitrator, so that it loses its binding quality, and the employer would therefore be free to sue for damages notwithstanding that he might have lost the right to recall the contractor to put right defects under the defects clause. This is not so in the case of the R.I.B.A. forms, however, under which the final certificate can bind the employer if he does not issue notice of arbitration before it is given. . It is important to understand the precise nature of the maintenance or defects obligation. It is quite different from the employer's right to damages for defective work, under which he will be able to recover the financial cost of putting right work either by himself or another contractor. It involves essentially the right to call for the physical return to the site of the contractor for a limited period after the employer has resumed occupation. Since maintenance work can usually be carried out much more cheaply by the original contractor than by some outside contractor brought in by the building owner, defects clauses in practice confer substantial advantages on both parties to the contract. So the contractor not only has the obligation but also in most cases, it is submitted, the right to make good at his own cost any defects which appear within the maintenance period. Thus if a building owner who discovers such defects has them made good without giving an opportunity to the contractor to do the making good himself (unless, of course, the contract has come to an end prematurely for some reason, such as rescission or a contractual determination), the building owner may not be able to recover the additional cost of doing the work by an outside contractor, if this was greater than the cost at which the repair could have been effected by the original contractor, either because the employer has, under the rules as to mitigation of damages, acted unreasonably in so doing, or because the difference in cost will be recoverable by the contractor as damages for breach of contract. There may be cases, depending on the wording of the contract, where in such circumstances the employer might lose his right to recover any part of the cost from the contractor, but most explicit wording would be required to bring this result about in a building or engineering contract, it is submitted. . In the absence of express provision, it would appear reasonable to imply a term that the contractor should be given notice that the employer has discovered the defects, and intends to stand upon his rights and insist upon the defects being remedied in accordance with the contract, since the employer will, by definition, be in occupation. . As already stated supra, if the contract provides that the work is to be done to the satisfaction of the architect, and in particular if that satisfaction is required to be recorded in a certificate such as a final certificate or certificate of final completion, an employer will not usually be permitted to complain of defective work, once the satisfaction or certificate has been recorded, unless there is an arbitration clause wide enough in scope to permit the matter to be reopened. Where, however, there is no provision that satisfaction or a certificate shall be conclusive, or where the arbitration clause enables the courts or an arbitrator to deal with the matter on its merits, it may become necessary to decide whether the defects clause is or is not intended as a substitute for the common law right to damages for defective work. In the eighth and ninth editions of this book it was submitted that, where the contract does not provide to the contrary, although the building owner cannot insist upon the contractor making good defects which may appear after the period expires, there is nothing to prevent him bringing an action for damages in respect of defects which arise from breaches of contract by the contractor, and this view has now received the support of modern authority. It is always a question of construction whether the rights under the maintenance clause are intended to supplant the right to damages at common law altogether. In the absence of express provision the remedies under these clauses are in addition to and not in substitution for the common law rights, and even where the defects have appeared within the period the employer may sue for damages rather than call on the contractor to do the work, subject, in that event, to the employer's damages being limited, for the reasons stated supra, to the cost to the contractor of doing the work at that time, rather than the possibly greater cost of bringing in another contractor either then or at a later date. . The most far-reaching and remarkable clause absolving the contractor from his ordinary common law responsibility for defective work is the clause governing the legal effect of the final certificate in the post-1963 R.I.B.A. standard forms of contract. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Παραδεκτό, μεταξύ των διαδίκων, είναι και το γεγονός ότι, ο διορισμένος από την Κατηγορούμενη 1, βάσει του Συμφωνητικού Εγγράφου, αρχιτέκτονας, ***** Χατζηιωάννου (στο εξής καλούμενος «ο Αρχιτέκτονας»), στις 17/11/2010, ενεργώντας, στην βάση των εξουσιών που Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1 του παραχώρησαν με το Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο 3, εξέδωσε προς την Παραπονούμενη, το έγγραφο, Τεκμήριο 4, με το εξής περιεχόμενο: «ΕΡΓΟ: ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΗ ΚΛΝΙΚΗ "ΙΑΣΩ" ΘΕΜΑ: ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΔΙΑ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟΥ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΑΡ.10 ΚΑΙ ΔΙΑ TEΛlKON ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΡΓΟΥ Αναφερόμαστε στην επιστολή σας με ημερ. 10/11/2010 και σας πληροφορούμε τα ακόλουθα.
- Θα σας δοθεί επιταγή δια εξόφληση του διατακτικού αρ.10 μείον τρείς χιλιάδες ευρώ (3000.00) δια ατέλειες στην ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση (οδηγία που δόθηκε από τον σύμβουλο μηχανολόγο) και μείον 3500 ευρώ (3500.00) δια κατασκευαστικές ατέλειες στα αλουμίνια.
- Η επιταγή θα έχει ημερομηνία πληρωμής που θα μας πείτε εσείς και θα είναι η ημερομηνία που θα έχετε τελειώσει όλες τις παρατηρήσεις που υπάρχουν στις διάφορες λίστες με ατέλειες που σας έχουν δοθεί.
- Ο ιδιοκτήτης θα έχει το δικαίωμα να αποσύρει την επιταγή, εάν κατά την κρίση του επιβλέποντος μηχανικού, μέχρι την ημερομηνία που θα μας ορίσετε δεν έχετε τελειώσει όλες τις εργασίες και ο ιδιοκτήτης θα προχωρήσει με άλλους για να ολοκληρώσει το έργο.
- Με την πληρωμή του διατακτικού αρ.10 συμφωνείται ότι αποτελεί τελικό λογαριασμό δια το ποιο πάνω συμβόλαιο και δεν θα υπάρχει οποιανδήποτε άλλη απαίτηση και από τα δυο μέρη (εργολάβο και εργοδότη).
- Δια το ποσό των 9001.33 ευρώ συν Φ.Π.Α. που αντιπροσωπεύει το ποσοστό 2.5% της κράτησης του διατακτικού αρ.10 θα εκδοθεί επιταγή με ημερομηνία 15 Νοεμβρίου 2011 και θα δοθεί στον εργολάβο μαζί με την επιταγή που αναφέρεται στην παράγραφο αρ.1 πιο πάνω.».
- Επίσης παραδεκτό από τους διαδίκους, είναι και το γεγονός, ότι, η Κατηγορούμενη 1, ενεργώντας δια του Κατηγορουμένου 2, μοναδικού διοικητικού σύμβουλου της, κατέβαλε στην Παραπονούμενη, το ποσό, που, από το έγγραφο Τεκμήριο 4, προκύπτει ότι θα της κατέβαλλε προς εξόφληση του Πιστοποιητικού Διατακτικού Πληρωμής με Αρ. 10, Τεκμήριο 5 και ότι, ενεργώντας με γνώμονα τα συμφωνηθέντα στο έγγραφο Τεκμήριο 4, εξέδωσε, μεταχρονολόγησε για σκοπούς πληρωμής και παρέδωσε στην Παραπονούμενη, την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1 (επιταγή της Κατηγορούμενης 1 με αρ. *****13, εκδοθείσα από τον λογαριασμό της που τηρούσε στην Marfin Laiki Bank με αρ. *****-*****-*****56, αξίας €9.001,33 και με ημερομηνία πληρωμής 15/11/2011).
- Από την μαρτυρία, προκύπτει περαιτέρω ως παραδεκτό, ότι, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, σε σχέση με το προαναφερόμενο έγγραφο, Τεκμήριο 4, το οποίο, είναι άξιο να σημειωθεί, επιγράφεται θεματικά, «Συμφωνία δια εξόφληση του διατακτικού πληρωμής αρ. 10 και δια τελικό λογαριασμό έργου», δεν υπέβαλαν οποιαδήποτε απαίτηση ή ένσταση (για να αποφασιστεί, είτε από τον Αρχιτέκτονα, είτε από Διαιτητή), σύμφωνα με το Άρθρο 36 του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3, και ως εκ τούτου, δεσμεύονται από τα όσα περιλαμβάνει, ως τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα.
- Σημειώνεται εν προκειμένω, ότι, σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 36 του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3: «
(1)Εις περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε αµφισβήτηση ή διαφορά µεταξύ του Εργοδότη ή του Αρχιτέκτονα εκ µέρους του αφ'ενός και του Εργολάβου αφ'ετέρου (εξαιρουµένης οποιασδήποτε αµφισβήτησης ή διαφοράς βάσει του Αρθρου 14Α των παρόντων Ορων) είτε κατά την διάρκεια της εκτέλεσης είτε µετά την συµπλήρωση ή την εγκατάλειψη των Εργασιών και είτε πρίν είτε µετά την λύση ή την ισχυριζόµενη λύση της εργοδότησης του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συµβολαίου, εις ότι αφορά (α) την δοµή του παρόντος Συµβολαίου, ή (β) οποιοδήποτε θέµα ή πράγµα οποιασδήποτε φύσης το οποίο αναφύεται µε βάση ή σε σχέση µε το παρόν Συµβόλαιον και/ή σε σχέση µε την εκτέλεση των Εργασιών συµπεριλαµβανοµένων οποιουδήποτε θέµατος ή πράγµατος το οποίο επαφίεται βάσει του παρόντος Συµβολαίου εις την κρίση του Αρχιτέκτονα ή της κατακράτησης απο τον Αρχιτέκτονα οποιουδήποτε Πιστοποιητικού το οποίο ο Εργολάβος δύναται να ισχυρισθεί ότι το δικαιούται ή της ρύθµισης του Ποσού Συµβολαίου βάσει του Αρθρου 31
(6)(γ) των παρόντων Ορων ή των δικαιωµάτων και των ευθυνών των µερών εις το παρόν Συµβόλαιον βάσει των Αρθρων 26, 27, 33 ή 34 των παρόντων Ορων ή της παράλογης είτε προβολής ένστασης είτε άρνησης παροχής συγκατάθεσης ή συµφωνίας από τον Εργοδότη ή τον Αρχιτέκτονα εκ µέρους του ή από τον Εργολάβο, τότε το θέµα τέτοιας αµφισβήτησης ή διαφοράς θα υποβάλλεται εγγράφως από οποιοδήποτε µέρος ή και από τα δύο µέρη, ανάλογα µε την περίπτωση, εις τον Αρχιτέκτονα (µε ρητή αναφορά εις το ότι η υποβολή αυτή γίνεται συµφώνως προς τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου του παρόντος Αρθρου και, ανάλογα µε την περίπτωση, µε αντίγραφο προς το άλλο µέρος) προς επίλυση και έκδοση απο τον ίδιο γραπτής σχετικής απόφασης (εις το εξής καλούµενη "η Απόφαση του Αρχιτέκτονα").
(2)Εις περίπτωση που, βάσει της παραγράφου
(1)του παρόντος Αρθρου η αµφισβήτηση ή διαφορά υποβάλλεται προς επίλυση εις τον Αρχιτέκτονα, εκτός εάν εν τω µεταξύ οι Εργασίες έχουν εγκαταλειφθεί ή η εργοδότηση του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συµβολαίου έχει ή κατ'ισχυρισµό έχει λυθεί, ο Εργολάβος, εις κάθε περίπτωση, θα συνεχίζει την εκτέλεση των Εργασιών µε την απαιτούµενη σπουδή και προσοχή και τόσο ο Εργοδότης όσο και ο Εργολάβος θα εφαρµόζουν πιστά την οποιαδήποτε Απόφαση του Αρχιτέκτονα εκτός εάν και µέχρις ότου αυτή τροποποιηθεί µετά-από παραποµπή της εν λόγω αµφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία βάσει της παραγράφου
(4)τού παρόντος Αρθρου. .
(4)Ο Αρχιτέκτονας θα έχει υποχρέωση να συµπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του τόσο εις τον Εργοδότη όσο και εις τον Εργολάβο εντός 28 ηµερών από την ηµεροµηνία υποβολής του προς επίλυση θέµατος. Η Απόφαση του Αρχιτέκτονα θα είναι τελεσίδικη και δεσµευτική για τα µέρη εκτός εάν είτε ο Εργοδότης είτε ο Εργολάβος, εντός 28 ηµερών από την ηµεροµηνία λήψης της Απόφασης, µε γραπτή ειδοποίηση προς τον Αρχιτέκτονα και µε αντίγραφο προς το άλλο µέρος, προβάλει ένσταση είτε ως προς το σύνολο είτε ως προς κάποιο µέρος την Απόφασης, εις την οποία περίπτωση ή εις περίπτωση όπου ο Αρχιτέκτονας, για οποιονδήποτε λόγο, παραλείψει να συµπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του προς τα µέρη όπως προαναφέρεται, το ενδιαφερόµενο µέρος θα δικαιούται, µε γραπτή ειδοποίηση προς το άλλο µέρος, να αξιώσει την άµεση παραποµπή της αµφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία. Πάντοτε νοουµένου ότι, εις περίπτωση που ο Αρχιτέκτονας, για οποιονδήποτε λόγο, παραλείψει να συµπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του προς τα µέρη όπως ποοαναφέρεται αλλά κατόπιν τούτου ουδέν µέρος αξιώσει, εντός της προαναφερόµενης προθεσµίας, την παραποµπή της αµφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία, τότε, αφ'ενός η προαναφερόµενη παράλειψη του Αρχιτέκτονα θα θεωρείται ως τελεσίδικη απόρριψη απο τον ίδιο οποιωνδήποτε αιτηµάτων τα οποία αποτελούν το θέµα της αµφισβήτησης ή διαφοράς και αφ'ετέρου η προαναφερόµενη µή αξίωση για παραποµπή της αµφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία θα θεωρείται ως οριστική και αδιαµφισβήτητη αποδοχή και από τα δύο µέρη της απόρριψης των αιτηµάτων όπως προαναφέρεται, περαιτέρω δέ, ουδεµία άλλη απαίτηση ή επιπρόσθετη διαδικασία σε σχέση µε το θέµα της αµφισβήτησης ή διαφοράς θα επιτρέπεται να προωθηθεί εκ νέου είτε διά Διαιτησίας είτε βάσει οποιωνδήποτε άλλων προνοιών του παρόντος Συµβολαίου. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 75. Καθώς επίσης, ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 31, παραγράφους 8 και 9, του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3: «
(8)(α) Εκτός εάν οποιεσδήποτε διαδικασίες επίλυσης διαφορών είχαν αρχίσει είτε βάσει του Αρθρου 36 των παρόντων Ορων είτε διαφορετικά (είτε απο το ένα είτε από το άλλο µέρος εις το παρόν Συµβόλαιο) πριν ή εντός 14 ηµερών απο την ηµεροµηνία έκδοσης του Τελικού Πιστοποιητικού, το εν λόγω Πιστοποιητικό θα συνιστά, εις οποιεσδήποτε τέτοιες διαδικασίες οι οποίες αναφύονται απο ή σε σχέση µε το παρόν Συµβόλαιο, (ί) αδιαµφισβήτητη µαρτυρία του ότι όπου η ποιότητα των υλικών ή το επιπέδο τεχνουργίας εις το παρόν Συµβόλαιο πρέπει να είναι σύµφωνα προς την λογική ικανοποίηση του Αρχιτέκτονα, αυτά ειναι σύµφωνα προς τέτοια ικανοποίηση. και (ίί) αδιαµφισβήτητη µαρτυρία του ότι έχουν εφαρµοσθεί δεόντως όλες οι πρόνοιες του παρόντος Συµβολαίου οι οποίες απαιτούν να γίνει ρύθµιση του Ποσού Συµβολαίου, εκτός για οποιοδήποτε ποσό εις το Τελικό Πιστοποιητικό το οποίο διαπιστώνεται ότι δεν είναι ορθό εξ'αιτίας είτε δόλου, ανειλικρίνειας ή δόλιας απόκρυψης σε σχέση µε τις Εργασίες ή µε οποιονδήποτε τµήµα αυτών, ή µε οποιοδήποτε θέµα το οποίο διακανονίζεται εις το εν λόγω Πιστοποιητικό, είτε οποιουδήποτε ελαττώµατος (συµπεριλαµβανοµένης οποιασδήποτε παράλειψης) εις τις Εργασίες ή εις οποιονδήποτε τµήµα αυτών το οποίο µε λογική επιθεώρηση ή εξέταση καθ'οποιονοήποτε λογικό χρόνο κατά την διάρκεια της εκτέλεσης των Εργασιών ή πριν απο την έκδοση του Τελικού Πιστοποιητικού δεν ήταν δυνατό να αποκαλυφθεί, είτε οποιασδήποτε τυχαίας συµπερίληψης ή εξαίρεσης οποιασδήποτε εργασίας, υλικών, εµπορευµάτων ή ψηφίου εις οποιονδήποτε υπολογισµό ή οποιουδήποτε αριθµητικού λάθους εις οποιονδήποτε υπολογισµό. Πάντοτε νοουµένου ότι εις όλες τις προαναφερόµενες εξαιρούµενες περιπτώσεις, το Τελικό Πιστοποιητικό θα συνιστά αδιαµφισβήτητη µαρτυρία εις ότι αφορά τα υπόλοιπα ποσά τα οποία συµπεριλαµβάνονται εις το εν λόγω Πιστοποιητικό. (β) Εάν οποιεσδήποτε διαδικασίες επίλυσης διαφορών είχαν αρχίσει είτε βάσει του Αρθρου 36 των παρόντων Ορων είτε διαφορετικά (είτε από το ένα είτε απο το άλλο µέρος εις το παρόν Συµβόλαιο) πριν απο την ηµεροµηνία έκδοσης του Τελικού Πιστοποιητικού, το εν λόγω Πιστοποιητικό θα συνιστά εις οποιεσδήποτε τέτοιες διαδικασίες οι οποίες αναφύονται απο ή σε σχέση µε το παρόν Συµβόλαιο, αδιαµφισβήτητη µαρτυρία όπως προνοείται εις τα εδάφια (i) και (iί) της υποπαραγράφου (α) της παρούσας παραγράφου µετά την περάτωση αυτών των διαδικασιών οπόταν το Τελικό Πιστοποιητικό θα υπόκειται εις τους όρους οποιασδήποτε απόφασης η οποία εκδίδεται ή διευθέτησης η οποία συµφωνείται εις τις εν λόγω διαδικασίες. (γ) Εάν οποιεσδήποτε διαδικασίες επίλυσης διαφορών είχαν αρχίσει είτε βάσει του Αρθρου 36 των παρόντων Ορων είτε διαφορετικά (είτε από το ένα είτε από το άλλο µέρος εις το παρόν Συµβόλαιο) εντός 14 ηµερών απο την ηµεροµηνία Εκδοσης του Τελικού Πιστοποιητυωύ, το εν λόγω Πιστοποιητικό θα συνιστά, εις οποιεσδήποτε τέτοιες διαδικασίες οι οποίες αναφύονται από ή σε σχέση µε το παρόν Συµβόλαιο, αδιαµφιοβήτητη µαρτυρία όπως προνοείται εις τα εδάφια (i) και (ίί) της υποπαραγράφου (α) της παρούσας παραγράφου εξαιρουµένων µόνον των θεµάτων µε τα οποία σχετίζονται οι εν λόγω διαδικασίες.
(9)Υπό τις επιφυλάξεις των προνοιών της παραγράφου
(8)του παρόντος Αρθρου, ουδέν Πιστοποιητικό του Αρχιτέκτονα θα αποτελεί από µόνο του αδιαµφιοβήτητη µαρτυρία του ότι οποιεσδήποτε εργασίες, υλικά ή εµπορεύµατα εις τα οποία αναφέρεται το Πιστοποιητικό αυτό, είναι σύµφωνα προς το παρόν Συµβόλαιον.». 76. Τώρα, η διαφορά των διαδίκων, έγκειται στο ότι, η Παραπονούμενη ισχυρίζεται:
(1)ότι, ενεργώντας βάσει των όσων με το έγγραφο, Τεκμήριο 4, είχαν συμφωνηθεί με την Κατηγορούμενη 1, [μέσω του Αρχιτέκτονα της], εκτέλεσε όλες τις παρατηρήσεις που υπήρχαν στους διάφορους καταλόγους ελαττωμάτων ([1]) που τις είχαν δοθεί από πλευράς Κατηγορουμένης 1 και αναφέρονται στο έγγραφο, Τεκμήριο 4, από τον Αρχιτέκτονα του έργου. Εξ ου και η πληρωμή της και εξόφληση από πλευράς Κατηγορουμένης 1, του ενδιάμεσου πιστοποιητικού διατακτικού πληρωμής με αρ. 10, Τεκμήριο 5, ως με το έγγραφο, Τεκμήριο 4, είχε καθοριστεί το οφειλόμενο ποσό από τον Αρχιτέκτονα του έργου, προς τελικό λογαριασμό τους με την Κατηγορούμενη 1 και διευθέτηση της οποιασδήποτε μεταξύ τους απαίτησης βάσει του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3; και
(2)ότι, ως εκ του γεγονότος αυτού, δικαιούταν να πληρωθεί το ποσό της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, που της εκδόθηκε και παραδόθηκε από την Κατηγορουμένη 1, προς εξόφληση του ποσού, που, με το ενδιάμεσο πιστοποιητικό διατακτικό πληρωμής με αρ. 10, Τεκμήριο 5, δεν της πληρώθηκε βάσει των προνοιών του Άρθρου 31, παράγραφος 3, ως κράτηση για τυχόν ελαττώματα κ. τ. λ. που θα πρόκυπταν εντός της σχετικής περιόδου ευθύνης, βάσει του Άρθρου 16 του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3. 77. Ενώ, η Κατηγορούμενη 1, ισχυρίζεται:
(1)ότι η Παραπονούμενη, δεν εκτέλεσε ποτέ τις εργασίες για να διορθωθούν τα ελαττώματα των καταλόγων ελαττωμάτων που τις είχαν δοθεί από πλευράς Κατηγορουμένης 1 και αναφέρονται στο έγγραφο, Τεκμήριο 4, από τον Αρχιτέκτονα του έργου;
(2)ότι πλήρωσε και εξόφλησε το ενδιάμεσο πιστοποιητικό διατακτικού πληρωμής με αρ. 10, Τεκμήριο 5, ως με το έγγραφο, Τεκμήριο 4, είχε καθοριστεί το οφειλόμενο ποσό από τον Αρχιτέκτονα του έργου, ακριβώς επειδή η πληρωμή πιστοποιήθηκε από τον Αρχιτέκτονα ότι έπρεπε να γίνει και δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, και όχι επειδή η Παραπονούμενη εκτέλεσε τις εν λόγω εργασίες;
(3)ότι, η Παραπονούμενη εκτέλεσε το έργο κακότεχνα, με αποτέλεσμα να υπάρξουν σε αυτό πολλά ελαττώματα, τα οποία παρατηρήθηκαν στην Παραπονούμενη από τον Αρχιτέκτονα του έργου [και] εντός της περιόδου ευθύνης, χωρίς να διορθωθούν; Και
(4)ότι, ως εκ τούτων των γεγονότων, η Παραπονούμενη δεν δικαιούταν να πληρωθεί το ποσό της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, που της εκδόθηκε και παραδόθηκε από την Κατηγορουμενη 1, προς εξόφληση του ποσού, που, με το ενδιάμεσο πιστοποιητικό διατακτικό πληρωμής με αρ. 10, Τεκμήριο 5, δεν της πληρώθηκε βάσει των προνοιών του Άρθρου 31, παράγραφος 3, ως κράτηση για τυχόν ελαττώματα κ. τ. λ. που θα πρόκυπταν εντός της σχετικής περιόδου ευθύνης, βάσει του Άρθρου 16 του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο
- Εξ ου και ο λόγος για τον οποίο έδωσε την οδηγία στην πληρώτρια τράπεζα, για ανάκληση της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο
- Έκαστη διάδικος πλευρά, ήταν προφανές κατά την δίκη, ότι αποδίδει στο έγγραφο Τεκμήριο 4, διαφορετική ερμηνεία και σημασία. Αυτό, -δηλαδή, η ερμηνεία των όρων μιας οικοδομικής σύμβασης (όπως και των διαφόρων εγγράφων που εκδίδονται ή δίδονται από τον επιβλέποντα αρχιτέκτονα βάσει αυτής)-, είναι ένα ζήτημα, που όπως διαφαίνεται και από μελέτη των προαναφερόμενων συγγραμμάτων, απασχολεί συχνά τα Δικαστήρια.
- Η Παραπονούμενη, φαίνεται να ισχυρίζεται ότι, αυτό, αποτελεί τελικό πιστοποιητικό ικανοποίησης αρχιτέκτονα (τελικό λογαριασμό) που εκδόθηκε από τον Αρχιτέκτονα του έργου και συμφωνία (πιστοποίηση) για πληρωμή του υπόλοιπου ποσού που κρατήθηκε από την Παραπονούμενη των €9.001,33 [πλέον Φ. Π. Α. - που τελικά χαρίστηκε] ως προαναφέρθηκε, σε συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία, ήτοι, στην ημερομηνία που είχε δοθεί και η εντολή πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, που είχε δοθεί για τον σκοπό. [Αυτή ήταν, σε γενικές γραμμές, η κατάθεση του ΜΚ1 κατά την ακρόαση της υπόθεσης]. Ενώ, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, υποστηρίζουν ότι, αυτό, ήταν απλώς πιστοποιητικό ικανοποίησης του Αρχιτέκτονα του έργου, ως προς τα της έμπρακτης συμπλήρωσης από πλευράς Παραπονουμένης των εργασιών του έργου βάσει του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3, στην βάση του οποίου σηματοδοτήθηκε η έναρξη της περιόδου ευθύνης του Άρθρου 16 του Συμφωνητικού Εγγράφου και ότι, ανεξαρτήτως του κατά πόσο ο Αρχιτέκτονας του έργου ξέδωσε σε σχέση με αυτό, τελικό πιστοποιητικό ικανοποίησης αρχιτέκτονα, δεν εκδόθηκε ποτέ από αυτόν πιστοποιητικό συμπλήρωσης της επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων ώστε να δικαιούταν η Παραπονούμενη να πληρωθεί το ποσό της κράτησης, ήτοι το ποσό της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, ακριβώς επειδή, η Παραπονούμενη, ουδέποτε επιδιόρθωσε τα ελαττώματα που της αναφέρθηκαν από πλευράς της Κατηγορομένης 1 εντός [και] της περιόδου αυτής. [Αυτά, υποστηρίχθηκαν κατά την δίκη από τον Κατηγορούμενο 2, ενόρκως, μετά από την κλήση των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε απολογία. Παρουσιάστηκε δε προς υποστήριξη των ισχυρισμών του Κατηγορουμένου 2 και η μαρτυρία των ΜΥ2 και ΜΥ3].
- Σχετικά με το ζήτημα αυτό, είναι τα Άρθρα 16 και 31 του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το Άρθρο 31 του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3: «
(1)Τα Ενδιάµεσα Πιστοποιητικά θα εκδίδονται από τον Αρχιτέκτονα συµφώνως προς το παρόν Αρθρο και για τον σκοπό αυτό ο Εργολάβος θα υποβάλλει προς τον Αρχιτέκτονα, µε αντίγραφο προς τον Επιµετρητή Ποσοτήτων, λεπτοµερή αίτηση η οποία θα αναφέρει τον υπολογισµό του ποσού το οποίο οφείλεται εις αυτόν από τον Εργοδότη. Ο Αρχιτέκτονας, κατόπιν τούτου, λαµβάνοντας υπ'όψη την σχετική υπόδειξη του Επιµετρητή Ποσοτήτων, θα εκδίδει κάποιο Ενδιάµεσο Πιστοποιητικό το οποίο θα δηλώνει το ποσό το οποίο οφείλεται προς τον Εργολάβο από τον Εργοδότη και ο Εργολάβος θα δικαιούται να πληρωθεί το ποσό αυτό εντός του Χρονικού Ορίου για την Καταβολή Πληρωµών το οποίο καθορίζεται εις το Παράρτηµα των παρόντων ορων αρχοµένου από την ηµεροµηνία παρουσίασης του Πιστοποιητικού αυτού εις τον Εργοδότη. Πριν από την έκδοση του Πιστοποιητικού Εµπρακτης Συµπλήρωσης, τα Ενδιάµεσα Πιστοποιητικά θα εκδίδονται κατά την Περίοδο Ενδιάµεσων Πιστοποιητικών η οποία καθορίζεται εις το Παράρτηµα των παρόντων Ορων. Μετά την έκδοση του Πιστοποιητικού Εµπρακτης Συµπλήρωσης, τα Ενδιάµεσα Πιστοποιητικά θα εκδίδονται εφ'όσον και όταν περαιτέρω ποσά οφείλονται προς τον Εργολάβο από τον Εργοδότη πάντοτε νοουµένου ότι ο Αρχιτέκτονας δεν θα είναι υπόχρεος να εκδώσει Ενδιάµεσο Πιστοποιητικό εντός του ιδίου µηνός κατά τον οποίο είχε εκδώσει το προηγούµενο Ενδιάµεσο Πιστοποιητικό. Πάντοτε νοουµένου ότι εάν ο Εργολάβος παραλείψει να υποβάλει λεπτοµερή αίτηση όπως προαναφέρεται, ο Αρχιτέκτονας εντούτοις θα δύναται να εκδίδει Ενδιάµεσα Πιστοποιητικά όποτε ο ίδιος θεωρήσει αναγκαίο ότι ενδιάµεσες πληρωµές θα πρέπει να καταβληθούν προς τον Εργολάβο σε σχέση µε οποιαδήποτε ποσά τα οποία δυνατόν να του οφείλονται από τον Εργοδότη βάσει της παραγράφου
(2)του παρόντος Αρθρου.
(2)Το ποσό το οποίο δηλώνεται ως οφειλόµενο εις κάποιο Ενδιάµεσο Πιστοποιητικό, υπό τις πρόνοιες οποιασδήποτε συµφωνίας µεταξύ των µερών εις το παρόν Συµβόλαιον όσον αφορά σταδιακές πληρωµές, θα είναι το ακαθάριστο ποσό της εκτίµησης η οποία θα συμπεριλαμβάνει: . και θα έχει εφαρµογή µέχρι και συµπεριλαµβανοµένης κάποιας ηµεροµηνίας όχι πέραν των 14 ηµερών πριν απο την ηµεροµηνία έκδοσης του Ενδιάµεσου Πιστοποιητικού, µείον, οποιοδήποτε ποσό το οποίο αφαιρείται περιοδικά σε σχέση µε την σταδιακή εξόφληση οποιασδήποτε Προκαταβολής Πληρωµής η οποία δυνατόν να είχε καταβληθεί προς τον Εργολάβο βάσει του Αρθρου 38 των παρόντων Ορων, οποιοδήποτε ποσό το οποίο θα δύναται να κρατήσει ο Εργοδότης [όπως προνοείται εις την παράγραφο
(3)του παρόντος Αρθρου] και το συνολικό ποσό το οποίο είχε καθορισθεί ως οφειλόµενο εις τα Ενδιάµεσα Πιστοποιητικά τα οποία είχαν εκδοθεί προηγουµένως βάσει του παρόντος Αρθρου.
(3)(α) Σε σχέση µε οποιαδήποτε Ενδιάµεσα Πιστοποιητικά τα οποία εκδίδονται πριν από την έκδοση του Πιστοποιητικού Εµπρακτης Συµπλήρωσης, ο Εργοδότης, υπό τις πρόνοιες της υποπαραγράφου (β) της παρούσας παραγράφου, θα δύναται να κρατήσει κάποιο ποσοστό (εις τους παρόντες Ορους καλούµενο "το Ποσοστό Κράτησης") επι της συνολικής αξίας των εργασιών, υλικών και εµπορευµάτων και του κέρδους όπως αναφέρονται εις τις υποπαραγράφους (α), (β) και (γ) της παραγράφου
(2)του παρόντος Αρθρου. Το Ποσοστό Κράτησης θα είναι όπως καθορίζεται εις το Παραρτηµα των παρόντων Ορων αλλά πάντοτε νοουµένου ότι το συνολικό άθροισµα των ποσών τα οποία κρατούνται κατ'αυτό τον τρόπο ουδέποτε θα υπερβεί κάποιο ποσοστό (εις τους παρόντες Ορους καλούµενο "το Ποσοστό Ορίου Κράτησης") επί του Ποσού Συµβολαίου. Το Ποσοστό Ορίου Κράτησης θα είναι όπως καθορίζεται εις το Παράρτηµα των παρόντων Όρων. (β) Το ποσό το οποίο θα δύναται να κρατήσει ο Εργοδότης δυνάµει της υποπαραγράφου (α) της παρούσας παραγράφου θα µειώνεται κατά τα ποσά οποιωνδήποτε αποδεσµεύσεων των κρατήσεων τα οποία καταβάλλονται προς τον Εργολάβο κατά συνέπεια των Άρθρων 17(ζ), 28(ε) ή 29(ζ) των παρόντων Ορων.
(4)Τα ποσά τα οποία κρατούνται δυνάµει της παραγοάφου
(3)του παρόντος Αρθρου θα υπόκεινται εις τους πιο κάτω κανόνες: (α) Η µετοχή του Εργοδότη εις οποιαδήποτε ποσά τα οποία κρατούνται κατ'αυτό τον τρόπο, θα είναι εµπεπιστευµένη ως καταπιστευµατοδόχος του Εργολάβου (αλλά χωρίς υποχρέωση να τα επενδύσει) και η επωφελής µετοχή του Εργολάβου εις τέτοια ποσά θα υπόκειται µόνον εις το δικαίωµα του Εργοδότη να προσφεύγει εις αυτά από καιρού εις καιρόν για την πληρωµή οποιουδήποτε ποσού το οποίο, βάσει των προνοιών του παρόντος Συµβολαίου, έχει δικαίωµα να αφαιρεί από οποιοδήποτε ποσό το οποίο οφείλεται ή θα οφείλεται προς τον Εργολάβο. (β) Κατά την έκδοση του πιστοποιητικού Εµπρακτης Συµπλήρωσης, ο Αρχιτέκτονας θα εκδώσει κάποιο Πιστοποιητικό για το ήµισυ του συνόλου των ποσών τα οποία είχαν κρατηθεί κατ'αυτό τον τρόπο µέχρι τότε και ο Εργολάβος, κατά την παρουσίαση οποιουδήποτε τέτοιου Πιστοποιητικού εις τον Εργοδότη θα δικαιούται να πληρωθεί το εν λόγω ήµισυ εντός του Χρονικού Ορίου για την Καταβολή Πληρωµών το οποίο καθορίζεται εις το Παράρτηµα των παρόντων Ορων αρχοµένου από την ηµεροµηνία παρουσίασης του Πιστοποιητικού αυτού. (γ) Κατά την εκπνοή της Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώµατα η οποία καθορίζεται εις το Παράρτηµα των παρόντων Ορων ή κατά την έκδοση του Πιστοποιητικού Συµπλήρωσης της Επιδιόρθωσης των Ελαττωµάτων, οποιοδήποτε γεγονός συµβεί αργότερα, ο Αρχιτέκτονας, θα εκδώσει κάποιο Πιστοποιητικό για το υπόλοιπο των ποσών τα οποία είχαν κρατηθεί κατ' αυτό τον τρόπο µέχρι τότε και ο Εργολάβος, κατά την παρουσίαση οποιουδήποτε τέτοιου Πιστοποιητικού εις τον Εργοδότη, θα δικαιούται να πληρωθεί το εν λόγω υπόλοιπο εντός του Χρονικού Ορίου για την Καταβολή Πληρωµών το οποίο καθορίζεται εις το Παράρτηµα των παρόντων Ορων αρχοµένου από την ηµεροµηνία παρουσίασης του Πιστοποιητικού αυτού. .
(6)(α) Είτε πριν είτε εντός λογικού χρόνου µετά από από την Εµπρακτη Συµπλήρωση των Εργασιών, ο Εργολάβος θα αποστείλει για επιβεβαίωση προς τον Αρχιτέκτονα, µε αντίγραφο προς τον Επιµετρητή Ποσοτήτων, αντίγραφα όλων των εγγράφων τα οποία είναι αναγκαία προς τους σκοπούς συµπλήρωσης των υπολογισµών οι οποίοι απαιτούνται να γίνουν για την τακτοποίηση των λογαριασµών βάσει της υποπαραγράφου (γ) της παρούσας παραγράφου συµπεριλαµβανοµένων των λεπτοµερειών οποιωνδήποτε προφορικών Αρχιτεκτονικών οδηγιών τις οποίες ο Αρχιτέκτονας δύναται να επιβεβαιώσει γραπτώς βάσει του Αρθρου 3
(3)(β) των παρόντων Ορων καθώς επίσης και όλων των εγγράφων σε σχέση µε τους λογαριασµούς των Διορισµένων Υπεργολάβων και των Διορισµένων Προµηθευτών. . (γ) Κατά την τακτοποίηση των λογαριασµών οι ακόλουθες ρυθµίσεις θα γίνουν επί του ποσού Συµβολαίου: (ί) Τα ακόλουθα ποσά θα αφαιρεθούν από το Ποσό Συµβολαίου: .
(6)οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο απαιτείται από το παρόν Συµβόλαιον να αφαιρεθεί από το Ποσό Συµβολαίου. (ίί) Τα ακόλουθα ποσά θα προστεθούν επί του Ποσού Συµβολαίου: .
(11)οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο απαιτείται από το παρόν Συµβόλαιον να προστεθεί επί του Ποσού Συµβολαίου.
(7)Ανεξάρτητα από την υποβολή ή µή από τον Εργολάβο της εκτίµησης του προς τον Αρχιτέκτονα βάσει της υποπαραγράφου (β) της παραγράφου
(6)του παρόντος Αρθρου, ο Αρχιτέκτονας, όσον το δυνατόν ενωρίτερα αλλά πριν από την εκπνοή 3 µηνών από το τέλος της Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώµατα η οποία καθορίζεται εις το Παράρτηµα των παρόντων Ορων ή από την Συµπλήρωση της Επιδιόρθωσης των Ελαττωµάτων βάσει του Αρθρου 16 των παρόντων Ορων ή από την λήψη των εγγράφων τα οποία αναφέρονται εις την υποπαράγραφο (α) της παραγράφου
(6)του παρόντος Αρθρου, οποιοδήποτε γεγονός συµβεί αργότερα, θα εκδώσει το Τελικό Πιστοποιητικό. Το Τελικό Πιστοποιητικό θα αναφέρει: (α) το άθροισµα των ποσών τα οποία έχουν ήδη καθορισθεί ως οφειλόµενα εις τα Ενδιάµεσα Πιστοποιητικά και τα Πιστοποιητικά τα οποία έχουν εκδοθεί βάσει των παραγράφων
(4)(β) και
(4)(γ) του παρόντος Αρθρου, και (β) το Ποσό Συµβολαίου ρυθµιζόµενο όπως είναι αναγκαίο συµφώνως προς τις πρόνοιες της παραγράφου
(6)(γ) του παρόντος Αρθρου, και η διαφορά (εάν υφίσταται) µεταξύ των δύο ποσών θα εκφράζεται εις το εν λόγω Πιστοποιητικό ως υπόλοιπο οφειλόµενο προς τον Εργολάβο από τον Εργοδότη ή προς τον Εργοδότη από τον Εργολάβο, ανάλογα µε την περίπτωση. Το προαναφερόµενο υπόλοιπο, υποκείµενο εις οποιεσδήποτε αφαιρέσεις ή προσθέσεις οι οποίες εξουσιοδοτούνται από τους παρόντες Ορους, από της εκπνοής του Χρονικού Ορίου για την Καταβολή Πληρωµών η οποία καθορίζεται εις το Παράρτηµα των παρόντων Ορων µετά την παρουσίαση του Τελικού Πιστοποιητικού από τον Εργολάβο εις τον Εργοδότη, θα καθίσταται χρέος πληρωτέο από τον Εργοδότη προς τον Εργολάβο ή ανάλογα µε την περίπτωση, από της εκπνοής του Χρονικού Ορίου για την Καταβολή Πληρωµών η οποία καθορίζεται εις το Παράρτηµα των παρόντων Ορων µετά την έκδοση του Τελικου Πιστοποιητικού θα καθίσταται χρέος πληρωτέο από τον Εργολάβο προς τον Εργοδότη.». 82. Ενώ, σύμφωνα με το Άρθρο 16 του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3: «
(1)Οταν κατά την γνώµη του Αρχιτέκτονα οι Εργασίες είναι έµπρακτα συµπληρωµένες, ο Αρχιτέκτονας θα εκδώσει αµέσως Πιστοποιητικό για τον σκοπό αυτό και η Εµπρακτη Συµπλήρωση των Εργασιών θα θεωρείται προς όλους τους σκοπούς του παρόντος Συµβολαίου ότι είχε πραγµατοποιηθεί κατά την ηµέρα η οποία θα καθορίζεται εις το Πιστοποιητικό αυτό.
(2)Οποιαδήποτε ελαττώµατα, συστολές ή άλλα λάθη τα οποία θα εµφανισθούν εντός της Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώµατα η οποία καθορίζεται εις το Παράρτηµα των παρόντων Ορων και τα οποία οφειλονται εις υλικά ή τεχνουργία µή σύµφωνα προς το παρόν Συµβόλαιον ή εις βλάβες ένεκα παγετού οι οποίες συµβαίνουν πριν από την Εµπρακτη Συµπλήρωση των Εργασιών, θα καθορισθούν από τον Αρχιτέκτονα εις Κατάλογο Ελαττωµάτων τον οποίο θα συντάξει και παραδώσει εις τον Εργολάβο εντός λογικού χρόνου µετά την εκπνοή της προαναφερόµενης Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώµατα και, εντός λογικού χρόνου µετά την λήψη αυτού του Καταλόγου, τα ελαττώµατα, οι συστολές και άλλα λάθη τα οποία καθορίζονται εις τον εν λόγω Κατάλογο θα επιδιορθώνονται από τον Εργολάβο και (εκτός εάν ο Αρχιτέκτονας δώσει διαφορετικές οδηγίες εις την οποία περίπτωση το Ποσό Συµβολαίου θα ρυθµίζεται ανάλογα) εντελώς µε δικά του έξοδα.
(3)Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες της παραγράφου
(2)του παρόντος Αρθρου, ο Αρχιτέκτονας θα δύναται όποτε το θεωρήσει αναγκαίο, να εκδίδει οδηγίες µε τις οποίες θα απαιτεί οποιαδήποτε ελαττώµατα, συστολές ή άλλα λάθη τα οποία θα εµφανισθούν εντός της Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώµατα η οποία καθορίζεται εις το Παράρτηµα των παρόντων ορων και τα οποία οφείλονται εις υλικά ή τεχνουργία µή σύµφωνα προς το παρόν Συµβόλαιον ή εις βλάβες ένεκα παγετού οι οποίες συµβαίνουν πρίν από την Εµπρακτη Συµπλήρωση των Εργασιών, να επιδιορθώνονται και ο Εργολάβος εντός λογικού χρόνου µετά την λήψη τέτοιων οδηγιών θα συµµορφώνεται προς αυτές και (εκτός εάν ο Αρχιτέκτονας δώσει διαφορετικές οδηγίες εις την οποία περίπτωση το Ποσό Συµβολαίου θα ρυθµίζεται ανάλογα) εντελώς µε δικά του έξοδα. Νοουµένου ότι ουδεµία τέτοια οδηγία θα εκδίδεται µετά από παρέλευση 14 ηµερών από την εκπνοή της εν λόγω Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώµατα.
(4)Οταν κατά την γνώµη του Αρχιτέκτονα οποιαδήποτε ελαττώµατα, συστολές ή άλλα λάθη τα οποία δυνατόν να είχε απαιτήσει να επιδιορθωθούν βάσει των παραγράφων
(2)και
(3)του παρόντος Αρθρου τωόντι έχουν επιδιορθωθεί, ο Αρχιτέκτονας θα εκδώσει σχετικό Πιστοποιητικό και η Συµπλήρωση της Επιδιόρθωσης των Ελαττωµάτων θα θεωρείται προς όλους τούς σκοπούς του παρόντος Συµβολαίου ότι είχε πραγµατοποιηθεί κατά την ηµέρα η οποία θα καθορίζεται εις το Πιστοποιητικό αυτό.
(5)Εις ουδεµία περίπτωση ο Εργολάβος θα κληθεί να επιδιορθώσει µε δικά του έξοδα οποιανδήποτε ζηµιά ένεκα παγετού η οποία δυνατόν να εµφανισθεί µετά την Εµπρακτη Συµπλήρωση των Εργασιών, εκτός εάν ο Αρχιτέκτονας πιστοποιήσει ότι τέτοια ζηµιά οφείλεται εις βλάβη η οποία είχε συµβεί πριν από την Εµπρακτη Συµπλήρωση των Εργασιών.».
- Από τις προαναφερόμενες πρόνοιες του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3 προκύπτει ότι, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, σε ότι αφορούσε τον τρόπο πληρωμής και εξόφλησης της πρώτης από την τελευταία για τις εργασίες της οικοδομικής ανάπτυξης του έργου, -υπό την αίρεση του δικαιώματος της τελευταίας να κρατήσει από την πληρωμή της Παραπονούμενης κάποια ποσά για σκοπούς επιδιόρθωσης τυχόν ελαττωμάτων εντός της σχετικής συμφωνηθείσας περιόδου, ως ανωτέρω-, προκύπτουν τα εξής.
- Η Παραπονούμενη, από την έναρξη των εργασιών στο έργο και κατά την εξέλιξη τους, [κατά βάση] κατόπιν αιτήματος της, θα πληρωνόταν από την Κατηγορούμενη 1, ενδιάμεσα (δηλαδή, πριν από την ολοκλήρωση του έργου), ποσά που η Κατηγορούμενη 1 θα της όφειλε σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα τους βάσει του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3, στη βάση ενδιάμεσων πιστοποιητικών ικανοποίησης αρχιτέκτονα που θα εξέδιδε ο Αρχιτέκτονας του έργου (ένα, ανά μήνα, σε σχέση με τον υπολογισμό της Παραπονούμενης για το οφειλόμενο ποσό), τα οποία η Παραπονούμενη θα παρουσίαζε στην Κατηγορούμενη 1 για σκοπούς πληρωμής της (πληρωμή που θα γινόταν, εντός 14 ημερών από την ημερομηνία παρουσίασης του ενδιάμεσου πιστοποιητικού ικανοποίησης αρχιτέκτονα).
- Από το ποσό που ο Αρχιτέκτονας του έργου θα πιστοποιούσε ως οφειλόμενο από την Κατηγορούμενη 1 στην Παραπονούμενη βάσει των ενδιάμεσων πιστοποιητικών ικανοποίησης αρχιτέκτονα ως ανωτέρω, ο Αρχιτέκτονας θα μπορούσε να αποφασίσει την κράτηση κάποιου ποσοστού. Η κράτησης αυτή, θα μπορούσε να γίνει από τον Αρχιτέκτονα, μόνον εφόσον δεν είχε ήδη εκδοθεί από αυτόν, σε σχέση με το έργο, το πιστοποιητικό έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών. Το ποσό της κράτησης, θα το κρατούσε η Κατηγορούμενη 1, ως εμπιστευματοδόχος της Παραπονούμενης. Εντούτοις, η Κατηγορούμενη 1, θα είχε το δικαίωμα να προσφεύγει σε αυτό, από καιρού εις καιρόν, για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού το οποίο, βάσει των προνοιών του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3, θα είχε δικαίωμα να αφαιρεί από οποιοδήποτε ποσό το οποίο θα όφειλε προς την Παραπονούμενη.
- Το πιστοποιητικό έμπρακτης συμπλήρωσης εργασιών αρχιτέκτονα, ο Αρχιτέκτονας του έργου θα το εξέδιδε, αμέσως όταν, κατά την γνώμη του, οι εργασίες της Παραπονούμενης στο έργο, θα ήταν έμπρακτα συμπληρωμένες, στο οποίο θα όριζε και συγκεκριμένη ημερομηνία που θα σηματοδοτούσε αυτό το γεγονός.
- Είτε πριν είτε εντός λογικού χρόνου μετά από την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών, η Παραπονούμενη θα απέστελλε για επιβεβαίωση προς τον Αρχιτέκτονα, αντίγραφα όλων των εγγράφων τα οποία θα ήταν αναγκαία προς τους σκοπούς συμπλήρωσης των υπολογισμών οι οποίοι θα απαιτούνταν να γίνουν για την τακτοποίηση των λογαριασμών Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης
- Ο Αρχιτέκτονας, ανεξαρτήτως του κατά πόσο η Παραπονούμενη θα υπέβαλλε τον υπολογισμό της για τον τελικό λογαριασμό της με την Κατηγορούμενη 1 ως ανωτέρω, όσον το δυνατόν νωρίτερα, αλλά πριν από την εκπνοή 3 μηνών από το τέλος της περιόδου ευθύνης για ελαττώματα (που είχε συμφωνηθεί ότι θα ήταν 12 μήνες από την ημέρα της έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών), ή από την συμπλήρωση της επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων, ως πιο κάτω αναφέρεται, ή από την λήψη των εγγράφων της Παραποιούμενης τα οποία αναφέρονται πιο πάνω, οποιοδήποτε γεγονός θα συνέβαινε αργότερα, θα εξέδιδε το τελικό πιστοποιητικό ικανοποίησης αρχιτέκτονα. Το ποσό που θα αναφερόταν ως οφειλόμενο στο εν λόγω τελικό πιστοποιητικό ικανοποίησης αρχιτέκτονα, με την παρουσίαση του στην Κατηγορούμενη 1, η Παραπονούμενη θα είχε το δικαίωμα να το πληρωθεί εντός 14 ημερών.
- Οποιαδήποτε ελαττώματα κ. τ. λ., στο έργο, τα οποία θα εμφανίζονταν εντός της προαναφερόμενης περιόδου ευθύνης για ελαττώματα, θα καθορίζονταν από τον Αρχιτέκτονα, σε κατάλογο ελαττωμάτων τον οποίο θα συνέτασσε και παρέδιδε στην Παραπονούμενη, εντός λογικού χρόνου μετά την εκπνοή της περιόδου ευθύνης για ελαττώματα και, η Παραπονούμενη, εντός λογικού χρόνου μετά την λήψη αυτού του καταλόγου, θα τα επιδιόρθωνε, εντελώς με δικά της έξοδα, εκτός και εάν ο Αρχιτέκτονας του έργου αποφάσιζε διαφορετικά. Εναλλακτικά, οποιαδήποτε τέτοια ελαττώματα κ. τ. λ., στο έργο, τα οποία θα εμφανίζονταν εντός της περιόδου ευθύνης για ελαττώματα ως ανωτέρω, θα μπορούσαν να υποδειχθούν από τον Αρχιτέκτονα στην Παραπονούμενη νωρίτερα, ήτοι πριν την εκπνοή της περιόδου ευθύνης για ελαττώματα, με οδηγίες για την επιδιόρθωση τους, οπόταν η Παραπονούμενη θα είχε υποχρέωση επιδιόρθωσης τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία της αναφοράς τους, και πάλι εντελώς με δικά της έξοδα, υπό την επιφύλαξη που προαναφέρθηκε, με επιπρόσθετη επιφύλαξη, ότι, τέτοιες οδηγίες του Αρχιτέκτονα, δεν θα εκδίδονταν μετά την πάροδο 14 ημερών από την λήξη της περιόδου ευθύνης για ελαττώματα.
- Όταν κατά την γνώμη του Αρχιτέκτονα, οποιαδήποτε ελαττώματα κ. τ. λ., των οποίων την επιδιόρθωση θα είχε απαιτήσει, επιδιορθώνονταν από την Παραπονούμενη, ο Αρχιτέκτονας, θα εξέδιδε σχετικό πιστοποιητικό συμπλήρωσης της επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων, στο οποίο θα όριζε και συγκεκριμένη ημερομηνία που θα σηματοδοτούσε αυτό το γεγονός.
- Κατά την έκδοση του πιστοποιητικού έμπρακτης συμπλήρωσης εργασιών, ο Αρχιτέκτονας, θα εξέδιδε πιστοποιητικό πληρωμής για το ήμισυ του συνόλου των ποσών τα οποία θα είχαν κρατηθεί, ως προαναφέρθηκε, μέχρι τότε, και η Παραπονούμενη, με την παρουσίαση οποιουδήποτε τέτοιου πιστοποιητικού στην Κατηγορούμενη 1, θα δικαιούταν να πληρωθεί το εν λόγω ήμισυ του ποσού, εντός 14 ημερών.
- Κατά την εκπνοή της περιόδου ευθύνης για ελαττώματα ως ανωτέρω, ή κατά την έκδοση του πιστοποιητικού συμπλήρωσης της επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων, οποιοδήποτε γεγονός θα συνέβαινε αργότερα, ο Αρχιτέκτονας, θα εξέδιδε πιστοποιητικό πληρωμής για το υπόλοιπο των ποσών τα οποία είχαν κρατηθεί, ως προαναφέρθηκε, μέχρι τότε, και η Παραπονούμενη, με την παρουσίαση οποιουδήποτε τέτοιου πιστοποιητικού στην Κατηγορούμενη 1, θα δικαιούταν να πληρωθεί το εν λόγω υπόλοιπο του ποσού, εντός 14 ημερών.
- Με δεδομένες τις προαναφερόμενες πρόνοιες του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3, αλλά και της πλειάδας αλληλογραφίας που υπάρχει σχετικά με το επίδικο αυτό ζήτημα μεταξύ Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 της τότε εποχής, η εκδοχή που η Παραπονούμενη επιχείρησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο σχετικά με τα γεγονότα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατ' αρχήν, όπως φαίνεται από τις προαναφερόμενες πρόνοιες του Συμφωνητικού Εγγράφου, το έγγραφο που ο Αρχιτέκτονας του έργου εξέδωσε στις 17/11/2010, Τεκμήριο 4, φαίνεται ότι είχε διπλό σκοπό. Με αυτό, ο Αρχιτέκτονας του έργου, αφενός, πιστοποιούσε, σε κάθε περίπτωση, την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών στο έργου, βάσει του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3, από πλευράς της Παραπονουμένης και αφετέρου, πιστοποιούσε, υπό την αίρεση της επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων στους καταλόγους ελαττωμάτων τους οποίους αναφέρει, το τελικώς οφειλόμενο, από την Κατηγορούμενη 1 προς την Παραπονούμενη, ποσό. Προσεκτική ανάγνωση των προαναφερόμενων προνοιών του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3, δείχνει ότι, κάτι τέτοιο, ήτοι, η έκδοσης ενός πιστοποιητικού, -αντί δύο ξεχωριστών πιστοποιητικών-, στο οποίο να ενσωματώνονται, το πιστοποιητικό για την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών και το τελικό πιστοποιητικό, υπό προϋποθέσεις, δεν αποκλείεται. Άλλωστε, αυτό υποστηρίζεται και από το γεγονός ότι, με το εν λόγω έγγραφο, Τεκμήριο 4, ο Αρχιτέκτονας του έργου, αποδέσμευσε το ήμισυ της κράτησης του τελευταίου εκδοθέντος από τον ίδιο, ενδιάμεσου πιστοποιητικού ικανοποίησης αρχιτέκτονά, Τεκμήριο 5, κάτι, που, σύμφωνα με το Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο 3, θα γινόταν με την έκδοση από τον Αρχιτέκτονα του έργου, του πιστοποιητικού για την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών από την Παραπονούμενη. Τούτο δε, δεν αποκλείεται από το Συμφωνητικό Έγγραφο, εφόσον, σύμφωνα με το Άρθρο 31, παράγραφος 8 του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 3, το τελικό πιστοποιητικό, μπορούσε να εκδοθεί από το Αρχιτέκτονα του έργου, χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων των μερών και δη της Κατηγορούμενης 1, σε σχέση με θέματα που θα διακανονίζονταν με αυτό, ή για ελαττώματα τα οποία δεν μπορούσαν, πριν από την έκδοση του, να αποκαλυφθούν κατόπιν λογικής επιθεώρησης: «
(8)(α) Εκτός εάν οποιεσδήποτε διαδικασίες επίλυσης διαφορών είχαν αρχίσει είτε βάσει του Άρθρου 36 των παρόντων Ορων είτε διαφορετικά (είτε απο το ένα είτε από το άλλο µέρος εις το παρόν Συµβόλαιο) πριν ή εντός 14 ηµερών απο την ηµεροµηνία έκδοσης του Τελικού Πιστοποιητικού, το εν λόγω Πιστοποιητικό θα συνιστά, εις οποιεσδήποτε τέτοιες διαδικασίες οι οπσίες αναφύονται απο ή σε σχέση µε το παρόν Συµβόλαιο, (ί) αδιαμφισβήτητη µαρτυρία του ότι όπου η ποιότητα των υλικών ή το επιπέδο τεχνουργίας εις το παρόν Συµβόλαιο πρέπει να είναι σύµφωνα προς την λογική ικανοποίηση του Αρχιτέκτονα, αυτά ειναι σύµφωνα προς τέτοια ικανοποίηση, και (ίί) αδιαμφισβήτητη µαρτυρία του ότι έχουν εφαρµοσθεί δεόντως όλες οι πρόνοιες του παρόντος Συµβολαίου οι οποίες απαιτούν να γίνει ρύθµιση του Ποσού Συµβολαίου, εκτός για οποιοδήποτε ποσό εις το Τελικό Πιστοποιητικό το οποίο διαπιστώνεται ότι δεν είναι ορθό εξ'αιτίας είτε δόλου, ανειλικρίνειας ή δόλιας απόκρυψης σε σχέση µε τις Εργασίες ή µε οποιονδήποτε τµήµα αυτών, ή µε οποιοδήποτε θέµα το οποίο διακανονίζεται εις το εν λόγω Πιστοποιητικό, είτε οποιουδήποτε ελαττώµατος (συµπεριλαµβανοµένης οποιασδήποτε παράλειψης) εις τις Εργασίες ή εις οποιονδήποτε τµήµα αυτών το οποίο µε λογική επιθεώρηση ή εξέταση καθ'οποιονοήποτε λογικό χρόνο κατά την διάρκεια της εκτέλεσης των Εργασιών ή πριν απο την έκδοση του Τελικού Πιστοποιητικού δεν ήταν δυνατό να αποκαλυφθεί, είτε οποιασδήποτε τυχαίας συµπερίληψης ή εξαίρεσης οποιασδήποτε εργασίας, υλικών, εµπορευµάτων ή ψηφίου εις οποιονδήποτε υπολογισµό ή οποιουδήποτε αριθµητικού λάθους εις οποιονδήποτε υπολογισµό. Πάντοτε νοουµένου ότι εις όλες τις προαναφερόµενες εξαιρούµενες περιπτώσεις, το Τελικό Πιστοποιητικό θα συνιστά αδιαµφισβήτητη µαρτυρία εις ότι αφορά τα υπόλοιπα ποσά τα οποία συµπεριλαµβάνονται εις το εν λόγω Πιστοποιητικό.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Συνεπώς, με την έκδοση από τον Αρχιτέκτονα του έργου, στις 17/11/2010, του εγγράφου, Τεκμήριο 4, σηματοδοτήθηκε και η έναρξη της 12μηνης περιόδου ευθύνης για ελαττώματα, όπως προνοείται στο Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο 3, που θα έληγε 17/11/
- Η δε έκδοσης, ως προαναφέρθηκε, από τον Αρχιτέκτονα του έργου, του τελικού πιστοποιητικού, δεν επηρέασε καθοιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Κατηγορουμένης 1 όπως προκύπτουν από το Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο 3, σχετικά με τα ελαττώματα που παρατηρήθηκαν στο τελικό πιστοποιητικό, ή τα ελαττώματα τα οποία προέκυψαν εντός της προαναφερόμενης περιόδου ευθύνης για ελαττώματα, ή τα οποία δεν μπορούσαν να είχαν ανακαλυφθεί μετά από λογική επιθεώρηση των εργασιών, πριν από την έκδοση του τελικού πιστοποιητικού ικανοποίησης του, και τυχόν κάλυψη του κόστους επιδιόρθωσης τους από το ποσό της κράτησης που δεν είχε αποδεσμευθεί στις 17/11/2010, στην περίπτωση που αυτά δεν επιδιορθώνονταν με έξοδα της Παραπονούμενης. Το εν λόγω ποσό της κράτησης, όπως πολύ ξεκάθαρα ορίζεται από το Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο 3, θα πληρωνόταν από την Κατηγορούμενη 1 στην Παραπονούμενη, μόνο κατά την εκπνοή της περιόδου ευθύνης για ελαττώματα ως ανωτέρω, ή κατά την έκδοση του πιστοποιητικού συμπλήρωσης της επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων, «οποιοδήποτε γεγονός θα συνέβαινε αργότερα» και κατόπιν έκδοσης από τον Αρχιτέκτονα του έργου, σχετικού πιστοποιητικού για την πληρωμή του. Από την μαρτυρία προκύπτει ότι, παρά το γεγονός ότι, η 17η/11/2011 παρήλθε, δεν εκδόθηκε από τον Αρχιτέκτονα του έργου πιστοποιητικό συμπλήρωσης της επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων. Η έκδοσης του, εκκρεμεί μέχρι και σήμερα. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η Παραπονούμενη, δεν είχε δικαίωμα να πληρωθεί το ποσό της κράτησης, σε σχέση με το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν εκδόθηκε πιστοποιητικό από τον Αρχιτέκτονα για την πληρωμή του.
- Συμπεράσματα μου για τα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία επιβεβαιώνονται περαιτέρω από τα ακόλουθα έγγραφα, από τα οποία φαίνεται ότι, η πρόθεσης του Αρχιτέκτονα του έργου όταν εξέδιδε το προαναφερόμενο έγγραφο, Τεκμήριο 4, ήταν ακριβώς η προαναφερόμενη, η οποία συνάδει, πρέπει να σημειωθεί, και με τις πρόνοιες του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο
- Υποστηρίζονται δε και από την γνώμη του πραγματογνώμονα ΜΥ3, την οποία, ως προανέφερα, αποδέχομαι. Αρχικά, από το Τεκμήριο 9, που είναι επιστολή του Αρχιτέκτονα του έργου ημερομηνίας 18/01/2011, -ημερομηνίας, δηλαδή, μεταγενέστερης του προαναφερόμενου εγγράφου, Τεκμήριο 4 (δύο περίπου μήνες μετά)- στην οποία γίνεται αναφορά σε επιδιόρθωση ελαττωμάτων από την Παραπονούμενη, ή επιδιόρθωσης τους από την Κατηγορούμενη 1 επί ποινή αποκοπής του κόστους τους από τον τελικό της λογαριασμό: «Παρακαλούμε όπως επιδιορθώσετε τις πιο πάνω διαρροές το συντομότερο διαφορετικά θα επιδιορθώσουμε με άλλα συνεργεία και το κόστος θα αποκοπεί από τον λογαριασμό σας». Και περαιτέρω, από την επιστολή του Αρχιτέκτονα του έργου, που επίσης επακολούθησε της έκδοσης από αυτόν του εγγράφου, Τεκμήριο 4, και φαίνεται να εστάλη στον Κατηγορούμενο 2 τον μήνα Μάιο του έτους 2011, -η οποία περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 17, ήτοι την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ΜΥ2, στο μέρος της που επιγράφεται «Παράρτημα IV: Κατάθεση άλλων σχετικών εγγράφων από τα εμπλεκόμενα μέρη», στην οποία έκανε ειδική αναφορά ο Κατηγορούμενος 2 κατά την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου-, στην οποία αναφέρεται ότι: «. σας πληροφορώ ότι λόγω άλλων υποχρεώσεων δεν θα μπορώ να συνεχίσω την επίβλεψη δια την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών και την τελική παραλαβή του πιο πάνω έργου και ότι δεν έχω καμία ένσταση να διορίσετε εάν επιθυμείτε άλλον μηχανικό.». Από το εν λόγω έγγραφο, όπως αναφέρει και η ΜΥ2 στο πόρισμα της (βλ. σελίδες 43, 57, 63, 65, 68, 69, 70, 71, 74 και 82 της έκθεσης της, Τεκμήριο 17), καταδεικνύεται ότι, το έργο, δεν παραλήφθηκε τελικώς από τον Αρχιτέκτονα, όπως ισχυρίστηκε η Παραπονουμένη. Άλλωστε, η ίδια η πλευρά της Παραπονούμενης, δια του αντιπροσώπου της ***** Γεωργίου, σε επιστολή της προς την Παραπονούμενη ημερομηνίας 20/06/2011, -που περιλαμβάνεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ΜΥ2, Τεκμήριο 17 (βλ. «Παράρτημα ΙV: Κατάθεση άλλων σχετικών εγγράφων από τα εμπλεκόμενα μέρη»)-, αναφέρεται σε «προσωρινή παραλαβή του έργου» από πλευράς της Παραπονουμένης.
- Τώρα, σε ότι αφορά το κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1, είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της εντολής της για πληρωμή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, από την πληρώτρια τράπεζα, ήτοι στις 10/05/2011, την ειλικρινή πίστη ότι είχε αυτό το δικαίωμα και εάν τέτοια πεποίθηση της ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, πρέπει να αναφερθούν τα εξής. -Ζήτημα το οποίο εξετάζεται, πρέπει να σημειωθεί, με δεδομένο ότι, ενώ η 12μηνη περίοδος ευθύνης για ελαττώματα, όπως προνοείται στο Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο 3, έληγε 17/11/2011 και η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, ήταν πληρωτέα 15/11/2011, η εντολή ανάκλησης της εντολής πληρωμής της, δόθηκε, ως προαναφέρθηκε, πέντε περίπου μήνες προηγουμένως, στις 10/05/2011-. Από την μαρτυρία της ΜΥ2, έχει καταδειχθεί, και η μαρτυρία αυτή της ΜΥ2 δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς της Παραπονουμένης, ότι, στην επίδικη οικοδομή υπάρχουν κακοτεχνίες. Πλήρης αναφορά τους γίνεται στο πόρισμα της ΜΥ2, το οποίο ενσωματώνεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της, Τεκμήριο 17 (βλ. σελίδες από 37 μέχρι και 86). Μελέτη του συνόλου του μαρτυρικού υλικού και ειδικότερα της αλληλογραφίας μεταξύ Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 και των αντιπροσώπων τους, καταδεικνύει ότι, τα προβλήματα στην επίδικη οικοδομή και πλείστες από τις διαπιστωθείσες από την ΜΥ2 κακοτεχνίες, ετύγχαναν παρατηρήσεων και αποτέλεσαν το αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 και των αντιπροσώπων τους, που χρονολογούνται, πολύ πιο πριν την έκδοση από τον Αρχιτέκτονα του έργου, του εγγράφου, Τεκμήριο 4, στις 17/11/2010, και περαιτέρω ότι συνέχιζαν να απασχολούν, μέχρι και τον μήνα Μάιο του έτους 2011, όταν φαίνεται ότι εντάθηκαν και τα δύο μέρη έφθασαν, θα μπορούσε να λεχθεί, σε αδιέξοδο, η κορύφωσης του οποίου ήταν η αλληλοκατηγορώ για το ποιος ευθύνεται για αυτά (βλ. τις επιστολές από