Ε. Μ. WOOD WORKING LTD ν. HABIB, Υπόθεση υπ' αρ.: 1231/2016, 10/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 1231/2016 Ε. Μ. WOOD WORKING LTD Παραπονούμενη -εναντίον- ***** ***** HABIB Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 10/09/2019 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κ. Α. Χατζηπαναγιώτου (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ........................) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Χριστοδούλου (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ........................) Κατηγορούμενος, Παρών ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Από απόψεως γεγονότων, είναι, προκύπτει, παραδεκτό από τους διαδίκους, ότι, ο Κατηγορούμενος, εξέδωσε και παρέδωσε στην Παραπονούμενη, την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, την οποία εξέδωσε επί της Λαϊκής Τράπεζας, από τον λογαριασμό του *****-*****-*****72, αξίας €2.
- Επίσης, παραδεκτό, είναι και το γεγονός, ότι, σε ότι αφορά την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, ο Κατηγορούμενος, στις 23/09/2015, έδωσε οδηγίες στην Λαϊκή Τράπεζα, ανάκλησης της εντολής πληρωμής της, επικαλούμενος «διαφορά λογαριασμού». Βλ., το Τεκμήριο
- Καθώς επίσης, ότι, η Παραπονούμενη, κατέθεσε σε λογαριασμό της στην Alpha Bank, την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, κατά την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα, ήτοι, την 01/03/2013, για να παρουσιαστεί στην Λαϊκή Τράπεζα προς πληρωμή, κάτι, που όταν έγινε, είχε το αποτέλεσμα να μην τιμηθεί και να της επιστραφεί πίσω στις 02/03/2016, με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Παραδεκτό, είναι επίσης, και το γεγονός ότι, ο διευθυντής της Παραπονούμενος, ***** Moradi (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2») και ο Κατηγορούμενος, είχαν φιλικές σχέσεις. Σχέση, ως αναφέρθηκε, χρόνων. Τα παιδιά τους, οι υιοί τους, ήταν φίλοι από το σχολείο, και μέσω αυτών, αναπτύχθηκε και η σχέση των γονέων, πατεράδων τους, που εκτός από φιλική, ήταν και επαγγελματική. Οι θέσεις των διαδίκων, σε ότι αφορά τα γεγονότα, διίστανται, σε ότι αφορά ουσιαστικά, το εξής. Η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1 (η υπ' αρ. *****50 της Λαϊκής Τράπεζας), εκδόθηκε και της παραδόθηκε (με μεταχρονολογημένη την εντολή πληρωμής της, για να τιμηθεί, την 01/03/2016), μέσω του ΜΚ2, από τον Κατηγορούμενο, -μαζί και μία άλλη επιταγή (η υπ' αρ. *****49 της Λαϊκής Τράπεζας, αξίας €2.500, εκδοθείσα από τον ίδιο λογαριασμό του Κατηγορουμένου, ως ανωτέρω, επίσης με μεταχρονολογημένη την εντολή πληρωμής της, για να τιμηθεί, την 01/01/2016)-, στις 19/09/2015, προς μερική εξόφληση, υπόλοιπου χρέους του Κατηγορουμένου προς αυτήν, σε ότι αφορούσε πελεκανικές εργασίες που, μέσω του ΜΚ2, του εκτέλεσε στο νυκτερινό κέντρο διασκέδασης που διατηρούσε στην Λευκωσία, με την επωνυμία «Nuovo», στη βάση σχετικής, μέσω και πάλι του ΜΚ2, συμφωνίας τους, για τις οποίες τον τιμολόγησε με το Τεκμήριο
- Ο Κατηγορούμενος, υποστηρίζει η Παραπονούμενη, μέσω του ΜΚ2, της κατέβαλε διάφορα ποσά, -συνολικά €3.600: €3.000 προκαταβολή της πληρώθηκε στις 10/06/2014 (βλ. Τεκμήριο 5), €500 της πληρώθηκαν στις 07/08/2014, ήτοι, μία εβδομάδα μετά την εκτέλεση της εργασίας (βλ. Τεκμήριο 6) και €100 της πληρώθηκαν 23/12/2014 (χωρίς απόδειξη ως Τεκμήριο)- και ότι, για εξόφληση του υπόλοιπου χρέους του προς αυτήν, ως ανωτέρω, της εξέδωσε τις προαναφερόμενες επιταγές, περιλαμβανομένης και της επίδικης, Τεκμήριο
- Λόγω αμφιβολιών της Παραπονούμενης, λόγω του καθεστώτος που περιήλθε η Λαϊκή Τράπεζα, ο Κατηγορούμενος ζήτησε από αυτήν, αυθημερόν, επιστροφή των προαναφερόμενων επιταγών, περιλαμβανομένης και της επίδικης, Τεκμήριο 1, ώστε να αντικατασταθούν με μετρητά. Του επεστράφη όμως από τον ΜΚ2, μόνο η επιταγή με αρ. *****49, χωρίς ποτέ ο Κατηγορούμενος να επανέλθει με μετρητά. Στο αντίποδα, ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι, ο ΜΚ2, ανέλαβε να του εκτελέσει εργασίες στην οικία του. Λόγω της σχέσης τους, ο ΜΚ2, του ανέφερε ότι δεν θα τον χρέωνε οτιδήποτε πέραν του κόστους των υλικών που ήταν απαραίτητα. Δεν γνώριζε όμως πόσο ακριβώς θα ήταν το κόστος τους και του εισηγήθηκε να του δώσει εν λευκώ επιταγή του, -δηλαδή, μόνον με την υπογραφή του σε αυτήν-, ώστε να την συμπλήρωνε όταν θα πλήρωνε για τα υλικά, παραδίδοντας την στον προμηθευτή. -Αυτό, υποστηρίζει ο Κατηγορούμενος, έγινε ημέρα Σάββατο, στις 19/09/2015-. Του απέσπασε, με τον τρόπο αυτό, την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, την οποία, όταν μετά από κάποιες ημέρες (στις 22/09/2015), επικοινώνησε μαζί του για να τον ρωτήσει, ποιο ήταν το ακριβές κόστος των υλικών, ώστε να κατέθετε το αντίστοιχο ποσό στον λογαριασμό του, ώστε η επιταγή να μπορούσε να τιμηθεί, ο ΜΚ2, του ανέφερε ότι, ο συνέταιρος του Κατηγορουμένου, κάποιος ***** Παναγιώτου, του όφειλε χρήματα από εργασίες που του εκτέλεσε, και επειδή, αυτός τους είχε φέρει σε επαφή, θα συμπλήρωνε στην επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, το ποσό των €2.500, θα έβαζε μεταγενέστερη ημερομηνία πληρωμής, και θα την κρατούσε για ασφάλεια μέχρι να πληρωνόταν. Δηλαδή, μέχρι να εξασφάλιζε ο Κατηγορούμενος τα χρήματα και να του κατέβαλλε. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος έδωσε στην πληρώτρια Τράπεζα, την οδηγία ανάκλησης της εντολής πληρωμής, Τεκμήριο 2, της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, στις 23/09/2015, επικαλούμενος «cancellation of contract». Για την υπόθεση της Παραπονούμενης, στο Δικαστήριο κατέθεσαν οι ακόλουθοι μάρτυρες: η ***** Γεωργίου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ1») και ο ***** Moradi (στο εξής καλούμενος, ως και ανωτέρω «ο ΜΚ2»). Από πλευράς Κατηγορουμένου, μετά την κλήση του από το Δικαστήριο σε απολογία, κατέθεσε μόνον ο ίδιος, ενόρκως. Η ΜΚ1, είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, τραπεζικός του Κατηγορουμένου και ο ΜΚ2, είναι ο διοικητικός σύμβουλος της Παραπονούμενης. Προτού όμως αναφερθώ στην προσκομισθείσα μαρτυρία, θα παραθέσω τα όσα από νομικής απόψεως είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης. Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [[i]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [[ii]]: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκου, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που θεσμοθετείται ως υπεράσπιση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 από το ίδιο το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, έχει επίσης εξεταστεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκου, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Αναφέρθηκαν, σχετικά με την υπεράσπιση αυτή, τα εξής: «Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος από τους Εφεσείοντες. Από κει και πέρα το βάρος μετετέθη επί των ώμων των Εφεσειόντων/Κατηγορουμένων να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/01/2015, Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, Σάββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016, N.C. Diamonds Co. Ltd v Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, Philippa Estates Ltd v Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ κ. α.,
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, Δαμιανού ν Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, 31/10/2018, Χατζηαργυρου ν Pamporides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, 17/04/2019, Ευθυμίου ν Mavanel, Ποινική Έφεση Αρ. 230/2017, 08/07/2019. Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί. Στην υπόθεση αυτή, όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τις οδηγίες που ο Κατηγορούμενος έδωσε στην Τράπεζα Κύπρου, Τεκμήριο 2, στις 23/09/2015, για να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, ο λόγος ήταν «cancellation of contract». Ο Κατηγορούμενος όμως, δεν μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και δεν έχω πεισθεί ότι τα γεγονότα που ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο ως υπόβαθρο για την εν λόγω ενέργεια του, αποτελούν την πραγματικότητα. Είναι πολύ παράλογα, κατά την κρίση μου, για να μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ2, η Παραπονούμενη, είχε, κατά την 19/09/2015, από τον Κατηγορούμενο, εισπρακτέα οφειλή, ύψους €9.680,
- Ο Κατηγορούμενος το αρνείται, και ισχυρίζεται ότι, το προαναφερόμενο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης, ήταν, όχι προσωπικής, δικής του διαχείρισης, αλλά κάποιας εταιρείας, η οποία, είχε συστηθεί, ακριβώς για αυτό τον σκοπό. Αυτός, [ο Κατηγορούμενος] ήταν απλά διευθυντής του κέντρου και μέτοχος στην εταιρεία κατά 25%. Για να κρατούν λογαριασμό με τον συνεταίρο του στην εταιρεία, XXXXX Παναγιώτου, για τα οικονομικά θέματα της εταιρείας, και ειδικά για τις σημαντικές πληρωμές που αφορούσαν την επιχείρηση του νυκτερινού κέντρου, όπως και για σκοπούς φορολογικούς, πλήρωναν με επιταγές της εταιρείας. Συνεπώς, υποστηρίζει, οι όποιες εργασίες έγιναν από την Παραπονούμενη ή τον ΜΚ2 στο νυκτερινό κέντρο διασκέδασης, ήταν χρέος της εν λόγω εταιρείας, που όμως εξοφλήθηκε στον Κατηγορούμενο, πλήρως. Όταν όμως του ζητήθηκε κατά την αντεξέταση του, να παρουσιάσει τις αποδείξεις εξόφλησης της Παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι, ο ΜΚ2, δεν τους εξέδιδε καμία απόδειξη. Αυτός, είναι φυσικά ένας ισχυρισμός του Κατηγορουμένου, που δεν συνάδει με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του ότι, τις πληρωμές τις έκανε η εταιρεία για τον συγκεκριμένο λόγο. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, τότε, η εν λόγω εταιρεία, λογικό είναι ότι θα επέμενε και θα εξασφάλιζε από την Παραπονούμενη ή τον ΜΚ2 αποδείξεις, τις οποίες ο Κατηγορούμενος θα είχε διαθέσιμες και παρουσίαζε και στο Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, όπως προανέφερα, η Παραπονούμενη, ισχυρίζεται, ότι, από τον Κατηγορούμενο, είχε να λαμβάνει €9.680,
- Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της αυτού, παρουσίασε στο Δικαστήριο, τα Τεκμήρια 4, 5 και 6, ήτοι πιστωτικό τιμολόγιο και αποδείξεις σχετικά με πληρωμές έγιναν έναντι αυτού, τα οποία ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι είναι κατασκευασμένα. Και τα ερωτήματα που προκύπτουν, είναι τα εξής:
(1)Ο ΜΚ2, -που, όπως ο Κατηγορούμενος υποστήριξε, επεδίωξε να εξασφαλίσει από αυτόν την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, για να την χρησιμοποιήσει προς εξασφάλιση εξόφλησης χρέους του συνεταίρου του, ***** Παναγιώτου, [προφανώς] €2.500, (επειδή, όπως υποστήριξε ο Κατηγορούμενος, ο ΜΚ2 του είχε πει από το τηλέφωνο σε επικοινωνία τους στις 22/09/2019, ότι, επειδή αυτός τους είχε φέρει σε επαφή, αυτός έπρεπε να διευθετήσει την εξόφληση του χρέους του ***** Παναγιώτου)- αν όντως είχε αυτή την απαίτηση από τον Κατηγορούμενο ή και αυτό τον σκοπό, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου, όταν του ζητούσε και εξασφάλιζε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, γιατί δεν είχε αμέσως, και πριν αναφέρει οτιδήποτε στον Κατηγορούμενο, ήτοι την Δευτέρα, 21/09/2019 (που μάλιστα, ως ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται, τον κάλεσε και στο τηλέφωνο, αλλά δεν βγήκε στην γραμμή τηλεπικοινωνίας), συμπληρώσει και καταθέσει την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, για να παρουσιαστεί στην πληρώτρια τράπεζα για να πληρωθεί το εν λόγω ποσό των €2.500, και την μεταχρονολόγησε ο ίδιος για να μπορεί να την χρησιμοποιήσει μόνον κατά ή μετά την 01/03/2016 που θα καθίστατο πληρωτέα;
(2)Ακόμη δε περισσότερο, γιατί, -εφόσον, ως ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται, η Παραπονούμενη, δεν έβγαζε σε αυτούς, ποτέ για τις πληρωμές που ελάμβανε, τιμολόγια ή αποδείξεις, και πιθανόν να ενεργούσε με τον ίδιο τρόπο γενικότερα με τους πελάτες της-, ο ΜΚ2 δεν συμπλήρωσε το δικό του όνομα στην επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, ώστε να την παρουσίαζε στο ταμείο της Τράπεζας Κύπρου για την πληρωθεί, κατά τρόπο πιο γρήγορο; Σημειώνεται, εν προκειμένω, το τι αυτολεξεί ανέφερε ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του: «. Την Τρίτη τον πήρα τηλέφωνο και απάντησε και τον ρώτησα τελικά πόσα είναι τα λεφτά που θα χρειαστούν και μου είπε ότι αυτή η επιταγή θα παραμείνει σε μένα και θα γράψω πάνω €2.500, γιατί ο *****, ο συνέταιρος σου, πρέπει να με πληρώσει. Μου είπε ότι λόγω του ότι πρέπει να πάρω λεφτά από τον ***** και εφόσον εσύ με πήρες εκεί και μου γνώρισες τον ***** και εγώ δεν γνωρίζω κανέναν άλλον, εκτός από εσένα, πρέπει να με πληρώσεις.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Και τέλος
(3), γιατί η Παραπονούμενη ή ο ΜΚ2, να μπουν στην διαδικασία «κατασκευής» εγγράφων, ως ισχυρίστηκε η πλευρά του Κατηγορουμένου, ήτοι των Τεκμηρίων 4, 5 και 6, και να το έπρατταν με όλες τις «ατέλειες» που πραγματικά υπάρχουν και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να προβληματίσουν, όπως και έγινε από πλευράς του Κατηγορουμένου, όταν θα μπορούσαν, εφόσον σκοπός τους ήταν η τεκμηρίωσης μίας πλαστής εκδοχής, να τα είχαν «κατασκευάσει» χωρίς ατέλειες; Ο δε ΜΚ2, αν ενεργούσε με πλάνο, ως αυτό που ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε, δεν θα επιχειρούσε να εισπράξει δια της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, το προαναφερόμενο ποσό των €9.680,40, για το οποίο είχε και τα «κατασκευασμένα» έγγραφα, και θα περιοριζόταν στο ποσό των €2.500; Αυτά, είναι πιστεύω, λογικά ερωτήματα, τα οποία αναδεικνύουν το παράλογο του ισχυρισμού του Κατηγορούμενου. Τον οποίο, Κατηγορούμενο, δεν μπορώ να εκλάβω ως ειλικρινή, και για τον εξής επιπρόσθετο, πολύ σημαντικό, λόγο. Έχοντας ισχυριστεί ο ΜΚ2, ότι του είχε παραδώσει με δικαιούχο την Παραπονούμενη και την επιταγή της Λαικής Τράπεζας με αριθμό *****49 για ποσό €2.000, την επιστροφή της οποίας την εξασφάλισε από αυτόν για να την ανταλλάξει με μετρητά χωρίς να το πράξει, αν ο Κατηγορούμενος ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο, θα παρουσίασε θετική μαρτυρία σχετικά με την εν λόγω επιταγή με αριθμό *****49 και ειδικά σε ότι αφορά το σε ποιόν εκδόθηκε, για να αμφισβητήσει τον εν λόγω ισχυρισμό του ΜΚ2. Η μη παρουσίασης μιας τέτοιας μαρτυρίας, δικαιολογεί το προαναφερόμενο αρνητικό συμπέρασμα μου για την ειλικρίνεια του και την αλήθεια των ισχυρισμών του. Δεν αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του Κατηγορουμένου και την απορρίπτω. Κατ' αντίθεση, την μαρτυρία του Κατηγορουμένου, παρά τις δυσκολίες που παρουσιάζει -
(1)Κάποιες αντιφάσεις στην μαρτυρία του εντοπίζονται: σχετικά με το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η προαναφερόμενη επιταγή με αριθμό *****49; σχετικά με το πότε παρέδωσε στον Κατηγορούμενο το τιμολόγιο, Τεκμήριο 4 (κατά την έναρξη ή τέλος των εργασιών); σχετικά με το πότε εκτέλεσε / ολοκλήρωσε τις εργασίες (Αύγουστο ή Σεπτέμβριο); και σχετικά με κάποιες ανακολουθίες μεταξύ αριθμού αναφοράς κατά αύξων αριθμό, σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης των αποδείξεων είσπραξης, Τεκμήρια 5 και 6, και
(2)Ένα ερωτηματικό γιατί δεν έχει μέχρι και σήμερα διεκδικήσει το υπόλοιπο της οφειλής του Κατηγορουμένου προς αυτόν, με κάποιας άλλης μορφής διαδικασία, αστικού χαρακτήρα- την αποδέχομαι ως ειλικρινή. Αγανακτισμένο, θα τον χαρακτήριζα, από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, τον αντιμετώπισε και μεταχειρίστηκε με τον τρόπο που περιέγραψε. Οι προαναφερόμενες, δυσκολίες, ή καλύτερα χαρακτηριζόμενες, αστάθειες στην μαρτυρία του, ενισχύουν, κατά την κρίση μου, την πολύ θετική εντύπωση που μου δημιούργησε δια ζώσης. Έχω πεισθεί ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του, όπως αποδέχομαι και την μαρτυρία της ΜΚ1, η μαρτυρία της οποίας ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε, προς τον σκοπό εξαγωγής των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερόμενων, από τα παραδεκτά και αποδεκτά γεγονότα, αποτελούν εύρημα του Δικαστηρίου τα εξής: Ο Κατηγορούμενος, εξέδωσε, έναντι χρέους του προς την Παραπονούμενη, για υπηρεσίες που η τελευταία του παρείχε, την επιταγή αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, Τεκμήριο 1, με δικαιούχο πληρωμής της την Παραπονουμένη, η οποία, κατά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα (σύμφωνα με την σχετική εντολή δια της ημερομηνίας που αναγράφεται στο σώμα της, την 01/03/2016), παρουσιάστηκε από την Παραπονούμενη στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας εκδόθηκε για σκοπούς πληρωμής της, μέσω της Alpha Bank, στις 02/03/2016, και δεν εξοφλήθηκε, λόγω της προαναφερόμενης εντολής του Κατηγορούμενου, ημερομηνίας 23/09/2015, Τεκμήριο 2 για να μην πληρωθεί, και σφραγίστηκε και υπογράφτηκε από την τράπεζα σχετικά, στις 02/03/2016. Συνεπώς, αφής στιγμής, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, δεν πληρώθηκε, η άνευ εύλογης αιτίας, ανάκληση της πληρωμής της από τον Κατηγορούμενο, στις 23/09/2015, ως ανωτέρω, δικαιολογεί την καταδίκη του Κατηγορουμένου στην κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, για το συγκεκριμένο αδίκημα. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι η πλευρά της Παραπονούμενης έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του Κατηγορουμένου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τον οποίο κρίνω, ως εκ τούτου, ένοχο, στην κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο που του προσάχθηκε. Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Κεφ. 154, τροποποιήθηκε την 25/07/2008, από τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008, δια του οποίου το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 ως είχε τότε, αντικαταστάθηκε από το προαναφερόμενο. [ii] Ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκε το αδίκημα (στην βάση των προνοιών του Άρθρου 12 του Συντάγματος και της αρχής «nullum crimen Nulla poena sine lege», βλ. Ορέστης Βασιλείου ν Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 04/07/2017). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο