Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Δημητριάδου, Αρ. Υπόθεσης: 6400/19, 11/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6400/19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Δημητριάδου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου, 2019 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Κ. Δημητριάδης Κατηγορουμένη : Παρούσα. Απόφαση Εισαγωγή Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, η μια αφορά οδήγηση χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και η δεύτερη ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί με την ένδειξη του κόκκινου φανού των φωτεινών σηματοδοτών οι οποίοι ρυθμίζουν την τροχαία κίνηση. Η Κατηγορούμενη δεν παραδέχθηκε και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη εισήλθε σε φωτοελεγχόμενη διασταύρωση, ενώ ο φωτεινός σηματοδότης, ως η πορεία της, έδειχνε κόκκινο. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε πέντε 5 μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστυφύλακας XXXX XXXXX Παπαδόπουλος. Ο ΜΚ1 κατέθεσε την κατάθεσή του ως μέρος της κυρίως εξέτασής του η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α στη διαδικασία. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο ίδιος εργάζεται στην Τροχαία Λευκωσίας στον κλάδο δυστυχημάτων και ήταν ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι στις 08.03.18 και ώρα 04:50 κατόπιν πληροφόρησης επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη την ίδια μέρα και ώρα στις 04:00 στη διασταύρωση των φώτων τροχαίας της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με την οδό Λάρνακος στη Λευκωσία. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το όχημα XXXXX12 το οποίο οδηγούσε η Κατηγορούμενη και το αυτοκίνητο XXXXX78 το οποίο οδηγούσε ο XXXXX Ιωάννου. Κατά την άφιξή του στη σκηνή βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στην τελική τους θέση. Παρούσα ήταν η Κατηγορούμενη ενώ ο οδηγός του οχήματος XXXXX78 μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Σύμφωνα με τον μάρτυρα παρόντες ήταν οι Αστυφύλακες XXXX, XXXX και XXXX οι οποίοι υπηρετούσαν στη ΜΜΑΔ. Στη σκηνή του ατυχήματος οι εν λόγω αστυνομικοί ανέφεραν στον μάρτυρα ότι η Κατηγορούμενη μετά το δυστύχημα τους ανέφερε ότι πέρασε με κόκκινο φως. Στη σκηνή ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης. Στη σκηνή παρατήρησε ότι ο καιρός ήταν αίθριος και ότι ο δρόμος φωτιζόταν ικανοποιητικά από λαμπτήρες φωτισμού ψηλής τάσης. Επίσης, η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή ενώ ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος. Η συμβολή ελέγχεται από φώτα τροχαίας, τα οποία κατά την άφιξή του λειτουργούσαν κανονικά και δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λαμπτήρας καμένος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον μάρτυρα το σημείο σύγκρουσης τοποθετήθηκε λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι από τη σύγκρουση των οχημάτων προκλήθηκε ίχνος εκτροπής από το αριστερό και δεξιό μπροστινό ελαστικό του οχήματος XXXXX12 λαμβανόμενης υπ' όψιν παράλληλα της πορείας των δύο οχημάτων στην τελική τους θέση και τις ζημιές τους. Κατατέθηκε, επίσης, σχετικό έντυπο περιγραφής ζημιών ως Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε συμμετρικό σχέδιο της σκηνής. Στις 08.03.18 και ώρα 05:30 μετέβηκε στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου υπέβαλε τον οδηγό του XXXXX78 σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με μηδενική ένδειξη. Στις 14.03.18 και μεταξύ των ωρών 08:30 με 09:00 στην Τροχαία Λευκωσίας έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στις 14.03.18 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Γιάννο Ιωάννου οδηγό του οχήματος XXXXX
- Στις 23.03.18 έλαβε επίσης συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης κατηγόρησε αυτήν γραπτώς και η Κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Η σχετική γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης κατά την κυρίως εξέτασή του σε ερώτηση αν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες απάντησε ότι υπήρχε κάποιος γνωστός της Κατηγορούμενης. Σε σχέση με την ορατότητα που ανέφερε στην κατάθεσή του, εξήγησε ότι τις σχετικές μετρήσεις έλαβε χρησιμοποιώντας το περιπολικό της Αστυνομίας. Επιπλέον, προσδιόρισε ότι το χτύπημα έγινε εντός της συμβολής και μετά το αλτ ως η πορεία της Κατηγορούμενης. Κατά την αντεξέτασή του σε ερώτηση, επί του Τεκμηρίου 3, αν μέτρησε την απόσταση από το άλτ μέχρι το σημείο Χ, ως η πορεία του οχήματος KBK 278, απάντησε ότι «κάτι τέτοιο δεν καταμετρήθηκε». Επιπλέον, δεν μέτρησε την απόσταση από το άλτ ως η πορεία του οχήματος της Κατηγορουμένης μέχρι το σημείο Χ. Δεν ήταν, επίσης, σε θέση να προσδιορίσει τις αποστάσεις σε οποιανδήποτε άλλη ερώτηση του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, καθότι δεν έγινε καταμέτρηση των αποστάσεων. Επιπλέον, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει σε πόση απόσταση η Κατηγορούμενη εισήλθε μέσα στη διασταύρωση όταν έγινε το δυστύχημα. Σε ερώτηση να προσδιορίσει πότε οι τρεις αστυνομικοί που ανέφερε του έδωσαν κατάθεση, απάντησε ότι ο Αστυφύλακας 4826 του έδωσε κατάθεση στις 30.3 ενώ για τους υπόλοιπους δύο δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι δεν έλαβε κατάθεση από το γνωστό πρόσωπο της Κατηγορούμενης, το οποίο βρισκόταν στον χώρο και ονομαζόταν Ανδρέας. Σε υποβολή ότι δεν υπήρχαν τρεις αστυνομικοί στη σκηνή του δυστυχήματος απάντησε ότι υπήρχαν. Σε ερώτηση γιατί δεν ανέφερε το πιο πάνω δεδομένο όταν έλαβε κατάθεση από την Κατηγορούμενη, απάντησε ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να το πράξει. Συμφώνησε με την υποβολή ότι στον χώρο ήταν μόνο ο οδηγός του ασθενοφόρου, οι εκπρόσωποι των ασφαλιστικών, κάποιο πρόσωπο ονόματι Κώστας και κάποιο πρόσωπο ονόματι Ανδρέας και πέραν τούτων ουδείς. Συμφώνησε, επίσης, ότι ούτε ο ίδιος είδε πώς έγινε το δυστύχημα ούτε αυτόπτης μάρτυρας υπήρχε για να διαφωτίσει σχετικά. Σε ερώτηση εάν την κατάθεσή τους οι τρεις αστυνομικοί την έδωσαν στον ίδιο, απάντησε την έδωσαν ενώπιόν του. Συμφώνησε τέλος ότι πέραν της μαρτυρίας των τριών αστυνομικών δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να υποδεικνύει πώς έγινε το ατύχημα. Κατά την επανεξέτασή του δήλωσε από ό,τι θυμάται ο ίδιος έγραψε τις καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών στην παρουσία τους. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστυφύλακας XXXX XXXXX Ανδρέου, ΜΚ
- Ο μάρτυρας κατέθεσε την κατάθεσή του, ημερομηνίας 30.03.18, και υιοθέτησε αυτήν ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Η εν λόγω κατάθεση σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 08.03.18 οδηγούσε το όχημα XXXXX39 έχοντας συνοδηγό τον Αστυφύλακα XXXX και επιβάτη τον Ειδικό Αστυφύλακα XXXX στην οδό Διγενή Ακρίτα στη Λευκωσία. Στα φώτα τροχαίας της συμβολής της λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με την οδό Μάρκου Δράκου και την οδό Λάρνακος αντιλήφθηκαν τροχαίο δυστύχημα. Στο δυστύχημα ήταν εμπλεκόμενα τα οχήματα XXXXX12 και XXXXX
- Στο σημείο του δυστυχήματος ρώτησε την οδηγό του οχήματος XXXXX12 για το τι έγινε στο δυστύχημα και του ανέφερε ότι εκείνη κινείτο στην οδό Λάρνακος από την λεωφόρο Στασίνου προς λεωφόρο Λάρνακος διά μέσου των φώτων τροχαίας και πέρασε με κόκκινο φως ως η πορεία της. Οι άλλοι εμπλεκόμενοι ήταν τραυματίες και περίμεναν ασθενοφόρο να τους παραλάβει. Στο σημείο σε μερικά λεπτά ήρθε η Τροχαία Λευκωσίας για τα περαιτέρω. Ο ίδιος ανέφερε τα πιο πάνω στον Αστυφύλακα XXXX και έφυγε από το σημείο και συνέχισε την περιπολία του. Στο σημείο επίσης βρισκόταν κάποιος φίλος της Κατηγορουμένης. Κατά την αντεξέτασή του σε ερώτηση ποιος δακτυλογράφησε την κατάθεσή του απάντησε ότι την δακτυλογράφησε ο Αστυφύλακας XXXX. Δήλωσε ότι ο Αστυφύλακας XXXX του υπέβαλλε ερωτήσεις, ο ίδιος απαντούσε και ο Αστυφύλακας XXXX έγραψε την κατάθεση, ο ίδιος την διάβασε και την υπόγραψε. Σε ερώτηση γιατί δεν αναγράφει πουθενά ότι έλαβε ο συγκεκριμένος αστυνομικός την κατάθεση απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Σε ερώτηση εάν έγραψε ο ίδιος την κατάθεσή του απάντησε ότι την κατάθεση την έγραψε ο Αστυφύλακας
- Σε υποβολή ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι άλλοι δύο συνάδελφοι του φερόμενοι μάρτυρες δακτυλογράφησαν την κατάθεσή τους απάντησε ότι ο ίδιος κλήθηκε να πάει στο γραφείο των δυστυχημάτων όπου βρισκόταν ο Αστυφύλακας 3606 ο οποίος έγραψε την κατάθεση ως οι αναφορές του ιδίου. Σε ερώτηση γιατί η κατάθεσή του δεν είναι στο έντυπο 43Ε απάντησε ότι η δική του κατάθεση δεν ήταν ανακριτική. Σε ερώτηση να εξηγήσει γιατί στην κυρίως εξέτασή του χρησιμοποιεί τη λέξη «αντιληφθήκαμε» σε πληθυντικό αριθμό, απάντησε ότι την χρησιμοποιεί, επειδή ήταν τρεις μέσα στο όχημα. Σε ερώτηση αν αντιλήφθηκε ο ίδιος το ατύχημα και αν κατέβηκε ο ίδιος και απευθυνόμενος προς την Κατηγορούμενη η ίδια του ανέφερε ότι πέρασε με κόκκινο, απάντησε ότι το ποιός το αντιλήφθηκε και ποιός το είδε πρώτος δεν θυμόταν, αλλά κατέβηκαν όλοι στο δυστύχημα. Τόνισε ότι ο ίδιος πλησίασε την Κατηγορούμενη, την ρώτησε αν είναι καλά και του απάντησε πως είναι καλά. Ακολούθως, τη ρώτησε τι έγινε και του απάντησε ότι πέρασε με κόκκινο. Σε υποβολή ότι δεν ήταν ο ίδιος στη σκηνή απάντησε ότι ήταν. Επέμεινε, επίσης, ότι όταν ρώτησε την Κατηγορούμενη τι έγινε η τελευταία απάντησε ότι πέρασε με κόκκινο. Τόνισε ότι στους άλλους εμπλεκόμενους ο ίδιος δεν πήγε κοντά τους, δεν τους ρώτησε κάτι και ούτε ξέρει ποιοι ήταν. Ανέφερε ότι στους άλλους εμπλεκόμενους πήγαν οι άλλοι συνάδελφοι του. Ακολούθως επανέλαβε ότι δεν θυμάται ποιος από τους τρεις αστυνομικούς αντιλήφθηκε πρώτος το ατύχημα. Δεν ήταν επίσης σε θέση να αναφέρει αν αντιλήφθηκε ο ίδιος το ατύχημα. Ήταν θετικός στο ότι ο ίδιος δεν πλησίασε τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους και δήλωσε ότι σε κάποια φάση όταν ήρθε η Τροχαία αυτός αποχώρησε. Σε ερώτηση αν αποχώρησαν και οι συνάδελφοί του μαζί του, απάντησε ότι δεν θυμάται σημειώνοντας ότι ο ίδιος αποχώρησε. Μπορεί να συνέχισε την περιπολία και οι υπόλοιποι να έμειναν στην Τροχαία. Σε ερώτηση αν αποχώρησαν και οι τρεις από τη σκηνή επανέλαβε ότι δεν θυμάται. Σε υποβολή ότι, αφού ήταν ο ίδιος ο οδηγός πώς δεν θυμάται, απάντησε ότι κάτι τέτοιο γίνεται συνέχεια και ότι ο ίδιος μπορεί εκείνην τη μέρα να είχε σκοπιά και να αποχώρησε από το σημείο. Αν οι άλλοι συνάδελφοί του έμειναν εκεί δεν θυμάται. Σε ερώτηση αν θυμάται τουλάχιστον το κατά πόσο οι υπόλοιποι συνάδελφοί του προσέγγισαν την Κατηγορούμενη για όσο χρόνο βρισκόταν ο ίδιος εκεί απάντησε και πάλι ότι δεν θυμάται. Επανέλαβε θυμάται μόνο τι είπε στον ίδιο η Κατηγορούμενη και το έγραψε στην κατάθεσή του. Το τι είπε στους συναδέλφους του ή τι ρώτησαν οι άλλοι δεν θυμάται. Σε ερώτηση αν μίλησε οποιοσδήποτε άλλος συνάδελφός του με την Κατηγορούμενη, απάντησε ότι δεν θυμάται. Σε υποβολή πως ούτε στη σκηνή του δυστυχήματος πήγε ούτε συνομίλησε με την Κατηγορούμενη, απάντησε ότι ήταν και ότι συνομίλησε με την Κατηγορούμενη. Σε ερώτηση αν θυμάται κατά πόσο η Κατηγορούμενη ήταν σε λιπόθυμη ή κανονική κατάσταση, απάντησε πως αν θυμάται καλά η Κατηγορούμενη καθόταν στο πεζοδρόμιο. Σε ερώτηση αν αυτά που του είπε η Κατηγορούμενη τα είπε μόνο στον ίδιο, απάντησε ότι τα είπε στον ίδιο και δεν θυμάται αν υπήρχε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας κατά τον χρόνο που τα ανέφερε στον ίδιο. Επίσης, δήλωσε ότι μπορεί να ρωτήθηκε μετά από άλλον συνάδελφο και να είπε τι είδε, αλλά ο ίδιος δεν γνωρίζει. Σε ερώτηση αν κατά τον χρόνο που κατ' ισχυρισμό του η Κατηγορούμενη του ανέφερε ότι πέρασε με κόκκινο υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κοντά του, απάντησε «δεν θυμούμαι». Επίσης, δεν θυμόταν ούτε αν συνομίλησε η Κατηγορούμενη με άλλον ούτε αν υπήρχε άλλος στη σκηνή. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο XXXXX Τζουτζούκης Αστυφύλακας 305, ΜΚ
- Κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε την κατάθεσή του η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ. Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι στις 08.03.18 και περί ώρα 04:30 βρισκόταν σε περιπολία ως συνοδηγός στο όχημα XXXXX39 που οδηγούσε ο Αστυφύλακας XXXX. Στο εν λόγω όχημα επιβάτης ήταν ο Ε.Α XXXX. Στα φώτα τροχαίας μεταξύ της λεωφόρου Διγενή Ακρίτα, Μάρκου Δράκου και οδού Λάρνακος αντιλήφθηκαν τροχαίο δυστύχημα και αμέσως σταμάτησαν για να βοηθήσουν τους εμπλεκόμενους. Στο δυστύχημα ήταν εμπλεκόμενα τα αυτοκίνητα XXXXX12 και XXXXX
- Το πρώτο οδηγείτο από την Κατηγορούμενη και το άλλο από τον XXXXX Ιωάννου. Στο σημείο του δυστυχήματος ρώτησε τους εμπλεκόμενους οδηγούς για το τι έγινε και η Κατηγορούμενη του ανέφερε ότι εκείνη φταίει για την πρόκληση του δυστυχήματος λόγω του ότι πέρασε με κόκκινο φως ως η πορεία της και ο άλλος οδηγός με πράσινο στρογγυλό φως ως η πορεία του. Στο σημείο σε λίγα λεπτά ήρθε η Τροχαία Λευκωσίας για τα περαιτέρω και αφού ανέφερε τα πιο πάνω στον Αστυφύλακα XXXX ακολούθως έφυγε από το σημείο και συνέχισε την περιπολία του. Σημείωσε ότι στο σημείο βρισκόταν κάποιο πρόσωπο ονόματι XXXXX γνωστός της Κατηγορούμενης καθώς και κάποιο άλλο πρόσωπο ονόματι XXXXX. Δήλωσε ότι στο σημείο το πρόσωπο ονόματι XXXXX ανέφερε σε αυτούς ότι η Κατηγορούμενη πέρασε με κόκκινο. Δήλωσε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει κανέναν από τους εμπλεκόμενους στο δυστύχημα. Κατά την αντεξέτασή του σε ερώτηση πότε έδωσε την κατάθεσή του, απάντησε ότι δεν θυμάται. Σε ερώτηση γιατί δεν έβαλε ημερομηνία, ανέφερε ότι του διέφυγε. Σε ερώτηση γιατί είναι δαχτυλογραφημένη, απάντησε ότι ως επί το πλείστον οι καταθέσεις είναι δαχτυλογραφημένες. Σε ερώτηση αν μπορεί ο ίδιος να δακτυλογραφήσει μια κατάθεση της έκτασης του Εγγράφου Γ, απάντησε ότι μπορεί να μην είναι δακτυλογράφος, αλλά μια κατάθεση μπορεί να χτυπήσει. Σε ερώτηση αν την κατάθεση αυτήν τη δακτυλογράφησε ο ίδιος απάντησε όχι και ότι αυτήν τη δακτυλογράφησε ο συνάδελφός του στα δυστυχήματα. Σε ερώτηση να απαντήσει ποιος συνάδελφός του τη δακτυλογράφησε απάντησε ότι δεν θυμάται, αλλά πιθανόν να ήταν ο συνάδελφος ο οποίος είχε την υπόθεση. Ανέφερε, επίσης, ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει πότε λήφθηκαν οι άλλες καταθέσεις. Το μόνο που γνωρίζει είναι ότι τον πήρε τηλέφωνο ο συνάδελφός του από τα δυστυχήματα, έδωσε την κατάθεση και δεν γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω. Σε ερώτηση αν θυμάται τα χρώματα των δύο οχημάτων, απάντησε ότι δεν το αναφέρει στην κατάθεσή του και επέδωσε το γεγονός ότι πάει σε αρκετά δυστυχήματα και δεν μπορεί να θυμάται τα χρώματα των αυτοκινήτων. Σε ερώτηση γιατί αναφέρει στην κατάθεσή του ότι «αντιλήφθηκαν» τροχαίο δυστυχήματα σε πληθυντικό αριθμό, απάντησε επειδή ήταν τρία άτομα στο αυτοκίνητο. Το πώς όμως το αντιλήφθηκαν και το τι είδαν δεν θυμόταν. Δεν θυμόταν, επίσης, να αναφέρει το πού σταμάτησε ο οδηγός του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε. Δεν θυμάται ούτε ακριβώς πού πήγε. Θυμόταν, όμως, ότι κατέβηκε στο δυστύχημα. Ανέφερε ότι είχαν συνομιλήσει με τους παρευρισκόμενους, ότι ο ίδιος είχε μιλήσει με την Κατηγορούμενη και ότι είχαν ρωτήσει τον άλλον εμπλεκόμενο αν ήταν εντάξει. Σε ερώτηση αν ο ίδιος πήγε προσωπικά προς την Κατηγορούμενη, απάντησε ότι σε κάποια στιγμή είχε συνομιλήσει μαζί της. Σε ερώτηση πότε πήγε προς την Κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν θυμάται ακριβώς. Θυμόταν, όμως, ότι είχαν συνομιλήσει. Σε ερώτηση πού βρισκόταν η Κατηγορούμενη την ώρα που συνομίλησε μαζί της απάντησε «στη σκηνή του δυστυχήματος». Σε ερώτηση αν ήταν μέσα στο αυτοκίνητό της, απάντησε ότι ήταν εκτός του αυτοκινήτου και καθόταν στο πεζοδρόμιο. Σε ερώτηση να αναφέρει τι είπε στην Κατηγορούμενη όταν πήγε κοντά της, απάντησε ότι δεν θυμάται τη συνομιλία. Θυμόταν μόνο ότι την ρώτησε αν ήταν καλά τι έγινε στο δυστύχημα και του απάντησε ότι η ίδια πέρασε με κόκκινο και έγινε το δυστύχημα. Σε ερώτηση αν ο ΜΚ 1 όταν σταμάτησε το περιπολικό και κατέβηκαν κάτω, προς τα πού κατευθύνθηκε απάντησε ότι δεν θυμόταν. Δεν θυμόταν, επίσης, αν ο ΜΚ1 συνομίλησε με την Κατηγορούμενη. Σε ερώτηση αν συνομίλησε με τον άλλον ενεχόμενο οδηγό απάντησε πως αν θυμάται καλά τον είχε ρωτήσει αν είναι εντάξει. Σε ερώτηση αν τον ρώτησε πώς έγινε το δυστύχημα, απάντησε ότι ο άλλος οδηγός ανέφερε πως η κοπέλα πέρασε ο κόκκινο. Σε ερώτηση γιατί δεν αναφέρει κάτι τέτοιο στην κατάθεσή του απάντησε ότι δεν θυμάται τον λόγο. Σε ερώτηση να περιγράψει τον ρόλο που έπαιξε όταν κατέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος απάντησε ότι ο ρόλος τους δεν είναι να εξετάσουν οποιοδήποτε τροχαίο. Τόνισε ότι ήταν απλώς περαστικοί και σταμάτησαν να βοηθήσουν σε περίπτωση που υπήρχαν τραυματίες. Σε ερώτηση τότε γιατί ρώτησε την Κατηγορούμενη για το πώς έγινε το δυστύχημα, απάντησε ότι την ρώτησε από περιέργεια. Σε ερώτηση γιατί δεν ανέφερε στην κατάθεσή του τι του ανέφερε ο άλλος οδηγός σε σχέση με το ατύχημα, απάντησε ότι μπορεί να του διέφυγε και δεν θυμάται γιατί. Αρνήθηκε την υποβολή ότι εκείνο το βράδυ δεν ήταν στη σκηνή. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι δεν συνομίλησε με την Κατηγορούμενη και πως δεν την γνωρίζει. Σε ερώτηση πώς αναγνωρίζει την Κατηγορούμενη εφόσον την είδε στις 04:30 το πρωί βράδυ, απάντησε ότι την αναγνωρίζει. Σε υποβολή ότι η Κατηγορούμενη δεν μίλησε με κανέναν XXXXX στη σκηνή του δυστυχήματος απάντησε ότι δεν θυμάται. Σε υποβολή ότι η Κατηγορούμενη ούτε με κάποιον Ανδρέα μίλησε στη σκηνή απάντησε ότι δεν θυμάται. Αρνήθηκε επίσης υποβολές ότι ο ίδιος δεν πήγε κοντά στην Κατηγορούμενη και ότι ο ίδιος δεν συνομίλησε μαζί της. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο XXXXX Κυριάκου Αστυφύλακας XXXX, ΜΚ
- Ο ΜΚ4 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή του κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ. Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 08.03.18 και περί ώρα 04:30 ήταν επιβάτης στο όχημα XXXXX39 το οποίο οδηγείτο από τον Αστυφύλακα XXXX έχοντας ως συνοδηγό τον Αστυφύλακα XXXX στη λεωφόρο Διγενή Ακρίτα στη Λευκωσία. Στα φώτα τροχαίας στη συμβολή των λεωφόρων Διγενή Ακρίτα οδού Μάρκου Δράκου Λάρνακος υπήρχε τροχαίο δυστύχημα και αμέσως σταμάτησαν για να βοηθήσουν. Υπήρχαν δύο αυτοκίνητα χτυπημένα και στο σημείο του δυστυχήματος η οδηγός του αυτοκινήτου MYN412 τους ανέφερε ότι πέρασε με κόκκινο φως ως η πορεία της. Το άλλο αυτοκίνητο είχε αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Ο ίδιος δεν γνωρίζει κανέναν από τον εμπλεκόμενους. Σε ερώτηση αν αναγνωρίζει την οδηγό στην οποία αναφέρεται στην κατάθεσή του απάντησε ότι είναι η Κατηγορούμενη. Σε ερώτηση να προσδιορίσει τι εννοεί με τον όρο «αντιληφθήκαμε» απάντησε ότι ενώ βρίσκονταν σε περιπολία αντιλήφθηκαν ότι στη συμβολή των δύο οδών υπήρχαν δύο αυτοκίνητα χτυπημένα και ακινητοποιημένα. Κατέβηκαν κάτω από το όχημα, είδαν τα δύο αυτοκίνητα και είδαν την Κατηγορούμενη στο σημείο. Σε ερώτησή τους σε σχέση με το τι έγινε η Κατηγορούμενη τους ανέφερε «Εγώ φταίω. Πέρασα με κόκκινο». Σε ερώτηση να προσδιορίσει τι έπραξε ο ίδιος απάντησε ότι ο ίδιος ενδιαφέρθηκε να εξετάσει αν υπήρχε σοβαρά τραυματίας πάνω στο πεζοδρόμιο και εκεί κάποιος από τους συναδέλφους του ρώτησε την Κατηγορούμενη τι ακριβώς έγινε και η ίδια ανέφερε ότι πέρασε με κόκκινο. Σε ερώτηση πού βρισκόταν κατά την πιο πάνω συνομιλία απάντησε ότι ο ίδιος βρισκόταν 2 3 μέτρα απόσταση. Κατά την αντεξέτασή του σε ερώτηση με ποιον τρόπο αναγνωρίζει την Κατηγορούμενη, απάντησε ότι θυμάται ότι ήταν στο ατύχημα και ότι ήταν οδηγός στο εν λόγω ατύχημα. Σε ερώτηση να απαντήσει τι φορούσε η Κατηγορούμενη απάντησε ότι εξ όσων θυμάται φορούσε πάρα πολύ ελαφριά περιβολή. Σε ερώτηση να απαντήσει ποια ήταν αυτή η ελαφριά περιβολή απάντησε ότι ήταν μια κοντή φούστα. Σε ερώτηση να απαντήσει ποιος συνομίλησε μαζί της απάντησε ότι συνομίλησε μαζί της ο ΜΚ1 . Εξήγησε ότι ο ίδιος δεν συνομίλησε με την Κατηγορούμενη. Αρνήθηκε την υποβολή ότι, όταν εξήλθαν από το περιπολικό, ο ΜΚ1 πήγε προς την Κατηγορούμενη και ο ίδιος προς τον άλλον οδηγό. Σε ερώτηση να απαντήσει πότε έδωσε την κατάθεσή του απάντησε ότι δεν θυμόταν ακριβώς αλλά σε σύντομο χρόνο μετά το ατύχημα. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι ο ίδιος υπέβαλλε στον συνάδελφό του της Τροχαίας τι θα γράφει στην κατάθεση. Τη δακτυλογράφησε ο συνάδελφός του του οποίου δεν θυμάται το όνομα και ο ίδιος του υπέβαλλε τι θα γράψει. Δεν γνώριζε, όμως, τον λόγο γιατί δεν καταγράφει η κατάθεση ποιος την έλαβε. Σε ερώτηση γιατί στην κατάθεσή του δεν ήταν σαφής για το τι ανέφερε η Κατηγορούμενη στον συγκεκριμένο συνάδελφό του, απάντησε ότι, αφού ήταν και ο ίδιος παρών στο σημείο ρωτήθηκε από τον συνάδελφό του και ότι δεν μπορούν να κάνουν όλοι μαζί ερωτήσεις. Τόνισε ότι σε κάθε περίπολο υπάρχει ένας «ηγέτης» και ότι δεν μπορούν όλοι μαζί να κατεβαίνουν και να υποβάλλουν ερωτήσεις. Σε ερώτηση αν αυτός ο «ηγέτης» πήγε και στον άλλον ενεχόμενο οδηγό, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Σε ερώτηση αν ο ίδιος ρώτησε τον άλλον ενεχόμενο οδηγό πώς έγινε το δυστύχημα απάντησε ότι τον ρώτησε, αλλά ο τελευταίος δεν μπορούσε να απαντήσει καθότι ήταν σοκαρισμένος. Σε ερώτηση αν άκουσε τον άλλον οδηγό να αναφέρει οτιδήποτε στον «ηγέτη» απάντησε πως όχι. Σε ερώτηση αν ο άλλος οδηγός ανέφερε στον ΜΚ3 πώς έγινε το δυστύχημα, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Δεν θυμόταν παράλληλα ποιος αντιλήφθηκε πρώτος το ατύχημα. Λογικά, ανέφερε, ότι θα το αντιλήφθηκε ο οδηγός. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι πριν μεταβούν οι ίδιοι στον χώρο προηγουμένως στη σκηνή υπήρχαν 2 με 3 άτομα αλλά ο ίδιος δεν συνομίλησε με οποιονδήποτε. Επίσης, δεν άκουσε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να αναφέρει οτιδήποτε στους συναδέλφους του. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Ιωάννης Ιωάννου, ΜΚ
- Ο ΜΚ 5 ήταν το πρόσωπο το οποίο οδηγούσε το όχημα με το οποίο συγκρούστηκε το όχημα της Κατηγορούμενης. Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 14.03.2018, η οποία κατατέθηκε ως έγγραφο Ε. Επιπλέον, αναγνώρισε στο Τεκμήριο 1 την υπογραφή του. Κατά την κυρίως εξέτασή του, δήλωσε ότι μετά το ατύχημα η Κατηγορούμενη πήγε κοντά του και του ανέφερε ότι φταίει η ίδια και του ζήτησε να μην καλέσει την Αστυνομία. Σε ερώτηση να προσδιορίσει σε ποιους αστυνομικούς αναφέρεται στην κατάθεσή του, απάντησε ότι ο ίδιος εκείνην τη στιγμή ήταν σε shock και δεν θυμάται πολλά πράγματα. Το μόνο που θυμάται είναι ότι η Κατηγορούμενη τους είχε μιλήσει για εκείνο το θέμα και τους ζήτησε να μην προχωρήσουν σε καταγγελία ώστε να μην τρέχουν στα Δικαστήρια. Για καλή τους τύχη είχαν ακούσει αστυνομικοί από το στόμα της ότι παραδέχτηκε το επίδικο αδίκημα. Κατά την αντεξέτασή του συμφώνησε ότι στην κατάθεσή του δεν αναφέρει αν είδε το όχημα της Κατηγορούμενης πριν το ατύχημα, αν και δήλωσε αρχικά ότι δεν θυμάται ακριβώς τι ανέφερε στην κατάθεσή του. Σε ερώτηση αν αναιρεί την πιο πάνω δήλωση, απάντησε ότι δεν την αναιρεί και την αποδέχεται. Σε ερώτηση να απαντήσει σε ποιο στάδιο είδε για τελευταία φορά και από πόσην απόσταση είδε τον στύλο των φώτων τροχαίας, απάντησε ότι έβλεπε το φως και δεν μπορεί να προσδιορίσει σε πόσην απόσταση το είδε, αλλά σίγουρα γνώριζε ότι ήταν πράσινο. Σε ερώτηση να προσδιορίσει εκ νέου την απόσταση που αντιλήφθηκε τον στύλο των φώτων τροχαίας, απάντησε ότι δεν αντιλήφθηκε την ερώτηση. Επανέλαβε επίσης ότι διάβασε την κατάθεσή του Τεκμήριο Ε και συμφωνεί με το σύνολο του περιεχομένου της. Επανέλαβε ότι πριν το δυστύχημα δεν είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης. Σε ερώτηση εάν είδε ή άκουσε την Κατηγορούμενη να παραδέχεται στους αστυνομικούς ότι η ίδια πέρασε με κόκκινο, επανέλαβε ότι ήταν σε κατάσταση shock και το μόνο που θυμάται είναι την Κατηγορούμενη να έρχεται κοντά του και να λέει ότι πέρασε με κόκκινο, ότι απολογείται, ότι θα τα διευθετήσει με τις ασφάλειες και να μην καλέσουν την Αστυνομία. Απάντησε, επίσης, ότι ο ίδιος είδε την κοπέλα να του μιλά, αλλά σε μια φάση αντιλήφθηκε ότι μιλούσε και με τους αστυνομικούς. Σε ερώτηση εάν θυμάται πόσοι ήταν αυτοί οι αστυνομικοί, απάντησε ότι δεν θυμάται. Σε ερώτηση αν ήρθε οποιοσδήποτε κοντά του από τους αστυνομικούς, απάντησε ότι ήταν σε κατάσταση shock και δεν θυμάται όλα τα γεγονότα. Θυμόταν όμως ότι μετά το ατύχημα και η Κατηγορούμενη ήταν λιπόθυμη στο αυτοκίνητό της. Σε ερώτηση εάν είδε την Κατηγορούμενη να κάθεται στο πεζοδρόμιο απάντησε εκ νέου ότι επειδή ήταν σε κατάσταση shock δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι γινόταν κάθε λεπτό. Κράτησε όμως την ουσία, ότι δηλαδή πέρασε με πράσινο, ο άλλος οδηγός πέρασε με κόκκινο και έγινε το ατύχημα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι αναφορές του περί παραδοχής της Κατηγορούμενης και περί παραδοχής της σε αστυνομικούς ήταν λόγια του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης και όχι δικά του. Δήλωσε, επίσης, ότι γνωρίζει την Κατηγορούμενη εξ όψεως, καθότι και οι δύο κατάγονται από την Πάφο. Όταν τον πλησίασε, όμως, κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, δεν θυμόταν πώς τον αποκάλεσε αλλά δήλωσε εκ νέου ότι θυμόταν ότι παραδέχτηκε ότι πέρασε με κόκκινο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος έτρεχε με ταχύτητα πέραν των 50 km την ώρα και ότι η ταχύτητά του ήταν η αιτία που πέρασε με κόκκινο φως. Κατά την επανεξέτασή του προσδιόρισε ότι όπως κατευθυνόταν στην πορεία του με σωστή ταχύτητα και πράσινο φως, όταν εισήλθε στη διασταύρωση αντιλήφθηκε ότι είχε αυτοκίνητο αλλά μέχρι να προλάβει να πατήσει τα φρένα έγινε η σύγκρουση. Η Κατηγορούμενη όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και να αντεξεταστεί. Κατά την κυρίως εξέτασή της αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4 και 5 οι οποίες ήταν οι καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία. Κατά την αντεξέτασή της δήλωσε ότι η ταχύτητά της ήταν 50 με 55 χ.α.ω. ανά ώρα. Επίσης, δήλωσε ότι κατευθυνόταν προς το σπίτι της, το φως ήταν πράσινο στρογγυλό, πήγαινε κανονικά αφού δεν υπήρχε οτιδήποτε να αποσπάσει την προσοχή της και ξαφνικά έγινε η σύγκρουση και βρέθηκε λιπόθυμη πάνω στο τιμόνι. Μετά το ατύχημα ήρθε ο οδηγός του οχήματος που την ακολουθούσε ονόματι Ανδρέας, ο οποίος τη συνέφερε. Δήλωσε ότι το εν λόγω πρόσωπο το γνώριζε από κοινή παρέα. Επίσης, απάντησε ότι δεν υπήρχε κάποιο άλλο όχημα στον δρόμο ενόσω οδηγούσε. Σε ερώτηση για το εάν υπήρχε οποιοδήποτε όχημα θα το έβλεπε, απάντησε ότι σίγουρα θα το έβλεπε αν υπήρχε, καθότι είχε ελέγξει πριν εισέλθει στη διασταύρωση. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι βρισκόταν 20 με 25 μέτρα πίσω από τα φώτα. Επανέλαβε παράλληλα ότι δεν πρόλαβε να δει το άλλο όχημα, καθότι όλα έγιναν αστραπιαία. Αρνήθηκε την υποβολή ακολούθως ότι το φως στην πορεία της δεν ήταν πράσινο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η ίδια δεν έλεγξε μέσα στη διασταύρωση. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι το όχημα του παραπονούμενου, ΜΚ 5, ήταν ήδη μέσα στη διασταύρωση πριν αυτή εισέλθει. Επιπρόσθετα αρνήθηκε την υποβολή ότι η ίδια απολογήθηκε στον ΜΚ
- Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι στη σκηνή είχαν μεταβεί τρεις αστυνομικοί. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι η ίδια πρώτη φορά είδε τους εν λόγω αστυνομικούς στο Δικαστήριο. Αρνήθηκε, επιπλέον, την υποβολή ότι η ίδια παραδέχτηκε στους αστυνομικούς ότι πέρασε με κόκκινο. Εισηγήσεις των διαδίκων Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις υποστήριξαν ο κάθε ένας τις θέσεις του. Αξιολόγηση μαρτυρίας Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Ιδίως σε τροχαία ατυχήματα το σχέδιο του ατυχήματος ενέχει σημαντική αξία και χρησιμότητα για την ιχνηλάτιση των περιστατικών του ατυχήματος, την κρίση της αξιοπιστίας και έλεγχο της ακρίβειας της προφορικής μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ (Β) 1243. Όμως πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ
- Αξιολόγηση ΜΚ1 Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του σε γενικές γραμμές ήταν θετική. Οι θέσεις του για την κατάσταση του δρόμου και για το ότι τα φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά δεν αμφισβητήθηκαν. Επιπλέον, δεν αμφισβητηθήκαν οι θέσεις του ως προς τα ενέργειες στις οποίες προέβη για τη διεύρυνση του ατυχήματος και τη λήψη καταθέσεων από τους εμπλεκόμενους οδηγούς. Επιπρόσθετα το γεγονός ότι η σύγκρουση, επήλθε εντός της διασταύρωσης δεν αμφισβητήθηκε. Επιπλέον δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι από την σύγκρουση προκλήθηκε ίχνος εκτροπής από τα ελαστικά του οχήματος της Κατηγορουμένης. Όμως, επί του ουσιαστικού αμφισβητούμενου θέματος ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το κατά πόσο η Κατηγορουμένη εισήλθε στην διασταύρωση με κόκκινο. Επίσης, δεν προέβη σε οποιεσδήποτε μετρήσεις αποστάσεων, ώστε τουλάχιστον να χρησιμοποιηθούν αυτές ως μέσο για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του ατυχήματος. Επιπλέον, από την σκηνή του ατυχήματος απουσιάζουν αντικειμενικά ευρήματα προσδιοριστικά των συνθηκών επέλευσης του ατυχήματος. To γεγονός ότι εντοπίστηκε ίχνος εκτροπής από τα ελαστικά του οχήματος της Κατηγορουμένης δεν μπορεί να είναι διαφωτιστικό ως προς τις συνθήκες επέλευσης του επίδικου ατυχήματος. Συνεπώς, τα σχεδιαγράφηματα της σκηνής, Τεκμήρια 1 και 3, δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως οδηγός, για την ιχνηλάτιση των περιστατικών του ατυχήματος, την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και τον έλεγχο της ακρίβειας της προφορικής μαρτυρίας. Επιπρόσθετα η θέση του, ότι του ανέφεραν οι τρεις αστυνομικοί ότι η Κατηγορούμενη παραδέχτηκε πως πέρασε με κόκκινο θα εξαρτηθεί από την αξιοπιστία των τριών αυτών προσώπων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ2 Ο ΜΚ2 δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές και πολλά δεν θυμάμαι. Παράλληλα η μαρτυρία του αφίσταται της λογικής σε σημαντικά σημεία. Συγκεκριμένα ως προς την κατάθεσή του, έγγραφο Β στη διαδικασία, προέβαλε τη θέση ότι προέκυψε κατόπιν ερωτήσεων που του υπέβαλλε ο ΜΚ
- Όμως επί της κατάθεσής του δεν φαίνεται οποιαδήποτε ερώτηση. Αντίθετα η κατάθεση συνιστά αφήγηση γεγονότων. Το να αφηγηθεί κάποιος μάρτυρας γεγονότα στην κατάθεση δεν είναι αθέμιτο, αλλά η πιο πάνω διαπίστωση αποδυναμώνει την εκδοχή του ΜΚ 2, αφού εάν η κατάθεσή του ήταν προϊόν ερωταπαντήσεων θα καταγράφονταν ερωτήσεις και απαντήσεις και δεν θα υπήρχε αφήγηση ή εξιστόρηση γεγονότων. Άλλωστε, δεν συνάδει με τη λογικά αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων, όταν κάποιο πρόσωπο ερωτά και κάποιο άλλο πρόσωπο απαντά, να προκύπτει απευθείας αφήγηση. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του επί του επίμαχου σημείου, ήτοι της κατ' ισχυρισμόν δήλωσης της Κατηγορουμένης, παρουσιάζει κενά και διανθίζεται με πολλά «δεν θυμούμαι». Η βασική εκδοχή του μάρτυρος ήταν, ότι μόλις κατέφθασαν στο χώρο ο ίδιος πλησίασε την Κατηγορουμένη, η οποία του ανέφερε ότι η ίδια ευθύνεται και οι δύο άλλοι συνάδελφοι του πλησίασαν τα άλλα πρόσωπα. Σε ερώτηση εάν οι άλλοι δύο συνάδελφοι του πλησίασαν την Κατηγορουμένη, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Δεν γνώριζε, επίσης, εάν τους ενδιέφερε. Παράλληλα δεν θυμόταν εάν καθ' όσον χρόνο βρισκόταν στο σημείο κοντά στη Κατηγορουμένη, πλησίασαν και οι άλλοι συνάδελφοι του. Ακολούθως δήλωσε ότι ο ίδιος αποχώρησε, αλλά δεν θυμόταν εάν αποχώρησαν και οι υπόλοιποι συνάδελφοι του με τους οποίες διεξήγαγε την περιπολία. Η αδυναμία του να θυμηθεί το εάν αποχώρησαν μαζί του οι συνάδελφοι του σε συνδυασμό με τα επαναλαμβανόμενα δεν θυμούμαι σε ερωτήσεις σχετικές με το τι έπραξαν οι άλλοι δύο συνάδελφοι του κατά τον χρόνο που κατ' ισχυρισμόν η Κατηγορουμένη παραδεχόταν ότι πέρασε με κόκκινο, αποδυναμώνει την αξιοπιστία του. Είναι τουλάχιστον μη πειστικό κάποιο πρόσωπο, το όποιο επισκέπτεται σκηνή ατυχήματος, να θυμάται μόνο και κατ' αποκλειστικότητα μια συγκεκριμένη αναφορά και να χωλαίνει η μνήμη του ως προς τις υπόλοιπες περιβάλλουσες συνθήκες και γεγονότα. Έτσι, το γεγονός ότι η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από πολλά «δεν θυμούμαι», σε καίριες ερωτήσεις χωρίς καμία εξήγηση, αποδυναμώνει την αξιόπιστα του. Σχετική είναι η απόφαση Γεωργίου Γεώργιος Ανδρέα ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 10 Εν πάση περιπτώσει, η αδύνατη μνήμη του μάρτυρα δεν πρέπει να επενεργήσει εναντίον της Κατηγορουμένης. Σχετική είναι η απόφαση Γεωργίου Γεώργιος Ανδρέα ν. Αστυνομίας, (ανωτέρω). Η μαρτυρία του ΜΚ3 Ο ΜΚ3, επίσης, δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του βρίθει υπεκφυγών και απάδει της λογικής. Ο ΜΚ 3, ενώ στην κατάθεση του υποστήριξε ότι η Κατηγορουμένη του ανέφερε ότι πέρασε με κόκκινο, στην αντεξέτασή του δήλωσε ότι δεν θυμόταν τη συνομιλία πέραν της πιο πάνω αναφοράς. Επιπλέον, δεν θυμόταν που κατευθύνθηκε μετά που σταμάτησαν στο άτυχα. Δεν θυμόταν, επίσης, ούτε το που βρισκόταν η Κατηγορουμένη κατά τον χρόνο που συνομίλησε μαζί της. Επί του προκειμένου, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η Κατηγορουμένη βρισκόταν στο χώρο του ατυχήματος, χωρίς οποιοδήποτε άλλο προσδιορισμό. Αναμένεται, όμως, από κάποιο πρόσωπο και δη αστυνομικό που κατ΄ ισχυρισμόν μίλησε με κάποιο πρόσωπο εμπλεκόμενο σε ατύχημα να είναι σε θέση να προσδιορίσει με αναφορά στο χώρο του ατυχήματος το πού συνομίλησε μαζί του. Η απάντηση του μάρτυρα, ότι η Κατηγορουμένη βρισκόταν στο χώρο της σκηνής όταν μίλησε μαζί της, συνιστά σαφή προσπάθεια υπεκφυγής. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ3 σχεδόν στερεοτυπικά προέβαλλε την απάντηση «δεν θυμούμαι» σε θέματα που σχετίζονταν με λεπτομέρειες των όσων έλαβαν χώρα κατά τον χρόνο που κατ΄ ισχυρισμόν βρισκόταν στο σημείο και μίλησε με την Κατηγορούμενη. Επιπλέον, ο ΜΚ3 χρησιμοποιούσε την απάντηση «δεν θυμούμαι» σχεδόν σε όλα τα σημεία που κλήθηκε να εξηγήσει τυχόν παραλείψεις του, όπως το γιατί δεν κατέγραψε στην κατάθεσή του τι κατ' ισχυρισμόν του ανέφερε ο έτερος ενεχόμενος οδηγός. Τα πολλά δεν θυμούμαι με τα οποία διάνθισε τη μαρτυρία του ο ΜΚ3, σε καίριες ερωτήσεις χωρίς καμία εξήγηση ή επαρκή δικαιολογία, αποδυναμώνουν την αξιόπιστα του. Εν πάση περιπτώσει, η αδύνατη μνήμη του μάρτυρα δεν πρέπει να επενεργήσει εναντίον της Κατηγορουμένης. Σχετική με τα πιο πάνω είναι η απόφαση Γεωργίου Γεώργιος Ανδρέα ν. Αστυνομίας, (ανωτέρω). Τα πιο πάνω καθιστούν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασισθεί στη μαρτυρία του ΜΚ
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ4 Η μαρτυρία του ΜΚ4 παρουσιάζει τα ίδια κενά με τη μαρτυρία των ΜΚ 2 και
- Ο ΜΚ4 κατέφευγε συνεχώς στην απάντηση «δεν θυμούμαι» σε ρωτήσεις που σχετίζονταν με τις ενέργειες των συναδέλφων του στο χώρο του ατυχήματος. Επιπλέον, η μαρτυρία του ΜΚ4 χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και λογικά κενά. Συγκεκριμένα ο ΜΚ4 στην κατάθεσή του δήλωσε ότι τους ανέφερε η Κατηγορουμένη ότι πέρασε με κόκκινο. Κατά την αντεξέτασή του προσδιόρισε ότι τελικά η Κατηγορουμένη ανέφερε το πιο πάνω στον ΜΚ2, αλλά δεν θυμόταν τον λόγο που δεν προσδιόρισε το πιο πάνω στην κατάθεσή του. Είναι προφανές ότι διαφορετικό νόημα ενέχει η δήλωση ότι η Κατηγορουμένη προέβη προς όλους στην επίδικη αναφορά και διαφορετικό νόημα η τελική θέση του θέση, ότι η Κατηγορουμένη προέβη στην εν λόγω αναφορά προς τον ΜΚ
- Η σχετική παράλειψη του μάρτυρος να επεξηγεί ακριβώς στην κατάθεσή του το τι έγινε δεν έχει επεξηγηθεί επαρκώς. Η προσπάθεια του ΜΚ4 να παρουσιάσει, με την κατάθεση του, μια εικόνα διαφορετική από την πραγματικότητα αποδυναμώνει την εκδοχή του. Επιπρόσθετα και ο ΜΚ4 κατέφευγε επανειλημμένα στην απάντηση «δεν θύμουμαι». Τα πολλά δεν θυμούμαι με τα οποία διάνθισε τη μαρτυρία του ο ΜΚ4 σε καίριες ερωτήσεις, χωρίς καμία εξήγηση ή επαρκή δικαιολογια, αποδυναμώνουν την αξιόπιστα του. Σχετική είναι η απόφαση Γεωργίου Γεώργιος Ανδρέα ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Συνακόλουθα, κρίνω ότι είναι ακροσφαλές να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΚ4 για την εξαγωγή ευρημάτων. Η μαρτυρία του ΜΚ 5 Ο ΜΚ 5 ήταν ο οδηγός του έτερου ενεχομένου οχήματος. Η μαρτυρία του ΜΚ 5 σε κάποια σημεία συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας και δεν έχει αμφισβητηθεί. Συγκεκριμένα το γεγονός ότι δεν είδε το όχημα της Κατηγορουμένης δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης, η θέση του ότι μετά το ατύχημα η Κατηγορουμένη βρισκόταν λιπόθυμη στο όχημά της συνάδει με τη μαρτύρια της ίδια της Κατηγορημένης. Η μαρτυρία του ΜΚ 5, επί του ουσιώδους σημείου χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές. Ο ΜΚ 5 δήλωσε ότι θυμόταν πως η Κατηγορουμένη τον πλησίασε και του ανέφερε ότι η ιδία ευθύνεται για το δυστύχημα. Όμως, παράλληλα δήλωσε ότι ο ίδιος βρισκόταν σε κατάσταση schock. Επιπλέον, σε ερωτήσεις σε σχέση με τον αριθμό των αστυνομικών που βρίσκονταν στη σκηνή ή αν τον πλησίασε οποιοσδήποτε εξ αυτών, απαντούσε ότι δεν θυμόταν, αποδίδοντας την αδυναμία μνήμης του στην κατάσταση shock στην οποία είχε περιέλθει. Το μόνο που θυμόταν ήταν ότι μετά από το ατύχημα η Κατηγορουμένη του ανέφερε ότι φταίει η ίδια. Η πιο πάνω εκδοχή δεν μπορεί να είναι πειστική, αφού δεν συνάδει με τη λογικά αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων, καθότι δεν είναι λογικό κάποιο πρόσωπο να αδυνατεί να θυμηθεί ουσιώδεις λεπτομέρειες των γεγονότων μετά το ατύχημα και να θυμάται μόνο ότι ο άλλος οδηγός παραδέχθηκε ευθύνη. Επιπλέον, υπό τις περιστάσεις, η αδυναμία μνήμης του ΜΚ 5 σε συνδυασμό με την κατάσταση shock που ο ίδιος, ως η δήλωσή του, περιήλθε μετά το ατύχημα, καθιστούν μη πειστική την εκδοχή του, ότι η Κατηγορουμένη του ανέφερε ότι η ίδια φταίει. Άλλωστε, η αδυναμία μνήμης του μάρτυρος δεν μπορεί να λειτουργήσει εναντίον της Κατηγορουμένης. Σχετική είναι η απόφαση Γεωργίου Γεώργιος Ανδρέα ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Επίσης, η μαρτυρία του παρουσιάζει αντιφάσεις, αφού στην κατάθεσή του, έγγραφο Ε, δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με το εάν είδε το όχημα της Κατηγορουμένης. Επίσης, κατά την αντεξέτασή του επέμεινε στην πιο πάνω δήλωση. Κατά την επανεξέτασή του, όμως, προέβαλε τη θέση ότι είδε το όχημα της Κατηγορουμένης αλλά δεν πρόλαβε να σταματήσει. Η προβολή αντιφατικών θέσεων σε διαφορετικά στάδια της μαρτυρίας του ΜΚ5 αποδυναμώνει την αξιοπιστία του. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μόνο μερικώς στη μαρτυρία του ΜΚ
- Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατηγορουμένης Η μαρτυρία της Κατηγορουμένης σε κάποια σημεία δεν έχει αμφισβητηθεί και δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Συγκεκριμένα το γεγονός ότι η ιδία μετά το ατύχημα λιποθύμησε δεν έχει αμφισβητηθεί. Επιπλέον, το γεγονός ότι όλα έγιναν αστραπιαία δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Ταυτόχρονα η θέση της ότι δεν παραδέχτηκε οτιδήποτε στους τρεις αστυνομικούς που έδωσαν μαρτυρία ενώπιόν του Δικαστηρίου δεν αντικρούεται από αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία. Επίσης, η μαρτυρία της δεν μπορεί να αντικρουσθεί από το περιεχόμενου του σχεδιαγραφήματος της σκηνής, αφού όπως έχει κριθεί αυτό δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως δείκτης για την αξιοπιστία της προσαχθείσας μαρτυρίας. Παράλληλα η θέση της ότι πρόσεξε σε απόσταση 20 με 25 πριν τη διασταύρωση ότι ο σηματοδότης έδειχνε πράσινο δεν έχει αντικρουσθεί από αντίθετη μαρτυρία. Όμως η μαρτυρία της ως προς τις ακριβείς συνθήκες του αδικήματος δεν είναι διαφωτιστική, αφού όπως η ιδία δήλωσε ότι όλα έγιναν αστραπιαία. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μόνο μερικώς στη μαρτυρία της Κατηγορουμένης. Ευρήματα Έχοντας υπόψη τη πιο πάνω αξιολόγηση προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 08.03.18 και ώρα 04:00 επεσυνέβη τροχαίο ατύχημα στη διασταύρωση της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με την οδό Λάρνακος στη Λευκωσία, η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το όχημα XXXXX12, το οποίο οδηγούσε η Κατηγορούμενη, και το αυτοκίνητο XXXXX78, το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ
- Το ατύχημα επεσυνέβη εντός της διασταύρωσης. Μετά το ατύχημα ο ΜΚ5 υπέστη "shock" και η Κατηγορουμένη λιποθύμησε. Από τη σύγκρουση των οχημάτων προκλήθηκε ίχνος εκτροπής από το αριστερό και δεξιό μπροστινό ελαστικό του οχήματος που οδηγούσε η Κατηγορουμένη. Στο χώρο βρέθηκαν και οι αστυνομικοί ΜΚ 2, 3 και 4, οι οποίοι τον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν σε περιπολία. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στου ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενό της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018 , ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 8 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας θεσπίζεται στο άρθρο 58 2 δ των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : 58
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις : (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνιμίας ή αρχής τοπικής διοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία ανατέθει δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας αρχής προκύπτει ότι η αμελής πράξη που προσάπτεται στην Κατηγορούμενη είναι ότι αυτή εισήλθε στη διασταύρωση, ενώ ο φωτεινός σηματοδότης, ως η πορεία της έδειχνε κόκκινο. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η κρίση σε σχέση με τα δύο επίδικα αδικήματα είναι αλληλένδετη. Σημειώνεται ευθύς εξ αρχής ότι, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409, ο βαθμός αμέλειας για ένταξη της εκάστοτε συμπεριφοράς στο Άρθρο 8 του Νόμου αρ. 86/72 δεν είναι μεγαλύτερος από την αμέλεια στις αστικές υποθέσεις. Παράλληλα όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης Η έννοια της αμέλειας έχει τύχει ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον επιμέλειας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Παράλληλα, σύμφωνα με τη νομολογία το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215. Είναι προφανές ότι τυχόν μη συμμόρφωση με σήμα τροχαίας και η είσοδος σε φωτοελεγχόμενη διασταύρωση, ενώ δεν επιτρέπεται, συνιστά ενέργεια που είναι εύλογα εμφανές ότι δημιουργεί κίνδυνο στον δρόμο. Έτσι μια τέτοια ενέργεια, εφόσον αποδεδειχθεί, μπορεί να θεμελιώσει αμέλεια. Στην υπό κρίση υπόθεση, όμως, δεν υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορουμένη εισήλθε στη διασταύρωση κατά τον χρόνο που ο φωτεινός σηματοδότης, ως η πορεία της, έδειχνε κόκκινο. Επίσης, τα σχεδιαγράφηματα της σκηνής, Τεκμήρια 1 και 3, όπως έχει κριθεί ανωτέρω, δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως οδηγός για την ιχνηλάτιση των περιστατικών του ατυχήματος. Επομένως, προκύπτει ότι στην υπό κρίση υπόθεση απουσιάζει μαρτυρία που να οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Η απουσία μαρτυρίας ως προς τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος δεν επιτρέπει την καταδίκη. Συνακόλουθα, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ).............................................. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο