← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Μοσφίλη, Αρ. Υπόθεσης: 4401/18, 23/12/2019

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Μοσφίλη, Αρ. Υπόθεσης: 4401/18, 23/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4401/18 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Μοσφίλη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου, 2019 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Π. Σαββίδης Κατηγορούμενος : Παρών. Απόφαση Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μιαν κατηγορία σε σχέση με αμελή οδήγηση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος στις 18.6.2016, στην οδό Αγκαστίνας παρά την είσοδο στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας στη Σια της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX01, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αστυφύλακας 1449 Στάθης Ευσταθίου ΜΚ

  1. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε ως Έγγραφο Α στην κυρίως εξέτασή του την κατάθεσή του. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Ως Τεκμήριο 2 κατάθεσε ψηφιακό δίσκο που φέρει ημερομηνία 04.01.
  2. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 στη σκηνή βρισκόταν ο Κατηγορούμενος, ο οποίος συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο το οποίο του υπεδείχθη. Επίσης, ο Κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή που επ' αυτού. Ακολούθως ο ΜΚ1 κατάθεσε έγγραφο με τίτλο "έγγραφο καταγραφής ζημιών ως Τεκμήριο 4 Α". Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 Β έγγραφο με τίτλο επίσης "έγγραφο καταγραφής ζημιών". Σύμφωνα με τον ΜΚ 1, ο Κατηγορούμενος στη σκηνή του ανέφερε ότι ήθελε να σταματήσει στην άκρη του δρόμου και να κάμει κάποιο τηλέφωνο. Τότε έφυγε το πόδι του από το πατίδι και κινήθηκε το αυτοκίνητο προς τα πίσω. Προσδιόρισε ότι το όχημα του Κατηγορούμενου ήταν φορτηγό όχημα. Σε σχέση με τη φύση του δρόμου απάντησε ότι ο δρόμος στο επίδικο σημείο ήταν κατηφορικός, με μιαν αριστερή στροφή και είναι ο δρόμος που οδηγεί στον αυτοκινητόδρομο. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι επικίνδυνος δρόμος για να κάμει κάποιος εκεί οποιανδήποτε ενέργεια. Εξήγησε ότι η πορεία του δρόμου είναι σύμφωνα με τα βέλη που φαίνονται στο Τεκμήριο
  3. Εξήγησε, επίσης, ότι το όχημα του Κατηγορούμενου κύλησε ενάμιση με δύο μέτρα. Ακολούθως κατάθεσε ως Τεκμήριο 5 κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 27.09.
  4. Επίσης, κατάθεσε κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 18.08.2016, ως Τεκμήριο
  5. Επιπλέον, κατατέθηκε η κατάθεση του XXXXX Ζαχαρίου ημερομηνίας 31.08.2016 ως Τεκμήριο
  6. Η εν λόγω κατάθεση έγινε δεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Περαιτέρω κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 8 η κατάθεση του αστυφύλακα 693 και ως Τεκμήριο 9 η κατάθεση του Λοχία XXX, οι εν λόγω καταθέσεις κατατέθηκαν ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Επιπρόσθετα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10 κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 14.011.
  7. Τέλος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 η κατάθεση του Μάρκου Χρυσάνθου ημερομηνίας 14.11.2016, με ρητή δήλωση των συνήγορων ότι αποδέχονται το περιεχόμενο αυτής ως αληθές. Ακολούθως με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή υποδείχθηκε στους παράγοντες της διαδικασίας, το βίντεο που περιέχεται στο Τεκμήριο
  8. Το εν λόγω βίντεο στο τέταρτο λεπτό δείχνει τη σκηνή του ατυχήματος. Κατά την αντεξέτασή του, υπέδειξε ότι η αναφορά του ως προς το ότι ο οδηγός το έτερου ενεχόμενου οχήματος δεν επηρεαζόταν από την ανατολή του ηλίου, έγινε επειδή σύμφωνα με τις αναφορές του τελευταίου αν αυτός εμποδιζόταν μπορούσε να σταματήσει το όχημά του. Ακολούθως κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12 η κατάθεση του προσώπου ονόματι Παντελής Παντελή ημερομηνίας 17.10.2016, ο οποίος ήταν ο οδηγός του έτερου ενεχόμενου οχήματος. Σε ερώτηση για το εάν κατά τον χρόνο που διενεργούσαν την αναπαράσταση διερεύνησαν τον ισχυρισμό περί επηρεασμού της ορατότητας του άλλου οχήματος, απάντησε ότι διερευνήθηκε. Προσδιόρισε, περαιτέρω, ότι δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή. Συμφώνησε με την υποβολή ότι αν ο οδηγός του οχήματος XXXXX87 είχε ορατότητα 20 μέτρα και αν αυτός κινείτο με ταχύτητα 30 km την ώρα, μπορούσε να αποφύγει την οποιανδήποτε σύγκρουση αν λάμβανε έγκαιρα μέτρα. Εξήγησε ακολούθως ότι συμφώνησε με την πιο πάνω δήλωση στη βάση του ευρήματός του περί της ορατότητας. Δήλωσε ότι σύμφωνα με την εμπειρία του, κανονικά ο οδηγός του άλλου ενεχόμενου οχήματος θα απέφευγε τη σύγκρουση. Αρνήθηκε την υποβολή ότι στο σημείο που έγινε η σύγκρουση ο δρόμος έχει ένα μικρό ποσοστό ανωφέρειας. Σε ερώτηση εάν έχει εύρημα, αν κατ' τον χρόνο της σύγκρουσης σταμάτησε να πηγαίνει προς τα πίσω το όχημα του Κατηγορούμενου, απάντησε πως "όχι". Σε υποβολή ότι το όχημα του Κατηγορούμενου μετακινήθηκε προς τα πίσω το πολύ ένα μέτρο, απάντησε ότι ο ίδιος δεν έχει εντοπίσει τέτοιο εύρημα. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αρχιφύλακας XXXX XXXXX Πετρίδης. Ο ΜΚ 2 ετοίμασε έκθεση πραγματογνωμοσύνης η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Β και υιοθέτησε αυτήν ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Εξήγησε ότι ο ίδιος ετοίμασε το Τεκμήριο
  9. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Παντελή ΜΚ
  10. Ο ΜΚ 3 κατά την κυρίως εξέτασή του, υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  11. Αφού τέθηκε σε λειτουργία το βίντεο που περιέχεται στο Τεκμήριο 2, αναγνώρισε ότι είναι αυτό το βίντεο το οποίο αναφέρει στην κατάθεσή του. Επίσης αναγνώρισε και το όχημα του ιδίου. Δήλωσε ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε τη νταλίκα σε απόσταση μερικών μέτρων. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι είναι επαγγελματίας οδηγός και εργάζεται συνήθως με ωράριο από τις 7:30 το πρωί μέχρι τις 15:
  12. Συμφώνησε ότι το όριο στον δρόμο όπου επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα ήταν 30 km ανά ώρα. Συμφώνησε ακολούθως με την υποβολή του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι το όριο ταχύτητας ήταν 50 km. Ο ίδιος όμως επέμεινε στα όσα ανέφερε στην κατάθεσή του, περί το ότι και να επιδιώκει κάποιος να τρέξει περισσότερο από 30 km δεν μπορεί. Διαφώνησε με την υποβολή ότι είχε ορατότητα πέραν των 20 μέτρων. Διαφώνησε με την υποβολή ότι ο δρόμος είχε κατωφέρεια. Ακολούθως ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία ο ήλιος ήταν τόσο λαμπερός, ώστε να μην έχει επαρκή ορατότητα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι μπορούσε να δει το όχημα του Κατηγορούμενου 20 μέτρα πριν το ατύχημα και θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση. Σημείωσε ότι δεν πρόλαβε να καταλάβει κατά πόσον το όχημα του Κατηγορούμενου ήταν σε κίνηση ή σταματημένο. Συμφώνησε όμως ότι ο ίδιος δεν χρησιμοποίησε τα φρένα του και πως ούτε προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση με ελιγμό. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι μπορούσε να σταματήσει το όχημα του τουλάχιστον 11 μέτρα πριν το όχημα του Κατηγορούμενου. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορούμενου επειδή ήταν απασχολημένος με άλλα θέματα. Επέμεινε ότι ο ίδιος δυσκολευόταν να δει από τον ήλιο, εντούτοις μόλις έκανε τη στροφή χτύπησε πάνω στο φορτηγό. Δήλωσε τέλος ότι αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορούμενου ένα με ενάμιση μέτρο πριν τη σύγκρουση. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέτασή του αναγνώρισε τα Τεκμήρια 5 και 6 και υιοθέτησε το περιεχόμενο αυτών. Εξήγησε ότι την επίδικη ημερομηνία κινείτο με κατεύθυνση από την Σιά προς τον αυτοκινητόδρομο. Στον δρόμο υπήρχαν 4 με 5 αυτοκίνητα μπροστά του. Τότε χτύπησε το τηλέφωνό του και στην προσπάθειά του να το πιάσει του ξέφυγε ο συμπλέκτης (clutch) και το όχημα πρέπει να κατευθύνθηκε προς τα πίσω. Δήλωσε ότι αντιλήφθηκε το λάθος του, σταμάτησε αλλά ήταν ήδη αργά. Όταν το όχημα του ήταν σταματημένο, του χτύπησε από πίσω το επερχόμενο όχημα. Σύμφωνα με τον ίδιο αντιλήφθηκε ότι το όχημα του πήγε ένα με ενάμιση μέτρο προς τα πίσω. Όταν κατάφερε να το σταματήσει ήταν ήδη αργά. Κατά την αντεξέτασή του σε υποβολή ότι μέσα από τις καταθέσεις του προκύπτει ότι είχε αρχίσει να κάμνει ενέργειες για να βγει εκτός λωρίδας, απάντησε πως ναι αλλά δεν μπόρεσε. Εξήγησε ότι δεν μπορούσε να βγει εκτός λωρίδας επειδή είχε αυτοκίνητα μπροστά του. Σε υποβολή ότι στην προσπάθειά του να μπει στη λωρίδα ασφαλείας ξέφυγε το πόδι του από τον συμπλέκτη (clutch), απάντησε ότι οδηγεί 45 χρόνια, είναι επαγγελματίας οδηγός και δεν έχει ούτε έναν βαθμό ποινής. Σε υπόδειξη στο Τεκμήριο 5 στην ένατη γραμμή, απάντησε ότι στην προσπάθειά του να βγει εκτός λωρίδας του ξέφυγε το clutch, επανέλαβε ότι έκανε προσπάθεια αλλά δεν μπορούσε να πάει μπροστά, ούτε να κόψει το τιμόνι του προς τα αριστερά. Σε ερώτηση αν δεν έχει φρένα το όχημά του, απάντησε ότι προσπάθησε αλλά είχε μιαν κακή στιγμή, δεν πρόλαβε να στρίψει αριστερά και να βγει εκτός λωρίδας και μόλις έφυγαν τα αυτοκίνητα ήταν πλέον αργά. Συμφώνησε σε υποβολή ότι όταν οδηγεί κάποιος δεν αφήνει να του ξεφύγουν το clutch ή τα φρένα. Συμφώνησε, επίσης, ότι υπέγραψε το σχέδιο Τεκμήριο
  13. Δήλωσε εντούτοις ότι στο Τεκμήριο 1 το όχημα του σχεδιάστηκε σε λάθος σημείο. Σε ερώτηση ότι την επίδικη ημερομηνία δεν τήρησε τους κανόνες οδήγησης, απάντησε πως αφού χτύπησε το τηλέφωνό του, ό, τι και να έπραττε ήταν λάθος, επανέλαβε ότι το λάθος έγινε σε μια στιγμή που του έφυγε το clutch. Σε υποβολή ότι προσπάθησε να πιάσει το τηλέφωνο γι' αυτό του έφυγε το clutch, απάντησε ότι μπορεί να είναι και έτσι. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προωθώντας ο κάθε ένας τη θέση του. Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος. Πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.
  14. Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.
  15. Στην υπό κρίση υπόθεση κατατέθηκαν και έγιναν δεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τα Τεκμήρια 6, 7, 8 και
  16. Τα εν λόγω Τεκμήρια αφορούν καταθέσεις προσώπων που εμπλάκηκαν στη διαδικασία παραγωγή του ψηφιακού δισκού Τεκμήριο
  17. Επίσης, το Τεκμήριο 11 είναι η κατάθεση του Αστυφύλακα, ο οποίος προέβη στην πρόσαψη της γραπτής κατηγορίας προς τον Κατηγορούμενο. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας

(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ 45. Ως προς τις βιντεοσκοπήσεις έχει κριθεί ότι αυτές μπορούν να κατατεθούν ως πραγματική μαρτυρία. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Ανδρέας Χρίστου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 95/2014, ημερομηνίας 27.5.2015 και Κωνσταντίνου Κώστας ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ
  1. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ 1 Ο ΜΚ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Επίσης, το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του είτε δεν έχει αμφισβητεί είτε συνάδει με τη πραγματική μαρτυρία. Επιπλέον, δεν αμφισβητηθήκαν οι θέσεις του ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη για τη διεύρυνση του ατυχήματος και τη λήψη καταθέσεων από τους εμπλεκόμενους οδηγούς. Επίσης, οι θέσεις του ως προς τον χρόνο και τόπο όπου επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα δεν έχουν αμφισβητηθεί ή αντικρουσθεί. Ιδιαίτερα οι θέσεις του ως προς τον καθορισμού του σημείου Χ και της εκατέρωθεν ορατότητας δεν έχουν αμφισβητηθεί, κατά την αντεξετάση. Επιπλέον, η θέση του ότι ο δρόμος στο σημείο που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα δεν παρουσιάζει ανωφέρεια συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  2. Περαιτέρω, ο μάρτυρας δέχθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί αναφορικά με την απόσταση που ο οδηγός του οχήματος XXXXX87 είχε τη δυνατότητα να σταματήσει. Επιπρόσθετα, σημειώνω, ότι ο ΜΚ1 δεν είναι εμπειρογνώμονας και οι αναφορές του οι οποίες συνιστούν μαρτυρία γνώμης δεν μπορούν να λήφθουν υπόψη. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς την εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Αντίθετα η μαρτυρία του στην έκταση που αφορά εκφορά γνώμης, εφόσον ίδιος δεν κατέθεσε ως πραγματογνώμονας, δεν μπορεί γίνει δεκτή. Αξιολόγηση μαρτυρία ΜΚ2 Ο ΜΚ2 κατέθεσε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης σε σχέση με το Τεκμήριο
  3. Εξήγησε σε αυτή τη μέθοδο μέσω της οποίας παράχθηκε το Τεκμήριο
  4. Ο ΜΚ2 δεν έχει αντεξετασθεί και η μαρτυρία του παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ2 για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων. Παράλληλα ενόψει της μη αμφισβήτησης της μαρτυρίας του προκύπτει ότι το Τεκμήριο 2, εφόσον δεν έχει αμφισβητηθεί η γνησιότητά του, μπορεί να χρησιμεύσει ως πραγματική μαρτυρία. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ3 Η μαρτυρία του ΜΚ3 σε σχέση με τη κατάσταση του δρόμου τον επίδικο χρόνο συνάδει με τη πραγματική μαρτυρία, ήτοι Τεκμήριο 2, αλλά και δεν αντικρούεται με αντίθετη μαρτυρία. Παράλληλα οι υποβολές του συνηγόρου του Κατηγορημένου ότι ο ΜΚ 3 βιαζόταν και ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν πρόσεξε το όχημά του κατηγορουμένου, επειδή ασχολείτο με άλλα πράγματα, εφόσον δεν προσήχθη αντίστοιχη μαρτυρία παρέμειναν αόριστες αναφορές. Επί των ουσιωδών ζητημάτων, όμως, η μαρτυρία του δεν μπορεί να είναι διαφωτιστική. Όπως ο ίδιος δήλωσε τόσο στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 12, όσο και στην αντεξέτασή του, δεν πρόσεξε εάν το όχημα του Κατηγορουμένου κινείτο προς τα πίσω. Ο ίδιος απέδωσε την αποτυχία του αντιληφθεί έγκαιρα το όχημα του Κατηγορουμένου στο ότι εμποδιζόταν η ορατότητά του από τον ήλιο. Η πιο πάνω θέση του, όμως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθότι αντικρούεται από τη μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος προέβη σε αναπαράσταση του ατυχήματος και διαπίστωσε ότι η ορατότητα του ΜΚ3 ανερχόταν στα 20 μέτρα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατηγορουμένου Ο Κατηγορούμενος ήταν διαφωτιστικός ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες ο ίδιος ενήργησε. Τόσο στην κυρίως εξέτασή του όσο και στην αντεξέτασή του δέχθηκε ότι προσπάθησε να απαντήσει το τηλέφωνο του. Στην προσπάθεια του να απαντήσει το τηλέφωνο, του έφυγε ο συμπλέκτης και το όχημα του κινήθηκε προς τα πίσω. Περαιτέρω, με ειλικρίνεια δήλωσε ότι μόλις αντιλήφθηκε το λάθος του ήταν ήδη αργά. Δέχθηκε, επίσης, με ειλικρίνεια ότι προσπάθησε να εξέλθει της λωρίδας του για να απαντήσει το τηλέφωνο, αλλά δεν τα κατάφερε. Επίσης η θέση του ότι το όχημά του κινήθηκε ένα με ενάμιση μέτρο προς τα πίσω δεν αμφισβητήθηκε και συνάδει με τα όσα ο ΜΚ1 ανέφερε. Παράλληλα οι θέσεις του ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες ο ίδιος δεν έλεγξε το όχημα του με αποτέλεσμα αυτό να κινηθεί προς τα πίσω δεν έχουν αμφισβητηθεί. Παράλληλα το γεγονός ότι το όχημά του κινήθηκε προς τα πίσω φαίνεται από το Τεκμήριο
  5. Ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να δικαιολογήσει το γεγονός ότι απέτυχε να εξέλθει της λωρίδας για να απαντήσει το τηλέφωνο, ισχυριζόμενος ότι υπήρχαν αυτοκίνητα μπροστά του. Η θέση του, όμως, ότι ο υπήρχαν 4 με 5 οχήματα μπροστά του δεν επιβεβαιώνεται από την ενώπιόν μου πραγματική μαρτυρία. Συγκεκριμένα το Τεκμήριο 2 δείχνει για περίπου 4 λεπτά, πριν το ατύχημα, τον δρόμο να είναι καθαρός και να μην κινείται οποιοδήποτε όχημα μπροστά από το όχημα του Κατηγορουμένου. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μόνο μερικώς στη μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Ευρήματα Στη βάση των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στις 18.6.2016 περί τις 06:50 στην οδό Αγκαστίνας με κατεύθυνση από Σια προς τη είσοδο στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας Λεμεσού επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Ο δρόμος στο επίδικο σημείο είναι κατηφορικός με μιαν αριστερή στροφή σχετικά απότομη και είναι ο δρόμος, ο οποίος οδηγεί στον αυτοκινητόδρομο. Κατά τον πιο πανω τόπο και χρόνο, ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KWV 401 κτύπησε το τηλέφωνό του. Στην προσπάθεια του Κατηγορούμενου να πιάσει το τηλέφωνο του, ενώ είχε την πρόθεση να εξέλθει του δρόμου για να απαντήσει, απέτυχε να το πράξει και το όχημά του κινήθηκε προς τα πίσω. Συγκεκριμένα ξέφυγε το πόδι από τον συμπλέκτη του οχήματος, με αποτέλεσμα το όχημά του να κινηθεί προς τα πίσω για περίπου 1,5 με 2 μέτρα. Τότε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX83, το οποίο οδηγείτο από τον ΜΚ3 συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του οχήματος του Κατηγορουμένου. Το ατύχημα καταγράφηκε από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο ήταν τοποθετημένο στα υποστατικά εταιρείας που είναι εγκατεστημένη στο σημείο. Το όχημα του Κατηγορουμένου ήταν βαρύ φορτηγό. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στου ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενό της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018 , ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το επίδικο αδίκημα ερείδεται επί του άρθρου 8 του περί μηχανοκίνητων οχημάτων και τροχαίας κίνησης Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Σημειώνεται ευθύς εξ αρχής ότι, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409, ο βαθμός αμέλειας για ένταξη της εκάστοτε συμπεριφοράς στο Άρθρο 8 του Νόμου αρ. 86/72 δεν είναι μεγαλύτερος από την αμέλεια στις αστικές υποθέσεις. Παράλληλα όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Σχετική, επίσης, είναι και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. MC Gill, ECLI:CY:AD:2019:A527, Πολιτική Έφεση 38/2015, ημερομηνίας 18.12.2019. Η έννοια της αμέλειας έχει τύχει ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον επιμέλειας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Παράλληλα, σύμφωνα με τη νομολογία το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R.
  1. Τονίζεται, επίσης, ότι σε ποινική υπόθεση, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Λουκά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 187/18, ημερομηνίας 18.9.
  2. Στην υπό κρίση υπόθεση η οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, αφίσταται από το επίπεδο επιμέλειας που αναμένεται να επιδεικνύει ο μέσος συνετός οδηγός. Συγκεκριμένα, το καθήκον επιμέλειας έκαστου οδηγού επιβάλει, όπως αυτός ελέγχει το όχημά του και δεν το αφήνει να κινηθεί προς τα πίσω ενώσω βρίσκεται σε κίνηση στο οδικό δίκτυο. Επίσης, το καθήκον εξάσκησης δέουσας φροντίδας και προσοχής επιβάλλει σε κάθε οδηγό, όπως μην αποσπάται η προσοχή του από τυχόν κλήσεις που λαμβάνει στο κινητό του και να χάνει εξ' οιασδήποτε αιτίας τον έλεγχο της κίνησης του οχήματός του. Αντίθετα υπό τις περιστάσεις ο Κατηγορούμενος όφειλε να επιχειρούσε να φτάσει το τηλέφωνο του, αφού πρώτα ακινητοποιούσε το όχημά του σε ασφαλές σημείο. Παράλληλα η επιλογή του οποιοδήποτε οδηγού να επιχειρήσει να φτάσει το τηλέφωνό του για να απαντήσει σε κλήση που λαμβάνει, ενώ κινείται εντός του δρόμου, είναι ευλόγα εμφανές ότι μπορεί να δημιουργήσει κίνδυνο στο δρόμο. Συνεπώς, η μη λήψη μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Υπό τα πιο πάνω δεδομένα το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος απέτυχε να ελέγξει το όχημά του με αποτέλεσα αυτό να κινηθεί προς τα πίσω, συνιστά αμέλεια. Συνεπώς, άσχετα με το τι έπραξε ο οδηγός του επερχόμενου οχήματος, η πιο πάνω ενέργεια του Κατηγορουμένου συνιστά αμέλεια εν τη εννοία του άρθρου 8 του Νόμου. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ).............................................. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.