Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Mudiyanselage, Αρ. Υπόθεσης: 4102/19, 3/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4102/19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX XXXXX XXXXX Mudiyanselage Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 03 Δεκεμβρίου, 2019 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κα Σ. Μιχαήλ Κατηγορούμενος : Παρών. Απόφαση Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες πέντε κατηγορίες : 1. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος (αυτοκίνητο, μοτοποδήλατο, μοτοσυκλέτα, τρίκυκλο/τετράτροχο), χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8(Ι), 49
(1)(α), 54 και 59 του Περί Αδείας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκαν από τους Νόμους 60(Ι)/2004, 34(Ι)/2010, 79(Ι)/2012 και τις ΚΔΠ 359/04, 312/07 και 492/
- Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000 και της Κ.Δ.Π. 312/
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος των κατηγοριών Μ1, Ν1, Ν2, Ν3 χωρίς πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας κατά παράβαση των άρθρων 2, 12, 15
(1), 17
(2)και 18 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 108(Ι)/01, 61(Ι)/05, 5(Ι)/07, τις Κ.Δ.Π 449/01, 482/01, 312/07 και του κανονισμού 13 (15ου παραρτήματος) της Κ.Δ.Π 285/
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος η κατάσταση του οποίου και των εξαρτημάτων αυτού, ήταν τοιαύτη ώστε να προκαλεί ή να ενδέχεται να προκαλέσει κίνδυνο σε πρόσωπο εντός του οχήματος ή επ' αυτού ή εντός ή επί ετέρου οχήματος ή επί της οδού, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 50
(12)και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 189/84, το Νόμο 166/87 και την Κ.Δ.Π. 312/
- Οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος του οποίου τα φώτα πέδησης (stop Lights) δεν λειτουργούσαν ταυτόχρονα με την χρήση του συστήματος πέδησης του οχήματος κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 50
(10)(β) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών (ΚΔΠ 66/84) που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72, το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 2.
- 18 στην Λεωφόρο Αρχαγγέλου στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX92, διαπράττοντας τα επίδικα αδικήματα. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικήματων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο Παραδεκτά γεγονότα Σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Αποδείξεως Νόμου, δύναται να γίνει παραδοχή κάποιου γεγονότος για το οποίο θα μπορούσε να δοθεί προφορική μαρτυρία σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, από την Κατηγορούσα Αρχή ή τον Κατηγορούμενο. Στην υπό κρίση υπόθεση δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται στη Κύπρο ως οικιακός βοηθός. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρα τον Αστυφύλακα Ν. Γιάγκου, ως ΜΚ
- Ο ΜΚ1 υπηρετεί στην Τροχαία Λευκωσίας και στις 2.7.2018 εργαζόταν στην τροχαία Λευκωσίας. Ο ΜΚ 1 κατέθεσε ως έγγραφο Α σχετικό αντίγραφο του σχετικού ανακριτικού φακέλου, ο οποίος καταρτίσθηκε στις 03.07.
- Ο ανακριτικός φάκελος αφορά την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη των πέντε επίδικων αδικημάτων. Επιπλέον, ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της διεθνούς άδειας οδήγησης του Κατηγορουμένου και ως Τεκμήριο 2 πιστοποιητικό ασφάλισης σε σχέση με το όχημα KNK
- Σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος στις 2.7.2018 και ώρα 18 :40 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς XXXXX92 στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου στον Στρόβολο, εντός των δημοτικών ορίων Στροβόλου. Ο Κατηγορούμενος ανακόπηκε από τον ΜΚ1 και διαπιστώθηκαν τα αδικήματα επί του κατηγορητηρίου, μέσω του συστήματος αυτόματης αναγνώρισης πινακίδας του οχήματος που οδηγούσε ο ΜΚ
- Ο ΜΚ1 Ο ΜΚ1 κατά τον ουσιώδη χρόνο κινείτο, επίσης, στον δρόμο και βρισκόταν πίσω από το όχημα του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος υπέδειξε στον μάρτυρα διεθνή άδεια οδηγού και ασφάλεια. Επιπλέον, ο ΜΚ1 διενήργησε έλεγχο στα ελαστικά του οχήματος και διαπίστωσε ότι δεν είχαν τις απαιτούμενες αυλακώσεις. Επίσης, ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι τα φώτα πέδησης του οχήματος του Κατηγορουμένου δεν λειτουργούσαν. Επιπρόσθετα, όταν ανέκοψε τον Κατηγορούμενο διαπίστωσε ότι δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι εργάζεται ως Τροχονόμος οκτώ έτη. Περίπου κάθε μήνα διαπιστώνει περί τα 100 αδικήματα. Για όσα αδικήματα ακολουθείται η δικαστική οδός ανοίγεται φάκελος. Εξήγησε ότι ο φάκελος είναι βοηθητικός, ώστε να φρεσκάρεται η μνήμη του. Επέμεινε, επίσης, ότι τα όσα κατέθεσε είναι αληθινά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος δεν τον ξαναείδε ποτέ στο παρελθόν και ότι ήταν προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Προσδιόρισε ότι, όταν ανέκοψε τον Κατηγορούμενο το όχημα του τελευταίου προπορευόταν του δικού του και τον ανέκοψε χρησιμοποιώντας τους φάρους και τις σειρήνες του περιπολικού του. Ακολούθως, αρνήθηκε τις υποβολές ότι τα ελαστικά του οχήματος του Κατηγορουμένου δεν ήταν φθαρμένα και επανέλαβε ότι δεν είχαν τις απαιτούμενες αυλακώσεις. Τόνισε σχετικά ότι στα ελαστικά του επίδικου οχήματος δεν υπήρχαν αυλακώσεις για να μετρήσει. Περαιτέρω, αρνήθηκε την υποβολή ότι οι κατηγορίες είναι ψευδείς και πως προέρχονται από εκδικητικά κίνητρα. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία, έδωσε ένορκη μαρτύρια και αντεξετάσθηκε. Ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι βρίσκεται τα τρία τελευταία χρόνια στην Κύπρο και ότι το επίδικο όχημα είναι δικό του. Δήλωσε, όμως, ότι δεν τον σταμάτησε ποτέ η αστυνομία και ότι η πρώτη φορά που είδε τον ΜΚ1 ήταν κατά την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης. Δήλωσε ότι τον επίδικο χρόνο κατείχε διεθνή άδεια οδήγησης και σχετικό ασφαλιστήριο έγγραφο. Επιπλέον, πάντοτε φέρει ζώνη ασφαλείας, ενώ τα ελαστικά του επίδικου οχήματος τα άλλαξε περί τον Απρίλιο ή Μάιο του
- Επιπρόσθετα το επίδικο όχημα είχε πιστοποιητικό καταλληλότητας και πριν το πωλήσει δεν του αναφέρθηκε ότι είχε κάποιο πρόβλημα με τα ελαστικά και δεν χρειάστηκε να αλλάξει φώτα. Κατά την αντεξέτασή του αρνήθηκε την υποβολή ότι την επίδικη ημερομηνία οδηγούσε το όχημά του στη λεωφόρο Αρχαγγέλου στο Στρόβολο και ότι τον ανέκοψε ο ΜΚ
- Δέχθηκε, όμως, ότι κατά τον έλεγχο των στοιχείων του διαπιστώθηκε από τον ΜΚ1 ότι ήταν οικιακός βοηθός στην Κύπρο. Ακολούθως επανέλαβε τη θέση ότι ουδέποτε τον σταμάτησε ο ΜΚ
- Παράλληλα αρνήθηκε ότι ο ΜΚ1 διαπίστωσε πως δεν λειτουργούσαν τα φώτα πέδησης του οχήματός του και ο ίδιος δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προωθώντας ο κάθε ένας τη θέση του. Παραδεκτά Γεγονότα Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι, γεγονός που δηλώνεται ως παραδεκτό αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο σε ουσιαστικό δεδομένο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Ανδρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 και Ihab Im Sbaih v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 188/2014, ημερομηνίας 17.7.2015. Συνεπώς, το Δικαστήριο εκλαμβάνει ως ουσιαστικά δεδομένα τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία δηλώθηκαν από τους συνηγόρους και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη τη φύση και τη διαδικαστική σημασία των παραδεκτών γεγονότων προχωρώ με αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Παράλληλα τονίζεται ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ
- Επιπλέον, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.
- Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας MK
- O MK1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και συνοχή. Επιπλέον, οι βασικές θέσεις του μάρτυρα υποστηρίζονται από το σύνολο της μαρτυρίας. Συγκεκριμένα η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος, κατά τον έλεγχο των στοιχείων του, παρουσίασε διεθνή άδεια οδήγησης επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 1, το οποίο αποτελεί τη διεθνή άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου. Το πιο πάνω επιβεβαιώνει ότι ο ΜΚ1 ανέκοψε τον Κατηγορούμενο για έλεγχο, αφού δεν θα ήταν δυνατό ο ΜΚ1 να κατασκεύαζε από μόνος του ότι ο Κατηγορούμενος κατείχε διεθνή άδεια οδήγησης και ασφάλεια. Επιπλέον, η θέση του ότι ανέκοψε τον Κατηγορούμενο, επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, ο οποίος δέχθηκε ότι κατά τον χρόνο που ανακόπηκε ανέφερε στον ΜΚ1 ότι ήταν οικιακός βοηθός. Η πιο πάνω δήλωση ουσιαστικά επιβεβαιώνει τη θέση του ΜΚ1 ότι ανέκοψε τον Κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο. Συνεπώς, αποδέχομαι τη θέση του ΜΚ1 ότι ανέκοψε τον Κατηγορούμενο την επίδικη ημερομηνία. Επιπρόσθετα, δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορίες εναντίον του Κατηγορουμένου είναι ψευδείς. Συγκεκριμένα το σύνολο των καταγγελιών προκύπτει μέσα από το ανακριτικό φάκελο, έγγραφο Α, ο οποίος καταρτίσθηκε μια μέρα μετά που ο ΜΚ1 ανέκοψε τον Κατηγορούμενο. Δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι ο ΜΚ1 είχε οποιοδήποτε λόγο να φανταστεί την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Αντίθετα οι σχετικές θέσεις του παρέμειναν σταθερές κατά την αντεξέταση. Επιπλέον, τα αδικήματα των κατηγορίων 3 ,4 και 5 διαπιστώθηκαν από τον ΜΚ1, ο οποίος είναι επαγγελματίας αστυνομικός, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, έτσι ώστε εύλογα να αναμένεται ότι ήταν επικεντρωμένος στον σκοπό που είχε να επιτελέσει. Σχετική είναι η απόφαση Σπανούδη ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας, Ποινική Έφεση 283/19, ημερομηνίας 20.11.
- Επιπρόσθετα η θέση που υπεβλήθη στον ΜΚ1 ότι η καταγγελία εναντίον του Κατηγορουμένου είναι εκδικητική δεν έχει υποστηριχτεί από μαρτυρία ή οποιοδήποτε στοιχείο. Το γεγονός ότι περίπου 10 μέρες μετά ο ΜΚ1 κατήγγειλε εκ νέου τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί ύπαρξης εκδικητικών κινήτρων. Συνακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατηγορουμένου Σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΥ1 παρατηρώ ότι αυτή σε κάποια σημεία της ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε ότι ο ίδιος διαμένει τα τελευταία τρία χρόνια στην Κύπρο και ότι το επίδικο όχημα είναι δικό του. Κατά τα λοιπά η μαρτυρία του ΜΥ1 στερείται πειστικότητας. Συγκεκριμένα, ενώ προσπάθησε να προωθήσει τη θέση ότι ουδέποτε ανακόπηκε, παραδέχθηκε ότι κατά το στάδιο που ανακόπηκε έδωσε τα στοιχεία του στον ΜΚ
- Η προσπάθεια του να παραπλανήσει σε σχέση με το βασικό στοιχείο της υπεράσπισης του δεικνύει την πρόθεσή του να μην πει στο δικαστήριο την αλήθεια. Επίσης, η θέση ότι το όχημα πέρασε από Μ.Ο.Τ και δεν διαπιστώθηκε πρόβλημα με τα ελαστικά ή τα φώτα πέδησης δεν τέθηκε στον ΜΚ1, κατά την ανεντεξέταση, και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Συνεπώς, μπορώ να βασισθώ μόνο μερικώς στη μαρτυρία του Κατηγορουμένου για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω στο ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία τρία χρόνια και εργάζεται ως οικιακός βοηθός. Στις 2.7.2018 και ώρα 18:40 οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αριθμούς εγγραφής XXXXX92 στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου στον Στρόβολο, εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Στροβόλου. Ο Κατηγορούμενος ανακόπηκε από τον ΜΚ1, ο οποίος βρισκόταν σε περιπολία. Ο ΜΚ1 κατά τον ουσιώδη χρόνο κινείτο, επίσης, στον δρόμο και βρισκόταν πίσω από το όχημα του Κατηγορουμένου. Κατά τον έλεγχο των στοιχείων του Κατηγορουμένου διαπιστώθηκε ότι αυτός ήταν κάτοχος διεθνούς άδειας οδήγησης. Επίσης, ήταν κάτοχος του ασφαλιστηρίου εγγράφου Τεκμήριο
- Στο Τεκμήριο 2 καταγράφεται ρητά ότι το ασφαλιστήριο ισχύει νοουμένου ότι ο δικαιούχος κατέχει ή κατείχε ή δεν έχει στερηθεί του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης. Επιπλέον, καταγράφεται ότι η έννοια του όρου άδεια οδήγησης είναι αυτή που καταγράφεται στον Νόμο. Περαιτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ1 διενήργησε έλεγχο στα ελαστικά του επίδικου οχήματος και διαπίστωσε ότι αυτά δεν είχαν αυλακώσεις. Επίσης, ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι τα φώτα πέδησης του οχήματος του Κατηγορουμένου δεν λειτουργούσαν. Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο που ανακόπηκε δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στου ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Στις περιπτώσεις, όμως, όπου παρεμπίπτοντα θέματα βρίσκονται κατεξοχήν, ιδιαζόντως ή αποκλειστικώς στη σφαίρα γνώσης του κατηγορούμενου, το βάρος απόδειξης μπορεί να μετατεθεί σε αυτόν. Κλασσική περίπτωση εφαρμογής του πιο πάνω κανόνα είναι, όταν συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη θεσπίζει ποινικό αδίκημα, το οποίο δεν διαπράττεται εάν ο Κατηγορούμενος κατέχει σχετική άδεια ή προσόν. Σε τέτοιες περιπτώσεις το επίπεδο απόδειξης βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση σελ.179 και στην απόφαση Ζυπιτής Κώστας και Άλλος ν. Αστυνομίας και Άλλου,
(2003)2 Α.Α.Δ. 220. Ιδίως δε ως προς την υποχρέωση του Κατηγορουμένου να αποδείξει το γεγονός της ύπαρξης σε ισχύ ασφαλιστηρίου εγγράφου παραπέμπω στην απόφαση Leathly v. Drummond, Leathly v. Irving
(1972)RTR 29 και στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences 27η έκδοση, 1ος τόμος, σελ. 750, παράγραφος 10.
- Εν πάση περιπτώσει, είτε μετατίθεται το βάρος απόδειξης είτε όχι, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.
- Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας θεσπίζεται στο άρθρο 49 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : 1) Πρόσωπο το οποίο- (α) Οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή έχει τον έλεγχο τέτοιου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς τούτο να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου· ή ............................... είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής. Επίδικο στην παρούσα είναι το κατά πόσο το Τεκμήριο 1, διεθνής άδεια οδήγησης, συνιστά ισχύουσα άδεια οδήγησης για σκοπούς του Νόμου. Το πιο πάνω ζήτημα επιλύεται από τα άρθρα 45 και 20 του εν λόγω Νόμου. Συγκεκριμένα το άρθρο 45 του εν λόγω Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα : 45.—
(1)Πρόσωπο που επισκέπτεται προσωρινά τη Δημοκρατία και κατέχει ισχύουσα διεθνή άδεια οδήγησης, η οποία έχει εκδοθεί σε χώρα του εξωτερικού σύμφωνα με τις πρόνοιες διεθνούς σύμβασης όπως αναφέρεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 43, δικαιούται να οδηγεί στη Δημοκρατία κατά τη διάρκεια της παραμονής του σε αυτή και νοουμένου ότι η διεθνής άδεια οδήγησης παραμένει σε ισχύ.
(2)Πρόσωπο που επισκέπτεται προσωρινά τη Δημοκρατία για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τις 30 ημέρες και κατέχει έγκυρη και ισχύουσα άδεια οδήγησης, που έχει εκδοθεί σε χώρα του εξωτερικού σύμφωνα με τους νόμους της χώρας αυτής, δικαιούται να οδηγεί στη Δημοκρατία κατά τη διάρκεια της παραμονής του σε αυτή και νοουμένου ότι η άδεια οδήγησης που έχει εκδοθεί σε χώρα του εξωτερικού παραμένει σε ισχύ: Νοείται ότι επισκέπτης που κατέχει άδεια οδήγησης κατά τα αναφερόμενα στο παρόν άρθρο, δικαιούται να οδηγεί στη Δημοκρατία όχημα μόνο της κατηγορίας ή του τύπου που δικαιούται να οδηγήσει δυνάμει της άδειας αυτής στη χώρα έκδοσης της. Σχετική, επίσης, είναι η διάταξη του άρθρου 20 του ίδιου Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Ο Έφορος μπορεί, με γνωστοποίησή του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να αναγνωρίσει άδεια οδήγησης ή άδεια οδήγησης μαθητευομένου που εκδίδεται από αρμόδια αρχή οποιασδήποτε χώρας, για το χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε ισχύ και, σε κάθε περίπτωση, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, αν πεισθεί ότι οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια που τίθενται από τη νομοθεσία της συγκεκριμένης χώρας για τη χορήγηση της άδειας δεν υστερούν των αντίστοιχων προϋποθέσεων και κριτηρίων που τίθενται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.» Το άρθρο 20 σε αντίθεση με το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου, το οποίο αφορά την αναγνώριση άδειών οδήγησης κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν προνοεί για αυτόματη ή αυτοδίκαιη αναγνώριση της άδειας οδήγησης, η οποία εκδίδεται από τρίτο κράτος. Από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις προκύπτει ότι πρόσωπο, το οποίο βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία υπό την ιδιότητα του επισκέπτη, μπορεί να οδηγεί με διεθνή άδεια οδήγησης. Επίσης, ο Έφορος μπορεί με γνωστοποίησή του να αναγνωρίσει άδεια οδήγησης που εκδίδεται από αρμόδια αρχή τρίτης χώρας για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει του έξι μήνες. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία τρία χρόνια μόνιμα και εργάζεται ως οικιακός βοηθός. Συνεπώς, ο Κατηγορημένος δεν βρίσκεται στην Κύπρο υπό το καθεστώς του επισκέπτη, ούτε προκύπτει ότι επισκέφθηκε την Κύπρο ως τέτοιος. Επιπλέον, ούτε κατά τον χρόνο που ανακόπηκε βρισκόταν στην Κύπρο ως επισκέπτης. Παρά ταύτα ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο που ανακόπηκε κατείχε άδεια οδήγησης εκδοθείσα από τη Δημοκρατία της Σρι Λάνκα με ημερομηνία έκδοσης την 27.11.2017 και διάρκεια ένα έτος. Όμως, δεν προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία ότι ο Έφορος εξέδωσε γνωστοποίηση με την οποία αναγνωριζόταν η επίδικη άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου τους τελευταίους έξι μήνες πριν αυτός καταγγελθεί. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι η επίδικη άδεια Τεκμήριο 1 δεν συνιστά άδεια εν ισχύ σύμφωνα με την έννοια του Νόμου. Επομένως, ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο δεν κατείχε ισχύουσα άδεια οδήγησης και ως εκ τούτου κρίνεται ένοχος στην πρώτη Κατηγορία. Το αδίκημα της δεύτερης Κατηγορίας Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας θεσπίζεται στο άρθρο 3 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, το όποιο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού». Από το λεκτικό της εν λόγω νομοθετικής διάταξης, προκύπτει ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ σχετικό ασφαλιστήριο αναφορικά με ευθύνη έναντι τρίτου. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο Νόμος ποινικοποιεί συγκεκριμένη συμπεριφορά, η οποία δεν συνιστά αδίκημα όταν υφίσταται σε ισχύ σχετικό πιστοποιητικό ασφάλισης. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι κατά τον έλεγχο των στοιχείων του, ο Κατηγορούμενος υπέδειξε το Τεκμήριο 2, ως ασφαλιστήριο έγγραφο που κάλυπτε την ευθύνη του έναντι τρίτου. Από μελέτη του Τεκμηρίου 2 προκύπτει ότι το εν λόγω ασφαλιστήριο ισχύει υπό τον όρο ότι το πρόσωπο που οδηγεί κατέχει άδεια οδήγησης. Το επίδικο ασφαλιστήριο παραπέμπει ως προς την έννοια του όρου άδεια οδήγησης γενικά και αόριστα στον Νόμο. Αναδύεται, συνεπώς, η ανάγκη να ερμηνευθεί το σχετικός όρος του επιδίκου ασφαλιστηρίου. Παρά το ότι δεν κατατέθηκε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, οι αναγκαίες πληροφορίες μπορούν να εξαχθούν από το πιστοποιητικό ασφάλισης. Μα τέτοια προσέγγιση είναι αποδεκτή σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 9η έκδοση, σελ. 366. Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση, 1ος τόμος, σελ. 734 παράγραφος 10.22, υπό τον τίτλο Driving License Condition, αναφέρονται τα ακόλουθα: «A common form of policy allows driving, with the permission of the insured person, by any person, 'who holds or has held a driving license' and is not disqualified, or any person 'who holds or has held a driving license. With that form of wording, if the driver has once held a driving license he will be coverd even though it may have expired and even though it was only provisional. A driving license would normally include a provisional driving license.» Παρόμοιο ζήτημα εξετάσθηκε στην απόφαση Skapoulos v. The Police
(1963)1 CLR 96. Στην εν λόγω απόφαση πρωτόδικα ο Κατηγορούμενος είχε κριθεί ένοχος στο αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι πρόσωπο που κατά το παρελθόν ήταν κάτοχος μαθητικής άδειας οδηγήσεως, η οποία ήταν ληγμένη κατά το χρόνο που χρησιμοποιήθηκε το μηχανοκίνητο όχημα καλυπτόταν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Ιδίως ως προς το ζήτημα της κατοχής άδειας οδήγησης, η οποία εκδόθηκε στην αλλοδαπή ή είναι διεθνής άδεια οδήγησης στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση, 1ος τόμος, σελ. 735 παράγραφος 10.22, καταγράφεται η θέση ότι ο όρος «κατέχει άδεια οδήγησης» περιλαμβάνει αλλοδαπή άδεια οδήγησης καθώς και διεθνή άδεια οδήγησης, εκτός και εάν προκύπτει από τους όρους της άδειας ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η πιο πάνω θέση συνάδει με το σκεπτικό της απόφασης Skapoulos ( ανωτέρω), αφού και το πρόσωπο που κατέχει αλλοδαπή άδεια οδήγησης σημαίνει ότι κάποια στιγμή στο παρελθόν ή στο κράτος έκδοσης αυτής κατείχε σχετική άδεια. Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο όρος για κατοχή άδειας οδήγησης ως προϋπόθεση ισχύος του ασφαλιστήριου εγγράφου πρέπει να ερμηνεύεται με ευρύ τρόπο και δεν περιορίζεται στην έννοια της έγκυρης άδειας οδήγησης. Επίσης, σε περίπτωση ασάφειας ή αμφιβολίας αυτή πρέπει να επενεργεί προς όφελος του Κατηγορουμένου. Έτσι η γενική και αόριστη παραπομπή στο ασφαλιστήριο ότι η έννοια του όρου άδεια οδήγησης είναι αυτή που προσδίδεται στον Νόμο, χωρίς οποιασδήποτε διευκρίνηση ή αναφορά σε συγκεκριμένο Νόμο, δεν πρέπει να ερμηνευθεί εναντίον του Κατηγορουμένου. Συνακόλουθα η άδεια οδήγησης, Τεκμήριο 1, κρίνεται ότι αποτελεί άδεια οδήγησης για σκοπούς του επίδικου πιστοποιητικού ασφάλισης. Εφόσον, λοιπόν, ο Κατηγορούμενος κατείχε άδεια οδήγησης για σκοπούς του επίδικου πιστοποιητικού ασφάλισης έπεται ότι αυτό ήταν έγκυρο και σε ισχύ. Συνακόλουθα ο Κατηγορημένος αθωώνεται και απαλλάσσεται στη δεύτερη κατηγορία. Το αδίκημα της τρίτης Κατηγορίας Το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας θεσπίζεται στα άρθρα 15 και 17
(2)του περί οδικής ασφάλειας Νόμου, ως αυτός έχει τροποποιηθεί. Τα εν λόγω άρθρα διαλαμβάνουν τα ακόλουθα : 15
(1)Οι επιβαίνοντες σε οχήματα των κατηγοριών M1, N1, N2 και N3, τα οποία είναι σε χρήση, χρησιμοποιούν τα συστήματα ασφάλειας που είναι εγκαταστημένα στα οχήματα και που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο. 17
(2)Πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 και των άρθρων 15Α και 15Β, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες ή σε αμφότερες τις ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε ότι το όχημα του Κατηγορουμένου εμπίπτει στη κατηγορία των οχημάτων που περιγράφει ο Νόμος. Το μόνο που αμφισβητήθηκε ήταν ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Από την αξιόπιστη ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει, όμως, ότι κατά τον χρόνο που ανακόπηκε ο Κατηγορούμενος, αυτός δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην τρίτη κατηγορία. Το αδίκημα της τέταρτης Κατηγορίας Ως προς το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος κατηγορείται στη βάση του άρθρου 50
(12)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Η κατάστασις παντός μηχανοκινήτου οχήματος ως και απάντων των εξαρτημάτων αυτού δέον όπως είναι τοιαύτη ώστε να μη προκαλή ή να ενδέχεται να προκαλέση κίνδυνον εις οιονδήποτε εν τω οχήματι ή επ' αυτού ευρισκόμενον πρόσωπον ή εις πρόσωπον εντός ή επί ετέρου οχήματος ή επί της οδού.» Στην υπό κρίση υπόθεση η Κατηγορούσα αρχή προσδιόρισε ότι το επίδικο όχημα οδηγείτο με φθαρμένα ελαστικά. Το άρθρο 50
(5), των εν λόγω κανονισμών, επιβάλλει όπως τα ελαστικά που είναι προσαρμοσμένα πάνω σε οποιοδήποτε όχημα των Κατηγοριών Μ1, Ν1, Ο1, και Ο2 να έχουν, καθ' όλη τη διάρκεια της χρήσης του οχήματος πάνω σε οποιαδήποτε οδό, πρωτεύουσες αυλακώσεις στο πέλμα τους βάθους τουλάχιστον 1,6 χιλιοστομέτρων. Μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιόν μου, προκύπτει ότι το επίδικο όχημα οδηγείτο με ελαστικά τα οποία ήταν φθαρμένα και δεν είχαν καθόλου αυλακώσεις. Συνεπώς, προκύπτει ότι το όχημα οδηγείτο με εξαρτήματα, ήτοι ελαστικά, η κατάσταση των οποίων δεν ήταν καλή. Προφανές, επίσης, είναι ότι όχημα που οδηγείτο σε αυτή την κατάσταση ενδέχετο να προκαλέσει κίνδυνο στον δρόμο. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην τέταρτη κατηγορία. Το αδίκημα της πέμπτης Κατηγορίας Το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας θεσπίζεται από το άρθρο 50
(10)β των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : εξαιρουμένων των μοτοσυκλεττών και των μοτοποδηλάτων τα οποία πρέπει να είναι εφοδιασμένα με ένα τουλάχιστον φανάρι ερυθρού χρώματος στο πίσω μέρος τους για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παρούσα υποπαράγραφο, παν μηχανοκίνητον όχημα και παν ρυμουλκούμενον τοιούτον προσηρτημένον εις άλλο όχημα, δέον όπως είναι εφωδιασμένον διά δύο τουλάχιστον φανών, χρώματος ερυθρού εις το οπίσθιον μέρος του οχήματος, λειτουργούντων άμα τη χρήσει του συστήματος πεδήσεως του οχήματος (STOP LIGHT), ενός εκάστου φανού τοποθετημένου εφ' εκατέρας των οπισθίων πλευρών αυτού. Ει περίπτωσιν κατά την οποίαν οι φανοί είναι ενσωματωμένοι είτε συνεδεδυασμένοι μετά των οπισθίων ερυθρών φανών του οχήματος, η έντασις του εκπεμπομένου υπ' αυτών φωτός δέον όπως είναι μεγαλύτερα της συνήθους εκπεμπομένης υπό των οπισθίων φανών· Στην υπό κρίση υπόθεση σύμφωνα με την αξιόπιστη ενώπιόν μου μαρτυρία, στο όχημα του Κατηγορουμένου δεν λειτουργούσαν τα φώτα πέδησης. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πέμπτη Κατηγορία. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου , Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο