← Κύπρος

P. P. EUROPEAN CONSULTANTS LTD ν. ΚΩΣΤΑΠΠΗΣ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 1464/2016, 13/2/2019

P. P. EUROPEAN CONSULTANTS LTD ν. ΚΩΣΤΑΠΠΗΣ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 1464/2016, 13/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 1464/2016 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: P. P. EUROPEAN CONSULTANTS LTD Παραπονούμενη -εναντίον-

  1. ***** ΚΩΣΤΑΠΠΗΣ
  2. ***** ΚΩΣΤΑΠΠΗΣ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 13/02/2019 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: Κολοκασίδης, Χατζηπιερής Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κ. Χρίστος Αλεξάνδρου) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: .......................) Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Χρίστος Γαβριηλίδης (Κατά την δίκη: κ. Χρίστος Γαβριηλίδης) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: .......................) Κατηγορούμενοι 1 και 2, Παρόντες ---------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Για να δύναται ιδιώτης, να καταχωρήσει ποινική δίωξη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, για πράξη, που σύμφωνα με τον Νόμο, τιμωρείται ποινικά, πρέπει να καταδείξει ότι, από αυτήν, θίγονται / επηρεάζονται / βλάπτονται «άμεσα» τα δικαιώματα του («the right to prosecute vests only in the victim of crime», βλ. Ttofinis v Theocharides a. a.

(1983)2 C.L.R. 363) (βλ. επίσης, Δημοσθένους ν Τύχωνος
(2013)2 Α.Α.Δ. 22, Αννα Γιαννή κ. α. ν Chrigesa Constructions & Developments Ltd κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 110/15, 05/04/2017, Χριστίνα Ρασποπουλου ν Θεοδωρα Μακρη, Πoινική Έφεση Αρ. 287/2015, 11/05/2017). Όπως έχει δε επεξηγηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, με αναφορά στην Ttofinis v Theocharides a. a.
(1983)2 C.L.R. 363 ανωτέρω, και επαναβεβαιώθηκε στην υπόθεση Αννα Γιαννή κ. α. ν Chrigesa Constructions & Developments Ltd κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 110/15, 05/04/2017, το «ιδιωτικό δικαίωμα δίωξης, συμβολίζει το κοινό συμφέρον των παθόντων να καταφύγουν στην ποινική διαδικασία, για την αυτοπροστασία τους.». Ως διαφορετικά εκφράστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Απεια Λτδ ν Sirocco Estates Co Ltd κ. α.
(1997)2 Α.Α.Δ. 434: «Δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν έχουν όλοι οι πολίτες. Το διατηρούν μόνο τα θύματα του συγκεκριμένου αδικήματος.» (βλ. επίσης, Δημοσθένους ν Τύχωνος
(2013)2 Α.Α.Δ. 22). Παρά το γεγονός ότι, κατά καιρούς, η χρήση της ιδιωτικής ποινικής δίωξης, ή καλύτερα, η κατάχρηση της από πλευράς ιδιωτών, ή η απουσία του δημοσίου από την δίωξη κατ' ισχυρισμό παραβατών για σοβαρά ποινικά αδικήματα, έχει προβληματίσει ακόμη και το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Μιχαηλίδου κ. α. ν Societe Generale Bank - Cyprus Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2016, 10/09/2018, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Ανδρέου, Ποινική Έφεση Αρ. 84/2015, 03/02/2016, Σαρρής κ. α. ν C. & R. Undersea Adventures Co Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 1722, Γιάλλουρου ν Οδοντοτεχνιού Εργαστηρίου Γ. Α. Βαριάνος Λτδ κ. α.
(2007)2 Α.Α.Δ. 151, Re L.C.A. Domiki Ltd, Ποινική ECLI:CY:AD:2018:D424, Αίτηση Αρ. 14/2018, 02/10/2018 (Ναθαναήλ, Δ. Α. Δ.), Re Αγγελίδης, Πολιτική Αίτηση Αρ. 17/2018, 06/12/2018 (Π. Παναγή, Δ. Α. Δ.)), το δικαίωμα είναι κατοχυρωμένο και αν το προαναφερόμενο στοιχείο, του «άμεσου επηρεασμού δικαιωμάτων», καταδειχθεί, σύμφωνα με την νομολογία, τα οποιαδήποτε άλλα ελατήρια του ιδιώτη κατήγορου, είναι ζήτημα άσχετο για το Δικαστήριο (βλ. Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, Charilaoy Bros Ltd v Magnior Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 70/2014, 20/05/2015, Μ.Α.Ν.Ι. Παναγιώτου Λτδ. ν Plyntex Public Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 11/2015, 11/09/2017). Σε κάθε περίπτωση, όπως προσφάτως έχει επισημανθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Andreas Sophocleous & Sons Ltd v Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 109/2015, 06/12/2017, ένας ιδιώτης κατήγορος, είναι ισότιμος ενός δημόσιου κατήγορου, καθότι, διαφορετική αντιμετώπισης του ζητήματος, θα σήμαινε «βλάβη προς το δικαίωμα κατηγορουμένου ο οποίος αντιμετωπίζει ιδιωτική ποινική δίωξη και άνιση εφαρμογή του Νόμου». Όπως μάλιστα τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση, και μάλιστα ομόφωνα, δια της έντιμης Δ. Α. Δ., Δ. Μιχαηλίδου που εξέδωσε την απόφαση του Εφετείου, «τόσο οι πρόνοιες του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όσο και οι γενικές αρχές δικαίου, τυγχάνουν ενιαίας εφαρμογής σε κάθε περίπτωση.» (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου). Στην προκείμενη περίπτωση, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, χωρίς καθυστέρηση, ζήτησαν, μέσω του δικηγόρου υπεράσπισης τους, πρόσβαση στα ουσιώδη έγγραφα, που, κατά την Παραπονούμενη, είναι σχετικά με την υπόθεση αυτή και το κατηγορητήριο τους, και τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της, και δη την λήψη αντιγράφων τους, ώστε να προετοιμαστούν για την ακρόαση της υπόθεσης και την υπεράσπιση τους. Η Παραπονούμενη, ως είναι παραδεκτό, αρνήθηκε να ικανοποιήσει την προαναφερόμενη απαίτηση των Κατηγορουμένων 1 και 2, με αποτέλεσμα, αυτή να αποτελέσει αντικείμενο του υπό κρίση αιτήματος τους προς το Δικαστήριο, ήτοι, έκδοσης διαταγής εξαναγκασμού της Παραπονουμένης να το πράξει. Το αίτημα των Κατηγορουμένων 1 και 2, βασίστηκε, ουσιαστικά, στις πρόνοιες του Άρθρου 7[
(4)και
(5)] του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο προνοεί τα εξής: «7.
(1)Πρόσωπο, το οποίο συλλαμβάνεται και κρατείται, δικαιούται να ζητήσει όπως χορηγηθεί εγκαίρως στο ίδιο ή το δικηγόρο του πρόσβαση στα ουσιώδη έγγραφα, που είναι σχετικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση και βρίσκονται στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής και τα οποία είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική αμφισβήτηση της νομιμότητας της σύλληψης και της κράτησής του. Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου «ουσιώδη έγγραφα» θεωρούνται το αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης και κράτησης και το αντίγραφο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης βάσει των οποίων εκδόθηκε το ένταλμα.
(2)Όταν κλήση ή ένταλμα που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 44 του παρόντος Νόμου επιδοθεί στον κατηγορούμενο, αυτός δικαιούται με γραπτό αίτημά του προς την κατηγορούσα αρχή να έχει δωρεάν πρόσβαση στις καταθέσεις και τα έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η προετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορουμένου: Νοείται ότι, εφόσον, περιέλθει στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής νέο υλικό, το οποίο αυτή προτίθεται να χρησιμοποιήσει στη διαδικασία, παραχωρείται στον κατηγορούμενο περαιτέρω πρόσβαση στο υλικό αυτό.
(3)Σε περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος αιτείται γραπτώς την παροχή αντιγράφων τέτοιου υλικού, καταβάλλεται το τέλος, το οποίο καθορίζεται εκάστοτε από τον Αρχηγό Αστυνομίας, με την έγκριση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.
(4)Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου
(2), εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των εγγράφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου, ή στην περίπτωση που τέτοια άρνηση θεωρείται απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, ή που η πρόσβαση ενδέχεται να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια της Δημοκρατίας.
(5)Σε περίπτωση κατά την οποία δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(4)η κατηγορούσα αρχή δεν παρέχει στον κατηγορούμενο πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των έγγραφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αυτός δύναται κατά την πρώτη δικάσιμο της υπόθεσής του να ζητήσει από το εκδικάζον δικαστήριο να εξετάσει τους λόγους της άρνησης αυτής και να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει πρέπον. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, στον όρο «αντίγραφο» περιλαμβάνονται φωτοαντίγραφα των καταθέσεων και των εγγράφων στην κατάσταση στην οποία αυτά βρίσκονται.». Η Παραπονούμενη, αν και δια του συνηγόρου υπεράσπισης της, δήλωσε ότι, πρόθεση της, δεν είναι, σε καμία περίπτωση, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 να μην τύχουν δίκαιης δίκης, έφερε ένσταση στο αίτημα των Κατηγορουμένων 1 και 2, επικαλούμενη, ακριβώς, τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 7[
(4)και
(5)] του Κεφ. 155 που βασίζονται για το αίτημα τους, και υποστήριξε ότι, στις διατάξεις του, απουσιάζει οποιαδήποτε πρόνοια που θα μπορούσε να δικαιολογήσει εφαρμογή του στα πλαίσια ιδιωτικής ποινικής δίωξης, αφής στιγμής, σε αυτό, γίνεται αναφορά σε «καταθέσεις και έγγραφα που λήφθηκαν κατά την διερεύνηση της υπόθεσης», και στην προκείμενη περίπτωση, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής δίωξης, δεν υπήρξε διερεύνηση της υπόθεσης και λήψης καταθέσεων ή και εγγράφων στα πλαίσια μιας τέτοιας διερεύνησης από «ανακριτή» ως ορίζεται από το Άρθρο 4 του Κεφ.
  1. Το προαναφερόμενο Άρθρο 7 του Κεφ. 155, πρόσθεσε ο συνήγορος της Παραπονουμένης αγορεύοντας για το ζήτημα, αποτελεί διάταξη του Μέρους ΙΙ του Κεφ. 155, που επιγράφεται «Ανάκριση Ποινικών Αδικημάτων Και Διαδικασία Πριν Από Τη Δίωξη», οπόταν είναι ξεκάθαρο ότι, στην απουσία, στην προκείμενη περίπτωση [ιδιωτικής ποινικής δίωξης], «ανακριτή» και «ανάκρισης πριν από τη δίωξη», ελλείπει το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο από το οποίο να αντλεί έρεισμα το υποβληθέν αίτημα των Κατηγορουμένων 1 και
  2. Ένεκα ακριβώς τούτου, πρόσθεσε, το Δικαστήριο δεν έχει σύμφυτη εξουσία αντιμετώπισης του ζητήματος διαφορετικά. Το ζήτημα αυτό, πρέπει ευθύς εξαρχής να σημειωθεί, ότι, απασχολεί πολύ συχνά τα Δικαστήρια, στο πρόγραμμα εργασίας των οποίων είναι η εκδίκασης ιδιωτικών ποινικών διώξεων. Έφτασε μάλιστα, μέχρι και το Ανώτατο Δικαστήριο, όταν, σχετικά πρόσφατα, σε υπόθεση όπου κατήγορος ήταν ο Έφορος Φορολογίας, ήτοι, στην Εστιατόριο Χρύσανθος Παφίτης Λτδ κ. α. ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Πoινική Έφεση Αρ.184/2013, 24/05/2016, -υπόθεσης, σε ότι αφορά την οποία, αν και δεν λογίζεται ιδιωτική ποινική δίωξης, πρέπει να σημειωθεί, επίσης δεν είχε προηγηθεί της δίωξης των εφεσειόντων / κατηγορουμένων, ανάκρισης από ανακριτή, για λήψη καταθέσεων ή και εγγράφων-, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε, σε ότι αφορά τις πρόνοιες του Άρθρου 7 του Κεφ. 155 και την εφαρμογή του, τα εξής: «Η υποχρέωση παράδοσης έγγραφου μαρτυρικού υλικού από την κατηγορούσα αρχή εκ του άρθρου 7 της Ποινικής Δικονομίας, εναρμονίζεται πλήρως με τη συνταγματική επιταγή εκ του Άρθρου 12.5 του Συντάγματος το οποίο επιτάσσει ότι πρέπει να γνωστοποιούνται στον κατηγορούμενο λεπτομερώς μεταξύ άλλων το μαρτυρικό υλικό στο οποίο θεμελιώνεται η κατηγορία. Συμβαδίζει δε απόλυτα η αρχή αυτή με τις νομολογιακές κατευθύνσεις από τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ. (βλ. Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, υπό Γ.Μ.Πική, 2η αναθεωρημένη έκδοση, σελ.161-164).». Αν και στην προαναφερόμενη υπόθεση, το Ανώτατο Διακστήριο, δια της έντιμης, Δ. Α. Δ. Ψαρά-Μιλτιάδου, επεσήμανε την υπό συζήτηση υποχρέωση του Κατήγορου, προχώρησε στο να εξετάσει κατά πόσο υπήρξε παραβίασης του δικαιώματος των εφεσειόντων / κατηγορουμένων από παράλειψη του εφεσίβλητου / κατήγορου να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του Άρθρου 7 του Κεφ. 155, και να δώσει αρνητική απάντηση, στην βάση της αρχής ότι, «η δικαιότητα της δίκης δεν κρίνεται αφηρημένα, ούτε και αποσπασματικά. Πρέπει να καταδειχθεί ότι πράγματι ένα πρόσωπο έχει επηρεαστεί δυσμενώς και μόνο τότε η καταδίκη ακυρώνεται», αφής στιγμής, δεν είχε, στην εν λόγω περίπτωση, θεμελιωθεί από πλευράς εφεσειόντων / κατηγορουμένων, δυσμενής επηρεασμός [ένεκα της παράλειψης] που θα μπορούσε να δικαιολογήσει ακύρωση της καταδίκης τους από το Εφετείο. Θεωρώ, ότι, το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις προαναφερόμενες αποφάσεις του στις υποθέσεις Andreas Sophocleous & Sons Ltd v Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 109/2015, 06/12/2017 και Εστιατόριο Χρύσανθος Παφίτης Λτδ κ. α. ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Πoινική Έφεση Αρ.184/2013, 24/05/2016, καθιστά ξεκάθαρο ότι, ο Κατήγορος, σε κάθε ποινική υπόθεση, είτε αυτός είναι ιδιώτης, είτε του δημοσίου, έχει υποχρέωση, και αυτό επειδή αποτελεί δικαίωμα του κατηγορουμένου, αποκάλυψης των ουσιωδών εγγράφων, που είναι σχετικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση και το κατηγορητήριο, και τα οποία βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του. Νοουμένου φυσικά, πάντοτε, ότι, ο κατηγορούμενος, θα απαιτήσει από τον κατήγορο, χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση πριν την κλήση της υπόθεσης για την ακρόαση της, το προαναφερόμενο μαρτυρικό υλικό, ώστε, τυχόν παραβίασης του δικαιώματος του αυτού, να τεθεί στην προσοχή του Δικαστηρίου όσο τον δυνατόν νωρίτερα στην διαδικασία για να εξεταστεί, ώστε, να αποφευχθεί οποιαδήποτε αχρείαστη καθυστέρησης στην διαδικασία, ή ακόμη, και κατάχρηση του δικαιώματος αυτού από πλευράς κατηγορουμένου, ήτοι προβολής του για κωλυσιεργία διεξαγωγής της δίκης. Αποτελεί, άλλωστε, και γενική αρχή δικαίου το προαναφερόμενο δικαίωμα του κατηγορουμένου, διακηρυγμένη και από τα Δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου και Ουαλίας από τα οποία, από ανέκαθεν, ως Δικαστήρια, αντλούσαμε σημαντική καθοδήγηση. Ως άλλωστε προνοεί το Άρθρο 3 του Κεφ. 155, «Αναφορικά με ζητήματα ποινικής δικονομίας για τα οποία δεν υπάρχει ειδική διάταξη στο Νόμο αυτό ή σε οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα που ισχύει εκάστοτε, κάθε Δικαστήριο εφαρμόζει σε ποινική διαδικασία, το δίκαιο που ισχύει εκάστοτε στην Αγγλία και κανόνες πρακτικής οι οποίοι αφορούν την ποινική δικονομία.». Όπως λέχθηκε από το Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) στην υπόθεση D Ltd v A [2017] EWCA Crim 1172, -αφού πρώτα σημειώθηκε η σημαντικότητα του δικαιώματος έγερσης ιδιωτικής ποινικής δίωξης-, προβλήματα μπορεί να προκύψουν στις περιπτώσεις όπου ο κατήγορος έχει άμεσο συμφέρον από το αποτέλεσμα της δίκης, σε αντίθεση με την περίπτωση κάποιου ανεξάρτητου και ανιδιοτελή δημόσιου φορέα (όπως π. χ. είναι ο Διευθυντής Δημόσιων Διώξεων / CPS ή η Υπηρεσία Καταπολέμησης Σοβαρής Απάτης / SFO), τα οποία όμως περιορίζονται, ή σε κάθε περίπτωση, πρέπει να περιορίζονται, ένεκα της εμπλοκής στα της υπόθεσης, για τον κατήγορο, δικηγόρου. Όπως λέχθηκε «The role of the lawyers becomes particularly important in such cases, to ensure that proper ethical standards are maintained.». Το Αγγλικό Εφετείο, αναφέρθηκε και σε προηγούμενη, για το ζήτημα, απόφαση του, ήτοι στην υπόθεση Zinga [2014] EWCA Crim 52, όπου δια του Αρχιδικαστή Λόρδου Thomas, αναφέρθηκε: «In such cases the court can in part rely on the professional duties of the advocates and solicitors under their professional codes and on the duties owed*Crim. L.R. 995 to the court. These are examined in detail by Sir Richard Buxton in 'The Private Prosecutor as a Minister for Justice' [2009] Crim LR
  3. Advocates and solicitors who have conduct of private prosecutions must observe the highest standards of integrity, of regard for the public interest and duty to act as a Minister for Justice (as described by Farquharson J) in preference to the interests of the client who has instructed them to bring the prosecution. .». Αναφορά από το Αγγλικό Εφετείο, έγινε και στην υπόθεση Kay v Leeds Magistrates' Court [2018] EWHC 1233 (Admin), προς υιοθέτηση της ανάλυσης των σχετικών με το ζήτημα αρχών, από τον εκδικάσαν Ανώτερο Δικαστή: «Whilst the Code for Crown Prosecutors does not apply to private prosecutions, a private prosecutor is subject to the same obligations as a Minister for Justice as are the public prosecuting authorities - including the duty to ensure that all relevant material is made available both for the court and the defence. Advocates and solicitors who have the conduct of private prosecutions must observe the highest standards of integrity, of regard for the public interest and duty to act as a Minister for Justice in preference to the interests of the client who has instructed them to bring the prosecution - owing a duty to the court to ensure that the proceeding is fair.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) Κατ' ακολουθίαν των προαναφερόμενων, το αίτημα των Κατηγορουμένων 1 και 2, κρίνεται δικαιολογημένο. Η Παραπονούμενη, κατήγορος, έχει υποχρέωση έναντι των Κατηγορουμένων 1 και 2, αποκάλυψης σε αυτούς, όλων των ουσιωδών εγγράφων που είναι σχετικά με την υπόθεση αυτή και το κατηγορητήριο, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο της, το αργότερο 45 ημέρες πριν από την προγραμματισμένη ακρόαση της υπόθεσης. Σχετική διαταγή εκδίδεται. Δεν θεωρώ ότι, το Δικαστήριο, που σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 175 του Κεφ. 155, «έχει εξουσία να ρυθμίζει κατά την ελεύθερη του κρίση την πορεία της διαδικασίας με οποιοδήποτε τρόπο ο οποίος ήθελε φανεί επιθυμητός και ο οποίος δεν είναι ασυμβίβαστος με τις διατάξεις του Νόμου αυτού», περιορίζεται να διατάξει ως ανωτέρω, όπως ήταν τοποθέτησης του συνηγόρου της Παραπονούμενης. Έχοντας υπόψη την προαναφερόμενη νομολογία (και δη τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Andreas Sophocleous & Sons Ltd v Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 109/2015, 06/12/2017 και Εστιατόριο Χρύσανθος Παφίτης Λτδ κ. α. ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Πoινική Έφεση Αρ.184/2013, 24/05/2016), θεωρώ ότι, το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, έχει σύμφυτη εξουσία να εκδώσει την προαναφερόμενη διαταγή (βλ. Σοφοκλέους ν Τσεσμελογλου, Έφεση Αρ. 22/2010, 14/02/2012). (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.