ΕΦΟΡΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. A & H ΚΥΡΑΤΖΗΣ LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 2946/2015, 10/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 2946/2015 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΕΦΟΡΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατήγορος - εναντίον -
- A & H ΚΥΡΑΤΖΗΣ LTD
- ***** ΚΥΡΑΤΖΗ
- ***** ΚΥΡΑΤΖΗ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 10/06/2019 Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κ. Α. Βαλανίδης Για τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3: κ. Ν. Γεωργίου Κατηγορούμενοι 2 και 3, Παρόντες ---------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Η ακρόαση της υπόθεσης αυτής, δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, όμως οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 έχουν ήδη κληθεί από το Δικαστήριο και έχουν κατηγορηθεί για τα αδικήματα που τους προσάπτει ο Κατήγορος με το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, στα οποία [τελικά] καταχωρήθηκε η απάντηση της μη παραδοχής τους.
- Στις 18/06/2018, ο Κατήγορος υπέβαλε αίτημα τροποποίησης του κατηγορητηρίου της υπόθεσης -για να συμπεριληφθούν σε αυτό επιπρόσθετα οι κατηγορίες με αριθμό από 5 έως και 10, ως το σχετικό έντυπο που παρουσίασε στο Δικαστήριο και παρέδωσε στον συνήγορο των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3-, θέτοντας ως υπόβαθρο τα εξής: «Ο λόγος για τον οποίο γίνεται η τροποποίηση που ζητείται η προσθήκη, είναι ότι όταν είχε καταχωρηθεί η παρούσα ποινική υπόθεση εκκρεμούσα άλλη ποινική υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, η οποία είχε αποσυρθεί πριν την απάντηση, λόγω αδυναμίας εκτέλεσης ενταλμάτων σύλληψης [προφανώς των Κατηγορουμένων 2 και 3]. Επιδιώκεται η προσθήκη των κατηγοριών ούτως ώστε να φαίνεται η συνολική εικόνα κατά την καταχώρηση, των Κατηγορουμένων, σχετικά με τις οφειλές τους προς τον Φ. Π. Α.».
- Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, ήγειραν ένσταση στο αίτημα, βασικός λόγος για την οποία ήταν, η «ανυπαρξία» του Εφόρου Φορολογίας κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπόθεσης αυτής. Θέση που βασίστηκε στο γεγονός ότι, το σχετικό Άρθρο του Περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου του 2014, Νόμος 70(Ι)/2014 που ρύθμιζε τον διορισμό του Εφόρου Φορολογίας, κρίθηκε από αρμόδιο Δικαστήριο ως αντισυνταγματικό «και ως εκ τούτου συμπαρασύρθηκε και η θέση του Εφόρου Φορολογίας κατά τον επίδικο χρόνο που καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο.».
- Σύμφωνα με την νομολογία, ποινικός Δικαστής, εκτός πολύ καλά αναγνωρισμένων περιπτώσεων, δεν έχει δικαιοδοσία να ελέγχει, ή αλλιώς, διερευνά, πράξεις της διοικήσεως. Οι περιπτώσεις αυτές, συνοψίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, σχετικά πρόσφατα, στην υπόθεση Re Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ. α., ECLI:CY:AD:2016:C486, Νομικό Ερώτημα Αρ. 372, 18/10/2016: «Δεν αμφισβητήθηκε η αρχή ότι ο ποινικός δικαστής δεν έχει δικαιοδοσία και δεν μπορεί να διαπιστώσει παρεμπιπτόντως την ακυρωσία διοικητικής πράξης εκτός στην περίπτωση που εξετάζει τη νομιμότητα ατομικής πράξης προκειμένου να επιβάλει ποινή σε εκείνο προς τον οποίο απευθύνεται η πράξη, λόγω παράβασης της συμπεριφοράς την οποία αυτή καθορίζει (Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαντωνίου
(1992)2 ΑΑΔ 403). Δεν αμφισβητήθηκε ούτε η αρχή πως οι κανονιστικές πράξεις νομοθετικού περιεχομένου δεν μπορούν να προσβληθούν απ΄ευθείας ως εκτελεστές διοικητικές πράξεις εν τη εννοία του Άρθρου 146 του Συντάγματος, αλλά μπορούν να εξεταστούν παρεμπιπτόντως στα πλαίσια προσφυγής η οποία στρέφεται εναντίον ατομικής διοικητικής πράξης που εκδόθηκε κατ΄εφαρμογήν της κανονιστικής. Επίσης έγινε δεκτό ότι τα ποινικά δικαστήρια, όταν εκδικάζουν υπόθεση για παράβαση ενός κανονισμού, μπορούν να εξετάσουν εισήγηση ότι ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε ultra vires ή ότι είναι αντισυνταγματικός (Γ.Σ. ΠΟΒΕΚ ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Συνεκδικαζόμενες ECLI:CY:AD:2016:D152, Υποθέσεις 5869/2013-5873/2013, ημερομηνίας 16.3.2016).».
- Στην προκείμενη περίπτωση, το κατηγορητήριο των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, αφορά παραβάσεις προνοιών του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Νόμος 95(I)/2000 και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών, περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) Κανονισμοί του 2001, Κ. Δ. Π. 314/2001 και περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2002, Κ. Δ. Π. 51/2002 - μαζί καλούνται ως οι περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) Κανονισμοί του 2001 και
- Καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο, στις 12/01/2015 και ο Κατήγορος είναι ο Έφορος Φορολογίας.
- Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Παπαντωνίου
(1992)2 Α.Α.Δ 403: «Το Διάταγμα Επιτάξεως είναι ατομική διοικητική πράξη. Σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία άσκησης αναθεωρητικού ελέγχου των ατομικών διοικητικών αποφάσεων, πράξεων και παραλείψεων. Η αποκλειστική αυτή δικαιοδοσία ασκείται, με βάση τους περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμους του 1964 έως 1991, (Αρ. 33/64, 35/75, 72/77, 59/81, 3/87, 158/88, 109/91), από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η ατομική διοικητική πράξη, σύμφωνα με το Τεκμήριο της Νομιμότητας, συνεχίζει να είναι έγκυρη και ισχυρή μέχρις ότου ακυρωθεί από το αρμόδιο συντεταγμένο Δικαστήριο, ή ανακληθεί από την αρχή που την εξέδωσε - (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 155). Στην υπόθεση In re Georghiou
(1983)2 C.L.R. 1 - (Ποινική Αίτηση Αρ. 1/82) - το Δικαστήριο είπε στη σελ. 5:- "..., it is not open to this Court in a proceeding such as the present one to examine, incidentally and in an ancillary manner, the validity or expediency of the appointment of Mr. L. Loucaides to the post of Deputy Attorney-General of the Republic." O Ποινικός Δικαστής δεν έχει δικαιοδοσία και δεν μπορεί να διαπιστώσει παρεμπιπτόντως, ούτε αυτεπάγγελτα, ούτε ύστερα από ένσταση, την ακυρωσία διοικητικής πράξης, εκτός στην περίπτωση που εξετάζει τη νομιμότητα της ατομικής πράξης, προκειμένου να επιβάλλει ποινή σ' εκείνο προς τον οποίο απευθύνεται η πράξη, λόγω παράβασης της συμπεριφοράς την οποία αυτή καθορίζει. Ερευνάται το κύρος της διοικητικής εκείνης επιταγής, που η παράβασή της συνιστά το αδίκημα που αποδίδεται στο δικαζόμενο. (Βλ. Θ. Τσάτσου - "Η Αίτησις Ακυρώσεως Ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας" - Έκδοση Τρίτη, σελ. 344-346· Επ. Σπηλιωτοπούλου - "Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου" - Πέμπτη Έκδοση, 1991, σελ. 106.) Στην Υπόθεση Α.Π. 782/79, Το Σύνταγμα 1979, Τόμος Πέμπτος, σελ.642, αποφασίστηκε:- "Η συμμετοχή εις απαγορευθείσαν δημοσίαν συγκέντρωσιν και η προβολή αντιστάσεως κατά της επιχειρηθείσης διαλύσεώς της, δεν συνιστά τα υπό των άρθρ. 167 και 170 Π.Κ. προβλεπόμενα αδικήματα, εις ήν περίπτωσιν η περί απαγορεύσεως απόφασις δεν είναι νόμιμος. Τα Ποινικά Δικαστήρια εξετάζουν προς τούτο παρεμπιπτόντως την νομιμότητα της τοιαύτης αποφάσεως, της ερεύνης ταύτης μη αποκλειομένης εκ του ισχύοντος επί διοικητικών πράξεων τεκμηρίου της νομιμότητος." Στην παρούσα υπόθεση, ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε κατηγορία για παράβαση του Άρθρου 281
(1)(α) του Ποινικού Κώδικα και όχι για παράβαση του Διατάγματος Επιτάξεως. Διώχτηκε ποινικά, όχι για συμπεριφορά αντίθετη προς το Διάταγμα, αλλά αντίθετη προς καθορισμένο Άρθρο του Ποινικού Κώδικα. Ο ποινικός Δικαστής δεν είχε δικαιοδοσία να ερευνήσει τη νομιμότητα του Διατάγματος.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι η ίδια) 7. Όπως και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Παπαντωνίου
(1992)2 Α.Α.Δ 403 ανωτέρω, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, στην υπόθεση αυτή, διώκονται για παραβιάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Νόμος 95(I)/2000 και των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικών) Κανονισμών του 2001 και 2002 και όχι για συμπεριφορά τους αντίθετη με ατομική πράξη του Εφόρου Φορολογίας, που η παράβαση της συνιστά το αδίκημα που αποδίδεται στους Κατηγορούμενους 1, 2 και
- Το κατηγορητήριο, σημειώνεται, αφορά συμπεριφορά των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, αντίθετη προς τα καθορισμένα, σε κάθε περίπτωση αδικήματος στο κατηγορητήριο [όπως επίσης και σε κάθε περίπτωση αδικήματος στο προτεινόμενο προς τροποποίηση κατηγορητήριο], άρθρα του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Νόμος 95(I)/2000 και των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικών) Κανονισμών του 2001 και 2002, που σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, εκδηλώθηκε σε χρόνο πολύ πριν την θέσπιση του Περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου του 2014, Νόμος 70(Ι)/2014, -ο οποίος ετέθη σε ισχύ σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 11 του ιδίου- και των όσων αναφέρθηκαν από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 για τον διορισμό [και δη τον τρόπο διορισμού] στη θέση του Εφόρου Φορολογίας βάσει των προνοιών του Άρθρου 4 του Περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου του 2014, Νόμος 70(Ι)/2014 (στις διάφορες του εκδώσεις) των προσώπων που αναφέρθηκαν.
- Συνεπώς, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 9 του Νόμου 70(Ι)/2014, αλλά και των Άρθρων 3[
(2)και
(3)], 4[
(6),
(13)(β) και
(13)(γ)] του Νόμου 70(Ι)/2014, η παρούσα Υπόθεση, μπορούσε να καταχωρηθεί από τον Έφορο Φορολογίας (ανεξαρτήτως θητείας προσώπου που διορίζεται στην θέση, εφόσον, ως προαναφέρθηκε, το κατηγορητήριο δεν σχετίζεται με οποιαδήποτε ατομική του διοικητική πράξη, και η όποια αντισυνταγματικότητα του Νόμο 70(Ι)/2014 στον τρόπο διορισμού συγκεκριμένου προσώπου στην θέση του Εφόρου Φορολογίας, δεν κατάργησε τις πρόνοιες που αφορούν την Δημιουργία του Τμήματος Φορολογίας και την ίδια την θέση του Εφόρου Φορολογίας με τα συγκεκριμένα καθήκοντα και αρμοδιότητες), ο οποίος μπορεί και να συνεχίζει να την προωθεί.
- Σε κάθε όμως περίπτωση, όπως πολύ πρόσφατα αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αβραάμ ν Αστυνομίας, κ. α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 102/16, 103/16, 106/16, 13/12/2017, το όλο ζήτημα, πρέπει να εξεταστεί μέσα από το ευρύ πλαίσιο που καθορίζει το Άρθρο 113.2 του Συντάγματος [1] που παρέχει στο Γενικό Εισαγγελέα την ευχέρεια να ενεργεί μέσω υπαλλήλων που υπάγονται σε αυτόν και ενεργούν σύμφωνα με τις οδηγίες του. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να τίθεται υπό αμφιβολία και πράγματι η πλευρά των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 δεν το αμφισβητεί, ότι, η [τότε] λειτουργός του Εφόρου Φορολογίας, της Υπηρεσίας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, κα Α. Παπαντωνίου, ενεργούσε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, σύμφωνα με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Συνεπώς, υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα ακυρότητας του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης.
- Εν προκειμένω, σημειώνεται, ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 46
(14)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Νόμος 95(I)/2000, η δίωξης προσώπων για ισχυριζόμενες παραβιάσεις του Νόμου αυτού, γίνεται, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 87 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004, Νόμος 94(I)/2004 «σύμφωνα με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας» και ασκείται «στο όνομα του Διευθυντή [ήτοι, του Έφορου Φ.Π.Α. και πλέον Εφόρου Φορολογίας] σε όλα τα Δικαστήρια». Στην βάση, δηλαδή, των διατάξεων του ιδίου Άρθρου του Νόμου, όπως και η περίπτωση στην υπόθεση Αβραάμ ν Αστυνομίας, κ. α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 102/16, 103/16, 106/16, 13/12/2017 ανωτέρω. 11. Αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αβραάμ ν Αστυνομίας, κ. α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 102/16, 103/16, 106/16, 13/12/2017 ανωτέρω, τα εξής: «1. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, είναι η εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων ότι σύμφωνα με το Νόμο Άρθρο 87
(2)του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, Ν. 94(Ι)/2004 εξουσία για καταχώρηση ποινικών διώξεων εναντίον προσώπων για τελωνειακά αδικήματα έχει μόνο ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων και όχι η Αστυνομία. Η παρούσα υπόθεση αφορά ποινική δίωξη επτά τελωνειακών αδικημάτων και συνεπώς θα έπρεπε να καταχωρηθεί επ΄ ονόματι του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων. Συνεπακόλουθα η προώθηση τους από την Αστυνομία είναι εξ΄ υπαρχής άκυρη, παράτυπη και αντινομική. . Το Άρθρο 87(Ι) του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004, Ν.94(Ι)/2004, προβλέπει: "87.-
(1)Οι ποινικές διώξεις για αδικήματα κατά παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας ή της άλλης νομοθεσίας, καθώς και οποιαδήποτε διαδικασία για είσπραξη των δασμών, φόρων, ή χρηματικών ποινών ή για την κήρυξη εις δήμευση σκαφών ή άλλων μεταφορικών μέσων ή εμπορευμάτων, αναφέρονται στον παρόντα Νόμο ως «τελωνειακές διώξεις» και ασκούνται, σύμφωνα με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
(2)Η τελωνειακή δίωξη ασκείται στο όνομα του Διευθυντή σε όλα τα Δικαστήρια." Σύμφωνα με το ερμηνευτικό Άρθρο 2, του ίδιου Νόμου "άλλη νομοθεσία" σημαίνει: "την Κυπριακή ή Κοινοτική Νομοθεσία που εκάστοτε τελεί σε ισχύ και για την οποία το Τμήμα Τελωνείων έχει εξουσιοδότηση ή και ευθύνη εφαρμογής των διατάξεων της και περιλαμβάνει αρμοδιότητα που παραχωρήθηκε, εξαιρουμένης της τελωνειακής νομοθεσίας." Από τον συνδυασμό των πιο πάνω Άρθρων φαίνεται ότι η δίωξη στο όνομα του Διευθυντή ασκείται μόνο όταν αφορά διώξεις καθοριζομένες ως "τελωνειακές διώξεις" σύμφωνα με το Άρθρο 87(ι). Εδώ η υπόθεση αφορούσε κατηγορίες που στηρίζονται αποκλειστικά στον ποινικό κώδικα ΚΕΦ. 154 (βλ. Κατηγορίες 7, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 23, 25, 27, 29, 31, 33, 35, 37, 39, 41 και πολλές άλλες) και όλες οι υπόλοιπες στον Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου και στον Ποινικό Κώδικα. Συνεπώς πολύ ορθά κατεχωρήθη με τον τρόπο που κατεχωρήθη. Επίσης στην Χαράλαμπου Γιάγκου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1265 εξετάστηκε κατά πόσο ήταν άκυρο κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στο Κακουργιοδικείο και δεν έφερε την υπογραφή του Γενικού Εισαγγελέα όπως ρητά προβλέπει το Άρθρο 109 της Ποινικής Δικονομίας ΚΕΦ. 155 αλλά έφερε την υπογραφή δικηγόρου της Δημοκρατίας. Κρίθηκε ότι: "Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το άρθρο 109 του Κεφ. 155 επιβάλλει την ύπαρξη της υπογραφής του Γενικού Εισαγγελέα σε κάθε κατηγορητήριο που καταχωρείται στο Κακουργιοδικείο. Η ικανοποίηση της προϋπόθεσης αυτής εξαρτάται από τις πρόνοιες του άρθρου 113.2 του Συντάγματος που καθορίζει τις εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Γενικό Εισαγγελέα ευρείες εξουσίες αναφορικά με την καταχώριση, συνέχιση και διακοπή οποιασδήποτε διαδικασίας, είτε πολιτικής είτε ποινικής. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας παρέχεται η ευχέρεια στο Γενικό Εισαγγελέα να ενεργεί προσωπικά ή μέσω υπαλλήλων που υπάγονται σε αυτόν και που ενεργούν σύμφωνα με τις οδηγίες του." Ομοίως εις την παρούσα υπόθεση οι πρόνοιες του Άρθρου 87 θα πρέπει να εξετάζονται μέσα στα ευρεία πλαίσια που καθορίζει το Άρθρο 113.2 του Συντάγματος που παρέχουν στο Γενικό Εισαγγελέα την ευχέρεια να ενεργεί μέσω υπαλλήλων που υπάγονται σ' αυτόν και ενεργούν σύμφωνα με τις οδηγίες του. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ενεργούσε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης σύμφωνα με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα. Ο λόγος αυτός έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί και γι' ακόμη ένα λόγο. Σύμφωνα με το Άρθρο 66 της Ποινικής Δικονομίας ΚΕΦ. 155, ένσταση σε τυπικό ελάττωμα εμφανές στο κατηγορητήριο πρέπει να εγείρεται πριν την απάντηση στην κατηγορία και όχι αργότερα (βλ. Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, Γ.Μ. Πική, σελ. 145, Begonia Fashions Ltd v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 451). Παρόλα ταύτα ο Κατηγορούμενος δύναται να εγείρει την ένσταση του ως άνω, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μόνο εάν η ατέλεια ανάγεται στο θεμέλιο της κατηγορίας. Η ατέλεια ανάγεται στο θεμέλιο της κατηγορίας στις περιπτώσεις που επιφέρουν βλάβη στον Κατηγορούμενο (prejudice) και μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του. Τότε μόνο μπορεί να επηρεάσουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου (βλ. Constantinides v. Republic
(1978)2 C.L.R 337, Fourri and others v. Republic
(1980)2 C.L.R. 152, Ξυδιάς κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, 225). Εις την παρούσα υπόθεση παρατηρούμε ότι οι Εφεσείοντες παρέλειψαν να εγείρουν σχετική ένσταση ως προς την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 66 του ΚΕΦ. 155 και πολύ περισσότερο δεν εισηγήθησαν ότι υπέστησαν οιανδήποτε βλάβη ή παραπλανήθησαν με οιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία. Η παράλειψη τους να εγείρουν ένσταση στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας τους αποστερεί το δικαίωμα να εγείρουν το θέμα στο παρόν στάδιο. Οι λόγοι 2, 10 και 15 στις Εφέσεις αρ. 102/16, 103/16 και 106/16 αντίστοιχα απορρίπτονται.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι η ίδια) 12. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, δεν ήγειραν οποιαδήποτε ένσταση σε ότι αφορά το αίτημα του Κατήγορου για τροποποίηση, πέραν της προαναφερόμενης. Εξετάζοντας το αίτημα στη βάση των προνοιών του Άρθρου 83 του Κεφ. 155, με γνώμονα την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που έχει ερμηνεύσει αυτές (βλ. Mehmet v The Police
(1970)2 C.L.R. 62, Pouris a. o. v The Republic
(1983)2 Α.Α.Δ. 148, Leonidou v The Police
(1987)2 C.L.R. 96, Κυριάκου ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Αντρέας Στυλιανού
(1993)2 Α.Α.Δ. 104, Re Άκη Φάντη
(1995)1 Α.Α.Δ. 714, Θωμά ν Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255, Re Λοΐζος Χρ. Μαραγκου
(1999)1 Α.Α.Δ. 890, Ανδρονίκου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Αχτάρ ν Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397, Παφίτης ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 762, ), το βρίσκω δικαιολογημένο και το εγκρίνω. Η μεταβολή του κατηγορητηρίου, επιδιώκεται πριν από την έναρξη της δίκης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3; τα αδικήματα που ο Κατήγορος προτίθεται να εισάγει στην υπόθεση αυτή, είναι του ιδίου χαρακτήρα με αυτά που οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 ήδη διώκονται από τον Κατήγορο, και τα οποία, χρονικά, δεν είναι απομακρυσμένα από την ήδη ισχυριζόμενη παρανομία τους; σε σχέση με τα οποία μάλιστα υπήρξε προηγούμενη δίωξης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, που διακόπηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, πριν από την απάντηση τους στο σχετικό κατηγορητήριο τους, εξ υπαιτιότητας τους. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, πέραν της λεκτικής αναφοράς, περί επηρεασμού των δικαιωμάτων τους σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πραγματικά υπάρχει ένα τέτοιο ζήτημα, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος. 13. Ως εκ τούτου, εκδίδω διάταγμα με το οποίο μεταβάλλω το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, ώστε σε αυτό να προστεθούν οι κατηγορίες από 5 έως και 10, ως τις αιτήθηκε ο Κατήγορος, στο οποίο οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 καλούνται από το Δικαστήριο να απαντήσουν. Ο Κατήγορος, να απαγγείλει τις κατηγορίες τους. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το Άρθρο 113.2 του Συντάγματος, παρέχει στο Γενικό Εισαγγελέα ευρείες εξουσίες αναφορικά με την καταχώριση, συνέχιση και διακοπή οποιασδήποτε διαδικασίας, είτε πολιτικής είτε ποινικής. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας παρέχεται η ευχέρεια στο Γενικό Εισαγγελέα να ενεργεί προσωπικά ή μέσω υπαλλήλων που υπάγονται σε αυτόν και που ενεργούν σύμφωνα με τις οδηγίες του (βλ. Re Γιάγκου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1265). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο