ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ, Υπόθεση υπ' αρ.: 2667/2014, 19/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 2667/2014 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ***** ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ Παραπονούμενος -εναντίον- ***** ***** ΧΡΙΣΤΑΚΗ Κατηγορούμενος ---------- Ημερομηνία: 19/06/2019 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: Ρ. Βραχίμης & Σια (Κατά την δίκη: κ. Ρ. Βραχίμης) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ......................) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Μιχαήλ (Κατά την δίκη: κ. Μ. Μιχαήλ) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ........................) Κατηγορούμενος, Παρών ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο 1. Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει, τελικώς, την κατηγορία υπ' αρ. 1 στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, που αφορά το αδίκημα της «Έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των Άρθρων 305Α
(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε», αναφορικά με την οποία κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, προς προβολή της υπεράσπισης του. Αυτή, αφορά, μία επιταγή, που εκδόθηκε επί της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μόρφου, για το συνολικό ποσό των €12.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για την προαναφερόμενη κατηγορία στο κατηγορητήριο: «Ο Κατηγορούμενος τον μήνα Ιούλιο του έτους 2011 στην Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού εξέδωσε την επιταγή υπ' αριθμόν *****68 της Σ. Π. Ε. Μόρφου, ημερομηνίας 18/07/2011, για το ποσόν των €12.500, με δικαιούχο τον ***** Πατσαλίδη, και χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε την μη εξόφληση της εν λόγω επιταγής, δίδοντας σε άγνωστο χρόνο στην Σ. Π. Ε. Μόρφου οδηγίες ανάκλησης της πληρωμής της.». Η προσκομισθείσα μαρτυρία
- Προς απόδειξη της υπόθεσης του Παραπονούμενου, κατέθεσε μόνον ο ίδιος.
- Ο Κατηγορούμενος, που, ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά την προαναφερόμενη κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση του, κατέθεσε [ενόρκως], μόνον ο ίδιος. Η νομική πτυχή
- Προτού όμως αναφερθώ στην προσκομισθείσα μαρτυρία, θα παραθέσω τα όσα από νομικής απόψεως είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [[i]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [[ii]]: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 6. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». 7. Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που θεσμοθετείται ως υπεράσπιση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 από το ίδιο το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, έχει επίσης εξεταστεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Αναφέρθηκαν, σχετικά με την υπεράσπιση αυτή, τα εξής: «Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος από τους Εφεσείοντες. Από κει και πέρα το βάρος μετετέθη επί των ώμων των Εφεσειόντων/Κατηγορουμένων να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 8. Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 9. Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/01/2015, Χριστόδουλος Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, Σάββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016, Δαμιανου ν Καναρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/18, 31/10/2018, N.C. Diamonds Co. Ltd v Χρίστου Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, Philippa Estates Ltd v Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Νίκος Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ κ. α.,
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί. Η προσκομισθείσα μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα
- Με αυτές τις πρόνοιες της νομοθεσίας και αρχές της νομολογίας κατά νουν, επανέρχομαι στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Τα παραδεκτά γεγονότα
- Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 13/02/2019, οι διάδικοι, μέσω των συνηγόρων τους, δήλωσαν στο Δικαστήριο ως παραδεκτά, και το Δικαστήριο αποδέχθηκε αυτά ως τέτοια, τα ακόλουθα γεγονότα: Ο Κατηγορούμενος, τον μήνα Ιούλιο του έτους 2011, εξέδωσε την επιταγή με αριθμό *****68, της Σ. Π. Ε. Μόρφου, ημερομηνίας 13/07/2011, για το ποσό των €12.500, με δικαιούχο τον Παραπονούμενο, ήτοι το Τεκμήριο ΠΓ2 και στη συνέχεια, στις 13/07/2011, έδωσε στην Σ. Π. Ε. Μόρφου, γραπτή εντολή μη πληρωμής της εν λόγω επιταγής, ήτοι το Τεκμήριο ΠΓ1, παραθέτοντας της ως λόγο για την εντολή του προς αυτήν, την «παραβίαση συμφωνίας». Η μαρτυρία του Παραπονούμενου
- Περί τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2010, φίλος του Παραπονούμενου, κάποιος ***** Χαραλάμπους (στο εξής καλούμενος «ο Χαραλάμπους»), ο οποίος γνώριζε ότι ο Παραπονούμενος εργαζόταν ως δικολάβος και είχε εμπειρία και στα κτηματομεσιτικά (εφόσον παλιότερα ο Παραπονούμενος εργάστηκε ως βοηθός κτηματομεσίτη σε εταιρείες που παρείχαν αυτή την υπηρεσία), προσέγγισε τον Παραπονούμενο για να τον βοηθήσει στην διευθέτηση συναλλαγής της συζύγου του Κατηγορούμενου, μέσω του Κατηγορουμένου πληρεξούσιου αντιπροσώπου της (βλ. Τεκμήριο 2), και κάποιου ***** Γεωργίου (στο εξής καλούμενος «ο Γεωργίου»), για την αγορά από τον τελευταίο του διαμερίσματος της πρώτης και της μεταβίβασης του στο όνομα του (στο εξής καλούμενα, αναλόγως περίπτωσης, «το Διαμέρισμα» και «η Συναλλαγή»).
- Χαραλάμπους και Κατηγορούμενος, είχαν ήδη συνεννοηθεί ότι, για την διευθέτηση της Συναλλαγής, ο Χαραλάμπους θα ελάμβανε για την διαμεσολάβηση του, προμήθεια. Εξ ου και όταν στην συνέχεια, Παραπονούμενος και Χαραλάμπους, είχαν με τον Κατηγορούμενο, την πρώτη επαφή για το ζήτημα, ο Χαραλάμπους, ζήτησε από τους Παραπονούμενο και Κατηγορούμενο, να προσέλθουν σε σχετική συμφωνία.
- Τελικά, Παραπονούμενος, Χαραλάμπους και Κατηγορούμενος, στις 08/12/2010, προσήλθαν σε «συστατική συμφωνία», με την οποία συμφωνήθηκε ότι, εάν Παραπονούμενος και Χαραλάμπους «έβρισκαν αγοραστή στον Κατηγορούμενο, θα πληρώνονταν από κοινού €8.000, ως δικαιώματα για την διαμεσολάβηση και την διεκπεραίωση της πράξης πώλησης του διαμερίσματος της συζύγου του Κατηγορουμένου» (στο εξής καλούμενη «η Συστατική Συμφωνία») (βλ. Τεκμήριο 3). Παραπονούμενος και Χαραλάμπους, συμφώνησαν μεταξύ τους, ότι, σε ότι αφορούσε το προαναφερόμενο ποσό των €8.000, θα ελάμβαναν από €4.
- Μετά την υπογραφή της Συστατικής Συμφωνίας, ο Παραπονούμενος, πληροφορήθηκε, συζητώντας την με κάποιο γνωστό του κτηματομεσίτη, ότι, αυτή, ήταν άκυρη, για τον λόγο ότι, Παραπονούμενος και Χαραλάμπους, δεν ήταν κάτοχοι άδειας κτηματομεσίτη σύμφωνα με τον Νόμο. Ως εκ τούτου, ο Παραπονούμενος, επικοινώνησε το ζήτημα στους Χαραλάμπους και Κατηγορούμενο, οι οποίοι του ανέφεραν ότι, εν όψει τούτου, δεν θα ενεργούσαν πλέον βάσει της Συστατικής Συμφωνίας και για αυτό τον λόγο, του ζήτησαν να τους προσφέρει τις υπηρεσίες του ως δικολάβος για την διευθέτηση και διεκπεραίωση της Συναλλαγής, και του ζήτησαν το κόστος τους.
- Ζήτησε τότε, ο Παραπονούμενος, €5.000, ποσό που ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε, εφόσον, όπως είχε αναφέρει στον Παραπονούμενο, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, θα του στοίχιζε λιγότερο η διευθέτηση και διεκπεραίωση της πώλησης του Διαμερίσματος της συζύγου του, μέσω του Χαραλάμπους και του Παραπονουμένου ως δικολάβου, από ότι μέσω του κτηματομεσιτικού γραφείου στο οποίο είχε αποταθεί για τον σκοπό, το οποίο, πέραν της προμήθειας του 3% επί της τιμής πώλησης του Διαμερίσματος που θα τον χρέωνε (ο Κατηγορούμενος ζητούσε για την πώληση του Διαμερίσματος, €150.000), επιπρόσθετα, θα του χρέωνε και το κόστος των υπηρεσιών δικολάβου (στο εξής καλούμενη «η Προφορική Συμφωνία»).
- Ακολούθησαν διεργασίες, στις οποίες εμπλεκόμενοι ήταν, Παραπονούμενος, Χαραλάμπους, Κατηγορούμενος και Γεωργίου, οι οποίες οδήγησαν σε συμφωνία της συζύγου του Κατηγορουμένου, [μέσω του Κατηγορουμένου], με τον Γεωργίου, για την αγορά από τον τελευταίο του Διαμερίσματος της, για €148.000 (στο εξής καλούμενη «η Σύμβαση Πώλησης») (βλ. Τεκμήριο 4). Ο Κατηγορούμενος, ήταν ευχαριστημένος με την έκβαση της Συναλλαγής και την Σύμβαση Πώλησης, και για αυτό τον λόγο ανέφερε στον Χαραλάμπους ότι θα του έδινε, ως φιλοδώρημα, €3.
- Όταν πλέον, μετά από διαβήματα και εργασία του Παραπονούμενου, όλα ήταν έτοιμα για την μεταβίβαση του Διαμερίσματος, για την οποία είχε οριστεί και συγκεκριμένη ημερομηνία, ο Κατηγορούμενος, περί τα τέλη του μηνός Ιουνίου του έτους 2011, βάσει της «αρχικής τους συμφωνίας», εξέδωσε και παρέδωσε στον Παραπονούμενο, μία μεταχρονολογημένη επιταγή για €8.000, -€5.000 για τον Παραπονούμενο, ως είχε συμφωνηθεί και €3.000 για τον Χαραλάμπους-, πληρωτέα την ημέρα που είχε οριστεί η μεταβίβαση του Διαμερίσματος (στο εξής καλούμενη «η Πρώτη Επιταγή»).
- Για να μπορούσε όμως να γίνει η μεταβίβαση του Διαμερίσματος, η σύζυγος του Κατηγορουμένου, όφειλε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη φορο-απαλλαγή. Δεν μπορούσε όμως, όπως ανέφερε στον Παραπονούμενο ο Κατηγορούμενος τρείς ημέρες πριν από την ημέρα που είχε οριστεί για την μεταβίβαση του Διαμερίσματος, επειδή, σε ότι αφορούσε το Διαμέρισμα, είχαν συσσωρευθεί και οφείλονταν, Φόρος Ακίνητης Ιδιοκτησίας και Τέλη του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λεμεσού, τα οποία, η σύζυγος του Κατηγορουμένου, δεν είχε χρήματα να εξοφλήσει. Εν όψει τούτου, ο Κατηγορούμενος, ζήτησε από τον Παραπονούμενο να του δανείσει τα χρήματα αυτά, ήτοι €4.500, τα οποία θα του επέστρεφε, με την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του Διαμερίσματος και την τελείωση της Σύμβασης Πώλησης, όταν η σύζυγος του θα ελάμβανε το τίμημα από την πώληση του Διαμερίσματος. Ο Παραπονούμενος, συμφώνησε και δάνεισε στον Κατηγορούμενο, το ποσό των €4.500 (το οποίο εισέπραξε από τον Παραπονούμενο σε μετρητά), στις 03/07/2011, ο οποίος Κατηγορούμενος, στην συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 07/07/2011, εξασφάλισε τις απαιτούμενες, για σκοπούς της μεταβίβασης του Διαμερίσματος, ως προαναφέρθηκε, φορο-απαλλαγές -Φόρος Ακίνητης Ιδιοκτησίας, Τέλη του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λεμεσού, Άμυνα, Φόρος Κεφαλαιουχικών Κερδών- (βλ. Τεκμήριο 5).
- Εισπράττοντας ο Κατηγορούμενος από τον Παραπονούμενο, τις €4.500 του δανείου του, ως προαναφέρθηκε, στις 03/07/2011, εισηγήθηκε στον Παραπονούμενο και ο Παραπονούμενος αποδέχθηκε, να καταστραφεί («σκιστεί») η Πρώτη Επιταγή και να του εκδοθεί η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο ΠΓ2 για το ποσό των €12.500 (πληρωτέα 13/07/2011), όπως και έγινε, στην αξία της οποίας περιλήφθηκαν, τόσο οι €5.000 της αμοιβής του Παραπονούμενου και το ποσό του δανείου του Κατηγορουμένου των €4.500, όσο και το φιλοδώρημα του Χαραλάμπους των €3.
- Λόγω του ότι, ο Παραπονούμενος, έλαβε, ως προαναφέρθηκε, από τον Κατηγορούμενο, την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο ΠΓ2, και επειδή ο Χαραλάμπους είχε άμεση ανάγκη εξόφλησης κάποιου χρέους του και το ζήτησε από τον Παραπονούμενο, ο Παραπονούμενος, αμέσως μετά την παραλαβή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο ΠΓ2 από τον Κατηγορούμενο, κατέβαλε στον Χαραλάμπους το ποσό των €3.
- Παρά το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο ΠΓ2, την εξέδωσε πληρωτέα στις 13/07/2011, κατόπιν συνεννόησης του με τον Παραπονούμενο, ο τελευταίος δεν την παρουσίασε για να πληρωθεί στις 13/07/2011, εφόσον, συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο, ότι θα ανέμενε να ολοκληρωθεί η Συναλλαγή, ώστε, το ποσό των €12.500, ο Κατηγορούμενος να του το πλήρωνε σε μετρητά.
- Για την μεταβίβαση του Διαμερίσματος και προς ολοκλήρωση της Συναλλαγής, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, παρουσιάστηκαν στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και όλα ήταν έτοιμα και η μεταβίβασης του Διαμερίσματος σχεδόν είχε γίνει (βλ. Τεκμήριο 6), όταν η Συναλλαγή ναυάγησε, η Σύμβαση Πώλησης ακυρώθηκε και η μεταβίβασης δεν έγινε, λόγω επιβάρυνσης της ακίνητης ιδιοκτησίας του Γεωργίου, -δηλαδή του αγοραστή του Διαμερίσματος-, την οποία ο Γεωργίου θα υποθήκευε για να εξασφαλιστεί το δάνειο από το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο αποτάθηκε, για να μπορούσε να καταβάλει στην σύζυγο του Κατηγορουμένου, το συμφωνημένο χρηματικό αντάλλαγμα, βάσει της Σύμβασης Πώλησης, Τεκμήριο
- Μετά πάροδο μιας εβδομάδας, οπότε και ξεκαθάρισε εντελώς το ζήτημα που αφορούσε, ως προαναφέρθηκε, την επιβάρυνση της ακίνητης ιδιοκτησίας του Γεωργίου και δη, ότι ο Γεωργίου δεν θα αγόραζε το Διαμέρισμα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον Παραπονούμενο ότι δεν μπορούσε να τον πληρώσει τις €12.500, εφόσον δεν εισέπραξε, ως ανέμενε, από τον Γεωργίου, τα χρήματα βάσει της Σύμβασης Πώλησης, Τεκμήριο 4 και του ζήτησε, σε ότι αφορούσε την υλοποίηση της πληρωμής του προς αυτόν, των €12.500, μερικές ημέρες παράταση.
- Παραπονούμενος και Κατηγορούμενος, συμφώνησαν τότε, συγκεκριμένα, πόσος χρόνος παράτασης θα του διδόταν, με την λήξη του οποίου ο Παραπονούμενος παρουσίασε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο ΠΓ2, στην πληρώτρια τράπεζα για να πληρωθεί, για να ενημερωθεί όμως ότι δεν μπορούσε να τιμηθεί, λόγω ανάκλησης της εντολής πληρωμής της από τον Κατηγορούμενο. Επικοινωνώντας ο Παραπονούμενος με τον Κατηγορούμενο για το ζήτημα τηλεφωνικά, ο Κατηγορούμενος και πάλι του ζήτησε παράταση χρόνου κάποιων ημερών για να τον πληρώσει, αναφέροντας του ότι βρισκόταν σε διαδικασία διαπραγμάτευσης της πώλησης και κάποιου άλλου διαμερίσματος του, πράξη, που, αν υλοποιείτο, ισχυρίστηκε τότε στον Παραπονούμενο, θα ελάμβανε χρήματα από τα οποία θα μπορούσε να τον εξοφλήσει.
- Παρά το γεγονός ότι, ο Παραπονούμενος, ανέμενε από τον Κατηγορούμενο, πάρα πολύ καιρό για να του πληρώσει τις €12.500, τελικά ο Κατηγορούμενος, περί το τέλος του έτους 2013, δήλωσε στον Παραπονούμενο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση, θεωρώντας ότι, εξ υπαιτιότητας του Γεωργίου δεν υλοποιήθηκε η Συναλλαγή, και άρα, από αυτόν θα έπρεπε ο Παραπονούμενος να πληρωθεί. Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου
- Όπως ο Κατηγορούμενος υποστήριξε, περί το έτος 2010 και ενόσω στο εξωτερικό, η σύζυγος του αποφάσισε να πωλήσει το Διαμέρισμα και ο ίδιος, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της, ανέλαβε την διαδικασία πώλησης του.
- Οι Παραπονούμενος και Χαραλάμπους, του είχαν συστηθεί από κάποιον γνωστό του, ως κτηματομεσίτες. Τους ανέθεσε, ως εκ τούτου, την πώληση του Διαμερίσματος. Προς τον σκοπό, προσήλθαν σε γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 08/12/2010, ήτοι το Τεκμήριο
- Με αυτήν, συμφώνησαν ότι, εάν οι Παραπονούμενος και Χαραλάμπους, διευθετούσαν την πώληση του Διαμερίσματος, θα έπαιρναν από τον Κατηγορούμενο, ως μεσιτεία, €8.
- Το εν λόγω ποσό, συμφωνήθηκε μεταξύ τους περαιτέρω, οι Παραπονούμενος και Χαραλάμπους, θα το έπαιρναν αμέσως μετά που ο Κατηγορούμενος θα προσερχόταν για την σύζυγο του σε συμφωνία για την πώληση του Διαμερίσματος και με την παράδοση προς αυτόν ποσού κράτησης ή προκαταβολής. Υπήρχε όμως, ως ο Κατηγορούμενος περαιτέρω ισχυρίστηκε, επιφύλαξης ως προς το ότι, σε περίπτωση ακύρωσης μιας τέτοιας συμφωνίας, Παραπονούμενος και Χαραλάμπους, θα του επέστρεφαν το εν λόγω ποσό.
- Στις 08/12/2010, Παραπονούμενος και Χαραλάμπους, βρήκαν κάποιον που ήθελε να αγοράσει το Διαμέρισμα, ήτοι τον Γεωργίου. Η διεκπεραίωση της Συναλλαγής όμως καθυστερούσε, και για αυτό τον λόγο, ο Κατηγορούμενος, ζήτησε από τον Γεωργίου, περί τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2011, προκαταβολή €2.000 και αργότερα, περί τον μήνα Φεβρουάριο ή Μάρτιο του έτους 2011, άλλες €2.000, ο οποίος Γεωργίου του κατέβαλε τα εν λόγω ποσά, επειδή ήθελε να διασφαλίσει ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν θα προχωρούσε να πωλήσει το Διαμέρισμα σε κάποιον άλλο. Όπως ο Κατηγορούμενος υποστήριξε, ο Γεωργίου, θα δανειζόταν τα χρήματα για να αγοράσει το Διαμέρισμα. Είχε όμως προβλήματα με τις τράπεζες, που καθιστούσαν τον δανεισμό του, δύσκολη υπόθεση.
- Τελικά, η μεταβίβαση του Διαμερίσματος στον Γεωργίου, ορίστηκε για να πραγματοποιηθεί, στις 13/07/
- Δύο ημέρες προηγουμένως, ο Κατηγορούμενος, ζήτησε από τον Παραπονούμενο €500, για να πληρώσει τους Φόρους του Δήμου Λεμεσού και τα Τέλη του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λεμεσού. Ο Παραπονούμενος, τότε, του εξέδωσε επιταγή για το εν λόγω ποσό των €500, ήτοι το Τεκμήριο 7, η οποία όμως, όταν ο Κατηγορούμενος την παρουσίασε στην πληρώτρια τράπεζα, δεν τιμήθηκε. Παρά ταύτα, και επειδή ο Κατηγορούμενος επιθυμούσε την ολοκλήρωση της Συναλλαγής, προχώρησε και πλήρωσε τους Φόρους του Δήμου Λεμεσού και τα Τέλη του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λεμεσού (βλ. Τεκμήριο 5).
- Οι Παραπονούμενος και Χαραλάμπους, ζήτησαν από τον Κατηγορούμενο να τους εκδώσει επιταγή με ολόκληρο το ποσό της μεσιτείας των €12.500, ήτοι την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο ΠΓ
- Δηλαδή, τις €8.000 της μεσιτείας των Παραπονούμενου και Χαραλάμπους, τις €4.000 της προκαταβολής του Γεωργίου και τα €500 της επιταγής, Τεκμήριο 7, που του εξέδωσε ο Παραπονούμενος ως προαναφέρθηκε. Ο λόγος, για αυτό, υποστήριξε ο Κατηγορούμενος, ήταν επειδή οι Παραπονούμενος και Γεωργίου, φοβούνταν ότι δεν θα τους πλήρωνε την μεσιτεία τους.
- Στις 13/07/2011, που ήταν ορισμένη η μεταβίβαση του Διαμερίσματος στον Γεωργίου, η Συναλλαγή δεν ολοκληρώθηκε και ακυρώθηκε, επειδή ο Γεωργίου αντιμετώπιζε προβλήματα με την τράπεζα του (βλ. Τεκμήριο 8). Εφόσον η Συναλλαγή δεν ολοκληρώθηκε και ακυρώθηκε, οι Παραπονούμενος και Χαραλάμπους δεν δικαιούνταν την μεσιτεία και για αυτό τον λόγο ο Κατηγορούμενος, τους ζήτησε να του επιστρέψουν την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο ΠΓ
- Του ανέφεραν όμως ότι δεν την είχαν μαζί τους και δεν του την επέστρεψαν. Φοβούμενος ο Κατηγορούμενος ότι, οι Παραπονούμενος και Χαραλάμπους θα την εξαργύρωναν, μετέβηκε αμέσως στην Σ. Π. Ε. Μόρφου και έδωσε οδηγίες ανάκλησης της εντολής πληρωμής της, λόγω παράβασης συμφωνίας. Η εκτίμηση της μαρτυρίας και η αξιολόγηση των παραδεκτών και αποδεκτών γεγονότων Οι σημαντικότερες αρχές εκτίμησης της μαρτυρίας
- Αυτή είναι η μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο καλείται τώρα να εκτιμήσει για να καταλήξει στα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Εκτίμησης που γίνεται στην βάση καλά καθιερωμένων αρχών δικαίου και οι οποίες αναφέρονται εδώ επειδή αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου που αφορά την απόφαση μου που ακολουθεί για την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, ή αναλόγως, της μαρτυρίας που δεν γίνεται αποδεκτή.
- Σύμφωνα με την νομολογία, η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του (βλ. στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, σελίδα 123, Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1, In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911).
- Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα 123).
- Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα (βλ. Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm)).
- Ο καθόλα τα άλλα εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
- Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
- Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους (βλ. Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL, Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm).
- Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Kartashov
(2011)1 Α.Α.Δ. 55, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Α. Πασχαλίδη: «Η αξιολόγηση μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (βλ. C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή "γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα", λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας "συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία".».
- Σημαντικά, βεβαίως, στην εκτίμηση της μαρτυρίας, είναι και τα διαδικαστικά.
- Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [[iii]] [[iv]]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, σε αστικές υποθέσεις, ανεξαρτήτως δικογράφησης [[v]] [[vi]]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί (ή του είχαν υποβληθεί ατελώς) στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [[vii]]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[viii]].
- Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
- The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. Accordingly, counsel should not in his closing speech attack that part of a witness's evidence which he has not challenged in cross-examination. However, this rule has been held not to apply to a case tried by lay justices in that justices do not have to accept a witness's evidence merely because it is unchallenged. Α strict application of the rule may also not be necessary where a witness is called whose evidence is corroborative of evidence already given by another witness who has himself been cross-examined, e.g. a police officer who gives evidence about an interview with the defendant. ...».
- Όπως εν προκειμένω έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μαρσέλο κ. α. ν Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, 18/01/2017: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, "η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό". Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D497, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης Νεόφυτος Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/
- και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
- [Και] Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η εκτίμηση της μαρτυρίας
- Και ευθύς, αναφέρω ότι, ούτε ο Παραπονούμενος, αλλά ούτε και ο Κατηγορούμενος, μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Αμφότεροι, μου άφησαν την αίσθηση ότι, δεν κατέθεσαν στο Δικαστήριο το τι στην πραγματικότητα συνέβη στην υπόθεση αυτή. Από την μαρτυρία του Κατηγορουμένου, και για τους λόγους που αναφέρομαι στην συνέχεια, δέχομαι μόνον τον ισχυρισμό του περί του ότι, με τον Παραπονούμενο [και Χαραλάμπους], προσήλθαν στην Συστατική Συμφωνία, Τεκμήριο 3 και όχι στην Προφορική Συμφωνία ως ο Παραπονούμενος υποστήριξε. Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία Παραπονούμενου και Κατηγορούμενου, -ειδικότερα αυτή του Παραπονουμένου που έφερε στην υπόθεση αυτή ως Κατήγορος και το σχετικό βάρος απόδειξης- δεν με έχει πείσει ότι σε αυτήν μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ για καταλήξω σε ευρήματα για τα επίδικα ζητήματα. Με εξαίρεση, σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου, που ως προανέφερα αποδέχομαι, για το γεγονός ότι, Παραπονούμενος και Κατηγορούμενος, προσήλθαν στην Συστατική Συμφωνία, Τεκμήριο 3 και όχι στην Προφορική Συμφωνία ως ο Παραπονούμενος υποστήριξε.
- Ξεκινώ με την μαρτυρία του Παραπονουμένου. Σε ότι αφορά αυτήν, έχω παρατηρήσει τα εξής, που με οδηγούν στην προαναφερόμενη κατάληξη και στην απόφαση να μην την αποδεχθώ, στο βαθμό φυσικά που αφορά τα μη παραδεκτά και επίδικα γεγονότα.
- Δεν έχω πεισθεί ότι ο Παραπονούμενος ήταν ειλικρινής σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι, με τους Κατηγορούμενο και Χαραλάμπους, προσήλθαν στην Προφορική Συμφωνία προς αντικατάσταση της Συστατικής Συμφωνίας, Τεκμήριο
- Καθώς επίσης και σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι, δάνεισε στον Κατηγορούμενο, €4.500, για να διευθετήσει ο τελευταίος τις οφειλόμενες φορολογίες για να εξασφαλιστεί η φορο-απαλλαγή του Διαμερίσματος.
- Από την μαρτυρία, αυτό που αποκόμισα, είναι ότι, οι Παραπονούμενος, Χαραλάμπους και Κατηγορούμενος, προσήλθαν στην Συστατική Συμφωνία, Τεκμήριο 8, μόνον, και ότι, οι ισχυρισμοί του Παραπονούμενου, περί Προφορικής Συμφωνίας ή άλλης διευθετήσεως με τον Κατηγορούμενο, ήταν το αποτέλεσμα της προσπάθειας του Παραπονουμένου, να ξεφύγει από το γεγονός ότι, μαζί με τον Χαραλάμπους, προσήλθαν με τον Κατηγορούμενο σε συμφωνία παροχής υπηρεσιών «[και] μεσιτείας», κατά παράβαση των προνοιών του περί Κτηματομεσιτών Νόμου του 2010, Νόμος 71(I)/2010, εφόσον, τόσο ο ίδιος, όσο και ο Χαραλάμπους, δεν ήταν κάτοχοι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου αυτού, άδειας κτηματομεσίτη (βλ. ειδικότερα τις πρόνοιες του Άρθρου 33
(1)του Νόμου 71(Ι)/2010).
- Καταλήγω στο συμπέρασμα αυτό, για τους ακόλουθους λόγους.
- Κατ' αρχήν, δεν βρίσκω λογικό, οι Παραπονούμενος και Χαραλάμπους, να επιδίωκαν όπως προσέλθουν σε γραπτή συμφωνία με τον Κατηγορούμενο για να διασφαλίσουν τα δικαιώματα τους -όπως και έγινε με την Συστατική Συμφωνία, Τεκμήριο 8-, να διαπίστωναν ότι η συμφωνία τους αυτή ήταν παράνομη και ως εκ τούτου, να προσέρχονταν σε καινούρια συμφωνία, ήτοι, ως ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε, στην Προφορική Συμφωνία, προς αντικατάσταση της, όμως, να μην προσέρχονταν γραπτώς στην συμφωνία αυτή, και να παρέμεναν στα όσα είχαν συμφωνήσει προφορικά. [Ειδικότερα, ο Παραπονούμενος, ο οποίος, πέραν της βοήθειας που θα παρείχε στους Χαραλάμπους και Κατηγορούμενο για το «κλείσιμο» της Συναλλαγής, θα διεκπεραίωνε και την όλη εργασία που ήταν απαραίτητη για την «διεκπεραίωση», ή καλύτερα, την «ολοκλήρωση» της]. Και μάλιστα, αυτή την φορά, ο Χαραλάμπους, που αρχικά συμφώνησε με τους Παραπονούμενο και Κατηγορούμενο, ότι θα ελάμβανε μεσιτεία, €4.000, εν όψει αυτής της εξέλιξης, να αποδέχεται, ουσιαστικά, να μην λάβει ο ίδιος οτιδήποτε από την Συναλλαγή -και μάλιστα τοποθετείται, όπως ο Παραπονούμενος χαρακτηριστικά ανέφερε: «Εγώ γύρισα αμέσως πίσω και ανέφερα το θέμα της ακυρότητας της συμφωνίας στον κ. Χαραλάμπους και στον Κατηγορούμενο οι οποίοι μου είπαν να ξεχάσουμε την συμφωνία αυτή και με ερώτησαν την αμοιβή μου ως δικολάβου εάν βοηθούσα τον κ. Χαραλάμπους και τον Κατηγορούμενο να κλείσουν και διεκπεραιώσουν συμφωνία πώλησης του διαμερίσματος με κάποιον αγοράστή.»-. Όλως όμως τυχαία, τελικά, και επειδή, όπως ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε, ο Κατηγορούμενος ήταν ευχαριστημένος από το γεγονός ότι προσήλθε με τον Γεωργίου στην Σύμβαση Πώλησης, Τεκμήριο 4, υποσχέθηκε στον Χαραλάμπους, ως φιλοδώρημα, €3.
- Το οποίο ποσό, συμπωματικά και πάλι, μαζί με τις €5.000 που Παραπονούμενος και Κατηγορούμενος συμφώνησαν για τις υπηρεσίες («δικολαβίας») του πρώτου προς τον τελευταίο, ανέρχεται στο συνολικό ποσό που ο Κατηγορούμενος ανέλαβε να τους καταβάλει βάσει της Συστατικής Συμφωνίας, Τεκμήριο 3, των €8.
- Έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα, παράλογο μου φαίνεται και το γεγονός, ότι, την Πρώτη Επιταγή, -την οποία ο Κατηγορούμενος την εξέδωσε με δικαιούχο τον Παραπονούμενο, για το ποσό, ακριβώς, των €8.000-, ο Κατηγορούμενος την εξέδωσε, τέλος του μηνός Ιουνίου του έτους 2011, δηλαδή, μετά από την «μεταβολή» των συμφωνηθέντων Παραπονούμενου, Κατηγορούμενου και Χαραλάμπους, στην βάση, ως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Παραπονούμενος, των όσων είχαν συμφωνήσει «αρχικά (που περιλάμβανε το ποσόν των €5.000 σε εμένα και το ποσό των €3.000 στον κ. Χαραλάμπους)» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Αν οι ισχυρισμοί του Παραπονούμενου ευσταθούσαν πραγματικά, τότε, λογικά, η επιταγή που θα εκδιδόταν στο όνομα του Παραπονούμενου, θα ήταν μόνον για το ποσό των €5.000, εφόσον, αφενός η Προφορική Συμφωνία στην οποία προσήλθε με τον Κατηγορούμενο για τις υπηρεσίες που του παρείχε (ή θα του παρείχε), δεν αφορούσε την σχέση ή συναλλαγή του Κατηγορουμένου με τον Χαραλάμπους όποια και αν ήταν αυτή στην συνέχεια, και αφετέρου, επειδή «φιλοδωρήματα υπό προϋποθέσεις», -τουλάχιστον στην δική μου αντίληψη-, δεν υπάρχουν και ο Χαραλάμπους, αν θα ελάμβανε από τον Κατηγορούμενο κάποιο φιλοδώρημα, θα το ελάμβανε αμέσως. Περαιτέρω, και σε συνέχεια των προαναφερόμενών, αν ο Κατηγορούμενος, ήταν ικανοποιημένος με την «συμβολή» του Χαραλάμπους στην επίτευξη («κλείσιμο») της Συναλλαγής, ως ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε, τότε, το φιλοδώρημα του Χαραλάμπους, αν ήταν πράγματι φιλοδώρημα και όχι αντάλλαγμα από συμφωνία -που αυτό είναι που προκύπτει-, δεν θα τίθετο, ως προαναφέρθηκε, υπό την προϋπόθεση της ολοκλήρωσης της Συναλλαγής, και βέβαια, δεν θα υπήρχε λόγος εξασφάλισης του με την έκδοση της Πρώτης Επιταγής από πλευράς Κατηγορουμένου, η οποία, ακριβώς για αυτό τον λόγο, ορίστηκε για να πληρωθεί μεταχρονολογημένα (την ημέρα που ορίστηκε για να γίνει η μεταβίβαση του Διαμερίσματος). Ο δε Παραπονούμενος, υπό τις περιστάσεις, όπως τις ισχυρίστηκε, δεν πιστεύω ότι θα προχωρούσε, αμέσως με την παραλαβή της Πρώτης Επιταγής, να καταβάλει στον Χαραλάμπους, το ποσό του «φιλοδωρήματος» του, των €3.000, προτού ολοκληρωθεί η Συναλλαγή, για τον οποιοδήποτε λόγο.
- Χωρίς να διαφεύγει της προσοχής μου, και πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό, και η εξής αντίφασης που προκύπτει από τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του Παραπονουμένου, που πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία των θέσεων του: Ενώ ο Παραπονούμενος, για να υποστηρίξει ότι, με τους Κατηγορούμενο και Χαραλάμπους, όταν αντιλήφθηκαν την, ως ισχυρίστηκε, παρανομία, -λόγω του στοιχείου της υπηρεσίας της μεσιτείας στην Συστατική Συμφωνία, Τεκμήριο 3-, προσήλθαν σε άλλου είδους συμφωνία για τις υπηρεσίες του προς τον Κατηγορούμενο («δικολαβίας»), -ήτοι την Προφορική Συμφωνία, που δεν ήταν παράνομη-, ισχυριζόμενος επιπρόσθετα ότι, το φιλοδώρημα του Κατηγορουμένου προς τον Χαραλάμπους, των €3.000, προέκυψε στην συνέχεια, όταν η σύζυγος του Κατηγορουμένου, δια του Κατηγορουμένου, προσήλθαν στην Σύμβαση Πώλησης, Τεκμήριο 4 με τον Γεωργίου, λόγω της ικανοποίησης του τελευταίου από αυτήν. Ακολούθως, ως προαναφέρθηκε, ο Παραπονούμενος, αναφέρθηκε ότι, η βάση για την έκδοση της Πρώτης Επιταγής, ήταν η «αρχική» συμφωνία τους με τους Κατηγορούμενο και Χαραλάμπους. Ισχυρισμός από τον οποίο προκύπτει ότι, με τους Χαραλάμπους και Κατηγορούμενο, προσήλθαν σε συμφωνία, εξ αρχής, ότι ο Χαραλάμπους θα ελάμβανε μεσιτεία €3.
- Και ο οποίος ισχυρισμός, φυσικά, είναι αντίθετος με αυτόν του Παραπονούμενου, περί φιλοδωρήματος του Κατηγορουμένου προς τον Χαραλάμπους, που προέκυψε στην συνέχεια των πραγμάτων κατά την εξέλιξη των γεγονότων, που δείχνει ότι, υποκείμενα της έκδοσης της Πρώτης Επιταγής, όπως και μεταγενέστερα της έκδοσης της Επίδικης Επιταγή, Τεκμήριο ΠΓ2, ήταν συναλλαγή, που είχε επηρεαστεί από παρανομία.
- Σε αυτό το σημείο, πρέπει άλλωστε να σημειωθεί, ότι, παρά το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος, σε ότι αφορούσε την Συναλλαγή, προσπάθησε να υποστηρίξει ότι οι υπηρεσίες που παρείχε στον Κατηγορούμενο, δεν ήταν μεσιτείας, αλλά δικολαβικές, -προφανώς, όπως προανέφερα, για να δικαιολογήσει ότι, υποκείμενα της έκδοσης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο ΠΓ2, ήταν συναλλαγή νόμιμη-, στην συνέχεια της μαρτυρίας του, πρόβαλε ισχυρισμούς, από τους οποίους φαίνεται ότι, κατά την επίδικη περίοδο, κατά παράβαση του Νόμου 71(Ι)/2010 ενεργούσε ως κτηματομεσίτης. Ανέφερε, εν προκειμένω ο Παραπονούμενος, σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του τα εξής: «E. Σας υποβάλλω ότι αυτά είναι εκ των υστέρων σκέψεις και ότι αυτά τα λεφτά του τα δώσατε για να πληρώσει τους φόρους του ΣΑΛΑ του Δήμου Λεμεσού και την άμυνα, που ερχόντουσαν περίπου στα €
- A. Και εγώ σας υποβάλλω ότι είναι δικές σας εκ των υστέρων σκέψεις, γιατί, εάν δεν του έδινα λεφτά πρώτα από όλα, γιατί μετά, που ακυρώθηκε η πράξη, συνεχίσαμε; Δεν σταμάτησε εκεί η προσπάθεια η δική μου. Πήγαμε, όπως σας είπα και στην κατάθεση, στον Παρπούτη, ο οποίος υποσχέθηκε ο ίδιος και μου έφερε άλλο διαμέρισμα, που διαθέτει στη Λεωφ. Μακαρίου, δίπλα στα Δικαστήρια, γιατί μου είχε πει ότι, αν καταφέρουμε να το πουλήσουμε, θα σε εξοφλήσω, διότι ως εκείνην τη στιγμή οι σχέσεις μας ήταν φιλικές, δεν είχαμε οποιαδήποτε διαφορά. Με είχαν καλέσει, όπως είπα, και στην μπυραρία, μας έκαμε και ο κύριος Γεωργίου τραπέζι και αναπτύχθηκε μια φιλική σχέση. Εγώ προσπαθούσα να το πουλήσω. Αν δεν μου χρωστούσε λεφτά και δεν του έδινα λεφτά, γιατί να μου φέρει το διαμέρισμα να το πουλήσω και να εξοφλήσει;». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Περαιτέρω, δεν πιστεύω, ότι, ο Παραπονούμενος, που για τις «υπηρεσίες» του προς τον Κατηγορούμενο («δικολαβίας»), συμφώνησε να πληρωθεί από τον Κατηγορούμενο €5.000, θα κατέβαλλε στον Κατηγορούμενο, υπό μορφή δανεισμού, σχεδόν ολόκληρο αυτό το ποσό, ήτοι, τις €4.500, για να μπορέσει ο Κατηγορούμενος να φορο-απαλλάξει το Διαμέρισμα, για να μπορέσει να ολοκληρωθεί η Συναλλαγή. Αποδεχόμενος ο Παραπονούμενος, ουσιαστικά, «προς εξασφάλιση», όπως ισχυρίστηκε, μόνο την έκδοση της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο ΠΓ2, για το ποσό των €12.500, χωρίς να εξασφαλίσει από τον Κατηγορούμενο, την οποιαδήποτε βεβαίωση περί της είσπραξης του εν λόγω ποσού από τον Κατηγορούμενο, ή χωρίς να προσέλθει μαζί του σε γραπτή συμφωνία για τα συμφωνηθέντα τους -δεδομένου του ιστορικού της υπόθεσης, ως είχε μέχρι τότε διαμορφωθεί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Παραπονουμένου-. Εν προκειμένω, αίσθηση προκαλεί το γεγονός, ότι, όλες οι αποδείξεις, σχετικές με την φορ-απαλλαγή του Διαμερίσματος, Τεκμήριο 5, που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τον Παραπονούμενο, δεν συμποσούνται σε €4.500, -παρά μόνο, σε ότι αφορά το Διαμέρισμα, σε πολύ μικρότερο ποσό (εφόσον οι αποδείξεις, φαίνεται από τις λεπτομέρειες ακινήτου που σε αυτές καταγράφονται, αφορούν ακόμη ένα ακίνητο)-. Όπως ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε, όλα όσα ήταν απαραίτητα για σκοπούς μεταβίβασης του Διαμερίσματος, ήταν έτοιμα και η μεταβίβασης του Διαμερίσματος ακυρώθηκε, εξ υπαιτιότητας του Γεωργίου. Συνεπώς, αν, όπως ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε, ο Κατηγορούμενος είχε πληρώσει φόρο κεφαλαιουχικών κερδών και ο ίδιος είχε αναλάβει όλη την διαδικασία για να γίνει η μεταβίβασης του Διαμερίσματος, η απόδειξη πληρωμής του, θα βρισκόταν επίσης στην κατοχή του, ως μέρος των απαιτούμενων εγγράφων που υπέβαλε για τα μέρη στο Κτηματολογικό Γραφείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για να γίνει η μεταβίβασης του Διαμερίσματος και θα παρουσιαζόταν από αυτόν ως μέρος του Τεκμηρίου
- Η προσπάθεια που έγινε από πλευράς Παραπονουμένου, τόσο κατά την κυρίως εξέταση του ιδίου, όσο και κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου, να υποστηριχθεί, χωρίς να υπάρχει προς τούτο οποιοδήποτε απτό στοιχείο, πληρωμή φόρου κεφαλαιουχικών κερδών, τέτοιας αξίας, για να δικαιολογηθεί ουσιαστικά το ποσό της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο ΠΓ2, είναι ενδεικτική της, ως βρίσκω, εκ των υστέρων κατασκευής ισχυρισμών από πλευράς Παραπονουμένου, για να δικαιολογηθούν γεγονότα που θα υποστήριζαν, το νόμιμο της έκδοσης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο ΠΓ2 και κατ' επέκταση, την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Παραθέτω αυτούσιες σχετικές περικοπές από τα πρακτικά της δίκης: (από την κυρίως εξέταση του Παραπονούμενου) «κος Βραχίμης: Στο Τεκμήριο 5 υπάρχει ένα έγγραφο από τον φόρο. Ποιον φόρο αφορά αυτό; Μάρτυρας: Ο φόρος είναι για την άμυνα. Ο κος Βραχίμης συνεχίζει: E. Υπήρχε άλλος φόρος που έπρεπε να πληρωθεί; A. Οι κεφαλαιουχικοί φόροι έπρεπε να πληρωθούν, για να γίνει η μεταβίβαση. E. Αυτός, περίπου, πόσο ποσό είναι επί τοις εκατό; A. 20% επί των κερδών. E. Δηλαδή περίπου πόσα; A. Περίπου €4.000 €5.
- E. Όταν λέτε επί των κερδών, μεταξύ ποιου-- A. Που θα αποκτούσε με την πώληση του διαμερίσματος. E. Δηλαδή; A. Αν θα αγοράσει το διαμέρισμα €100.000 και θα το πωλήσει €150.000, στις €150.000 υπάρχει η φορολογία, η νόμιμη, που δικαιούται το κράτος.». (και από την αντεξέταση του Κατηγορουμένου) «E. Πόσα πληρώσατε για κεφαλαιουχικά κέρδη; A. Νομίζω €
- E. Όχι. €75 είναι ο φόρος της άμυνας. Τα κεφαλαιουχικά κέρδη είναι 20% πάνω στην αξία πώλησης. Εκείνο που υπάρχει στο Τεκμήριο 5, το τελευταίο έγγραφο του Τεκμηρίου 5, που λέγεται "απόδειξη είσπραξης φόρου" δεν αφορά κεφαλαιουχικά κέρδη, αφορά άμυνα. Τι λέτε εσείς; A. Αυτή είναι η απόδειξη που πλήρωσα στον Φόρο Εισοδήματος, για να μπορέσω να πωλήσω το διαμέρισμα. Τώρα, εάν είναι κεφαλαιουχικά κέρδη που τα λεν ή φόρο, εγώ δεν ξέρω. Απλώς εγώ €75 πλήρωσα. E. Κύριε, είχατε πληρώσει και κεφαλαιουχικά κέρδη. A. Αφού έχετε την απόδειξη ότι πλήρωσα €
- Πώς πλήρωσα εγώ παραπάνω; E. Ο λόγος για τον οποίον σας το λέω αυτό είναι διότι φαίνεται και από το Τεκμήριο 8, από τη δήλωση του κυρίου ***** Γεωργίου, την οποίαν την καταθέσατε εσείς. Θέλετε να πείτε ότι βάλατε τον κύριο Γεωργίου να κάμει αυτήν τη δήλωση, για να πάτε στον Φόρο να πιάσετε πίσω €74, 14, αυτό θέλετε να πείτε; A. Ζήτησα από τον κύριο Γεωργίου να μου υπογράψει τη δήλωση, για να μπορέσει να φανεί στο Δικαστήριο και στον Φόρο ότι το διαμέρισμα δεν πωλήθηκε και για να μου επιστρέψουν τα €74, για να φανεί ότι δεν είναι πωλημένο το διαμέρισμα. Εάν δεν μου την έδινε ο κύριος Γεωργίου ήταν να εθεωρούσεν ο Φόρος Εισοδήματος ότι το διαμέρισμα είναι εγκλωβισμένο στον αγοραστή, τον κύριο Γεωργίου, γι' αυτόν τον λόγο. E. Κύριε μάρτυς, δεν σας έδωσε και άλλη δήλωση ο κύριος Γεωργίου, για τα κεφαλαιουχικά κέρδη; Σας έδωσε μόνο για το θέμα αυτό, των €74; A. Μάλιστα. E. Εγώ σας λέω ότι σας έδωσε και άλλη δήλωση. A. Δεν μου έδωσε καμία δήλωση και δεν είχα παραπάνω κεφαλαιουχικά κέρδη, διότι ήταν το πρώτο διαμέρισμα που πωλείτο και είχα απαλλαγή του φόρου, γι' αυτό βγήκε μόνο €74, διότι η αγορά του διαμερίσματος ήταν €120.000 και ήταν να πωληθεί στις €160.000 €170.000, πόσες ήταν, γι' αυτό δεν είχα φόρο να πληρώσω. Μου έβαλαν μόνο €
- Σαν πρώτη κατοικία και σαν πρώτη πώληση, δεν έπρεπε να πληρώσω παραπάνω.».
- Αβεβαιότητα σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς του Παραπονουμένου, προσθέτει και το γεγονός ότι, ο ίδιος, φαίνεται να εξέδωσε επιταγή στον Κατηγορούμενο, για ποσό €500, ήτοι το Τεκμήριο 7, που δεν τιμήθηκε. Αυτό, είναι ένα γεγονός, το οποίο ο Παραπονούμενος, δεν το απεκάλυψε κατά την κυρίως εξέταση του, αλλά προέκυψε κατά την αντεξέταση του, χωρίς όμως να δικαιολογηθεί από πλευράς του, με σαφήνεια, ο λόγος έκδοσης της εν λόγω επιταγής. Μάλιστα, ο Παραπονούμενος, ήταν και αντιφατικός, εφόσον, κατά την κυρίως εξέταση του, ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε στον Παραπονούμενο, ως δάνειο για να πληρώσει τις φορολογίες του Διαμερίσματος, €4.500 σε μετρητά, ενώ κατά την αντεξέταση του, ισχυρίστηκε ότι, στον Κατηγορούμενο, κατέβαλε για τον σκοπό, €4.000 σε μετρητά και €500 με την επιταγή, Τεκμήριο
- Ποιος ήταν όμως ο λόγος έκδοσης της επιταγής, Τεκμήριο 7, δεν ξεκαθαρίστηκε. Σχετικές είναι οι ακόλουθες περικοπές από τα πρακτικά της δίκης: (από την αντεξέταση του Παραπονούμενου) «E. Σου υποβάλλω ότι δεν έδωσες οποιαδήποτε μετρητά στον Κατηγορούμενο, παρά μόνο μιαν επιταγή €500, η οποία, όταν παρουσιάστηκε στην Τράπεζα, δεν τιμήθηκε. Συμφωνείς μ' αυτό; A. Επαναλαμβάνω ότι του έδωσα τα μετρητά και μάλιστα του τα έδωσα μέσα στο γραφείο μου και παρουσία και της κοπέλας στο γραφείο μου. E. Αυτήν την επιταγή την αναγνωρίζεις; A. Μάλιστα. E. Είναι η υπογραφή σου; A. Ναι. E. Για πόσο ποσό; A. Είναι η επιταγή που σας είπα προηγουμένως ότι έδωσα και μετρητά και επιταγή. E. Είπατε ότι δώσατε μετρητά μόνο €4.
- A. Όχι, είπα ότι έδωσα και μετρητά και επιταγή και η συμφωνία ήταν ότι δεν θα κατατίθετο η επιταγή, ούτε εγώ την κατέθεσα, γιατί έπρεπε να πάρει τα λεφτά από την πώληση του διαμερίσματος και θα με πλήρωνε. E. Σας υποβάλλω ότι αυτά είναι εκ των υστέρων σκέψεις και ότι αυτά τα λεφτά του τα δώσατε για να πληρώσει τους φόρους του ΣΑΛΑ του Δήμου Λεμεσού και την άμυνα, που ερχόντουσαν περίπου στα €
- A. Και εγώ σας υποβάλλω ότι είναι δικές σας εκ των υστέρων σκέψεις, γιατί, εάν δεν του έδινα λεφτά πρώτα από όλα, γιατί μετά, που ακυρώθηκε η πράξη, συνεχίσαμε; Δεν σταμάτησε εκεί η προσπάθεια η δική μου. .». (η υπογράμμιση είναι δική μου) (από την αντεξέταση του Κατηγορούμενου) «E. Γιατί δεν βγάλατε επιταγή €4.000 στο όνομα του κυρίου Γεωργίου; A. Αφού λέω ότι, αν έπιανα €60.000 από την Τράπεζα, τις €12.500 θα τις έδινα πίσω, που ήταν η προμήθεια, η προκαταβολή και τα €500 της επιταγής. E. Σας λέω ότι ψεύδεστε και ότι η επιταγή των €500, που καταθέσατε, το Τεκμήριο 7, ήταν η συμφωνία σας να μην κατατεθεί και έρχεστε, γιατί τις εμπερδέψατε με δύο προκαταβολές, για τις οποίες δεν μας φέρνετε καμία μαρτυρία, ούτως ώστε να δικαιολογήσετε το ποσό των €12.
- Τι λέτε εσείς; A. Εγώ σας εξηγώ πώς ήταν και είναι οι €12.500, οι €8.000, οι €4.000 και τα €
- Δεν έγινε η πράξη. Έπρεπε να δώκω εγώ €12.500, την επιταγή μου, να την εξαργυρώσει για προμήθεια, χωρίς να γίνει η πράξη; Πώς θα μου έδιναν €4.000 και χρωστώ εγώ €4.000, αφ' ης στιγμής δεν κρατούσαν να εξαργυρωθεί μια επιταγή των €500; E. Δεν είναι ότι δεν κρατούσαν για να εξαργυρωθεί αυτή η επιταγή. Αυτή η επιταγή ήταν να μην κατατεθεί, γι' αυτό δεν έβαλε τα λεφτά του μέσα. A. Γιατί μου την έδωκαν την επιταγή; E. Γιατί χρειαζόσασταν λεφτά για να πληρώσετε A. Να πληρώσω τους φόρους. E. Άρα, χρειάζεστουν λεφτά. A. Αφού το γράφω ότι χρειαζόμουν €500, για να πληρώσω τους φόρους, που ήταν €
- E. Και αντί να πάτε με την επιταγή, πήγατε με μετρητά A. Διότι έβαλα που την τσέπη μου, γιατί ήθελα να γίνει η πράξη. E. Η πληρωμή του Τεκμηρίου 5, της σελίδας 1 του Τεκμηρίου 5, είναι 07/07/11, σωστό; (Τίθεται ενώπιον του μάρτυρα το Τεκμήριο 5) A. Ναι, που πήγα και πλήρωσα. E. Η επιταγή, που καταθέσατε, κατατέθηκε 11 του Ιούλη, σωστό; A. Τι σχέση έχει; Πλήρωσα εγώ με τα λεφτά μου. E. Δεν είναι με τα λεφτά σας. Εσείς χρειαζόσασταν λεφτά, σας έδωσε την επιταγή, αντί να πληρώσετε με την επιταγή τελικά τα πήρατε μετρητά για να πληρώσετε, έτσι δεν είναι; A. Δεν εξαργυρώθηκε η επιταγή και πήγα και πλήρωσα, αφού μου είπε ότι δεν έχουν λεφτά μέσα.».
- Περνώ τώρα στην μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Ως προανέφερα, κρίνω ότι, σε αυτήν, επίσης δεν μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια για να καταλήξω σε ευρήματα για τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα. Με εξαίρεση φυσικά, ως προαναφέρθηκε, το γεγονός ότι, με τον Παραπονούμενο, προσήλθε μόνον στην Συστατική Συμφωνία, Τεκμήριο 3 και όχι στην Προφορική Συμφωνία ως ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε, για τον οποίο ισχυρισμό του ο Κατηγορούμενος έχει γίνει πιστευτός. Οι ακόλουθες παρατηρήσεις μου για την μαρτυρία του Κατηγορουμένου, είναι ενδεικτικές, ως προς το γιατί έχω οδηγηθεί σε αυτό το συμπέρασμα.
- Ο Παραπονούμενος, καταθέτοντας στο Δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο ΠΓ2, εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο και του παραδόθηκε, στις 03/07/2011, η οποία και ορίστηκε από τον Κατηγορούμενο πληρωτέα από την Σ. Π. Ε. Μόρφου στις 13/07/
- Όπως ο Παραπονούμενος περαιτέρω ισχυρίστηκε, στις 13/07/2011, παρά το γεγονός ότι μπορούσε να παρουσιάσει την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο ΠΓ2 για να πληρωθεί, δεν το έπραξε, καθότι, είχαν συνεννοηθεί με τον Κατηγορούμενο ότι, το ποσό των €12.500, θα πληρωνόταν, μετά την μεταβίβαση της κυριότητας του Διαμερίσματος στον Γεωργίου και την ολοκλήρωση της Συναλλαγής. Άφησε, ο Παραπονούμενος, με την μαρτυρία του να εννοηθεί, ότι, η διαδικασία της μεταβίβασης της κυριότητας του Διαμερίσματος, ήταν ορισμένη σε μεταγενέστερη ημερομηνία (αν και σημειώνω εδώ κάποια επιφύλαξη, καθότι, όπως ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε, η Πρώτη Επιταγή, εκδόθηκε πληρωτέα την ημερομηνία που η Τράπεζα του Γεωργίου τους είχε δώσει / ορίσει για να μεταβούν στο Κτηματολογικό Γραφείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και άρα, λογικό θα ήταν και η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο ΠΓ2, να εκδόθηκε πληρωτέα στις 13/07/2011, επειδή αυτή ήταν η ημερομηνία που είχε οριστεί για την μεταβίβαση του Διαμερίσματος, και ότι σε αυτή την ημερομηνία τα μέρη πράγματι μετέβησαν στο εν λόγω Τμήμα για τον σκοπό και όχι μεταγενέστερα). -Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι, από το σώμα της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο ΠΓ2, αυτή, φαίνεται ότι τελικά κατατέθηκε στην Τράπεζα Κύπρου για να παρουσιασθεί προς πληρωμή, στις 29/07/2011-. Τελικά, όπως ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε, και όταν όλα τα διαβήματα έγιναν για να γίνει η μεταβίβαση του Διαμερίσματος στον Γεωργίου, -περιλαμβανομένης, όπως υποστήριξε, και της ετοιμασίας των απαιτούμενων εγγράφων του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας-, αυτή δεν πραγματοποιήθηκε εξ υπαιτιότητας του Γεωργίου. Αυτοί οι ισχυρισμοί του Παραπονούμενου, σημειώνεται, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένου κατά την αντεξέταση του, ούτε και υποβλήθηκε στον Παραπονούμενο η οποιαδήποτε αντίθετη ή διαφορετική θέση του Κατηγορουμένου για τα γεγονότα, ώστε να μπορούσε να αντικρουστεί ή σχολιαστεί από αυτόν ή άλλως πως αντιμετωπιστεί από πλευράς του.
- Ο Κατηγορούμενος, σχετικά με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του Παραπονουμένου, όταν κατέθεσε στο Δικαστήριο, υποστήριξε ότι, την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο ΠΓ2, έδωσε εντολή στην Σ. Π. Ε. Μόρφου για να μην την πληρώσει στον Παραπονούμενο, στις 13/07/
- Δηλαδή, αμέσως μετά που η Σύμβαση Πώλησης «ακυρώθηκε», όταν στο Κτηματολογικό Γραφείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, που οι εμπλεκόμενοι μετέβηκαν εκείνη την ημέρα (δηλαδή, στις 13/07/2011) για την ολοκλήρωση της, αυτό δεν επιτεύχθηκε, εξ υπαιτιότητας, ως προαναφέρθηκε, του Γεωργίου. Είχε ζητήσει, ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος, από τους Παραπονούμενο και Γεωργίου, να του επιστρέψουν την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο ΠΓ2, εφόσον η Συναλλαγή δεν πραγματοποιήθηκε, και ως όφειλαν σύμφωνα με την συμφωνία τους, -και τούτο, την ίδια ημέρα (ήτοι, της 13ης/07/2011) και αμέσως μετά από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο Κτηματολογικό Γραφείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ως προαναφέρθηκαν, που οδήγησαν στην ακύρωση της Σύμβασης Πώλησης-, αυτή όμως δεν του επιστράφηκε, επειδή, Παραπονούμενος και Γεωργίου, ισχυρίστηκαν ότι δεν την είχαν στην κατοχή τους, και ο ίδιος, για να διαφυλάξει τα δικαιώματα του, μετέβη στην Σ. Π. Ε. Μόρφου (ήτοι, επίσης στις 13/07/2011) και ανακάλεσε την εντολή πληρωμής της, επικαλούμενος, παράβαση συμφωνίας.
- Αυτό που όμως προκύπτει από τα αναμφισβήτητα από πλευράς Κατηγορουμένου γεγονότα, -που επιμαρτυρούνται από το Τεκμήριο 6, που είναι η Δήλωση για την Μεταβίβαση του Διαμερίσματος στο σχετικό έντυπο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, που τελικά δεν υποβλήθηκε, και η οποία, όπως ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος, φέρει και την υπογραφή του στην πρώτη της σελίδα-, η διαδικασία στο Κτηματολογικό Γραφείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με τους εμπλεκομένους στην Συναλλαγή, έλαβε χώρα στις 15/07/2011 (βλ. ειδικότερα, στην 2η σελίδα του εν λόγω εγγράφου, εκεί που έχει τεθεί η σφραγίδα του «Υ. Κλ. Δηλώσεων» στην οποία ετέθη η ημερομηνία 15/07/2011). Δηλαδή, σε χρόνο μεταγενέστερο της εντολής του Κατηγορουμένου για ανάκληση της εντολής πληρωμής της στις 13/07/2011 και άρα, όταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ιδίου του Κατηγορουμένου, δεν θα μπορούσε πραγματικά να τίθετο ζήτημα παράβασης της συμφωνίας του με τον Παραπονούμενο, ή σε κάθε περίπτωση, με τους Παραπονούμενο και Χαραλάμπους.
- Ο Κατηγορούμενος, πρέπει να σημειωθεί, αντεξετάστηκε σχετικά με το προαναφερόμενο ζήτημα. Η τοποθέτησης του όμως, δεν με ικανοποίησε για την ειλικρίνεια του, καθότι, παρατηρώντας τον κατά το συγκεκριμένο σημείο της κατάθεσης του, μου φάνηκε αμήχανος, -αντιλαμβανόμενος προφανώς ότι είχε πέσει σε αντίφαση που δεν δικαιολογούσε βασικό ισχυρισμό του για τα γεγονότα της κυρίως εξέτασης του-, και ασαφής, λόγω της προσπάθειας του, εμφανώς, να υπεκφύγει του ζητήματος. Παραθέτω, αυτούσιο από τα πρακτικά της δίκης, το σχετικό σημείο από την αντεξέταση του: «E. Αυτή η δήλωση πότε έγινε στο Κτηματολόγιο, ξέρετε; A. Δεν θυμούμαι. E. Εδώ πάνω δεξιά γραφεί 15/07/
- A. Ναι. E. Έτσι είναι; A. Ναι. E. Την επιταγή την είχατε εκδώσει με ημερομηνία 13/07/11 και είναι και παραδεκτό γεγονός αυτό, σωστά; A. Μάλιστα. E. Τη δήλωση στην Τράπεζα για μη πληρωμή την έχετε κάμει στις 13/07, την ίδια μέρα που εκδώσατε στην επιταγή, σωστό; A. Ακριβώς. E. Παρά το γεγονός ότι πήγατε δύο μέρες μετά στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση, έτσι δεν είναι; A. Όχι. E. Τι όχι; Εκδώσατε μιαν επιταγή-- A. Έκδωσα μιαν επιταγή με την προϋπόθεση ότι θα εξαργυρωνόταν την ημερομηνία που θα γινόταν η αγοραπωλησία. E. Ναι, κύριε, 13/07 είναι η ημερομηνία της επιταγής και 13/07, την ίδια μέρα, δίδετε οδηγίες στην Τράπεζά σας για ανάκλησή της. Την ίδια μέρα, σωστό; A. Διότι δεν θα πηγαίναμε στο Κτηματολόγιο. E. Μα, κύριε, αφού μόλις σας έδειξα τη δήλωση μεταβίβασης, που έγινε στις 15 του μηνός. Πήγατε στο Κτηματολόγιο δύο μέρες μετά, έτσι; A. Εγώ τον κύριο Γεωργίου δεν τον είδα στο Κτηματολόγιο. E. Εδώ, στη δήλωση μεταβίβασης, δεν υπογράφει κάποιος; A. Μου την έφεραν και υπέγραψα. E. Δεν πήγατε στο Κτηματολόγιο; A. Όχι, δεν πήγα. Ήμουν έξω και περίμενα και ήρταν και μου είπαν ότι δεν θα γίνει η πράξη και ζήτησα την επιταγή πίσω και δεν μου την έδωσαν.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Αίσθηση προκαλεί και ξενίζει, ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου, ότι, από τον Γεωργίου, είχε πάρει προκαταβολή, όπως υποστήριξε, για να κρατήσει το Διαμέρισμα προς πώληση προς αυτόν, -επειδή καθυστερούσε με τις διαδικασίες για την εξασφάλιση δανείου και ήταν ανήσυχος για την μη υλοποίηση της Σύμβασης Πώλησης εφόσον τα ακίνητα είχαν ζήτηση τότε στην αγορά-, συνολικά €4.
- Παρά ταύτα, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε, ότι, στο ποσό της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο ΠΓ2, των €12.500, περιέλαβε και αυτό το ποσό των €4.000 που του κατέβαλε ο Γεωργίου ως προκαταβολή. Ο Κατηγορούμενος, ερωτήθηκε για αυτό του τον ισχυρισμό κατά την αντεξέταση του, οι απαντήσεις όμως που έδωσε, δεν ικανοποιούν την λογική των πραγμάτων, ειδικότερα εφόσον αντιστρατεύονται και το ίδιο το κείμενο της Σύμβασης Πώλησης, Τεκμήριο
- Κατ' αρχήν, όταν γίνεται κάτι τέτοιο, -δηλαδή, η καταβολή προκαταβολής-, εάν δεν συμφωνηθεί ρητά ότι το ποσό που προκαταβάλλεται, αποτελεί μέρος του τιμήματος πώλησης, ώστε, σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας στα πλαίσια της οποίας δίδεται, να πρέπει να επιστραφεί στον αγοραστή (με την επιφύλαξη των περιπτώσεων, όπου, από τον τερματισμό ο πωλητής υφίσταται ζημιά), η προκαταβολή που επενεργεί, -όπως και στην υπόθεση αυτή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου- ως ασφάλεια, γενικά, δεν είναι ανακτήσιμη (βλ. για την νομική πτυχή του ζητήματος, στο σύγγραμμα του E. McKendrick, Contract Law, 6η έκδοση, στις σελίδες 912 και 913 και την υπόθεση του Workers Trust and Merchant Bank Ltd v Dojap Investments Ltd [1993] AC 573, PC που εκεί μνημονεύεται).
- Συνεπώς, ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου, από την νομική σκοπιά των πραγμάτων, τουλάχιστον παραξενεύει. Ενώ καθίσταται παράλογος πραγματικά, αν λάβει κανείς υπόψη ότι, ο ισχυρισμός του ήταν ότι, αυτό το ποσό, ο Κατηγορούμενος θα το έδιδε στους Παραπονούμενο και Χαραλάμπους, αντί στον Γεωργίου ο οποίος του το κατέβαλε. Ποιος ο λόγος για κάτι τέτοιο, εφόσον, ο Γεωργίου, έπρεπε να ήταν παρόν στο Κτηματολογικό Γραφείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για να γίνει η μεταβίβαση του Διαμερίσματος και να ολοκληρωθεί η Συναλλαγή με την καταβολή του συμφωνηθέντος χρηματικού ανταλλάγματος προς τον Κατηγορούμενο και θα μπορούσε να δοθεί απευθείας στον ίδιο. Φυσικά, ο Κατηγορούμενος έδωσε κάποιον ισχυρισμό, όμως, δύσκολα γίνεται πιστευτός, εφόσον, παραξενεύει η ανάγκη διασφάλισης επιστροφής, -μέσω του Παραπονούμενου και της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο ΠΓ2,- στον Γεωργίου, ενός ποσού που ο Κατηγορούμενος ζήτησε και έλαβε ως ασφάλεια. Άλλωστε, ο ισχυρισμός αυτός του Κατηγορουμένου, συγκρούεται και με το περιεχόμενο της Σύμβασης Πώλησης, Τεκμήριο 4 και ειδικότερα με τους όρους 3 και 4 αυτής. Αξιοσημείωτη, είναι η επιφύλαξης του όρου 4 της Σύμβασης Πώλησης, Τεκμήριο 4, με την οποία έγινε πρόνοια ότι, «. το τίμημα πωλήσεως θα εξασφαλιστεί από τους αγοραστές μερικώς, μέσω χρηματοδότησης από Τράπεζα και μερικώς μέσω του Φορέα της Υπηρεσίας Μέριμνας, ενδεχομένως η δανειοδότηση να καθυστερήσει μερικές ημέρες οπότε ο Πωλητής δεν έχει απαίτηση για καθυστέρηση ολίγων ημερών.». Καμία αναφορά, όπως εύκολα διαπιστώνεται, δεν γίνεται στην Σύμβαση Πώλησης, περί προκαταβολής.
- Μάλιστα, σε ότι αφορά τον εν λόγω ισχυρισμό του Κατηγορουμένου, δεν διαφεύγει της προσοχής μου, ότι, κατά την αντεξέταση του Παραπονούμενου, -λόγω του ότι, αυτός, με την μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι δάνεισε στον Κατηγορούμενο €4.500 για διευθετήσει τις φορολογίες του Διαμερίσματος ώστε να εξασφαλιζόταν η απαραίτητη για σκοπούς της μεταβίβασης του στον Γεωργίου φορο-απαλλαγή-, από πλευράς του Κατηγορουμένου, του υποβλήθηκε ότι, αυτά τα λεφτά -όσα δηλαδή ήταν αναγκαία για τον σκοπό-, δόθηκαν στον Κατηγορούμενο από τον Γεωργίου, όταν ο Κατηγορούμενος, στην συνέχεια της δίκης, για το γεγονός αυτό, αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι τα πλήρωσε «από την τσέπη του». Παρατήρησα δε περαιτέρω, ότι, η θέση, που επίσης υποβλήθηκε στον Παραπονούμενο από πλευράς Κατηγορουμένου κατά την αντεξέταση του, περί του ότι, ο Κατηγορούμενος κατέβαλε στον Γεωργίου €4.000, δεν έχει υποστηριχθεί από τον Κατηγορούμενο ως ισχυρισμός περί των γεγονότων [με την δική του μαρτυρία], και δεν μπορεί να συσχετιστεί λογικά με την εκδοχή των γεγονότων που πράγματι ισχυρίστηκε, εφόσον, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου, αν ληφθεί υπόψιν και η προαναφερόμενη θέσης που υποβλήθηκε από πλευράς του στον Παραπονούμενο, στον Παραπονούμενο, δεν θα έπρεπε να επιστρέψει μόνον τις €4.000, δηλαδή το ποσό της προκαταβολής, αλλά και τα όποια άλλα χρήματα ο Γεωργίου του κατέβαλε για να πληρώσει του φόρους του Διαμερίσματος. Συμπεράσματα
- Σύμφωνα με το Άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, το αξιόγραφο της επιταγής, είναι είδος συναλλαγματικής, και ως εκ τούτου, σύμφωνα και με την νομολογία, [εκτός εάν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Κεφ. 262], διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για τις συναλλαγματικές (βλ. C.H. Health & Beauty Care Ltd v Χατζηαποστόλου κ. Α., Ποινική Έφεση Αρ. 188/2018, 25/01/2019).
- Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, στην παράγραφο 19-14, «The consideration given for a bill or note must not be illegal. It is said that the test whether a contract be contaminated with an illegal transaction is this: does the plaintiff require any aid from the illegal transaction to establish his case? . Considerations are illegal either at common law; or by statute . If a bill originally given upon an illegal consideration is replaced by a fresh bill, the latter bill is also void, unless the amount is reduced by excluding so much of the consideration for the illegal bill as was illegal.».
- Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange, Cheques and Promissory Notes,16η έκδοση, στην παράγραφο 4-015, «As in the case of any other contract, the contract constituted by a person's signature of a bill or note may be unenforceable against him by reason of illegality. He may raise against an immediate party the defence that his engagement was given for an illegal consideration. .».
- Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α
(6)του Κεφ. 154, «
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.» (βλ. Μαυρουδή ν Δικηγορικής Εταιρείας Chrysses Demetriades & Co LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 156/2018, 21/02/2019). 72. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος, εξέδωσε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο ΠΓ2, στον Παραπονούμενο, συμφωνώντας με αυτήν να του πληρώσει €12.500, η αντιπαροχή για την οποία, ήταν, λόγω των προνοιών του Άρθρου 33
(1)του Νόμου 71(Ι)/2010, παράνομη. Συνεπώς, κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 305Α
(6)του Κεφ. 154, ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί για το αδίκημα του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154. Σημειώνοντας εδώ, ότι, ο χαρακτήρας της ποινικής δίωξης, δεν επιτρέπει, η προαναφερόμενη υπεράσπισης του Άρθρου 305Α
(6)του Κεφ. 154, να μην επενεργήσει προς όφελος του Κατηγορουμένου, επειδή δεν ηγέρθηκε απευθείας από πλευράς του, όταν τα γεγονότα, ως έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, το δικαιολογούν.
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί και εφαρμόζοντας το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Παναγιώτου ν Φουρνίδου, Ποινική Έφεση Αρ. 129/2011, 18/12/2012, Τριφταρίδης ν Ηρακλέους, Ποινική Έφεση Αρ. 340/2015, 18/12/2017 και Κυριάκου ν Ηλία, Ποινική Έφεση Αρ. 188/2016, 31/10/2018, σε ότι αφορά την μη εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση των διατάξεων του Άρθρου 30 του Κεφ. 262, η υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου απορρίπτεται και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο που του προσάχθηκε από τον Παραπονούμενο με αυτή την υπόθεση.
- Καμία διαταγή για έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Κεφ. 154, τροποποιήθηκε την 25/07/2008, από τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008, δια του οποίου το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 ως είχε τότε, αντικαταστάθηκε από το προαναφερόμενο. [ii] Ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που ο Παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκε το αδίκημα (στην βάση των προνοιών του Άρθρου 12 του Συντάγματος και της αρχής «nullum crimen Nulla poena sine lege», βλ. Ορέστης Βασιλείου ν Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 04/07/2017). [iii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση θέμα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [v] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Βλ. επίσης, Παυλίνα Γρηγορίου ν Νικόλα Γρηγορίου Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [vii] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) [viii] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1508. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο