← Κύπρος

S.S. PITTAS COLOUR CREATIONS LTD ν. GREENWORKS LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 1564/2012, 10/5/2019

S.S. PITTAS COLOUR CREATIONS LTD ν. GREENWORKS LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 1564/2012, 10/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 1564/2012 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: S.S. PITTAS COLOUR CREATIONS LTD Παραπονούμενη - εναντίον -

  1. GREENWORKS LTD
  2. ***** ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 10/05/2019 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης (Κατά την δίκη: κ. Στέλιος Χριστοδούλου). (Κατά την εκφώνηση την απόφασης: ....................................). Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Γιώργος Καζατζής (Κατά την δίκη: κ. Γιώργος Καζατζής). (Κατά την εκφώνηση την απόφασης: ....................................). Κατηγορούμενος 2 Παρών ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο
  3. Στην υπόθεση αυτή, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν, τελικώς, τις κατηγορίες υπ' αρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6 στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης (η Κατηγορούμενη 1, τις κατηγορίες με αρ. 1, 3 και 5 και ο Κατηγορούμενος 2 τις κατηγορίες 2, 4 και 6), που αφορούν το αδίκημα της «Πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, Άρθρα 20, 305Α

(2)ως τούτο αντικαταστάθηκε με το Νόμο 70(Ι)/2008 και Άρθρο 3 του Νόμου 43/74», αναφορικά με τις οποίες κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, προς προβολή της υπεράσπισης τους. Αυτές, αφορούν 3 επιταγές, τις υπ' αρ. *****55, *****56 και *****57, που εκδόθηκαν επί της Σ. Π. Ε. Στροβόλου, για το συνολικό ποσό των €81.000 (έκαστη για ποσό €27.000).
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για τις προαναφερόμενες κατηγορίες στο κατηγορητήριο, -που, στη βάση τους, σε ότι αφορά το κάθε ένα εκ των προαναφερόμενων αδικημάτων, είναι ταυτόσημες, αλλά διαφέρουν μεταξύ τους, ως προς την ημερομηνία έκδοσης της κάθε επιταγής και τον αριθμό της επιταγής-: «Η Κατηγορούμενη 1 κατά ή περί την . στη Λευκωσία εξέδωσεν την υπ' αρ. . επιταγή της Σ. Π. Ε. Στροβόλου δια το ποσό των €. στη διαταγή της Παραπονουμένης η οποία την παρουσίασε προς πληρωμή εις το Πιστωτικό Ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε κατά ή περί την ημερομηνία κατά την οποίαν κατέστη πληρωτέα και δεν εξοφλήθη λόγω του ότι ο εκδότης άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε την μη εξόφληση της.» και «Ο Κατηγορούμενος 2 κατά ή περί την . παρείχε συνδρομή και ή παρακίνησε την Κατηγορουμένη 1 στην έκδοση προς την Παραπονούμενη επιταγή της Σ. Π. Ε. Στροβόλου με αριθμό . ημερομηνίας . για το ποσό των €. η οποία αφού παρουσιάσθη κατά ή μετά από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα στο Πιστωτικό Ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλήται λόγω του ότι ο εκδότης άνευ εύλογης αιτίας προκάλεσε τη μη εξόφληση της.». Η προσκομισθείσα μαρτυρία
  2. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης, κλήθηκε στο Δικαστήριο και κατέθεσε, ο ***** Σάββα (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»).
  3. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, που, ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες κατηγορίες που τους αφορούν, κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση τους, παρουσίασαν την ένορκη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2, ***** Κωνσταντίνου, καθώς επίσης και την μαρτυρία του ***** Τύμβιου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2») και της ***** Μακρή (στο εξής καλούμενη («η ΜΥ3»). Η νομική πτυχή
  4. Προτού όμως αναφερθώ στην προσκομισθείσα μαρτυρία, θα παραθέσω τα όσα από νομικής απόψεως είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης.
  5. Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [[i]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [[ii]]: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 7. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». 8. Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που θεσμοθετείται ως υπεράσπιση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, από το ίδιο το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, έχει επίσης εξεταστεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Αναφέρθηκαν, σχετικά με την υπεράσπιση αυτή, τα εξής: «Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος από τους Εφεσείοντες. Από κει και πέρα το βάρος μετετέθη επί των ώμων των Εφεσειόντων/Κατηγορουμένων να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 9. Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 10. Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/01/2015, Χριστόδουλος Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, Σάββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016, Δαμιανου ν Καναρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/18, 31/10/2018, N.C. Diamonds Co. Ltd v Χρίστου Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, Philippa Estates Ltd v Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Νίκος Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ κ. α.,
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί. Η εκτίμηση της μαρτυρίας, η αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας, ευρήματα για τα γεγονότα και τελικά συμπεράσματα
  1. Με αυτές τις πρόνοιες της νομοθεσίας και αρχές της νομολογίας κατά νουν, επανέρχομαι στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Η μαρτυρία του ΜΚ1
  2. Ο ΜΚ1 είναι διευθυντής και μέτοχος της Παραπονούμενης.
  3. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο τα εξής.
  4. Η Παραπονούμενη, είναι εταιρεία που επιχειρεί στο τομέα των οικοδομών. Ειδικότερα, η Παραπονούμενη ασχολείται με εργασίες ανακαινίσεων οικοδομών.
  5. Η Κατηγορούμενη 1, υπήρξε πελάτης της Παραπονούμενης. Ο Κατηγορούμενος 2, είναι διευθυντής και μέτοχος της Κατηγορουμένης
  6. Στις 11/11/2011, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, προσήλθαν σε συμφωνία, με την οποία η Παραπονούμενη ανέλαβε να προμηθεύσει και να τοποθετήσει γυψοσανίδες και να εκτελέσει διάφορες άλλες εργασίες, σε οικιστικό έργο της ιδιοκτησίας της Κατηγορούμενης 1, έναντι ανταλλάγματος €207.706,90, πλέον Φ. Π. Α. Η εν λόγω συμφωνία, από πλευράς Παραπονουμένης, υπογράφτηκε από τον ίδιο τον ΜΚ1 και από πλευράς Κατηγορουμένης 1, υπογράφτηκε από τον Κατηγορούμενο
  7. Βλ. το Τεκμήριο
  8. Αποτελούσε όρο της εν λόγω συμφωνίας, Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, ότι, το προαναφερόμενο συμφωνημένο αντάλλαγμα, η Κατηγορούμενη 1, θα το κατέβαλλε στην Παραπονούμενη, ως ακολούθως:
(1)το 1/3 του εν λόγω ποσού, δηλαδή, τις €81.000, την ημέρα έναρξης των εργασιών, και
(2)το υπόλοιπο του εν λόγω ποσού, σταδιακά και με την εξέλιξη των εργασιών.
  1. Το προαναφερόμενο ποσό, που η Κατηγορούμενη 1 συμφώνησε με την Παραπονούμενη να της το καταβάλει με την έναρξη των εργασιών της, η Κατηγορούμενη 1 το κατέβαλε στη Παραπονούμενη περί τα μέσα του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2011, δια των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και
  2. Οι επίδικες επιταγές, συνολικά, είχαν αξία €81.
  3. Έκαστη, είχε αξία €27.000, και ήταν μεταχρονολογημένες για σκοπούς πληρωμής τους. Δηλαδή, ήταν αντίστοιχα πληρωτέες, στις 15/12/2011, 15/01/2012 και 15/02/
  4. Αυτές, εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1, δια του Κατηγορούμενου 2 και παραδόθηκαν στην Παραπονούμενη, δια του ΜΚ1, από τον Κατηγορούμενο
  5. Η Παραπονούμενη, αποδέχθηκε την έκδοση των επίδικων επιταγών και την πληρωμή τους μεταχρονολογημένη, μετά από παράκληση του Κατηγορούμενου 2 προς τον ΜΚ1, ο οποίος του παρέστησε ότι η Κατηγορούμενη 1 αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και δεν μπορούσε να καταβάλει στην Παραπονούμενη ολόκληρο το ποσό της πρώτης καταβολής, αμέσως.
  6. Οι εργασίες της Παραπονούμενης, ξεκίνησαν περί τα μέσα του μηνός Νοεμβρίου του έτους
  7. Η Παραπονούμενη όμως, περί τα μέσα του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2011, κατά παράβαση των όσων είχαν συμφωνηθεί με την Κατηγορούμενη 1, αναγκάστηκε από την Κατηγορούμενη 1 να διακόψει τις εργασίες της. Σχετική, είναι η επιστολή ημερομηνίας 14/12/2011, που η Κατηγορούμενη 1 απέστειλε στην Παραπονούμενη (βλ. Τεκμήριο 1). Η Παραπονούμενη, αντέδρασε στην εν λόγω επιστολή της Κατηγορουμένης 1, με απάντηση που έστειλε μέσω του δικηγόρου της, ο οποίος, με επιστολή του ημερομηνίας 28/12/2011 (βλ. Τεκμήριο 2), η οποία ουδέποτε απαντήθηκε από την Κατηγορούμενη 1, δεν αποδέχθηκε τον τερματισμό της συμφωνίας τους και ζητούσε από αυτήν να πληρωθεί τα όσα χρήματα της όφειλε.
  8. Τις επίδικες επιταγές, όταν της παραδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1, η Παραπονούμενη, δια του ΜΚ1, τις παρέδωσε στην τράπεζα με την οποία διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό, για να της εξασφαλίσει αύξηση του ορίου πίστωσης της (βλ. Τεκμήριο 7). Την ημέρα που οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην πληρώτρια τράπεζα, η Παραπονούμενη πληροφορήθηκε από την τράπεζα της, ότι, η εντολή πληρωμής τους είχε ανακληθεί από την Κατηγορουμένη
  9. Ότι, δηλαδή, δεν είχαν τιμηθεί για τον λόγο αυτό.
  10. Το ποσό που οι επίδικες επιταγές αφορούν, δεν έχει πληρωθεί στην Παραπονούμενη από την Κατηγορούμενη 1 μέχρι και σήμερα.
  11. Της προαναφερόμενης συμφωνίας Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 ημερομηνίας 11/11/2011, Τεκμήριο 6, προηγήθηκε προφορική συμφωνία Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, στη βάση της οποίας η Παραπονούμενη είχε ξεκινήσει εργασίες στο προαναφερόμενο οικιστικό έργο της ιδιοκτησίας της Κατηγορούμενης 1 από προηγουμένως. Δηλαδή, πριν από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 που προσήλθαν στην προαναφερόμενη γραπτή συμφωνία.
  12. Από τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2011, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, είχαν, μέσω των ΜΚ1 και Κατηγορουμένου 2, συζητήσει για τα της συνεργασίας τους, και η προσφορά των υπηρεσιών της Παραπονούμενης, ήταν ως τελικώς συμφωνήθηκε με την γραπτή συμφωνία τους ημερομηνίας 11/11/2011, Τεκμήριο 6, με μοναδική διαφοροποίηση στους όρους πληρωμής της Παραπονούμενης. Στο διάστημα αυτό, δηλαδή, πριν την 11/11/2011, κατόπιν συνεννόησης Κατηγορούμενης 1 και Παραπονούμενης, η τελευταία, και κατ' παράκληση ουσιαστικά της πρώτης, ανέλαβε όπως, με χρήματα που η Κατηγορούμενη 1 της έδωσε, ήτοι €25.000, αγόραζε αυτή τα υλικά που ήταν αναγκαία για τις εργασίες οικοδόμησης στο έργο (τις οποίες η Παραπονούμενη είχε ήδη ξεκινήσει), αντί της Κατηγορουμένης 1 που είχε την σχετική υποχρέωση. Και τούτο, επειδή, η Παραπονούμενη είχε συνεργάτες, εμπόρους των υλικών αυτών, από τους οποίους θα μπορούσε, προς όφελος εξ ολοκλήρου της Κατηγορουμένης 1, να εξασφαλίσει χαμηλότερες τιμές για την αγορά τους. Σύμφωνα με την συνεννόηση Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, η Παραπονούμενη θα δικαιολογούσε στην Κατηγορούμενη 1 τις όποιες τέτοιες αγορές της, με τα τιμολόγια αγοράς των υλικών και τις αποδείξεις πληρωμής τους από τους εμπόρους. Η δε συνεργασία τους, θα συνεχιζόταν σε αυτή την βάση, δηλαδή, ακόμη και μετά την συμπλήρωση με αγορές, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, των €25.000, νοουμένου ότι, η Κατηγορούμενη 1, έδιδε στην Παραπονούμενη για τον σκοπό, επιπλέον χρήματα.
  13. Τα δεδομένα αυτά όμως άλλαξαν, όταν ο Κατηγορούμενος 2, στην πορεία, ζήτησε από τον ΜΚ1, για λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, επιστροφή από την Παραπονούμενη, του ποσού από τις €25.000 που δεν είχε ξοδευτεί από αυτήν μέχρις εκείνης της στιγμής για την αγορά υλικών, λόγω του ότι, η Κατηγορούμενη 1 αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και το χρειαζόταν. Αυτό το ποσό, που ήταν περίπου €8.200, η Παραπονούμενη συμφώνησε να το επέστρεφε στην Κατηγορούμενη 1 (και το επέστρεψε τελικά). Ζητήθηκε όμως από τον ΜΚ1, όπως Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, προσέρχονταν σε κάποια γραπτή συμφωνία («ένα έγγραφο, μια προσφορά») για τα συμφωνηθέντα, προς κατοχύρωση τους. Και τούτο, επειδή, η Παραπονούμενη, για να υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα της με την Κατηγορούμενη 1 (για ένα μεγάλο έργο που θα είχε διάρκεια περί το 1 ½ έτος), θα απέρριπτε άλλες εργασίες που θα μπορούσε να αναλάβει για κέρδος. Ενώ, για να ανταπεξέλθει στα της εκτέλεσης του έργου ως συμφωνήθηκε, θα είχε και έξοδα, κυρίως για την μίσθωση προσωπικού.
  14. Απαίτηση του ΜΚ1, που έγινε αποδεκτή από τον Κατηγορούμενο 2 και ως εκ τούτου, ο ΜΚ1 ετοίμασε την συμφωνία, Τεκμήριο 6, στην οποία ως προαναφέρθηκε προσήλθαν στις 11/11/
  15. Με αυτήν, η Παραπονούμενη, ζητούσε, όπως και τελικά συμφωνήθηκε, να προπληρωθεί το 1/3 του συμφωνημένου, για τις εργασίες της στο έργο, ανταλλάγματος, δηλαδή, €81.
  16. Η Κατηγορούμενη 1 όμως, όπως του αναφέρθηκε από τον Κατηγορούμενο 2, αδυνατούσε, λόγω οικονομικών δυσκολιών, να της καταβάλει αμέσως το εν λόγω ποσό και για αυτό, μετά από σχετική παράκληση της Κατηγορούμενης 1, δια του Κατηγορουμένου 2, η Παραπονούμενη αποδέχθηκε την μεταχρονολόγηση της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, όπως προαναφέρθηκε, με πρώτη πληρωτέα ένα μήνα μετά, δηλαδή τον Δεκέμβριο του έτους
  17. Η, από μήνα σε μήνα, πληρωμή των επίδικων επιταγών, όμως, ήταν αναγκαία για την Παραπονούμενη στην τήρηση των συμφωνηθέντων της με την τράπεζα της, που αφορούσαν την τήρηση του πιστωτικού ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού που της παρείχε (αυξημένου ορίου για τις ανάγκες της εργασίας της στο έργο της Κατηγορουμένης 1).
  18. Παραμονή της ημέρας πληρωμής της εν λόγω επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, και ενώ στο μεταξύ η Παραπονούμενη εκτελούσε τις συμφωνηθείσες στο έργο εργασίες της χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα, ο Κατηγορούμενος 2, αφού συζήτησε με τον ΜΚ1 για περαιτέρω συνεργασία τους και για άλλα οικιστικά έργα την ανάπτυξη των οποίων προγραμμάτιζε (εφόσον ήταν ικανοποιημένος με την εργασία της Παραπονούμενης), ζήτησε από τον ΜΚ1 η Παραπονούμενη να μην παρουσίαζε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, στην πληρώτρια αυτής τράπεζα για να πληρωθεί, επειδή η Κατηγορούμενη 1 αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα. Ο ΜΚ1, του είχε τότε αναφέρει ότι, η Παραπονούμενη, δεν μπορούσε να αποδεχθεί κάτι τέτοιο, επειδή, τις επίδικες επιταγές, της είχε στην κατοχή της η τράπεζα της Παραπονουμένης για σκοπούς που αφορούσαν το όριο της τρεχούμενης πίστωσης που της παρείχε, και το οποίο η Παραπονούμενη χρησιμοποιούσε για σκοπούς ανταπόκρισης της στα διάφορα έξοδα που είχε και αφορούσαν την υλοποίηση των συμφωνηθέντων της με την Κατηγορούμενη
  19. Ως αποτέλεσμα τούτου, ο Κατηγορούμενος 2, το βράδυ της εν λόγω ημέρας, μήνησε στο ΜΚ1, ότι η Κατηγορούμενη 1 είχε ανακαλέσει την εντολή της για πληρωμή των επίδικων επιταγών.
  20. Πρόθεση των Κατηγορουμένων 1 και 2, πιστεύει ο ΜΚ1, ήταν να ξεγελάσουν την Παραπονούμενη και να μην τιμήσουν τις επίδικες επιταγές. Τα παραδεκτά γεγονότα
  21. Κατά την ακροαματική διαδικασία της 01ης/06/2018, οι διάδικοι, μέσω των δικηγόρων τους, δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι, τα ακόλουθα γεγονότα, είναι παραδεκτά μεταξύ τους και ως τέτοια έγιναν αποδεκτά και από το Δικαστήριο. Ακολούθως, η Παραπονούμενη δήλωσε την ολοκλήρωση στην παρουσίαση της υπόθεσης της.
  22. Ότι οι επίδικες επιταγές, όταν παρουσιάστηκαν από την Παραπονούμενη στην πληρώτρια τράπεζα για να πληρωθούν, δεν τιμήθηκαν λόγω γραπτών οδηγιών της Κατηγορουμένης 1 προς την πληρώτρια τράπεζα να μην τις πληρώσει. Και περαιτέρω, ότι ο λογαριασμός της Κατηγορουμένης 1 από τον οποίο οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν, κατά την ημερομηνία που η Κατηγορούμενη 1 έδωσε τις προαναφερόμενες οδηγίες της προς την πληρώτρια τράπεζα, ανάκλησης της εντολής πληρωμής τους, δεν είχε επαρκή υπόλοιπα ώστε αυτές, αν κατ' εκείνη την ημέρα παρουσιάζονταν για να πληρωθούν, να τιμούντο. Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2
  23. Ο Κατηγορούμενος 2, κληθέντες οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 σε απολογία, δια όρκου, κατέθεσε στο Δικαστήριο προς υπεράσπιση τους, τα εξής.
  24. Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, σε ότι αφορούσε τις εργασίες της πρώτης στο οικιστικό έργο ιδιοκτησίας της τελευταίας, αρχικά, προσήλθαν σε προφορική συμφωνία. Ακολούθησε αυτής, σε ότι αφορούσε και πάλι τις εν λόγω εργασίες, η γραπτή συμφωνία τους ημερομηνίας 07/10/2011, Τεκμήριο
  25. Με τελική κατάληξη, σε ότι αφορούσε τα συμφωνηθέντα τους, την συμφωνία τους ημερομηνίας 11/11/2011, που επιμαρτυρείται [και] από το Τεκμήριο
  26. Το επίδικο έργο της Κατηγορούμενης 1, ήταν χρηματοδοτούμενο από την Σ. Π. Ε. Στροβόλου. Η Σ. Π. Ε. Στροβόλου είχε εξασφαλιστεί για την δανειοδότηση της Κατηγορουμένης 1, από υποθήκευση της ακίνητης ιδιοκτησίας επί της οποίας θα γινόταν η ανάπτυξης του έργου, και χρηματοδοτούσε την Κατηγορουμένη 1 από τον εγκεκριμένο δανεισμό της προοδευτικά, με την εξέλιξη δηλαδή των εργασιών στο έργο. Δηλαδή, από τους λογαριασμούς δανείου της Κατηγορούμενης 1, τροφοδοτείτο ο τρεχούμενος της λογαριασμός, από τον οποίο έκανε τις διάφορες πληρωμές. Το ποσό του δανεισμού της Κατηγορουμένης 1, δεν της ήταν ολόκληρο διαθέσιμο, αμέσως με το που αυτός εξασφαλίστηκε από την Σ. Π. Ε. Στροβόλου. Υπήρχε ο εκτιμητής της Σ. Π. Ε. Στροβόλου για το έργο, ο οποίος παρακολουθούσε την εξέλιξη του, στη βάση της οποίας, ως προαναφέρθηκε, γινόταν και η χρηματοδότησης του με την αποδέσμευση των απαιτούμενων ποσών.
  27. Με τον ΜΚ1, συστήθηκαν σε υποκατάστημα της Σ. Π. Ε. Στροβόλου, από υπάλληλο της που τους γνώριζε και τους δύο. Συζήτησαν ενδεχόμενη συνεργασία τους για το επίδικο έργο και κατέληξαν ότι, η Παραπονούμενη, θα προσέφερε τις υπηρεσίες της στην Κατηγορούμενη 1, σε τιμές μονάδας. Δηλαδή, ότι, θα συμφωνούσαν την τιμή μονάδας κάθε εργασίας και η Παραπονούμενη θα τιμολογούσε την Κατηγορούμενη 1 βάσει αυτής, ανάλογα με την παραχθείσα εργασία.
  28. Μετά από αυτήν, την, κατ' αρχήν, προφορική συμφωνία τους, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, προσήλθαν στις 07/10/2011, στην γραπτή συμφωνία Τεκμήριο 8, το κείμενο της οποίας είχε ετοιμάσει ο ΜΚ
  29. Βάση της γραπτής συμφωνίας, Τεκμήριο 8, αποτέλεσαν τα όσα τα μέρη σε αυτήν είχαν προφορικά συμφωνήσει, ως προαναφέρθηκε, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις. Συμφωνήθηκαν οι τιμές μονάδας για τις διάφορες εργασίες που η Παραπονούμενη ανέλαβε να εκτελέσει στο έργο της Κατηγορουμένης
  30. Συμφωνήθηκε ότι η Κατηγορούμενη 1 θα προμήθευε στην Παραπονούμενη όλα τα υλικά που ήταν απαραίτητα για την εκτέλεση των εργασιών που είχαν συμφωνηθεί. Καθώς επίσης, συμφωνήθηκε ότι, η Κατηγορούμενη 1, θα εξοφλούσε την κάθε τιμολόγηση της από την Παραπονούμενη, με επιταγές που θα εξέδιδε στην Παραπονούμενη, που θα ήταν πληρωτέες, το αργότερο μία εβδομάδα μετά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου της.
  31. Στην βάση των προαναφερόμενων συμφωνηθέντων, η Παραπονούμενη ξεκίνησε εργασίες στο επίδικο έργο της Κατηγορουμένης 1, αρχές του μηνός Οκτωβρίου του έτους
  32. Διαπιστώθηκαν όμως προβλήματα. Ο Κατηγορούμενος 2, που, λόγω και του ότι το έργο ήταν χρηματοδοτούμενο από την Σ. Π. Ε. Στροβόλου, ήταν, λόγω έγνοιας, σχεδόν καθημερινά στο εργοτάξιο, παρατήρησε ότι, ο ΜΚ1, απουσίαζε πολλές ώρες από αυτό, με αποτέλεσμα να μην υπήρχε συντονισμός των εργασιών που η Παραπονούμενη ανέλαβε, και ότι, οι παρουσιαζόμενοι ως υπάλληλοι της Παραπονούμενης, ήταν όλοι αλλοδαποί, πολλοί από αυτούς, ενδεχόμενα, παράνομο προσωπικό ή υπάλληλοι άλλων εταιρειών που τους στράτευσε για την εργασία (υπεργολάβοι). Αυτά, παρατηρήθηκαν στον ΜΚ1, ο οποίος ανέλαβε να τα τακτοποιήσει.
  33. Κατ' εκείνη την περίοδο, τα υλικά που η Κατηγορούμενη 1 είχε προμηθεύσει την Παραπονούμενη για τις εργασίες της στο έργο, είχαν εξαντληθεί. Ήταν, τότε, περίπου, ένας μήνας μετά που η Παραπονούμενη ξεκίνησε τις εργασίες της στο έργο της Κατηγορούμενης
  34. Ο ΜΚ1, προθυμοποιήθηκε να προβεί η Παραπονούμενη στις αγορές των υλικών για λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, καθότι, μπορούσε, ως της παρέστησε, να τα εξασφαλίσει από συνεργάτες της Παραπονούμενης, εμπόρους τους, φθηνότερα κατά 10 - 20 %.
  35. Η Κατηγορούμενη 1, συμφώνησε σε αυτό. Προσφορές που η Παραπονούμενη εξασφάλισε για τον σκοπό, είχαν δοθεί στην Κατηγορουμένη
  36. Έδωσε, ως εκ τούτου, η Κατηγορούμενη 1 στην Παραπονούμενη, στις 04/11/2011, €23.000 για την αγορά υλικών. Για το σύνολο του έργου, η δαπάνη σε υλικά ήταν υπολογισμένη γύρω στις €65.
  37. Συνεπώς, τα υλικά που θα αγοράζονταν με τις €23.000, δεν θα αρκούσαν για την ολοκλήρωση του έργου.
  38. Μετά πάροδο μίας βδομάδας, όντας ανήσυχος ο Κατηγορούμενος 2 από τα όσα είχε μέχρις εκείνης της στιγμής παρατηρήσει στο εργοτάξιο και την Παραπονούμενη, έλεγξε τον ΜΚ1 κατά πόσο όντως είχε αγοράσει η Παραπονούμενη υλικά με τα χρήματα που της είχαν δοθεί. Ο ΜΚ1 υπέδειξε στον Κατηγορούμενο 2 τα υλικά που η Παραπονούμενη είχε αγοράσει, που είχαν τοποθετηθεί από την Παραπονούμενη σε εμπορευματοκιβώτιο στο εργοτάξιο. Ο Κατηγορούμενος 2, γνωρίζοντας ήδη σε τι τιμές η Παραπονούμενη αγόραζε τα υλικά, έκανε απογραφή τους και υπολογισμό της αξίας τους. Διαπίστωσε ότι, τα υλικά που είχαν αγοραστεί από την Παραπονούμενη, ήταν λιγότερα της ποσότητας που με τις €23.000 μπορούσαν να αγοραστούν. Ερώτησε τότε ο Κατηγορούμενος 2 τον ΜΚ1, τον λόγο γιατί δεν αγοράστηκε ολόκληρη η ποσότητα των υλικών που μπορούσε να αγοραστεί με τις €23.000, αλλά δεν έλαβε από αυτόν καμία απάντηση.
  39. Το γεγονός αυτό, ανησύχησε τον Κατηγορούμενο 2 και τον προβλημάτισε. Ως αποτέλεσμα τούτων, ο Κατηγορούμενος 2, επικοινώνησε στην συνέχεια με τον ΜΚ1 και του ζήτησε όπως, η Παραπονούμενη, επιστρέψει στην Κατηγορούμενη 1 το ποσό από τις €23.000 που δεν χρησιμοποιήθηκε για την αγορά υλικών. Ο ΜΚ1 συμφώνησε.
  40. Κληθείς στο γραφείο του Κατηγορουμένου 2 για να επιστρέψει το εν λόγω ποσό, ο ΜΚ1 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 2, όπως, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, προσέρχονταν στην γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 11/11/2011, Τεκμήριο
  41. Στην οποία, συμφωνία, περιλαμβανόταν ο όρος ότι, την ημέρα έναρξης των εργασιών της Παραπονούμενης στο έργο, η Κατηγορούμενη 1 θα της κατέβαλλε το 1/3 του συμφωνηθέντος, για τις εργασίες που θα εκτελούσε, ανταλλάγματος, των €207.706,90 πλέον Φ. Π. Α. Ο ΜΚ1, επικαλέστηκε την παρατήρηση που του έγινε από τον Κατηγορούμενο 2, αναφορικά με το προσωπικό του συνεργείου της Παραπονούμενης στο εργοτάξιο, ισχυριζόμενος ότι, τα χρήματα αυτά, του ήταν απαραίτητα για να εργοδοτήσει η Παραπονούμενη δικό της προσωπικό για την διεκπεραίωση των εργασιών.
  42. Ο Κατηγορούμενος 2, τοποθετήθηκε αρνητικά στην εν λόγω εισήγηση του ΜΚ
  43. Όπως του ανέφερε, η Κατηγορούμενη 1, που ήταν μάλιστα επιφορτισμένη με το κόστος των υλικών που ήταν απαραίτητα για τις εργασίες της Παραπονούμενης στο έργο, δεν είχε κανένα λόγο να αποδεχθεί να καταβάλει στην Παραπονούμενη ένα ποσό της τάξης των €81.000, προτού καν αυτή ξεκινήσει καλά καλά τις εργασίες της σε αυτό, και χωρίς καμία εξασφάλιση για την δέουσα εκτέλεση τους. Τότε, ο ΜΚ1, πρόβαλε στον Κατηγορούμενο 2 τον ισχυρισμό ότι, ούτε και η Παραπονούμενη, που θα εργοδοτούσε προσωπικό για το έργο της, και τούτο με κόστος, είχε την οποιαδήποτε εξασφάλιση ότι θα πληρωνόταν τελικά από την Κατηγορούμενη 1 για τις εργασίες της. Έλαβε όμως την απάντηση του Κατηγορουμένου 2, ότι, αυτό, ήταν κάτι που η Κατηγορούμενη 1 θα έπρεπε να είχε υπόψη της όταν προσέρχονταν με την Παραπονούμενη στην συμφωνία ημερομηνίας 07/10/2011, Τεκμήριο 8, ένα μήνα προηγουμένως.
  44. Αναζήτησε όμως με τον ΜΚ1 την μέση λύση. Ο ΜΚ1, του εισηγήθηκε όπως, η Κατηγορούμενη 1, για το εν λόγω ποσό των €81.000, εξέδιδε στην Παραπονούμενη μεταχρονολογημένες επιταγές, πληρωτέες ανά μήνα και την πρώτη πληρωτέα έναν μήνα μετά. Ο Κατηγορούμενος 2, ανέφερε στον ΜΚ1, ότι, θα αποδεχόταν την εισήγηση του, αν συμφωνούσε ότι, στον κάθε μήνα, που στο τέλος του θα ήταν πληρωτέα επιταγή της Κατηγορουμένης 1, η Παραπονούμενη θα της παρέδιδε στο έργο, ίσης αξίας εργασία. Ο ΜΚ1, συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο 2 στον όρο αυτό, εφόσον, όπως του ανέφερε, η Παραπονούμενη, μπορούσε, κάθε δύο εβδομάδες, να παραδίδει στην Κατηγορούμενη 1, δύο τελειωμένα σπίτια.
  45. Ως αποτέλεσμα τούτου, ο Κατηγορούμενος 2, συμφώνησε να υπογράψει για την Κατηγορούμενη 1, την συμφωνία ημερομηνίας 11/11/2011, Τεκμήριο 6 και να εκδώσει για την Κατηγορουμένη 1 προς την Παραπονούμενη τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Δεν ήταν όμως διατεθειμένος να το πράξει, προτού η Παραπονούμενη επέστρεφε στην Κατηγορούμενη 1 το υπόλοιπο από τις €23.000 που δεν δαπανήθηκε για την αγορά υλικών. Ο ΜΚ1 συμφώνησε. Όπως τότε είχε ισχυριστεί στον Κατηγορούμενο 1, το υπόλοιπο αυτό ήταν €10.
  46. Προς επιστροφή του, ο ΜΚ1 κατέθεσε για την Παραπονούμενη, στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 στην τράπεζα, αυθημερόν (ήτοι, στις 11/11/2011), €2.000 και για το υπόλοιπο των €8.167, εξέδωσε για την Παραπονούμενη προς την Κατηγορούμενη 1, τραπεζική επιταγή. Ως αποτέλεσμα τούτων, ο Κατηγορούμενος 2, υπέγραψε για την Κατηγορούμενη 1, την συμφωνία ημερομηνίας 11/11/2011, Τεκμήριο 6 και εξέδωσε προς την Παραπονούμενη, για την Κατηγορούμενη 1, τις επίδικες επιταγές, τις οποίες παρέδωσε στον ΜΚ
  47. Η εν λόγω επιταγή της Παραπονουμένης, δεν τιμήθηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων του λογαριασμού της από τον οποίο εκδόθηκε και προς τούτο, η Κατηγορούμενη 1 ειδοποιήθηκε από την πληρώτρια τράπεζα της, Σ. Π. Ε. Στροβόλου, στις 16/11/2011 (βλ. Τεκμήριο 9). Παρά το γεγονός ότι κάποιες ημέρες μετά, η εν λόγω επιταγή, και μετά από παρατηρήσεις του Κατηγορούμενου 2 προς τον ΜΚ1 σχετικά, αφού ξαναπαρουσιάστηκε, τιμήθηκε από την Παραπονούμενη, για τον Κατηγορούμενο 2, αυτό, σήμαινε ότι, η Παραπονούμενη, εφόσον δεν είχε αγοράσει με τα χρήματα της Κατηγορουμένης 1 υλικά και δεν είχε χρήματα να τιμήσει την εν λόγω επιταγή, είχε καταχραστεί τα χρήματα που της είχε δώσει για την αγορά υλικών. Για τον Κατηγορούμενο 2, αυτό ήταν πολύ σοβαρό, γιατί έδειχνε ότι, παρά τις παρατηρήσεις του προς τον ΜΚ1, τα πράγματα δεν διορθώνονταν.
  48. Παρά ταύτα, η Παραπονούμενη συνέχισε τις εργασίες της στο έργο. Στο μεταξύ, η Κατηγορούμενη 1, είχε, από τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2011, αναθέσει στον ΜΥ2, πολιτικό μηχανικό, την επιθεώρηση των εργασιών της Παραπονουμένης στο έργο. Αυτός, είχε σε αρκετές περιπτώσεις, κατά την διάρκεια επισκέψεων του στο εργοτάξιο, παρατηρήσει στην Παραπονούμενη, ότι, οι εργασίες και κατασκευές της ήταν προβληματικές. Ο ΜΚ1, σε αυτές αντιδρούσε, με την δικαιολογία ότι, υπήρχαν λάθη στα υψόμετρα και παρεμβολές στις κατασκευές, που προκαλούσαν προβλήματα στις δικές της εργασίες. Ουδέποτε όμως, παρά τις προτροπές που του έγιναν, ο ΜΚ1 απευθύνθηκε στον αρχιτέκτονα του έργου για να του αναφέρει αυτά τα προβλήματα, ώστε αν αυτά ήταν υπαρκτά, να τους επιλαμβανόταν. Παρά ταύτα, ο ΜΥ2, είχε υποδείξει στον ΜΚ1 συγκεκριμένα προβλήματα που εντόπιζε. Ο ΜΚ1 όμως και η Παραπονούμενη, δεν διόρθωσαν τίποτα από αυτά που τους παρατηρήθηκαν.
  49. Όταν πλέον διαφάνηκε στον Κατηγορούμενο 2, ότι, η συνεργασία της Κατηγορούμενης 1, με την Παραπονούμενη, δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα, και ότι, καμία ουσιαστική βελτίωση υπήρξε στις εργασίες της Παραπονουμένης, κάλεσε τον ΜΚ1 και του ζήτησε να επιμετρήσουν την εργασία του. Ο Κατηγορούμενος 2, είχε ήδη πληροφόρηση για την εκτελεσθείσα εργασία, από τον ΜΥ
  50. Δεν το ανέφερε όμως στον ΜΚ
  51. Ήθελε, με επιμέτρηση που θα έκανε η ίδια η Παραπονούμενη της εργασίας της, να υποδείξει στον ΜΚ1, ότι, απέτυχε να συντονίσει τους εργολάβους του και να εκτελέσει τις εργασίες που υποσχέθηκε και για τις οποίες έλαβε και τις επίδικες επιταγές. Αυτό άλλωστε, ήταν διαπίστωσης και του εκτιμητή της Σ. Π. Ε. Στροβόλου, ο οποίος, πολύ λίγη πρόοδο στην ανάπτυξη ανέφερε, γεγονός που δημιουργούσε περαιτέρω πρόβλημα στην Κατηγορούμενη 1, αυτό της ρευστότητας. Ο ΜΚ1, στο κάλεσμα αυτό του Κατηγορουμένου 2, ήταν αρνητικός. Ερωτήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2, γιατί ήταν αρνητικός. Ο ΜΚ1 όμως, δεν του έδωσε καμία απάντηση. Ο Κατηγορούμενος 2, τότε, του υπέδειξε ότι, αυτό σήμαινε παραβίαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων και ότι θα ανακαλούσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών.
  52. Ακολούθησε και άλλο κάλεσμα του ΜΚ1 από τον Κατηγορούμενο 2 για να επιμετρηθεί η εργασία της Παραπονούμενης στο έργο και να πληρωθεί για αυτήν, στις 14/12/2011, ώστε να αποφεύγονταν τα χειρότερα. Ο ΜΚ1, όμως, ήταν και πάλι αρνητικός. Μη έχοντας άλλη επιλογή, ο Κατηγορούμενος 2, έστειλε, αργότερα την ημέρα εκείνη, για την Κατηγορουμένη 1, διαδικτυακή εντολή προς την Σ. Π. Ε. με την οποία ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3 -που ήταν πληρωτέα την επόμενη ημέρα- (βλ. Τεκμήριο 11). Λανθασμένα, είχε κατά την διαδικασία αυτή, επιλέξει ως λόγο για την ανάκληση της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, αυτόν της «λανθασμένης τιμολόγησης». Τον διόρθωσε όμως, χειρόγραφα. Ο πραγματικός λόγος, δηλαδή, ήταν αυτός που στην συνέχεια χειρόγραφα τοποθετήθηκε, της «διακοπής συμφωνίας». Ακολούθως, και κατόπιν προτροπής του αρχιτέκτονα του έργου, τον οποίο ο Κατηγορούμενος 2 ενημέρωσε σχετικά, απέστειλε στην Παραπονούμενη και την επιστολή ημερομηνίας 14/12/2011, Τεκμήριο 1, που είχε ως βάση της τα όσα προαναφερόμενα είχαν συζητηθεί με τον ΜΚ1 στο γραφείο του.
  53. Την επομένη ημέρα το πρωί, του ζητήθηκε από υπάλληλο της Σ. Π. Ε. Στροβόλου, να διευκρινίσει την εντολή της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 11, να ανακαλέσει την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, κάτι που έπραξε, συντάσσοντας και παραδίδοντας στην Σ. Π. Ε. Στροβόλου, την επιστολή ημερομηνίας 15/12/2011, Τεκμήριο
  54. Σε αυτήν, καταγράφεται ο πραγματικός λόγος της οδηγίας της Κατηγορουμένης 1 να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, ήτοι, αυτός της «διακοπής συμφωνίας».
  55. Στις 28/12/2011, ο Κατηγούμενος 2, έλαβε την επιστολή του δικηγόρου της Παραπονούμενης, Τεκμήριο
  56. Από το περιεχόμενο της, αντιλήφθηκε ότι, η Παραπονούμενη, ήθελε να πληρωθεί από την Κατηγορούμενη 1, €81.
  57. Επικοινώνησε τότε, με τον ΜΚ1, τηλεφωνικά, για να του υποδείξει το παράλογο της απαίτησης, ο οποίος όμως αρνήθηκε να συζητήσει μαζί του, παραπέμποντας τον στον δικηγόρο του. Με τον ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος 2 επικοινώνησε και πάλι τηλεφωνικά, όταν η Παραπονούμενη καταχώρησε εναντίον της Κατηγορουμένης 1, αστική αγωγή με τις διεκδικήσεις της (βλ. Τεκμήριο 14), και η Κατηγορούμενη 1 παρέλαβε το σχετικό δικόγραφο με την απαίτηση της, επειδή σε αυτό, η ίδια η Κατηγορούμενη 1 αναφέρει ότι, η εργασία που εκτέλεσε στο έργο, ήταν αξίας €16.
  58. Ρώτησε τον ΜΚ1, πως είναι δυνατόν η Παραπονούμενη. να αναφέρει στην αγωγή της ότι εκτέλεσε εργασία στο έργο, αξίας €16.600, αλλά με την επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 28/12/2011, Τεκμήριο 2, διεκδικούσε €81.
  59. Ο ΜΚ1 και πάλι δεν συζήτησε μαζί του.
  60. Τελικά, οδηγίες για την ανάκληση της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4 και 5, η Κατηγορουμένη 1 έδωσε στην Σ. Π. Ε. Στροβόλου και πάλι διαδικτυακά, στις 03/01/2012, με την ίδια δικαιολογία, ήτοι, της «διακοπής συμφωνίας». Βλ. Τεκμήριο
  61. Όπως προκύπτει από την πιστοποίηση που ο ΜΥ2 ετοίμασε για τις εργασίες της Παραπονούμενης στο έργο, Τεκμήριο 10, η Κατηγορούμενη 1, χρησιμοποίησε κατά την εκτέλεση των εργασιών της, υλικά λιγότερης αξίας από αυτά που η Παραπονούμενη υποστήριξε ότι είχε αγοράσει με τις €23.000 που η Κατηγορούμενη 1 της είχε δώσει. Χρησιμοποίησε κατά την εκτέλεση των εργασιών της, υλικά αξίας €3.834 και άρα, υλικά αξίας €8.999, η Παραπονούμενη είτε δεν τα αγόρασε και δεν επέστρεψε τα λεφτά, είτε τα οικειοποιήθηκε. Οι δε εργασίες της Παραπονούμενης στο έργο, ήταν κακότεχνες. Αυτά, είναι χρήματα, τα οποία η Κατηγορούμενη 1 τα ανταπαιτεί από την Παραπονούμενη, στην αγωγή που η πρώτη κατέθεσε εναντίον της, όπως προαναφέρθηκε (βλ. Τεκμήρια 15 και 16). Η μαρτυρία του ΜΥ2
  62. Ο ΜΥ2, είναι πολιτικός μηχανικός, εγγεγραμμένο μέλος και αδειοδοτημένος από το Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου («Ε. Τ. Ε. Κ.»).
  63. Κατά την εξέταση του στο Δικαστήριο, ο ΜΥ2 κατέθεσε τα εξής.
  64. Περί τα τέλη του έτους 2010, ο Κατηγορούμενος 2, του ζήτησε να αναλάβει την επίβλεψη κάποιων εργασιών. Μεταξύ άλλων, και τις εργασίες της Παραπονούμενης εταιρείας στο επίδικο έργο.
  65. Ως υπεύθυνος σύμβουλος μηχανικός, επισκέφτηκε το εργοτάξιο σε διάφορες ημερομηνίες, ήτοι στις 25/10/2011, 28/10/2011, 08/11/2011, 15/11/2011 και 09/12/2011, κατά τις οποίες επισκέψεις του, διαπίστωσε σοβαρές ελλείψεις, λάθη και κακοτεχνίες στην κατασκευή των κατοικιών. Το έργο αφορούσε την κατασκευή, συνολικά, 12 κατοικιών, όμως μέχρις εκείνης της στιγμής, εργασίες από πλευράς Παραπονούμενης, στο έργο, είχαν γίνει μόνον στις κατοικίες με αριθμούς 8 και
  66. Για αυτές, δηλαδή, για την κάθε επίσκεψη, ο ΜΥ2 τηρούσε σημειωματάριο όπου κατέγραφε τις παρατηρήσεις του. Σημείωνε σε αυτό την πρόοδο των εργασιών αλλά και τις οποιεσδήποτε άλλες παρατηρήσεις του, ούτως ώστε, να μπορούσε να παρακολουθεί την εξέλιξη, την πρόοδο ή και τη βελτίωση των εργασιών.
  67. Αυτές οι σοβαρές ελλείψεις, λάθη και κακοτεχνίες στην κατασκευή των κατοικιών, που ο ΜΥ2 επιτόπου διαπίστωσε, είναι ως καταγράφονται στην «πιστοποίηση εργασιών υπεργολάβου γυψοσανίδων» ημερομηνίας 22/12/2011, Τεκμήριο 10, την οποία ο ΜΥ2 ετοίμασε μετά από οδηγίες του Κατηγορουμένου
  68. Οι αστοχίες αυτές στην κατασκευή των κατοικιών, είχαν αναφερθεί από τον ΜΥ2 στην Παραπονούμενη, μάλιστα επανειλημμένως, χωρίς καμία ανταπόκριση.
  69. Για να ετοιμάσει την εν λόγω πιστοποίηση, Τεκμήριο 10, ο ΜΥ2 είχε στη διάθεση του και βασίστηκε, στα αρχιτεκτονικά σχέδια του έργου, αλλά και στις συμφωνίες στις οποίες Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1 προσήλθαν για τις εργασίες της πρώτης στο έργο, Τεκμήρια 6 και
  70. Η τελευταία επίσκεψη του ΜΥ2 στο έργο, πριν από την ετοιμασία της πιστοποίησης, Τεκμήριο 10, και με σκοπό την ετοιμασία της, έγινε στις 18/12/
  71. Έγινε δε, σε χρόνο, μετά από την επιστολή απομάκρυνσης της Παραπονούμενης από το έργο, 14/12/
  72. Ο ΜΥ2, έχοντας στην διάθεση του τις συμφωνίες Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, Τεκμήρια 6 και 8 (και δη την συμφωνηθείσα τιμή χρέωσης ανά μονάδα, αναλόγως εργασίας), κατ' εκείνη την ημερομηνία, επιμέτρησε την εργασία που η Παραπονούμενη εκτέλεσε στις κατοικίες με αριθμούς 8 και 9, αλλά και την αξία των υλικών που η Παραπονούμενη χρησιμοποίησε για τον σκοπό (το κόστος των οποίων βάρυνε την Κατηγορούμενη 1). Κατέληξε στο ότι, η Παραπονούμενη, εκτέλεσε εργασία €3.366 και χρησιμοποίησε για τον σκοπό αυτό, υλικά, αξίας €3.834 (συμπεριλαμβανομένου Φ. Π. Α. που τότε ήταν 15%).
  73. Περαιτέρω, ο ΜΥ2, έχοντας στην διάθεση του προσφορές που η Κατηγορούμενη 1 έλαβε από άλλους εργολάβους για την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών και λαθών της Παραπονουμένης, υπολόγισε την αξία τους περί τα €1.
  74. Η μαρτυρία της ΜΥ3
  75. Η ΜΥ3 είναι Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και η υπεύθυνη του Τμήματος Ποινικών Υποθέσεων.
  76. Η ΜΥ3, κλήθηκε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει, το κατηγορητήριο και την τελική απόφαση του Δικαστηρίου στην ποινική Υπόθεση 9672/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, από τον φάκελο που τηρείται για αυτήν από τον Πρωτοκολλητή.
  77. Η ΜΥ3 κατέθεσε ότι, παρά τις προσπάθειες της, ο εν λόγω φάκελος δεν ανευρέθηκε. Τηρείται όμως, ανέφερε, από το τμήμα της, μητρώο καταχωρήσεων για την εν λόγω υπόθεση, σύμφωνα με το οποίο, η εν λόγω υπόθεση (που αφορούσε δύο κατηγορίες), καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 02/07/2012, από την Παραπονούμενη, μέσω του δικηγόρου της, κ. ***** Τριανταφυλλίδη, εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, η οποία κατέληξε, μετά από απόφαση του Δικαστηρίου στις 09/11/2012, με την αθώωση και απαλλαγή των Κατηγορουμένων 1 και
  78. Της υποδείχθηκε το ποινικό έντυπο αρ. 9 που εκδόθηκε για την εν λόγω υπόθεση και ήταν στην κατοχή των Κατηγορουμένων 1 και 2, το οποίο αναγνώρισε ότι είναι πιστό αντίγραφο που έγινε από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου. Βλ. Τεκμήριο
  79. Σύμφωνα με αυτό, που μόνον μία κατηγορία παρουσιάσει, κατ' αντίθεση δηλαδή του τι το μητρώο του Πρωτοκολλητή παρουσιάζει για την υπόθεση αυτή, το αδίκημα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ως σε αυτό καταγράφονται, αφορά την επιταγή με αριθμό *****57 που εκδόθηκε επί της Σ. Π. Ε. Στροβόλου, που είναι η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 5 στην υπόθεση αυτή.
  80. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΥ3 αναγνώρισε ότι, τα Τεκμήρια 20, 21 και 23, είναι πιστά αντίγραφα πρακτικών που τηρήθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κατά την διαδικασία της εν λόγω Υπόθεσης XXXXX/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στις 03/10/2012, 01/11/2012 και 09/11/2012, αντίστοιχα. Περαιτέρω, η ΜΥ3 αναγνώρισε ότι τα Τεκμήρια 19 και 22, είναι πιστά αντίγραφα πρακτικών που τηρήθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κατά την διαδικασία της παρούσας υπόθεσης στις 18/09/2012 και 09/11/
  81. Από τα πρακτικά του Δικαστηρίου και των δύο προαναφερόμενων διαδικασιών, προκύπτει: (α) δήλωση της Παραπονούμενης στα πλαίσια της Υπόθεσης XXXXX/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, την 01/11/2012, ότι θα απέσυρε τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου της εν λόγω υπόθεσης για να τις προσθέσει στην παρούσα υπόθεση; (β) αίτημα της Παραπονούμενης ημερομηνίας 09/11/2012, στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, με την συμφωνία των Κατηγορουμένων 1 και 2, για τροποποίηση του κατηγορητηρίου, για να προστεθούν σε αυτό οι κατηγορίες με αριθμό 5 και 6 (που αφορούν την προαναφερόμενη επιταγή XXXXX9557) και έγκρισης του αιτήματος αυτού από το Δικαστήριο αυθημερόν; και (γ) λήψη άδειας, από πλευράς του συνηγόρου των Παραπονουμένων, από το Δικαστήριο, στις 09/11/2012, με την σύμφωνο γνώμη και των Κατηγορουμένων 1 και 2, στα πλαίσια της Υπόθεσης XXXXX/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για την απόσυρση της υπόθεσης και συνακόλουθα, απόρριψης της από το Δικαστήριο που αποφάσισε την αθώωση και απαλλαγή των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε ότι αφορούσε το κατηγορητήριο τους. Η εκτίμηση της μαρτυρίας και η αξιολόγηση των παραδεκτών και αποδεκτών γεγονότων Οι σημαντικότερες αρχές
  82. Αυτή είναι η μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο καλείται τώρα να εκτιμήσει για να καταλήξει στα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Εκτίμησης που γίνεται στην βάση καλά καθιερωμένων αρχών δικαίου και οι οποίες αναφέρονται εδώ επειδή αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου που αφορά την απόφαση μου που ακολουθεί για την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή.
  83. Σύμφωνα με την νομολογία, η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του (βλ. στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, σελίδα 123, Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1, In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911).
  84. Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα 123).
  85. Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα (βλ. Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm)).
  86. Ο καθόλα τα άλλα εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
  87. Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
  88. Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους (βλ. Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL, Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm).
  89. Σημαντικά, βεβαίως, στην εκτίμηση της μαρτυρίας, είναι και τα διαδικαστικά.
  90. Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [[iii]] [[iv]]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, σε αστικές υποθέσεις, ανεξαρτήτως δικογράφησης [[v]] [[vi]]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί (ή του είχαν υποβληθεί ατελώς) στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [[vii]]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[viii]].
  91. Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
  92. The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. Accordingly, counsel should not in his closing speech attack that part of a witness's evidence which he has not challenged in cross-examination. However, this rule has been held not to apply to a case tried by lay justices in that justices do not have to accept a witness's evidence merely because it is unchallenged. Α strict application of the rule may also not be necessary where a witness is called whose evidence is corroborative of evidence already given by another witness who has himself been cross-examined, e.g. a police officer who gives evidence about an interview with the defendant. ...».
  93. Όπως εν προκειμένω έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μαρσέλο κ. α. ν Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, 18/01/2017: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, "η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό". Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D497, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Βλ. επίσης Νεόφυτος Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/
  2. και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
  3. [Και] Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
  4. Ξεκινώ με την μαρτυρία της ΜΥ
  5. Η Πρωτοκολλητής, δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και τα όσα πραγματικά γνώριζε για τα ζητήματα που κλήθηκε να καταθέσει και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε. Οι ερωτήσεις που της έγιναν, ήταν απλώς διευκρινιστικές. Η μαρτυρία της, συνεπώς, γίνεται αποδεκτή προς τον σκοπό εξαγωγής των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου για τα επίδικα ζητήματα.
  6. Ο ΜΚ1, μου έκανε καλή εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Σε ότι αφορά το γεγονός: (α) της έκδοσης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και 5 από την Κατηγορούμενη 1, δια του Κατηγορουμένου 2 διοικητικού της συμβούλου, με δικαιούχο την Παραπονούμενη, και (β) την πρόκληση της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και 5, από την Κατηγορούμενη 1, μέσω του Κατηγορουμένου 2, διοικητικού της συμβούλου, λόγω σχετικών οδηγιών της προς την πληρώτρια τράπεζα, Σ. Π. Ε. Στροβόλου, πριν την ημερομηνία που έκαστη ήταν πληρωτέα; έχει επιβεβαιωθεί και από την δήλωση των παραδεκτών γεγονότων από πλευράς [και] των Κατηγορουμένων 1 και
  7. Σε κάθε περίπτωση, οι σχετικοί ισχυρισμοί του, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και
  8. Ο ΜΚ1, ομολογουμένως, γενικά ως μάρτυρας, θα μπορούσε να λεχθεί ότι δεν αποτελεί το πρότυπο μάρτυρα. Ο λόγος του, που έμοιαζε να έπασχε λόγω μορφωτικού επιπέδου, προφανώς δεν τον διευκόλυνε στην προσπάθεια του να προβάλει τους ισχυρισμούς του στο Δικαστήριο. Σε καμία όμως περίπτωση, δεν τον εξέλαβα ως ανειλικρινή. Εστιάζοντας την προσοχή μου, στο κατά πόσο, η Κατηγορούμενη 1, εύλογα ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και 5, που ήταν, ουσιαστικά, και το μοναδικό ζήτημα που παρέμεινε επίδικο στην υπόθεση αυτή, μετά και την δήλωση των παραδεκτών γεγονότων, βρίσκω ότι, οι προβαλλόμενοι για αυτό ισχυρισμοί του, ενταγμένοι αυτοί στο πλαίσιο του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ήταν λογικοί και τεκμηριωμένοι από τα διάφορα έγγραφα που παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν ως τεκμήρια στην διαδικασία. Ο δε ΜΚ1, σε ότι αφορούσε αυτούς, ήταν σταθερός, χωρίς αυτοαναιρέσεις ή αντιφάσεις που θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία του. Οι παρατηρήσεις μου, άλλωστε, στην συνέχεια της απόφασης μου, που αφορούν το μη αξιόπιστο, κυρίως της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 2, δικαιολογούν και την προαναφερόμενη κατάληξη μου, να αποδεχθώ ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ
  9. Το κύριο ζήτημα, καθοριστικό και της αξιοπιστίας των ισχυρισμών των μαρτύρων σε αυτή την υπόθεση, ήταν για ποιο λόγο η Κατηγορούμενη 1 εξέδωσε τις επίδικες επιταγές στην Παραπονούμενη, πληρωτέες στον χρόνο που με την διαταγή της καθορίστηκε σε αυτές, και εάν ο λόγος που η Κατηγορούμενη 1 έδωσε για την ανάκληση της εν λόγω εντολής πληρωμής τους στην πληρώτρια τράπεζα, που διασυνδέθηκε με τον λόγο της έκδοσης τους, ήταν ειλικρινής και υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Σε ότι αφορά αυτό, οι ισχυρισμοί του ΜΚ1 κρίνονται ως ειλικρινείς και αξιόπιστοι. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία του προς τον σκοπό εξαγωγής των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα γεγονότα της υπόθεσης αυτής. Ότι ενδεχομένως, ο ΜΚ1 να περιέπεσε σε αντιφάσεις ή ήταν ασαφής, σε ότι αφορούσε γεγονότα άλλα από αυτά που ήταν ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου για το τι είναι επίδικο στην υπόθεση αυτή, δεν δικαιολογεί απόρριψη της μαρτυρίας του.
  10. Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2 και του ΜΥ2, για τους λόγους που επεξηγώ με λεπτομέρεια στην συνέχεια, λόγος για τον οποίο δεν θα επεκταθώ εδώ περαιτέρω, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο για να εξαχθούν συμπεράσματα για τα επίδικα ζητήματα. Οι εισηγήσεις της υπεράσπισης
  11. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, προς υπεράσπιση τους, εισηγήθηκαν τα εξής. i. Ανάκλησης πληρωμής των επιταγών λόγω εύλογης αιτίας
  12. Βασική θέσης των Κατηγορουμένων 1 και 2 για τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής προς υπεράσπιση τους, είναι αυτή που αφορά, το εύλογο της Κατηγορουμένης 1, να ανακαλέσει από την πληρώτρια τράπεζα, την εντολή της πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και 5 προς την Παραπονούμενη. Όπως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, υποστηρίζουν, στην πληρώτρια, των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και 5, τράπεζα, δόθηκε από την Κατηγορουμένη 1, ως λόγος για την εντολή της για μη πληρωμή τους, η «διακοπή της συμφωνίας», ήτοι της συμφωνίας στην οποία, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1 είχαν προσέλθει, για την εκτέλεση από την πρώτη, των εργασιών στο οικοδομικό έργο της τελευταίας, σε σχέση με την οποία, η Κατηγορούμενη 1 είχε εκδώσει προς την Παραπονούμενη και της παρέδωσε, τις εν λόγω επιταγές.
  13. Το ζήτημα του τι συνιστά εύλογη αιτία για σκοπούς εφαρμογής της εν λόγω επιφύλαξης του Άρθρου 305A
(2)του Κεφ. 154, ή, επίκλησης της υπεράσπισης που αυτό θεσμοθετεί, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, σχετικά πρόσφατα, στην υπόθεση Χριστόδουλος Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, στην απόφαση του οποίου αναφέρθηκαν για αυτό τα εξής: «Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση N.C. DIAMONDS CO. LTD v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το βάρος απόδειξης ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ενέργεια του εφεσείοντος, δηλαδή της ανάκλησης πληρωμής των επιταγών, φέρει ο ίδιος. Το βάρος απόδειξης, μετατοπιζόμενο πλέον στους ώμους του εφεσείοντος, είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην εν λόγω απόφαση υιοθετήθηκε το σκεπτικό της υπόθεσης Pitsillides & another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με την έννοια της καλής πίστης, αναφέρθηκε δε στην υπόθεση N.C. DIAMONDS το εξής: "Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδ.
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις ." και προστίθεται ότι η ενέργεια του εφεσείοντα θα πρέπει να ήταν "
(1)ειλικρινής και
(2)υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία". Το θέμα της ύπαρξης καλής πίστης εξετάστηκε και στην υπόθεση ΦΩΤΙΟΥ ν. EXANTAS MARINEENTERPRISES LTD κ.ά.
(2012)2 Α.Α.Δ. 704.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 92. Όπως επίσης επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Nikiforos Technologies v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014 δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).».
  1. Περαιτέρω, όπως δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Λ. Παραπαρίνου, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δαμιανού ν Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, 31/10/2018, η εύλογη αιτία, κατά την προαναφερόμενη έννοια της, πρέπει να αποδειχθεί από πλευράς κατηγορουμένου (στον σχετικό πάντοτε βαθμό), ότι υπήρχε, «κατά το χρόνο που αυτός προέβη στην ανάκληση της επίδικης επιταγής» (Βλ. επίσης, Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016).
  2. Στην υπόθεση αυτή, είναι μεταξύ των διαδίκων παραδεκτό γεγονός, ότι, η Κατηγορούμενη 1, δια του Κατηγορουμένου 2, έδωσε όλες τις οδηγίες ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 11, 12 και 13, στην Σ. Π. Ε. Στροβόλου επί της οποίας αυτές εκδόθηκαν για πληρωμή: (α) γραπτώς, δια της εντολής, Τεκμήριο 12 (σε ότι αφορά την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3) και (β) διαδικτυακά, δια της σχετικής υπηρεσίας της Σ. Π. Ε. Στροβόλου, ως τα Τεκμήρια 11 και 13 βεβαιώνουν (σε ότι αφορά όλες τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5). Σύμφωνα με τα Τεκμήρια 11, 12 και 13, καθώς επίσης και με βάση τα παραδεκτά, ως προελέχθη, μεταξύ των διαδίκων γεγονότα, αλλά και τα αδιαμφησβήτητα, ως διαπιστώνεται από την μαρτυρία, γεγονότα, η εντολή πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και 5, δεν δόθηκε από πλευράς της Κατηγορουμένης 1, κατά τον ίδιο χρόνο.
  3. Η οδηγία ανάκλησης της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, έγινε δια των Τεκμηρίων 11 και 12, στις 14/12/2011 και 15/12/2011 αντίστοιχα (πριν από την παρουσίαση της για πληρωμή). Και τέλος, η οδηγία ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4 και 5, έγινε διαδικτυακά, δια της σχετικής υπηρεσίας της Σ. Π. Ε. Στροβόλου, ως τα Τεκμήρια 11 και 13 βεβαιώνουν, στις 03/01/
  4. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία, η εύλογη αιτία, κατά την προαναφερόμενη νομολογηθείσα έννοια της, πρέπει να αποδειχθεί από πλευράς της Κατηγορουμένης 1 ότι υπήρχε, κατά τον χρόνο που αυτή προέβη στην ανάκληση της κάθε μίας από τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και
  5. Δηλαδή, αν από τα γεγονότα που ισχυρίστηκε η Κατηγορούμενη 1, προκύπτει ότι, η αιτία που δηλώθηκε από αυτήν για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και 5 (που ήταν για όλες, ως ισχυρίζεται, η ίδια), ήτοι, ότι η συμφωνία στην οποία, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1 είχαν προσέλθει, για την εκτέλεση από την πρώτη, των εργασιών στο οικοδομικό έργο της τελευταίας, σε σχέση με την οποία, η Κατηγορούμενη 1 είχε εκδώσει προς την Παραπονούμενη και της παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές, διακόπηκε, εύλογα υπήρχε κατά τον χρόνο που η Κατηγορούμενη 1 προέβη σε ανάκληση της πληρωμής των επιταγών, στις 14/12/2011 και 15/12/2011 και 03/01/2012, αναλόγως περίπτωσης, ως προαναφέρθηκε.
  6. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού της Κατηγορουμένης 1, μαρτυρία, κατά κύριο λόγο, δόθηκε από τον Κατηγορούμενο
  7. Κλήθηκε όμως και ο ΜΥ2, πολιτικός μηχανικός, προς ενίσχυση και περαιτέρω υποστήριξη του. Για τους λόγους που προχωρώ αμέσως να εξηγήσω, δεν αποδέχομαι την εν λόγω μαρτυρία των Κατηγορουμένου 2 και ΜΥ2, ως ειλικρινή.
  8. Όπως προαναφέρθηκε, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 υποστηρίζουν ότι, ο λόγος που δόθηκε από την Κατηγορούμενη 1, για την οδηγία της προς την πληρώτρια τράπεζα, Σ. Π. Ε. Στροβολου, να μην πληρώσει στην Παραπονούμενη τις επίδικες επιταγές, ήταν αυτός της «διακοπής συμφωνίας». Κληθείς, ο Κατηγορούμενος 2, κατά την κυρίως εξέταση του, να επεξηγήσει την έννοια της προαναφερόμενης φράσης «διακοπή συμφωνίας», για την Κατηγορουμένη 1, ως τούτη καταγράφηκε από τον ίδιο στις σχετικές οδηγίες της Κατηγορουμένης 1 προς την Σ. Π. Ε. Στροβόλου για να μην πληρώσει στην Παραπονούμενη τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5, ανέφερε τα εξής: «E. Μπορώ να τις δω τις διαδικτυακές επιστολές; (Υποδεικνύονται στον κύριο Καλαντζή τα Τεκμήρια 12 και 13). Όταν έγραφες ηλεκτρονικώς "διακοπή συνεργασίας", τι είχες στο μυαλό σου; A. Ότι ο ίδιος διέκοψε πρώτος τη συμφωνία παραβιάζοντας τους όρους που είχαμε συμφωνήσει, δηλαδή την παράδοση ανάλογης αξίας εργασίας πριν τις ημερομηνίες των επιταγών και να προσθέσω εκτός από αυτήν την παραβίαση, τις κακοτεχνίες, τον κακό συντονισμό με τους υπαλλήλους, στο ότι δεν βρισκόταν στο έργο, στο ότι . επιστράφηκε η επιταγή του πίσω χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια, στη γενικά όλη συμπεριφορά του από τη μέρα που ξεκίνησε. Έκρινα ότι ο ίδιος είχε διακόψει τη συμφωνία πριν από εμάς και ισχυρίστηκε ότι εμείς τη διακόψαμε.».
  9. Προς υποστήριξη του προαναφερόμενου ισχυρισμού του Κατηγορουμένου 2, στο Δικαστήριο κλήθηκε και ο ΜΥ2, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, υποστήριξε, ότι, η Παραπονούμενη, μέχρι και τις 18/12/2011 που αυτός, προτού ετοιμάσει την πιστοποίηση του των εργασιών της Παραπονούμενης, Τεκμήριο 10, είχε για τελευταία φορά επισκεφτεί το έργο, εκτέλεσε εργασίες, μόνον στις κατοικίες 8 και 9 στο έργο, συνολικής αξίας €3.336, και με υλικά αξίας €3.
  10. Εντόπισε δε, όπως περαιτέρω υποστήριξε, ελλείψεις και λάθη της Παραπονούμενης στις εν λόγω κατασκευές / κατοικίες, αλλά και κακοτεχνίες, η επιδιόρθωση των οποίων, θα κόστιζε στην Κατηγορούμενη 1, πέραν του κόστους που αυτή θα είχε από την αναστάτωση και την καθυστέρηση στο έργο από την διακοπή των εργασιών της Παραπονούμενης, περί τα €1.
  11. Ο Κατηγορούμενος 2, ισχυρίστηκε, ότι, είχε αναθέσει στον ΜΥ2, πολιτικό μηχανικό και επιμετρητή ποσοτήτων, την επίβλεψη των εργασιών της Παραπονουμένης («τον έφερνα να επιθεωρεί και επισήμως την εργασία»), από 20 ή 22 του μηνός Οκτωβρίου του έτους
  12. Ανοίγω εδώ μία παρένθεση, για να αναφέρω, ότι, ο ισχυρισμός αυτός του Κατηγορουμένου 2, τον οποίο έχει βεβαίως υποστηρίξει και ο ΜΥ2, ξενίζει. Και αυτό, επειδή, στο έργο, υπήρχε επιβλέπων πολιτικός μηχανικός, κάποιος Σωτηρίου *****. Αυτό, αν και αναφέρθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 στην μαρτυρία του, -φαίνεται άλλωστε και από την κοινοποίηση της πιστοποίησης του ΜΥ2, Τεκμήριο 10 στο εν λόγω πρόσωπο-, προβληματίζει, επειδή δεν επεξηγήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2, ποια ήταν η αναγκαιότητα να υπάρχει ξεχωριστή επίβλεψη των εργασιών της Παραπονούμενης από τον ΜΥ
  13. Δηλαδή, γιατί αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να γίνει, ή δεν έγινε από τον πολιτικό μηχανικό του έργου; Ειδικότερα, αν λάβει κανείς υπόψη, τον ισχυρισμό του ΜΥ2, ότι, στο έργο της Κατηγορουμένης 1, επέβλεπε και άλλες εργασίες. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Για το συγκεκριμένο έργο είχα τότε αναλάβει να επιθεωρώ εργασίες και ανοικοδόμησης και του μεταλλικού σε κάποια σημεία αλλά και για τις γυψοσανίδες. Προς το τέλος επέβλεψα και κάποιες εργασίες στους δρόμους.». Και χωρίς, βεβαίως να διαφεύγει της προσοχής μου, ότι, ο ΜΥ2, όπως ο ίδιος υποστήριξε, όλως τυχαίως, 15 ημέρες περίπου, μετά την πιστοποίηση των εργασιών της Παραπονούμενης, Τεκμήριο 10, σταμάτησε να παρέχει τις υπηρεσίες του προς τους Κατηγορουμένους 1 και 2, λόγω ανάληψης καθηκόντων σε άλλη εργασία.
  14. Ερωτηματικό, που με οδηγεί να διερευνήσω την σχέση των Κατηγορουμένων 1 και 2 με τον ΜΥ2, και τους ισχυρισμούς τους για την υπόθεση αυτή, περισσότερο. Και αυτό επειδή, η πραγματικότητα του ισχυρισμού των Κατηγορουμένων 1 και 2, ότι, ο ΜΥ2 είχε από τα μέσα, προς τέλη, του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2011, αναλάβει την επίβλεψη των εργασιών της Παραπονουμένης και ότι, κατά διαστήματα, μέχρι και την διακοπή της συμφωνίας Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 στις 14/12/2011, είχε προβεί και σε παρατηρήσεις στον ΜΚ1 για την ποιότητα των εργασιών της Παραπονούμενης στο έργο, είναι ζήτημα πολύ σημαντικό για την υπόθεση των Κατηγορουμένων 1 και
  15. Πολύ διαφορετικά θα διαμορφωθεί η κρίση του Δικαστηρίου, αν πραγματικά, ο ΜΥ2, δεν είχε ποτέ προηγουμένως επιθεωρήσει τις εργασίες της Παραπονουμένης και προβεί προς την Παραπονούμενη και στον ΜΚ1 στις οποιεσδήποτε παρατηρήσεις ή συστάσεις για την ποιότητα ή/και εκτέλεση των εργασιών της Παραπονούμενης στο έργο, και απλά εξέτασε ή επιμέτρησε τις εργασίες της Παραπονούμενης μετά τον τερματισμό της συμφωνίας Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 στις 14/12/2011 κατ' εντολήν των Κατηγορουμένων 1 και
  16. Και πολύ διαφορετικά θα διαμορφωθεί η κρίσης του Δικαστηρίου, αν ο ΜΥ2 ενήργησε όντως κατά τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς, τόσο του Κατηγορουμένου 2, όσο και του ιδίου.
  17. Ως προκύπτει από την αντεξέταση του Κατηγορουμένου 2, το έργο αυτό της Κατηγορουμένης 1, ήταν το πρώτο, αλλά και το μοναδικό, κατά τον ουσιώδη χρόνο, έργο ανάπτυξης γης της Κατηγορουμένης 1, που ο Κατηγορούμενος 2 διαχειριζόταν για αυτήν. Ο ΜΥ2 όμως, αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι, στους Κατηγορουμένους 1 και 2, παρείχε τις υπηρεσίες του και για άλλα έργα της Κατηγορουμένης 1 υπό ανάπτυξη. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Όταν μου ζητήθηκε να προσφέρω τις υπηρεσίες μου από τον κύριο Κωνσταντίνου δεν ήταν μόνο για το συγκεκριμένο έργο αλλά και για κάποια άλλα έργα, τα οποία εκτελούσε. Άρα, η συγκεκριμένη, όπως το αναφέρετε εσείς, εργοδότηση, η οποία δεν είναι εργοδότηση αλλά υπηρεσίες, αφορούσε και κάποια άλλα έργα. .». Αντίφαση, μεταξύ της μαρτυρίας Κατηγορούμενου 2 και ΜΥ2, που αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αν ληφθούν υπόψη και τα εξής.
  18. Κατ' αρχήν, ότι ο Κατηγορούμενος 2, που θεώρησε, μετά από καταμέτρηση που έκαμε των υλικών που αγοράστηκαν από την Παραπονούμενη, την έλλειψη που διαπίστωσε, ζήτημα πολύ σοβαρό, εφόσον καταδείκνυε κακοδιαχείριση των χρημάτων που εμπιστεύθηκε στην Παραπονούμενη και στον ΜΚ1 (ήτοι των €23.000), δεν χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες του ΜΥ2 για να του υπολογίσει πόσης αξίας υλικά είχαν πράγματι αγοραστεί (ή ακόμη και χρησιμοποιηθεί μέχρι τότε) από την Παραπονούμενη, ώστε να είναι σίγουρος για το ποσό χρημάτων που η Παραπονούμενη έπρεπε να του επιστρέψει, και άφησε το ζήτημα στους υπολογισμούς του ιδίου του ΜΚ
  19. Αν ο ΜΥ2 είχε όντως αναλάβει την εργασία ελέγχου των εργασιών της Παραπονουμένης, ή σε κάθε περίπτωση, παρείχε τις υπηρεσίες του στην Κατηγορούμενη 1, από, ως ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε, 20-22/10/2011, τότε, το λογικό θα ήταν, στις 11/11/2011 (ή περί την ημερομηνία αυτή), που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς και πάλι του Κατηγορουμένου 2, η Κατηγορούμενη 1 διαπίστωσε ότι, η Παραπονούμενη δεν αγόρασε ίσης αξίας υλικά, με τις €23.000 που της είχε δώσει για τον σκοπό, [και αν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 δεν μπορούσε να υπολογίσει επακριβώς την αξία τους], θα ανέθετε αυτό, το, ως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε, σοβαρό ζήτημα, στον ΜΥ2, και δεν θα το άφηνε στον ίδιο τον ΜΚ
  20. -Να επιστρέψει, δηλαδή, στην Κατηγορούμενη 1, μετά από τους δικούς του ΜΚ1, ανέλεγκτους υπολογισμούς, όποιο ποσό ήθελε (από το εν λόγω ποσό των €23.000 από την χρηματοδότηση της Κατηγορουμένης 1, που ήταν, κατά τον Κατηγορούμενο 2, ελεγχόμενη και είχε περιορισμούς)-.
  21. Επιπρόσθετα, παράλογο βρίσκω τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου 2, ότι, ενώ γνώριζε από τον ΜΥ2, ότι η Παραπονούμενη δεν είχε εκτελέσει εργασία αξίας €21.000, κάλεσε τον ΜΚ1, και μάλιστα μέσα σε διάστημα μερικών ημερών αμέσως πριν από την ημέρα που είχε οριστεί η πληρωμή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, να επιμετρήσει η ίδια η Παραπονούμενη τις εκτελεσθείσες από αυτήν εργασίες, επειδή ήθελε να υποδείξει στον ΜΚ1, ότι απέτυχε να συντονίσει τους εργολάβους του και να εκτελέσει τις εργασίες που υποσχέθηκε. Αν η συμφωνία της Κατηγορουμένης 1 με την Παραπονούμενη, πραγματικά προνοούσε ότι, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5, δίδονταν στην Παραπονούμενη μεταχρονολογημένες, ώστε στον χρόνο που θα μεσολαβούσε από μήνα σε μήνα που ήταν πληρωτέες, η Παραπονούμενη θα εκτελούσε εργασία στο έργο της Καττηγορούμενης 1, ίσης αξίας, δηλαδή €21.000, τότε ο Κατηγορούμενος 2, θα είχε επακριβή υπολογισμό της εκτελεσθείσας εργασίας της Παραπονούμενης, από τον ΜΥ2, και δεν θα ανέμενε από την Παραπονούμενη ή/και τον ΜΚ1 να επιμετρήσουν την εργασία. Ειδικότερα, αφής στιγμής ο Κατηγορούμενος 2 είχε κάποιες ημέρες πριν τις 14/12/2011 ζητήσει από τον ΜΚ1 να επιμετρήσει την εργασία της Παραπονούμενης στο έργο και αρνήθηκε. Λογικό είναι, ότι, αν ο ΜΥ2, πράγματι είχε αναλάβει την εργασία ελέγχου των εργασιών της Παραπονούμενης στο έργο, και μάλιστα από 20-22/10/2011 ως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται, ότι ο Κατηγορούμενος 2, όταν στις 14/11/2011 ζητούσε για δεύτερη φορά από τον ΜΚ1 να επιμετρήσει την εργασία της Παραπονούμενης και αρνήθηκε, θα είχε κάτι συγκεκριμένο από τον ΜΥ2 να του αναφέρει. Πολύ παράλογο μου φαίνεται, η Κατηγορούμενη 1, που είχε δώσει εντολή στην Σ. Π. Ε. Στροβόλου, για πληρωμή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, στις 15/12/2011, αν όρος της συμφωνίας Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, ήταν ότι μέχρι και εκείνη την ημερομηνία, η Παραπονούμενη θα έπρεπε να είχε εκτελέσει εργασίες στο έργο, αξίας €21.000, να μην είχε έτοιμη πιστοποίηση του ΜΥ2 και μάλιστα γραπτή, για να την υποβάλει στον ΜΚ1, ο οποίος του είχε ήδη αρνηθεί να το πράξει από μόνος του, και θα ανέμενε ακόμη και στις 14/12/2011, παραμονή δηλαδή της πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, από τον ΜΚ1, να επιμετρήσει ο ίδιος την εργασία της Παραπονούμενης. Δεν διαφεύγει, άλλωστε, της προσοχής μου, και η περαιτέρω αντίφασης, μεταξύ των καταθέσεων του Κατηγορουμένου 2 και του ΜΥ2, ότι ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε ότι, επιμέτρηση των εργασιών της Παραπονούμενης, κλήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 να διενεργήσει, μετά την απομάκρυνση της Παραπονούμενης από το έργο (δηλαδή, μετά τις 14/12/2011), ενώ ο Κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του ισχυρίστηκε ότι, είχε αυτή την «πληροφόρηση» (δηλαδή, της αξίας των εργασιών που η Παραπονούμενη είχε εκτελέσει στο έργο) από τον ΜΥ2, τουλάχιστον μία εβδομάδα προηγουμένως.
  22. Δεν έχω πεισθεί από τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου 2, ότι η πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και 5, είχε με συμφωνία Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, διασυνδεθεί με την ποσότητα της εργασίας που η Παραπονούμενη θα εκτελούσε στο έργο μέχρι και την ημερομηνία που είχε καθοριστεί σε αυτές για την πληρωμή τους. Κατ' αρχήν, ο Κατηγορούμενος 2, έχοντας τον παρακολουθήσει δια ζώσης, δεν πιστεύω ότι είναι σε τέτοιο βαθμό αφελής, ώστε, ενώ είχε ήδη, ως υποστήριξε, τις ανησυχίες του για τον τρόπο εργασίας της Παραπονούμενης και του ΜΚ1, θα αποδεχόταν τροποποίηση των συμφωνηθέντων της Κατηγορούμενης 1 με την Παραπονούμενη, και τον ουσιαστικότερο όρο αυτής, δεν θα φρόντιζε να τον περιλάμβανε στην γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 11/11/2011, Τεκμήριο
  23. Πολύ δε περισσότερο, ότι θα την υπέγραφε ώστε να επιμαρτυρεί, ότι «Από την ημέρα που ξεκινούν οι εργασίες καταβάλλεται το 1/3 του ποσού και κατά τη διάρκεια των εργασιών θα καταβάλλεται σταδιακά το υπόλοιπο ποσό.». Αδιανόητο δε μου φαίνεται, ότι ο Κατηγορούμενος 2, υπό αυτές τις περιστάσεις, και δη της έντονης, όπως ισχυρίστηκε διαφωνίας του με τον ΜΚ1 για την εισαγωγή του εν λόγω όρου, στην γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 11/11/2011, Τεκμήριο 6, ως είχε, δεδομένης της κατάληξης της προφορικής διαπραγμάτευσης του, δεν θα ζητούσε ο όρος της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 07/10/2011, Τεκμήριο 8, που προνοούσε ότι «Την ημέρα που θα βγαίνει τιμολόγιο θα δίδεται επιταγή μιας εβδομάδας», να παρέμενε αλλά να τροποποιείτο ανάλογα.
  24. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο την πραγματικότητα, προκύπτει, βρίσκω, και μέσα από τις εξής παρατηρήσεις μου της μαρτυρίας.
  25. Δεν πιστεύω ότι, ο Κατηγορούμενος 2, έχοντας προηγηθεί της 14ης/12/2011, τα όσα ισχυρίζεται ότι προηγήθηκαν και αφορούσαν την συμπεριφορά του ΜΚ1 και τις εργασίες της Παραπονούμενης στο έργο, ότι θα προχωρούσε να ανακαλέσει την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, δίδοντας στην Σ. Π. Ε. Στροβόλου, την εντελώς εκτός πραγματικότητας, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δικαιολογία, της «λανθασμένης τιμολόγησης». Αν όντως είχαν συμφωνηθεί, μεταξύ της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης 1, τα όσα ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε, θα ήταν πολύ προσεχτικός όταν ανακαλούσε την εντολή πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, να απέδιδε ορθώς και με ακρίβεια τον λόγο για την απόφαση αυτή της Κατηγορούμενης
  26. Επίσης, αν η Κατηγορούμενη 1 έκρινε ότι η Παραπονούμενη είχε παραβιάσει όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, που δικαιολογούσε από πλευράς της τερματισμό της σύμβασης τους, τότε θα ανακαλούσε την πληρωμή και των τριών επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και 5, την ίδια στιγμή (δηλαδή με μιας), ήτοι στις 14/12/2011, και δεν θα περίμενε 17 ολόκληρες ημέρες μετά για να ανακαλέσει την εντολή της από την Σ. Π. Ε. Στροβόλου για πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4 και
  27. Πόσο μάλλον, όταν ισχυρίζεται, ότι την αμέσως επόμενη ημέρα, μπήκε στην διαδικασία να συντάξει και να παραδώσει στην Σ. Π. Ε. Στροβόλου, την επιστολή, Τεκμήριο 12, με την οποία, αντί να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής και των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4 και 5, -εφόσον με αυτήν είχε και την ευκαιρία να διευκρινίσει τον λόγο της απόφασης της να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, που ήταν κατά τους ισχυρισμούς της, «παράβαση συμφωνίας»-, απλά αναφέρει ότι θα το έπραττε στο μέλλον. Ποια η λογική σε αυτό;
  28. Δεν πιστεύω τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου 2, ότι στις 15/12/2011 επικοινώνησαν μαζί του από την Σ. Π. Ε. Στροβόλου, για να «διευκρινίσει» την δικαιολογία της η Κατηγορούμενη 1 για την ανάκληση της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο
  29. Όπως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 υποστήριξε, ο λόγος «λανθασμένη τιμολόγηση» που έδωσε στην Σ. Π. Ε. Στροβόλου, ήταν μία από τις προσφερόμενες επιλογές του διαδικτυακού προγράμματος της Σ. Π. Ε. Στροβόλου και δεν βρίσκω καμία λογική η ίδια η Σ. Π. Ε. Στροβόλου να είχε ζητήσει από την Κατηγορούμενη 1 διευκρινήσεις. Αν είναι δυνατόν, για κάθε εντολή ανάκλησης πληρωμής επιταγής, η πληρώτρια τράπεζα, να αναζητούσε από τους πελάτες της, «περισσότερες διευκρινήσεις» και δη για τις δοθείσες επιλογές του διαδικτυακού της προγράμματος. Ποιος τότε ο λόγος της διαδικτυακής υπηρεσίας της Σ. Π. Ε. Στροβόλου της οποίας ο Κατηγορούμενος 2 έκανε χρήση;
  30. Οι εκ των υστέρων ενέργειες των Κατηγορουμένων 1 και 2, ως ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε, επικαλούμενος τα Τεκμήρια 11 και 12, έχοντας υπόψιν μου το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας, δεν με πείθουν ότι βασίστηκαν σε λάθος του Κατηγορουμένου 2, όταν αρχικά έδιδε την εντολή της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο
  31. Αίσθηση, άλλωστε, μου προκάλεσε και η τοποθέτησης του Κατηγορουμένου 2 για το ζήτημα αυτό κατά την αντεξέταση του, που, ανακαλώντας στην μνήμη μου και το ύφος του τότε όταν κατέθετε, χωρίς κανένα δισταγμό, λέω ότι έλεγε ψέματα. Παραθέτω την σχετική περικοπή από τα πρακτικά της δίκης: «E. Πάμε στο θέμα της ανάκλησης των επιταγών. Κάματε μια συνάντηση με τον παραπονούμενο και στο τέλος της συνάντησης αυτής αποφασίσατε ότι θα πρέπει να κάμετε stop payment τις επιταγές την επόμενη ημέρα, συμφωνείτε μαζί μου; A. Την ίδια μέρα έγινε. E. Τη νύχτα. A. 14:43 το απόγευμα. E. Κάματε μια διαδικτυακή ανάκληση της επιταγής. A. Μάλιστα. E. Στη διαδικτυακή ανάκληση της επιταγής, συμπληρώσατε τον όρο λανθασμένη τιμολόγηση, συμφωνείτε μαζί μου; A. Αφού το είπα. E. Γιατί δεν βάλατε τούτους όλους τους λόγους που είπατε περιληπτικά, ότι ο άνθρωπος δεν ήταν επαγγελματίας, δεν τηρούσε τους όρους της συμφωνίας κτλ; A. Του τα είπα προσωπικά εκείνην τη μέρα στο γραφείο μου, που έγινε συνάντηση, στις 14/
  32. E. Στην ανάκληση κύριε A. Ναι, θα πω και την ανάκληση, ένα λεπτό. Δεν θέλετε να δείτε γιατί την κάμαμε την ανάκληση; Την σοφιστήκαμε μόνοι μας; . Μάρτυρας: Η ανάκληση ημερομηνίας 14/12 γίνεται διαδικτυακά. Είμαι γνώστης των ηλεκτρονικών υπολογιστών και μπήκα σ' αυτό είναι τυποποιημένο έντυπο, υπάρχει μια φόρμα και βάζεις κάποια στοιχεία και διάλεξα αυτόν τον λόγο, υπήρχε προεπιλογή, και το έστειλα. Την επόμενη το πρωί με πήρε τηλέφωνο ο λειτουργός της ΣΠΕ και μου λέει ότι λάβαμε ψες τούτο, όντως είναι έτσι ή μήπως το έκαμε κάποιος άλλος; Με ρώτησε: "Θέλεις να το κάμεις αυτό και γιατί;" και του λέω: "Ναι, λόγω διακοπής συμφωνίας" και μου λέει: "Βάλ' τα γραπτώς και φερ' τα". Τα έβαλα στα επόμενα 10 λεπτά και του είπα και του κυρίου Πίττα ότι είχε παραβιάσει τη συμφωνία μας και τους όρους της πολύ πριν ανακαλέσω. Εγώ, μάλιστα, εκείνην τη μέρα του είπα έχοντας στην τσέπη μου την επιμέτρηση του XXXXX περί εργασιών και υλικών και του λέω: "Πάμε τώρα στο έργο να επιμετρήσουμε τη δουλειά σου". "Όχι", μου λέει, "εγώ δεν έχω έτσι όρο μέσα στα συμβόλαια". Του λέω: "Τι φοβάσαι, πάμε να την μετρήσουμε και όση είναι να πληρωθείς, δεν μπορείς να ζητάς να πάρεις 27.000 από τη στιγμή που έκαμες πιο λίγο." Το έβαλα γραπτώς την επόμενη το πρωί, δέκα λεπτά μετά που πήρα το τηλεφώνημα, πήγα και πήρα διά χειρός του κυρίου Τσιακλή και είναι το Τεκμήριο
  33. Ο κος Χριστοδούλου συνεχίζει: E. Επειδή είπατε μας πριν ότι είστε κομπιουτεράκιας, γνώστης των ηλεκτρικών υπολογιστών, στα πεδία που υπάρχουν στη διαδικτυακή ανάκληση επιταγής, συμφωνείτε ότι αναφέρεται και ο όρος παράβαση σύμβασης; A. Όχι, δεν αναφέρεται. E. Υπάρχει κενός χώρος από κάτω που μπορείς να γράψεις οποιονδήποτε άλλον λόγο θέλεις εσύ; A. Υπάρχει κάτι πολύ περιορισμένο, στο οποίο μπορείς να γράψεις 1 2 λέξεις. E. Άρα, εσείς σκεφτήκατε, αντί να γράψετε τον πραγματικό λόγο, αφού παρέχεται αυτή η ευχέρεια σε κενό χώρο στη συγκεκριμένη φόρμα, να πατήσετε κάποιο άλλο τετραγωνάκι, το οποίο δεν είχε καμία σχέση με τον λόγο που ισχυρίζεστε σήμερα. A. Όχι κύριε, δεν το έκαμα σκόπιμα, σας είπα τι προηγήθηκε. E. Άλλο σας ρωτώ A. Ναι κύριε και μόλις έφυγε και αρνήθηκε να βρει μια λύση μπήκα στον υπολογιστή μου και του το είπα, μάλιστα έστειλα και επιστολή, δεν το έκαμα σκόπιμα. Εκείνην την ώρα είδα τη φόρμα και επέλεξα εκείνο το πράγμα, τούτο έκοψε ο νους μου εκείνην την ώρα. E. Τυχαία; A. Όχι τυχαία, τα διάβασα και το έβαλα, αν το θεωρείτε λάθος είναι δικό σας θέμα, εγώ είδα τη φόρμα και αυτό έκρινα. E. Και κρίνατε σωστό ότι ο λόγος που έφτανε πιο κοντά στην αντίληψή σας να βάλετε ήταν η λανθασμένη τιμολόγηση. Συμφωνείτε; A. Ναι κύριε, είδα τη φόρμα και το έβαλα, θα το ξαναπούμε; Επίσης την ίδια ώρα με την ανάκληση έφυγε επιστολή 14/12, την ίδια ώρα, και προς τον κύριο Πίττα και προς τον αρχιτέκτονα και την επόμενη το πρωί, μετά που λάβαμε το τηλεφώνημα, πήραμε τους λόγους στην Τράπεζα.».
  34. Το παράλογο των ισχυρισμών του Κατηγορουμένου 2, διαφαίνεται και από τα αναφερόμενα στην επιστολή που η Κατηγορούμενη 1 απέστειλε στην Παραπονούμενη στις 14/12/2011, Τεκμήριο
  35. Σε αυτήν, ο Κατηγορούμενος 2, δεν κάνει καμία αναφορά ότι η Παραπονούμενη ενήργησε με τρόπο αντισυμβατικό. Τουναντίον, ο τρόπος με τον οποίο αυτή είναι συνταγμένη, καταδεικνύει το αντίθετο. Ότι, δηλαδή, η Κατηγορούμενη 1 είναι αυτή που επέλεξε την διακοπή της συνεργασίας τους. Μάλιστα, κάνει αναφορά στην συμφωνία της Παραπονούμενης με την Κατηγορούμενη 1 ημερομηνίας 11/11/2011, Τεκμήριο 6 και ζητά από την Παραπονούμενη να επιμετρήσει τις εκτελεσθείσες από αυτήν εργασίες, για να της εξοφλήσει το χρέος της. Αδιανόητο μου φαντάζει, ο Κατηγορούμενος 2, να είχαν προηγηθεί όλα όσα ισχυρίστηκε ότι είχαν προηγηθεί της 14ης/11/2011, και αφορούσαν την συμπεριφορά του ΜΚ1 και τις εργασίες της Παραπονούμενης στο έργο, να φτάνει στο σημείο λόγω της αρνητικής, ως την περιέγραψε, συμπεριφοράς του ΜΚ1, να τερματίσει για την Κατηγορούμενη 1 την συμφωνία της με την Παραπονούμενη, αλλά να μην κάνει καμία αναφορά: (α) για την παράβαση της Παραπονούμενης των συμφωνηθέντων της με την Κατηγορούμενη 1, και δη ότι η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας της δεν ήταν €27.000, αλλά πολύ χαμηλότερη (ιδιαιτέρως εφόσον την είχε ήδη πληροφορηθεί, ως ισχυρίστηκε, από τον ΜΥ2); (β) τις αστοχίες και κακοτεχνίες της Παραπονούμενης στο έργο, και δη την απαίτηση της από την Παραπονούμενη εξ αιτίας τους; (γ) την αρνητική στάση του ΜΚ1 στις υποδείξεις του, και την μη συμμόρφωση της Παραπονούμενης με τις συστάσεις, τόσο της Κατηγορούμενης 1, όσο και του ΜΥ2 και (δ) ειδικότερα, το δικαίωμα της Κατηγορούμενης 1 να ανακαλέσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και 5, λόγω διασύνδεσης τους με τα συμφωνηθέντα τους. Και όχι να κάνει αναφορά σε χρέος της για εξόφληση και να καλεί με αυτήν την Παραπονούμενη, να της επιστρέψει τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5, για να της εκδώσει άλλη επιταγή προς εξόφληση του χρέους της. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, Τεκμήριο 1, πιστεύω, μιλάει από μόνο του: «Σε συνέχεια της συμφωνίας μας που αφορούσε το . έργο . ημερομηνίας 11/11/2011 σας ενημερώνω ότι η εταιρεία μας αποφάσισε να διακόψει την συνεργασία με την εταιρεία σας . Παρακαλώ όπως εντός μιας εβδομάδας μας ενημερώσετε για το κόστος των μέχρι τώρα εκτελεσθέντων εργασιών με βάση τις συμφωνημένες τιμές μονάδος, δια εξόφληση. Καλείστε όπως μην χρησιμοποιήσετε τις εκδοθείσες επιταγές με αριθμό 33199555, 33199556 και 331999557 που σας έχουν δοθεί, τις οποίες πρέπει να επιστρέψετε την ημέρα που θα σας εκδοθεί η καινούρια επιταγή.».
  36. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, Τεκμήριο 1, είναι, κατά την κρίση μου, άλλη μία ένδειξη, ότι ο ΜΥ2 δεν επέβλεπε τις εργασίες κατά την εξέλιξη τους, μέχρι και την 14ην /11/2011 που η Παραπονούμενη «απομακρύνθηκε» από το έργο, -ως ισχυρίστηκαν, τόσο αυτός, όσο και ο Κατηγορούμενος 2-, επειδή, αν έτσι όντως είχαν τα πράγματα, ο Κατηγορούμενος 2, λογικά, δεν θα παρέλειπε να έκανε αναφορά, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, στα όσα ο ΜΥ2 αναφέρει στην πιστοποίηση του, Τεκμήριο 10, και στην προαναφερόμενη επιστολή του προς την Παραπονούμενη ημερομηνίας 14/11/2011, Τεκμήριο
  37. Έχοντας κατά νουν τα προαναφερόμενα, θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια στην μαρτυρία των Κατηγορουμένου 2 και ΜΥ2 για να καταλήξω σε συμπεράσματα για τα επίδικα ζητήματα. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία τους, στο βαθμό που αφορά τα επίδικα γεγονότα, δεν γίνεται αποδεκτή.
  38. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερόμενων διαπιστώσεων μου, καταλήγω ότι, η Κατηγορούμενη 1, χωρίς εύλογη αιτία, με τις οδηγίες, που, δια του Κατηγορούμενου 2, διοικητικού σύμβουλου και εντεταλμένου της για τον σκοπό, έδωσε στην Σ. Π. Ε. Στροβόλου στις 14/12/2011, 15/12/2011 και 03/01/2012, Τεκμήρια 11, 12 και 13, ήτοι, σε χρόνο πριν από την παρουσίαση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και 5 στην Σ. Π. Ε. Στροβόλου για να πληρωθούν (βλ. Philippa Estates Ltd v Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142), αναλόγως περίπτωσης, προκάλεσε την μη εξόφληση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και 5, τις οποίες εξέδωσε με δικαιούχο πληρωμής τους την Παραπονούμενη, δια του Κατηγορουμένου 2, ο οποίος είχε τις οδηγίες της για τον σκοπό. ii. Η ποινική ευθύνη του Κατηγορουμένου 2
  1. Ο Κατηγορούμενος 2, ως ήταν ξεκάθαρο κατά την δίκη, δεν κατηγορείται ως αυτουργός για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, αντικείμενο των κατηγοριών στο κατηγορητήριο, αλλά ως συνεργός της Κατηγορουμένης 1, φυσικής αυτουργού, για την διάπραξη του.
  2. Σύμφωνα με το Άρθρο 20 του Κεφ. 154: «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.».
  3. Ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016 (πλειοψηφίας), το προαναφερόμενο Άρθρο 20 του Κεφ. 154, κατηγοριοποιεί τα άτομα εκείνα που συμμετέχουν σε αδικήματα σε τέτοιο βαθμό συμμετοχής που να δύνανται να θεωρηθούν και οι ίδιοι ως ένοχοι για τα αδικήματα αυτά, με αποτέλεσμα να διώκονται ως αυτουργοί: «Η παράγρ. (α) του άρθρου 20, αναφέρεται σε εκείνους που πράγματι διενεργούν την πράξη ή παράλειψη που συνιστούν το ποινικό αδίκημα, η παράγρ. (β) αφορά εκείνους που διαπράττουν ή παραλείπουν να διαπράξουν κάτι με σκοπό να καταστήσουν δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο πρόσωπο ή παρέχουν βοήθεια για τη διάπραξη του αδικήματος, η παράγρ. (γ) καλύπτει εκείνους που παρέχουν βοήθεια ή παρακινούν άλλο κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος και τέλος, η παράγ. (δ) εκείνους που συμβουλεύουν ή προάγουν άλλους για διάπραξη ποινικού αδικήματος.».
  4. Σύμφωνα με την νομολογία, η συνέργεια, συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής. Δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει, ως επεξηγήθηκε στην προαναφερόμενη υπόθεση Vrontis Builders Ltd (πλειοψηφίας), καθ' όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης. Αναφέρει το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του: «Η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του ΚΕΦ. 154, δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής. (Πουτζιουρής κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 346 κ.ε.). Το άρθρο 305Α ποινικοποιεί, σύμφωνα με τον πλαγιότιτλο, την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Κατά τη νομολογία, (Miltos Trading Ltd ν. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609 και Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261) η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής. Η συνέργεια δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει καθ΄ όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης.». (η υπογράμμιση είναι δική μου) 119. Η έκδοση επιταγής από εταιρεία, ως νομικό πρόσωπο, καθιστά βέβαια υπεύθυνη την ίδια την εταιρεία ως την εκδότρια της επιταγής, αλλά ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας που υπογράφει την επιταγή, δύναται να είναι ποινικά υπεύθυνος ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεση του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος [βλ. Vrontis Builders Ltd (πλειοψηφίας) ανωτέρω]. Το ότι ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας, σε κατάλληλη υπόθεση, μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός της εταιρείας [είτε είναι το πρόσωπο που υπέγραψε για την έκδοση της επιταγής, είτε όχι, βλ. Ευγένιος Αjini κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319 και Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) ν Samoa Clothing Industry Ltd. κ. α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 619], έχει αποφασιστεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλ. μεταξύ άλλων, Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 117, Ευγένιος Ajini κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319, Ch. Zakakiotis (Disco) Ltd. v 1. Kalavas & Associates Ltd. κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) ν Samoa Clothing Industry Ltd. κ. α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 619, Wellfit Engineering Co. Ltd. v Άκη Χαπίδη κ. α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 271, Νίκος Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ. κ. α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555 και Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/
  1. Ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Vrontis Builders Ltd (πλειοψηφίας): «. η νοητική σκέψη ενός ατόμου και η πρόθεση αυτού δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης, αλλά αποδεικνύεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα που καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Άτομο γενικώς θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του, (Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646 και Χατζηξενοφώντος κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Δεν υπήρξε εδώ εισήγηση για εύλογη αιτία για την μη εξόφληση των επιταγών όπως αναλύθηκε η έννοια και στην πρόσφατη απόφαση Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Εφ. 18/12 ημερ. 16.4.2014, με την θέση των εφεσειόντων, εταιρείας και διευθυντή, να εστιάζεται στην κατ' ισχυρισμόν πλημμελή αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα όσα άλλα αναλύθηκαν στην απόφαση στην Ποιν. Έφ. Αρ. 297/14. Ο διευθυντής υπογράφοντας τις επιταγές εν γνώσει του ότι ο λογαριασμός της εταιρείας ήταν προβληματικός και δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ενέταξε εαυτόν στην έννοια του αυτουργού διά των διατάξεων του άρθρου 20 του ΚΕΦ. 154, θεωρούμενος ότι συνήργησε ώστε να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του εφόσον σε κανένα στάδιο πριν την επιστροφή των επιταγών δεν τις ανακάλεσε ή δεν φρόντισε να κατατεθούν τα αναγκαία κεφάλαια ώστε οι επιταγές να πληρωθούν δεόντως. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, οι μεταχρονολογημένες επιταγές φέρουν κατά τη χρονική στιγμή της έκδοσης τους και την εξυπακουόμενη παράσταση ότι τα γεγονότα και τα δεδομένα είναι τέτοια που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, οι επιταγές κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα θα τιμηθούν αμέσως στην ημερομηνία που αυτές αναγράφουν ή σε μεταγενέστερο χρόνο (R v. Gilmartin [1983] Q.B. 953 και R v. Maytum-White 42 Cr. App.R. 165). Επομένως, ο διευθυντής γνώριζε όλα τα δεδομένα, εν γνώσει του υπέγραψε τις επιταγές υπογράφων για την εκδότρια εταιρεία, γνώση απαραίτητη για την καταδίκη κάποιου ως συνεργού (Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 544, Churchill v. Walton [1967] 2 A.C. 224 και Mok Wei Tak v. R [1990] 2 A.C. 333). Όπως εξηγείται και στον Archbold
(2006)σελ. 1730, παρ. 17-67, εκείνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι ο συνεργός κατά το χρόνο της παροχής της συνδρομής μπορούσε να αντιληφθεί ότι ήταν πραγματική η δυνατότητα ο αυτουργός (εδώ η εταιρεία), να διαπράξει το αδίκημα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Το ζήτημα της υποκειμενικής υπόστασης ή ένοχης διάνοιας («mens rea») του συνεργού, δυνάμει του προαναφερόμενου Άρθρου 20 του Κεφ. 154, στην διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, δυνάμει του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154 (σε ότι δηλαδή αφορά το γεγονός της συνδρομής διευθυντή εταιρείας στην έκδοση και παράδοση της επιταγής χωρίς αντίκρισμα), εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν Gastop Boutique Ltd κ. α., Ποινική Έφεση αρ. 161/2014, 30/06/
  2. Όπως αναφέρθηκε από το Εφετείο στην εν λόγω υπόθεση: «Το άρθρο 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα, δυνάμει του οποίου κατηγορήθηκε η εφεσίβλητη 2 ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, από την εφεσίβλητη 1, δεν προνοεί ρητά για συγκεκριμένη ένοχη διάνοια του συνεργού. Η νομολογία όμως, αγγλική και κυπριακή, δείχνει ότι ο συνεργός θα πρέπει να γνωρίζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τουλάχιστον τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα. Συμφωνούμε με τη θέση που εκφράστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω) ότι ακόμα και όταν το κύριο αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης, για τη διάπραξη του αδικήματος της συνέργειας στο αδίκημα, είναι απαραίτητη η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια (mens rea). Όμως δεν φαίνεται να επιβάλλεται η ανάγκη απόδειξης πρόθεσης, εκ μέρους του συνεργού, για διάπραξη του κύριου αδικήματος, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση πρόθεση μή πληρωμής της επιταγής, όπως το έθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο. Είναι αρκετό, κατά την κρίση μας, εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless). Όπως είναι θεμελιωμένο, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος (intention), όσο και η αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness), συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης (Δέστε: Smith & Hogan΄s, Criminal Law, 13η έκδοση, σελ. 118, παρ. 5.2.2). Στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Procecutor
(2003)2 LRC 658 το Ανώτατο Δικαστήριο της Συγκαπούρης έκρινε ότι η ποινική ευθύνη των διοικητικών συμβούλων εταιρείας, τους επέβαλλε το καθήκον να ενεργούν έντιμα και με εύλογη επιμέλεια (duty to act honestly and with reasonable diligence). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερ. 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση (Δέστε: Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ, 486). Στην υπόθεση Θεοχάρους (ανωτέρω) ο ένας εφεσείων ήταν Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και η άλλη εφεσείουσα ήταν σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της εταιρείας. Το Εφετείο έκρινε ότι και οι δύο εφεσείοντες γνώριζαν ή «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε, και αυτό παρά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν τιμηθεί άλλες επιταγές της εταιρείας. Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι. Συναφώς παρατηρούμε ότι προηγούμενη υπεράσπιση που υπήρχε στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποίαν κάποιος δεν θεωρείτο ένοχος αν μπορούσε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι κατά την εμφάνιση της θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, καταργήθηκε, όπως παρατήρησε το Εφετείο και στην Παυλόπουλος (ανωτέρω). Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα. Αναφορικά με την ευθύνη των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών, θεωρούμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο καθοδηγήθηκε εσφαλμένα από την υπόθεση Bondina (ανωτέρω). Η Bondina αφορούσε αστικήν ευθύνη των διοικητικών συμβούλων εταιρείας οι οποίοι υπέγραφαν επιταγές της εταιρείας. Είναι ορθό ότι εκδότης των επιταγών αυτών είναι η εταιρεία και επομένως ότι δεν υπάρχει, γενικά, προσωπική αστική ευθύνη των διοικητικών συμβούλων. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, το υπό εξέταση ζήτημα αφορά σε ποινική ευθύνη διοικητικού συμβούλου, ο οποίος υπέγραψε επιταγή εκ μέρους εταιρείας η οποία καταδικάστηκε δυνάμει του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα, ως συνεργού της εταιρείας. Είναι θεμελιωμένο ότι ένας διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, ο οποίος υπογράφει επιταγή (της εταιρείας) άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί να έχει ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως συνεργός, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (Δέστε: Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ, 319). Ενόψει των προαναφερομένων θεωρούμε ότι η εφεσίβλητη 2, με πλήρη γνώση των ουσιωδών γεγονότων, κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της επίδικης επιταγής, και με αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με το κατά πόσον η επίδικη επιταγή, την οποία υπέγραψε εν λευκώ και συμπληρώθηκε με τη συναίνεσή της, θα ετιμάτο, όταν θα παρουσιάζετο προς πληρωμή, και βασιζόμενη μόνο σε μιαν αόριστη και μή δεσμευτικήν υπόσχεση, από τον σύζυγό της, ότι θα κατέθετε κάποιον, επίσης αόριστο ποσό που θα εισέπραττε, στο λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, παρείχε βοήθεια στην εφεσίβλητη 1 εταιρεία να διαπράξει το αδίκημα του άρθρου 305Α και επομένως είναι ένοχη για το αδίκημα της συνέργειας δυνάμει του άρθρου 20(γ) του Ποινικού Κώδικα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 122. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις προαναφερόμενες αποφάσεις του στις υποθέσεις Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης και Vrontis Builders Ltd (πλειοψηφίας):
(1)Πρόσωπο που κατηγορείται βάσει του Άρθρου 20 του Κεφ. 154, ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, για να κριθεί ένοχος του αδικήματος, πρέπει να αποδειχθεί από πλευράς κατήγορου, ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο της διάπραξης του αδικήματος, γνώριζε «τουλάχιστον τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα». Ότι, δηλαδή, είχε την απαραίτητη υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea»).
(2)Για να αποδειχθεί η απαραίτητη υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea»), δεν επιβάλλεται η απόδειξη από πλευράς κατήγορου, πρόθεσης («intention») εκ μέρους του συνεργού, για τη διάπραξη του κύριου αδικήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, πρόθεσης διάπραξης του υπό αναφορά, κάτω από το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154, αδικήματος. Όπως αναφέρει το Εφετείο στην απόφαση του στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης: «Είναι αρκετό, ., εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless).» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου).
(3)Συνεπώς, για να αποδειχθεί από πλευράς κατήγορου, η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea») του κατηγορουμένου ως συνεργού, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος:
(1)γνώριζε τα γεγονότα που συνθέτουν τα συστατικά στοιχεία του κυρίου αδικήματος,
(2)αλλά παρ' αυτά, ήταν [τουλάχιστον] αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσο μπορούσε να διαπραχθεί το αδίκημα.
(4)Ως εκ τούτου, η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea») του κατηγορουμένου ως συνεργού, μπορεί να αποδειχθεί:
(1)είτε με απόδειξη πρόθεσης («intention») εκ μέρους του κατηγορημένου ως συνεργού, να διαπράξει το κυρίως αδίκημα,
(2)είτε με απόδειξη αδιαφορίας ή απερισκεψίας εκ μέρους του, κατά πόσο μπορούσε να διαπραχθεί το αδίκημα.
(5)Όταν ο κατηγορούμενος ως συνεργός, είναι διοικητικός σύμβουλος εταιρείας που της καταλογίζεται η διάπραξης του κυρίου αδικήματος, λόγω, του, ως εκ της θέσης του, γενικού καθήκοντος του να ενεργεί έντιμα και με εύλογη επιμέλεια («duty to act honestly and with reasonable diligence»), η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea») του, μπορεί να αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό (πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας) εκ μέρους του κατήγορου, από στοιχεία και περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση, από τα οποία καταδεικνύεται, ότι:
(1)γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, τα γεγονότα που συνθέτουν τα συστατικά στοιχεία του κυρίου αδικήματος βάσει του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, και
(2)ότι, δεν επίδειξε εύλογη επιμέλεια και παρέβη το καθήκον του να μην επιδείξει αδιαφορία ή απερισκεψία («recklessness») αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε, παραδόθηκε και παρουσιάστηκε προς πληρωμή μια επιταγή. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016: «. η επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή ευθύς αμέσως μετά την έκδοση της και ο εφεσίβλητος 2 ως διευθυντής και ιθύνων νους της εφεσίβλητης 1 (βλ. Ανδρονίκου, ανωτέρω) και ως το μόνο πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές της γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει εάν υπήρχαν ή όχι διαθέσιμα κεφάλαια, για πληρωμή της επίδικης επιταγής όταν την υπέγραφε. Κατά συνέπεια κάθε άλλο συμπέρασμα από το ότι ο εφεσίβλητος 2 κατά την υπογραφή/έκδοση της επιταγής γνώριζε την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εφεσίβλητης 1 για πληρωμή της επιταγής, δεν θα είχε θέση υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Αποδείχτηκε επομένως και το στοιχείο της γνώσης και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως δεν είχε ενώπιον του μαρτυρία για απόδειξη του στοιχείου αυτού.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
(6)Με την τροποποίηση του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, η απόδειξης από πλευράς κατηγορουμένου ως συνεργού, ότι, κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή (για την εταιρεία), είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι, κατά την εμφάνιση της, θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, δεν αποτελεί πλέον υπεράσπιση.
  1. Ο Κατηγορούμενος 2, ήταν, ο ιθύνων νους και η θέληση της Κατηγορουμένης 1 (μοναδικός διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1) και αυτός [που εκτελεστικά] είχε προβεί στην συμφωνία για την εκτέλεση των εργασιών στο έργο της Κατηγορουμένης 1 από την Παραπονούμενη, που είναι υποκείμενη της έκδοσης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και
  2. Είχε ο ίδιος εκδώσει, δια της υπογραφής του, τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5, με δικαιούχο πληρωμής την Παραπονούμενη, προς εξόφληση του 1/3 του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος για τις εργασίες, ως είχε συμφωνηθεί. Και ήταν αυτός που είχε συμφωνήσει, για την Κατηγορούμενη 1, με την Παραπονούμενη, για το πότε θα εδίδετο εντολή πληρωμής τους προς εξόφληση της προαναφερόμενης συμβατικής υποχρέωσης της Κατηγορουμένης 1, η οποία και καθορίστηκε στο σώμα της κάθε επιταγής και αφορούσε συγκεκριμένη ημερομηνία. Και είναι επίσης αυτός που αποφάσισε και έδωσε τις οδηγίες προς την πληρώτρια τράπεζα, Σ. Π. Ε. Στροβόλου, για να ανακαλέσει, για λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, την εντολή της Κατηγορουμένης 1 για πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και
  3. Βρίσκω συνεπώς ότι, ο Κατηγορούμενος 2, συνέργησε με την Κατηγορούμενη 1 στο να διαπράξουν τα αδικήματα. Ότι δηλαδή, πριν από την διάπραξη των αδικημάτων, ως διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, την συμβούλευσε να τα διαπράξει. Μάλιστα, ως το πρόσωπο που είχε εξουσιοδότηση να διαχειρίζεται τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5, και να δεσμεύει την Κατηγορούμενη 1 με την υπογραφή του, με την ενέργεια του να δώσει τις οδηγίες προς την Σ. Π. Ε. Στροβόλου για να ανακληθεί η πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4 και 5, παρείχε στην Κατηγορούμενη 1 βοήθεια και συνδρομή στο να διαπράξει τα αδικήματα. Ενεργώντας με τον προαναφερόμενο τρόπο, ο Κατηγορούμενος 2, γνώριζε ότι οι πράξεις του βοηθούσαν την Κατηγορούμενη 1 να μην τιμήσει τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και
  4. Οι ενέργειες του, ήταν πάντοτε με συνείδηση της πραγματικής πιθανότητας διάπραξης των αδικημάτων από την Κατηγορούμενη
  5. iii. Δεδικασμένο σε ότι αφορά την αθώωση των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε σχέση με την 5η και 6η κατηγορία στο κατηγορητήριο
  6. Είναι παραδεκτό, ως προκύπτει γεγονός, ότι, το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, σχετικά με την επιταγή υπ' αρ. *****57, που αποτελεί το αντικείμενο των κατηγοριών 5 και 6 στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, προσάχθηκε εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 από την Παραπονούμενη και στην Υπόθεση με αρ. 9672/2012, από το οποίο, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αθωώθηκαν από το Δικαστήριο και απαλλάχτηκαν, με σχετική απόφαση του, στις 09/11/2012 (βλ. Τεκμήριο 12). Εν προκειμένω, δεν έχει σημασία για το παρόν Δικαστήριο, ο λόγος που η υπόθεσης τότε αποσύρθηκε εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 από την Παραπονούμενη, ή γιατί το Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις που έγινε η απόσυρσης της, αποφάσισε την αθώωση και απαλλαγή τους από το κατηγορητήριο τους. Σημασία έχει, ότι, η εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου είναι τελεσίδικη και το αποτέλεσμα της δεσμευτικό για το παρόν Δικαστήριο. Βλ. Re Λοϊζίδη, Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D149, Αίτηση Αρ. 32/2019, 17/04/2019). Κατάληξης
  1. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί: Α. Αποδέχομαι ότι η πλευρά της Παραπονούμενης έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ως ακολούθως: i. Η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες με αρ. 1 και 3 στο κατηγορητήριο, και ii. O Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες με αρ. 2 και 4 στο κατηγορητήριο. Β. Η πλευρά της Παραπονούμενης έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, ως ακολούθως: i. Σε ότι αφορά την κατηγορία με αρ. 5 στο κατηγορητήριο η Κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται. ii. Σε ότι αφορά την κατηγορία με αρ. 6 στο κατηγορητήριο ο Κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται.
  2. Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Κεφ. 154, τροποποιήθηκε την 25/07/2008, από τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008, δια του οποίου το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 ως είχε τότε, αντικαταστάθηκε από το προαναφερόμενο. [ii] Ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα (στην βάση των προνοιών του Άρθρου 12 του Συντάγματος και της αρχής «nullum crimen Nulla poena sine lege», βλ. Ορέστης Βασιλείου ν Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 04/07/2017). [iii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση θέμα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [v] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Βλ. επίσης, Παυλίνα Γρηγορίου ν Νικόλα Γρηγορίου Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [vii] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.