ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΦΛΩΡΕΝΤΙΝΟΣ, Υπόθεση υπ' αρ.: 2527/2015, 28/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 2527/2015 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ***** ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Παραπονούμενο - εναντίον - ***** ΦΛΩΡΕΝΤΙΝΟΣ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 28/02/2019 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κ. Δημήτρης Τσολακίδης, για την Κιτρομιλίδης, Πέτσας Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μιχαήλ Γ. Ιωάννου Κατηγορούμενος, Παρών ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά 1. Το αδίκημα, αντικείμενο του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Παραπονουμένου, έχει διαπραχθεί την 05/11/2009. 2. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, που ο Παραπονούμενος, ως έχει προαναφερθεί, καταλογίζει στον Κατηγορούμενο, είχε ως εξής: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Το Άρθρο 305Α
(6)του Κεφ. 154
- Τα περισσότερα γεγονότα που αφορούν την ουσία της υπόθεσης αυτής, είναι, μεταξύ των διαδίκων, παραδεκτά. Αυτό, που για τους σκοπούς της ανάλυσης που ακολουθεί, πρέπει να αναφερθεί σε αυτό το εισαγωγικό μέρος της απόφασης μου, είναι ότι, είναι παραδεκτό από τους διαδίκους το γεγονός της έκδοσης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, μεταχρονολογημένα, από τον Κατηγορούμενο, με δικαιούχο τον Παραπονούμενο, για το ποσό των €13.200, προς τον σκοπό εξόφλησης ή εξασφάλισης εξόφλησης, δανεισμού του πρώτου από τον τελευταίο. Διαφωνούν όμως, ως προς τον ισχυρισμό του Παραπονουμένου, ότι, ο Κατηγορούμενος, δανείστηκε από αυτόν το ποσό των €13.200, εφόσον, ο Κατηγορούμενος, υποστηρίζει ότι, από τον Παραπονούμενο, δανείστηκε μόνο το ποσό των €12.000 και ότι το υπόλοιπο ποσό των €1.200, ήταν τόκος που είχε συμφωνήσει με τον Παραπονούμενο, ως το αντάλλαγμα για τον δανεισμό του, σε ότι αφορούσε τον ένα μήνα που είχε οριστεί ως η περίοδος αποπληρωμής του (εξ ου και ο ένας μήνας μεταχρονολόγησης για σκοπούς πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1). Όπως επίσης διαφωνούν, ως προς τον ισχυρισμό του Παραπονουμένου ότι, το ποσό της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, δεν εξοφλήθηκε από τον Κατηγορούμενο, καθότι, ο Κατηγορούμενος, υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο. Ότι, δηλαδή, στην πορεία των πραγμάτων, το μεγαλύτερο μέρος του εν λόγω ποσού, πλην €600 που παραμένει οφειλόμενο προς τον Παραπονούμενο, του το κατέβαλε.
- Αν και το ζήτημα αυτό δεν ηγέρθη ευθέως από πλευράς Κατηγορουμένου, ο ισχυρισμός του ότι ο Παραπονούμενος τον δάνεισε χρήματα, με αντάλλαγμα την επιστροφή τους σε τακτή προθεσμία, με τόκο, σε συνδυασμό με την αναφορά που έγινε κατά την δίκη, περί τοκογλυφίας από τον Παραπονούμενο (αν και όχι ειδικά ή και ευθέως σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, εφόσον το τι αναφέρθηκε από τον Κατηγορούμενο, ήταν ότι, είχε ακούσει από τρίτους, ότι ο Παραπονούμενος είναι τοκογλύφος) εγείρει ζήτημα κατά πόσο υπήρξε, στην προκείμενη περίπτωση, οποιαδήποτε παρανομία στην συναλλαγή των διαδίκων, που είναι υποκείμενη της έκδοσης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, που δικαιολογεί εφαρμογή των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(6)του Κεφ.
- Σχολιασμός της προαναφερόμενης διάταξης, σε σχέση με ισχυρισμό κατηγορουμένου για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, περί τοκογλυφίας, έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σταύρος Νεοφύτου ν Σάββα Κυριακίδη (Αρ. 3)
(1999)2 Α.Α.Δ. 299, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Ο δικηγόρος του εφεσίβλητου μας είπε, επί του προκειμένου, πως με την τροποποίηση που επέφερε στο άρθρο 305(Α) του βασικού Νόμου ο περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικός αρ.2) Νόμος του 1999 (N. 37
(1)/99), αν δικαζόταν σήμερα ο εφεσίβλητος θα αθωωνόταν, ενόψει του ευρήματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η συναλλαγή, για την οποία και εξέδωσε τις επιταγές, ήταν παράνομη. Είναι γεγονός πως το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα, το οποίο δεν μας απασχόλησε στην έφεση ενόψει της κατάληξης μας αναφορικά με την ορθή ερμηνεία του άρθρου 305(Α). Επί του προκειμένου παραπέμπουμε στη σχετική απόφαση μας. Για τους σκοπούς όμως συζήτησης της αρμόζουσας ποινής, και μόνο, οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως η κρίση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, που ήταν σύμφωνη και με την εισήγηση του δικηγόρου του εφεσίβλητου, είναι νομικά εσφαλμένη. Σύμβαση η οποία προβλέπει τόκο μεγαλύτερο από το νόμιμα επιτρεπόμενο, δεν είναι παράνομη αλλά, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 5
(1)του περί Τόκου Νόμου του 1977, (Ν.2/77), ο τόκος που υπερβαίνει τον επιτρεπόμενο δεν εισπράττεται, μήτε χρεώνεται. Υπάρχει δε και νομολογία επί του θέματος αυτού, με τελευταία την απόφαση Τράπεζα Κύπρου και Άλλοι ν. Κoudounaris Food Products και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 641. Και αυτά που είπαμε ισχύουν μόνο αν γίνει θεωρητικά δεκτή και η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η επίδικη συναλλαγή αφορούσε δάνειο με όρους τοκογλυφίας, κάτι που ισχυρίστηκε ο εφεσίβλητος. Δεν θα συζητήσουμε τις πρόνοιες του τροποποιητικού Νόμου 37
(1)/
- Θα ερμηνευθούν, όταν τούτο χρειαστεί, από τα Δικαστήρια, τη μόνη αρμόδια εξουσία σύμφωνα με το Σύνταγμα να ερμηνεύει τους νόμους και να επιβάλλει συμμόρφωση σ' αυτούς, όπως ο νόμος ορίζει. Για τους σκοπούς όμως του ζητήματος που μας απασχολεί θα παρατηρούσαμε πως θα μας φαινόταν παράδοξο αν θεωρείτο πως με τον τροποποιητικό Νόμο παρέχεται τώρα υπεράσπιση σε κατηγορούμενο, ο οποίος δυνατό να είναι αποκλειστικά υπεύθυνος ή συνεργός σε παράνομη ή ανήθικη συναλλαγή, για την οποία και εκδίδει επιταγή που πιθανό να βρίσκεται στα χέρια αθώου νόμιμου κομιστή προς εξαργύρωση, όταν η επιταγή δεν τιμάται από την τράπεζα, για το λόγο που καθορίζει ο Νόμος, ο εκδότης κατηγορούμενος να μπορεί να προβάλει τη δική του παρανομία ή ανηθικότητα ως υπεράσπιση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σχολιασμός του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που, πρέπει σαφώς να σημειωθεί, αφενός, έγινε σε καιρό που ο περί Τόκου Νόμος του 1977, Νόμος 2/1977, εξακολουθούσε να είναι σε ισχύ (ή σε κάθε περίπτωση, αφορούσε τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης) και αφετέρου, έγινε σε σχέση με υπόθεση στα γεγονότα της οποίας δεν ετύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του ήδη θεσπισθέντος περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997, Νόμος 66(I)/1997, που θα μπορούσαν να προσελκύσουν κάποια συζήτηση.
- Τώρα, σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, επί του ιδίου πάντοτε ζητήματος, πρέπει να σημειωθεί, ότι, κατά τον χρόνο που υπάρχει ισχυρισμός ότι έγινε ο επίδικος δανεισμός του Κατηγορουμένου από τον Παραπονούμενο και εκδόθηκε μεταχρονολογημένα για σκοπούς πληρωμής, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, προς εξόφληση του ή προς εξασφάλιση της εξόφλησης του, ήτοι, το έτος 2009 (είτε αυτό έγινε τον Απρίλιο όπως ισχυρίστηκε ο Παραπονούμενος, είτε αυτό έγινε τον Ιούνιο που ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος), δεν είχαν ακόμη εισαχθεί στον περί Ποινικού Κώδικα Νόμο, Κεφ. 154, τα Άρθρα 314Α, 314Β και 314Γ περί τοκογλυφίας και αισχοκέρδιας που προνοούν τα εξής: «314Α.
(1)Πρόσωπο το οποίο κατά την παροχή οποιουδήποτε δανείου, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, λαμβάνει, εισπράττει, χρεώνει, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον οικονομικό όφελος ή περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το επιτόκιο αναφοράς, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου «επιτόκιο αναφοράς» σημαίνει το μέσο όρο των ετήσιων επιτοκίων, συμπεριλαμβανομένων προμηθειών, επιβαρύνσεων ή οποιωνδήποτε εξόδων χρεώνουν τα πιστωτικά ιδρύματα για καταναλωτικά δάνεια, αυξανόμενο κατά το ήμισυ, με ελάχιστη αύξηση πέντε ποσοστιαίες μονάδες και μέγιστη αύξηση μέχρι δέκα ποσοστιαίες μονάδες. Το επιτόκιο αναφοράς υπολογίζεται ανά τριμηνία από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η οποία το δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. 314Β.
(1)Οι διατάξεις του άρθρου 314Α δεν εφαρμόζονται: (α) σε πιστωτικά ιδρύματα, (β) σε περίπτωση δανείου όπου ο δανειστής και ο χρεώστης είναι νομικά πρόσωπα τα οποία για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 33 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου θεωρούνται συνδεδεμένα πρόσωπα, (γ) σε περίπτωση δανείου προς νομικό πρόσωπο όπου το κεφάλαιο από το οποίο παρέχεται το δάνειο προέρχεται άμεσα ή έμμεσα από το εξωτερικό, νοουμένου ότι το ποσό του δανείου υπερβαίνει το €1.000.000 και η ελάχιστη εκταμίευση είναι €500.000, (δ) σε περίπτωση δανείου προς νομικό πρόσωπο που εκταμιεύεται στο εξωτερικό, νοουμένου ότι το ποσό του δανείου υπερβαίνει το €1.000.000 και η ελάχιστη εκταμίευση είναι €500.000.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος «πιστωτικό ίδρυμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο. 314Γ.
(1)Πρόσωπο το οποίο, ενώ γνωρίζει την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία ή την ψυχική έξαψη άλλου, εκμεταλλεύεται την κατάσταση αυτή λαμβάνοντας, εισπράττοντας, χρεώνοντας, συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν την αξία της δικής του παροχής, έτσι ώστε, ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις, να βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς αυτήν, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου- (α) "ανάγκη" σημαίνει τη δύσκολη και πιεστική κατάσταση προσώπου όπου για να μην υποστεί σημαντική βλάβη στη ζωή, στην υγεία ή στην τιμή του πρέπει να αποκτήσει χρήματα· (β) "πνευματική αδυναμία" σημαίνει την ελαττωμένη πνευματική ανάπτυξη προσώπου, η οποία δεν του επιτρέπει την κατανόηση των δυσμενών γι' αυτό όρων της συναλλαγής· και (γ) "ψυχική έξαψη" είναι η συναισθηματική ταραχή που εμποδίζει την πλήρη συνείδηση των δυσμενών όρων της συναλλαγής.».
- Σημειώνεται, ότι, τα προαναφερόμενα Άρθρα 314Α, 314Β και 314Γ του Κεφ. 154, εισήχθησαν για πρώτη φορά στο Κεφ. 154 στην αρχική τους μορφή, με τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμος του 2011, Νόμο 72(Ι)/2011, την 29/04/
- Κατά τους ισχυρισμούς του Παραπονουμένου, το αδίκημα που καταλογίζει στον Κατηγορούμενο, της υπόθεσης αυτής, διαπράχθηκε πολύ πιο πριν, περί το έτος
- Ο δε Κατηγορούμενος, αν και προβάλλει κάποιους διαφορετικούς ισχυρισμούς για τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, δεν αμφισβητεί ότι αυτά εκτυλίχθηκαν κατ' εκείνη την περίοδο. Ως εκ τούτου, βάσει του Άρθρου 12.1 του Συντάγματος και της αρχής ότι, κανείς δεν καταδικάζεται ή δύναται να του επιβληθεί ποινή, για αδίκημα που δεν υφίστατο νομοθετικά κατά τον ουσιώδη -σε σχέση με την ισχυριζόμενη παράνομη συμπεριφορά του- χρόνο («nullum crimen nulla poena sine lege» / «ούτε έγκλημα, ούτε ποινή χωρίς νόμο»), δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί εφαρμογής των προνοιών των προαναφερόμενων Άρθρων 314Α, 314Β και 314Γ του Κεφ. 154, στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής (βλ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 12/2015 κ. α., 04/07/2017).
- Όπως επίσης, πρέπει να σημειωθεί, σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, ότι, το έτος 2009, ο περί Τόκου Νόμος του 1977, Νόμος 2/1977, είχε ήδη, από 31/12/1999, καταργηθεί, από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999, Νόμος 160(I)/1999 και ότι, ως εκ τούτου, ούτε και οι πρόνοιες αυτού μπορούν, σε ότι αφορά αυτά, να τυγχάνουν εφαρμογής.
- Εντούτοις, σε ισχύ, ήταν ο προαναφερόμενος περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμος του 1997, Νόμος 66(I)/1997, το Άρθρο 3
(1)του οποίου προνοούσε (ως είχε τότε, ήτοι το έτος 2009), ότι: «3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), των διατάξεων του Μέρους IV και του εδαφίου
(1)του άρθρου 35, η άσκηση τραπεζικών εργασιών ή οι εργασίες αποδοχής καταθέσεων από οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός από τράπεζα απαγορεύονται.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σημειώνεται, συναφώς, ότι, σύμφωνα με το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Νόμου 66(Ι)/1997 (ως είχε τότε, ήτοι το έτος 2009), στις φράσεις «τραπεζικές εργασίες» και «εργασίες αποδοχής καταθέσεων» δινόταν η εξής αντίστοιχη ερμηνεία: «εργασίες οι οποίες διεξάγονται στη Δημοκρατία ή στο εξωτερικό από τη Δημοκρατία και συνίστνται στο δανεισμό χρημάτων που προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής» και «εργασίες αποδοχής καταθέσεων από το κοινό στη Δημοκρατία ή τις εργασίες αποδοχής καταθέσεων στη Δημοκρατία από το εξωτερικό».
- Με τον όρο «καταθέσεις», επίσης, να ερμηνεύεται ως εξής: «. ποσό χρημάτων που καταβάλλεται ή εισπράττεται με όρους- (α) βάσει των οποίων θα αποπληρωθεί με τόκο ή χωρίς τόκο ή υπέρ το άρτιο, είτε σε πρώτη ζήτηση ή σε τακτή προθεσμία ή υπό όρους που συμφωνούνται από ή εκ μέρους του προσώπου που καταβάλλει και του προσώπου που εισπράττει το ποσό, αλλά (β) οι οποίοι δε σχετίζονται με την πώληση ή τη διάθεση αγαθών ή περιουσιακών στοιχείων, την παροχή υπηρεσιών ή την έκδοση χρεωστικών ομολόγων ή μετοχών.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Από την προαναφερόμενη ανάλυση, έπεται ότι, ακόμη και αν ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου, σε ότι αφορά το ότι, ο Παραπονούμενος, τον δάνεισε χρήματα υπό τον όρο αποπληρωμής του δανεισμού του με τόκο, ευσταθεί, η συναλλαγή των διαδίκων, με βάση το προαναφερόμενο Άρθρο 3
(1)του Νόμου 66(Ι)/1997, δεν εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα παρανομίας, καθότι, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν προκύπτει ότι ο Παραπονούμενος, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, «άσκησε» τραπεζική εργασία, άνευ αδείας. Στην φράση «άσκηση τραπεζικών εργασιών», του Άρθρου 3
(1)του Νόμου 66(Ι)/1997, σημασία, κρίνω, πρέπει να δοθεί, εκτός του όρου «ασκώ», που σημαίνει (με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια της λέξεως), «ενεργώ κατά έναν ορισμένο τρόπο», στην αναφορά «εργασίες αποδοχής καταθέσεων», την οποία, ο Παραπονούμενος, από την προσκομισθείσα μαρτυρία (άνευ εκτίμησης της), σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξαχθεί ότι ασκούσε (βλ. Έλληνας Χρηματοδοτήσεις Λτδ. ν Γιάλλουρου
(2006)1 Α.Α.Δ. 120, Φιλής ν Ellinas Finance Ltd κ. α., ECLI:CY:AD:2015:A671, Πολιτική Έφεση Αρ. 97/2010, 12/10/2015). Δηλαδή, ότι, ο Παραπονούμενος, ενήργησε κατά τρόπο που θα μπορούσε μόνο να ενεργήσει, πρόσωπο αδειοδοτημένο να ασκεί τραπεζικές εργασίες, βάσει του Νόμου 66(Ι)/
- Σε κάθε περίπτωση, από τα γεγονότα της υπόθεσης (επαναλαμβάνω, άνευ εκτίμησης), τίποτα δεν έχει τεθεί στην προσοχή μου, που θα δικαιολογούσε, συμπέρασμα του Δικαστηρίου περί ακυρότητας της συμφωνίας των διαδίκων, κατ' εφαρμογής των διατάξεων του Άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Τέτοια εισήγησης, άλλωστε, δεν υπήρξε από πλευράς Κατηγορουμένου. Η μαρτυρία
- Παραμένει, ως εκ τούτου, το έργο της εκτίμησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο, ώστε να εξαχθούν τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα, για τα οποία οι θέσεις των διαδίκων διίστανται. Σημαντικό σε ότι αφορά αυτό, είναι το γεγονός ότι, ως προαναφέρθηκε, αρκετά από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, έγιναν παραδεκτά από τους διαδίκους. Σε αυτά, αναφέρομαι στην συνέχεια της απόφασης μου, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο, για σκοπούς ανάπτυξης του σκεπτικού μου για την τελική απόφαση μου που ακολουθεί.
- Μοναδικός μάρτυρας για την υπόθεση του Παραπονουμένου, ήταν ο ίδιος. Για δε την υπόθεση του Κατηγορουμένου, εκτός της ένορκης κατάθεσης του ιδίου, στο Δικαστήριο κλήθηκε και κατέθεσε και ο αδελφός του, ***** Φλωρέντζος (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2»). Η μαρτυρία του Παραπονουμένου
- Ο Παραπονούμενος, με την μαρτυρία του, σε γενικές γραμμές υποστήριξε τα εξής.
- Με τον Κατηγορούμενο, ισχυρίστηκε, ήταν φίλοι και είχαν πολύ καλές σχέσεις. Λόγω τούτου, όταν ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και του ζήτησε δανεικά, δέχθηκε να τον δανείσει το ποσό που του ζήτησε, ήτοι €13.200, για περίοδο τριών μηνών, έχοντας υπόψη του και το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, ήταν κυβερνητικός υπάλληλος και είχε καλό μισθό.
- Ο Κατηγορούμενος, ισχυρίστηκε ο Παραπονούμενος περαιτέρω, δεν τον εξόφλησε το χρέος του από την δανειακή τους συμφωνία, ως τα συμφωνηθέντα τους αρχικά, ήτοι εντός των τριών μηνών από τον δανεισμό του και ακολούθως, εντός περαιτέρω τριών μηνών που είχε συμφωνηθεί, ως παράταση της περιόδου αποπληρωμής του.
- Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, για το ποσό των €13.200, που του εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο [με δικαιούχο τον ίδιο] και του παραδόθηκε από τον Κατηγορούμενο, όταν την παρουσίασε επί της τράπεζας επί της οποίας εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο για να την πληρωθεί, δεν τιμήθηκε.
- Το εν λόγω ποσό των €13.200, ήτοι, το χρέος του Κατηγορουμένου προς αυτόν, υποστήριξε, μέχρι και σήμερα, δεν του έχει εξοφληθεί. Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου
- Ο Κατηγορούμενος, αν και παραδέχθηκε ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, για το ποσό των €13.200, με δικαιούχο τον Παραπονούμενο, και ότι την παρέδωσε στον Παραπονούμενο για σκοπούς εξασφάλισης εξόφλησης χρέους του από δανεισμό του από τον αυτόν, για τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην έκδοση της, αλλά και για το τι επακολούθησε αυτής, παρουσίασε στο Δικαστήριο μία εκδοχή, κάπως διαφορετική από αυτήν του Παραπονουμένου.
- Όπως ισχυρίστηκε, από τον Παραπονούμενο, με τον οποίον όντως διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, δανείστηκε μόνον €12.000 και για περίοδο, όχι τριών μηνών, αλλά ενός μηνός, εν αναμονή, όπως υποστήριξε, δανείου για το οποίο είχε αποταθεί σε συγκεκριμένο Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα, καθότι, κατ' εκείνη την περίοδο, αντιμετώπιζε πράγματι οικονομικές δυσκολίες. Εξ ου, ως ισχυρίστηκε, και η μεταχρονολόγηση της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, του ποσού των €13.200, για περίοδο ενός μηνός. Από το εν λόγω ποσό των €13.200, υποστήριξε περαιτέρω, τα €1.200, ήταν ο συμφωνημένος, με τον Παραπονούμενο, τόκος του 10% επί του κεφαλαίου των €12.000 που του είχε δανειστεί. Η έκδοσης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, υποστήριξε, ήταν όρος που του ετέθη από τον Παραπονούμενο για τον δανεισμό του, επιπρόσθετα του όρου που του ετέθη για εξόφληση του με τόκο. Άλλος όρος, που του ετέθη από τον Παραπονούμενο και ο ίδιος τον αποδέχθηκε, υποστήριξε περαιτέρω, ήταν να τον εγγυηθεί για το χρέος του προσωπικά, κάποιος κοινός τους γνωστός, με το όνομα ***** Αρέστη. Ο εν λόγω ***** Αρέστη, ανέφερε, συμφώνησε και ανέλαβε τον ρόλο του εγγυητή του.
- Πλησίον της λήξης της περιόδου εξόφλησης του δανείου του, και επειδή, λόγω μη παραχωρήσεως από το Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα του δανείου που είχε αιτηθεί, αδυνατούσε να καταβάλει στον Παραπονούμενο το ποσό που είχε συμφωνηθεί προς εξόφληση του χρέους του από τον δανεισμό του, επισκέφτηκε τον Παραπονούμενο, ζητώντας του παράταση της σχετικής προθεσμίας για να δυνηθεί να το πράξει. Τότε, ο Παραπονούμενος, αντέδρασε αρνητικά στην παράκληση του Κατηγορουμένου και στράφηκε εναντίον του κατά τρόπον απειλητικό, προκαλώντας του, ως ισχυρίστηκε, φόβο για την σωματική του ακεραιότητα, με αποτέλεσμα, μη έχοντας άλλη επιλογή, να του προτείνει όπως του έδιδε, το μόλις 9 μηνών αυτοκίνητο του (αξίας, όταν το αγόρασε, €16.000), ώστε ο Παραπονοόυμενος να το πωλούσε για να πάρει τα λεφτά του. Όπως και έγινε, εφόσον, ο Παραπονούμενος, αποδέχθηκε την πρόταση του, με την μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου του προς τον Παραπονούμενο, στις 14/07/2009, ήτοι, μίαν ημέρα πριν από την ημερομηνία που είχε δοθεί εντολή πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, την 15/07/
- Μετά πάροδο κάποιας περιόδου από το εν λόγω γεγονός, κατά την οποία, όπως υποστήριξε ο Κατηγορούμενος, ο Παραπονούμενος δεν τον ενόχλησε για το ζήτημα της οφειλής του, ο Παραπονούμενος επικοινώνησε μαζί του για να του αναφέρει ότι είχε εξεύρει αγοραστή για το αυτοκίνητο του, για €10.000 μόνον. Ο Κατηγορούμενος, τότε, τον παρακάλεσε να μην προχωρήσει με την πώληση του αυτοκινήτου, για περίοδο λίγων ημερών, και αφού επικοινώνησε με τον αδελφό του, ΜΥ2, ο οποίος εκείνη την περίοδο ενδιαφερόταν να αγοράσει καινούριο αυτοκίνητο, πληροφόρησε τον Παραπονούμενο ότι, ο αδελφός του, ΜΥ2, είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον να αγοράσει αυτός το αυτοκίνητο για €10.
- Ο Παραπονούμενος, αποδέχθηκε την εισήγηση του Κατηγορουμένου να αγοράσει ο αδελφός του, ΜΥ2, το αυτοκίνητο του για το ποσό των €10.000, ζητώντας όπως αυτό του καταβαλλόταν σε μετρητά. Μετά πάροδο κάποιων ημερών, ο αδελφός του Κατηγορουμένου, ΜΥ2, κατέβαλε όντως τις €10.000 στον Παραπονούμενο, ο οποίος, εν συνεχεία, υπέγραψε το έντυπο μεταβίβασης της ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου και το παρέδωσε.
- Ενάμιση μήνα, ή δύο μήνες, μετά την παράδοση του αυτοκινήτου στον αδελφό του, ΜΥ2, κατέβαλε στον Παραπονούμενο, επιπρόσθετα, €2.000, για να του εξοφλήσει το ποσό των €12.000, που ήταν, κατά τους ισχυρισμούς του, το αρχικό κεφάλαιο που ο Παραπονούμενος του είχε δανείσει. Παράλληλα, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο, όπως, το υπόλοιπο του χρέους του, των €1.200, που, βάσει της συμφωνίας δανεισμού του, αφορούσε τους τόκους, του το εξοφλούσε σταδιακά, ήτοι με μηνιαίες δόσεις των €
- Όπως, επίσης, ζήτησε από τον Παραπονούμενο, και επιστροφή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, για να του το αρνηθεί όμως ο Παραπονούμενος, επικαλούμενος ότι κάτι τέτοιο ήταν αχρείαστο, εφόσον θα την κατέστρεφε.
- Τελευταία επαφή και επικοινωνία του με τον Παραπονούμενο, υποστήριξε ο Κατηγορούμενος, ήταν, μετά την πάροδο τριών μηνών και την πληρωμή προς τον Παραπονούμενο επιπρόσθετου ποσού €600, ήτοι, €200 μηνιαίως, ως είχε αναλάβει έναντι του, όταν ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον Παραπονούμενο ότι, λόγω της πολύ κακής οικονομικής του κατάστασης, αδυνατούσε να του εξοφλήσει το υπόλοιπο ποσό των €600, και ζήτησε να του χαριστεί, χωρίς ο Παραπονούμενος να τοποθετηθεί επί τούτου αρνητικά. Μετά από χρόνια, ισχυρίστηκε, που δεν είχε καμία επικοινωνία με τον Παραπονούμενο, προς έκπληξη του, έλαβε την κλήση για το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του ΜΥ2
- Ο ΜΥ2, κατέθεσε ότι, εξ όσων είχε πληροφορηθεί από τον αδελφό του, Κατηγορούμενο, ο Κατηγορούμενος όφειλε στον Παραπονούμενο κάποιο ποσό χρημάτων.
- Όπως υποστήριξε, το έτος 2009, ο Κατηγορούμενος αδελφός του, του τηλεφώνησε και τον παρότρυνε να αγοράσει το αυτοκίνητο του, το οποίο αυτοκίνητο του, του είχε αναφέρει, το είχε δώσει στον Παραπονούμενο έναντι της οφειλής του προς αυτόν, επειδή ο Παραπονούμενος επρόκειτο να το πωλήσει σε κάποιο τρίτο, για €10.
- Ο ίδιος, που, κατά την περίοδο εκείνη, όλως τυχαίως, ήταν στην αναζήτηση για αγορά αυτοκινήτου, το θεώρησε μία καλή ευκαιρία για τον ίδιο και συμφώνησε με την εισήγηση του Κατηγορουμένου για την αγορά του. Ως εκ τούτου, μετέβη στην Λευκωσία από την Αγία Νάπα που διαμένει, και παρέδωσε στον Κατηγορούμενο, €10.000 για να πληρώσει τον Παραπονούμενο και να διευθετήσει μαζί του τα της μεταβίβασης του τίτλου για την ιδιοκτησία του στο όνομα του και την παράδοσή του αυτοκινήτου. Κάποιες ημέρες μετά, ο Κατηγορούμενος τον πληροφόρησε για την ολοκλήρωση της συναλλαγής του με τον Παραπονούμενου και ότι ο τελευταίος του είχε παραδώσει κατοχή του αυτοκινήτου και υπογεγραμμένο το σχετικό έντυπο για την μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του στο όνομα του. Ακολούθως, ο ΜΥ2 παρέλαβε το αυτοκίνητο από την Λευκωσία και ολοκλήρωσε την διαδικασία μεταβίβασης της ιδιοκτησίας του στο όνομα του, αργότερα, περί τον Νοέμβριο του έτους
- Η εκτίμηση της μαρτυρίας
- Ο Παραπονούμενος, γενικά, δεν μου έκανε καλή εντύπωση.
- Κατά την εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την δίκη, ήταν φειδωλός. Φειδωλός, όχι με την καλή έννοια. Δηλαδή, του τύπου εκείνου ενός μάρτυρα, που δίδει τις απαντήσεις του με μέτρο και περίσκεψη, με αποτέλεσμα, η μαρτυρία του να μην έχει μεν έκταση, αλλά περιεχόμενο. Στην περίπτωση του Παραπονουμένου, αν και η μαρτυρία του είχε το περιεχόμενο που αρκούσε για να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία, για κάποια πράγματα, δεν με έπεισε ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια, ή την αλήθεια. Ήταν, παρατήρησα, πολύ επιφυλακτικός στις απαντήσεις του, ως σαν να έκρυβε ή αλλοίωνε πράγματα. Οι πολύ σύντομες τοποθετήσεις του στα διάφορα ερωτήματα που του ετέθησαν για τα γεγονότα, ειδικότερα κατά την αντεξέταση του, σε αυτό πιστεύω αποσκοπούσαν.
- Παράδειγμα, αποτελεί η τοποθέτησης του για την μεταβίβαση του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου στο όνομα του. Αυτό το γεγονός, σημειώνω, υπεβλήθη στον Παραπονούμενο, για να υποστηριχθεί από πλευράς Κατηγορουμένου, ότι, το χρέος του προς αυτόν από την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, -σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του [Παραπονουμένου]-, είχε στο μεγαλύτερο μέρος του εξοφληθεί. Ο Κατηγορούμενος, ήταν πολύ σύντομος στην τοποθέτηση του, και με τις απαντήσεις που έδωσε, ήρθε να προσθέσει, κατά τρόπον αρνητικό για την μαρτυρία του, στο μοναδικό στοιχείο, που μέχρις εκείνου του σημείου της κατάθεσης του, δεν έστεκε, [κατά την κρίση του Δικαστηρίου], καλά στην λογική. Το οποίο, δεν είναι άλλο, από το γεγονός του δανεισμού του Κατηγορουμένου, ενός ουδόλως ευκαταφρόνητου ποσού, χωρίς κανένα ουσιαστικό κέρδος από την πράξη αυτή για τον ίδιο, απλά και μόνον, επειδή με τον Κατηγορούμενο είχε φιλικές σχέσεις από το καφενείο (με τον οποίον έπαιζαν, ως ανέφερε «μπιρίμπα»), και εντελώς «πρόχειρα» και «ανεπίσημα».
- Αυτός λοιπόν ο Κατηγορούμενος, -που στην μαρτυρία του μάλιστα, ανέφερε ότι, για πολλά χρόνια ήταν εθισμένος στον τζόγο (χωρίς τούτο να αποτελέσει από πλευράς του Παραπονουμένου αντικείμενο αμφισβήτησης)-, ισχυρίστηκε ότι, είχε μεταβιβάσει στον Παραπονούμενο το αυτοκίνητο του, προς εξόφληση, μερικώς της οφειλής του, ή, ώστε, ο Παραπονούμενος, να το πουλούσε για πάρει το λαβείν του, και να εξοφληθεί το χρέος του Κατηγορουμένου προς αυτόν. Ο Παραπονούμενος, αντιλαμβανόμενος ότι, αυτό, ήταν ένα γεγονός που θα μπορούσε εύκολα να διαπιστωθεί, από το ιστορικό των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών του αυτοκινήτου, μέσω της αρμόδιας αρχής, όταν του ετέθη κατά την αντεξέταση του ως θέση του Κατηγορουμένου, δεν το αμφισβήτησε και προσπάθησε, μέσα από μία πολύ γενική τοποθέτηση, να πείσει ότι, αυτή, ήταν μία πράξη, εντελώς ασύνδετη με το γεγονός του επίδικου δανεισμού του Κατηγορουμένου. Υποστηρίζοντας, ουσιαστικά, ότι, είχε αγοράσει το αυτοκίνητο από τον Κατηγορούμενο για €10.000, απλά και μόνον, για να βοηθήσει, και πάλι οικονομικά, τον Κατηγορούμενο (όπως δηλαδή έκανε και με το δάνειο των €13.200 - γεγονότα που έλαβαν χώρα, ως υποστήριξε, την ίδια εποχή), και επειδή του το ζήτησε ο Κατηγορούμενος, για να το πωλήσει κάποιους μήνες μετά, στον αδελφό του Κατηγορουμένου, ΜΥ2, ακριβώς στην ίδια τιμή. Και, όλως τυχαία, η εγγραφή του οχήματος του Κατηγορουμένου, στο όνομα του Παραπονουμένου, να έγινε μία ημέρα πριν από την ημερομηνία που είχε οριστεί για την πληρωμή της η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο
- Οι ισχυρισμοί αυτοί του Παραπονουμένου, δεν μπορούν να γίνουν εύκολα πιστευτοί, καθότι, η λογική υπαγορεύει το αντίθετο. Η ισχυριζόμενη από πλευράς του σχέση τους με τον Κατηγορούμενο, δεν δικαιολογούσε λογικά, ο Παραπονούμενος να είχε κινηθεί προς οικονομική υποστήριξη του, διαθέτοντας για τον σκοπό (όσο καλά εισοδήματα και να είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, όπως υποστήριξε), ένα κεφάλαιο της τάξης των €23.200 εντελώς «πρόχειρα» και «ανεπίσημα» και για κανένα απολύτως κέρδος. Στην σύγχρονη κοινωνία και τις σχέσεις των ανθρώπων, πολύ δύσκολα κάποιος αγοράζει ένα αυτοκίνητο, απλά και μόνο προς βοήθεια κάποιου και μάλιστα, σε αξία χαμηλότερη της αγοραίας για αυτό, για να το πωλήσει σε κάποιον τρίτο (ακόμη και εάν στην προκείμενη περίπτωση ετύγχανε να είναι ο αδελφός του Κατηγορουμένου), πολύ σύντομα μετά, και ακριβώς στην ίδια τιμή, απλά και μόνον επειδή του ζητήθηκε. Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση, που ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι, πέραν της βοήθειας που ήθελε να προσφέρει στον Κατηγορούμενο, το αυτοκίνητο το χρειαζόταν και το αγόρασε και ότι, παρά τούτο, όταν ο αδελφός του Κατηγορουμένου, ΜΥ2, του ζήτησε κάποιους μήνες μετά να το αγοράσει, γιατί ο ίδιος το είχε αγοράσει από τον Κατηγορούμενο υποτιμημένο, έτσι απλά το αποδέχθηκε και του το πώλησε στην ίδια τιμή.
- Τα πρακτικά της δίκης, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, αποκαλύπτουν τα εξής -τα οποία και παρατίθενται αυτούσια, για σκοπούς υποστήριξης της κρίσης του Δικαστηρίου, ως ανωτέρω-: «E. Μήπως είχατε κάμει κάποια συμφωνία, με την οποίαν ο Κατηγορούμενος σου έδωσε ένα ολοκαίνουργιο αυτοκίνητο, μάρκας PEUGEOT, για 10.000 ευρώ έναντι του χρέους της επιταγής; A. Όχι, το είχα αγοράσει αυτό για 10.000 ευρώ. Αυτό ήταν εκτός της πράξης αυτής που είχαμε κάμει. E. Τι εννοείς, κύριε Γρηγορίου, εκτός της πράξης αυτής; A. Χρειαζόμουν ένα αυτοκίνητο και ήθελε να πουλήσει το αυτοκίνητό του, γιατί ήθελε λεφτά και το αγόρασα. . E. Θέλεις να πεις ότι η πράξη με το αυτοκίνητο προηγήθηκε της δοσοληψίας του δανείου; A. Επειδή είναι τόσα πολλά τα χρόνια δεν θυμούμαι ακριβώς πότε έγινε η δοσοληψία του αυτοκινήτου. Ήταν μέσα στο χρονικό διάστημα της επιταγής. Επειδή είχε οικονομικό πρόβλημα ήθελε να πωλήσει το αυτοκίνητο, ήθελε και άλλα λεφτά έξτρα, έγιναν στο ίδιο χρονικό διάστημα περίπου. E. Συμφωνείς μαζί μου ότι μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα εσύ κρατούσες ήδη την επιταγή του Κατηγορούμενου; A. Νομίζω ναι. E. Και ενώ κρατούσες αυτήν την επιταγή και του είχες δώσει τις 13.200, όπως λες, και δεν ήξερες ακόμα αν θα τα πάρεις πίσω, ισχυρίζεσαι στο Δικαστήριο ότι αγόρασες και ένα αυτοκίνητο και του έδωσες και άλλες 10.000; A. Ήταν ευκαιρία το αυτοκίνητο, το είχε πάρει 16.000 και μου το πούλησε για 10.
- E. Σου υποβάλλω, κύριε, ότι η ιστορία αυτή με το αυτοκίνητο έγινε διότι πράγματι ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο χρέος της επιταγής και συμφωνήσατε να σου δώσει αυτό το αυτοκίνητο, που πολύ σωστά λες ότι έκανε 16.000, να σου το δώσει για 10.000 έναντι του ποσού της επιταγής. Συμφωνείς μαζί μου; A. Όχι, δεν συμφωνώ. E. Το αυτοκίνητο αυτό τι το έκαμες; A. Στην πορεία ήρθε ο αδελφός του Κατηγορούμενου και ζήτησε να το πάρει αυτός, γιατί ήταν πολύ χαμηλή η τιμή που το πήρα υποτίθεται και εντάξει, δέχτηκα να το πάρει ο αδελφός του. E. Ο οποίος σε πλήρωσε; A. Ναι. E. Πόσα σε πλήρωσε; A. 10.000.».
- Καταλήγω, ως εκ τούτων, στο ότι, η μαρτυρία του Παραπονουμένου, δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο, για την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο, για τα επίδικα ζητήματα. Σε κάθε περίπτωση, καταλήγω στο ότι, ο Παραπονούμενος, δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια, αναφορικά με τους λόγους που τον οδήγησαν να δανείσει χρήματα στον Κατηγορούμενο και τους όρους υπό τους οποίους συμφωνήθηκε μετά του Κατηγορουμένου η εξόφλησης του δανεισμού του. Δηλαδή, πότε συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο, όταν πλέον παρήλθε η 15η/07/2009 που είχε αρχικά συμφωνηθεί μεταξύ τους ως η λήξη της προθεσμίας εξόφλησης του δανείου, ότι θα τον εξοφλούσε, καθώς επίσης και με ποιόν τρόπο. Περαιτέρω, δεν πιστεύω, τον ισχυρισμό του Παραπονουμένου, ότι, η μεταβίβαση του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου, στο όνομα του, ήταν εντελώς ασύνδετη με το γεγονός του δανεισμού του Κατηγορουμένου από αυτόν και την σχετική συμφωνία τους. Όπως επίσης, δεν πιστεύω ότι, οι €10.000, που ο ΜΥ2 κατέβαλε στον Παραπονούμενο για το αυτοκίνητο «του Κατηγορουμένου», δεν του καταβλήθηκαν προς τον σκοπό μερικής εξόφλησης του χρέους του Κατηγορουμένου προς αυτόν από τον δανεισμό του, ή ότι ο Παραπονούμενος, για να μεταβιβαστεί η κυριότητα του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου στο όνομα του, κατέβαλε στον Κατηγορούμενο οποιοδήποτε αντάλλαγμα και δη τις €10.000 που ισχυρίστηκε ότι του κατέβαλε.
- Είναι γεγονός ότι, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου, με έχει επίσης προβληματίσει. Σε αυτήν, έχω διαπιστώσει ανακολουθίες σε σχέση με τις θέσεις του για τα γεγονότα που υποβλήθηκαν στον Παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του, που, κατά την κρίση μου, είναι τόσο σημαντικές, ώστε να δημιουργούν αμφιβολία για το κατά πόσο κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια για τα επίδικα γεγονότα.
- Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [[i]] [[ii]]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, σε αστικές υποθέσεις, ανεξαρτήτως δικογράφησης [[iii]] [[iv]]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [[v]]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[vi]].
- Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
- The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. Accordingly, counsel should not in his closing speech attack that part of a witness's evidence which he has not challenged in cross-examination. However, this rule has been held not to apply to a case tried by lay justices in that justices do not have to accept a witness's evidence merely because it is unchallenged. Α strict application of the rule may also not be necessary where a witness is called whose evidence is corroborative of evidence already given by another witness who has himself been cross-examined, e.g. a police officer who gives evidence about an interview with the defendant. ...».
- Πρακτική εφαρμογή των προαναφερόμενων αρχών, έγινε πολύ πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Νεόφυτος Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/
- Σχετική με το ζήτημα, είναι η ακόλουθη περικοπή από το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την απόφαση του: «Στην υπόθεση Frederickou Schools Co Ltd κ.ά. v. Acuac Inc
(2002)Α.Α.Δ. 1527, επαναλήφθηκε η αρχή ότι η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Στο σύγγραμμα The Modern Law ofEvidence, Andrian Keane, 5η έκδοση, σελ. 177: "A party's failure to cross-examine, however, has important consequences. It amounts to a tacit acceptance of the witness's evidence in-chief. A party who has failed to cross-examine a witness upon a particular matter in respect of which it is proposed to contradict his evidence in-chief or impeach his credit by calling other witnesses, will not be permitted to invite the jury or tribunal of fact to disbelieve the witness's evidence on that matter". Θεωρούμε ότι δεν υπάρχουν περιθώρια εκτροπής από την παραπάνω κλασσική προσέγγιση, εφόσον δεν τέθηκε στο Μ.Κ.1 αυτή τούτη η ουσία της υπόθεσης της υπεράσπισης, η οποία παρέμεινε, όπως ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη σφαίρα των υποθέσεων ως ένα δυνητικό σενάριο επί χάρτου. Εκείνο που είχε σημασία ήταν η πραγματική εικόνα του δρόμου κατά το συγκεκριμένο χρόνο. Τέτοια εικόνα δεν είναι στοιχείο στατικό, ώστε να αποδίδεται με ένα σχεδιαγράφημα και μετρήσεις. Η εικόνα του δρόμου είναι στοιχείο ζωντανό με οχήματα και πεζούς και όλους εκείνους τους παράγοντες που προσδίδουν σε ένα δρόμο τη δική του δυναμική όπως διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε σε εικόνα πραγματικής παρακώλυσης υπό τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούσαν κατ΄εκείνο το χρόνο. Η παράλειψη να αντεξεταστεί επί του ουσιωδέστατου αυτού ισχυρισμού δεν έδωσε την ευκαιρία στον ίδιο να επεκταθεί και να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις, ούτε και προειδοποίηση στην κατηγορούσα αρχή για την ανάγκη, ενδεχομένως και περαιτέρω μαρτυρίας, εάν θα φαινόταν τέτοια ανάγκη λόγω της αντεξέτασης. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
- Ακολουθούν, κάποιες παρατηρήσεις μου για την μαρτυρία, σχετικές της προαναφερόμενης κατάληξης μου.
- Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου, ότι, η μεταβίβασης του αυτοκινήτου του, στο όνομα του Παραπονουμένου, σκοπό είχε την εξόφληση, μερικώς (κατά €10.000), του χρέους του (των €13.200) προς τον Παραπονούμενο, παρατηρώ, ότι, η σχετική θέσης του προς τον Παραπονούμενο, κατά την αντεξέταση του τελευταίου, ήταν αόριστη σε ότι αφορά το πότε αυτό έλαβε χώρα. Υπεβλήθη στον Παραπονούμενο, ουσιαστικά, ότι, αυτό το γεγονός, έλαβε χώρα, μετά που ο Παραπονούμενος παρουσίασε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, αυτήν για πληρωμή και δεν τιμήθηκε. -Γεγονός, σημειώνεται, στο οποίο δίδεται σημασία και εξετάζεται προς τον σκοπό εκτίμησης της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθότι, σχετίζεται, με το κατά πόσο διαπράχθηκε το αδίκημα που ο Παραπονούμενος καταλογίζει στον Κατηγορούμενο και ο τελευταίος δεν παραδέχεται, και όχι [μεμονωμένα] σε ότι αφορά το κατά πόσο υπήρξε [μερική] εξόφλησης του ποσού της επίδικης επιταγής που διασυνδέθηκε με το χρέος του Κατηγορουμένου προς τον Παραπονούμενο [που είναι επίσης σημαντικό, όχι όμως για σκοπούς της ισχυριζόμενης ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου]-. Ο Κατηγορούμενος λοιπόν, ενώ υποστήριξε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του Παραπονουμένου, στον οποίο και υπέβαλε την θέση αυτή, ότι, το αυτοκίνητο του δόθηκε (μεταβιβάστηκε η ιδιοκτησίας του στον Παραπονούμενο), για να εξοφληθεί το χρέος του, μερικώς, προς αυτόν, -και τούτο, μετά την πληροφόρηση του Παραπονουμένου από την πληρώτρια τράπεζα, ως προελέχθη, ότι δεν μπορούσε να τιμηθεί-, κατά την δική του εξέταση κατά την δίκη, μαρτύρησε διαφορετικά. Ότι δηλαδή, το αυτοκίνητο του, το μεταβίβασε στον Παραπονούμενο, πριν την παρουσίαση της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, από τον Παραπονούμενο, στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε για να πληρωθεί, για να εξεύρει αγοραστή, ώστε, -σε χρόνο μελλοντικό δηλαδή-, να μπορούσε το χρέος του να εξοφληθεί. Εκδοχή που, αν και συμφωνεί, πρέπει να σημειωθεί, με το παραδεκτό γεγονός, ότι, η κυριότητα του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου στο όνομα του Παραπονουμένου, είχε ήδη μεταβιβαστεί στον τελευταίο, από 14/07/2009, δεν παύει να είναι ανακόλουθη της αρχικής τοποθέτησης του για τα γεγονότα, που υποβλήθηκε στον Παραπονούμενο και ως εκ τούτου να προβληματίζει, σε ότι αφορά την μαρτυρία του και την αξιοπιστία αυτής.
- Παραθέτω σχετικά αποσπάσματα της μαρτυρίας, από τα πρακτικά της δίκης, ενδεικτικά των όσων πραγματεύομαι ανωτέρω, για να καταλήξω στο προαναφερόμενο συμπέρασμα μου: (από τα πρακτικά της δίκης, από την αντεξέταση του Παραπονουμένου) «E. Σου υποβάλλω, κύριε, ότι η ιστορία αυτή με το αυτοκίνητο έγινε διότι πράγματι ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο χρέος της επιταγής και συμφωνήσατε να σου δώσει αυτό το αυτοκίνητο, που πολύ σωστά λες ότι έκανε 16.000, να σου το δώσει για 10.000 έναντι του ποσού της επιταγής. Συμφωνείς μαζί μου; A. Όχι, δεν συμφωνώ. . E. Και σου υποβάλλω, ακόμα, ότι αυτή η ιστορία με το αυτοκίνητο έγινε μετά τη διαπίστωση από την Τράπεζα ότι η επιταγή δεν μπορούσε να πληρωθεί. A. Πέρασαν 10 χρόνια, δεν θυμούμαι, δεν νομίζω, όμως, να φτάναμε σε εκείνο το σημείο, νομίζω η πράξη έγινε πριν την επιταγή. E. Εγώ σου υποβάλλω ότι η πράξη του αυτοκινήτου έγινε μετά και εδόθη, ακριβώς, το αυτοκίνητο για 10.000 έναντι της επιταγής. A. Όχι, ήταν δύο διαφορετικά πράγματα. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) (από τα πρακτικά της δίκης, από την γραπτή δήλωση του Κατηγορουμένου, Έγγραφο Α) «
- 'Οταν πλησίασε η µέρα που η επιταγή θα έπρεπε να πληρωθεί και αφού δεν πήρα το δάνειο από την Συνεργατική, επεσκέφθηκα τον παραπονούµενο και τον παρεκάλεσα να µου δώσει πίστωση χρόνου για να του ξοφλήσω την επιταγή.
- Ο παραπονούµενος όχι µόνο αρνήθηκε και µε απείλησε, αλλά ζήτησε επιτακτικά να επισκεφθούµε τον Στέλιο στην εργασία του για να του δώσει και αυτός εξηγήσεις. Στο εστιατόριο του Στέλιου άρχισε να φωνάζει και απειλούσε και µένα και τον Στέλιο κτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι και φωνάζοντας ότι θέλει τα λεφτά του.
- Είναι γεγονός ότι φοβήθηκα πως ο παραπονούµενος θα µου κάµει κακό, λόγω και της ισχυρής σωµατικής του διάπλασης.
- Μη έχοντας άλλη επιλογή του πρότεινα να του δώσω ένα αυτοκίνητο µάρκας Πεζιώ µε αριθµό εγγραφής XXXXX44 το οποίο αγόρασα 9 µήνες πριν έναντι του ποσού των €16.000 και να προσπαθήσει να το πωλήσει και να πάρει τα λεφτά του.
- Αποδέκτηκε την πρόταση µου και µου ζήτησε να του µεταβιβάσω την ιδιοκτησία του αυτοκινήτου για να αισθάνεται ασφαλής.
- Ετσι στις 14/7/2009, δηλαδή µια µέρα πριν την ηµεροµηνία που η επιταγή θα καθίστατο πληρωτέα του µεταβίβασα το πιο πάνω αυτοκίνητο, το οποίο προηγουµένως στις 17/10/2008 είχε εγγραφεί στο όνοµα µου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) (από τα πρακτικά της δίκης, από την αντεξέταση του Κατηγορουμένου) «E. Στις παραγράφους 11, 12, 13, 14 και 15 αναφέρεστε στο γεγονός της επίσκεψης στο εστιατόριο κάποιου XXXXX, στην εργασία κάποιου Στέλιου, που αντιλαμβάνομαι από το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης ότι ήταν εστιατόριο, ήταν ιδιοκτήτης εστιατορίου, και αναφέρεστε στις απειλές του Παραπονούμενου προς το μέρος σας και στην αποδοχή της πρότασης της δικής σας προς τον Παραπονούμενο για μεταβίβαση του οχήματος. Χρονικά, τώρα, αυτά έγιναν όλα την ίδια μέρα; A. Ασφαλώς όχι. Πρώτα πήγαμε στον XXXXX, όπου μας φωνασκούσε και απειλούσε με υπονοούμενα, τόσο τον XXXXX όσο και εμένα, και εκείνην τη μέρα ή τις επόμενες μέρες του πρότεινα σαν λύση, μη ξέροντας τι άλλο να κάμω, "ρε XXXXX, έλα το αυτοκίνητο μου, είναι καινούργιο, 8 μηνών αυτοκίνητο, έλα τζιαί πούλα το τζιαί πιάσε τα λεφτά σου και λέει μου: "Εντάξει". Του έδωσα το αυτοκίνητο, μετά που λίγες μέρες, 10 - 15 20, τηλεφωνά μου και λέει μου: "Ήβρα αγοραστή για €10.000 μόνο" και του λέω "€10.000 είναι λίγα" και λέει μου: "Τόσα ήβρα" και έτσι εγώ έπιασα τον αδελφό μου, που ήθελε αυτοκίνητο και τον έπεισα να το πιάσει. .».
- Ανακόλουθος, ο Κατηγορούμενος, ήταν και σε ότι αφορούσε τον ισχυρισμό του περί καταβολής του ποσού των €10.000 προς τον Παραπονούμενο, προς μερική εξόφληση του χρέους του προς αυτόν και για μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του προς τον αδελφό του, ΜΥ
- Σε ότι αφορά την ισχυριζόμενη αυτή, από πλευράς Κατηγορουμένου, «συναλλαγή» ή «δοσοληψία» του Παραπονούμενου με τον ΜΥ2 για το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, ο Κατηγορούμενος ήταν ανακόλουθος, εφόσον, κατά την αντεξέταση του Παραπονουμένου από τον συνήγορο του, υπεβλήθη στον τελευταίο, ότι, το ποσό των €10.000, το είχε ο ΜΥ2 καταβάλει στον Παραπονούμενο, ενώ, ο Κατηγορούμενος, με την μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι, ο ΜΥ2, είχε δώσει σε αυτόν το εν λόγω ποσό και το είχε αυτός δώσει στον Παραπονούμενο.
- Παραθέτω, την σχετική με το ζήτημα μαρτυρία, από τα πρακτικά της δίκης: (από τα πρακτικά της δίκης, από την αντεξέταση του Παραπονουμένου) «E. Σου υποβάλλω ότι ο αδελφός του Κατηγορούμενου, ονόματι XXXXX, αν θυμάσαι το όνομα του-- A. Δεν θυμούμαι E. Ακριβώς είναι αυτός που σου έδωσε 10.000 έναντι του χρέους της επιταγής, για να πάρει το αυτοκίνητο πίσω. A. Καμία σχέση η επιταγή. Ήταν για το αυτοκίνητο, η επιταγή ήταν κάτι ξεχωριστό.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) (από τα πρακτικά της δίκης, από την γραπτή δήλωση του Κατηγορουμένου Έγγραφο Α) «
- Για ένα µικρό διάστηµα δεν είχα ενοχλήσεις από τον παραπονούµενο, µέχρι που επεκοινώνησε µαζί µου και µου ανέφερε ότι βρήκε αγοραστή του αυτοκινήτου για ποσό €10.000 µόνον.
- Του είπα να περιµένει για κάποιο διάστηµα και επεκοινώνησα αµέσως µε τον αδελφό µου XXXXX που διαµένει στην Αγία Νάπα και ο οποίος ήθελε να αγοράσει αυτοκίνητο και τον προέτρεψα να το αγοράσει αυτός για €10.000 για να µην πωληθεί σε ξένο.
- Ενηµέρωσα τον παραπονούµενο και τον παρεκάλεσα να περιµένει τον αδελφό µου για λίγες µέρες και ότι θα ερχότανε στη Λευκωσία µε το ποσό σε µετρητά, όπως ο παραπονούµενος µου ζήτησε. Όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό για εξόφληση παρεκάλεσα τον παραπονούµενο να µου δώσει περισσότερο χρόνο µέχρι να εγκριθεί το δάνειο που ανέφερα πιο πάνω.
- Πράγµατι ο παραπονούµενος αποδέχθηκε και σε λίγες µέρες κάπου στις αρχές Οκτωβρίου ήλθε ο αδελφός µου XXXXX µε €10.000 και αυτός, δηλαδή ο παραπονούµενος υπέγραψε µεταβίβαση του αυτοκινήτου στο όνοµα του αδελφού µου XXXXX Φλωρέντζου και ασφαλώς του παρέδωσε το αυτοκίνητο. Τελικά ο XXXXX µεταβίβασε το αυτοκίνητο επ ' ονόµατι του στις 11/11/2009.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) (από τα πρακτικά της δίκης, από την αντεξέταση του Κατηγορουμένου) «A. ... Πρώτα πήγαμε στον XXXXX, όπου μας φωνασκούσε και απειλούσε με υπονοούμενα, τόσο τον XXXXX όσο και εμένα, και εκείνην τη μέρα ή τις επόμενες μέρες του πρότεινα σαν λύση, μη ξέροντας τι άλλο να κάμω, "ρε Ανδρέα, έλα το αυτοκίνητο μου, είναι καινούργιο, 8 μηνών αυτοκίνητο, έλα τζιαί πούλα το τζιαί πιάσε τα λεφτά σου και λέει μου: "Εντάξει". Του έδωσα το αυτοκίνητο, μετά που λίγες μέρες, 10 - 15 , 20, τηλεφωνά μου και λέει μου: "Ήβρα αγοραστή για €10.000 μόνο" και του λέω "€10.000 είναι λίγα" και λέει μου: "Τόσα ήβρα" και έτσι εγώ έπιασα τον αδελφό μου, που ήθελε αυτοκίνητο και τον έπεισα να το πιάσει. Ο αδελφός μου, μου έδωσε επιταγή για €10.000 να την δώσω και λέει μου εκείνος: "Δεν θέλω επιταγή, θέλω μετρητά" και αναγκάστηκε και ήρθε ο αδελφός μου που την Αγία Νάπα, με μετρητά €10.000 και τα έδωσε και του τα έδωσα και λέει μου, επειδή είναι πολυκατοικία εκείνη που μένω, ʺτο αυτοκίνητο είναι που κάτω στην πολυκατοικία με τη μεταβίβαση υπογραμμένη που μένα τζιαί πιάσ' τοʺ και λέω: "Εντάξει". . E. Πότε έγινε η παραλαβή του οχήματος από τον αδελφό σας, ως ισχυρίζεστε; A. Τη μέρα που μου έφερε τα λεφτά ο αδελφός μου τηλεφώνησα του XXXXX και του είπα: "Έλα να σου δώσω τις €10.000" και ήρθε. Εγώ διαμένω στον πέμπτο όροφο, ήρθε στον πέμπτο όροφο του έδωσα τις €10.000, ούτε τον είδα πώς ήρθε όταν του έδωσα τις €10.000 και λέει μου: "Το αυτοκίνητο είναι που κάτω, πιάσ' το με τη μεταβίβαση υπογραμμένη". Το πότε χρονικά δεν το θυμούμαι. Τι εννοείς πότε; .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) (από τα πρακτικά της δίκης, από την γραπτή δήλωση του ΜΥ, Έγγραφο Β) «
- Πράγματι ήλθα στη Λευκωσία και έδωσα στον αδελφό μου τις €10.000 με εντολή να τις δώσει στο παραπονούμενο για να μου μεταβιβάσει την ιδιοκτησία του αυτοκινήτου και βεβαίως να μου παραδώσει την κατοχή του.». (από τα πρακτικά της δίκης, από την αντεξέταση του ΜΥ2) «E. Εσείς ουδέποτε μιλήσατε με τον Παραπονούμενο ούτε τον είδατε πότε; A. Ούτε τον είδα ούτε τον γνώρισα και δαμέ να καθόταν τώρα θα σας έλεγα ότι δεν ξέρω ποιος είναι. Είναι ο αδελφός μου που τον γνωρίζει.».
- Η γενική εντύπωσης μου για τον Κατηγορούμενο, ως μάρτυρα, είναι ότι δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Συγκεκριμένα, είμαι πεπεισμένος, ότι, ο Κατηγορούμενος, σχετικά με την συμφωνία του με τον Παραπονούμενο για την εξόφληση του δανείου του, στην οποία προσήλθαν μετά την 15η/07/2009, που είχε αρχικά συμφωνηθεί μεταξύ τους ως η λήξη της προθεσμίας εξόφλησης του δανείου χωρίς τούτο να επιτευχθεί, δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια, ή εν πάση περιπτώσει, όλη την αλήθεια. Όπως επίσης, είμαι πεπεισμένος, ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια, σχετικά με το πότε καταβλήθηκαν οι €10.000 από τον ΜΥ2 στον Παραπονούμενο, για να μεταβιβαστεί η κυριότητα του αυτοκινήτου του στον ΜΥ2, προς μερική εξόφληση της οφειλής του προς τον Παραπονούμενο και ειδικότερα, ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν είχε γνώση για το γεγονός της παρουσίασης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, προς το Πιστωτικό Ίδρυμα επί της οποίας αυτή εκδόθηκε για πληρωμή, από τον Παραπονούμενο, στις 20/10/2009 και της τη μη τίμησης της. Κρίνω, συνεπώς, ότι δεν μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια στην μαρτυρία του Κατηγορουμένου για να εξάξω τα συμπεράσματα μου για τα επίδικα γεγονότα.
- Ο ΜΥ2, επίσης δεν αποδέχομαι ότι ήταν απόλυτα ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Από αυτόν, που, κατά τους ισχυρισμούς του, «εκταμίευσε» €10.000 για την αγορά του «αυτοκινήτου του αδελφού του», Κατηγορουμένου, από τον Παραπονούμενο, ανέμενα, ότι θα ήταν πιο ακριβής όταν κατέθεσε προς το Δικαστήριο, για το πότε πλήρωσε το εν λόγω ποσό προς τον Παραπονούμενο για τον σκοπό. Για αυτό το γεγονός, αν, λόγω του χρόνου που παρήλθε από τα επίδικα γεγονότα μέχρι και την δίκη, ο ΜΥ2, δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε ακριβώς έλαβε χώρα, εύκολα, πιστεύω, θα μπορούσε να το εξετάσει, π. χ. από τον λογαριασμό του στην τράπεζα, και να είναι πιο σαφής προς το Δικαστήριο με την μαρτυρία του. Ειδικότερα αν ληφθεί υπόψη και η μαρτυρία του Κατηγορουμένου, σύμφωνα με την οποία, ο ΜΥ2, αρχικά, προς πληρωμή του εν λόγω ποσού, είχε εκδώσει προς τον Παραπονούμενο τραπεζική επιταγή, που δεν έγινε δεκτή από τον Παραπονούμενο, επειδή απαίτησε το ποσό σε μετρητά. Η εντύπωσης μου για τον ΜΥ2, είναι ότι, με την μαρτυρία του, στόχευσε να παρουσιάσει προς το Δικαστήριο τα γεγονότα, κατά τρόπο που να βοηθούσε τον αδελφό του να προβάλει στο Δικαστήριο υπεράσπιση, που δεν δικαιούται πραγματικά. Αξιολόγηση της μαρτυρίας
- Όπως έγινε παραδεκτό από τους διαδίκους, ο Κατηγορούμενος, εξέδωσε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, με δικαιούχο τον Παραπονούμενο, σχετικά με χρέος του Κατηγορουμένου προς τον Παραπονούμενο, που προέκυψε από δανεισμό που ο Κατηγορούμενος έτυχε από τον Παραπονούμενο.
- Επίσης παραδεκτό από τους διαδίκους, είναι και το γεγονός ότι, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, παρουσιάστηκε προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δημόσιων Υπαλλήλων Λευκωσίας Λτδ. για να πληρωθεί, στις 20/10/2009, όμως δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε στον Παραπονούμενο με την ενυπόγραφη σφραγίδα του προαναφερόμενου πιστωτικού ιδρύματος, «Να παρουσιασθεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα».
- Σε ότι αφορά την ένδειξη της ενυπόγραφης σφραγίδας της τράπεζας επί της επιταγής, «please represent» ή «να παρουσιασθεί ξανά, ανεπαρκή υπόλοιπα», το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Welffit Engineering Co Ltd v Άκη Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271 επεξήγησε αυτήν ως εξής: «Συναφείς λόγοι έφεσης αφορούν τη σφραγίδα "please represent" η οποία ετέθη επί της επιταγής κατά την παρουσίαση της για πληρωμή στην Εθνική Τράπεζα. Η ένδειξη αυτή, λέγεται, αναιρεί το ότι η επιταγή δεν επληρώθη διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια που, αν υπήρχαν, η ένδειξη θα ήταν διαφορετική, και δεν αποκλείει να εκπληρώνετο η επιταγή αν, που δεν έγινε, επαρουσιάζετο και πάλι. Δεν υπάρχει έρεισμα στις εισηγήσεις αυτές. Η ένδειξη "please represent" ουδόλως ήταν ασυμβίβαστη με το ότι ο λόγος της μη πληρωμής της ήταν η έλλειψη κεφαλαίων, όπως ήταν η μαρτυρία. Αυτό που σίγουρα σήμαινε ήταν ότι η επιταγή δεν επληρώθη και ότι θα μπορούσε να παρουσιάζετο και πάλι για πληρωμή. Τέτοια υποχρέωση επαναπαρουσίασης όμως δεν θέτει ούτε το άρθρο 305Α ούτε ο νόμος γενικότερα. Αυτή ήταν και η άποψη του ευπαίδευτου Δικαστή.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 51. Στη βάση της προαναφερόμενης παραδεκτής μαρτυρίας και του σκεπτικού του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Welffit Engineering Co Ltd v Άκη Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271 ανωτέρω, αν ο Κατηγορούμενος [στη βάση της παραδεκτής ή και αποδεκτής μαρτυρίας], εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, -στις 20/10/2009-, προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δημόσιων Υπαλλήλων Λευκωσίας Λτδ. για να πληρωθεί, -δηλαδή, το αργότερο μέχρι και την 04/09/2011-, δεν πλήρωσε στον Παραπονούμενο το ποσό για το οποίο αυτή εκδόθηκε -ήτοι, τις €13.200-, σημαίνει ότι όντως διέπραξε το αδίκημα που ο Παραπονούμενος του καταλογίζει με το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης.
- Το ζήτημα εντούτοις, δεν είναι τόσο απλό, καθότι, όπως ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε και ο Παραπονούμενος δεν αμφισβήτησε, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, δόθηκε στον Παραπονούμενο, κατόπιν απαίτησης του Παραπονουμένου, ως «εξασφάλιση» εξόφλησης του εν λόγω χρέους του Κατηγορουμένου προς αυτόν. Το ότι αυτό, αποτελεί αναντίρρητο, από πλευράς Παραπονουμένου, γεγονός, κατά την κρίση μου, προκύπτει ξεκάθαρα από τα όσα ο Παραπονούμενος κατέθεσε, ειδικότερα κατά την αντεξέταση του. Τα πρακτικά της δίκης, εν προκειμένω, αποκαλύπτουν τα εξής: (από τα πρακτικά της δίκης, από την κυρίως εξέταση του Παραπονοπύμενου) «E. Για την παρούσα ποινική υπόθεση 2527/15 τι γνωρίζετε να αναφέρετε σήμερα; A. Ότι είχε οικονομικά προβλήματα. Γνώριζα ότι είχε πολύ καλή δουλειά στην κυβέρνηση, είχε μεγάλο μισθό και όταν μου ζήτησε κάποιο ποσό για να αντιμετωπίσει κάποια οικονομικά προβλήματα, που είχε, του τα έδωσα και μου ζήτησε τρεις μήνες για να αποπληρώσει. Όταν ήρθαν οι τρεις μήνες και δεν με αποπλήρωσε, μίλησα μαζί του και είπε ότι θέλει ακόμα 2 3 μήνες και όταν πέρασαν ακόμα 2 3 μήνες και δεν με εξόφλησε, έκαμα κατάθεση την επιταγή στην Τράπεζα, όπου ήρθε πίσω .». (από τα πρακτικά της δίκης, από την αντεξέταση του Παραπονουμένου) «E. Δηλαδή, λες ότι η επιταγή φέρει ημερομηνία 6 μήνες μετά που του έδωσες τα λεφτά; A. Η επιταγή είναι τρεις μήνες... τα λεφτά τα πήρε τρεις μήνες πριν την ημερομηνία που βάλαμε πάνω, ήταν ένα χρονικό περιθώριο που χρειαζόταν για να βρει τα λεφτά να πληρώσει E. Ήταν 3 ή 6 μήνες τελικά; A. Τρεις. E. Και εσύ πότε την κατέθεσες; A. Όταν ήρθε η μέρα να με πληρώσει και δεν με πλήρωσε, ζήτησε άλλους τρεις μήνες και περίμενα άλλους τρεις μήνες, για να δω αν θα με πληρώσει. E. Και τότε την κατέθεσες ή του έδωσες και άλλη πίστωση χρόνου; A. Όχι, την κατέθεσα.».
- Επιταγές (πλήρως συμπληρωμένες ή ατελής («inchoate»), ανάλογα της περίπτωσης), είναι νομικά αποδεκτό και μπορούν να δοθούν ως εγγύηση πληρωμής ανταλλάγματος σε κάποια συναλλαγή βάσει συμφωνίας και πληρωτέες (βλ. Slobodan Popovic v Νίκου Κιττη, Ποινική Έφεση Αρ.173/2017, 17/01/2018), νοουμένου ότι: (α) ο σκοπός για τον οποίο παραδίδονται ως εγγύηση δεν παύει να υφίσταται (βλ. Philippa Estates Ltd v Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142), (β) η υποχρέωση εξόφλησης του ανταλλάγματος έχει προκύψει, χωρίς όμως τούτο να εξοφληθεί και (γ) υπάρχει η άνευ όρων εντολή πληρωμής της επιταγής από την τράπεζα επί της οποίας εκδίδεται, ή συμφωνία για την ενεργοποίηση της εντολής πληρωμής της επιταγής από τον ίδιο τον δικαιούχο να την πληρωθεί (όταν αυτή είναι ατελής («inchoate»)), ώστε αυτόματα, να εκπληρωθεί η υποχρέωση πληρωμής από την επιταγή (βλ. Slobodan Popovic v Νίκου Κιττη, Ποινική Έφεση Αρ.173/2017, 17/01/2018, Κλείτος Χριστοδούλου ν Πανίκου Μιχαηλίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 2058) και Θεοχάρη Κυπριανού ν Ανδρέα Χατζηγιάννη, ECLI:CY:AD:2015:A392, Πολιτική Έφεση Αρ. 207/2010, 04/06/2015).
- Συνεπώς, το ζήτημα στην προκείμενη περίπτωση, είναι κατά πόσο, από την παραδεκτή και αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτει, ότι, στις 20/10/2009, που η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, παρουσιάστηκε, ως προαναφέρθηκε, στο Πιστωτικό Ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε για να πληρωθεί, υπήρχε από πλευράς του Κατηγορουμένου, βάσει της συμφωνίας στην οποία προσήλθε με τον Παραπονούμενο για τον δανεισμό του, υποχρέωσης εξόφλησης του χρέους του που προέκυψε από αυτόν προς τον Παραπονούμενο. Ως δηλαδή αναφέρεται, υπό το στοιχείο (γ) της παραγράφου 52 ανωτέρω.
- Οι υπόλοιποι παράγοντες που αναφέρονται στην παράγραφο 52 ανωτέρω υπό τα στοιχεία (α) και (γ), σε κάθε περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί, πληρούνται. Και εξηγώ.
- Όπως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος υποστήριξε, αντεξεταζόμενος, κατά την εν λόγω ημερομηνία, ήτοι στις 20/10/2009, εξακολουθούσε να οφείλει στον Παραπονούμενο, μέρος των χρημάτων που ο Παραπονούμενος του είχε δανείσει. Όπως υποστήριξε, οι €10.000 σε μετρητά, που ο αδελφός του, ΜΥ2, πλήρωσε στον Παραπονούμενο, μέσω αυτού, για να αγοράσει το αυτοκίνητο «του», προς μερική εξόφληση του προαναφερόμενου χρέους του των €13.200, για το οποίο είχε εκδώσει και παραδώσει στον Παραπονούμενο την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, καταβλήθηκαν στον Παραπονούμενο, περί τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του έτους
- Όπως ο Κατηγορούμενος περαιτέρω ισχυρίστηκε, η επόμενη πληρωμή προς τον Παραπονούμενο, των €2.000, έναντι εξόφλησης του χρέους του, έγινε περί τον Νοέμβριο ή Δεκέμβριο του έτους
- Συνεπώς, κατά την εν λόγω ημερομηνία, εξακολουθούσε να οφείλει στον Παραπονούμενο, €3.
- Εξ ου, όπως περαιτέρω ισχυρίστηκε, δεν είχε τότε ζητήσει από τον Παραπονούμενο όπως του επιστρέψει την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, επειδή το χρέος που αυτή εξασφάλιζε, δεν είχε αποπληρωθεί.
- Σχετική, είναι η ακόλουθη μαρτυρία του, που παρατίθεται αυτούσια από τα πρακτικά της δίκης: «E. Άρα, όταν αναφέρετε στην παράγραφο 22 της γραπτής σας δήλωσης (διαβάζει): "Μετά από πάροδο... που πήρα". Εννοείτε δύο μήνες μετά τον Οκτώβρη; A. Όχι μετά τον Οκτώβρη, δύο μήνες μετά που του έδωσα τις €10.
- E. Τις €10.000 πότε τις δώσατε; A. Μπορεί να ήταν και Σεπτέμβρης, δεν θυμούμαι ακριβώς τώρα. Σεπτέμβρη Οκτώβρη, κάπου τζιαμέ. E. Σεπτέμβρη Οκτώβρη κάπου τζιαμέ, άρα Νοέμβρη Δεκέμβρη, κάπου τζιαμέ, έδωκες του ακόμα €2.000, έτσι; A. Μάλιστα. E. Τζιαί ακολούθως είπες του ότι θα σου διώ και €200 τον μήνα, λες, μετά τον Νοέμβρη Δεκέμβρη, κάπου τζιαμέ, για να εξοφλήσουμε το υπόλοιπο; A. Ναι. E. Στην παράγραφο 24 λες ότι (διαβάζει): "Του ζήτησα να. επιταγή". Τούτο πότε έγινε, μετά που κατάθεσε την επιταγή ή πριν; A. Αυτό έγινε όταν του έδωσα τις €2.
- Όταν του έδωσα τις €10.000 δεν του είπα τίποτε για την επιταγή, γιατί ήμουν σίγουρος ότι ήταν να μου πει, όχι, να με εξοφλήσεις και μετά. Όταν του έδωσα τις €2.000 και συμπληρώθηκαν οι €12.000 του είπα τότε και μου είπε επί λέξει: "Μην ανησυχείς, την επιταγή θα την σχίσωʺ. E. Τις ʺ2.000, ως έχεις προαναφέρει, τις έδωσες 1 2 μήνες μετά τον Σεπτέμβρη Οκτώβρη. A. Ναι, ε, ναι. E. Και του έδωσες τις €2.000, δηλαδή, περίπου Νοέμβρη με Δεκέμβρη και του είπες: "Δώσε μου πίσω την επιταγή" και σου είπε ότι θα την σχίσει. A. Μάλιστα. E. Και η θέση η δική σου είναι ότι κατ' εκείνον τον χρόνο, που ζήτησες την επιταγή πίσω, δεν είχε κατατεθεί; A. Δεν είχα ιδέα, ούτε ήξερα ότι κατάθεσε την επιταγή, παρόλο που ήταν φίλος μου και όφειλε να μου πει ότι κοίταξε να δεις, αν δεν με εξοφλήσεις εντελώς, θα καταθέσω την επιταγή. Δεν μου είπε τίποτε απολύτως. . E. Για να αντιληφθώ, η θέση η δική σας είναι ότι τον Οκτώβριο περίπου εδώκατε του €10.000 έναντι της επιταγής και ένα με δύο μήνες μετά εδώκατε του άλλες €2.000; A. Μάλιστα.».
- Είναι δε προφανές, ότι, κατά την 20/10/2009, υπήρχε, η άνευ όρων εντολή του Κατηγορουμένου, προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δημόσιων Υπαλλήλων Λευκωσίας Λτδ., για να πληρωθεί η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο
- Μία συναλλαγματική ή επιταγή, πλήρως συμπληρωμένη (ήτοι, όχι ατελής («inchoate»)) και δη στο τύπο μίας συνηθισμένης επιταγής ως είναι η επίδικη, Τεκμήριο 1, αποτελεί και την εντολή για την πληρωμή του ποσού που αφορά, από την τράπεζα επί της οποίας εκδίδεται. Εξετάζοντας κάποιος την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, είναι ξεκάθαρο ότι, η εντολή του Κατηγορουμένου που περιλαμβάνεται σε αυτήν, για πληρωμή του ποσού των €13.200 προς τον Παραπονούμενο από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δημόσιων Υπαλλήλων Λευκωσίας Λτδ., είναι προστακτική («Πληρώστε Γρηγορίου XXXXX ή σε διαταγή €13.200 15/07/2009»). Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα του R. Pennington, Commercial Banking Law, έκδοσης 1978, στην σελίδα 112: «This basic need for certainty also underlies the requirement that a bill should be an order. It must not be left to the choice of the person upon whom the instrument is drawn whether he will pay, or not, as he feels inclined. ....» (η υπογράμμισης είναι δική μου). Βλ. επίσης στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στην παράγραφο 2-008, όπου οι συγγραφείς πραγματεύονται το ζήτημα της «εντολής».
- Ενώ, είναι επίσης ξεκάθαρο, από το σώμα της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, ότι, η εντολή που ο Κατηγορούμενος έδωσε με αυτήν, ήταν απόλυτη (δηλαδή, «χωρίς όρους»), ως προνοείται στο Άρθρο 3
(1)του Κεφ.
- Τίποτα δεν έχει σημειωθεί, πρέπει να επισημανθεί, επί της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, που να καθιστά την εντολή του Κατηγορουμένου προς την τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε για πληρωμή της, υπό αίρεση. Από την όψη της, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, φαίνεται ότι ήταν πληρωτέα σε κάθε περίπτωση (βλ. στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, στις παραγράφους 2-01 και 2-02). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στην παράγραφο 2-09, για να είναι έγκυρη μία επιταγή, σημασία έχει, η εντολή του εκδότη της επιταγής (στην προκείμενη περίπτωση, του Κατηγορουμένου («drawer»)), προς το πρόσωπο που απευθύνεται και θα λάβει αυτήν για σκοπούς πληρωμής της, βάσει αυτής (στην προκείμενη περίπτωση, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δημόσιων Υπαλλήλων Λευκωσίας Λτδ. («drawee»)), να είναι χωρίς όρους. Στην προκείμενη περίπτωση, είναι ξεκάθαρο από την όψη της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, ότι, η εντολή του Κατηγορουμένου προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δημόσιων Υπαλλήλων Λευκωσίας Λτδ. για πληρωμή της, ήταν απόλυτη. Σε καμία περίπτωση, η εν λόγω εντολή του Κατηγορουμένου, συνδέθηκε, δια ρητής αναφοράς επί της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 1, με την «ρύθμιση» του ζητήματος της παρουσίασης της για πληρωμή από πλευράς Παραπονουμένου, μεταξύ Παραπονουμένου και Κατηγορούμενου, ως την ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος, ώστε να μπορούσε έστω να συζητηθεί το ενδεχόμενο εισαγωγής κάποιας επιφύλαξης ή όρου στην εντολή του Κατηγορούμενου προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δημόσιων Υπαλλήλων Λευκωσίας Λτδ. αναφορικά με την πληρωμή της.
- Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα του R. Pennington, Commercial Banking Law, έκδοσης 1978, στην σελίδα 111: «The first requirement is that a bill should be "unconditional". It has already been seen that "conditional", in this context, means that the person to whom the instrument is addressed is instructed to pay on the happening of some event which may, or may not, occur. If he is instructed to pay on the happening of an event which must occur, even though the time of its happening may be uncertain, the instrument is unconditional. So strict is the rule that an instrument which is conditional in its order cannot be a bill of exchange, that it specifically provided in s. 11
(2)that the defect is not cured by the happening of the event in question. ... The Act also provides that the mere fact the instrument contains a statement of the transaction which gives rise to it does not render it conditional. This would occur if the drawer instructed the drawee to pay £100 "for goods supplied" or "services rendered". The reason for this requirement that bills should be unconditional is, of course, to ensure that they can pass from holder to holder without any need for prolonged investigation into whether contingencies have been fulfilled or not.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Επανερχόμενος, λοιπόν, στο ζήτημα, του κατά πόσο, στις 20/10/2009, που η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, παρουσιάστηκε, ως προαναφέρθηκε, στο Πιστωτικό Ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε για να πληρωθεί, υπήρχε από πλευράς του Κατηγορουμένου, βάσει της συμφωνίας στην οποία προσήλθε με τον Παραπονούμενο για τον δανεισμό του, υποχρέωσης εξόφλησης του χρέους του που προέκυψε από αυτόν προς τον Παραπονούμενο, καταλήγω ότι από την μαρτυρία, δεν μπορεί να εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα. Τόσο η μαρτυρία του Παραπονουμένου, όσο και η μαρτυρία του Κατηγορουμένου για το εν λόγω ζήτημα, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, υπενθυμίζω, δεν έχει γίνει αποδεκτή. Η δε μαρτυρία του Παραπονουμένου, που έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης του αυτής, εναντίον του Κατηγορουμένου, στο βαθμό που δεν αφορά τα παραδεκτά γεγονότα, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, δεν έχει γίνει αποδεκτή. Κατάληξης
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η υπόθεσης απορρίπτεται και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης που του είχε προσαχθεί από τον Παραπονούμενο.
- Δεν θα εκδώσω καμία διαταγή για έξοδα μεταξύ των διαδίκων, παρά το γεγονός της αποτυχίας του Παραπονούμενου να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του Κατηγορουμένου, κατ' αναλογίαν του σκεπτικού του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σταύρος Νεοφύτου ν Σάββα Κυριακίδη (Αρ. 3)
(1999)2 Α.Α.Δ. 299. Ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου και μόνον, ότι αποτάθηκε για τον δανεισμό του από τον Παραπονούμενο, υπό τις περιστάσεις που ισχυρίστηκε, ανεξαρτήτως του πως έχει εκτιμηθεί από το Δικαστήριο ως ανωτέρω, αρκεί για την απόφαση του Δικαστηρίου ότι, τα έξοδα του της διαδικασίας αυτής, πρέπει να τα επωμιστεί ο ίδιος, (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση ζήτημα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ii] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [iii] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. επίσης, Παυλίνα Γρηγορίου ν Νικόλα Γρηγορίου Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [v] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». [vi] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1508. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο