ΕΦΟΡΟ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ ν. ANDRI GEORGIOU (COIFFURE) LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 3606/2013, 31/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 3606/2013 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΕΦΟΡΟ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- ANDRI GEORGIOU (COIFFURE) LTD
- ***** ΚΑΖΑΝΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 31/05/2019 Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κ. Χ. Καρύδης Για την Κατηγορούμενη 1: καμία εμφάνιση Για την κατηγορούμενη 2: κ. Κ. Χατζηιωάννου Κατηγορούμενη 2, Παρούσα ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά / Το Κατηγορητήριο
- Στην προκείμενη περίπτωση, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αμφότεροι, αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης. Αυτές αφορούν, τις ακόλουθες παραβάσεις προνοιών του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Νόμος 95(I)/2000 και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών, περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) Κανονισμοί του 2001, Κ. Δ. Π. 314/2001 και περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2002, Κ. Δ. Π. 51/2002 - μαζί καλούνται ως οι περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) Κανονισμοί του 2001 και
- Τα αδικήματα Παράλειψη εμπρόθεσμης καταβολής οφειλόμενου φόρου
- Σύμφωνα με το Άρθρο 46
(9)του Νόμου 95(I)/2000 [[i]]: «46.—
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι €8.543, 01 [[ii]] πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.». 3. Ενώ, σχετικές, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο αδίκημα, είναι και οι εξής διατάξεις των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικών) Κανονισμών του 2001 και 2002: «17.—
(1)Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που ήταν ή απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο οφείλει, σε σχέση με κάθε περίοδο τριμήνου ή στην περίπτωση προσώπου που είναι εγγεγραμμένο, κάθε περίοδο 3 μηνών που λήγει κατά τις ημερομηνίες που γνωστοποιούνται είτε στο πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται σε αυτό το πρόσωπο ή διαφορετικά, όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται, να υποβάλει στον Έφορο φορολογική δήλωση σε έντυπο που καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στην οποία να δηλώνεται το ποσό του Φ.Π.Α. που οφείλει να καταβάλει από αυτό και η οποία να περιέχει πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με τα άλλα θέματα που καθορίζονται στο έντυπο και δήλωση, υπογραμμένη από αυτό, ότι η φορολογική δήλωση είναι αληθής και πλήρης: Νοείται ότι— (α) Ο Έφορος δύναται να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις αναφορικά με περιόδους διαρκείας ενός μηνός και να υποβάλλει τις δηλώσεις αυτές όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος των περιόδων με τις οποίες σχετίζονται· (β) η πρώτη φορολογική δήλωση αφορά την περίοδο που καθορίζεται σύμφωνα με το Πρώτο Παράρτημα κατά την οποία το πρόσωπο εγγράφηκε ή έπρεπε να εγγραφεί, και η εν λόγω περίοδος αρχίζει από εκείνη την ημερομηνία· (γ) εάν ο Έφορος κρίνει αναγκαίο σε οποιαδήποτε περίπτωση να τροποποιήσει τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου ή την ημερομηνία κατά την οποία οποιαδήποτε περίοδος αρχίζει ή συμπληρώνεται ή μέχρι την οποία πρέπει να υποβληθεί οποιαδήποτε φορολογική δήλωση, τότε μπορεί να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε οποιοδήποτε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις αναλόγως, ανεξάρτητα από το αν η περίοδος που τροποποιείται τοιουτοτρόπως έχει συμπληρωθεί ή όχι· (δ) εάν ο Έφορος κρίνει αναγκαίο σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση, δύναται να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις σε διεύθυνση που ορίζει ο Έφορος. 29.—
(2)Οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση, οφείλει να καταβάλει στον Έφορο το ποσό Φ.Π.Α. που είναι καταβλητέο σε σχέση με την περίοδο στην οποία αφορά η φορολογική δήλωση όχι αργότερα από την τελευταία ημέρα κατά την οποία απαιτείται να υποβληθεί η φορολογική δήλωση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 4. Σημειώνεται εδώ, ότι, η ποινική ευθύνη συμβούλου ή αξιωματούχου νομικού προσώπου, που παραβαίνει τις προαναφερόμενες διατάξεις του Νόμου 95(Ι)/2000, ορίζεται από το Άρθρο 48 του Νόμου 95(Ι)/2000, το οποίο προνοεί, ότι: «48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.». 5. Εν προκειμένω, σχετικές είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σολωμονίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015, 18/12/2018, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 12/04/2017, Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Μαρκίδης ν Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 45 του Νόμου 95(Ι)/2000: «45.- .
(3)Αν (α) Κατά την τελευταία ημέρα κατά την οποία υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο έχει υποχρέωση σύμφωνα με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο ο Έφορος έχει παραλάβει εκείνη τη φορολογική δήλωση αλλά δεν έχει λάβει, είτε ο ίδιος είτε εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του, το ποσό του Φ.Π.Α. που εμφαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέο από αυτό το πρόσωπο σε σχέση με εκείνη τη φορολογική περίοδο˙ ή . τότε το πρόσωπο αυτό υπόκειται σε πρόσθετο φόρο ίσο προς δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου Φ.Π.Α: Νοείται ότι, σε περίπτωση φορολογικής δήλωσης που υποβάλλεται με βάση τους κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20 για τις καθορισμένες φορολογικές περιόδους που λήγουν στις 30 Ιουνίου 2013, 31 Ιουλίου 2013, 31 Αυγούστου 2013 και 30 Σεπτεμβρίου 2013, επιβάλλεται πρόσθετος φόρος προς πέντε τοις εκατόν (5%), νοουμένου ότι το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο υποβάλει τη φορολογική δήλωση για τις περιόδους αυτές και καταβάλει το ποσό οφειλόμενου ΦΠΑ μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου 2013.
(4)Κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε πρόσθετο φόρο δυνάμει του εδαφίου
(3)πιο πάνω, καταβάλει στον Έφορο τόκο προς εννέα τοις εκατόν ετησίως επί του καταβλητέου ποσού Φ.Π.Α. από την ημέρα που το εν λόγω ποσό κατέστη οφειλόμενο. .
(8)Οι πρόσθετοι φόροι και οι χρηματικές επιβαρύνσεις που προβλέπουν οι διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου επιβάλλονται από τον Έφορο χωρίς να εξετάζεται η ύπαρξη δόλου, απερισκεψίας ή αμέλειας του προσώπου του υπόχρεου στο φόρο και εισπράττονται ωσάν να ήταν Φ.Π.Α.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
- Σημειώνεται εν προκειμένω, περαιτέρω ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου του 2006, Νόμος 167(I)/2006: «Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, κάθε άλλος σε ισχύ νόμος, κανονισμός ή άλλο νομοθετικής φύσης κείμενο, στο οποίο προνοείται η καταβολή ή πληρωμή δημόσιων τόκων υπερημερίας από ή προς το Δημόσιο, θα διαβάζεται και εφαρμόζεται κατά τρόπον ώστε αντί του καθοριζόμενου σ' αυτόν επιτοκίου υπερημερίας να ισχύει και εφαρμόζεται ενιαία το εκάστοτε δυνάμει του παρόντος Νόμου καθοριζόμενο δημόσιο επιτόκιο υπερημερίας.».
- Σχετικές ως εκ τούτου, είναι και οι Κ. Δ. Π. 28/2007, 563/2007, 466/2008, 458/2009, 521/2010, 531/2011, 543/2012, 459/2013, 586/2014, 463/2015, 374/2016, 453/2017 και 376/2018, βάσει των οποίων, ο Υπουργός Οικονομικών, έχει καθορίσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 4 του Νόμου 167(Ι)/2006, από της εφαρμογής της προαναφερόμενης νομοθεσίας, το δημόσιο επιτόκιο υπερημερίας κατά τα έτη που προηγήθηκαν. Η προσαχθείσα μαρτυρία, τα αποδεκτά γεγονότα και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου Η προσαχθείσα μαρτυρία
- Προς απόδειξη της υπόθεσης του Κατήγορου, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν:
(1)η ***** Δημοσθένους (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ1»),
(2)ο ***** Μιχαήλ (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2») και
(3)η ***** Παντελή (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ3»).
- Η Κατηγορούμενη 2, που, ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες κατηγορίες που την αφορούν, κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση της, κατέθεσε ενόρκως και παρουσίασε περαιτέρω την μαρτυρία της ***** Κετώνη (στο εξής καλούμενη («η ΜΥ2»). Η μαρτυρία της ΜΚ1, ***** Δημοσθένους
- Η ΜΚ1 είναι λειτουργός Φ. Π. Α. στο Τμήμα Φορολογίας. Είναι υπεύθυνη για την παραλαβή αιτήσεων από υποκείμενα στον Φ. Π. Α. πρόσωπα για εγγραφή στο μητρώο Φ. Π. Α., τον έλεγχο αυτών των αιτήσεων, την εγγραφή των υποκείμενων στον Φ. Π. Α. προσώπων στο μητρώο Φ. Π. Α. και την καταχώριση σε αυτό των απαιτούμενων για τον σκοπό στοιχείων. Επιπρόσθετα, η ΜΚ1 είναι υπεύθυνη και για την καταχώριση στο μητρώο Φ. Π. Α. οποιονδήποτε αλλαγών που αφορούν τα εν λόγω πρόσωπα, προς ενημέρωση του.
- Σε ότι αφορά την Κατηγορούμενη 1, η ΜΚ1 κατέθεσε ότι, ως υποκείμενη στο Φ. Π. Α. πρόσωπο, εγγράφηκε στο μητρώο Φ. Π. Α. με αριθμό XXXXX581I και με ισχύ από 01/11/
- Η Κατηγορούμενη 1 παρέμεινε εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ. Π. Α., αδιάλειπτα, από τότε [ήτοι, από 01/11/2001], μέχρι και την 25/03/2010 που διαγράφηκε από αυτό.
- Σχετικά με τα προαναφερόμενα, η ΜΚ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο και Πιστοποιητικό που ετοίμασε για λογαριασμό του Εφόρου Φορολογίας, το Τεκμήριο
- Η μαρτυρία του ΜΚ2, ***** Μιχαήλ
- Ο ΜΚ2 είναι λειτουργός Φ. Π. Α. στο Τμήμα Φορολογίας. Είναι τοποθετημένος στο τμήμα φορολογικών δηλώσεων και στα καθήκοντα του είναι ο χειρισμός των φορολογικών δηλώσεων που υποβάλλονται στον Έφορο Φορολογίας από υποκείμενα στον Φ. Π. Α. πρόσωπα. Μεταξύ άλλων, καταχωρεί στο μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Φορολογίας τα δεδομένα των φορολογικών δηλώσεων που του υποβάλλονται, καθώς επίσης ελέγχει και υπολογίζει, σε ότι αφορά αυτές, τον Φ. Π. Α. και τυχόν πρόσθετο φόρο, επιβαρύνσεις και τόκο.
- Η Κατηγορούμενη 1, σύμφωνα με το μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Φορολογίας, είναι εγγεγραμμένη ως υποκείμενη στον Φ. Π. Α. με αριθμό XXXXX581I. Ο Έφορος Φορολογίας, τηρεί για την Κατηγορούμενη 1 και προσωπικό φάκελο φορολογουμένου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρούνται από τον Έφορο Φορολογίας στο προαναφερόμενο αρχείο του, η εγγραφή της Κατηγορουμένης 1 στο μητρώο Φ. Π. Α., έγινε με ισχύ από 01/11/2001 και η Κατηγορουμένη 1 παρέμεινε εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ. Π. Α., χωρίς διακοπή, μέχρι και τις 25/03/
- Η Κατηγορούμενη 1, όφειλε, βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, όπως, το αργότερο μέχρι την 10η ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος κάθε φορολογικής περιόδου (τριμηνίας), υποβάλλει στον Έφορο Φορολογίας, φορολογικές δηλώσεις δεόντως συμπληρωμένες, που να περιέχουν όλα τα απαιτούμενα από την εν λόγω νομοθεσία στοιχεία, και να καταβάλλει στον Έφορο Φορολογίας, τον οφειλόμενο, από τις συναλλαγές της (που σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομοθεσία είναι εντός του πεδίου του Φ. Π. Α.) κατά την διάρκεια της φορολογικής περιόδου (τριμηνία), Φ. Π. Α.
- Η Κατηγορούμενη 1, αν και για τις φορολογικές περιόδους (τριμηνίες): 01/12/2006 με 28/02/2007 και 01/03/2007 με 31/05/2007, υπέβαλε στον Έφορο Φορολογίας, και μάλιστα εμπρόθεσμα σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, τις απαιτούμενες φορολογικές της δηλώσεις, δεν κατέβαλε στον Έφορο Φορολογίας εμπρόθεσμα, τον οφειλόμενο, σύμφωνα με αυτές, Φ. Π. Α.
- Ο ΜΚ2, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως τεκμήριο, πιστά αντίγραφα των προαναφερόμενων φορολογικών δηλώσεων της Κατηγορουμένης 1, ήτοι τα Τεκμήρια 2 και 3, τις οποίες και επεξήγησε στο Δικαστήριο.
- Η φορολογική δήλωση, Τεκμήριο 2, όπως φαίνεται από την σφραγίδα του Εφόρου Φορολογίας («Υπηρεσίας Φ. Π. Α.»), που έχει τεθεί σε αυτήν στο πάνω μέρος της στα δεξιά, παραλήφθηκε από τον Έφορο Φορολογίας 10/04/
- Αφορά, ως φαίνεται στο πάνω μέρος και κεντρικά του εν λόγω εγγράφου, κάτω από την επιγραφή «Φορολογική Δήλωση», την περίοδο 01/12/2006 με 28/02/2007, και έχει, ως δείχνει στο κάτω μέρος της προαναφερόμενης περιόδου και προς τα αριστερά του εγγράφου, υποβληθεί, από την Κατηγορούμενη 1, εφόσον καταγράφεται η επωνυμία της. Περαιτέρω, και αμέσως προς τα δεξιά του εγγράφου, από το σημείο που καταγράφεται η επωνυμία της Κατηγορούμενης 1, δηλώνεται και ο αριθμός εγγραφής της Κατηγορουμένης 1 στο μητρώο Φ. Π. Α., ήτοι, XXXXX581Ι. Αμέσως κάτω από αυτόν, ανέφερε ο ΜΚ2, καταγράφεται και η ημερομηνία μέχρι την οποία η εν λόγω φορολογική δήλωση, Τεκμήριο 2 έπρεπε να υποβληθεί στον Έφορο Φορολογίας, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, ήτοι, 10/04/
- Όπως ο ΜΚ2 διευκρίνισε, η εν λόγω ημερομηνία, συμπίπτει με την ημερομηνία που πρέπει να καταβληθεί στον Έφορο Φορολογίας, ο δεδηλωμένος με/σε αυτή, οφειλόμενος Φ. Π. Α. Αυτός, διευκρίνισε, φαίνεται στο σημείο 5 του πίνακα που περιλαμβάνεται στο έγγραφο και επιγράφεται «Φ. Π. Α. καταβλητέος ή επιστρεπτέος», και ήταν £21.078,55 (ισόποσο σε ευρώ, €36.014,89). Στο κέντρο του εγγράφου και στο κάτω μέρος του εν λόγω πίνακα, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΚ2, τίθεται η υπογραφή του προσώπου που υποβάλλει στον Έφορο Φορολογίας την φορολογική δήλωση. Στην προκείμενη περίπτωση, αυτό έγινε από κάποια ***** Γεωργίου. Τέλος, επεξήγησε ο ΜΚ1, στο άκρο κάτω μέρος της φορολογικής δήλωσης, υπάρχει πεδίο όπου σε περίπτωση πληρωμής του οφειλόμενου Φ. Π. Α., τίθεται η σφραγίδα της τράπεζας στην οποία έγινε η πληρωμή ή η σφραγίδα του Εφόρου Φορολογίας στην περίπτωση που η καταβολή του έγινε στο Τμήμα του Εφόρου Φορολογίας, προς απόδειξη της. Στην περίπτωση της φορολογικής δήλωσης, Τεκμήριο 2, δεν υπάρχει οποιαδήποτε τέτοια σφραγίδα. Όπως ο ΜΚ2 διευκρίνισε, το εν λόγο ποσό των €36.014,89, αν και δεν καταβλήθηκε στον Έφορο Φορολογίας εμπρόθεσμα, ήτοι, μέχρι και την 10/04/2007 ως έχει προαναφερθεί, καταβλήθηκε τελικά.
- Η φορολογική δήλωση, Τεκμήριο 3, όπως φαίνεται από την σφραγίδα του Εφόρου Φορολογίας («Υπηρεσίας Φ. Π. Α.»), που έχει τεθεί σε αυτήν στο πάνω μέρος της στα δεξιά, παραλήφθηκε από τον Έφορο Φορολογίας 10/07/
- Αφορά, ως φαίνεται στο πάνω μέρος και κεντρικά του εν λόγω εγγράφου, κάτω από την επιγραφή «Φορολογική Δήλωση», την περίοδο 01/03/2007 με 31/05/2007, και έχει, ως δείχνει στο κάτω μέρος της προαναφερόμενης περιόδου και προς τα αριστερά του εγγράφου, υποβληθεί, από την Κατηγορούμενη 1, εφόσον καταγράφεται η επωνυμία της. Περαιτέρω, και αμέσως προς τα δεξιά του εγγράφου, από το σημείο που καταγράφεται η επωνυμία της Κατηγορούμενης 1, δηλώνεται και ο αριθμός εγγραφής της Κατηγορουμένης 1 στο μητρώο Φ. Π. Α., ήτοι, XXXXX581Ι. Αμέσως κάτω από αυτόν, ανέφερε ο ΜΚ2, καταγράφεται και η ημερομηνία μέχρι την οποία η εν λόγω φορολογική δήλωση, Τεκμήριο 2 έπρεπε να υποβληθεί στον Έφορο Φορολογίας, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, ήτοι, 10/07/
- Όπως ο ΜΚ2 διευκρίνισε, η εν λόγω ημερομηνία, συμπίπτει με την ημερομηνία που πρέπει να καταβληθεί στον Έφορο Φορολογίας, ο δεδηλωμένος με/σε αυτή, οφειλόμενος Φ. Π. Α. Αυτός, διευκρίνισε, φαίνεται στο σημείο 5 του πίνακα που περιλαμβάνεται στο έγγραφο και επιγράφεται «Φ. Π. Α. καταβλητέος ή επιστρεπτέος», και ήταν £20.073,59 (ισόποσο σε ευρώ, €34.297,76). Στο κέντρο του εγγράφου και στο κάτω μέρος του εν λόγω πίνακα, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΚ2, τίθεται η υπογραφή του προσώπου που υποβάλλει στον Έφορο Φορολογίας την φορολογική δήλωση. Στην προκείμενη περίπτωση, αυτό έγινε από την προαναφερόμενη ***** Γεωργίου. Τέλος, επεξήγησε ο ΜΚ1, στο άκρο κάτω μέρος της φορολογικής δήλωσης, υπάρχει πεδίο όπου σε περίπτωση πληρωμής του οφειλόμενου Φ. Π. Α., τίθεται η σφραγίδα της τράπεζας στην οποία έγινε η πληρωμή ή η σφραγίδα του Εφόρου Φορολογίας στην περίπτωση που η καταβολή του έγινε στο Τμήμα του Εφόρου Φορολογίας, προς απόδειξη της. Στην περίπτωση της φορολογικής δήλωσης, Τεκμήριο 3, δεν υπάρχει οποιαδήποτε τέτοια σφραγίδα. Όπως ο ΜΚ2 διευκρίνισε, το εν λόγο ποσό των €34.297,76, όχι μόνο δεν καταβλήθηκε στον Έφορο Φορολογίας εμπρόθεσμα, ήτοι, μέχρι και την 10/07/2007 ως έχει προαναφερθεί, εξακολουθεί να οφείλεται.
- Σχετικά με τα προαναφερόμενα, ο ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο και Πιστοποιητικό που ετοίμασε για λογαριασμό του Εφόρου Φορολογίας, το Τεκμήριο
- Ο ΜΚ2, παρουσίασε περαιτέρω και κατέθεσε στο Δικαστήριο, πιστοποιητικά που εξασφάλισε από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, σχετικά με την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, ήτοι, τα Τεκμήρια 5, 6, 7 και
- Αυτά, ως προκύπτει, αφορούν, την σύσταση και εγγραφή της Κατηγορουμένης 1, το εγγεγραμμένο γραφείο της και τους αξιωματούχους της. Όπως ο ΜΚ2 διευκρίνισε, δεν ερεύνησε ο ίδιος «τον φάκελο της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας» που τηρείται στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Αποτάθηκε για τα συγκεκριμένα στοιχεία, με επιστολή του προς τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος του απάντησε, αποστέλλοντας του τα Τεκμήρια 5, 6, 7 και
- Τέλος, υποστήριξε ο ΜΚ2, η Κατηγορούμενη 1, σύμφωνα με το μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Φορολογίας, αντιμετώπισε και προηγουμένως ποινική υπόθεση στο Δικαστήριο. Διερεύνησε, υποστήριξε περαιτέρω ο ΜΚ2, αυτή την αναφορά στο μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Φορολογίας, με τον Τομέα Λήψης Δικαστικών Μέτρων του Εφόρου Φορολογίας, και πληροφορήθηκε ότι, η εν λόγω προηγούμενη ποινική υπόθεση της Κατηγορουμένης 1, είναι η Υπόθεση με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που καταχωρήθηκε εναντίον της στις 08/05/2009 και η οποία, ως αντικείμενο της, είχε το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης. Σε εκείνη την ποινική υπόθεση, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΚ2, ως κατηγορούμενοι είχαν συνενωθεί, εκτός των Κατηγορουμένων 1 και 2, και οι, ***** Γεωργίου (αναφορά στην οποία έχει ήδη γίνει) και ***** Παπαδόπουλος. Η εν λόγω ποινική δίωξης, ισχυρίστηκε ο ΜΚ2:
(1)εναντίον της Κατηγορουμένης 1, διακόπηκε;
(2)για τους, Κατηγορούμενη 2 και ***** Παπαδόπουλο, αποσύρθηκε λόγω μη επίδοσης της σχετικής κλήσης τους για το κατηγορητήριο της; και
(3)σε ότι αφορά την ***** Γεωργίου, προχώρησε, [μετά από δική της παραδοχή], με καταδίκη της από το Δικαστήριο και την επιβολή προς αυτήν ποινής, στις 08/11/
- Η μαρτυρία της ΜΚ3, Μαρίνας Παντελή
- Η ΜΚ3 είναι λειτουργός Φ. Π. Α. στο Τμήμα Φορολογίας. Είναι τοποθετημένη στο τμήμα φορολογικών δηλώσεων και στα καθήκοντα της είναι ο χειρισμός των φορολογικών δηλώσεων που υποβάλλονται στον Έφορο Φορολογίας από υποκείμενα στον Φ. Π. Α. πρόσωπα. Μεταξύ άλλων, ελέγχει, βάσει των δεδομένων που παρουσιάζουν οι φορολογικές δηλώσεις που τα υποκείμενα στον φόρο πρόσωπα υποβάλλουν στον Έφορο Φορολογίας, την ορθότητα του επιβληθέντος πρόσθετου φόρου, επιβαρύνσεων και τόκου.
- Σχετικά με τις φορολογικές δηλώσεις της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήρια 2 και 3, η ΜΚ3, σε γενικές γραμμές, κατέθεσε τα εξής. Αυτές, υποστήριξε, υποβλήθηκαν στον Έφορο Φορολογίας εμπρόθεσμα, ήτοι, εντός 40 ημερών από την λήξη, αντίστοιχα, της φορολογικής περιόδου (τριμηνίας) που αφορούν.
- Σχετικά με την φορολογική δήλωση, Τεκμήριο 2, η ΜΚ3 ανέφερε ότι, ο οφειλόμενος βάσει αυτής Φ. Π. Α., αν και δεν καταβλήθηκε στον Έφορο Φορολογίας, σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο, εμπρόθεσμα, τελικά εξοφλήθηκε. Όπως διευκρίνισε, ο οφειλόμενος, με βάση το Τεκμήριο 2, Φ. Π. Α., ήταν €34.297,
- Ο Έφορος Φορολογίας, επέβαλε, σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο, λόγω της μη εμπρόθεσμης καταβολής του, πρόσθετο φόρο. Ο πρόσθετος φόρος, υποστήριξε η ΜΚ3, υπολογίζεται με βάση ποσοστό 10% επί του οφειλόμενου Φ. Π. Α. Στην προκείμενη περίπτωση, ισχυρίστηκε, ο πρόσθετος φόρος, [που επιβλήθηκε και ήταν €3.590,78], υπολογίστηκε βάσει του ποσού των €34.190,68, λόγω εμπρόθεσμης από πλευράς της Κατηγορούμενης 1 πληρωμής έναντι του οφειλόμενου Φ. Π. Α., €107,
- Η Κατηγορούμενη 1, ανέφερε περαιτέρω η ΜΚ3, χρεώθηκε και με τόκο. Αυτός, υπολογίστηκε ότι ήταν €3.590,
- Συνολικά, ισχυρίστηκε η ΜΚ3, σε ότι αφορά την φορολογική δήλωση, Τεκμήριο 2, η Κατηγορούμενη 1 όφειλε να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας, €41.690,
- Το ποσό αυτό, δήλωσε, είναι το αποτέλεσμα από άθροιση των ποσών του φόρου, του πρόσθετου φόρου και του τόκου. Η Κατηγορούμενη 1, πλήρωσε στον Έφορο Φορολογίας, συνολικά, €41.664,89, -ήτοι, €107,08 εμπρόθεσμα στις 11/05/2006, €36.014,89 εκπρόθεσμα στις 28/06/2007, €1.000 εκπρόθεσμα στις 03/03/2011 και €4.542,92 στις 26/05/2011- και εξακολουθεί να οφείλει, €25,34, οφειλόμενο τόκο.
- Σχετικά με την φορολογική δήλωση, Τεκμήριο 3, η ΜΚ3 ανέφερε ότι, ο οφειλόμενος βάσει αυτής Φ. Π. Α., όχι μόνον δεν καταβλήθηκε στον Έφορο Φορολογίας, σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο, εμπρόθεσμα, αλλά παραμένει οφειλόμενος μέχρι και σήμερα.
- Σχετικά με τα προαναφερόμενα, η ΜΚ3 παρουσίασε στο Δικαστήριο και Πιστοποιητικό που ετοίμασε για λογαριασμό του Εφόρου Φορολογίας, το Τεκμήριο
- Η ΜΚ3, κατέθεσε και για την πρακτική του Εφόρου Φορολογίας, που αφορά την είσπραξη του Φ. Π. Α. από υποκείμενα στον φόρο πρόσωπα, ως αυτή ίσχυε και κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όπως υποστήριξε, οι σχετικές καταβολές Φ. Π. Α., ήταν δυνατόν να γίνουν στον Έφορο Φορολογίας, με ένα από τους ακόλουθους τρείς τρόπους:
(1)Πριν από την υποβολή της φορολογικής δήλωσης, και νοουμένου ότι συμπληρωνόταν το σχετικό επί της φορολογικής δήλωσης πεδίο, με πληρωμή από το υποκείμενο στο Φ. Π. Α. πρόσωπο, σε κάποια τράπεζα, οπόταν και η φορολογική δήλωση σφραγιζόταν από την τράπεζα ότι το ποσό του Φ. Π. Α. έχει κατατεθεί στον σχετικό λογαριασμό του Εφόρου Φορολογίας;
(2)Μετά την υποβολή της φορολογικής δήλωσης, με πληρωμή από το υποκείμενο στο Φ. Π. Α. πρόσωπο, σε κάποια τράπεζα, μετά που θα προμηθευόταν από τα επαρχιακά γραφεία της Υπηρεσίας Φ. Π. Α., έντυπου πληρωμής, το οποίο προσκόμιζε στην τράπεζα για να σφραγιστεί, αφότου γινόταν κατάθεσης του ποσού του Φ. Π. Α. στον σχετικό λογαριασμό του Εφόρου Φορολογίας; και
(3)Ανεξαρτήτως φορολογικής δήλωσης, το υποκείμενο στον Φ. Π. Α. πρόσωπο, μπορούσε να προβεί σε πληρωμές προς τον Έφορο Φορολογίας, βάσει της καταστάσεως λογαριασμού που ο Έφορος Φορολογίας τηρούσε σχετικά με τον Φ. Π. Α. στον οποίο υπόκειτο, η οποία του αποστελλόταν στο τέλος κάθε τριμηνίας.
- Όποια μέθοδος και εάν επιλεγόταν από το υποκείμενο στον Φ. Π. Α. πρόσωπο, για να καταβαλλόταν στον Έφορο Φορολογίας ο οφειλόμενος Φ. Π. Α., ισχυρίστηκε η ΜΚ3, η ενημέρωσης του Εφόρου Φορολογίας για την καταβολή, γινόταν με τον εξής τρόπο. Όπως η ΜΚ3 επεξήγησε, το έντυπο της φορολογικής δήλωσης ή το έντυπο πληρωμής, εκδίδεται σε τριπλότυπο. Συγκεκριμένα, η φορολογική δήλωσης ή το έντυπο πληρωμής, αποτελείται από το άσπρο, το κίτρινο και το ροζ έντυπο της. Όταν γινόταν καταβολή του Φ. Π. Α. στην τράπεζα, όλα τα έντυπα της φορολογικής δήλωσης ή το έντυπο πληρωμής σφραγίζονταν από την τράπεζα και στην συνέχεια, το μεν κίτρινο έντυπο της φορολογικής δήλωσης ή του έντυπου πληρωμής το κρατούσε η τράπεζα, το δε άσπρο και ροζ της έντυπο, η τράπεζα το επέστρεφε στο υποκείμενο στο Φ. Π. Α. πρόσωπο, που, με την σειρά του, το παρουσίαζε ακολούθως στον Έφορο Φορολογίας. Ο Έφορος Φορολογίας, παραλαμβάνοντας το άσπρο και ροζ έντυπο της φορολογικής δήλωσης ή του έντυπου πληρωμής, σφράγιζε αυτό στο πάνω του μέρος στα δεξιά και επέστρεφε στο υποκείμενο στον Φ. Π. Α. πρόσωπο, το ροζ έντυπο, που έφερε την σφραγίδα, τόσο της τράπεζας όπου έγινε η καταβολή, όσο και του Εφόρου Φορολογίας. Ο Έφορος Φορολογίας, βάσει του άσπρου έντυπου της φορολογικής δήλωσης ή του έντυπου πληρωμής, έκανε την καταχώρηση της καταβολής του Φ. Π. Α. και στο μηχανογραφημένο του σύστημα.
- Επιπλέον, στο τέλος κάθε μήνα, οι τράπεζες που αποδέχονταν καταθέσεις στον λογαριασμό του Εφόρου Φορολογίας, απέστελλαν στον Έφορο Φορολογίας τις σχετικές καταχωρήσεις «σε δισκάκι», και λειτουργοί του Εφόρου Φορολογίας πρόβαιναν σε αντιπαραβολή τους με τις καταχωρήσεις τους στο μηχανογραφημένο σύστημα, έτσι ώστε, αν για τον οποιοδήποτε λόγο, γινόταν καταβολή Φ. Π. Α. από υποκείμενο στον Φ. Π. Α. πρόσωπο στον λογαριασμό του Εφόρου Φορολογίας, χωρίς να υποβληθεί στον Έφορο Φορολογίας το άσπρο έντυπο της σχετικής με αυτόν φορολογικής δήλωσης, να γίνει η σχετική καταχώρισης στο μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Φορολογίας, σύμφωνα με την κανονική διαδικασία. Σε μια τέτοια περίπτωση, το υποκείμενο στον Φ. Π. Α. πρόσωπο, ειδοποιείτο από λειτουργούς του Εφόρου Φορολογίας για να υποβάλει στον Έφορο Φορολογίας και το άσπρο και ροζ έντυπο της φορολογικής του δήλωσης, και στην περίπτωση όπου αυτό δεν ήταν εφικτό, ο Έφορος Φορολογίας θα μεριμνούσε να εξασφαλίσει από την τράπεζα στην οποία έγινε η κατάθεσης του Φ. Π. Α., το κίτρινο έντυπο της φορολογικής δήλωσης.
- Η εν λόγω πρακτική του Εφόρου Φορολογίας στην είσπραξη του Φ. Π. Α. από υποκείμενα στον φόρο πρόσωπα, ισχυρίστηκε η ΜΚ3, δεν αφήνει περιθώριο λάθους. Δηλαδή, η Κατηγορούμενη 1, να έχει καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας τον οφειλόμενο Φ. Π. Α. βάσει των φορολογικών δηλώσεων, Τεκμήρια 2 και 3, αλλά ο Έφορος Φορολογίας να μην τις έχει καταχωρημένες στο μηχανογραφημένο του σύστημα. Η μαρτυρία της Κατηγορούμενης 2
- Η Κατηγορούμενη 2, κληθείσα σε απολογία, προς υπεράσπιση της, ενόρκως υποστήριξε τα εξής.
- Από της ίδρυσης της Κατηγορούμενης 1 περί το έτος 2002, ήταν διοικητικός σύμβουλος και μέτοχος της. Παρά ταύτα, δεν ελάμβανε μέρος στην διαχείριση των υποθέσεων της. Την Κατηγορούμενη 1, διεύθυνε αποκλειστικά η ***** Γεωργίου, που είναι αδελφή του συζύγου της.
- Με την κουνιάδα της, ***** Γεωργίου, άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα, από το έτος
- Και τούτο, επειδή, περί το έτος 2004, η πρώτη, ήθελε να κεφαλαιοποιήσει κάποιο δάνειο που της παρείχε ο σύζυγος της, και ο τελευταίος της το αρνήθηκε. Εξ αιτίας των προβλημάτων αυτών, αρνήθηκε στην XXXXX Γεωργίου να υπογράψει τους πρόχειρους λογαριασμούς της Κατηγορουμένης 1 για το έτος 2004 (Τεκμήρια 10 και 11). Τα προβλήματα της, με την ***** Γεωργίου, εντάθηκαν περί το έτος 2005, επειδή ο σύζυγος της είχε διαπιστώσει ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν πλήρωνε τις δόσεις κάποιων από τα δάνεια της στην τράπεζα, και πίεζε την τράπεζα να απαιτήσει την εξόφληση τους. Η ***** Γεωργίου, από πλευράς της, πίεζε αυτήν να υπογράψει τους εν λόγω πρόχειρους λογαριασμούς της Κατηγορουμένης 1 για το έτος
- Επειδή δεν επιθυμούσε να βρίσκεται στην μέση της διαμάχης του συζύγου της με την αδελφή του, σε κάποια στιγμή, έδωσε στην Κατηγορούμενη 1 την παραίτηση της από διοικητικός της σύμβουλος. Η εν λόγω παραίτηση της, δόθηκε μέσω επιστολής που παραδόθηκε στην ***** Γεωργίου, στο γραφείο της τελευταίας που βρίσκεται επί της οδού Δεληγιάννη & Δερβενακίων στη περιοχή Λυκαβητός του Δήμου Λευκωσίας. Όπως υποστήριξε, αντίγραφο που κράτησε της εν λόγω επιστολής, το απώλεσε, και η ίδια δεν θυμάται σε ποια ημερομηνία το εν λόγω γεγονός της παραίτησης της από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, έλαβε χώρα. Το σίγουρο όμως, είναι, ισχυρίστηκε, ότι, αυτό έλαβε χώρα, πολύ προτού η πολιτική Αγωγή με αρ. XXXXX/2007 (Τεκμήριο 12), που καταχωρήθηκε εναντίον της από την Τράπεζα Αναπτύξεως, της επιδόθηκε, αρχές του έτους
- Ως εκ τούτου, πιστεύει ότι, η παραίτηση της από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορούμενης 1, έλαβε χώρα, περί τις αρχές, ή τα μέσα, του έτους
- Κατά την εκδίκαση της προαναφερόμενης πολιτικής Αγωγής με αρ. XXXXX/2007, η Τράπεζα Αναπτύξεως, εξέδωσε εναντίον της Κατηγορουμένης 1, ένταλμα εκποίησης κινητής της περιουσίας, το οποίο και εκτελέστηκε και περιουσία της Κατηγορουμένης 1 πράγματι πωλήθηκε και εισπράχθηκε ένα μεγάλο ποσό.
- Στην Κατηγορούμενη 2, πριν από την υπόθεση αυτή, επιδόθηκε και η ποινική Υπόθεση με αρ. XXXXX/12 (Τεκμήριο 13), η οποία, μετά από πολλές αναβολές, «σταμάτησε». Δεν θυμάται κατά πόσο της επιδόθηκε η οποιαδήποτε άλλη υπόθεση. Αυτό που θυμάται, είναι ότι, σε κάποια από τις παρουσιάσεις της στο Δικαστήριο, της λέχθηκε να παραδεχθεί το κατηγορητήριο της «και να πληρώσει μόνο την μία κατηγορία», καθότι, την άλλη κατηγορία, «θα την πλήρωνε» η XXXXX Γεωργίου, που παραδέχθηκε. Πρόταση την οποία απέρριψε.
- Ανεξαρτήτως του χρόνου παραίτησης της από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, η Κατηγορούμενη 2 δεν είχε ποτέ της ανάμειξη στα της Κατηγορουμένης
- Μέχρι που της επιδόθηκε το κατηγορητήριο της προαναφερόμενης υπόθεσης, δεν γνώριζε οτιδήποτε περί οφειλών Φ. Π. Α. της Κατηγορούμενης 1 προς το κράτος, ούτε και είχε ή έχει τώρα πρόσβαση στα βιβλία της Κατηγορουμένης 1, για να μπορούσε ή να μπορεί να ελέγξει το ζήτημα. Τα παραδεκτά γεγονότα
- Κατά την δικάσιμο της 07ης/03/2019, οι διάδικοι δήλωσαν ότι, τα ακόλουθα γεγονότα, είναι παραδεκτά μεταξύ τους ως πραγματικότητα και ως τέτοια, έγιναν αποδεκτά και από το Δικαστήριο.
- Στις 14/05/2009, καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, η ποινική Υπόθεση με αρ. XXXXX/2009 (Τεκμήριο 14), εναντίον της Κατηγορούμενης 1, της Κατηγορούμενης 2, της ***** Γεωργίου και του ***** Παπαϊωάννου. Εναντίον της Κατηγορουμένης 2, η εν λόγω ποινική υπόθεσης, αποσύρθηκε στις 22/10/2010, λόγω μη επίδοσης της κλήσης της Κατηγορουμένης 2 για το κατηγορητήριο της (και τούτο μετά από τέσσερεις αναβολές που δόθηκαν από το Δικαστήριο για τον σκοπό) και ως εκ τούτου, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Ενώ, σε ότι αφορούσε την Κατηγορούμενη 1, η δίωξης της, δια της εν λόγω ποινικής υπόθεσης, διακόπηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στις 06/11/
- Στην ***** Γεωργίου, επιβλήθηκε ποινή από το Δικαστήριο, στις 08/11/2012, χωρίς να εκδοθεί διαταγή από το Δικαστήριο εναντίον της Κατηγορούμενης 1, καταβολής του οφειλόμενου Φ. Π. Α.
- Στις 06/04/2012, εναντίον της Κατηγορούμενης 2, καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, η ποινική Υπόθεση με αρ. XXXXX/12 (Τεκμήριο 13). Η δίωξης της όμως, δια της προαναφερόμενης ποινικής υπόθεσης, διακόπηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στις 15/03/
- Οι προαναφερόμενες ποινικές υποθέσεις, έτυχε να προγραμματιστούν από το Δικαστήριο στην ίδια ημερομηνία, στις 27/04/2012, 06/07/2012 και 03/10/
- Περαιτέρω, οι διάδικοι, κατά την ακροαματική διαδικασία της 07ης/03/2019, συμφώνησαν ως παραδεκτά, τα όσα τα Τεκμήρια 15 και 16 παρουσιάζουν, σχετικά με την εκτέλεση του εντάλματος πώλησης κινητής περιουσίας της Κατηγορουμένης 1, που εκδόθηκε σε σχέση με την προαναφερόμενη πολιτική Αγωγή με αρ. 628/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, και αυτά, έγιναν αποδεκτά ως τέτοια, και από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία της ΜΥ2, XXXXX Κετώνη
- Η ΜΥ2, είναι λειτουργός στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη.
- Η ΜΥ2 κατέθεσε ότι, σύμφωνα με το αρχείο που η Κατηγορούμενη 1 τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, η «εικόνα» της Κατηγορούμενης 1, είναι, ως παρουσιάζουν τα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιριών και Επίσημου Παραλήπτη, Τεκμήρια 5, 6, 7 και
- Περαιτέρω, η ΜΥ2, κατέθεσε για το περιεχόμενο του προαναφερόμενου αρχείου του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη.
- Επιπρόσθετα, η ΜΥ2 κατέθεσε ότι η Κατηγορούμενη 1 τέθηκε υπό παραλαβή / διαχείριση, από 09/04/
- Η εκτίμηση της μαρτυρίας
- Αυτή είναι η μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο καλείται τώρα να εκτιμήσει για να καταλήξει στα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Εκτίμησης που γίνεται στην βάση καλά καθιερωμένων αρχών δικαίου και οι οποίες αναφέρονται εδώ επειδή αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου που αφορά την απόφαση μου που ακολουθεί για την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή.
- Σύμφωνα με την νομολογία, η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του (βλ. στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, σελίδα 123, Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1, In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911).
- Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα 123).
- Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα (βλ. Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm)).
- Ο καθόλα τα άλλα εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
- Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
- Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους (βλ. Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL, Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm).
- Στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, όπως και η ΜΥ2, κατέθεσαν με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο όλα όσα γεγονότα προσωπικά γνώριζαν για τα επίδικα ζητήματα ή μπόρεσαν να διαπιστώσουν σε ότι αφορούσε αυτά [αναλόγως περίπτωσης], από τα αρχεία, τόσο του Εφόρου Φορολογίας, όσο και του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Η μαρτυρία άλλωστε των ΜΚ1 και ΜΥ2, κατά την δίκη, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς, αυτή, γίνεται από το Δικαστήριο πλήρως αποδεκτή προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του για τα επίδικα ζητήματα.
- Το γεγονός ότι, σε κάποια σημεία της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΚ3, -η μαρτυρία των οποίων, σημειώνεται, ήταν και αυτή που διερευνήθηκε περισσότερο κατά την ακρόαση της υπόθεσης-, εντοπίζονται κάποιες αντιφάσεις που αφορούν στο πότε καταβλήθηκε στον Έφορο Φορολογίας από πλευράς Κατηγορουμένης 1, ο οφειλόμενος, βάσει της φορολογικής δήλωσης, Τεκμήριο 2, Φ. Π. Α., αυτές, δεν θεωρώ ότι οφείλονται σε ανειλικρίνεια των ΜΚ2 και ΜΚ3, ή ότι ήταν το αποτέλεσμα προσπάθειας τους να παραποιήσουν τα πραγματικά γεγονότα. Για το συγκεκριμένο ζήτημα, αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΚ3, αντί αυτής του ΜΚ2, λόγω του ότι, η ΜΚ3, μου φάνηκε περισσότερο ενημερωμένη για το ζήτημα και έδωσε σαφέστερες απαντήσεις. Η υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ2, σημειώνεται, γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Συνεπώς, η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3, στο βαθμό που έχει προαναφερθεί, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του για τα επίδικα ζητήματα.
- Αντίθετη είναι η άποψης που έχω σχηματίσει για την Κατηγορούμενη 2, η οποία, ως μάρτυρας, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Πιστεύω ότι δεν ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Όταν κατά την αντεξέταση της κατέθετε για τον κυριότερο ισχυρισμό της για τα γεγονότα, η Κατηγορούμενη 2 ήταν δισταχτική στις απαντήσεις της και έκδηλα αμήχανη. Και τούτο, πιστεύω, επειδή έλεγε ψέματα προς το Δικαστήριο. Κάποιοι από τους ισχυρισμούς της, άλλωστε, για τα επίδικα γεγονότα, είναι και παράλογοι για να μπορούν να γίνουν αποδεκτοί.
- Θα περιοριστώ να αναφερθώ στην μαρτυρία της Κατηγορουμένης 2, που, ως προαναφέρθηκε, αφορούσε τον κυριότερο ισχυρισμό της για τα γεγονότα, ότι δηλαδή, παραιτήθηκε από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, σε χρόνο πριν διαπραχθούν από την Κατηγορούμενη 1, τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης.
- Δεν βρίσκω λογικό, σε μία εταιρεία, που, ως η Κατηγορούμενη 2 ισχυρίστηκε, ήταν μέτοχος, και στην οποία, όπως υποστήριξε, ο σύζυγος της επένδυσε χρήματα, και την οποία μάλιστα, η ίδια η Κατηγορούμενη 2 εγγυήθηκε προσωπικά, για δανεισμό της από πιστωτικό ίδρυμα εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ (βλ. Τεκμήριο 12), ότι θα παραιτείτο από το διοικητικό της συμβούλιο, απλά και μόνον, επειδή δεν ήθελε να βρίσκεται στο επίκεντρο της διαμάχης του συζύγου της με την αδελφή του, Άντρη Γεωργίου, που ήταν η άλλη διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης
- Σε μια τέτοια περίπτωση, ο ρόλος της Κατηγορουμένης 2 στο διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, ακόμη και εάν όντως, όπως ισχυρίστηκε, μέχρι και τότε ήταν τυπικός και μη ενεργός, θα αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία. Ιδιαίτερα για τον σύζυγο της, που, όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς της Κατηγορούμενης 2, ήρθε σε σύγκρουση με την αδελφή του, ***** Γεωργίου, για τα της Κατηγορούμενης
- Συνεπώς, ακόμη και στην βάση των δικών της ισχυρισμών, δεν είναι λογικό ότι η Κατηγορούμενη 2 θα παραιτείτο από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορούμενης 1, για τους λόγους που ισχυρίστηκε.
- Πόσο μάλλον, να γίνει πιστευτό, ως λογικό, ότι, η Κατηγορούμενη 2, παραιτήθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, χωρίς να φροντίσει ότι, αντίγραφο της επιστολής παραίτησης της προς την Κατηγορουμένη 1, -την οποία παρέδωσε, ως ισχυρίστηκε, στην ***** Γεωργίου, στο γραφείο της όπου βρίσκεται και το εγγεγραμμένο γραφείο της Κατηγορουμένης 1-, θα κρατείτο από την ίδια σε ασφαλές μέρος, για να μπορεί, αν παρίστατο ανάγκη, να τεκμηριώσει αυτή την παραίτηση της. Ειδικότερα, λόγω και των ευθυνών που βαραίνουν τους διοικητικούς σύμβουλους εταιρειών, όπως είναι και αυτή του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης, που δεν μπορεί παρά να της ήταν γνωστές (βλ. Γερολέμου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818), και των σχέσεων της με την εν λόγω Άντρη Γεωργίου που ήταν, ως προαναφέρθηκε, λόγω του συζύγου της, τεταμένες, και φαίνεται ότι δεν υπήρχε μεταξύ τους εμπιστοσύνη. Δεν μπορώ να δεχθώ, ότι, η Κατηγορούμενη 2, φρόντισε να τηρήσει αντίγραφο των «πρόχειρων λογαριασμών» της Κατηγορουμένης 1, που αφορούν το έτος που έληξε 31/12/2003, -δηλαδή, για ζήτημα, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, προηγήθηκε χρονολογικά-, αλλά δεν φρόντισε να τηρήσει αντίγραφο της επιστολής παραίτησης της προς την Κατηγορουμένη 1, ή ότι, τήρησε αντίγραφο της, αλλά το απώλεσε, όπως ισχυρίστηκε.
- Αίσθηση αρνητική, άλλωστε, προκαλεί και το γεγονός ότι, ακόμη και όταν το έτος 2012, η Κατηγορούμενη 2, έλαβε την κλήση για το κατηγορητήριο της, της Υπόθεσης με αρ. XXXXX/2012, βάσει του οποίου, προβαλλόταν ισχυρισμός του Εφόρου Φορολογίας ότι, κατά τις επίδικες φορολογικές περιόδους, ήταν διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, δεν φαίνεται να αντέδρασε καθόλου, ώστε, κατόπιν διερεύνησης του ζητήματος (όπως, π. χ., με έρευνα στο μητρώο της Κατηγορούμενης 1 που τηρείται με τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη), με κάποιο διάβημα της, να έθετε προς την Κατηγορούμενη 1 (στον κατά τον ουσιώδη χρόνο «υπεύθυνο» της), το γεγονός ότι εξακολουθούσε να παρουσιάζεται ως διοικητικός της σύμβουλος, για να διορθωθεί. Δεν βρίσκω λογικό, η Κατηγορούμενη 2, αν οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί της αποτελούσαν πραγματικότητα, ότι, ενώπιον μιας τέτοιας εξέλιξης, θα παρέμενε αδρανής.
- Αν οι περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, ήταν, ως η Κατηγορούμενη 2 ισχυρίστηκε, το λογικό είναι ότι, η Κατηγορούμενη 2, έστω και μετά την λήψη της κλήσης της να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για την προαναφερόμενη ποινική υπόθεση, ότι, σε κάποια παράσταση θα προέβαινε στις κρατικές αρχές, όπως ο Έφορος Φορολογίας και άλλες στις οποίες σύμφωνα με τον Νόμο φαινόμενα, λόγω του μητρώου που η Κατηγορούμενη 1 τηρούσε στον Έφορο Εταιρειών, παρουσιαζόταν ως υπόλογη για τις πράξεις ή παραλείψεις της Κατηγορουμένης 1, τουλάχιστον για να ενημερώσει ή πληροφορήσει ότι δεν είναι διοικητικός της σύμβουλος και από πότε έπαυσε να ενεργεί για αυτήν υπό την συγκεκριμένη ιδιότητα.
- Δεν μπορώ άλλωστε να αποδεχθώ τον ισχυρισμό της Κατηγορουμένης 2, ότι, παραιτήθηκε από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, «αρχές με μέσα του 2006», η Κατηγορουμένη 1, να ετέθη υπό καθεστώς παραλαβής / διαχείρισης, από 09/04/2010, και υπό εκκαθάριση, από 08/02/2012 (βλ. Τεκμήρια 5, 6, 7 και 8) και η Κατηγορούμενη 2, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, παραιτήθηκε από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορούμενης 1 από πολύ πιο πριν, αλλά η Κατηγορούμενη 1 δεν φαίνεται να έπραξε οτιδήποτε για αυτό, τουλάχιστον σε ότι αφορούσε το μητρώο της που τηρείται στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, να πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι εξακολουθούσε να παρουσιάζεται διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, το έτος 2012 όταν έλαβε το κατηγορητήριο της προαναφερόμενης υπόθεσης. Λογικό είναι, ότι, υπό αυτές τις περιστάσεις, επικοινωνία μαζί της, θα είχαν, από πολύ πιο πριν, τόσο ο παραλήπτης / διαχειριστής της Κατηγορουμένης 1, όσο και ο εκκαθαριστής της, ειδικότερα λόγω των διαδικασιών που ακολουθούνται από τα πρόσωπα αυτά προς υλοποίηση των καθηκόντων τους, στα οποία εμπλοκή, αναγκαστικά έχει και το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας.
- Η αναλήθεια των ισχυρισμών της Κατηγορουμένης 2, φάνηκε και από το γεγονός ότι, ήταν αντιφατική σχετικά με τον ισχυρισμό της, περί «πρότασης» που της έγινε, να παραδεχθεί το κατηγορητήριο της, στην Υπόθεση με αρ. XXXXX/2012, «για να πληρώσει μόνον την μία κατηγορία», εφόσον «την άλλη θα την πλήρωνε» η ***** Γεωργίου. Αρχικά, η Κατηγορούμενη 2 υποστήριξε ότι, αυτό, ήταν κάτι που της εισηγήθηκε ο δικηγόρος της ***** Γεωργίου. Μετά, ισχυρίστηκε ότι, αυτό έγινε παρουσία και του δικηγόρου για τον Κατήγορο. Και τελικά, υποστήριξε ότι «ήταν από την πλευρά του ΦΠΑ, [που έγινε η εν λόγω πρότασης] για να γίνει ένας συμβιβασμός, να πληρώσει η κυρία Άντρη». Η Κατηγορούμενη 2, πρέπει να παρατηρήσω, όταν κατέθετε τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της, λόγω των εν λόγω αντιφάσεων της, και πιστεύω, της πλήρους αντίληψης της ότι περιέπεσε σε αυτές και δεν γινόταν πιστευτή, ήταν έκδηλα αμήχανη επειδή δεν έλεγε την αλήθεια.
- Συνεπώς, η μαρτυρία της Κατηγορουμένης 2, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, για να εξαχθούν τα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Συμπεράσματα
- Στην βάση της αποδεκτής μαρτυρίας, ικανοποιούμε ότι η υπόθεση του Κατήγορου, έχει αποδειχθεί εναντίον της Κατηγορουμένης 1, στον απαιτούμενο βαθμό, την οποία και κρίνω ένοχη στις κατηγορίες με αρ. 1 και 2 που αντιμετώπισε σε αυτή την υπόθεση.
- Βρίσκω συναφώς τα εξής. Η Κατηγορούμενη 1, ήταν από 01/11/2001 και συνέχιζε αδιάλειπτα μέχρι και τις 25/03/2010 να είναι, υποκείμενη στον Φ. Π. Α. πρόσωπο, σύμφωνα με τον Νόμο 95(Ι)/
- Κατά παράβαση των προνοιών των Άρθρων 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικών) Κανονισμών του 2001 και 2002, η Κατηγορούμενη 1, παρέλειψε να καταβάλει στον Κατήγορο εντός της προθεσμίας που τάσσουν οι Κανονισμοί (ήτοι, στις 10/04/2007 και 10/07/2007 αντίστοιχα), τα ποσά Φ. Π. Α. που ήταν καταβλητέα σε σχέση με την περίοδο (ήτοι, τις φορολογικές περιόδους (τριμηνίες): 01/12/2006 με 28/02/2007 και 01/03/2007 με 31/05/2007) στην οποία αφορούν οι φορολογικές δηλώσεις, Τεκμήρια 2 και 3, αντικείμενο των κατηγοριών 1 και 2 στο κατηγορητήριο, τις οποίες φορολογικές δηλώσεις, η ίδια η Κατηγορουμένη 1 υπέβαλε στον Κατήγορο (ήτοι, στις 10/04/2007 και 10/07/2007 αντίστοιχα) δια της διοικητικής της συμβούλου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ***** Γεωργίου, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 27
(1)των Κανονισμών. Λόγω της προαναφερόμενης παράλειψης της Κατηγορουμένης 1, ο Κατήγορος, τοκίζει το οφειλόμενο μέχρι σήμερα ποσό των €34.297,76, σύμφωνα με τον Νόμο.
- Αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, είναι, αν από την αποδεκτή μαρτυρία και τα μη αμφισβητούμενα και παραδεκτά γεγονότα, ο Κατήγορος, έχει αποδείξει την υπόθεση του εναντίον της Κατηγορουμένης 2 στον απαιτούμενο βαθμό. Εξετάζοντας την μαρτυρία, καταλήγω με βεβαιότητα ότι, η Κατηγορούμενη 2, κατά τον ουσιώδη χρόνο που τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης διαπράχθηκαν, ήταν όντως διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1 και άρα ποινικά υπεύθυνη βάσει των προνοιών του Άρθρου 48 του Νόμου 95(Ι)/
- Όπως προαναφέρθηκε, ο Κατήγορος, βασίστηκε για να προσάψει εναντίον της Κατηγορουμένης 2, το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, αποκλειστικά στο τι το μητρώο που τηρεί η Κατηγορούμενη 1 στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη παρουσιάζει. Κανένας εκ των μαρτύρων κατηγορίας, πρέπει να σημειωθεί, κατέθεσε ότι η Κατηγορούμενη 2 ήταν διευθύνων σύμβουλος ή αξιωματούχος της Κατηγορουμένης 1, στη βάση του οποιουδήποτε άλλου γεγονότος ή περίστασης. Η πλευρά της Κατηγορουμένης 2, εισηγείται, ότι, επειδή, σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΥ2, η Κατηγορούμενη 1, δεν φαίνεται ότι τηρούσε κανονικά το εν λόγω μητρώο της στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, από το οποίο, η όποια μαρτυρία, σε κάθε περίπτωση, είναι εξ ακοής και πρέπει να αποτιμηθεί υπό αυτό το πρίσμα, εν όψει της αμφισβήτησης που έτυχε το εν λόγω γεγονός από πλευράς της, η υπόθεσης του Κατήγορου εναντίον της, δεν έχει αποδειχθεί [τουλάχιστον] στον απαιτούμενο βαθμό.
- Παρόμοιο πραγματικά ζήτημα και εισήγησης από πλευράς κατηγορουμένου, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μελάς ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
- Από την ακόλουθη περικοπή, φαίνονται, τόσο τα γεγονότα που το Εφετείο είχε ενώπιον του προς κρίση, όσο και το σκεπτικό του για την απόφαση του, ότι, μαρτυρία προερχόμενη από το μητρώο εταιρείας που τηρείται στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, γίνεται αποδεκτή προς απόδειξη των αξιωματούχων της: «Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, οι Εφεσείοντες 1 και 2 προσβάλλουν το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο Διευθυντής της εταιρείας. Δεν προσκομίστηκε, ισχυρίζονται, αποδεχτή μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι όντως ήταν Διευθυντής της εταιρείας. Όπως εξήγησε ο δικηγόρος των Εφεσειόντων, ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομίστηκε το Πιστοποιητικό Διευθυντών και Γραμματέα, ημερομηνίας 3.2.2006 (Τεκμήριο 2) στο οποίο φαίνονται τα ονόματα και οι διευθύνσεις των Διευθυντών και Γραμματέα της Εφεσείουσας 1 κατά τις 3.2.2006, όχι όμως κατά το χρόνο που αφορούσαν οι κατηγορίες, ήτοι κατά την περίοδο 1.7.92-31.12.
- Σύμφωνα με την εισήγηση του δικηγόρου των Εφεσειόντων, το Πιστοποιητικό με κανένα τρόπο δεν αποδεικνύει ότι ο Εφεσείων 2, ήταν Διευθυντής της εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το ίδιο, είπε, ισχύει και για την Ετήσια Έκθεση της εταιρείας. Όπως εξήγησε, αυτή αφορά την περίοδο μέχρι 31.12.92 ενώ οι Εφεσείοντες κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν για αδικήματα που αφορούν στην περίοδο από 1.7.92 μέχρι 31.12.
- Τέλος, ο συνήγορος των Εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι η Ετήσια Έκθεση δεν μπορεί να γίνει δεκτή, εφόσον δεν καταχωρίστηκαν επίσης και οι οποιεσδήποτε αλλαγές που αφορούν στους συμβούλους ή τον γραμματέα, σύμφωνα με το Άρθρο 192 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- . Ο λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. Συμφωνούμε ότι το Πιστοποιητικό, Τεκμήριο 2, βεβαιώνει για το ποιοι ήταν οι Διευθυντές και Γραμματέας της Εφεσείουσας 1 κατά το χρόνο έκδοσής του, ήτοι, κατά τις 3.2.
- Δε βοηθά όμως για το ποιοι ήταν οι Διευθυντές κατά τον ουσιώδη χρόνο 1992-
- Όμως, ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε μαρτυρία από πλευράς της ΜΚ1, λειτουργού στο Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών, όπου διατηρείται φάκελος της εταιρείας με όσα την αφορούν και στον οποίο, σύμφωνα με την πρώτη ετήσια έκθεση της, για την περίοδο μέχρι 31.12.1992, Διευθυντές της ήταν οι Εφεσείοντες 2 και
- Σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεση, που αφορούσε στην περίοδο μέχρι 31.12.1994, ο Εφεσείων 3 παραιτήθηκε από 31.8.1994, οπότε και Διευθυντής παρέμεινε μέχρι τη δίκη ο Εφεσείων
- Οι Εφεσείοντες δεν αμφισβήτησαν αυτή την πτυχή της μαρτυρίας της Λειτουργού. Όπως επίσης εξήγησε η μάρτυρας, μετά την τελευταία ετήσια έκθεση του 1994 δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή ή άλλη ενημέρωση. Από τη μαρτυρία της προκύπτει σαφώς ότι ο Εφεσείων 2 από τον διορισμό του και καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, παρέμεινε διευθυντής της Εφεσείουσας εταιρείας.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην υπόθεση αυτή, σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΥ2, τα πιστοποιητικά που εξέδωσε ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης, τα οποία εξασφαλίστηκαν και παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τον ΜΚ2, Τεκμήρια 5, 6, 7 και 8, είναι ορθά. Δηλαδή, αποτυπώνουν την ορθή «εικόνα» της Κατηγορούμενης 1, σύμφωνα με το μητρώο που η Κατηγορούμενη 1 τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη. Όπως αναφέρεται στο πιστοποιητικό αξιωματούχων της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 8, που φέρει ημερομηνία 02/05/2018 «με βάση τα έγγραφα που μέχρι σήμερα τηρούνται στο Αρχείο Εφόρου Εταιρειών, οι Διευθυντές και οι Γραμματείς της πιο πάνω Εταιρείας κατά την περίοδο 05/09/2001 - 02/05/2018 ήταν: .» και αναφέρονται τρία πρόσωπα. Σε αυτά τα πρόσωπα, συγκαταλέγεται και η Κατηγορούμενη 2, η οποία διορίστηκε [και εξακολουθούσε, μέχρι και την 02/05/2018, να κατέχει] σ/την θέση του διοικητικού συμβούλου της Κατηγορουμένης 1, από 05/09/
- Διοικητική σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, επίσης από 05/09/2001, χωρίς να είχε παύει μέχρι και την 02/05/2018, παρουσιάζεται και η ***** Γεωργίου. Συνεπώς, στη βάση της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΥ2, και δη σύμφωνα με το πιστοποιητικό αξιωματούχων της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 8, κατά τις επίδικους περιόδους, 10/04/2007 και 10/07/2007, η Κατηγορούμενη 2 ήταν διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης
- Ο ισχυρισμός της Κατηγορουμένης 2, ότι, περί το έτος 2006, ή σε κάθε περίπτωση, σε χρόνο πριν τις 10/04/2007, είχε παραιτηθεί από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1 και δεν διορίστηκε ξανά στην θέση αυτή, έχει απορριφθεί για τους λόγους που ανέφερα κατά την εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας και δεν θα τους επαναλάβω. Για το ζήτημα όμως της παραίτησης από την θέση διοικητικού συμβούλου εταιρείας, συσχετιζόμενο αυτό και με το τι το μητρώο που η εταιρεία τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη παρουσιάζει σχετικά, πρέπει να αναφερθούν τα εξής.
- Το καταστατικό έγγραφο μίας εταιρείας και η σύμβασης που τυχόν να υπάρχει για την παροχή των υπηρεσιών του διοικητικού συμβούλου προς την εταιρεία, συνήθως, καθορίζουν και τους όρους παραίτησης του διοικητικού συμβούλου από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Υπό την επιφύλαξη των όρων αυτών όμως, ο γενικός κανόνας είναι ότι, ένας διοικητικός σύμβουλος, δικαιούται να παραιτηθεί από την θέση του αυτή, οποτεδήποτε, με ειδοποίηση που δίνει στην εταιρεία. Η παραίτησης του, συντελείται με το που δίδεται / λαμβάνεται η ειδοποίησης στην εταιρεία, και δεν εξαρτάται από το κατά πόσο θα γίνει ή όχι αποδεκτή από την εταιρεία. Εάν όμως δεν τηρηθούν οι πρόνοιες του καταστατικού εγγράφου μίας εταιρείας ή οι όροι της σύμβασης για την παροχή των υπηρεσιών του διοικητικού συμβούλου προς την εταιρεία για τον τρόπο που η παραίτησης του διοικητικού συμβούλου θα διενεργηθεί, ο διοικητικός σύμβουλος ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με αξίωση της εταιρείας για αποζημίωση σε περίπτωση που υποστεί βλάβη εκ του γεγονότος της αντικανονικής παραίτησης του, ή να απωλέσει ωφελήματα που το γεγονός της αποχώρησης του από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας του συμβατικά του αποφέρει.
- Σχετικά, είναι τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Pennington's Company Law, 4η έκδοση, στην σελίδα 506: «Articles of association usually provide that a director vacates office if he resigns by giving written notice to the company. Even though there is no such provision in the articles, a director may resign unless the articles forbid him to do so, or unless he has contracted to serve the company for a fixed period; In such cases his resignation is effective in that he cannot be compelled to serve as a director, but if he has contracted to serve the company for a fixed period, he will be liable to it for the Ioss which it suffers in consequence of the premature termination of his services. Α resignation is effective as soon as it is notified to the company, and cannot then be withdrawn without the consent of the persons entitled to appoint a new director; but if by the articles a director may resign only if the board consents, the resignation is not effective until the board's consent is given, and the resignation may be withdrawn in the meantime. If a director is authorised by the articles to resign by giving a certain length of notice during a stated period (e.g. within one year after control of the company passes to an outsider), the resignation is effective so as to preserve consequential rights to the director (e.g. compensation for Ioss of office) if notice of it is given within the stated period, even though the notice does not expire until after the end of that period. If the articles require resignations to be in writing, they are nevertheless effective if made orally at a general meeting of the company.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης στο σύγγραμμα Company Directors, Duties, Liabilities and Remedies, 2η έκδοση, στις παραγράφους από 7.21 έως και 7.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 192
(1)του Κεφ. 113 (ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που ο Κατήγορος ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα στο κατηγορητήριο της υπόθεσης, -δηλαδή, ως είχε τροποποιηθεί από τον περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Νόμο του 2000, Νόμος 151(Ι)/2000-), κάθε εταιρεία τηρεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της, μητρώο των διοικητικών συμβούλων και γραμματέων της. Μεταξύ των λεπτομερειών που δίδονται για τους διοικητικούς συμβούλους της εταιρείας, είναι το ονοματεπώνυμο και η «συνηθισμένη» διεύθυνση τους (βλ. Άρθρο 192
(2)(α) του Κεφ. 113). 78. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το Άρθρο 192
(4)του Κεφ. 113 (κατά την προαναφερόμενη τροποποίηση και ισχύ του), το μητρώο των διοικητικών συμβούλων και γραμματέων της, πρέπει να ενημερώνεται κάθε χρόνο με την ετήσια έκθεση της εταιρείας και επιπρόσθετα, να τηρείται ενήμερο για κάθε αλλαγή στους αξιωματούχους της, που πρέπει να κοινοποιείται στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη: «
(4)Μέσα στις αναφερόμενες στο εδάφιο
(5)προθεσμίες αντίστοιχα, η εταιρεία αποστέλλει στον έφορο εταιρειών έκθεση με τον καθορισμένο τύπο, που περιλαμβάνει τις ορισμένες στο αναφερόμενο μητρώο λεπτομέρειες και γνωστοποίηση στον καθορισμένο τύπο οποιασδήποτε αλλαγής μεταξύ των συμβούλων ή του γραμματέα της ή οποιωνδήποτε λεπτομερειών που περιλαμβάνονται στο μητρώο, ορίζοντας την ημερομηνία της αλλαγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 79. Το Άρθρο 192
(5)του Κεφ. 113 (κατά την προαναφερόμενη τροποποίηση και ισχύ του), αναφέρει ότι, η προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να αποσταλεί στον έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, η αναφερόμενη στο προαναφερόμενο εδάφιο
(4)του Άρθρου 192 του Κεφ. 113, γνωστοποίηση αλλαγής στους αξιωματούχους της εταιρείας, είναι δεκατέσσερις ημέρες από τότε που έγινε η αλλαγή αυτή. 80. Σύμφωνα με το Άρθρο 365Α του Κεφ. 113, ως τούτο εισήχθη στον Νόμο από 11/07/2003, με τον περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2003, Νόμος 70(Ι)/2003, οι προαναφερόμενες γνωστοποιήσεις της εταιρείας, σχετικά με το μητρώο αξιωματούχων της, δημοσιοποιούνται από τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη: «365Α.
(1)Με επιμέλεια του Εφόρου δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ανακοίνωση περί της αναλήψεως από αυτόν, προς φύλαξη και παρουσίαση ως ορίζεται από το άρθρο 365, όλων των εγγράφων τα οποία παραδίδονται προς αυτόν από τις εταιρείες κατ' επιταγήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Η ανακοίνωση περιέχει υποχρεωτικώς: (α) το όνομα της εταιρείας, (β) την αναφορά του είδους του εγγράφου και του θέματος, εις το οποίο αναφέρεται, (γ) την ημερομηνία της καταθέσεως.
(3)Η ανακοίνωση συντάσσεται με επιμέλεια της καταθέτουσας εταιρείας. Στην περίπτωση αυτή ελέγχεται από τον έφορο για την πληρότητα και ακρίβειά της.
(4)Σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ της καταχωρήσεως στο Μητρώο και της δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Δημοκρατίας, το δημοσιευθέν στην Εφημερίδα της Δημοκρατίας κείμενο δεν δύναται να αντιταχθεί κατά τρίτων από την εταιρεία. Οι τρίτοι δύνανται ωστόσο να το επικαλεσθούν, εκτός εάν η εταιρεία αποδείξει ότι οι τρίτοι ήσαν εν γνώσει του κειμένου, το οποίο έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο.
(5)Όλες οι πράξεις και όλα τα στοιχεία που κατ' επιταγήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου παραδίδονται από εταιρεία στον Έφορο και καταχωρούνται στο Μητρώο, αντιτάσσονται κατά τρίτων από την εταιρεία μόνο μετά την στο εδάφιο
(1)ρυθμιζόμενη δημοσίευση, εκτός εάν η εταιρεία αποδείξει ότι οι εν λόγω τρίτοι ήσαν εν γνώσει αυτών των καταχωρηθεισών πράξεων ή καταχωρηθέντων στοιχείων.
(6)Οι τρίτοι δύνανται να επικαλούνται σε κάθε περίπτωση πράξεις και στοιχεία, για τα οποία δεν έχουν ακόμη συμπληρωθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας στο Μητρώο και την Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, εκτός αν λόγω ελλείψεως δημοσιότητας οι πράξεις και τα στοιχεία στερούνται ισχύος.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) 81. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 365Α του Κεφ. 113, ως τούτο τροποποιήθηκε στις 22/06/2007, με τον περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2007, Νόμος 70(Ι)/2007: «365Α.
(1)Με επιμέλεια του Εφόρου δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ανακοίνωση περί της αναλήψεως από αυτόν, προς φύλαξη και παρουσίαση ως ορίζεται από το άρθρο 365, όλων των εγγράφων τα οποία παραδίδονται προς αυτόν από τις εταιρείες κατ' επιταγήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Η ανακοίνωση περιέχει υποχρεωτικώς: (α) το όνομα της εταιρείας, (β) την αναφορά του είδους του εγγράφου και του θέματος, εις το οποίο αναφέρεται, (γ) την ημερομηνία της καταθέσεως.
(3)Η ανακοίνωση συντάσσεται με επιμέλεια της καταθέτουσας εταιρείας. Στην περίπτωση αυτή ελέγχεται από τον έφορο για την πληρότητα και ακρίβειά της.
(4)Σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ της καταχωρήσεως στο Μητρώο και της δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Δημοκρατίας, το δημοσιευθέν στην Εφημερίδα της Δημοκρατίας κείμενο δεν δύναται να αντιταχθεί κατά τρίτων από την εταιρεία. Οι τρίτοι δύνανται ωστόσο να το επικαλεσθούν, εκτός εάν η εταιρεία αποδείξει ότι οι τρίτοι ήσαν εν γνώσει του κειμένου, το οποίο έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο.
(5)Όλες οι πράξεις και όλα τα στοιχεία που κατ' επιταγήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου παραδίδονται από εταιρεία στον Έφορο και καταχωρούνται στο Μητρώο, αντιτάσσονται κατά τρίτων από την εταιρεία μόνο μετά την στο εδάφιο
(1)ρυθμιζόμενη δημοσίευση, εκτός εάν η εταιρεία αποδείξει ότι οι εν λόγω τρίτοι ήσαν εν γνώσει αυτών των καταχωρηθεισών πράξεων ή καταχωρηθέντων στοιχείων: Νοείται ότι, για τις ενέργειες που συντελούνται πριν από την δέκατη έκτη ημέρα μετά τη δημοσίευση, οι εν λόγω πράξεις και τα εν λόγω στοιχεία δεν αντιτάσσονται κατά τρίτων οι οποίοι αποδεικνύουν ότι δεν ήταν δυνατό να είναι εν γνώσει αυτών των καταχωρηθεισών πράξεων ή καταχωρηθέντων στοιχείων.
(6)Οι τρίτοι δύνανται να επικαλούνται σε κάθε περίπτωση πράξεις και στοιχεία, για τα οποία δεν έχουν ακόμη συμπληρωθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας στο Μητρώο και την Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, εκτός αν λόγω ελλείψεως δημοσιότητας οι πράξεις και τα στοιχεία στερούνται ισχύος.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Το εν λόγω μητρώο των διοικητικών συμβούλων και γραμματέων εταιρείας, μπορεί, σύμφωνα με το Άρθρο 365 του Κεφ. 113 (ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που ο Κατήγορος ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα στο κατηγορητήριο της υπόθεσης, -δηλαδή, ως είχε τροποποιηθεί από τον περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Νόμο του 2000, Νόμος 151(Ι)/2000-), -και αυτή είναι η σπουδαιότητα του, ως επεξηγώ αμέσως μετά- να επιθεωρηθεί από το οποιοδήποτε πρόσωπο.
- Η σημασία, ως προκύπτει από τα προαναφερόμενα Άρθρα 192, 365 και 365Α του Κεφ. 113, της τήρησης από εταιρεία, σύγχρονου και ενημερωμένου μητρώου [«εγγραφής»] των διοικητικών συμβούλων και γραμματέων της, [και] με τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, ανοικτό προς επιθεώρηση [και] από το κοινό, έγκειται, ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Company Directors, Duties, Liabilities and Remedies, 2η έκδοση, στην παράγραφο 6.89, στο εξής: «It is essential that the identities of those who control companies . should have their record in the public domain and to prevent the easy evasion of the legislation by persons who control companies but who either do not wish to be appointed to the board or, more typically, cannot be appointed because they are undischarged bankrupts or the subject or disqualification orders. . To this end s. 162 provides for the company to keep a register of directors, which is open for inspection by members . and by any other persons. The location of the register is ordinarily the registered office . and must be notified to the Registrar. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Εν προκειμένω, στο σύγγραμμα Pennington's Company Law, 4η έκδοση, στην σελίδα 511, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Every company must keep at its registered office a register of its directors and secretaries, showing . Every company must send a return to the Registrar of Companies within fourteen days after any change in its directors or the particulars registered in respect of them. The Registrar must advertise in the London Gazette the delivery to him of a return of any change among a company's directors, and until this has been done the company may not rely on any such change having been made as against any person who at the material time is unaware of the change. Consequently, if any person (including a member of the company) enters into a transaction with the directors whose names appear in the most recently advertised returns and he is unaware that they have ceased to hold office or have been replaced, he may treat the company as bound by the transaction.».
- Μάλιστα, όπως στο ίδιο σύγγραμμα [Pennington's Company Law, 4η έκδοση], στις σελίδες 119 και 120, επισημαίνεται: «The statement giving particulars of the first directors of a company filed with the papers to lead to its incorporation and the notification of any change in a company's directors or the particulars registered in respect of them which the company is required to give to the Registrar of Companies may be relied on by a third party who deals with the persons currently shown as the company's directors in the belief that they were properly appointed and still hold office, but it is necessary for this purpose that the third party should have inspected the notification in the case of directors other than those appointed on the company's incorporation. The company bound by the notification under the common law rules of estoppel, which apply when a statement of fact is made on which other persons are intended to rely, and so this is not strictly speaking an application of the rule in Royal Bank v Turquand, but an alternative means of achieving the same result. Whether the appointment of directors or change in their number has been gazetted or not is, of course, immaterial. It should be noted that when persons who have not been appointed directors, or who have been defectively so appointed, in fact control the management of the company, there is no need for the person who deals with the company to have inspected the notifications of directors' appointments at the Companies Registry. In this situation the rule in Turquand's case does apply, and as was shown above, the rule is not based on estoppel by representation. Reliance by a third party on the notifications of directors' appointments filed at the Companies Registry is therefore only of significance in the case of persons appointed as directors who do not consistently or regularly take part in the management of the company when the transaction in question is entered into.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, η εταιρεία, δεσμεύεται, βάσει της αρχής της επιείκειας του κωλύματος («estoppel»), έναντι τρίτων που βασίζονται στην εικόνα που το μητρώο της που τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη παρουσιάζει, και δεν έχουν γνώση της πραγματικής «διοικητικής της κατάστασης». Όπως άλλωστε σχολιάζεται και στο σύγγραμμα Buckley on the Companies Acts, 14η έκδοση, τόμος Ι, στις σελίδες 461 και 43 [όπου επεξηγείται το Section 200 του Αγγλικού Companies Act 1948 που περιέχει διατάξεις πανομοιότυπες με τα Άρθρα 192 και 365Α του Κεφ. 113: «It seems a fair inference from these provisions that publication in the Gazette gives 'notice to all the world' (as in the case of the advertisement of a winding-up petition under Winding-up Rule 28, post) of what would be discovered if the reader, having thus been told that the registrar has received a particular description of document, follows it up by making a search of the company's file with the registrar in order to discover what its effect is.».
- Και συνεχίζω τα προαναφερόμενα, θέτοντας το εξής ερώτημα. Ο νομοθέτης, έκανε την πρόνοια στο Νόμο 95(I)/2000 του Άρθρου 48, για να καταστήσει τον νόμο πιο αποτελεσματικό, ειδικότερα σε ότι αφορά την είσπραξη του Φ. Π. Α. από υποκείμενα στον Νόμο νομικά πρόσωπα. Όπως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μελάς ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412 ανωτέρω (και σε άλλες), με τον καταλογισμό ευθύνης και τιμωρίας σε αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου, διασφαλίζεται η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου. Πως τούτο όμως διασφαλίζεται, όταν μία εταιρεία δεν τηρεί μητρώο αξιωματούχων, ή το εν λόγω μητρώο της δεν είναι ενημερωμένο, οι δε καταχωρήσεις της στο μητρώο της που τηρείται με τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, ανύπαρκτες, και αυτό, σε σχέση με τους αξιωματούχους της, απαρχαιωμένο ή σκόπιμα μη ενημερωμένο; Στην προκείμενη περίπτωση, ο Έφορος Φορολογίας, από που θα ενημερωνόταν για τους αξιωματούχους της Κατηγορούμενης 1, για να λάβει τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν εναντίον παντός υπευθύνου, λόγω της παράλειψης της Κατηγορουμένης 1 να καταβάλει στο κράτος τον οφειλόμενο Φ. Π. Α., αν το μητρώο της Κατηγορουμένης 1, είναι όπως προαναφέρθηκε, σε σχέση με τους αξιωματούχους της απαρχαιωμένο ή σκόπιμα μη ενημερωμένο; Ο Κατήγορος, συνεπώς, μπορούσε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και δη ένεκα της σημασίας που ο ίδιος ο Νόμος προσδίδει στο μητρώο που κάθε εταιρεία τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη και τις δημοσιεύσεις που γίνονται σε σχέση με αυτό, να βασιστεί για την δίωξη της Κατηγορούμενης 2, στο τι το μητρώο της Κατηγορουμένης 1 παρουσιάζει στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη για τους αξιωματούχους της, και έχει, δεδομένης και της απόρριψης της μαρτυρίας της Κατηγορουμένης 2, αποσείσει το νομικό ή πειστικό βάρος («persuasive or legal burden»), που έφερε σχετικά με το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, στο ποινικό του επίπεδο. Καθυστέρηση δίωξης και κατάχρηση διαδικασίας
- Στην υπόθεση αυτή, ο Έφορος Φορολογίας, καταχώρησε την υπόθεση αυτή εναντίον της Κατηγορουμένης 2, βασιζόμενος στο γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη 2, κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων από την Κατηγορούμενη 1, ήταν διοικητικός της σύμβουλος. Γνώση για το γεγονός αυτό, σύμφωνα με την μαρτυρία, ως προαναφέρθηκε, ο Έφορος Φορολογίας, αντλεί μόνον από το μητρώο που η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη. Η Κατηγορούμενη 2, ως προαναφέρθηκε, αν και παραδέχεται ότι υπήρξε διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορούμενης 1, ισχυρίζεται ότι, κατά την περίοδο που τα αδικήματα στο κατηγορητήριο της υπόθεσης αυτής καταλογίζονται στην Κατηγορούμενη 1, η ίδια δεν ήταν διοικητικός της σύμβουλος, επειδή είχε ήδη υποβάλει προς αυτήν την παραίτηση της. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της Κατηγορουμένης 2, ότι, λόγω παρέλευσης ετών από την παραίτηση της από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1 και την διάπραξη των αδικημάτων από την Κατηγορουμένη 1, υφίσταται αδικία ένεκα του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, εφόσον, λόγω ακριβώς της καθυστέρησης, δεν μπορεί να προβάλει αποτελεσματικά την εν λόγω υπεράσπιση της. Δεν μπορεί, εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης της Κατηγορουμένης 2, να είναι θετική η εντολέας του, σχετικά με την ημερομηνία της παραίτησης της από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης
- Σύμφωνα με την νομολογία, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να ανακόψει την διαδικασία ποινικής δίωξης και να απαλλάξει κατηγορούμενο από το κατηγορητήριο του χωρίς δίκη, όταν κρίνει ότι υπάρχει καθυστέρηση στην έναρξη της που συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Καθυστέρηση, που, ως έχει λεχθεί, πρέπει να αγγίζει τα όρια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (βλ. Fairford Justices, Ex. p. Brewster [1976] Q.B. 600) για να κριθεί ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, εφόσον, μόνον εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογούν την επίκληση της εξουσίας του Δικαστηρίου να αναστείλει μόνιμα την δίωξη (Re Attorney-General Reference (No. 1) [1992] Q. B. 630). Το βάρος, φυσικά, είναι στον κατηγορούμενο να αποδείξει, και τούτο, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η δικαιότητα της δίκης του, δεν είναι πλέον, λόγω της καθυστέρησης, δυνατή. Εντούτοις, στις περιπτώσεις μακράς καθυστέρησης, το Δικαστήριο μπορεί και να συμπεράνει ζημιά στην υπεράσπιση κατηγορουμένου, χωρίς απόδειξη από πλευράς του, συγκεκριμένου ζημιογόνου παράγοντα. Δηλαδή, να αποδεχθεί ότι, κατά τεκμήριο, ο κατηγορούμενος έχει υποστεί ζημιά στην υπεράσπιση του. Σε μια τέτοια περίπτωση, το βάρος είναι στους ώμους του κατήγορου να ανατρέψει το προαναφερόμενο τεκμήριο.
- Σχετική με το ζήτημα αυτό, είναι η απόφαση του Ανώτερου Δικαστηρίου Αγγλίας στην υπόθεση, R. v Telford Justices Ex p. Badhan [1991] 2 W.L.R. 866, στην οποία, μεταξύ άλλων, λέχθηκαν και τα εξής: «We do not think that a conclusion as to whether delay in making a complaint to the police is justifiable is determinant of the question of abuse of process where that question is raised by reason of an elapse of time. This is not a case where the length of elapsed time is due to some act or omission of the prosecuting authority which is "unjustifiable." In such a case, which is truly describable as one of "delay," when an accused can show on the balance of probability that he has been, or will be, prejudiced in the preparation or conduct of his defence then an abuse of process should be found: see Reg. v. Derby Crown Court, Ex parte Brooks , 80 Cr.App.R. 164 ,
- Where the period of delay is long, then it can be legitimate for the court to infer prejudice without proof of specific prejudice: see Reg. v. Bow Street Stipendiary Magistrate, Ex parte Director of Public Prosecutions , 91 Cr.App.R. 283 , 300; also Bell v. Director of Public Prosecutions [1985] A.C. 937 , 950D. Leaving aside cases (of which this is not one) where the elapse of time is due to an accused having concealed his offence or his person, we are of the view that an elapse of time for which the prosecuting authorities are not to blame, can be such that an accused can be heard to say that a fair trial is no longer possible and the committal proceedings would therefore be an abuse of process. The period of the elapse is that between the date of the commission of the alleged offence and the date when the accused can first formally raise the point, that is to say immediately before the proposed opening of the committal proceedings. As in a case of delay, we think the onus will normally be on the accused to show that on the balance of probability a fair trial is now impossible. How the accused is to discharge the onus upon him must depend on all the circumstances of the case. Thus, he may find his task more difficult in a case wholly dependent on contemporary and available documents than he would in a case such as is the present which is dependent wholly upon a late complaint and oral testimony. As in cases of delay, we also think that where the elapse of time is a long one, it may be inferred that a fair trial is no longer possible. Whether it is legitimate to draw the inference will depend on the circumstances of the case. Thus it may not be readily drawn where the prosecution is wholly dependent on available documents.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σχετική, εν προκειμένω, είναι και η απόφασης του Ανώτερου Δικαστηρίου Αγγλίας στην υπόθεση R. v Bow Street Metropolitan Stipendiary Magistrate Ex p. DPP κ. α.
(1990)91 Cr. App. R. 283, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «We now turn to the submissions of counsel affecting the issues arising in the applications generally. In doing so, seeing that central to those issues is the court's power to prevent an abuse of its process, we preface our comments upon them with a quotation from the judgment of Sir Roger Ormrod in Derby Justices, Ex parte Brooks
(1985)80 Cr.App.R. 164. 168: "The effect of these cases can be summarised in this way. The power to stop a prosecution arises only when it is an abuse of the process of the court. It may be an abuse of process if either (
- a)the prosecution have manipulated or mis-used the process of the court so as to deprive the defendant of a protection provided by the law or to take unfair advantage of a technicality, or (
- b)on the balance of probability the defendant has been or will be prejudiced in the preparation of conduct of his defence by delay on the part of the prosecution which is unjustifiable: for example, not due to the complexity of the enquiry and preparation of the prosecution case, or to the action of the defendant or his co-accused, or to genuine difficulty in effecting service. We doubt whether the other epithets which are sometimes used in relation to delay such as 'unconscionable,' 'inordinate,' or 'oppressive,' do more than add an emotive tone to and already sufficiently difficult problem. The ultimate objective of this discretionary power is to ensure that there should be a fair trial according to law which involves fairness both to the defendant and the prosecution or as Lord Diplock said in Sang [1979] 69 Cr.App.R. 282: '. the fairness of a trial . is not all one-sided; it requires that those who are undoubtedly guilty should be convicted as well as those about whose guilt there is any reasonable doubt should be acquitted.'" . Delay is nowadays quite often in our view too often a feature in both civil and criminal proceedings. It has been considered by courts high and low countless times. . We see no warrant for not following ample precedent, now well set, for the proposition that mere delay which gives rise to prejudice and unfairness may by itself amount to an abuse of the process. . Obviously, what has to be demonstrated to the court is that the delay complained of has produced genuine prejudice and unfairness. In some circumstances as the cases show, Mr. Lawson referred to them in his skeleton argument, prejudice will be presumed from substantial delay. Where that is so it will be for the Prosecution to rebut, if it can, the presumption. He contended that in the absence of a presumption where there is substantial delay it will be for the prosecution to justify it. He went further and said that the prosecution bore that burden whenever the issue of prejudice through delay was raised. We have no difficulty in accepting the former but have reservations about the latter of those propositions. But as to the cases in hand that hardly matters, in our view, for all the relevant facts were before the two magistrates who had, in weighing them up, to decide whether it was more likely than not that there was prejudice and unfairness and that that led to an abuse of process. . We have, of course, already stated in this judgment our conclusions generally on the state of the relevant law relating to abuse of the process. The power to stop a prosecution in its tracks is, we do not forget, on that must be used only in a clear case. Nevertheless, we have come to the conclusion that Mr. Weeks' finding based on the Chief Superintendent's evidence that the delay up to February 1988 was justified is wholly untenable. By the end of April 1987 there was ample evidence to sustain a prima facie case against Cherry for assaulting White. There was no sensible reason why he should not then have been charged or served with a specific regulation 7 notice or both. The delay thereafter was undoubtedly extreme. The more so when the period between February 1988 and January 1989 is taken into account, as it must be. As we have already stated it is perfectly proper, according to circumstances, to infer prejudice from the mere passage of time. That inference is more easily drawn when dealing with a single brief but confused event which must depend on the recollections of those involved. In the present case inferential prejudice is manifested by the long lapse of time before Fearn was interviewed and the failure to provide Cherry with an opportunity to attempt to trace some of the other people involved in the relevant incident. There was, accordingly, in our judgment extreme delay from which prejudice could properly be inferred, an inference reinforced by other matters already mentioned.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 92. Βλ. επίσης και την απόφαση του Ανακροσυμβουλίου στην υπόθεση Herbert Bell v Director of Public Prosecutions and Another [1985] A.C. 937, για τους τέσσερεις παράγοντες που το Δικαστήριο αξιολογά για να αποφασίσει, αν κάποιος συγκεκριμένος κατηγορούμενος αποστερήθηκε του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη, λόγω παρατηρηθείσας καθυστέρησης στην δίωξη του. Υιοθετήθηκε από το Ανακτοσυμβούλιο, για το ζήτημα, ως προκύπτει από την απόφαση του, το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής στην υπόθεση Barker v Wingo
(1972)407 U.S. 514: «They are
(1)length of delay: "Until there is some delay which is presumptively prejudicial, there is no necessity for inquiry into the other factors that go into the balance. Nevertheless, because of the imprecision of the right to speedy trial, the length of delay that will provoke such an inquiry is necessarily dependent upon the peculiar circumstances of the case. To take but one example, the delay that can be tolerated for an ordinary street crime is considerably less than for a serious, complex conspiracy charge" (pp. 530-531). .
(2)The reasons given by the prosecution to justify the delay: "A deliberate attempt to delay the trial in order to hamper the defense should be weighed heavily against the government. A more neutral reason such as negligence or overcrowded courts should be weighed less heavily but nevertheless should be considered since the ultimate responsibility for such circumstances must rest with the government rather than with the defendant. Finally, a valid reason, such as a missing witness, should serve to justify appropriate delay" .
(3)The responsibility of the accused for asserting his rights: "Whether and how a defendant asserts his right is closely related to the other factors we have mentioned. The strength of his efforts will be affected by the length of the delay, to some extent by the reason for the delay, and most particularly by the personal prejudice, which is not always readily identifiable, that he experiences. The more serious the deprivation, the more likely a defendant is to complain" (p. 531). .
(4)Prejudice to the accused: "Prejudice, of course, should be assessed in the light of the interests of defendants which the speedy trial right was designed to protect. This court has identified three such interests: (
- i)to prevent oppressive pretrial incarceration; (
- ii)to minimize anxiety and concern of the accused; and (iii) to limit the possibility that the defense will be impaired. Of these, the most serious is the last ... If witnesses die or disappear during a delay, the prejudice is obvious. There is also prejudice if defense witnesses are unable to recall accurately events of the distant past. Loss of memory however, is not always reflected in the record because what has been forgotten can rarely be shown" (p. 532). .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 93. Στην υπόθεση αυτή, έχω βρει, ότι, η Κατηγορούμενη 1, διέπραξε τα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο, στις 10/04/2007 και 10/07/2007 αντίστοιχα. 94. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία, -ιδιαιτέρως από αυτήν του ΜΚ2, που επεξήγησε την υποχρέωση της Κατηγορουμένης 1, ως υποκείμενο στον Φ. Π. Α. πρόσωπο, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας τα ποσά που είσπραξε για το κράτος ως Φ. Π. Α. κατά τις φορολογικές περιόδους (τριμηνίες): 01/12/2006 με 28/02/2007 και 01/03/2007 με 31/05/2007, βάσει των σχετικών με αυτές φορολογικών της δηλώσεων, Τεκμήρια 2 και 3, που ίδια η Κατηγορούμενη 1 υπέβαλε στον Έφορο Φορολογίας μέσω της ****** Γεωργίου-, η διαπίστωσης από πλευράς του Κατήγορου, της διάπραξης των προαναφερόμενων αδικημάτων από πλευράς της Κατηγορουμένης 1 [και κατ' επέκταση και από πλευράς της Κατηγορούμενης 2], θα έπρεπε να ήταν άμεση. 95. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία [και] της ΜΚ3, η γενική πρακτική του Εφόρου Φορολογίας κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων και το μηχανογραφημένο σύστημα που είχε στην διάθεση του ως μέρος αυτής, του επέτρεπε, σχεδόν αμέσως από την παράλειψη της Κατηγορουμένης 1 να του καταβάλει, βάσει των φορολογικών της δηλώσεων προς αυτόν, Τεκμήρια 2 και 3, ως προαναφέρθηκε, τον οφειλόμενο Φ. Π. Α. στις 10/04/2007 και 10/07/2007 αντίστοιχα, να διαπιστώσει την διάπραξη των αδικημάτων. Δεν υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο ή πολύπλοκο στην περίπτωση αυτή, από απόψεως μαρτυρίας, συλλογής στοιχείων ή και ετοιμασίας του κατηγορητηρίου, πέραν, πιθανόν, κάποιων εσωτερικών διεργασιών του Εφόρου Φορολογίας, για σκοπούς λήψης της σχετικής απόφασης, που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μακρά καθυστέρηση στην προώθηση της δίωξης των Κατηγορουμένων 1 και 2. 96. Παρά ταύτα, βάσει του Τεκμηρίου 14, που είναι το κατηγορητήριο της Υπόθεσης με αρ. XXXXX/2009, παρατηρείται ότι, η δίωξης, τόσο των Κατηγορουμένων 1 και 2, όσο και των ***** Γεωργίου και ****** Παπαϊωάννου, που επίσης συνενώθηκαν ως κατηγορούμενοι σε αυτήν, καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο για πρώτη φορά, στις 14/05/2009. Δηλαδή, μετά πάροδο, σχεδόν, δύο ετών. 97. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, η εν λόγω υπόθεσης, αποσύρθηκε εναντίον της Κατηγορουμένης 2, στις 22/01/2010, λόγω του ότι, οι προσπάθειες που έγιναν από τον Κατήγορο για επίδοση της κλήσης της Κατηγορουμένης 2 για το εν λόγω κατηγορητήριο της, δεν απέδωσαν. 98. Με βάση και πάλι τα παραδεκτά γεγονότα, η δίωξης της Κατηγορουμένης 1, βάσει της εν λόγω υπόθεσης, διακόπηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στις 06/11/2012. 99. Όπως προκύπτει και πάλι από τα παραδεκτά γεγονότα, δύο χρόνια και τρείς μήνες, περίπου, μετά από την απόσυρση από τον Κατήγορο της Υπόθεσης με αρ. XXXXX/2009 εναντίον της Κατηγορουμένης 2, και έξι μήνες, περίπου, πριν από την διακοπή της δίωξης της Κατηγορούμενης 1 με το κατηγορητήριο της Υπόθεσης με αρ. XXXXX/2009, από τον Γενικό Εισαγγελέα, ως προαναφέρθηκε, ο Κατήγορος επανέρχεται με την καταχώρηση νέας ποινικής δίωξης εναντίον της Κατηγορουμένης 2, στις 06/04/2012, με την Υπόθεση με αρ. XXXXX/2012. Ούτε όμως και αυτή η ποινική δίωξης της Κατηγορουμένης 2 προχώρησε σε δίκη, καθότι, όπως προκύπτει και πάλι από τα παραδεκτά γεγονότα, διακόπηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ένα περίπου χρόνο μετά, στις 15/03/2013. 100. Εντούτοις, την ίδια ημέρα που διακόπηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η ποινική δίωξη της Κατηγορουμένης 2 με το κατηγορητήριο της Υπόθεσης με αρ. XXXXX/2012, στις 15/03/2013, καταχωρήθηκε εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης. 101. Προκύπτει συνεπώς, εδώ, με αναφορά βεβαίως στην παρούσα υπόθεση και την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων των κατηγοριών με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο, καθυστέρηση στην δίωξη των Κατηγορουμένων 1 και 2, περίπου έξι ετών. Εντούτοις, όπως προαναφέρθηκε, μέσα σε αυτή την περίοδο, είχε επιδιωχθεί η δίωξης των Κατηγορουμένων 1 και 2 από τον Κατήγορο, άλλες δύο φορές, που δεν κατέληξε, λόγω [και] αναστολής της από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η εν λόγω εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, να αναστείλει ποινική δίωξη κατηγορουμένου, την οποία αντλεί από το Άρθρο 113. 2 του Συντάγματος, τεκμαίρεται ότι, όταν ασκείται, είναι προς το δημόσιο συμφέρον και είναι ανέλεγκτη (βλ. Re Meryem Kaya
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1887 και Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 131/2017, 17/05/2018). Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν μπορώ να συμπεράνω, ότι, η περίοδος της καθυστέρησης στην δίωξη των Κατηγορουμένων 1 και 2, που αντικειμενικά φαίνεται ότι υπάρχει στην υπόθεση αυτή, δημιουργεί, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία (βλ. R. v Telford Justices Ex p. Badhan [1991] 2 W.L.R. 866 και R. v Bow Street Metropolitan Stipendiary Magistrate Ex p. DPP κ. α.
(1990)91 Cr. App. R. 283), τεκμήριο επηρεασμού της υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2, το οποίο ο Κατήγορος έπρεπε να ανατρέψει. Η Κατηγορούμενη 2, έφερε το βάρος να αποδείξει καθυστέρηση, που, ως έχει λεχθεί, πρέπει να αγγίζει τα όρια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και απέτυχε. Η Κατηγορούμενη 2, είχε απόλυτο δικαίωμα, κληθείσα σε απολογία, να παρουσιάσει προς υπεράσπιση της, την μαρτυρία που παρουσίασε, ευελπιστώντας ότι θα δημιουργούσε στο Δικαστήριο μία εύλογη αμφιβολία, αναφορικά με την πραγματικότητα του γεγονότος ότι κατείχε την θέση του διοικητικού συμβούλου της Κατηγορουμένης 1 κατά την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων. Μαρτύρησε ενόρκως η ίδια και κάλεσε προς υπεράσπιση της και την ΜΥ
- Για τους λόγους όμως, που προανέφερα, η μαρτυρία της Κατηγορουμένης 2, δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, ενώ, η μαρτυρία της ΜΥ2, που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, δεν είχε αυτή την επίπτωση στην κρίση του Δικαστηρίου. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι Κατηγορούμενη 2, δεν είχε στην διάθεση της άλλη μαρτυρία που θα μπορούσε να προσκομίσει, αν επιθυμούσε για την υπόθεση της. Πρόσωπα όπως, η Άντρη Γεωργίου, ο εκκαθαριστής της Κατηγορουμένης 1 και ο γραμματέας της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας με το μητρώο της, θα μπορούσαν να κληθούν για να μαρτυρήσουν για τα γεγονότα προς υπεράσπιση της.
- Σε κάθε περίπτωση άλλωστε, όπως το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε στην υπόθεση Μελάς ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412 ανωτέρω, σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, κάποια καθυστέρηση στην δίωξη των παραβατών είναι δικαιολογημένη, εφόσον, με αυτό τον τρόπο, τους δίδεται χρόνος για να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες της νομοθεσίας και αυτό είναι προς όφελος τους. Οι δε, κρατούσες συνθήκες σε ένα κράτος, όπως λέχθηκε και από το Ανακτοσυμβούλιο στην υπόθεση Herbert Bell v Director of Public Prosecutions and Another [1985] A.C. 937 δεν πρέπει να παραβλέπονται. Κατάληξη
- Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι η πλευρά του Κατήγορου, έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, σε ότι αφορά τις κατηγορίες με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, και ως εκ τούτου, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, καταδικάζονται και κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο.
- Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Σημειώνεται, ότι, το εδάφιο 9 του Άρθρου 46 του Νόμου 95(I)/2000 δεν επηρεάστηκε από τις τροποποιήσεις που επήλθαν σε αυτό από τους τροποποιητικούς του Νόμου 95(Ι)/2000, Νόμους 129(Ι)/2007, 141(Ι)/2007, 88(Ι)/2008, 29(Ι)/2010, 129/2011 και 187(Ι)/
- [ii] Το ισόποσο των £5.000, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 9 του περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμος του 2007, Νόμος 33(I)/2007 και της σχετικής Γνωστοποίησης του Υπουργού Οικονομικών, βάσει των προνοιών του Άρθρου 9
(1)αυτού, ημερομηνίας 17/07/2007, Κ. Δ. Π. 312/2007. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο