MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES LTD ν. T.C. CYSOL LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 11056/2013, 1/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 11056/2013 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES LTD Παραπονούμενη - εναντίον -
- T.C. CYSOL LTD
- ***** ΠΑΝΑΓΗ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 01/11/
- Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη : κα Χριστίνα Ηλιοφώτου. Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Θέμης Θωμά. Κατηγορούμενος 2, Απών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά - Το Κατηγορητήριο
- Στην υπόθεση αυτή, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν, τελικώς, τις κατηγορίες υπ' αρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6 στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης: (α) Η Κατηγορούμενη 1: - την κατηγορία με αρ. 1, που αφορά το αδίκημα της «Έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των Άρθρων 305Α
(1)και 20 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε.», και, - τις κατηγορίες με αρ. 3 και 5, που αφορούν το αδίκημα της «Πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση των Άρθρων 305Α
(2)και 20 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε.»; ΚΑΙ, (β) Ο Κατηγορούμενος 2: - την κατηγορία με αρ. 2, που αφορά το αδίκημα της «Παροχής βοήθειας και/ή παρακίνησης της Κατηγορουμένης 1 κατά την διάπραξη του ποινικού αδικήματος της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση των Άρθρων 305Α
(1)και 20 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε.», και, - τις κατηγορίες με αρ. 4 και 6, που αφορούν το αδίκημα της «Παροχής βοήθειας και/ή παρακίνησης της Κατηγορουμένης 1 κατά την διάπραξη του ποινικού αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής, κατά παράβαση των Άρθρων 305Α
(2)και 20 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε.», αναφορικά με τις οποίες κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, προς προβολή της υπεράσπισης τους.
- Αυτές, αφορούν τρείς επιταγές, τις υπ' αρ. *****92, *****83 και *****93, που εκδόθηκαν επί της Marfin Laiki Bank, για το συνολικό ποσό των €9.237,
- Με την σειρά που προαναφέρθηκαν, οι εν λόγω επιταγές, είχαν την ακόλουθη αξία: €3.865,69, €1.516 και €3.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για τις προαναφερόμενες κατηγορίες στο κατηγορητήριο, -που, στη βάση τους, σε ότι αφορά το κάθε ένα εκ των προαναφερόμενων ίδιων αδικημάτων, είναι ταυτόσημες, αλλά διαφέρουν μεταξύ τους, ως προς την ημερομηνία έκδοσης και πληρωμής της κάθε επιταγής, και την αξία και τον αριθμό της κάθε επιταγής-: (α) [Σε ότι αφορά την κατηγορία με αρ. 1] «Η Κατηγορούμενη 1 κατά ή περί την 08/05/2011 εξέδωσαν με την υπογραφή του διευθυντή της ***** Παναγή - Κατηγορούμενου 2, προς τους Muskita Aluminium Industries Plc, η οποία μετονομάστηκε σε Muskita Aluminium Industries Ltd, την υπ' αρ. . επιταγή της Marfin Laiki Bank για το ποσό των . η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της - Κατηγορούμενης 1 και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία της παρουσίασης της εν λόγω προς πληρωμή.»; (β) [Σε ότι αφορά την κατηγορία με αρ. 2] «Ο Κατηγορούμενος 2 κατά ή περί την 08/05/2011 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Κατηγορουμένης 1, παρείχε βοήθεια και/ή παρακίνησε την Κατηγορούμενη 1, στην έκδοση της υπ' αρ. . επιταγής της Marfin Laiki Bank για το ποσό των ., η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της - Κατηγορουμένης 1 και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω παρουσιάσεως της προς πληρωμή.»; (γ) [Σε ότι αφορά τις κατηγορίες με αρ. 3 και 5] «Η Κατηγορούμενη 1 κατά ή περί την . εξέδωσαν με την υπογραφή του διευθυντή της ***** Παναγή - Κατηγορούμενου 2, προς την Muskita Aluminium Industries Plc, η οποία μετονομάστηκε σε Muskita Aluminium Industries Ltd, την υπ' αρ. . επιταγή της Marfin Laiki Bank για το ποσό των . πληρωτέας την . και την οποία η Κατηγορούμενη 1 χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε με πράξη της την μη εξόφληση της.»; ΚΑΙ, (δ) [Σε ότι αφορά τις κατηγορίες με αρ. 4 και 6] «Ο Κατηγορούμενος 2 κατά ή περί την . υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Κατηγορουμένης 1, παρείχε βοήθεια και/ή παρακίνησε την Κατηγορούμενη 1, στην έκδοση προς την Muskita Aluminium Industries Plc, η οποία μετονομάστηκε σε Muskita Aluminium Industries Ltd, την υπ' αρ. . επιταγή της Marfin Laiki Bank για το ποσό των . πληρωτέας την . και στην χωρίς εύλογη αιτία πρόκληση με πράξη της της μη εξόφληση της.».
- Προχώρησα με την διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης αυτής, στην απουσία του Κατηγορουμένου 2, λόγω της, ως προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας, φυγοδικίας του, ή σε κάθε περίπτωση, της αδιαφορίας του για τα της διαδικασίας που αφορά το κατηγορητήριο του, στην βάση του σκεπτικού του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Superfood Ltd ν Μιχαήλ, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2015, 07/11/
- Εξίσου σημαντικός, είναι και ο δικαστικός λόγος του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Regina v Jones [2001] Q.B. 862, που, σχεδόν στην ολότητα του, έγινε αποδεκτός από την Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Regina v Jones (Anthony) [2002] UKHL 5 ανωτέρω, τον οποίο επίσης υιοθέτησα / υιοθετώ, σε ότι αφορά την δυνατότητα εκδίκασης υπόθεσης στην απουσία κατηγορουμένου, ή και επιβολής ποινής στην απουσία του, ακόμη και ποινής φυλάκισης, σε περίπτωση καταδίκης.
- Σημειώνεται, εν προκειμένω, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, μετά από αρκετές δικασίμους ενώπιον του Δικαστηρίου, όταν πλέον δηλώθηκε η ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης των Κατηγορουμένων 1 και 2 προς υπεράσπιση τους και η υπόθεσης ήταν προγραμματισμένη για τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, ο Κατηγορούμενος 2, ενώ γνώριζε την προγραμματισμένη συνεδρίαση του Δικαστηρίου για τον προαναφερόμενο σκοπό, [εφόσον ήταν παρόν κατά τον ορισμό της υπόθεσης], δεν παρουσιάστηκε. Η ενημέρωσης που το Δικαστήριο έτυχε από τον συνήγορο υπεράσπισης του, ήταν ότι, ο Κατηγορούμενος 2, όπως και ο ίδιος ο δικηγόρος είχε πληροφορηθεί από τρίτους, εγκατέλειψε την Κύπρο και διαμένει πλέον σε χώρα του εξωτερικού όπου μετοίκησε για σκοπούς εργασίας.
- Σημειώνεται, ότι, προτού λάβω την προαναφερόμενη απόφαση και στάση, ανέβαλα την συνέχιση της δίκης και εξέδωσα εντάλματα σύλληψης του Κατηγορουμένου 2 από την Αστυνομία, τα οποία όμως δεν εκτελέστηκαν για λόγους, όπως τον προαναφερόμενο από τον δικηγόρο του Κατηγορουμένου
- Σε γενικές γραμμές, τα ίδια ενημερώθηκα και από την Αστυνομία που έλαβε την εντολή εκτέλεσης τους. Ο Κατηγορούμενος 2, τελικά, δεν εντοπίστηκε για να συλληφθεί.
- Περαιτέρω, σημειώνεται, ότι, ο συνήγορος υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 2, παρά το γεγονός ότι, εξ όσων γίνεται αντιληπτό από τα όσα αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο από πλευράς του, δεν έχει επικοινωνία πλέον με τον Κατηγορούμενο 2, δεν θεώρησε ότι οι οδηγίες του για την εκπροσώπηση του Κατηγορουμένου 2 έπαυσαν να ισχύουν και συνέχισε με την εκπροσώπηση του. Τελικώς, ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου να συνεχίσει με την ακρόαση της υπόθεσης στην απουσία του Κατηγορουμένου 2, αγόρευσε προς υπεράσπιση και του Κατηγορουμένου
- Η προσαχθείσα μαρτυρία
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν: ο ***** Αστάνιου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), ο ***** Ιωάννου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), η ***** Παναγιώτου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ3»), ο ***** Βανέζη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ4») και ο ***** Νικηφόρου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ5»).
- Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, που, ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες κατηγορίες που αφορούν έκαστο, κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση τους, παρουσίασαν, εκτός της ένορκης μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 2, ***** Παναγή, και την μαρτυρία της ***** Χαραλάμπους (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ2»). Η νομική πτυχή
- Προτού όμως αναφερθώ στην προσκομισθείσα μαρτυρία, θα παραθέσω, τα όσα από νομικής απόψεως, είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [i] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [ii]: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα του Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 12. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016. Όπως λέχθηκε: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του άρθρου 305(Α)
(1)στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίαση της στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της και, στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 13. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκου, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». 14. Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που θεσμοθετείται ως υπεράσπιση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 από το ίδιο το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, έχει επίσης εξεταστεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκου, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Αναφέρθηκαν, σχετικά με την υπεράσπιση αυτή, τα εξής: «Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος από τους Εφεσείοντες. Από κει και πέρα το βάρος μετετέθη επί των ώμων των Εφεσειόντων/Κατηγορουμένων να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 15. Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 16. Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/01/2015, Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, Σάββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016, N.C. Diamonds Co. Ltd v Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, Philippa Estates Ltd v Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ κ. α.,
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, Δαμιανού ν Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, 31/10/2018, Χατζηαργυρου ν Pamporides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, 17/04/2019, Ευθυμίου ν Mavanel, Ποινική Έφεση Αρ. 230/2017, 08/07/
- Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί. Η εκτίμηση της μαρτυρίας Η προσαχθείσα μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα
- Οι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα γεγονότα, μεταξύ Παραπονούμενης και Κατηγορουμένων 1 και 2, διίστανται. Συνεπώς, είναι απαραίτητη η εκτίμηση της μαρτυρίας, για να εξαχθούν τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του ΜΚ1, ***** Αστάνιου
- Ο ΜΚ1, είναι ο διευθυντής μάρκετινγκ της Παραπονούμενης. Κατά την περίοδο των ετών 2003 - 2008, υπήρξε περιφερειακός διευθυντής της Παραπονούμενης για τις Επαρχίες Λάρνακας και Αμμοχώστου. Ως εκ της τελευταίας αυτής ιδιότητας του, γνώρισε την Κατηγορούμενη 1, η οποία ήταν πελάτης της Παραπονούμενης. Η Κατηγορούμενη 1, κατά την αντίληψη του, ασχολείτο με την κατασκευή μηχανισμών ηλιακών θερμοσιφώνων. Εξ όσων γνωρίζει, ο Κατηγορούμενος 2, ήταν, κατά τον χρόνο που αφορούν τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, ο ιδιοκτήτης της Κατηγορούμενης
- Η Κατηγορούμενη 1, αγόρασε από την Παραπονούμενη εμπορεύματα, για την εξόφληση των οποίων εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και 4, οι οποίες, αν και κανονικά παρουσιάστηκαν από την Παραπονούμενη στην πληρώτρια τράπεζα τους για να πληρωθούν, δεν τιμήθηκαν. Εξ όσων γνωρίζει, ο Κατηγορούμενος 2, με την υπογραφή του, εξέδωσε για την Κατηγορούμενη 1, τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και
- Εντούτοις, αυτό είναι κάτι για το οποίο ο ίδιος δεν έχει ιδίαν γνώση. Αρμόδιοι και υπεύθυνοι για αυτά, ήταν υπάλληλοι της Παραπονούμενης στο υποκατάστημα της στην Λάρνακα. Η Παραπονούμενη, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, εναντίον της Κατηγορούμενης 1, κατέθεσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στις 31/10/2011, την πολιτική Αγωγή με αρ. 7197/2011, Τεκμήριο 1, στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε υπέρ της και εναντίον της Κατηγορουμένης 1, στις 06/02/2018, απόφαση του Δικαστηρίου (βλ. Τεκμήριο 5), για το συνολικό ποσό της αξίας των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3 και
- Έναντι του χρέους της από τις εν λόγω μη τιμηθείσες επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και 4 και της εξ αποφάσεως οφειλής της, η Κατηγορούμενη 1, δεν κατέβαλε στην Παραπονούμενη οποιοδήποτε ποσό.
- Ο ΜΚ1, αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και 4, πότε εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 προς την Παραπονούμενη, για πιο ποσό εκδόθηκε έκαστη, πότε και πόσες φορές παρουσιάστηκαν από την Παραπονούμενη προς την πληρώτρια τράπεζα για να πληρωθούν και τον λόγο της μη τίμησης τους. Περαιτέρω, κατέθεσε και για τα της οντότητας της Παραπονούμενης και την επωνυμία της κατά χρονικά διαστήματα. Η μαρτυρία του ΜΚ2, ***** Ιωάννου
- Ο ΜΚ2 είναι υπάλληλος της Παραπονούμενης. Το έτος 2011, ήταν ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Παραπονούμενης στην Λάρνακα. Είχε την συγκεκριμένη θέση, από το έτος
- Στα καθήκοντα του ήταν οι επισκέψεις σε πελάτες της Παραπονούμενης και η είσπραξης από αυτούς των οφειλόμενων τους προς αυτήν.
- Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 2 προσωπικά. Εξ όσων γνωρίζει, ο Κατηγορούμενος 2, ήταν, κατά τον χρόνο που αφορά τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, ο ιδιοκτήτης της Κατηγορούμενης
- Ο Κατηγορούμενος 2, επισκέφτηκε την Παραπονούμενη για να του κατασκευάσει κάποιες ειδικές μήτρες / καλούπια αλουμινίων. Συγκεκριμένα, δύο μήτρες / καλούπια. Όταν αυτές παράχθηκαν από την Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος 2, υπέβαλε στην Παραπονούμενη, παραγγελία κατασκευών από αλουμίνιο. Η εν λόγω παραγγελία, εκτελέστηκε από την Παραπονούμενη, με την παράδοση των εν λόγω κατασκευών από αλουμίνιο, σε δύο φάσεις, ήτοι τον Μάρτιο και Απρίλιο του έτους
- Παραδόθηκαν στα υποστατικά της Κατηγορούμενης 1, στην Ξυλοτύμπου, στον Κατηγορούμενο
- Κατά την δεύτερη παράδοση των κατασκευών από αλουμίνιο, ο Κατηγορούμενος 2 κατέβαλε στον ΜΚ2, για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς τους, €1.500 σε μετρητά και έκδωσε και του παρέδωσε, για την Κατηγορούμενη 1, και τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και 4, η εντολή για την πληρωμή των οποίων είχε μεταχρονολογηθεί.
- Για την εν λόγω εργασία και εμπορεύματα / υλικά, η Παραπονούμενη τιμολόγησε την Κατηγορούμενη
- Υπάρχουν, σχετικά, υπογραμμένα τιμολόγια και κατάσταση εμπορικού λογαριασμού, που η Παραπονούμενη τηρούσε σε ότι αφορά τις συναλλαγές της με την Κατηγορούμενη
- Ο ΜΚ2, κατέθεσε επίσης και για τα της οντότητας της Παραπονούμενης και την επωνυμία της κατά χρονικά διαστήματα. Η μαρτυρία της ΜΚ3, ***** Παναγιώτου
- Η ΜΚ3, είναι εργοδοτούμενη της Παραπονούμενης στο υποκατάστημα της στην Λάρνακα από το 1995, ως υπεύθυνη λογιστηρίου.
- Η Κατηγορούμενη 1, ήταν πελάτης της Παραπονούμενης. Εξ όσων γνωρίζει, η Κατηγορούμενη 1, ασχολείτο με την κατασκευή ηλιακών θερμοσιφώνων. Ο Κατηγορούμενος 2, ήταν ο ιδιοκτήτης της. Η Παραπονούμενη, παρήγε στην Κατηγορούμενη 1, κάποιες μήτρες / καλούπια αλουμινίων.
- Η ΜΚ3, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε, κατάσταση εμπορικού λογαριασμού που η Παραπονούμενη τηρούσε για τις συναλλαγές της με την Κατηγορούμενη 1, ήτοι, το Τεκμήριο
- Εξήγησε πως αυτή προέκυψε το έτος 2015, εφόσον, οι τιμολογήσεις της Κατηγορουμένης 1, προηγουμένως, ήταν καταχωρημένες σε ένα λογαριασμό «various», που η Παραπονούμενη τηρούσε για τις συναλλαγές της με τους πελάτες της. Η ΜΚ3, αναφέρθηκε σε τρία τιμολόγια που η Παραπονούμενη εξέδωσε στην Κατηγορούμενη
- [Κατά την αντεξέταση της, η ΜΚ3, αναγνώρισε και κατέθεσε και το τιμολόγιο της Παραπονούμενης προς την Κατηγορούμενη 1, ημερομηνίας 11/06/2007, Τεκμήριο 7, που αφορούσε την κατασκευή των δύο μητρών / καλουπιών. Όπως αναγνώρισε και την απόδειξη που η Παραπονούμενη εξέδωσε στην Κατηγορούμενη 1 για την εξόφληση του, Τεκμήριο 8]. Προς εξόφληση των εν λόγω τριών τιμολογίων, που αφορούσαν κατασκευές αλουμινίου / βέργες της Παραπονούμενης για την Κατηγορούμενη 1 -προϊόν διέλευσης από τις μήτρες-, η Κατηγορούμενη 1 κατέβαλε στην Παραπονούμενη €1.500 και της εξέδωσε και τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και
- Αυτές όμως, δεν πληρώθηκαν, και η Κατηγορούμενη 1, εξακολουθεί να οφείλει στην Παραπονούμενη το υπόλοιπο. Η μαρτυρία του ΜΚ4, ***** Βανέζη
- Ο ΜΚ4, είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου. Κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικά με τον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 στην Τράπεζα από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και
- Ο εν λόγω λογαριασμός ήταν τρεχούμενος, με εγκεκριμένο όριο παρατραβήγματος €200.
- Παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο, κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 στην Τράπεζα, το Τεκμήριο
- Η πληροφόρησης του και τα διάφορα στοιχεία που παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετικά, προήρθαν από το αρχείο της Τράπεζας Κύπρου.
- Εξουσιοδοτημένοι διαχειριστές και υπογραφείς (ένας εκ των δύο, ή ο ένας ή ο άλλος) για σκοπούς του εν λόγω λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1 στην Τράπεζα, ήταν ο Κατηγορούμενος 2 και κάποια ***** Χαννή. Αυτό καταδεικνύει η γραπτή εντολή της Κατηγορούμενης 1 προς την Τράπεζα, Τεκμήριο 9, στην οποία περιλαμβάνονται και τα δείγματα υπογραφής των εν λόγω προσώπων.
- Στις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και 4, δεδομένου του δείγματος υπογραφής της Τράπεζας, Τεκμήριο 8, την υπογραφή του για την έκδοση τους από την Κατηγορούμενη 1, φαίνεται ότι έθεσε ο Κατηγορούμενος
- Σε ότι αφορά την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 2, αυτή δεν τιμήθηκε από την Κατηγορούμενη 1, επειδή, όταν αυτή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα για να πληρωθεί, στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1, δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα. Στην Τράπεζα, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 2, παρουσιάστηκε για να πληρωθεί, πολλές φορές, εξ ου η σφράγισης της πολλές φορές. Πρώτη φορά κατατέθηκε για να πληρωθεί, στις 09/05/
- Τότε, ως προαναφέρθηκε, δεν υπήρχαν στο λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 επαρκή υπόλοιπα για να πληρωθεί, εφόσον, στις 09/05/2011, το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ήταν €278.898,
- Όπως φαίνεται από την κατάσταση του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 12, τον μήνα Μάιο του έτους 2011, δεν ήταν μόνο η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 2, που δεν τιμήθηκε από την Κατηγορούμενη 1, λόγω μη επαρκών υπολοίπων. Αυτό, φαίνεται από τις καταχωρήσεις στην κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1, Τεκμήριο 12, οι οποίες, στην στήλη που επιγράφεται «Λεπτομέρειες», επεξηγούνται με την αναφορά «P/LTY». Κάθε τέτοια αναφορά, σημαίνει εκδοθείσα επιταγή της Κατηγορουμένης 1 που επιστράφηκε χωρίς να τιμηθεί. Όπως υποστήριξε, η Τράπεζα, ως μέρος της γενικής πρακτικής της, πάντοτε ενημερώνει τους πελάτες της (τον εξουσιοδοτημένο διαχειριστή και υπογραφέα του λογαριασμού, ή κάποιο από αυτούς, αν είναι πολλοί), και μάλιστα αυθημερόν, όταν δεν υπάρχουν επαρκή υπόλοιπα στον λογαριασμό της για να τιμηθούν επιταγές τους που παρουσιάζονται για να πληρωθούν από αυτόν.
- Σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3 και 4, η Κατηγορούμενη 1, έδωσε στην Τράπεζα, στις 12/05/2011, γραπτές οδηγίες ανάκλησης της εντολής πληρωμής τους, ήτοι τα Τεκμήρια 10 και
- Αυτό, φαίνεται και από την καταχώριση της σχετικής χρέωσης της Τράπεζας, αποδοχής των οδηγιών της Κατηγορουμένης 1, των €9, ημερομηνίας 12/05/2011, στην κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο
- Οι εν λόγω οδηγίες της Κατηγορουμένης 1, ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3 και 4, σύμφωνα πάντοτε με το δείγμα υπογραφής της Τράπεζας, Τεκμήριο 8, εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενου 1, με την υπογραφή του Κατηγορουμένου
- Σε ότι αφορά την οδηγία της Κατηγορουμένης 1 προς την Τράπεζα, ανάκλησης της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 4, γραπτώς, δεν δόθηκε οποιοσδήποτε λόγος. Εντοπίστηκε όμως, στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας, ότι, ο λόγος που καταχωρήθηκε από την Τράπεζα για την εν λόγω οδηγία της Κατηγορουμένης 1, ήταν παράβαση σύμβασης. Ενώ, σε ότι αφορά την οδηγία της Κατηγορουμένης 1 προς την Τράπεζα, ανάκλησης της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, ανέφερε, ότι, γραπτώς, έγινε επίκλησης του λόγου της παράβασης σύμβασης. Οι εν λόγω επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3 και 4, παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα για να πληρωθούν, στις 22/06/
- Η μαρτυρία του ΜΚ5, ***** Νικηφόρου
- Ο ΜΚ5, είναι υπάλληλος της Παραπονούμενης. Είναι, από το έτος 2000, υπεύθυνος του λογιστηρίου της, στα κεντρικά της γραφεία στην Λεμεσό.
- Ο ΜΚ5, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε τα Τεκμήρια 13 και 14, που είναι τιμολόγια που η Παραπονούμενη εξέδωσε στην Κατηγορούμενη 1, ημερομηνίας 21/03/2011 και 05/04/2011 αντίστοιχα. Ο ΜΚ4, παρουσίασε στο Δικαστήριο και τις παραγγελίες της Κατηγορούμενης 1 προς την Παραπονούμενη, Τεκμήρια 15 και 16, ημερομηνίας 20/01/2011 και 20/03/2011 αντίστοιχα, η εκτέλεσης των οποίων από πλευράς της Παραπονούμενης προς όφελος της Κατηγορούμενης 1, οδήγησαν στην τιμολόγηση της Κατηγορούμενης 1 από την Παραπονούμενη, ως τα Τεκμήρια 13 και
- Ο ΜΚ5, κατέθεσε και για τις δύο μήτρες / καλούπια που η Παραπονούμενη κατασκεύασε για την Κατηγορούμενη
- Παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο τον σχεδιασμό τους, ήτοι τα Τεκμήρια 17 και
- Τα παραδεκτά γεγονότα
- Κατά την ακροαματική διαδικασία της 15ης/03/2019, και προτού ο Κατήγορος δηλώσει την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης του, οι διάδικοι, μέσω τον συνηγόρων τους, δήλωσαν ως παραδεκτά, τα όσα γεγονότα αφορούν την Κατηγορούμενη 1 και είναι σχετικά με την οντότητα, διοίκηση και συμμετοχή [των μελών της] σε αυτήν, ως αυτά παρουσιάζονται μέσα από το αποτέλεσμα έρευνας του μητρώου που η Κατηγορούμενη 1 τηρεί στον Έφορο Εταιρειών, Τεκμήριο
- Αυτά, εγκρίθηκαν και έγιναν αποδεκτά ως τέτοια, και από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2, ***** Παναγή
- Ο Κατηγορούμενος 2, κληθέντες οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 σε απολογία, ενόρκως, κατέθεσε προς υπεράσπιση τους, τα εξής.
- Ο ίδιος, είναι μηχανολόγος μηχανικός, και ασκούσε το επάγγελμα αυτό στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, στην οποία εργοδοτείτο από το έτος 1996, μέχρι και τον μήνα Ιούλιο του έτους 2011 που η εργοδότηση του τερματίστηκε. Η Κατηγορούμενη 1, συστήθηκε περί το έτος 2004 και είχε ως κύριους μέτοχους, αυτόν και κάποια ***** Χαννή. Οι δύο τους, συναποτελούσαν και το διοικητικό της συμβούλιο. Εντούτοις, αυτός, ήταν διοικητικός σύμβουλος μόνο στον τύπο / ονομαστικά, καθότι, η εν λόγω ***** Χαννή ήταν αυτή που είχε την διαχείριση της Κατηγορούμενης
- Άλλωστε, ο ίδιος, εργοδοτείτο στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου και δεν μπορούσε να έχει ουσιαστική ανάμειξη. Αυτός, στο διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, διορίστηκε περί το έτος
- Προσωπικά, δεν είχε προσέλθει ποτέ σε συμφωνία με την Παραπονούμενη, ούτε και παρέλαβε από αυτήν οποιαδήποτε εμπορεύματα που η Κατηγορούμενη 1 της είχε παραγγείλει, ως ο ισχυρισμός της Παραπονούμενης. Εξ όσων γνωρίζει, η Κατηγορούμενη 1 είχε συνεργασία με κάποια Muskita Ltd. Η συνεργασία αυτή, ξεκίνησε περί το έτος 2006 ή 2007, μέσω της διευθύντριας της Κατηγορουμένης 1 -μίας εκ των δύο διευθυντών της Κατηγορουμένης 1 τότε- κάποιας ***** Χαραλάμπους. Εξ όσων πληροφορήθηκε από την εν λόγω ***** Χαραλάμπους, τότε, η Κατηγορουμένη 1, είχε ζητήσει από την Muskita Ltd, να της κατασκευάσει κάποιες μήτρες / καλούπια, για την παραγωγή συγκεκριμένου σχεδίου ηλιακών πλαισίων. Δεν γνωρίζει όμως περαιτέρω στοιχεία, ούτε και γνωρίζει κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1 είχε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία ή συνεργασία με την Muskita Ltd. Η εν λόγω διευθύντρια της Κατηγορουμένης 1, ***** Χαραλάμπους, υπεύθυνη και του λογιστηρίου της, τον προμήθευσε με την απόδειξη εξόφλησης της τιμολόγησης της από την εν λόγω εταιρεία για την κατασκευή των μητρών / καλουπιών, Τεκμήριο 8 -που παρουσιάστηκε από πλευράς των Κατηγορουμένων 1 και 2 στην ΜΚ3, και η οποία κατατέθηκε από αυτήν ως μέρος της μαρτυρίας της-. Ακριβώς επειδή δεν γνωρίζει ο ίδιος προσωπικά για το ζήτημα αυτό, δεν γνωρίζει και τα σχέδια για τις μήτρες / καλούπια, Τεκμήρια 17 και 18, που παρουσιάστηκαν από τον ΜΚ5 στο Δικαστήριο, ούτε και μπορεί να είναι βέβαιος για τον χρόνο που αυτές παραγγέλθηκαν ή κατασκευάστηκαν.
- Τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και 4, δεν τις είδε ποτέ προηγουμένως, παρά μόνο κατά την δίκη, και παρά το γεγονός ότι η υπογραφή που φέρουν ομοιάζει με την δική του, δεν είναι η δική του και είναι βέβαιος για αυτό, επειδή δεν εξέδωσε ποτέ για την Κατηγορούμενη 1 τις εν λόγω επιταγές. Ποτέ δεν ήρθε στην αντίληψη του ή πληροφορήθηκε από κάποιον, ότι η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 2, δεν τιμήθηκε. Ενώ, για τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3 και 4, αν και θυμάται ότι, σε ότι αφορούσε κάποιες επιταγές της Κατηγορούμενης 1, είχε δώσει οδηγίες στην Τράπεζα, ανάκλησης της εντολής πληρωμής τους, για τις συγκεκριμένες, δεν είναι σίγουρος. Οι υπογραφές στα Τεκμήρια 10 και 11, ήτοι, στα έντυπα ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3 και 4, ομοιάζουν με την δική του, δεν είναι όμως βέβαιος αν είναι οι δικές του. Πιστεύει όμως ότι, αυτός υπέγραψε για να δοθούν στην Τράπεζα οι εν λόγω οδηγίες, επειδή, εξ όσων είχε τότε ενημερωθεί από το λογιστήριο της Κατηγορουμένης 1, η Κατηγορούμενη 1 δεν είχε χρέος με την συγκεκριμένη εταιρεία. Όπως υποστήριξε, ούτε και για τις εν λόγω επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3 και 4, πληροφορήθηκε οτιδήποτε από την Τράπεζα. Με την Muskita Ltd, ισχυρίστηκε, δεν είχε καμία επικοινωνία για το συγκεκριμένο ζήτημα.
- Τους υπαλλήλους της Παραπονούμενης, ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ5, δεν τους γνωρίζει και δεν έδωσε σε κανέναν από αυτούς τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και
- Περί το μήνα Μάιο του έτους 2011, τα οικονομικά της Κατηγορουμένης 1, ελέγχονταν από το λογιστήριο της Κατηγορουμένης 1, ήτοι από κάποια ***** Ιγνατιάδου και τον εξωτερικό ελεγκτή της, κάποιο ***** Χαραλάμπους. Αυτοί πρέπει να είχαν ενημερώσει την τότε διευθύντρια της Κατηγορουμένης 1, κάποια ***** Ζαχαρία, ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν όφειλε χρήματα προς την εν λόγω εταιρεία, και το εν λόγω πρόσωπο θα ενημέρωσε αυτόν.
- Εξ όσων γνωρίζει, ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1, ήταν τρεχούμενος, με περιθώριο χρέωσης €200.000 και περαιτέρω περιθώριο χρέωσης, λόγω πρόσθετης εξασφάλισης που είχε παρασχεθεί στην Τράπεζα από τους μετόχους της Κατηγορουμένης 1, €90.
- Εντούτοις, για τα του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, δεν γνωρίζει λεπτομερείς, καθότι, όπως και με τα λογιστικά της, αυτός δεν ασχολείτο. Η μαρτυρία της ΜΥ2, ***** Χαραλάμπους
- Η ΜΥ2, ήταν υπάλληλος της Κατηγορουμένης 1, από το έτος 2005, και είχε τα καθήκοντα της διευθύντριας παραγωγής, μέχρι και τον Νοέμβριο του έτους 2009 που η εργοδότηση της τερματίστηκε. Για κάποιο χρονικό διάστημα, μεταξύ των ετών 2008 και 2009 (τέλη του έτους 2009), ήταν και διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης
- Από το μητρώο της Κατηγορουμένης 1, διαγράφηκε από την θέση του διοικητικού της συμβούλου, αργότερα, περί τον μήνα Φεβρουάριο του έτους
- Την διαχείριση της Κατηγορούμενης 1, είχε κάποια ***** Χαννή. Ο Κατηγορούμενος 2, ήταν σύζυγος της ***** Χαννή και δεν ασχολείτο με τις εργασίες της Κατηγορουμένης 1, εφόσον εργαζόταν στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου. Κατά καιρούς, απλώς τους επισκεπτόταν.
- Σε ότι αφορά την συνεργασία της Muskita Ltd με την Κατηγορούμενη 1, γνωρίζει, ότι, η εν λόγω εταιρεία, κατασκεύασε στην Κατηγορουμένη 1, κάποιες μήτρες / καλούπια αλουμινίων, και αυτό το γνωρίζει επειδή, εξ όσων θυμάται, η Κατηγορούμενη 1 εξόφλησε την εν λόγω εταιρεία για την συγκεκριμένη εργασία της, με επιταγή που η ίδια της παρέδωσε, κατ' εντολήν της εν λόγω ***** Χαννή. Το Τεκμήριο 8, είναι η απόδειξη εξόφλησης που έλαβε από την συγκεκριμένη εταιρεία, για την συγκεκριμένη πληρωμή. Λόγω της ιδιότητας της τότε ως διευθύντρια παραγωγής της Κατηγορουμένης 1, δεν ασχολείτο με οτιδήποτε άλλο και δη τις παραγγελίες που η Κατηγορούμενη 1 υπέβαλλε στα πλαίσια διεξαγωγής των εργασιών της σε συνεργάτες της ή για τις αγορές της, και ως εκ τούτου, δεν γνωρίζει αν η Κατηγορούμενη 1 είχε άλλη συναλλαγή ή συνεργασία με την εν λόγω εταιρεία. Οι σημαντικότερες αρχές εκτίμησης της μαρτυρίας
- Αυτή είναι η μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο καλείται τώρα να εκτιμήσει για να καταλήξει στα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Εκτίμησης, που γίνεται στην βάση καλά καθιερωμένων αρχών δικαίου και οι οποίες αναφέρονται εδώ επειδή αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου που αφορά την απόφαση μου που ακολουθεί για την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, ή αναλόγως, της μαρτυρίας που δεν γίνεται αποδεκτή.
- Σύμφωνα με την νομολογία, η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του (βλ. στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, σελίδα 123, Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1, In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911).
- Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα 123).
- Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα (βλ. Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm)).
- Ο καθόλα τα άλλα εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
- Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
- Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται, φυσικά, στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους (βλ. Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL, Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm).
- Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Kartashov
(2011)1 Α.Α.Δ. 55, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Α. Πασχαλίδη: «Η αξιολόγηση μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (βλ. C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή "γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα", λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας "συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία".».
- Σημαντικά, βεβαίως, στην εκτίμηση της μαρτυρίας, είναι και τα διαδικαστικά.
- Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [iii] [iv]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, σε αστικές υποθέσεις, ανεξαρτήτως δικογράφησης [v] [vi]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί (ή του είχαν υποβληθεί ατελώς) στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [vii]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [viii].
- Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
- The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. Accordingly, counsel should not in his closing speech attack that part of a witness's evidence which he has not challenged in cross-examination. However, this rule has been held not to apply to a case tried by lay justices in that justices do not have to accept a witness's evidence merely because it is unchallenged. Α strict application of the rule may also not be necessary where a witness is called whose evidence is corroborative of evidence already given by another witness who has himself been cross-examined, e.g. a police officer who gives evidence about an interview with the defendant. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Όπως εν προκειμένω έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μαρσέλο κ. α. ν Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, 18/01/2017: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, "η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό". Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D497, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/
- και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
- Η εκτίμηση της μαρτυρίας
- [Και] Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
- Οι ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ5, μου έκαναν θετική εντύπωση. Έχοντας τους παρατηρήσει να καταθέτουν κατά την δίκη, έχω πεισθεί ότι μαρτύρησαν στο Δικαστήριο την αλήθεια, ή σε κάθε περίπτωση, με πίστη ότι παρουσίαζαν τα πραγματικά γεγονότα, στην βάση του τι πραγματικά γνωρίζουν και μπορούσαν να θυμηθούν για τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής. Η μαρτυρία τους άλλωστε, έχοντας πάντοτε ως δεδομένη την πραγματική μαρτυρία της επίδικης εποχής, συμπληρώνει ή και ενισχύει η μία την άλλη στις διάφορες πτυχές της, δίδοντας τελικά το αποτέλεσμα μίας εκδοχής γεγονότων που έχει λογική, είναι πειστική και τεκμηριωμένη, σε βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί με ασφάλεια να εξάξει από αυτήν τα συμπεράσματα του.
- Δεν υπήρξαν υπερβολές στην κατάθεση τους, κατέθεσαν με απλότητα και φυσικότητα, χωρίς προσπάθεια απόκρυψης γεγονότων ή αλλοίωσης πραγματικών περιστατικών. Μάλιστα, εκεί που πιθανόν να μην θυμούνταν ορθά ή να κατέθεσαν γεγονότα για τα οποία ήταν αβέβαιοι, το απεκάλυψαν με φυσικότητα. Αυτή την φυσικότητα που έχει ένας μάρτυρας που λέει την αλήθεια, αλλά ίσως υποπίπτει σε κάποιο λάθος, και σε τούτο καλόπιστα. Αναφορές μου βεβαίως, κυρίως για την ΜΚ3, της οποίας αποδέχομαι την μαρτυρία, μόνον σε ότι αφορά τα όσα παρουσίασε για τις λογιστικές εγγραφές και χρέος της Κατηγορούμενης 1 προς την Παραπονούμενη, συσχετίζοντας το με τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και
- Για τα όσα κατέθεσε σχετικά με την παραλαβή των αλουμινένιων κατασκευών που η Παραπονούμενη παρήγε στην Κατηγορούμενη 1 κατ' εντολήν της, από τον Κατηγορούμενο 2 από τις αποθήκες της Παραπονούμενης στην Λάρνακα, παρά το γεγονός, ότι, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η μαρτυρία της είναι σε άμεση αντίθεση με αυτήν του ΜΚ2, επειδή καταληκτικά της αντεξέτασης της επί του εν λόγω σημείου, εξέφρασε κάποια αμφιβολία ως προς κατά πόσο θυμάται ορθά, δεν θα την αποδεχθώ και θα προτιμήσω την μαρτυρία του ΜΚ2 ο οποίος ήταν βέβαιος σχετικά με το συγκεκριμένο γεγονός. Και λέω, δεν είναι σε άμεση αντίθεση οι μαρτυρίες τους, επειδή, ο ΜΚ2, αναφέρθηκε σε παράδοση της εν λόγω παραγγελίας της Κατηγορουμένης 1 σε δύο μέρη, οπότε η παράδοση στην αποθήκη της Παραπονούμενης στην Λάρνακα στον Κατηγορούμενο 2 που ισχυρίστηκε η ΜΚ3, δεν αποκλείεται να ήταν το πρώτος μέρος της παράδοσης της παραγγελίας όπως ο ΜΚ3 ισχυρίστηκε.
- Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία του ΜΚ2, δεν μου άφησε καμία αμφιβολία ότι, για τα όσα κατέθεσε, κατέθεσε την αλήθεια. Η αντεξέτασης του, δεν έχει πλήξει καθόλου τους ισχυρισμούς του για τα γεγονότα. Οι απαντήσεις του στα διάφορα ερωτήματα που του ετέθησαν, ήταν άμεσες, δίδονταν με πεποίθηση και φυσικότητα, χωρίς υπεκφυγές και προπαντός, ήταν χωρίς αντιφάσεις και σταθερές σε γεγονότα που είχαν υποστηριχθεί και κατά την κυρίως εξέταση του. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου.
- Ο ΜΚ4, τραπεζικός, είναι πρόσωπο που δεν έχει άμεση σχέση με τους διαδίκους. Μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Τον εξέλαβα ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια προς το Δικαστήριο, στη βάση του τι πραγματικά γνώριζε για τα γεγονότα της υπόθεσης και μπορούσε να πληροφορηθεί από το αρχείο της Τράπεζας στην οποία εργάζεται, το οποίο επικαλέστηκε άλλωστε για τους ισχυρισμούς του. Είναι έμπειρος στα τραπεζικά, και ακόμη και η γνώμη που εξέφρασε σχετικά με την ομοιότητα της υπογραφής στις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και 4, και στις οδηγίες ανάκλησης της εντολής πληρωμής τους, Τεκμήρια 10 και 11, με το δείγμα της υπογραφής του Κατηγορουμένου 2, Τεκμήριο 9, αποτιμάται θετικά. Η μαρτυρία του άλλωστε, εκτός του ότι, συνάδει και με τα όσα οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και 4 παρουσιάζουν -και δη, με τις σφραγίδες που ετέθησαν επί αυτών, που, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, είναι άμεσα σχετικές με τα επίδικα ζητήματα-, επιβεβαιώνεται και από τα όσα η κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 12 παρουσιάζει. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του για τα επίδικα ζητήματα.
- Η μαρτυρία των υπαλλήλων της Κατηγορουμένης 1, ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ5, τεκμηριώνεται από τα διάφορα έγγραφα της τότε εποχής, που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, Τεκμήρια 6, 7, 8, 13, 14, 15, 16, 17 και 18 και δη από τις λογιστικές εγγραφές της Παραπονούμενης. Οι ισχυρισμοί τους, και δη οι ισχυρισμοί του ΜΚ2, ενισχύονται από το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 2, κατείχε θέση διοικητικού συμβούλου στην Κατηγορούμενη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο [ήταν μάλιστα και μέτοχος της Κατηγορουμένης 1]. Από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε την τεχνική κατάρτιση, σχετική των εργασιών της Κατηγορούμενης
- Καθώς επίσης και από την μαρτυρία του ΜΚ4, ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν εξουσιοδοτημένος υπογραφέας για σκοπούς διαχείρισης και δέσμευσης του λογαριασμού της Κατηγορουμένης
- Σε συνδυασμό τούτα πάντοτε με το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 2, παρά το γεγονός ότι ισχυρίζεται, προφανώς, πλαστογραφία της υπογραφής του, δεν κατήγγειλε ποτέ αυτό το γεγονός στην Αστυνομία, παρά τις ενδεχόμενες επιπτώσεις που αντιμετωπίζει στην υπόθεσης αυτή. Όπως επίσης και το γεγονός, ότι, η κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1, Τεκμήριο 12, ως και ο ΜΚ3 επεξήγησε, παρουσιάζει μία εικόνα από την οποία αναδύεται έντονα η αδυναμία της Κατηγορούμενης 1, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τίμησης σε κάθε περίπτωση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3 και
- Όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, και μαρτυρία, χρονικά και πραγματικά, συνάδουν, έχουν λογική και παρουσιάζονται με αρκετή λεπτομέρεια που δεν μπορεί να είναι πλαστή.
- Η εκδοχή που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 προσπάθησαν να παρουσιάσουν κατά την δίκη για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
- Ο Κατηγορούμενος 2, δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κατ' ακρίβεια, η αίσθησης μου παρατηρώντας τον κατά την εξέταση του, ήταν ότι δεν έλεγε την αλήθεια. Ήταν, όπως τον αντιλήφθηκα, πολύ προσεχτικός, να είναι αόριστος στις τοποθετήσεις του, ώστε να μπορούσε να ελίσσεται σε ότι αφορούσε τους ισχυρισμούς των Κατηγορουμένων 1 και 2 για τα γεγονότα και για να μπορεί να ισχυριστεί, ότι, ο ίδιος, καμία πραγματική ουσιαστική εμπλοκή δεν είχε στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης και δη στα της Κατηγορούμενης 1, όταν από την υπόλοιπη μαρτυρία, την θετική και αποδεκτή, προκύπτει το αντίθετο. Υπέπεσε όμως σε αντιφάσεις ο Κατηγορούμενος 2, και η μαρτυρία του, στο σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας και θέσεων των Κατηγορουμένων 1 και 2 ως προκύπτουν μέσα από την δίκη, κρίνεται ως μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα, ή τουλάχιστον, αναξιόπιστη για να μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται.
- Απαράδεκτη κρίνεται και η μαρτυρία της ΜΥ2, η οποία, επίσης δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Πέραν των όσων η ΜΥ2 ισχυρίστηκε για τα γεγονότα, -τα οποία, εφόσον χρονικά τοποθετούνται περί τα τέλη του έτους 2009 και προηγουμένως, δεν μπορούν να έχουν ουσιαστική σημασία για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, που, ως προκύπτει από την παραδεκτή μαρτυρία, εκτυλίχθηκαν περί το έτος 2011-, ήταν έντονη η αίσθησης που άφησε στο Δικαστήριο o τρόπος της κατά την εξέταση της (στάση σώματος, τόνος στη φωνή, μη λεκτικές εκφράσεις), από τον οποίο φαινόταν ότι δεν αποκάλυπτε στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που ήταν σε γνώση της, ότι είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος αυτού, της σημασίας και των επιπτώσεων του, αλλά και το λανθασμένο της στάσης της αυτής.
- Κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με την μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2 και γενικά για την υπόθεση των Κατηγορουμένων 1 και 2 προς υπεράσπισης τους, είναι πιστεύω απαραίτητες, προς αιτιολόγηση της προαναφερόμενης απόφασης μου περί μη αποδοχής της μαρτυρίας του.
- Σύμφωνα με την μαρτυρία του τραπεζικού, ΜΚ4, σύμφωνα και με το Τεκμήριο 9, εξουσιοδοτημένοι διαχειριστές και υπογραφείς (ένας εκ των δύο, ή ο ένας ή ο άλλος) για σκοπούς του λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1 στην Τράπεζα -επί του οποίου εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και 4-, ήταν ο Κατηγορούμενος 2 και κάποια ***** Χαννή. Συνεπώς, η θέσης των Κατηγορουμένων 1 και 2, που υποβλήθηκε στον ΜΚ1 από τον συνήγορο υπεράσπισης τους, ότι ο Κατηγορούμενος 2, δεν μπορούσε να δεσμεύσει την Κατηγορούμενη 1 με την υπογραφή του, σε ότι αφορούσε τον εν λόγω λογαριασμό της, εκτός του ότι δεν ευσταθεί, δείχνει ότι, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, όπως παρατηρώ και για άλλους ισχυρισμούς τους στην συνέχεια, μετακινούνταν μεταξύ ισχυρισμών για τα γεγονότα, προσπαθώντας να δημιουργήσουν σύγχυση για την πραγματική κατάσταση πραγμάτων, που δεν τους ευνοεί: [Από τα πρακτικά της δίκης, από την αντεξέταση του ΜΚ1: «E. Έχεις πει ακόμα κάτι. Γνωρίζω, είπες, προς τη μέση της κυρίως εξέτασής σου, ότι ο κύριος υπογράφει. Εσύ γνωρίζεις έτσι πράγμα; Γνωρίζεις ποιος υπογράφει; A. Εντάξει, δεν πήρα εγώ τις επιταγές από κοντά του. E. Άρα, δεν γνωρίζεις, για να το λήξουμε και τούτο. A. Για την T.C. CYSOL LIMITED κάποιος υπογράφει, έτσι; E. Κάποιος σίγουρα, αλλά όχι ο κύριος. A. Αν αυτές οι υπογραφές δεν είναι του κυρίου...» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)].
- Από την μαρτυρία του τραπεζικού, ΜΚ4, προκύπτουν περαιτέρω τα εξής. Σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3 και 4, η Κατηγορούμενη 1, έδωσε στην Τράπεζα, στις 12/05/2011, γραπτές οδηγίες ανάκλησης της εντολής πληρωμής τους, ήτοι τα Τεκμήρια 10 και
- Οι εν λόγω οδηγίες της Κατηγορουμένης 1, σύμφωνα με το δείγμα υπογραφής της Τράπεζας, Τεκμήριο 8, εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1, με την υπογραφή του Κατηγορουμένου
- Σε ότι αφορά την οδηγία της Κατηγορουμένης 1 προς την Τράπεζα, Τεκμήριο 11, ανάκλησης της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 4, γραπτώς, δεν δόθηκε οποιοσδήποτε λόγος. Εντοπίστηκε όμως, στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας, ότι, ο λόγος που καταχωρήθηκε από την Τράπεζα για την εν λόγω οδηγία της Κατηγορουμένης 1, ήταν παράβαση σύμβασης. Ενώ, σε ότι αφορά την οδηγία της Κατηγορουμένης 1 προς την Τράπεζα, Τεκμήριο 10, ανάκλησης της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, γραπτώς, από πλευράς Κατηγορουμένης 1, έγινε επίκλησης του λόγου της παράβασης σύμβασης.
- Προκύπτει συνεπώς, ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο που η Κατηγορούμενη 1 έδιδε τις εν λόγω οδηγίες της στην Τράπεζα, ανάκλησης της εντολής πληρωμής της για πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3 και 4, ήτοι, στις 12/05/2011, ισχυριζόταν ότι, λόγω παράβασης σύμβασης στην οποία είχε προσέλθει με την δικαιούχο να πληρωθεί τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3 και 4, η εν λόγω αντισυμβαλλόμενη της, ενήργησε κατά παράβαση των συμφωνηθέντων τους και συνεπώς, δεν δικαιούταν να τις πληρωθεί. Κατά την δίκη όμως, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, δεν είναι αυτή την εκδοχή των γεγονότων που προσπάθησαν να υποστηρίξουν, -που είναι και η μοναδική νομικά εκδοχή που δικαιολογούνταν να υποστηρίζουν σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154- αλλά κινήθηκαν προς υποστήριξη άλλων εκδοχών για τα γεγονότα, μάλιστα αντιφατικών μεταξύ τους, γεγονός που καταδεικνύει ότι, η Κατηγορούμενη 1, δεν είχε ποτέ βάσιμο λόγο για την εν λόγω ενέργεια της και δη ότι, σχετικά με την πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3 και 4, ενήργησε, σε ότι αφορούσε την Παραπονούμενη και τα δικαιώματα της, κακόπιστα.
- Αρκεί, σε ότι αφορά την παρατήρηση μου αυτή, να αναφερθεί περαιτέρω, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, κατά την δίκη, ενόρκως, και μάλιστα κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι, ο λόγος για τον οποίο η Κατηγορούμενη 1 είχε οδηγηθεί στην ανάκληση την εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3 και 4, ήταν επειδή, όπως τότε τον είχε πληροφορήσει κάποια ***** Ζαχαρία που ήταν διευθύντρια της, την συγκεκριμένη περίοδο, η Κατηγορούμενη 1, δεν όφειλε οποιαδήποτε χρήματα στην Παραπονούμενη ή είχε οποιαδήποτε εκκρεμότητα μαζί της. Όπως, ο Κατηγορούμενος 2, χαρακτηριστικά ανέφερε: «E. Ποιοι ήταν οι λογιστές, ποιοι ήταν αυτοί που έκαναν κουμάντο τον 5ο του 2011 όσον αφορά τα οικονομικά της Εταιρείας; A. Υπήρχε το λογιστήριο της Εταιρείας. Η κυρία ***** Ιγνατιάδου ήταν η υπεύθυνη και ο λογιστής, εξωτερικός συνεργάτης, ήταν ο κύριος ***** Χαραλάμπους στο Παραλίμνι. Αυτοί οι δύο μας ενημέρωναν. Σύμφωνα με τα λογιστικά της Εταιρείας, εμένα με ενημέρωσε, αν δεν έχω λάθος, η κυρία ***** Ζαχαρία, που ήταν διευθύντρια της Εταιρείας τη συγκεκριμένη περίοδο, ότι δεν χρωστούσαμε στη συγκεκριμένη Εταιρεία, τη MUSKITA, ποσά ή παραγγελίες, ούτε είχαμε οποιεσδήποτε παραγγελίες. . E. Σε ενημέρωσε το λογιστήριο, είπες, ή αυτή η κυρία ότι δεν υπήρχαν υπόλοιπα; A. Μαζί με άλλες υποθέσεις, διότι, θυμούμαι καλά ότι υπήρχαν και άλλες και μαζί με αυτές της MUSKITA νομίζω ότι δεν υπήρχαν εκκρεμότητες. E. Και πήγες και έκανες stop payment τα Τεκμήρια 10 και 11; A. Μάλιστα. . E. Έχεις πει ότι υπέγραψες εσύ εκείνα τα χαρτιά, τα Τεκμήρια 10 και 11; A. Απ' ό, τι θυμούμαι, ναι. E. Μίλησες με κανέναν, πήγες στην Τράπεζα και σου είπε κανένας τίποτε, αν θυμάσαι; A. Πήγα στην Τράπεζα και τους είπα ότι κάποιες συγκεκριμένες πληρωμές έπρεπε να σταματήσουν, διότι δεν υπήρχε υπόβαθρο, δηλαδή δεν χρωστούσαμε λεφτά σε κάποιαν Εταιρεία και έπρεπε να σταματήσουν κάποιες επιταγές. Αυτό μόνο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Ισχυρισμό τον οποίο ο Κατηγορούμενος 2 επανέλαβε, πρέπει να σημειωθεί, και κατά την αντεξέταση του: «E. Τότε, αφού δεν ξέρατε ότι εκδόθηκαν οι συγκεκριμένες επιταγές, γιατί προβήκατε σε stop payment; A. Νομίζω ότι το είπα πριν. Με ενημέρωσε η ***** Ζαχαρία ότι κάποιες πληρωμές δεν έπρεπε να υπάρχουν, ήταν ήδη εξοφλημένος ο λογαριασμός και κάποιες επιταγές έπρεπε να σταματήσουν. Αν θυμούμαι καλά ήταν και άλλες πληρωμές. Δεν μπορούσε η κυρία μου να πάει στην Τράπεζα και μου τηλεφώνησε η κυρία Ζαχαρία και πήγα εγώ και τις σταμάτησα. . E. Ποιος είναι ο λόγος που τις σταματήσατε; A. Απ' ότι μου είπε η κυρία ***** Ζαχαρία δεν είχαμε εκκρεμότητες με τη συγκεκριμένη Εταιρεία, ούτε αγορές ούτε εκκρεμότητες. E. Σας υποβάλλω ότι ψεύδεστε επανειλημμένα και ότι ο λόγος που έχετε δώσει στην Τράπεζα εντολή για μη πληρωμή επιταγών είναι παράβαση σύμβασης. Πώς απαντάτε; A. Μπορεί να ήταν έτσι, δεν θυμούμαι τι έγραψε πάνω ο τραπεζικός, δεν το έγραψα εγώ. Του είπα ότι θέλω να σταματήσουμε τις επιταγές γιατί δεν χρωστούμε στην Εταιρεία αυτήν. Τώρα, αν έγραψε ασυμφωνία δεν γνωρίζω. E. Υπογράψατε κάτι που δεν γνωρίζετε; A. Θα σας γελάσω. Είδα stop payment και υπέγραψα. Δεν θυμούμαι αν έγραφε ασυμφωνία... πώς το είπατε; E. Παράβαση σύμβασης. A. Δεν ξέρω. Διαφορά οικονομική δεν υπήρχε με την Εταιρεία. Η κυρία XXXXX μου έδωσε, νομίζω, statement ότι ήταν μηδέν ο λογαριασμός, δεν είχαμε στοκ στην Εταιρεία ούτε πήγε κάποιος να φέρει κάτι από τη συγκεκριμένη Εταιρεία. ». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Καμία συνεπώς σχέση δεν έχει, ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2 κατά την δίκη, ως προαναφέρθηκε, με παράβαση σύμβασης, που είχε δηλωθεί από την Κατηγορούμενη 1 στην πληρώτρια Τράπεζα δια των οδηγιών της Τεκμήρια 10 και 11, στις 12/05/
- Η προσπάθεια του, να πείσει, όταν ήρθε αντιμέτωπος με την εν λόγω αντίφαση του, ότι, κατά κάποιο τρόπο, αυτός είπε στον τραπεζικό τον πραγματικό λόγο, αλλά ο τραπεζικός έγραψε ότι αυτός έκρινε σκόπιμο, δεν με έχει πείσει. Πολύ απλά, επειδή, δεν πιστεύω ο οποιοσδήποτε τραπεζικός να αναλάμβανε ένα τέτοιο βάρος και να μην επέμενε να πρόβαινε στην σχετική δήλωση ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2, αλλά και να το έπραττε, δεν νομίζω, σε μια τέτοια περίπτωση, να παρέλειπε να συμπληρώσει τον λόγο σε ένα από τα δύο σχετικά έντυπα, Τεκμήρια 10 και 11, ή ότι, στην βάση των όσων ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι του ανέφερε, θα επέλεγε την αιτιολογία, παράβαση σύμβασης και δεν θα επέλεγε το πεδίο «άλλος λόγος», για να δίνονταν λεπτομέρειες, ως οι οδηγίες του πελάτη του.
- Βεβαίως, αυτός ο ισχυρισμός των Κατηγορουμένων 1 και 2, καταρρίπτεται και από το γεγονός, ότι, τελικά, όπως φαίνεται και από τα Τεκμήρια 1 και 5, η Παραπονούμενη, πέτυχε την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της Κατηγορουμένης 1, στις 06/02/2018, στα πλαίσια της πολιτικής Αγωγής με αρ. XXXXX/2011, που είχε καταχωρήσει εναντίον της Παραπονούμενης από 31/10/2010, για το συνολικό ποσό των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3 και 4, και η οποία είχε ως βάση της την μη πληρωμή τους. Μάλιστα, όπως ετέθη από την συνήγορο της Παραπονούμενης στον Κατηγορούμενο 2 κατά την αντεξέταση του και ο τελευταίος δήλωσε άγνοια περί αυτού, η εν λόγω απόφασης, φαίνεται ότι εκδόθηκε εκ συμφώνου Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, στην παρουσία των δικηγόρων τους. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, εκπροσωπούνταν και τότε από τον συνήγορο υπεράσπισης τους στην υπόθεση αυτή. Φυσικά, η δήθεν άγνοια του Κατηγορουμένου 2, για τα του γεγονότος αυτού, δεν εκλαμβάνεται ως πραγματική, δεδομένου ότι, αυτός, σύμφωνα με το Τεκμήριο 19, φαίνεται, ότι, από 05/02/2010, είναι ο μοναδικός διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορούμενης
- Συνεπώς, οι οδηγίες στον δικηγόρο της Κατηγορουμένης 1, δεν μπορεί παρά να δόθηκαν από αυτόν, ή έστω ότι αυτός ήταν ενήμερος για τα της εξέλιξης στην εν λόγω διαδικασία, καθότι, τέτοια απόφασης δεν θα μπορούσε να ληφθεί από κάποιον άλλο ή χωρίς την επικύρωση της από τον ίδιο. Η θέσης που έλαβε σχετικά, κατά την αντεξέταση του, δεν πείθει: «E. Όπως μας έχετε πει, η Εταιρεία T.C. CYSOL LIMITED είχε μηδενικές οφειλές προς τη MUSKITA; A. Απ' ότι με ενημέρωσαν ναι, δεν γνωρίζω προσωπικά. E. Τότε, πώς η Εταιρεία δέχτηκε απόφαση; A. Δεν γνωρίζω για την Εταιρεία ποιος πήρε απόφαση και αν χρωστούσε ή όχι η Εταιρεία. E. Σας υποβάλλω ότι ψεύδεστε και ότι οι οδηγίες στους δικηγόρους σας δίδονταν από εσάς και ότι σήμερα στο Δικαστήριο τίποτε απ' ότι μας έχετε πει δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. A. Εγώ είπα την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. E. Και η αλήθεια σας ποια είναι, ότι δεν θυμάστε; A. Όχι, δεν είπα ότι δεν θυμούμαι. Είπα ότι δεν γνωρίζω, δεν ήταν στην αρμοδιότητα μου να ξέρω. Ο κύριος Θέμης ήταν δικηγόρος της Εταιρείας, μπορεί να ενημερώνει τον οποιονδήποτε στην Εταιρεία.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Αντιφατικότητα στις θέσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2, που εντείνεται, καθιστώντας τους ισχυρισμούς τους απίθανους, αν λάβει κανείς υπόψη ότι, κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, ο συνήγορος υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2, υπέβαλε σε αυτόν την θέση τους, ότι, ο λόγος που η Κατηγορουμένη 1 ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων, Τεκμήρια 3 και 4, ήταν γιατί αυτές είχαν εκδοθεί για την πληρωμή κάποιων εμπορευμάτων που η Παραπονούμενη της πώλησε, τα οποία όμως ήταν ελαττωματικά: «E. Σου τηλεφώνησε και μίλησες καθόλου με οποιονδήποτε από τους τρεις, ήτοι τη ***** Ζαχαρία, ***** Κουννά ή ***** Μαρτίν, για οποιαδήποτε προβλήματα αναφορικά με κάποια προϊόντα; Μας είπες ότι τους παίρνατε προϊόντα. Σας είπαν αν είχαν οποιαδήποτε προβλήματα με κάποια προϊόντα και ότι γι' αυτό τις έκαναν stop payment αυτοί οι κύριοι; A. Όχι. . E. Εγώ σου υποβάλλω ότι αυτοί οι κύριοι, που σου είπα, που είχαν και την ευθύνη με τις παραγγελίες και τις επιταγές, είχαν τηλεφωνήσει για κάποια προβλήματα στα προϊόντα και γι' αυτό σταμάτησαν τις επιταγές. A. Αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με τα προϊόντα, η αρχή της εταιρείας πάντοτε είναι να επισκέπτεται το υποστατικό, να βλέπουν τα προϊόντα και αν είναι λάθος της εταιρείας να τα αλλάζουν, να αντικαθιστούνται, και αυτά τα πράγματα γίνονταν άμεσα. E. Επίσης, σου υποβάλλω ότι δεν γίνηκε έτσι πράγμα, όταν σας είπαν τούτοι οι κύριοι για αυτά τα προϊόντα, γι' αυτό και έκαναν και stop payment τις επιταγές. A. Δεν μπορώ να δεχτώ αυτό το πράγμα, γιατί ξέρω την αρχή της εταιρείας.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Αίσθηση άλλωστε προκαλεί και το γεγονός, ότι, τα προαναφερόμενα πρόσωπα, ***** Ζαχαρία, ***** Κουννάς και ***** Μαρτίν, με εξαίρεση την ***** Ζαχαρία, το όνομα της οποίας αναφέρθηκε κάπως από τον Κατηγορούμενο 2, δεν αναφέρθηκαν ως εμπλεκόμενοι στα γεγονότα που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 επικαλέστηκαν όταν κλήθηκαν σε απολογία προς υπεράσπιση τους, μέσω των Κατηγορουμένου 2 και της ΜΥ2, παρά τις τοποθετήσεις τους σχετικά κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της Παραπονούμενης. Αξιολόγησης της αποδεκτής και παραδεκτής μαρτυρίας Η υπεράσπισης βάσει της επιφύλαξης του εδαφίου του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154
- Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2, ειδικά σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3 και 4, ότι η υπογραφή δεν ήταν δική του, εφόσον δεν αποτέλεσε λόγο για την ανάκληση της εντολής πληρωμής τους, δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 1 και 2 (βλ. Χατζηαργυρου ν Pamporides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, 17/04/2019, Ευθυμίου ν Mavanel, Ποινική Έφεση Αρ. 230/2017, 08/07/2019, Μαυρουδή ν Δικηγορική Εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 156/2018, 21/02/2019). Ενώ, περαιτέρω, σε ότι αφορά την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 4, εφόσον με την οδηγία ανάκλησης της εντολής πληρωμής της, Τεκμήριο 11, δεν δόθηκε γραπτώς λόγος για την πρόκληση της μη εξόφλησης της, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, δεν μπορούν να έχουν την υπεράσπιση της επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154 (βλ. Ttozios Management Ltd v Κυριάκου, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016 ανωτέρω). Η υπογραφή επί των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3 και 4
- Σε κάθε περίπτωση.
- Επιταγή εκδίδεται, όταν υπογραφτεί από νόμιμο και εξουσιοδοτημένο υπογραφέα του λογαριασμού από τον οποίο αυτή εκδίδεται (βλ. Άρθρα 73 [ix], 3 [x], 25 [xi] του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016 και Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, παραγράφους 17-11 και 21-97). Ως έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Blue Green Wave Frozen Food Ltd v G & P Hadjiyiannis Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 71/2014, 11/02/2016, η έκδοσης επιταγής, μπορεί να γίνει και από πρόσωπο άλλο από αυτό που την δίδει, που είναι εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές για λογαριασμό του. Σε ότι αφορά εταιρείες, τέτοια εξουσιοδότηση μπορεί να δίδεται και σε πρόσωπα που δεν είναι διοικητικοί της σύμβουλοι (βλ. επίσης Μελή ν Vasos Leptos Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015 και Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, παράγραφο 21-97). Σε κάθε περίπτωση, ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Βούρας ν Ανδρέα, Λουκά, Ματθαίου (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ. α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 135, «είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής». Δηλαδή, «μαρτυρικά στοιχεία από τα οποία μπορεί να συναχθεί η έκδοσης (υπογραφής) της επιταγής». Με άλλα λόγια «ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της». 83. Ο γραφικός χαρακτήρας και η υπογραφή επί εγγράφων που δεν επιμαρτυρούνται -κατά γενική αναφορά: η αυθεντικότητα του εγγράφου-, μπορεί να αποδειχθεί με ένα από τους ακόλουθους τρόπους (βλ. το σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, έκδοσης 2014, στις σελίδες 365, 366, 367, 368 και 369, το σύγγραμμα των C. Style και C. Hollander, Documentary Evidence, 6η έκδοση, στην σελίδα 360, το σύγγραμμα του R. Glover, Murphy on Evidence, 14η έκδοση, στις σελίδες 721 και 722 και το σύγγραμμα του C. Tapper, Cross & Tapper on Evidence, 12η έκδοση, στις σελίδες 675, 676 και 677): (α) από μαρτυρία του συντάκτη του• (β) από μαρτυρία προσώπου που είδε την σύνταξη ή υπογραφή του εγγράφου (βλ. Αναστασίου ν Τιμοθέου, Ποινική Εφεση Αρ. 5/2014, 24/03/2017, VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017)• (γ) από μαρτυρία προσώπου (όχι πραγματογνώμονα) που κατέχει γνώση της γραφής ή υπογραφής (βλ. VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017, Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2018)• (δ) συγκρίνοντας το έγγραφο που είναι επίδικο με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο η γνησιότητα του οποίου γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο (βλ. τις πρόνοιες του Section 8 της Criminal Procedure Act 1865 [xii] και την απόφαση του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου [ως μειοψηφία] στην υπόθεση Δημητρίου κ. α. ν Alyona (Alena) Sidorenko
(2011)1Β Α.Α.Δ 1095 που τις πραγματεύεται -η ορθότητα της νομικής προσέγγισης, δεν αποτελούσε την διαφορά από την απόφαση της πλειοψηφίας). (ε) από πραγματογνώμονα, με ή χωρίς σύγκριση.
- Στην υπόθεση αυτή, από την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ4, μπορώ με βεβαιότητα να αποφανθώ ότι, ο Κατηγορούμενος 2, ήταν το πρόσωπο που έθεσε την υπογραφή του επί των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3 και 4, για έκδοση τους από την Κατηγορούμενη 1, από την οποία είχε σχετική εξουσιοδότηση. Επαναλαμβάνω, ότι, ο ΜΚ2 μαρτύρησε ότι είδε τον Κατηγορούμενο 2 να υπογράφει τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και 4, ενώπιον του, στα υποστατικά της Κατηγορουμένης 1 στην Ξυλοτύμπου, όταν του είχε γίνει η παράδοσης της δεύτερης φάσης της παραγγελίας της Κατηγορούμενης 1 προς την Παραπονούμενη για τις μεταλλικές κατασκευές (βλ. Αναστασίου ν Τιμοθέου, Ποινική Εφεση Αρ. 5/2014, 24/03/2017, VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017). Και ότι, ο ΜΚ4, τραπεζικός, μαρτύρησε ότι, το δείγμα που έχει η Τράπεζα, της υπογραφής του Κατηγορουμένου 2, συνάδει με τις υπογραφές επί των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3 και
- Άλλωστε, αυτό, καταδεικνύει και η σφράγισης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3 και 4 από την τράπεζα, σύμφωνα με τον νόμο, όταν θα επιστρέφονταν στον δικαιούχο τους λόγω μη τίμησης τους (βλ. VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017).
- Εν προκειμένω, στην υπόθεση Ζίττη ν Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 272/15, 04/03/2016, το Ανώτατο Δικαστήριο, για το ζήτημα αυτό, ανέφερε και τα εξής: «Το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν διευθυντής της Εταιρείας και το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει επιταγές που αυτή εξέδιδε, ήταν αφ΄ εαυτού ικανό στοιχείο να εκληφθεί από την Τράπεζα ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης των επιταγών ήταν δική του εφόσον μόνο αυτός της είχε δώσει δείγμα υπογραφής για ό,τι είχε σχέση με τις επιταγές της Εταιρείας. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα το βάρος απόδειξης ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν του εφεσείοντα είχε μετέλθει στον ίδιο εφόσον επρόκειτο για θέμα που ήταν αποκλειστικά στη σφαίρα της δικής του γνώσης και σε τέτοιες περιπτώσεις το να εναποτίθεται το υπό αναφορά βάρος στον αποδέκτη μιας επιταγής θα αντιστρατευόταν κάθε έννοια λογικής, θα έπληττε την ασφάλεια των συναλλαγών και θα δημιουργούσε πολυπλοκότητα σε ένα ζήτημα που από τη φύση του είναι απλό. Επικαλέστηκε συναφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα την υπόθεση X¨Ιωάννου (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκε πως "Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διεφάνη από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής με ένα από τους αποδεκτούς τρόπους απόδειξης". Παραβλέπει όμως ότι στην υπό κρίση περίπτωση ο εφεσείων δεν αρνήθηκε ευθαρσώς ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν δική του, αλλά περιορίστηκε στο να κτίσει επιχειρηματολογία ότι δεν αποδείχτηκε ότι η υπογραφή ήταν δική του στη βάση της μαρτυρίας του τραπεζικού υπαλλήλου ότι δεν είναι γραφολόγος για να πει με βεβαιότητα πως η υπογραφή ήταν όντως δική του. Όπως παραγνωρίζει και το ότι τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα γεγονότα της X¨Ιωάννου. Στη Χ¨Ιωάννου ο παραπονούμενος είχε δανείσει χρήματα στον σύζυγο της εφεσείουσας ο οποίος ήταν εργοδότης του και ο τελευταίος του έδωσε επιταγή της συζύγου του, η οποία αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει τέτοια επιταγή. Η παρούσα όμως αφορά υπογραφή εντολών ανάκλησης επιταγών που υπογράφηκαν από τον εφεσείοντα που μόνο αυτός είχε εξουσιοδότηση να υπογράφει και αν κάποιος άλλος, μη εξουσιοδοτημένος, είχε υπογράψει τις εν λόγω εντολές, το αναμενόμενο θα ήταν να προβεί σε ανάκληση των εντολών μη πληρωμής των επιταγών. Διαπιστώνεται δηλαδή εν τέλει ότι ο εφεσείων δεν ενεργεί με καλή πίστη και τα παράπονα που διατυπώνει για την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης κρίνονται παντελώς αβάσιμα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, Νικολάου ν Citi Principal Investments Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 160/2014, 20/12/
- Η οντότητα Παραπονούμενης
- Όπως, σχετικά πρόσφατα, επαναβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Σαββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ., κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016, η ύπαρξης διαδίκου και δη μίας νομικής οντότητας, που αποτελεί βεβαίως προϋπόθεση για την όποια διεκδίκηση μέσα από τη δικαστική διαδικασία, μπορεί να αποδειχθεί με μαρτυρία κατά την δίκη. Αν μέσα από την μαρτυρία, προκύπτει ότι, συγκεκριμένος διάδικος, λειτουργούσε ως εταιρεία, η μαρτυρία αυτή, είναι αρκετή για την έγερση του νομικού μαχητού τεκμηρίου κανονικότητας, ήτοι, ότι ο διάδικος είναι πρόσωπο υπαρκτό. Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως αποφάσισε το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαία η προσκόμισης ειδικής μαρτυρίας για την εγγραφή του νομικού προσώπου (βλ. Χαραλάμπίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση με Αρ. 199/2017, 27/05/2019, Khanji v Latouros Winners Cars Ltd
(2012)1(B) A.A.Δ. 996, Κ.Ν.G. Αutoparts Ltd v Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 689).
- Στην προκείμενη περίπτωση, μαρτυρία περί του ότι, αντισυμβαλλόμενος της Κατηγορουμένης 1, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν η Παραπονούμενη, δόθηκε κυρίως από τους ΜΚ1 και ΜΚ
- Αρκεί, για σκοπούς της εδώ συζήτησης, απλά η καταγραφή της κατάθεσης του ΜΚ2, περί του ζητήματος αυτού, που δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά. Η πλευρά των Κατηγορουμένων 1 και 2, πέραν από γενικότητες, τίποτα το ουσιαστικό δεν έθεσε ώστε αυτό το ζήτημα να καθίστατο ένα ζήτημα που έχρηζε περαιτέρω απόδειξης από πλευράς Κατήγορου. Σε κάθε περίπτωση, από την αποδεκτή μαρτυρία, αλλά και από τα διάφορα έγγραφα που μου παρουσιάστηκαν (βλ. Τεκμήρια 1, 6, 7, 8, 13, 14, 17 και 18, συσχετίζοντας την επωνυμία της Παραπονούμενης με τον χρόνο της παραγωγής τους), προκύπτει ότι, η κατάθεσης του ΜΚ2, που στην συνέχεια καταγράφεται, επιβεβαιώνεται. Ανέφερε εν προκειμένω ο ΜΚ2: «E. Τέλος, κύριε μάρτυς, ποια είναι η σχέση της Παραπονούμενης εταιρείας MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES PLC με την εταιρεία MUSKITA LTD; A. Η εταιρεία MUSKITA, όταν το 2000 μπήκε στο χρηματιστήριο ονομάζονται MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES LTD. Το 2006, μετά από Νόμο του Χρηματιστηρίου, όλες οι εταιρείες στο χρηματιστήριο έγιναν PLC και το 2012, όταν η εταιρεία έφυγε από το χρηματιστήριο, ξαναέγινε MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES LIMITED.».
- Προκύπτει συνεπώς από την αποδεκτή μαρτυρία, ότι, η Παραπονούμενη, είναι και ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπαρκτή νομική οντότητα, ήταν η αντισυμβαλλόμενη της Κατηγορούμενης 1, στην συμφωνία/παραγγελία παραγωγής των αλουμινένιων πλαισίων που η Παραπονούμενη της εκτέλεσε παραδίδοντας της τα, και ο δικαιούχος των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3 και 4, που εξέδωσε η Κατηγορούμενη 1 για την εξόφληση τους. Σε κάθε περίπτωση, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει συντριπτική μαρτυρία, περί του ότι, η Παραπονούμενη, λειτουργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως εταιρεία, ώστε να εγείρεται το προαναφερόμενο τεκμήριο κανονικότητας.
- Σε ότι αφορά τώρα το ζήτημα αυτό, ήτοι της επωνυμίας της Παραπονούμενης, σχετιζόμενο με την έκδοση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 από την Κατηγορούμενη 1 προς αυτήν, ήτοι, αντί στην πλήρη επωνυμία της, στην επωνυμία Muskita Ltd, παραπομπή γίνεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v Action Construction & Development Ltd κ. α., Πoινική Έφεση αρ.184/2014, 10/02/
- Αποτελεί ζήτημα, που, ως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση A. K. Charalambous Ltd v E.D. Sweet Hart Fashion Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 2/2014, 10/02/2016, επιβάλλεται όπως εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά το στάδιο όπου κρίνεται το κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα κληθεί σε απολογία, καθότι, «Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα (όπως έχει τροποποιηθεί από το Ν. 164
(1)/2003), απαραίτητη προϋπόθεση για ύπαρξη "επιταγής" είναι και η ύπαρξη φυσικού ή νομικού προσώπου προς το οποίο η Τράπεζα καλείται να πληρώσει συγκεκριμένο ποσό. Η ανυπαρξία όμως τέτοιου προσώπου δεν καθιστά την γραπτή εντολή του εκδότη προς την Τράπεζα "επιταγή" εν τη εννοία του Νόμου και κατά συνέπεια το ζήτημα θα πρέπει να εξετάζεται στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση» (βλ. επίσης Re Σταυδηκο Λτδ κ. α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D431, Αίτηση Αρ. 166/2017, 29/11/2017). Κατά το στάδιο όπου έκρινα ότι δικαιολογείτο η κλήσης των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε απολογία, είχα βεβαίως, από την μαρτυρία που η Παραπονούμενη προσκόμισε, ενώπιον μου, τα προαναφερόμενα δεδομένα. Στην προαναφερόμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v Action Construction & Development Ltd κ. α., Πoινική Έφεση αρ.184/2014, 10/02/2016, αναφέρθηκαν για το ζήτημα τα εξής: «Ορθά επίσης θα έπρεπε να γίνει συσχετισμός με σχετικά άρθρα που περιλαμβάνονται στον περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ.262 και ειδικότερα το άρθρο 6
(1)του Κεφ.262, σύμφωνα με το οποίο "ο αποδέκτης πρέπει να κατονομάζεται ή άλλως πώς να δηλώνεται σε συναλλαγματική με εύλογη βεβαιότητα". Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 73 του ιδίου Κεφαλαίου το οποίο ορίζει ότι η επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 3
(1)του ιδίου Κεφαλαίου καθορίζεται το τι είναι συναλλαγματική. Τα πιο πάνω άρθρα δεν έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, ανωτέρω, οπότε και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό της γενικότερης έννοιας της επιταγής. Συνεπώς θα έπρεπε να έχει σημασία για το πρωτόδικο Δικαστήριο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, το ζήτημα που εισάγεται από το άρθρο 6
(1)ανωτέρω ως προς την εύλογη βεβαιότητα που θα έπρεπε να καλύπτει το θέμα του δικαιούχου. Με δεδομένο πάντα ότι στο στάδιο στο οποίο βρισκόμαστε η μαρτυρία κρίνεται αντικειμενικά. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd ed. vol.3 p.153, para.242, υπό τον τίτλο, "Certainty as to drawee" αναφέρονται τα εξής: "The drawee must be named or otherwise indicated in a bill with reasonable certainty for it is clear that a holder must know to whom he has to present the bill, whether for acceptance or for payment". Και παρακάτω στη σελ.155, παράγραφο 246 υπό τον τίτλο, "Payee by name or description" αναφέρονται τα εξής: "Where the payee is named, but named incorrectly, or where his name is misspelt, it does not invalidate the instrument, the payee permitted to indorse the instrument as he was described, adding at his option his proper signature". (Βλ. Βank of England v. Vagliano
(1891)A.C. 107 - Viden & Rogers v. Hughes
(1905)1 K.B. 795 - North & South Wales Bank Ltd v. MacBeth
(1908)A.C. 137 - Town & County Advance Co. ltd v. Provincial Bank of Ireland
(1917)2 I.R. 421). Από την ανάλυση των πιο πάνω υποθέσεων αλλά και άλλων, όπως συναντώνται στο Σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques 29th ed. σελ.32 κ.ε. προκύπτει ότι η εύλογη ή όχι βεβαιότητα είναι θέμα πραγματικών περιστάσεων.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 90. Σχετική με το ζήτημα, είναι η πιο πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση K.P. Blue Dolphin Homes Ltd v Ευθύβουλου Παρασκευαϊδη κ. α., Ποινική Εφεση Αρ. 67/2017, 27/02/2018, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Υπό το φως των πιο πάνω, η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν τέθηκε ενώπιόν του μαρτυρία περί λάθους στην αναγραφή του τίτλου της παραπονούμενης εταιρείας και περί ανυπαρξίας νομικού προσώπου εγγεγραμμένου με το όνομα της εταιρείας όπως αναγράφεται στο κατηγορητήριο, ήταν εσφαλμένη. Στην υπόθεση Χριστόδουλος Νεοφύτου ν. A.S.G. Solar Technologies Limited, Ποινική Έφεση 147/2015, ημερομηνίας 28.11.2017, το αναγραφόμενο επί του κατηγορητηρίου όνομα της παραπονούμενης εταιρείας διέφερε από το πραγματικό, όπως αποτυπωνόταν στο σχετικό πιστοποιητικό σύστασης του Εφόρου Εταιρειών, καθότι είχε προστεθεί μια τελεία. Προβλήθηκε η εισήγηση ότι το κατηγορητήριο, ως καταχωρηθέν από ανύπαρκτο διάδικο, δεν ήταν έγκυρο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν προέκυψε ζήτημα παραπλάνησης της πλευράς του κατηγορούμενου και απέρριψε τη σχετική εισήγηση. Κρίθηκε κατ΄ έφεση ότι η πρωτόδικη προσέγγιση ήταν ορθή. Τονίσθηκε σχετικά: "Συμφωνούμε απολύτως με την πρωτόδικη προσέγγιση. Κατ' αρχάς, η ύπαρξη ή όχι μιας εταιρείας και επί του προκειμένου δεν θεωρούμε ότι επειδή πρόκειται περί ιδιωτικής ποινικής δίωξης το θέμα είναι διαφορετικό, επιτυγχάνεται με μαρτυρία ότι αυτή λειτουργούσε. (Βλ. K.N.G. AUTOPARTS LTD v. IOANNOU
(1996)1 (B) A.A.Δ. 689 και ΕΔΑΞΥΛ ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ κ.ά. ν. Αγαθοκλέους
(1996)2 Α.Α.Δ. 1337). Παράλληλα, στην υπόθεση ΝΑΝΟΚΑ LIMITED v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 471, κρίθηκε ότι το λανθασμένο όνομα της κατηγορούμενης στην υπόθεση εκείνη εταιρείας, όπου στο κατηγορητήριο υπήρχε το όνομα "Eταιρεία Νανόκα Λτδ», ουδόλως επηρέασε τη διαδικασία από τη στιγμή που διαπιστώθηκε ότι τα δικαιώματα της κατηγορούμενης εταιρείας δεν επηρεάστηκαν δυσμενώς και είχε τη δυνατότητα προώθησης της υπόθεσης της ενώπιον του δικαστηρίου. Ανάλογο θέμα απασχόλησε προσφάτως το Εφετείο στην υπόθεση IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD v. ACTION CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:D77, Ποιν. Εφ. 184/2014, ημερ. 10 Φεβρουαρίου
- Στην εν λόγω υπόθεση στις επιταγές οι οποίες είχαν κατατεθεί, αναφερόταν το όνομα των εφεσειόντων ως «Iacovou Brothers Ltd» και «Iacovou Brothers Ltd (CONCRETE)». Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε επιταγή καθότι δεν υπήρχαν εγγεγραμμένες νομικές οντότητες με τις πιο πάνω επωνυμίες. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση στη βάση της υπάρχουσας μαρτυρίας, η οποία συνέδεε την παραπονούμενη εταιρεία με τη συναλλαγή στη βάση της οποίας είχαν εκδοθεί οι εν λόγω επιταγές, τονίζοντας ότι η ύπαρξη ή όχι της εταιρείας των παραπονουμένων ήταν θέμα πραγματικών περιστατικών και ως εκ τούτου, διέταξε την επανεκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης." Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω, είναι η κατάληξή μας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να αντικρύσει υπό τη σωστή διάστασή τους τα ενώπιόν του δεδομένα και να καταλήξει ότι επρόκειτο για απλή λανθασμένη περιγραφή νομικής οντότητας με βάση το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας, η οποία συνέδεε τη συγκεκριμένη παραπονούμενη εταιρεία με τις συναλλαγές επί των οποίων εδραζόντουσαν οι κατηγορίες. Λανθασμένη περιγραφή που δεν επιδρούσε, εν πάση περιπτώσει, στην ορθή αντίληψη του πραγματικού παραπονούμενου, ούτε και επηρέαζε δυσμενώς τους Εφεσίβλητους.».
- Στην προκείμενη περίπτωση, οι περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, ως έχουν παρουσιαστεί από τους μάρτυρες που κατέθεσαν τα γεγονότα για την Παραπονούμενη (ΜΚ1, MΚ2 και ΜΚ5), η μαρτυρία των οποίων έχει γίνει τελικώς αποδεκτή, -σε αυτήν έχω προαναφερθεί- καταδεικνύουν και το εύλογο της βεβαιότητας που σε κάθε περίπτωση πρέπει να καλύπτει το θέμα του δικαιούχου (βλ. στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, παραγράφους από 03-01 έως και 03-07). Ότι δηλαδή, δικαιούχος των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3 και 4, ήταν η Παραπονούμενη.
- Οι διατάξεις του Άρθρου 7
(1)του Κεφ. 262, άλλωστε, όπως αναφέρεται και στις προαναφερόμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Διακστηρίου, είναι ξεκάθαρες: «7.-
(1)Όταν συναλλαγματική δεν είναι πληρωτέα στον κομιστή, ο δικαιούχος πρέπει να κατονομάζεται ή άλλως πως να δηλώνεται σε αυτήν με εύλογη βεβαιότητα.» και εδώ βεβαιότητα ως προς τον «δικαιούχο κομιστή» («payee»), υπάρχει. Ενώ, υπάρχει και η πρόνοια του Άρθρου 7
(3)του Κεφ. 262, σύμφωνα με την οποία: «7.
(3)Όταν ο δικαιούχος είναι εικονικό ή ανύπαρκτο πρόσωπο η συναλλαγματική δύναται να θεωρηθεί ως πληρωτέα στον κομιστή.», και κομιστής («bearer»), στην προκείμενη περίπτωση, -πέραν του οτιδήποτε άλλου θα μπορούσε να λεχθεί σε ότι αφορά την εφαρμογή αυτής της διάταξης στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης-, είναι η Παραπονούμενη, ως κάτοχος των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3 και 4. Χωρίς, ως προανέφερα, να εξετάζω εδώ, γιατί το θεωρώ αχρείαστο, την νομική έννοια των όρων «εικονικό ή ανύπαρκτο πρόσωπο» του προαναφερόμενου Άρθρου 7
(3)του Κεφ. 262 και εάν μπορεί να έχει εφαρμογή στα περιστατικά της υπόθεσης, σημασία έχει ότι, όπου το πρόσωπο που καθορίζεται στην επιταγή ως το πρόσωπο στο οποίο ή κατ' εντολή του οποίου τα χρήματα θα πληρωθούν («payee») είναι φανταστικό / πλασματικό («fictitious») ή ανύπαρκτο («non-existing»), η επιταγή, είναι, παρά ταύτα, έγκυρη και εκλαμβάνεται ότι είναι πληρωτέα στον κομιστή («payable to bearer») (βλ. Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στις παραγράφους 2-017 και από 2-048 έως και 2-058, Τουμάζος Τουμάζου ν Γιώργου Σαββίδη
(2010)2 Α.Α.Δ. 626, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, 21/12/2010, Χαραλάμπίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση με Αρ. 199/2017, 27/05/2019). Ευρήματα
- Από τα παραδεκτά και αποδεκτά γεγονότα, αποτελούν εύρημα του Δικαστηρίου τα εξής:
- Η Κατηγορουμένη 1, εξέδωσε, δια του Κατηγορουμένου 2, που έθεσε την υπογραφή του σε αυτήν κατ' εντολήν της, έναντι νόμιμου ανταλλάγματος, ήτοι υπηρεσίες και υλικά της Παραπονουμένης που της παρασχέθηκαν / πωλήθηκαν, την επιταγή αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, Τεκμήριο 2, με δικαιούχο πληρωμής της την Παραπονουμένη, η οποία, μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα (σύμφωνα με την σχετική εντολή δια της ημερομηνίας που αναγράφεται στο σώμα της), παρουσιάστηκε από την Παραπονούμενη στην Marfin Laiki Bank επί της οποίας εκδόθηκε για σκοπούς πληρωμής της, και δεν εξοφλήθηκε, λόγω του ότι, ο λογαριασμός της εκδότριας της, Κατηγορουμένης 1, κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής στις 29/05/2011 δεν είχε επαρκή υπόλοιπα, και σφραγίστηκε και υπογράφτηκε από την Τράπεζα σχετικά και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Δικαιολογείται συνεπώς, καταδίκη της Κατηγορούμενη 1, στην κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, για το συγκεκριμένο αδίκημα.
- Περαιτέρω, η Κατηγορουμένη 1, εξέδωσε, δια του Κατηγορουμένου 2, που έθεσε την υπογραφή του σε αυτήν, κατ' εξουσιοδότηση της, έναντι νόμιμου ανταλλάγματος, ήτοι υπηρεσίες και υλικά της Παραπονουμένης που της παρασχέθηκαν / πωλήθηκαν, την επιταγή αντικείμενο των κατηγοριών με αρ. 3 και 5 στο κατηγορητήριο, Τεκμήρια 3 και 4, με δικαιούχο πληρωμής τους την Παραπονουμένη, οι οποίες, μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν πληρωτέες (σύμφωνα με την σχετική εντολή δια της ημερομηνίας που αναγράφεται στο σώμα έκαστης), παρουσιάστηκαν από την Παραπονούμενη στην Marfin Laiki Bank επί της οποίας εκδόθηκαν στις 22/06/2011 για σκοπούς πληρωμής τους και δεν εξοφλήθηκαν, λόγω των προαναφερόμενων εντολών της Κατηγορουμένης 1, δια του Κατηγορουμένου 2, ημερομηνίας 12/05/2011, Τεκμήρια 10 και 11, για να μην πληρωθούν, και σφραγίστηκαν και υπογράφτηκαν από την Τράπεζα σχετικά. Συνεπώς, αφής στιγμής, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3 και 4, δεν πληρώθηκαν, η άνευ εύλογης αιτίας, ανάκληση της πληρωμής τους από την Κατηγορουμένη 1, δια του Κατηγορουμένου 2, στις 12/05/2011, ως ανωτέρω, δικαιολογεί την καταδίκη της Κατηγορουμένης 1 στις κατηγορίες με αρ. 3 και 5 στο κατηγορητήριο, για το συγκεκριμένο αδίκημα.
- Λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 2, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, από την παραδεκτή και αποδεκτή μαρτυρία, δεν υπάρχουν γεγονότα που θα δικαιολογούσαν αθώωση και απαλλαγή της Κατηγορουμένης 1, σε ότι αφορά τις κατηγορίες με αρ. 3 και 5 στο κατηγορητήριο, βάσει της υπεράσπισης που προνοεί η επιφύλαξης του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.
- Η ευθύνη του Κατηγορουμένου 2
- Ο Κατηγορούμενος 2, ως ήταν ξεκάθαρο κατά την δίκη, δεν κατηγορείται ως αυτουργός για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, αντικείμενο των κατηγοριών με αρ. 1, 3 και 5 στο κατηγορητήριο, αλλά, ως είναι ξεκάθαρο από το κατηγορητήριο του, βάσει των κατηγοριών με αρ. 2, 4 και 6 σε αυτό, και τις λεπτομέρειες που δίδονται για αυτές, ως συνεργός της Κατηγορουμένης 1, φυσικής αυτουργού, για την διάπραξη του (βλ. Άρθρο 42 του Κεφ. 155 και Μαρκίδης ν Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 Α.Α.Δ. 598). Άλλωστε, το γεγονός ότι, στην έκθεση του αδικήματος των προαναφερόμενων κατηγοριών με αρ. 2, 4 και 6 στο κατηγορητήριο, περιλαμβάνεται και το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, καθιστά εντελώς ξεκάθαρο ότι, η ευθύνη του Κατηγορουμένου 2 για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154 (αναλόγως περίπτωσης κατηγορίας), τοποθετείται κάτω από τις διατάξεις [και] του εν λόγω άρθρου του νόμου. 98. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Reza Saremi v Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 251: «Το ουσιαστικό αδίκημα για το οποίο κατηγορούνταν οι εφεσείοντες, τόσο στην πρώτη όσο και την δεύτερη κατηγορία, ήταν με βάση τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο του 1977 (Ν. 29/77όπως έχει τροποποιηθεί). Η αναφορά στο Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη κατηγορία, δεν δημιουργεί άλλο αδίκημα. Απλώς καλύπτει την περίπτωση όπου στην διάπραξη του αδικήματος συμμετέχουν πέραν του ενός προσώπου, όπως η παρούσα περίπτωση. Έχει μάλιστα αποφασιστεί ότι και αν ακόμα η Κατηγορούσα Αρχή παρέλειπε να κάμει αναφορά στο Άρθρο 20 του Κεφ. 154 (ή ακόμη και στο 21 που καλύπτει την περίπτωση διάπραξης αδικήματος από συναυτουργούς κατά την επιδίωξη κοινού σκοπού), δεν αποτελεί ουσιαστική παρατυπία. (Βλ. μεταξύ άλλων Ξυδιάς και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, σελ. 225).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Προκύπτει, από την δίκη, ότι, είναι παραδεκτό από τους διαδίκους, το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 2, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης
- Δηλαδή, τόσο κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3 και 4 στις 05/04/2011 (βλ. Τεκμήριο 14 και μαρτυρία ΜΚ2), όσο και κατά την επιστροφή κάθε μίας από αυτές, χωρίς να τιμηθούν, ως εμφαίνεται από τις ενυπόγραφες σφραγίδες που τέθηκαν στο σώμα τους από την τράπεζα με την σχετική ένδειξη, και σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ4, ήτοι στις 09/05/2011 και 22/06/2011, αναλόγως περίπτωσης. Και βεβαίως, ως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος 2, ήταν το πρόσωπο που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και 4, με την υπογραφή του, για την Κατηγορούμενη 1, έχοντας προς τούτο την σχετική εξουσιοδότηση της, προς τον σκοπό εξόφλησης χρέους της προς την Παραπονούμενη για τις υπηρεσίες και εμπορεύματα που της παρείχε βάσει συμφωνίας τους. Όπως επίσης ήταν το πρόσωπο, που, έχοντας την ίδια ιδιότητα όπως προαναφέρθηκε, έδωσε στις 12/05/2011 τις οδηγίες της Κατηγορουμένης 1, για την ανάκληση της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3 και
- Το ζήτημα, συνεπώς, που, δεδομένου του κατηγορητηρίου που ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει, τίθεται για να αποφασιστεί, είναι κατά πόσο, ο Κατηγορούμενος 2, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, (α) όταν υπόγραφε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 2, αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 2 στο κατηγορητήριο, ότι αυτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα τιμείτο κατά το χρόνο πληρωμής της, και (β) ότι η πρόκληση της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3 και 4, αντικείμενο των κατηγοριών με αρ. 4 και 6 στο κατηγορητήριο, δια της εντολής που αυτός έδωσε στην Τράπεζα, ως προαναφέρθηκε, στις 12/05/2011 για την μη πληρωμή τους, ήταν χωρίς εύλογη αιτία. Και αυτό επειδή, όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016 (Πλειοψηφίας), η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής. Δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει, ως επεξηγήθηκε, καθ' όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης. Αναφέρει το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του: «Η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του ΚΕΦ. 154, δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής. (Πουτζιουρής κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 346 κ.ε.). Το άρθρο 305Α ποινικοποιεί, σύμφωνα με τον πλαγιότιτλο, την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Κατά τη νομολογία, (Miltos Trading Ltd ν. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609 και Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261) η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής. Η συνέργεια δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει καθ΄ όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 101. Υπενθυμίζω, εδώ, ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ4, αλλά και όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 12, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, στις 05/04/2011 (ημερομηνία έκδοσης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3 και 4) δεν είναι γνωστό. Γνωστό είναι το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 στις 09/05/2011 (ημερομηνία που παρουσιάστηκε η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 2 για πληρωμή), που ήταν: €280.978,49 χρεωστικό (το διαθέσιμο χρεωστικό του τρεχούμενου της, σημειώνεται, ήταν €200.000). Και περαιτέρω, ότι, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1
(1)στις 12/05/2011 (ημερομηνία που έδωσε τις οδηγίες στην Τράπεζα ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3 και 4), ήταν: €277.112,39 χρεωστικό (το διαθέσιμο χρεωστικό του τρεχούμενο της, σημειώνεται, ήταν €200.000) και
(2)στις 22/06/2011 (ημερομηνία που παρουσιάστηκαν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3 και 4 για πληρωμή), άγνωστο, εφόσον δεν καλύπτεται από το Τεκμήριο
- Αυτά, άλλωστε, με πολύ πιο γενικό τρόπο σαφώς, αλλά αρκούντος υπό τις περιστάσεις, επιμαρτυρούνται και από τις ενυπόγραφες σφραγίδες, που, ως κατέθεσε ο ΜΚ4, ετέθησαν από την Τράπεζα, κατά την παρουσίαση των επιδίκων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3 και 4, για να πληρωθούν από την πληρώτρια τράπεζα. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α[
(4)και
(8)] του Κεφ. 154, ως αυτό έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, η διαδικασία που αφορά στα στάδια της παρουσίασης μιας επιταγής για πληρωμή της και της επιστροφής της χωρίς ο σκοπός αυτός να επιτευχθεί για κάποιο από τους λόγους που προβλέπονται στα εδάφια
(1)και
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, επιμαρτυρείται από την σφραγίδα που εναποτίθεται σε αυτήν από το τραπεζικό ίδρυμα επί του οποίου εκδίδεται για πληρωμή, ή αναλόγως της περίπτωσης, από την σφραγίδα του τραπεζικού ιδρύματος που την παρουσίασε προς πληρωμή (αν η παρουσίασης για πληρωμή γίνει μέσω τράπεζας με ηλεκτρονικά μέσα), το περιεχόμενο της οποίας τεκμαίρεται ως αληθές (βλ. VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017, Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016 και Καΐκη ν Kombos Investment Ltd κ. α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 835). 103. Η νομική ευθύνη συνεργού, στην προκείμενη περίπτωση που αφορά τον Κατηγορούμενο 2, διοικητικό σύμβουλο εταιρείας που υπογράφει για την έκδοση επιταγών της, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά πρόσφατα, στην υπόθεση Γρηγορίου Β.Ε. Λτδ ν Ορφανίδη Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 274/2015, 25/01/2019, όπου με αναφορά και στην προγενέστερα εκδοθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2018, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Λ. Παρπαρίνου, αναφέρθηκαν [από την Πλειοψηφία] τα εξής: «Στην Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη, Ποιν. Εφ. 212/2015, ημερ. 29.5.2018 έγινε πλήρης ανάλυση της νομικής ευθύνης συνεργού, εν προκειμένω της υπογραφής επιταγής από Διευθυντή/Εκτελεστικό Πρόεδρο/Σύμβουλο εταιρείας. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό μέρος: "Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd κ.α., Ποινική ΄Εφεση 161/14, ημερ. 30.6.17 τονίστηκε ότι, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος, όσο και η αδιαφορία ή η απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness) συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης. Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά και στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Prosecutor
(2003)2 LRC 658, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης έκρινε ότι οι Διοικητικοί Σύμβουλοι εταιρείας έχουν καθήκον να ενεργούν έντιμα, και με εύλογη επιμέλεια. Στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. xxx Ορφανίδη, Ποινική Έφεση 115/14, ημερ. 23.10.15, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή, εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία του Κατηγορουμένου και ότι η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση. Κρίθηκε, στην υπόθεση εκείνη, ότι και οι δύο Εφεσείοντες, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Εκτελεστικός Σύμβουλος της Εταιρείας, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν, θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε. Στις πολύ πρόσφατες αποφάσεις στις υποθέσεις METRON (CYPRUS) LTD v. Μιχαήλ Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/15, ημερ. 28.11.2017 και Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18, επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Ιωαννίδης και Θεοχάρους (ανωτέρω). Στην υπόθεση Gilmartin (ανωτέρω), στην οποία ακολουθήθηκε η υπόθεση Reg. v. Charles
(1977)A.C. 177 (που ήταν ποινικές υποθέσεις), τονίστηκε ότι η έκδοση μιας επιταγής εξυπακούει, πρώτον, ότι ο εκδότης έχει λογαριασμό σε τράπεζα, δεύτερον, ότι έχει εξουσιοδότηση να εκδώσει την επιταγή για το συγκεκριμένο ποσό και, τρίτον, ότι η επιταγή, όπως συμπληρώθηκε, συνιστά έγκυρη διαταγή (προς την τράπεζα) για την πληρωμή του ποσού της επιταγής. Το τελευταίο στοιχείο περιλαμβάνει, εξυπακουόμενα, και τη διαβεβαίωση ότι η οικονομική κατάσταση του εκδότη είναι τέτοια ώστε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η επιταγή θα τιμηθεί, κατά την ημερομηνία της παρουσίασης της (που είναι πληρωτέα)." . Η υπογραφή και έκδοση μιας επιταγής εταιρείας, με αδιαφορία (recklesness) εκ μέρους του Διοικητικού ή Εκτελεστικού Σύμβουλου-Διευθυντή που την υπογράφει και την εκδίδει, ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καταστεί πληρωτέα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα υπάρχουν τα απαραίτητα κεφάλαια στο λογαριασμό της, για την πληρωμή της (όπως ήταν η παρούσα περίπτωση), ικανοποιεί το απαραίτητο νοητικό στοιχείο (mens rea) του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Ο Διοικητικός Σύμβουλος-Διευθυντής, σε τέτοια περίπτωση, υπέχει ποινική ευθύνη, δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, ως ο «Εκδότης». (Βλ. Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18).». 104. Όπως προκύπτει από την αποδεκτή και παραδεκτή μαρτυρία, και δη την μαρτυρία του ΜΚ4 και την κατάσταση του λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1, Τεκμήριο 12, είναι άγνωστο ο Κατηγορούμενος 2, όταν στις 05/04/2011 εξέδιδε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και 4, για την Κατηγορούμενη 1, ως διοικητικός της σύμβουλος, επί ποιων οικονομικών δεδομένων του συγκεκριμένου λογαριασμού έδρασε, ώστε να μπορεί να κριθεί με βεβαιότητα κατά πόσο υπό τις περιστάσεις ενήργησε, με αδιαφορία ή απερισκεψία ή εθελοτυφλία ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καθίσταντο πληρωτέες, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα υπήρχαν τα απαραίτητα κεφάλαια στο λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, για την πληρωμή τους, για σκοπούς ενοχής του για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 (βλ. Κουδουνα ν Κωστάππη, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2015, 11/09/2017). Η κατάστασης λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 12, αφορά περίοδο ενός περίπου μηνός μεταγενέστερα της έκδοσης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3 και 4, ως έχει προαναφερθεί. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος 1, θα αθωωθεί σε ότι αφορά το αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 2 στο κατηγορητήριο. Καταλήγω στο συμπέρασμα αυτό, άσχετα από το γεγονός, ότι, όταν η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 2, παρουσιάστηκε στην Τράπεζα για να πληρωθεί στις 02/05/2011, ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1 δεν είχε διαθέσιμα υπόλοιπα για να πληρωθεί, και ότι είχε το χρεωστικό υπόλοιπο που προαναφέρθηκε (βλ. Κουδουνα ν Κωστάππη, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2015, 11/09/2017).
- Σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3 και 4, βρίσκω ότι, ο Κατηγορούμενος 2, ως διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1 και πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές της και να διαχειρίζεται τον λογαριασμό της, που είχε μάλιστα υποβάλει την παραγγελία της Κατηγορουμένης 1 προς την Παραπονούμενη για τις κατασκευές αλουμινίου και αυτός που εξέδωσε στην συνέχεια τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2, 3 και 4 για την πληρωμή τους, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η πρόκληση της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3 και 4, αντικείμενο των κατηγοριών 4 και 6 στο κατηγορητήριο, δια της εντολής που αυτός έδωσε στην Τράπεζα, ως προαναφέρθηκε, στις 12/05/2011 για την μη πληρωμή τους, ήταν χωρίς εύλογη αιτία (βλ. Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016 (Πλειοψηφίας) ανωτέρω. Συνεπώς, τον καταδικάζω για τα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 4 και 6 στο κατηγορητήριο. Κατάληξης
- Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί: [Α]. αποδέχομαι ότι η πλευρά της Παραπονούμενης, έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 αντίστοιχα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τους οποίους κρίνω, ως εκ τούτου, ένοχους, στις κατηγορίες στο κατηγορητήριο, που αντίστοιχα τους προσήχθησαν ως ακολούθως: - την Κατηγορούμενη 1, στις κατηγορίες με αρ. 1, 3 και 5, και - τον Κατηγορούμενο 2, στις κατηγορίες με αρ. 4 και
- [Β]. καταλήγω ότι η πλευρά της Παραπονούμενης, έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του Κατηγορουμένου 2, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην κατηγορία με αρ. 2, σε ότι αφορά την οποία τον αθωώνω και απαλλάσσω.
- Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Κεφ. 154, τροποποιήθηκε την 25/07/2008, από τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008, δια του οποίου το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 ως είχε τότε, αντικαταστάθηκε από το προαναφερόμενο. [ii] Ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα (στην βάση των προνοιών του Άρθρου 12 του Συντάγματος και της αρχής «nullum crimen Nulla poena sine lege», βλ. Ορέστης Βασιλείου ν Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 04/07/2017). [iii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση θέμα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [v] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Βλ. επίσης, Παυλίνα Γρηγορίου ν Νικόλα Γρηγορίου Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [vii] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) [viii] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ.
- [ix] Το Άρθρο 73 του Κεφ. 262 προνοεί: «
- Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.». [x] Το Άρθρο 3 του Κεφ. 262 προνοεί: «3.-
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληρεί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική.
(3)Εντολή πληρωμής από ειδικό ταμείο δεν είναι χωρίς όρους εντός της έννοιας του άρθρου αυτού~ αλλά εντολή πληρωμής χωρίς όρους με (α) ένδειξη ειδικού ταμείου από το οποίο ο αποδέκτης θα επανακτήσει το ποσό ή ειδικού λογαριασμού που θα χρεωθεί με το ποσό, ή (β) κατάσταση της συναλλαγής η οποία αποτελεί την αιτία της συναλλαγματικής, είναι χωρίς όρους.
(4)Συναλλαγματική δεν είναι άκυρη λόγω του ότι αυτή- (α) δεν είναι χρονολογημένη, (β) δεν καθορίζει την αξία που δόθηκε, ή ότι έχει δοθεί οποιαδήποτε αξία για αυτή, (γ) δεν ορίζει τον τόπο στον οποίο εκδόθηκε ή τον τόπο όπου είναι πληρωτέα.». [xi] Το Άρθρο 25 του Κεφ. 262 προνοεί: «
- Υπογραφή κατ' εξουσιοδότηση ισχύει ως ειδοποίηση ότι ο αντιπρόσωπος έχει μόνο περιορισμένη, εξουσία να υπογράφει και ο αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται από την υπογραφή αυτή μόνο αν ο αντιπρόσωπος που υπέγραψε με τον τρόπο αυτό ενέργησε εντός των πραγματικών ορίων της εξουσίας του.». [xii] Το Section 8 της Criminal Procedure Act 1865 προνοεί: «
- Comparison of a disputed Writing with any Writing proved to the Satisfaction of the Judge to be genuine shall be permitted to be made by Witnesses; and such Writings, and the Evidence of Writing of Witnesses respecting the same, may be submitted to the Court and Jury as Evidence of the Genuineness or otherwise of the Writing in dispute.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο