ΕΦΟΡΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. ΑΛΕΞΗΣ ΦΟΡΥΡΟΥΚΛΑΣ ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΛΤΔ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 6142/2015, 27/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 6142/2015 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΕΦΟΡΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- ΑΛΕΞΗΣ ΦΟΡΥΡΟΥΚΛΑΣ ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΛΤΔ
- ***** ΦΟΥΡΟΥΚΛΑ
- ***** ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 27/06/2019 Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κ. Χ. Καρύδης Για τους Κατηγορουμένους 1 και 3: κ. Μ. Παρασκευά Κατηγορούμενη 3, Παρούσα ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά / Το Κατηγορητήριο
- Στην προκείμενη περίπτωση, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3, αμφότεροι, αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3 και 4 στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης. Αυτές αφορούν, τις ακόλουθες παραβάσεις προνοιών του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Νόμος 95(I)/2000 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 95(Ι)/2000») και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών, περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) Κανονισμοί του 2001, Κ. Δ. Π. 314/2001 και περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2002, Κ. Δ. Π. 51/2002 - μαζί καλούνται ως οι περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) Κανονισμοί του 2001 και 2002 (στο εξής καλούμενοι «οι Κανονισμοί»).
- Εισαγωγικά, πρέπει επιπρόσθετα να αναφερθούν και τα εξής. Ότι, η υπόθεσης εναντίον του Κατηγορουμένου 2, αποσύρθηκε από τον Κατήγορο στις 21/03/2016 και ο Κατηγορούμενος 2 ως εκ τούτου απαλλάχθηκε από το Δικαστήριο από το κατηγορητήριο του, μετά από ζήτημα που ηγέρθη σε ότι αφορούσε την κανονικότητα της επίδοσης της κλήσης για το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου 2 από πλευράς του κ. Μ. Παρασκευά που παρουσιάστηκε προς εκπροσώπηση του για αυτό και μόνον τον σκοπό. Και ότι, η Κατηγορούμενη 1, καταχώρησε την μη παραδοχή της στο κατηγορητήριο της στις 03/04/2017, μέσω του κ. Μ. Παρασκευά, δικηγόρου της, τον οποίο και εξουσιοδότησε γραπτώς για τον σκοπό. Τα αδικήματα Παράλειψη εμπρόθεσμης καταβολής οφειλόμενου φόρου
- Οι παραβιάσεις του Νόμου 95(Ι)/2000 και των Κανονισμών, αντικείμενο του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, έχουν ως εξής.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 46
(11)του Νόμου 95(Ι)/2000: «46.-
(11)Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49Α, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49Α, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες [[i]] ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.». 5. Όπως, τα αναφερόμενα στο Άρθρο 46
(11)του Νόμου 95(Ι)/2000, Άρθρα 49 και 49Α του Νόμου 95(Ι)/2000 προνοούν: «49.—
(1)Όταν οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείψει να υποβάλει οποιεσδήποτε φορολογικές δηλώσεις που απαιτούνται δυνάμει του παρόντος Νόμου (ή δυνάμει οποιασδήποτε διάταξης που καταργήθηκε με τον παρόντα Νόμο) ή να τηρήσει οποιαδήποτε έγγραφα και να παράσχει τις διευκολύνσεις τις απαραίτητες για να επαληθευτούν τέτοιες δηλώσεις ή όταν ο Έφορος κρίνει ότι τέτοιες δηλώσεις είναι ελλιπείς ή ανακριβείς, ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει κατά την καλύτερη κρίση του το ποσό του Φ.Π.Α. που είναι οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο και να γνωστοποιήσει το ποσό στο πρόσωπο αυτό.
(2)Σε οποιαδήποτε περίπτωση που, για οποιαδήποτε καθορισμένη φορολογική περίοδο, έχει καταβληθεί ή πιστωθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο— (α) Ως επιστροφή Φ.Π.Α., ή (β) ως πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α., οφειλόμενο προς αυτό, οποιοδήποτε ποσό που δεν έπρεπε να καταβληθεί ή πιστωθεί, ή που δε θα έπρεπε να καταβληθεί ή πιστωθεί αν τα γεγονότα ήταν γνωστά ή αν ήταν όπως παρουσιάζονται εκ των υστέρων να είναι, ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει το ποσό αυτό ως Φ.Π.Α. οφειλόμενο από το πρόσωπο για εκείνη την περίοδο και να γνωστοποιήσει το ποσό σε αυτό το πρόσωπο.
(3)Ποσό το οποίο— (α) Είχε καταβληθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο ως οφειλόμενο σε αυτό ως πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α., και (β) λόγω της ακύρωσης της εγγραφής του εν λόγω προσώπου δυνάμει της παραγράφου 13
(2)μέχρι 4 του Μέρους Ι, παραγράφου 6
(2)του Μέρους ΙΙ ή παραγράφου 6
(2)ή
(3)του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος, δεν έπρεπε να του είχε καταβληθεί, μπορεί να βεβαιωθεί δυνάμει του εδαφίου
(2)πιο πάνω, ανεξάρτητα από το γεγονός της ακύρωσης.
(4)Όταν βεβαιώνεται Φ.Π.Α. δυνάμει των εδαφίων
(1)και
(2)πιο πάνω σε σχέση με την ίδια καθορισμένη φορολογική περίοδο, οι βεβαιώσεις μπορεί να συνδυαστούν και να γνωστοποιηθούν προς το πρόσωπο στο οποίο αφορούν ως μία βεβαίωση.
(5)Όταν από πρόσωπο που παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση, ή που υποβάλλει φορολογική δήλωση την οποία ο Έφορος κρίνει ελλιπή ή ανακριβή, απαιτείτο να υποβάλει τη φορολογική δήλωση ως προσωπικός αντιπρόσωπος, διαχειριστής πτώχευσης, παραλήπτης, διαχειριστής, εκκαθαριστής ή πρόσωπο που ενεργεί διαφορετικά υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα σε σχέση με άλλο πρόσωπο, τότε το εδάφιο
(1)πιο πάνω εφαρμόζεται ως εάν η αναφορά στο Φ.Π.Α. τον οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο να περιελάμβανε αναφορά στο Φ.Π.Α. τον οφειλόμενο από το άλλο πρόσωπο.
(6)Όταν υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, στα πλαίσια ή για προώθηση επιχείρησης που ασκεί— (α) Έχει αποκτήσει οποιαδήποτε αγαθά που του παραδόθηκαν, έχει αποκτήσει οποιαδήποτε αγαθά από άλλο κράτος μέλος ή έχει αποκτήσει διαφορετικά την κατοχή ή τον έλεγχο οποιωνδήποτε αγαθών, ή (β) έχει εισαγάγει οποιαδήποτε αγαθά από τόπο εκτός των κρατών μελών, τότε ο Έφορος μπορεί να αξιώσει από αυτό το πρόσωπο όπως από καιρό σε καιρό δίδει λογαριασμό για τα αγαθά˙ και αν αποτύχει να αποδείξει ότι τα αγαθά έχουν παραδοθεί ή είναι διαθέσιμα να παραδοθούν ή ότι έχουν εξαχθεί ή με άλλο τρόπο μεταφερθεί από τη Δημοκρατία χωρίς να εξαχθούν ή μεταφερθούν τοιουτοτρόπως με μορφή παράδοσης ή ότι έχουν απωλεσθεί ή καταστραφεί, ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει κατά την καλύτερη κρίση του και να γνωστοποιήσει σε αυτό το πρόσωπο το ποσό του Φ.Π.Α. που θα ήταν επιβλητέο σε σχέση με την παράδοση των αγαθών αν είχαν παραδοθεί από αυτό. (6Α) Όταν φορολογικός αποθηκευτής παραλείψει να καταβάλει τον Φ.Π.Α. που απαιτείται από τον Έφορο δυνάμει του άρθρου 13Ε
(2), ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει κατά την καλύτερη κρίση του το ποσό του Φ.Π.Α. που είναι οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο και να γνωστοποιήσει το ποσό στο πρόσωπο αυτό. (6Β) Όταν ο Έφορος κρίνει ότι αγαθά έχουν μετακινηθεί από αποθήκη ή φορολογική αποθήκη χωρίς την πληρωμή του καταβλητέου Φ.Π.Α. δυνάμει του άρθρου 13Δ
(4)επί αυτής της μετακίνησης, ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει κατά την καλύτερη κρίση του το ποσό του Φ.Π.Α. που είναι οφειλόμενο από το πρόσωπο που μετακίνησε τα αγαθά ή άλλο πρόσωπο υπόχρεο και να γνωστοποιήσει το ποσό στο πρόσωπο αυτό.
(7)Σε οποιαδήποτε περίπτωση που— (α) Ως αποτέλεσμα της παράλειψης προσώπου να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο, ο Έφορος έχει εκδώσει βεβαίωση δυνάμει του εδαφίου
(1)πιο πάνω για εκείνη την περίοδο, (β) ο Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε έχει καταβληθεί αλλά δεν έχει υποβληθεί κανονική φορολογική δήλωση για την περίοδο την οποία αφορούσε η βεβαίωση, και (γ) ως αποτέλεσμα της παράλειψης να υποβληθεί φορολογική δήλωση για μεταγενέστερη καθορισμένη φορολογική περίοδο, η οποία είναι παράλειψη από πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο (α) πιο πάνω ή πρόσωπο που ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα σε σχέση με αυτό, όπως αναφέρεται στο εδάφιο
(5)πιο πάνω, ο Έφορος κρίνει αναγκαίο να εκδώσει άλλη βεβαίωση δυνάμει του εδαφίου
(1)πιο πάνω, τότε, αν ο Έφορος το κρίνει σκόπιμο, έχοντας υπόψη την παράλειψη που αναφέρεται στην παράγραφο (α) πιο πάνω, δύναται να καθορίσει στη βεβαίωση που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) πιο πάνω ποσό Φ.Π.Α. μεγαλύτερο από εκείνο που διαφορετικά θα θεωρούσε να είναι κατάλληλο. (7Α) Όταν οποιοδήποτε πρόσωπο, όπως καθορίζεται στο άρθρο 45
(7)ή σε κανονισμούς που εκδίδονται με βάσει το άρθρο 42
(12), εκδίδει τιμολόγιο ή απόδειξη που δείχνει ποσό ότι είναι Φ.Π.Α. ή ότι περιλαμβάνει ποσό αποδοτέο ως Φ.Π.Α., τότε ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει το ποσό αυτό που φαίνεται ως Φ.Π.Α. ή, ανάλογα με την περίπτωση, που λαμβάνεται ότι αντιπροσωπεύει Φ.Π.Α., ως Φ.Π.Α. οφειλόμενο από το πρόσωπο που εκδίδει ή ανάλογα με την περίπτωση, λαμβάνει το τιμολόγιο ή την απόδειξη και να γνωστοποιήσει το ποσό σε αυτό το πρόσωπο: Νοείται ότι, στην περίπτωση που το ποσό του Φ.Π.Α. περιλαμβάνει Φ.Π.Α. επί της απόκτησης αγαθών από άλλο κράτος μέλος και ο Έφορος δεν ικανοποιείται ότι το εν λόγω ποσό Φ.Π.Α. έχει καταβληθεί, δυνάμει του νόμου άλλου κράτους μέλους επί της παράδοσης ως αποτέλεσμα της οποίας εκείνα τα αγαθά αποκτήθηκαν, τότε ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει τη διαφορά. (7Β) Όταν οποιοδήποτε πρόσωπο εξασφαλίζει χωρίς να δικαιούται ποσό: (α) Επιστροφής φόρου σύμφωνα με κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 12Δ
(5). (β) επιστροφή φόρου δυνάμει του άρθρου 27 ή 30Α του παρόντος Νόμου ή του άρθρου 31 του Νόμου του 1990· και (γ) επιστροφής φόρου δυνάμει του άρθρου 30, τότε ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει το ποσό αυτό ως Φ.Π.Α. οφειλόμενο από το πρόσωπο και να γνωστοποιήσει το ποσό σε αυτό το πρόσωπο. (7Γ) Όταν οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει του άρθρου 45(7Α), παραδίδει ή ετοιμάζει ανακριβές πιστοποιητικό, ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει - (α) στην περίπτωση του εδαφίου (7Α)(α), τη διαφορά μεταξύ - (
- i)του ποσού του Φ.Π.Α. το ποίο θα ήταν επιβλητέο επί της συναλλαγής ή συναλλαγών αν το πιστοποιητικό ήταν ακριβές· και (
- ii)του ποσού του Φ.Π.Α. που πράγματι είναι επιβλητέο. (β) στην περίπτωση του εδαφίου (7Α)(β), το ποσό του Φ.Π.Α. που πράγματι είναι επιβλητέο επί της απόκτησης, ως Φ.Π.Α. οφειλόμενο από το πρόσωπο που, ανάλογα με την περίπτωση ή ετοιμάζει το πιστοποιητικό και να γνωστοποιήσει το ποσό σε αυτό το πρόσωπο.
(8)Όταν οποιοδήποτε ποσό έχει βεβαιωθεί και γνωστοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει των εδαφίων
(1),
(2),
(3),
(6), (6Α), (6Β), (7Α), (7Β) ή (7Γ) πιο πάνω, τότε αυτό θεωρείται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου για ενστάσεις, ως ποσό Φ.Π.Α. οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο και μπορεί να ανακτηθεί ανάλογα, εκτός αν, και κατά την έκταση που, η βεβαίωση έχει εκ των υστέρων ανακληθεί ή τροποποιηθεί με μείωση του ποσού.
(9)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οποιαδήποτε γνωστοποίηση σε προσωπικό αντιπρόσωπο, διαχειριστή πτώχευσης, παραλήπτη, διαχειριστή, εκκαθαριστή ή πρόσωπο που ενεργεί διαφορετικά όπως αναφέρεται πιο πάνω, θεωρείται ως γνωστοποίηση στο πρόσωπο σε σχέση με το οποίο ενεργεί τοιουτοτρόπως. 49Α.-
(1)Όταν πρόσωπο το οποίο έχει, σε χρόνο που δεν ήταν υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, αποκτήσει στη Δημοκρατία οποιαδήποτε αγαθά από άλλο κράτος μέλος που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης ή αφορούν καινούργια μεταφορικά μέσα και - (α) δεν έχει επιδοθεί στον Έφορο ειδοποίηση για αυτή την απόκτηση, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου, από το πρόσωπο που απαιτείται σύμφωνα με κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 1(2Β) του Δέκατου Παραρτήματος. (β) ο Έφορος δεν ικανοποιείται ότι τα στοιχεία αναφορικά με την απόκτηση σε οποιαδήποτε ειδοποίηση που του έχει επιδοθεί είναι ακριβή και πλήρη· ή (γ) υπάρχει παράλειψη στον εφοδιασμό του Εφόρου με τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε να επιβεβαιώσει τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε οποιανδήποτε τέτοια ειδοποίηση, τότε ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει κατά την καλύτερη κρίση του το ποσό αυτό ως Φ.Π.Α. οφειλόμενο επί της απόκτησης και να γνωστοποιήσει τη βεβαίωση στο πρόσωπο αυτό.
(2)Όταν οποιοδήποτε ποσό έχει βεβαιωθεί και γνωστοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει του παρόντος άρθρου, τότε αυτό θεωρείται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου για ενστάσεις ως ποσό Φ.Π.Α. οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο και μπορεί να ανακτηθεί ανάλογα, εκτός αν, η εξαιρουμένης της έκτασης που, η βεβαίωση έχει εκ των υστέρων ανακληθεί ή τροποποιηθεί με μείωση του ποσού.
(3)Για σκοπούς του παρόντος άρθρου οποιαδήποτε γνωστοποίηση σε προσωπικό αντιπρόσωπο, διαχειριστή πτώχευσης, παραλήπτη, διαχειριστή, εκκαθαριστή ή πρόσωπο που ενεργεί διαφορετικά υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα σε σχέση με το πρόσωπο που πραγματοποιεί την εν λόγω απόκτηση, θεωρείται ως γνωστοποίηση στο πρόσωπο σε σχέση με το οποίο ενεργεί τοιουτοτρόπως.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 6. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 46
(10)του Νόμου 95(Ι)/2000: «46.-
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι €8.543, 01 [[ii]] πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.».
- Επίσης, σύμφωνα με το Άρθρο 46(10Α) του Νόμου 95(Ι)/2000: «(10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.».
- Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το Άρθρο 46
(9)του Νόμου 95(I)/2000: «46.—
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι €8.543, 01 [[iii]] πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.». 9. Ενώ, σχετικές, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο αδίκημα, είναι και οι εξής διατάξεις των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικών) Κανονισμών του 2001 και 2002: «17.—
(1)Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που ήταν ή απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο οφείλει, σε σχέση με κάθε περίοδο τριμήνου ή στην περίπτωση προσώπου που είναι εγγεγραμμένο, κάθε περίοδο 3 μηνών που λήγει κατά τις ημερομηνίες που γνωστοποιούνται είτε στο πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται σε αυτό το πρόσωπο ή διαφορετικά, όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται, να υποβάλει στον Έφορο φορολογική δήλωση σε έντυπο που καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στην οποία να δηλώνεται το ποσό του Φ.Π.Α. που οφείλει να καταβάλει από αυτό και η οποία να περιέχει πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με τα άλλα θέματα που καθορίζονται στο έντυπο και δήλωση, υπογραμμένη από αυτό, ότι η φορολογική δήλωση είναι αληθής και πλήρης: Νοείται ότι— (α) Ο Έφορος δύναται να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις αναφορικά με περιόδους διαρκείας ενός μηνός και να υποβάλλει τις δηλώσεις αυτές όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος των περιόδων με τις οποίες σχετίζονται· (β) η πρώτη φορολογική δήλωση αφορά την περίοδο που καθορίζεται σύμφωνα με το Πρώτο Παράρτημα κατά την οποία το πρόσωπο εγγράφηκε ή έπρεπε να εγγραφεί, και η εν λόγω περίοδος αρχίζει από εκείνη την ημερομηνία· (γ) εάν ο Έφορος κρίνει αναγκαίο σε οποιαδήποτε περίπτωση να τροποποιήσει τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου ή την ημερομηνία κατά την οποία οποιαδήποτε περίοδος αρχίζει ή συμπληρώνεται ή μέχρι την οποία πρέπει να υποβληθεί οποιαδήποτε φορολογική δήλωση, τότε μπορεί να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε οποιοδήποτε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις αναλόγως, ανεξάρτητα από το αν η περίοδος που τροποποιείται τοιουτοτρόπως έχει συμπληρωθεί ή όχι· (δ) εάν ο Έφορος κρίνει αναγκαίο σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση, δύναται να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις σε διεύθυνση που ορίζει ο Έφορος.
(2)Οποιοδήποτε πρόσωπο προς το οποίο έδωσε εντολή ο Έφορος σύμφωνα με την επιφύλαξη της παραγράφου
(1)πιο πάνω, οφείλει να συμμορφώνεται με αυτή αμέσως.
(3)Όταν για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, ο Έφορος απαιτεί συμμόρφωση από οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει του Κανονισμού 21— (α) Η περίοδος σε σχέση με την οποία πραγματοποιούνται φορολογητέες συναλλαγές από το πρόσωπο που απέθανε ή κατέστη ανίκανο συμπληρώνεται κατά την ημέρα που προηγείται της ημερομηνίας κατά την οποία επήλθε ο θάνατος ή η ανικανότητα· και Κ.Δ.Π. 314/2001 3390 (β) τηρούμενης της υποπαραγράφου (γ) της παραγράφου
(1)πιο πάνω, η φορολογική δήλωση που υποβάλλεται εκ μέρους του προσώπου αυτού υποβάλλεται αναφορικά με την εν λόγω περίοδο όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου· και (γ) η επόμενη περίοδος αρχίζει την ημέρα που ακολουθεί την ανωτέρω περίοδο και συμπληρώνεται, όπως και όλες οι μεταγενέστερες περίοδοι αρχίζουν και συμπληρώνονται, κατά τις ημερομηνίες που καθορίζονται δυνάμει της παραγράφου
(1)πιο πάνω.
(4)Οποιοδήποτε πρόσωπο που— (α) Παύει να είναι υπόχρεο να είναι εγγεγραμμένο, ή (β) παύει να δικαιούται να είναι εγγεγραμμένο δυνάμει των παραγράφων 9 και 10 του Πρώτου Παραρτήματος είτε οποιασδήποτε από αυτές, εκτός αν έχει εγγραφεί άλλο πρόσωπο σε αντικατάσταση του δυνάμει του Κανονισμού 6, οφείλει να υποβάλει στον Έφορο τελική φορολογική δήλωση σε σχετικό έντυπο που καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας· η εν λόγω φορολογική δήλωση περιέχει πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με τα θέματα που καθορίζονται στο έντυπο καθώς επίσης και δήλωση, υπογραμμένη, ότι η φορολογική δήλωση είναι αληθής και πλήρης και υποβάλλεται— (α) Στην περίπτωση προσώπου που ήταν ή είναι εγγεγραμμένο, μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία που αρχίζει να ισχύει η ακύρωση της εγγραφής του, και (β) στην περίπτωση οποιουδήποτε άλλου προσώπου, μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε να είναι υπόχρεο να είναι εγγεγραμμένο, και σε κάθε μια από αυτές τις περιπτώσεις η φορολογική δήλωση αφορά την τελική περίοδο που συμπληρώνεται κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία και αντικαθιστά τη φορολογική δήλωση της περιόδου μέσα στην οποία εμπίπτει η εν λόγω ημερομηνία.
(5)Ο Έφορος δύναται να επιτρέψει όπως ο Φ.Π.Α. ο επιβλητέος σε οποιαδήποτε περίοδο, θεωρηθεί ως επιβλητέος σε μεταγενέστερη περίοδο που μπορεί να καθορίσει. 29.—
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο που υποβάλλει φορολογική δήλωση οφείλει σε σχέση με την περίοδο με την οποία σχετίζεται η φορολογική δήλωση να αποδώσει λογαριασμό με την εν λόγω φορολογική δήλωση για— (α) Ολόκληρο το φόρο εκροών του, (β) ολόκληρο το Φ.Π.Α. για τον οποίο είναι υπόλογο δυνάμει του Μέρους Χ των παρόντων Κανονισμών, και τα ποσά που καταχωρούνται στη φορολογική δήλωση υπολογίζονται με βάση τις διατάξεις των παρόντων Κανονισμών.
(2)Οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση, οφείλει να καταβάλει στον Έφορο το ποσό Φ.Π.Α. που είναι καταβλητέο σε σχέση με την περίοδο στην οποία αφορά η φορολογική δήλωση όχι αργότερα από την τελευταία ημέρα κατά την οποία απαιτείται να υποβληθεί η φορολογική δήλωση.
(3)Οι υποχρεώσεις των παραγράφων
(1)ή
(2)πιο πάνω δεν εφαρμόζονται όταν ο Έφορος επιτρέπει ή δίνει εντολή για διαφορετική ρύθμιση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 10. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 45 του Νόμου 95(Ι)/2000: «45.- .
(2)Αν κατά την τελευταία ημέρα κατά την οποία το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο έχει υποχρέωση σύμφωνα με τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο, ο Έφορος δεν έχει παραλάβει τη φορολογική δήλωση, τότε το εν λόγω πρόσωπο υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση τριάντα λιρών €51,25 [[iv]] £30.
(3)Αν (α) Κατά την τελευταία ημέρα κατά την οποία υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο έχει υποχρέωση σύμφωνα με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο ο Έφορος έχει παραλάβει εκείνη τη φορολογική δήλωση αλλά δεν έχει λάβει, είτε ο ίδιος είτε εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του, το ποσό του Φ.Π.Α. που εμφαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέο από αυτό το πρόσωπο σε σχέση με εκείνη τη φορολογική περίοδο ή (β) κατά την τελευταία ημέρα κατά την οποία υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο έχει υποχρέωση σύμφωνα με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο ο Έφορος ούτε έχει παραλάβει εκείνη τη φορολογική δήλωση ούτε έχει λάβει, είτε ο ίδιος είτε εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του, το ποσό του οφειλόμενου Φ.Π.Α., αλλά αποδέχεται φορολογική δήλωση που υποβάλλεται ύστερα από την προαναφερθείσα ημέρα και στην οποία εμφαίνεται ποσό Φ.Π.Α. ως καταβλητέο από αυτό το πρόσωπο σε σχέση με εκείνη τη φορολογική περίοδο ή (γ) ο Έφορος βεβαιώνει ποσό Φ.Π.Α. ως οφειλόμενο από οποιοδήποτε πρόσωπο, τότε το πρόσωπο αυτό υπόκειται σε πρόσθετο φόρο ίσο προς δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου Φ.Π.Α: Νοείται ότι, σε περίπτωση φορολογικής δήλωσης που υποβάλλεται με βάση τους κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20 για τις καθορισμένες φορολογικές περιόδους που λήγουν στις 30 Ιουνίου 2013, 31 Ιουλίου 2013, 31 Αυγούστου 2013 και 30 Σεπτεμβρίου 2013, επιβάλλεται πρόσθετος φόρος προς πέντε τοις εκατόν (5%), νοουμένου ότι το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο υποβάλει τη φορολογική δήλωση για τις περιόδους αυτές και καταβάλει το ποσό οφειλόμενου ΦΠΑ μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου 2013.
(4)Κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε πρόσθετο φόρο δυνάμει του εδαφίου
(3)πιο πάνω, καταβάλει στον Έφορο τόκο προς εννέα τοις εκατόν ετησίως επί του καταβλητέου ποσού Φ.Π.Α. από την ημέρα που το εν λόγω ποσό κατέστη οφειλόμενο. .
(8)Οι πρόσθετοι φόροι και οι χρηματικές επιβαρύνσεις που προβλέπουν οι διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου επιβάλλονται από τον Έφορο χωρίς να εξετάζεται η ύπαρξη δόλου, απερισκεψίας ή αμέλειας του προσώπου του υπόχρεου στο φόρο και εισπράττονται ωσάν να ήταν Φ.Π.Α.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σημειώνεται εν προκειμένω, ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου του 2006, Νόμος 167(I)/2006: «Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, κάθε άλλος σε ισχύ νόμος, κανονισμός ή άλλο νομοθετικής φύσης κείμενο, στο οποίο προνοείται η καταβολή ή πληρωμή δημόσιων τόκων υπερημερίας από ή προς το Δημόσιο, θα διαβάζεται και εφαρμόζεται κατά τρόπον ώστε αντί του καθοριζόμενου σ' αυτόν επιτοκίου υπερημερίας να ισχύει και εφαρμόζεται ενιαία το εκάστοτε δυνάμει του παρόντος Νόμου καθοριζόμενο δημόσιο επιτόκιο υπερημερίας.».
- Σχετικές ως εκ τούτου, είναι και οι Κ. Δ. Π. 28/2007, 563/2007, 466/2008, 458/2009, 521/2010, 531/2011, 543/2012, 459/2013, 586/2014, 463/2015, 374/2016, 453/2017 και 376/2018, βάσει των οποίων, ο Υπουργός Οικονομικών έχει καθορίσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 4 του Νόμου 167(Ι(/2006, από της εφαρμογής της προαναφερόμενης νομοθεσίας, το δημόσιο επιτόκιο υπερημερίας κατά τα έτη που προηγήθηκαν.
- Σημειώνεται εδώ περαιτέρω, ότι, η ποινική ευθύνη συμβούλου ή αξιωματούχου νομικού προσώπου που παραβαίνει τις προαναφερόμενες διατάξεις του Νόμου 95(Ι)/2000, ορίζεται από το Άρθρο 48 του Νόμου 95(Ι)/2000, το οποίο προνοεί, ότι: «48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 14. Εν προκειμένω, σχετικές είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σολωμονίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015, 18/12/2018, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 12/04/2017, Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Μαρκίδης ν Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316 [[v]]. 15. Καθώς επίσης, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 46
(12)του Νόμου 95(Ι)/2000: «46.-
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.».
- Εν προκειμένω, σχετική είναι η απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σολωμονίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015, 14/02/
- Η προσαχθείσα μαρτυρία, η εκτίμηση της μαρτυρίας, τα αποδεκτά γεγονότα και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου Η προσαχθείσα μαρτυρία
- Προς απόδειξη της υπόθεσης του Κατήγορου, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν:
(1)ο ***** Χατζηπαύλου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1») και
(2)η ***** Ποζάτου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ2»).
- Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3, που, ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες κατηγορίες που τους αφορούν, κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση τους, δεν παρουσίασαν καμία μαρτυρία. Η μαρτυρία του ΜΚ1, ***** Χατζηπαύλου
- Ο ΜΚ1 είναι λειτουργός Φ. Π. Α. στο Τμήμα Φορολογίας, από το έτος
- Είναι, όπως ανέφερε, τοποθετημένος στο Τμήμα Διερευνήσεων από το έτος 2008 και έκτοτε, στα καθήκοντα του είναι, ο έλεγχος υποκείμενων στον Φ. Π. Α. προσώπων.
- Σε ότι αφορά την Κατηγορούμενη 1, ο ΜΚ1 κατέθεσε ότι, αυτή, ως υποκείμενη στο Φ. Π. Α. πρόσωπο, ελέγχθηκε από τον ίδιο περί το έτος 2014, αποτέλεσμα του οποίου ελέγχου, ήταν, στις 05/09/2014, να προκύψει επιστολή προς αυτήν, του Εφόρου Φορολογίας (την οποία υπογράφει ο ίδιος ο ΜΚ1, για τον Έφορο Φορολογίας, εφόσον ο ίδιος ετοίμασε την βεβαίωση φόρου), βεβαίωσης φόρου, ήτοι το Τεκμήριο 1, την οποία, ο ΜΚ1, επέδωσε στην Κατηγορούμενη 3, για την Κατηγορούμενη 1, αυθημερόν, προσωπικά.
- Όπως ο ΜΚ1, περαιτέρω υποστήριξε, εναντίον της προαναφερόμενης απόφασης του Εφόρου Φορολογίας, βεβαίωσης φόρου στην Κατηγορούμενη 1, ως το Τεκμήριο 1, δεν κατατέθηκε, εντός της ταχθείσας από τον Νόμο 95(Ι)/2000, προς τον Έφορο Φορολογίας ή και στον Υπουργό Οικονομικών, οποιαδήποτε ένσταση, ούτε και ασκήθηκε οποιαδήποτε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού Δικαστηρίου. Η μαρτυρία της ΜΚ2, XXXXX Ποζάτου
- Η ΜΚ2 είναι λειτουργός Φ. Π. Α. στο Τμήμα Φορολογίας, από το έτος 1999, και πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από τον Έφορο Φορολογίας να ασκεί εκ μέρους του τις εξουσίες που του ανατίθενται από τον Νόμο. Είναι τοποθετημένη στη μονάδα φορολογικών δηλώσεων και στα καθήκοντα της είναι ο χειρισμός των φορολογικών δηλώσεων που υποβάλλονται στον Έφορο Φορολογίας από υποκείμενα στον Φ. Π. Α. πρόσωπα. Μεταξύ άλλων, καταχωρεί στο μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Φορολογίας τα δεδομένα των φορολογικών δηλώσεων που του υποβάλλονται, καθώς επίσης ελέγχει και υπολογίζει, σε ότι αφορά αυτές, τον Φ. Π. Α. και τυχόν πρόσθετο φόρο, επιβαρύνσεις και τόκο. Γνώση, σε ότι αφορά τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, ανέφερε, έλαβε από τον προσωπικό φάκελο της Κατηγορουμένης 1, που ο Έφορος Φορολογίας τηρεί στο αρχείο του, καθώς επίσης και από το μηχανογραφημένο σύστημα καταχωρήσεων σχετικά με υποκείμενα στον Φ. Π. Α., το οποίο επίσης τηρεί.
- Η Κατηγορούμενη 1, σύμφωνα με τον προσωπικό φάκελο της που τηρεί ο Έφορος Φορολογίας και τις σχετικές με την Κατηγορούμενη 1 καταχωρήσεις του στο μηχανογραφημένο σύστημα του, είναι εγγεγραμμένη ως υποκείμενη στον Φ. Π. Α. με αριθμό *****19Χ. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, η εγγραφή της Κατηγορουμένης 1 στο μητρώο Φ. Π. Α., έγινε με ισχύ από 27/01/2006 και η Κατηγορουμένη 1 παρέμεινε εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ. Π. Α., χωρίς διακοπή, μέχρι και την ημέρα της κατάθεσης του στο Δικαστήριο στις 25/01/
- Η Κατηγορούμενη 1, όφειλε, βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας και των κανονισμών που εκδίδονται βάσει αυτής, όπως, το αργότερο μέχρι την 10η ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος κάθε φορολογικής περιόδου (τριμηνίας), υποβάλλει στον Έφορο Φορολογίας, φορολογικές δηλώσεις δεόντως συμπληρωμένες, που να περιέχουν όλα τα απαιτούμενα από την εν λόγω νομοθεσία στοιχεία, και να καταβάλλει στον Έφορο Φορολογίας, τον οφειλόμενο, από τις συναλλαγές της (που σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομοθεσία είναι εντός του πεδίου του Φ. Π. Α.) κατά την διάρκεια της φορολογικής περιόδου (τριμηνία), Φ. Π. Α. Όφειλε, η Κατηγορούμενη 1, περαιτέρω, όπως, εντός της καθορισμένης από την νομοθεσία προθεσμία, καταβάλει προς τον Έφορο Φορολογίας, Φ. Π. Α., ο οποίος τυχόν να πρόκυπτε από βεβαίωση ή βεβαιώσεις προς αυτήν, φόρου, του Εφόρου Φορολογίας.
- Σύμφωνα με την νομοθεσία, αν κατά την τελευταία ημέρα κατά την οποία η Κατηγορούμενη 1 είχε υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο, η Κατηγορούμενη 1 δεν κατέβαλλε το ποσό του Φ. Π. Α. που όφειλε να αποδώσει στον Έφορο Φορολογίας ως ανωτέρω, τότε ήταν υποκείμενη σε πρόσθετο φόρο, ίσο προς το 10% επί του οφειλόμενου Φ. Π. Α. Περαιτέρω, όπως η ΜΚ2 περαιτέρω ανέφερε, κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε πρόσθετο φόρο, ως ανωτέρω, υποχρεούται να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας, νόμιμο τόκο από την ημέρα που το εν λόγω ποσό καθίσταται πληρωτέο. Το ύψος του επιτοκίου, όπως επεσήμανε, καθορίζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 95(Ι)/2000 και του περί Ενιαίου Δημόσιου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου του 2006, Νόμος 167(Ι)/
- Όπως η ΜΚ2, ισχυρίστηκε, η Κατηγορούμενη 1, μέχρι και την μαρτυρία της στο Δικαστήριο στις 25/01/2019: (α) δεν είχε καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας, Φ. Π. Α., €75.184,95, ο οποίος της βεβαιώθηκε από τον Έφορο Φορολογίας στις 05/09/2014 (αναφορικά με την περίοδο: από 01/02/2008 με 31/10/2013) και ο οποίος οφείλεται βάσει της βεβαίωσης φόρου, Τεκμήριο 1 και ο οποίος θα έπρεπε να είχε καταβληθεί στον Έφορο Φορολογίας το αργότερο μέχρι και την 05/10/2014; (β) δεν είχε καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας, €24.424,36, δηλαδή, πρόσθετο φόρο που της επιβλήθηκε, €7.518,48, και τόκο που της χρεώθηκε, €16.905,88, λόγω της μη καταβολής, ως προαναφέρθηκε, του ποσού των €75.184,
- Όπως περαιτέρω ανέφερε η ΜΚ2, εν προκειμένω, από τον προσωπικό φάκελο της Κατηγορουμένης 1, που, ως προαναφέρθηκε, ο Έφορος Φορολογίας τηρεί, προκύπτει ότι, η Κατηγορούμενη 1, δεν πρόσβαλε με οποιοδήποτε τρόπο την βεβαίωση φόρου του Εφόρου Φορολογίας προς αυτήν, Τεκμήριο 1; (γ) δεν υπέβαλε την φορολογική δήλωση της για την φορολογική περίοδο: από 01/02/2014 με 30/04/2014, την οποία όφειλε να είχε υποβάλει, το αργότερο μέχρι και την 10/06/2014; και (δ) δεν υπέβαλε την φορολογική δήλωση της για την φορολογική περίοδο: από 01/05/2014 με 31/07/2014, την οποία όφειλε να είχε υποβάλει, το αργότερο μέχρι και την 10/09/
- Σχετικά με τα προαναφερόμενα, η ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο και Πιστοποιητικό που ετοίμασε για λογαριασμό του Εφόρου Φορολογίας, το Τεκμήριο
- Η ΜΚ2, επιπρόσθετα και σε σχέση με τα προαναφερόμενα, επεξήγησε και τον τρόπο με τον οποίο γίνονται οι απαιτούμενες από τον νόμο πληρωμές προς τον Έφορο Φορολογίας από υποκείμενα στον Φ. Π. Α. πρόσωπα.
- Η ΜΚ2, παρουσίασε περαιτέρω και κατέθεσε στο Δικαστήριο, πιστοποιητικά που εξασφάλισε από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, σχετικά με την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, ήτοι, τα Τεκμήρια 3.1, 3.2, 3.3 και 3.
- Αυτά, ως προκύπτει, αφορούν, την σύσταση και εγγραφή της Κατηγορουμένης 1, το εγγεγραμμένο γραφείο της και τους αξιωματούχους της. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3.4, υποστήριξε, η Κατηγορούμενη 3, κατείχε και εξακολουθούσε μέχρι και τις 10/10/2018 που εκδόθηκε το εν λόγω πιστοποιητικό από τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, να κατέχει στην Κατηγορούμενη 1, την θέση του γραμματέα από 30/12/
- Τα παραδεκτά γεγονότα
- Κατά την δικάσιμο της 23ης/11/2018, οι διάδικοι, μέσω των συνηγόρων τους, δήλωσαν ότι, τα ακόλουθα γεγονότα, είναι παραδεκτά μεταξύ τους ως πραγματικότητα και ως τέτοια, έγιναν αποδεκτά και από το Δικαστήριο: Η Κατηγορούμενη 1, εγγράφτηκε ως υποκείμενη στον Φ. Π. Α. πρόσωπο, με αριθμό *****19Χ, με έναρξη ισχύος της εν λόγω εγγραφής της από, 27/01/2006, και εξακολουθεί από τότε και αδιάλειπτα μέχρι και σήμερα, να είναι εγγεγραμμένη στο σχετικό μητρώο του Εφόρου Φορολογίας. Η εκτίμηση της μαρτυρίας
- Αυτή είναι η μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο καλείται τώρα να εκτιμήσει για να καταλήξει στα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Εκτίμησης, που γίνεται στην βάση καλά καθιερωμένων αρχών δικαίου και οι οποίες αναφέρονται εδώ επειδή αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου που αφορά την απόφαση μου που ακολουθεί για την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, ή αναλόγως, της μαρτυρίας που δεν γίνεται αποδεκτή.
- Σύμφωνα με την νομολογία, η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του (βλ. στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, σελίδα 123, Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1, In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911).
- Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα 123).
- Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα (βλ. Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm)).
- Ο καθόλα τα άλλα εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
- Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
- Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται, φυσικά, στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους (βλ. Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL, Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm).
- Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Kartashov
(2011)1 Α.Α.Δ. 55, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Α. Πασχαλίδη: «Η αξιολόγηση μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (βλ. C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή "γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα", λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας "συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία".».
- Σημαντικά, βεβαίως, στην εκτίμηση της μαρτυρίας, είναι και τα διαδικαστικά.
- Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [[vi]] [[vii]]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, σε αστικές υποθέσεις, ανεξαρτήτως δικογράφησης [[viii]] [[ix]]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί (ή του είχαν υποβληθεί ατελώς) στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [[x]]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[xi]].
- Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
- The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. Accordingly, counsel should not in his closing speech attack that part of a witness's evidence which he has not challenged in cross-examination. However, this rule has been held not to apply to a case tried by lay justices in that justices do not have to accept a witness's evidence merely because it is unchallenged. Α strict application of the rule may also not be necessary where a witness is called whose evidence is corroborative of evidence already given by another witness who has himself been cross-examined, e.g. a police officer who gives evidence about an interview with the defendant. ...».
- Όπως εν προκειμένω έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μαρσέλο κ. α. ν Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, 18/01/2017: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, "η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό". Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D497, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης Νεόφυτος Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/
- και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
- [Και] Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
- Στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, κατέθεσαν με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο, όλα όσα γεγονότα προσωπικά γνώριζαν για τα επίδικα ζητήματα, ή μπόρεσαν να διαπιστώσουν σε ότι αφορούσε αυτά [αναλόγως περίπτωσης], από τα αρχεία, τόσο του Εφόρου Φορολογίας, όσο και του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε αντίφαση στην μαρτυρία αυτή, ανακολουθία ισχυρισμών ή οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να στιγματίσει αρνητικά την μαρτυρία τους. Η μαρτυρία άλλωστε των ΜΚ1 και ΜΚ2, κατά την δίκη, για το γνωστικό της μέρος, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς, αυτή, γίνεται από το Δικαστήριο πλήρως αποδεκτή προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του για τα επίδικα ζητήματα.
- Πολύ συνοπτικά, πρέπει να αναφερθεί ότι, ο ΜΚ1, που είναι το πρόσωπο που κατέθεσε για το γεγονός της βεβαίωσης της φορολογίας της Κατηγορουμένης 1 ημερομηνίας 05/09/2014 από τον Έφορο Φορολογίας, Τεκμήριο 1, €75.184,95, μετά από έλεγχο των υποθέσεων της -από τον ίδιο για τον Έφορο Φορολογίας-, και την επίδοση της σχετικής επιστολής με την απόφαση του Εφόρου Φορολογίας προς την Κατηγορούμενη 3 για την Κατηγορούμενη 1, προσωπικά, αυθημερόν -ήτοι δια χειρός του ΜΚ1-, χωρίς ποτέ τούτη η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας να αμφισβητηθεί από πλευράς της Κατηγορουμένης 1 σύμφωνα με τον νόμο, δεν αμφισβητήθηκε -κατ' ακρίβεια, ο ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε καθόλου-.
- Ενώ, η ΜΚ2, που κατέθεσε, κυρίως, για την μη καταβολή από πλευράς της Κατηγορουμένης 1 στον Έφορο Φορολογίας, του βεβαιωμένου Φ. Π. Α. των €75.184,95, ως ανωτέρω, -μέχρι και τις 05/10/2014 που εξέπνεε η σχετική προθεσμία για την καταβολή του-, και του πρόσθετου φόρου και τόκου των €24.424,36 που της επιβλήθηκαν λόγω της μη καταβολής του εν λόγω Φ. Π. Α. που της βεβαιώθηκε, αλλά και για την μη υποβολή των φορολογικών δηλώσεων της Κατηγορουμένης 1 για τις φορολογικές περιόδους 01/02/2014 με 30/04/2014 και 01/05/2014 με 31/07/2014, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς των Κατηγορουμένων 1 και 3 σε ότι αφορούσε τους εν λόγω ισχυρισμούς της για τα γεγονότα, αλλά αντεξετάστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης τους, για το μη γνωστικό, ως προκύπτει, περιεχόμενο της μαρτυρίας της, -όπως ρητά άλλωστε ανέφερε η ΜΚ2-, που αφορούσε την επίδοση της βεβαίωσης φόρου, Τεκμήριο 1 προς την Κατηγορούμενη 1 και την κανονικότητα αυτής, για την οποία, ουσιαστική και άμεση μαρτυρία, δόθηκε από τον απευθείας εμπλεκόμενο στο γεγονός αυτό, ΜΚ1, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, δεν αντεξετάστηκε. Συμπεράσματα
- Στην βάση της αποδεκτής μαρτυρίας [και των παραδεκτών γεγονότων], ικανοποιούμε ότι η υπόθεση του Κατήγορου, έχει αποδειχθεί εναντίον της Κατηγορουμένης 1, στον απαιτούμενο βαθμό, την οποία και κρίνω ένοχη στις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3 και 4 που αντιμετώπισε σε αυτή την υπόθεση.
- Βρίσκω συναφώς τα εξής.
- Η Κατηγορούμενη 1, είναι από 27/01/2006 και συνεχίζει αδιάλειπτα μέχρι και σήμερα να είναι, υποκείμενη στον Φ. Π. Α. πρόσωπο, σύμφωνα με τον Νόμο 95(Ι)/
- Κατά παράβαση των προνοιών των Άρθρων 17
(1)και 29
(2)των Κανονισμών, η Κατηγορούμενη 1, παρέλειψε να υποβάλει στον Κατήγορο, εντός της προθεσμίας που τάσσουν οι Κανονισμοί (ήτοι, στις 10/06/2014 και 10/09/2014 αντίστοιχα), τις φορολογικές δηλώσεις (Φ. Π. Α.) που όφειλε σε σχέση με την περίοδο (ήτοι, τις φορολογικές περιόδους - τριμηνίες): 01/02/2014 με 30/04/2014 και 01/05/2014 με 31/07/2014. Παράλειψη της που συνεχίζει μέχρι και σήμερα. 52. Η Κατηγορούμενη 1, κατά παράβαση των προνοιών των Άρθρων 49, 49Α και 46
(11)του Νόμου 95(Ι)/2000, παρέλειψε να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας, το ποσό Φ.Π.Α. των €75.184,95 που της βεβαιώθηκε, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως της, ημερομηνίας 05/09/2014, Τεκμήριο 1 -ήτοι, μέχρι και την 05/10/2014-. Η ειδοποίηση της βεβαίωσης Φ. Π. Α. της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 1 του Εφόρου Φορολογίας, δόθηκε προς την Κατηγορούμενη 1 από τον Έφορο Φορολογίας, δια του ΜΚ1, με επίδοση της προσωπικά στην Κατηγορούμενη 3, γραμματέα της Κατηγορουμένης 1 από 30/12/2005, στις 05/09/2014, που εντοπίστηκε στην καταχωρηθείσα, από την Κατηγορούμενη 1 στον Έφορο Φορολογίας, διεύθυνση αλληλογραφίας της με τον Έφορο Φορολογίας, «***** Στρόβολος» (βλ. Άρθρο 57 του Νόμου 95(Ι)/2000 και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σολομωνίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015, 18/12/2018). Η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας, να βεβαιώσει Φ. Π. Α. στην Κατηγορούμενη 1, ως το Τεκμήριο 1, ως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της Κατηγορουμένης 1, καθ' οιονδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τον Νόμο 95(Ι)/2000 και ως εκ τούτου, η σχετική υποχρέωση της Κατηγορουμένης 1, έχει, από 05/10/2014, οριστικοποιηθεί (βλ. Μηλιώτης Λτδ κ. α. ν Αστυνοµίας
(1995)2 Α.Α.∆. 12, Ηλία ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.∆. 137, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν Κωνσταντίνου κ. α.
(1994)3 Α.Α.∆. 453, Κυριακίδης ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.∆ 75). Το εν λόγω οφειλόμενο ποσό Φ.Π.Α. των €75.184,95, ως προαναφέρθηκε, η Κατηγορούμενη 1, εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να το οφείλει στον Έφορο Φορολογίας. 53. Περαιτέρω, κατά παράβαση των Άρθρων 45
(3)(γ), 45
(4)και 46(10Α) του Νόμου 95(Ι)/2000, η Κατηγορούμενη 1, παραλείπει να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας, το ποσό πρόσθετου φόρου και τόκου, που υπολογίστηκε και της επιβλήθηκε από τον Έφορο Φορολογίας, λόγω της μη καταβολής του ποσού Φ.Π.Α. των €75.184,95 που της βεβαιώθηκε από τον ίδιο, ως το Τεκμήριο 1, ως προαναφέρθηκε, εντός της ταχθείσας για τον σκοπό προθεσμίας. 54. Αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, είναι, αν από την αποδεκτή μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, ο Κατήγορος, έχει αποδείξει την υπόθεση του εναντίον της Κατηγορουμένης 3 στον απαιτούμενο βαθμό. Εξετάζοντας την μαρτυρία, καταλήγω με βεβαιότητα ότι, η Κατηγορούμενη 3, κατά τον ουσιώδη χρόνο που τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης διαπράχθηκαν -ήτοι, αναλόγως περίπτωσης, στις 05/10/2014, 10/06/2014 και 10/09/2014-, ήταν όντως αξιωματούχος της Κατηγορουμένης 1, ήτοι γραμματέας της -ήτοι, από 30/12/2005 και συνεχίζει να είναι στην ίδια θέση μέχρι και σήμερα-, και άρα ποινικά υπεύθυνη βάσει των προνοιών του Άρθρου 48 του Νόμου 95(Ι)/2000 (βλ. τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σολωμονίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015, 18/12/2018, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 12/04/2017, Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Μαρκίδης ν Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316).
- Όπως προκύπτει από την προσαχθείσα, από πλευράς Κατήγορου, μαρτυρία, ο Κατήγορος, βασίστηκε για να προσάψει εναντίον της Κατηγορουμένης 3 το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, αποκλειστικά στο τι το μητρώο που τηρεί η Κατηγορούμενη 1 στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη παρουσιάζει. Κανένας εκ των μαρτύρων κατηγορίας, πρέπει να σημειωθεί, κατέθεσε ότι, η Κατηγορούμενη 3, ήταν πρόσωπο που εκτελούσε στην Κατηγορούμενη 1 χρέη διευθύνοντα συμβούλου, ή ότι εκτελούσε, σε αυτήν χρέη εκτελεστικού διευθυντή, στη βάση του οποιουδήποτε άλλου γεγονότος ή περίστασης.
- Και αυτό, βεβαίως, είναι ένα εύρημα απαραίτητο υπό τις περιστάσεις, καθότι, επηρεάζει ευθέως το είδος και το εύρος της ποινής που θα επιλεχθεί και επιβληθεί στην Κατηγορούμενη 3 στην συνέχεια της διαδικασίας, δεδομένου του νομικού χαρακτήρα και του ρόλου που έχει να διαδραματίσει σε μία εταιρεία ο [απλός] γραμματέας της. Που είναι, κατ' ουσία, ο διοικητικός της λειτουργός. Δηλαδή, το πρόσωπο του οποίου ο κύριος ρόλος του, είναι η υλοποίησης των αποφάσεων του διοικητικού της συμβουλίου και όχι η διοικητική της διαχείριση και η άσκησης της επιχειρηματικής της δραστηριότητας.
- Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Pennington's Company Law, 4η έκδοση, στη σελίδα 128: «The secretary of a company is its administrative officer. It is his function to give effect to the decisions of the board of directors by drafting and signing contracts, drawing cheques on the company's bank account, conducting correspondence, keeping the company's records and doing all such other acts as are necessary. But a company's secretary has no power to make commercial decisions on the company's behalf, and so he acts outside his authority if he borrows money in the company's name, or negotiates contracts on its behalf, other than contracts necessary for carrying of the administration of the company's organisation, such as contracts for the employment of staff, the acquisition of office equipment or the hiring of transport for customers visiting the company's factory. Apart from such exceptional cases, a company is not bound by contracts entered into by its secretary. Of course, if the articles empower the directors to delegate any of their powers to any agent they choose, they may delegate to the secretary, and this is not uncommon, especially when the secretary is also a director.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης και στο σύγγραμμα Mayson, French & Ryan on Company Law, 32η έκδοση, την παράγραφο 17.3.3, στην σελίδα 531, όπου αναφέρεται: «The company secretary performs many of the administrative duties imposed upon companies, for instance delivering documents to the Companies House, but CA 2006 does not actually require any specific duties to be performed by the secretary. In Re Maidstone Buildings Provisions Ltd [1971] 1 WLR 1085, Pennycuick V-C said: "So far as the position of the secretary as such is concerned, it is established beyond all question that a secretary, while merely performing the duties appropriate to the office of secretary, is not concerned in the management [of] the company. Equally, I think he is not concerned in carrying on the business of the company. On the other hand, it is equally well established, indeed it is obvious, that a person who holds the office of secretary may in some other capacity be concerned in the management of the company's business."».
- Όπως επίσης βλ, και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Gower's Principles of Modern Company Law, 4η έκδοση, στις σελίδες 197 και 198, όπου αναφέρεται: «. It is he that will be charged with the primary responsibility of ensuring that the documentation of the company is in order, that the requisite returns are made to the Companies' Registry, and that the company's registers are properly maintained. . Further it has been recognised that those dealing with the company will be concerned to know who the secretary is, and hence the register of directors has been expanded by the 1948 Act into a register of directors and secretaries. Copies of the particulars in this register must be filed at the Companies' Registry and are available for inspection by the public both there and at the company's office. . Despite this statutory recognition of the increasingly important status of the secretary the courts until recently continued to treat his as a subordinate servant, without ostensible authority to commit the company by his actions apart from such matters as the engagement of clerical staff. However, in Panorama Developments (Guilford) Ltd v Fidelis Furnishing Fabrics Ltd [1971] 2 QB 711, the Court of Appeal held the defendant company liable to a car hire company where the secretary had fraudulently ordered self-drive cars for his own use but ostensibly for the business purposes of his employees. In the words of Lord Denning M.R.: "But times have changed. A company secretary is a much more important person nowadays than he was in
- He is an officer of the company with extensive duties and responsibilities. This appears not only in the modern Companies Act, but also by the role which he plays in the day-to-day business of companies. He is no longer a mere clerk. He regularly makes representations on behalf of the company and enters into contracts on its behalf which come within the day-to-day running of the company's business. So much so that he may be regarded as held out as having authority to do such things on behalf of the company. He is certainly entitled to sign contracts connected with the administrative side of a company's affairs, such as employing staff, and ordering cars and so forth. All such matters now come within the ostensible authority of a company's secretary." It is arguable, therefore, that the secretary has also graduated as an organ of the company; he is an officer of the company with substantial authority in the administrative sphere and with powers and duties delivered directly from the articles and the Companies Act. And in the performance of his statutory duties he is clearly entitled to resist interference from the members, board of directors or managing director. Where he differs from them is that he has no responsibility for corporate policy, as opposed to playing an administrative role in ensuring that the policy decisions are implemented.».
- Και αναφέρθηκα, ως ανωτέρω, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής μου και το εξής πολύ σημαντικό, το οποίο επίσης λαμβάνεται υπόψη και θα ληφθεί υπόψη κατά την επιβολή ποινής στην Κατηγορούμενη
- Ότι, οι ευθύνες που βαραίνουν τους αξιωματούχους εταιρειών, όπως είναι και αυτές του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, του Νόμου 95(Ι)/2000, «απόλυτες» όπως χαρακτηρίζονται στο ποινικό δίκαιο, που δεν μπορεί παρά να ήταν γνωστές στην Κατηγορούμενη 3 (βλ. Γερολέμου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818), αποβλέπουν [μέσα από την τιμωρία τους] στο να διασφαλιστούν οι νομικές υποχρεώσεις της εταιρείας την οποία υπηρετούν. Όπως πολύ πρόσφατα αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 12/04/2017: «Όπως είναι νομολογημένο (Sea Island & Tours Ltd v. K.O.T.
(1995)2 A.A.Δ. 196, Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 298 και Aestas Trading Ltd κ.α. v. Kυπριακός Οργανισμός Τουρισμού, Ποιν. Εφ. 78/15 και 79/15 ημερ. 3.9.15, οι οποίες παραπέμπουν και σε αγγλική νομολογία), στις περιπτώσεις που ο Νόμος δημιουργεί αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης δεν απαιτείται απόδειξη ένοχης διάνοιας (mens rea) εφόσον η ένοχη διάνοια δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Όπως δε επισημάνθηκε στη Sea Island & Tours Ltd (ανωτέρω), το κατά πόσο ο Νόμος δημιουργεί τέτοιο αδίκημα είναι θέμα που "κρίνεται κατ' αρχήν από το λεκτικό της διάταξης και έπειτα, εν αμφιβολία, από τη φύση του νομοθετήματος - ρυθμιστικής ή αυστηρώς ποινικής - όπως και από το πρόβλημα προς το οποίο το νομοθέτημα απευθύνεται για επίλυση - αν π.χ. ανάγεται σε τομέα που αφορά, γενικά θα λέγαμε, την κοινή ευημερία: βλ. σχετικά την πολύ σημαντική απόφαση της Νομικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Alphacell Ltd v. Woodward [1972] 2 All E.R. 475, απόφαση που επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην National Rivers Authority v. Yorkshire Water Services Ltd [1995] 1 All E.R. 225". Στην παρούσα περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία ότι το λεκτικό του Νόμου δημιουργεί αδίκημα αυστηρής ευθύνης εφόσον ρητώς προνοεί πως "Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθυντές αξιωματούχοι του νομικού προσώπου" (άρθρο 48). Τοσούσω μάλλον που πρόκειται για ένα εξαιρετικής σημασίας νομοθέτημα που αφορά την εθνική οικονομία και ο καταλογισμός ευθύνης στους αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου από το Νόμο αποβλέπει στο να διασφαλιστεί η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του (Μελάς ανωτέρω). Κατά συνέπεια προς τα ανωτέρω οποτεδήποτε ένα νομικό πρόσωπο διαπράττει αδίκημα προνοούμενο από το Νόμο, ποινικώς υπεύθυνοι είναι και οι διευθυντές του. Πρόκειται δηλαδή για απόλυτο αδίκημα (absolute offence) και αποτελεί καταστρατήγηση του Νόμου η εξέταση από το Δικαστήριο ύπαρξης ή ανυπαρξίας ένοχης διάνοιας (mens rea), όπως λανθασμένα έπραξε στην παρούσα περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο. Συναφώς η νομολογία επί της οποίας βασίστηκε παραπέμπει σε αδικήματα - όπως το άρθρο 305Α του ποινικού Κώδικα για έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα - για τα οποία δεν δημιουργείται από το Νόμο ένοχη διάνοια για τους αξιωματούχους του νομικού προσώπου, με αποτέλεσμα η δίωξη τους να μπορεί να γίνει στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Ο Νόμος λοιπόν (άρθρο 48) κατά τρόπο που δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας καθιστά προσωπικώς ποινικώς υπεύθυνους τους διευθυντές (και άλλους αξιωματούχους) για τα αδικήματα ενός νομικού προσώπου που προνοούνται από το Νόμο και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι "Η δυνάμει του άρθρου 48
(1)του Ν.95
(1)/2000 ευθύνη των αξιωματούχων εταιρείας δεν προκύπτει αυτομάτως και άνευ άλλου τινός από μόνο το γεγονός της στοιχειοθέτησης της ευθύνης της εταιρείας. Τα όσα ισχύουν στην περίπτωση δίωξης, δυνάμει του άρθρου 20 Κεφ. 154, προσώπου το οποίο εμπλέκεται ως συνεργός ισχύουν, κατ΄ αναλογία, και εν προκειμένω". Με δεδομένο δε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι εφεσίβλητοι ήταν διευθυντές της Εταιρείας και η Εταιρεία διέπραξε τα αδικήματα τα οποία της καταλογίστηκαν δυνάμει του Νόμου, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε άλλη επιλογή παρά να κρίνει γι΄ αυτά ένοχους και τους εφεσίβλητους. Και αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι βεβαίωση του φόρου έγινε σε χρόνο που για την Εταιρεία είχε διοριστεί εκκαθαριστής εφόσον ο βεβαιωθείς φόρος αφορούσε την περίοδο 1.5.07-31.5.11 κατά την οποία διευθυντές της Εταιρείας ήταν οι εφεσίβλητοι.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης και την Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σολωμονίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015, 18/12/2018, στην οποία αναφέρθηκε ότι, οι διευθύνοντες αξιωματούχοι εταιρείας, υπό περιστάσεις όπως και της παρούσας, σχετικά με την διάπραξη από το νομικό πρόσωπο αδικημάτων του Νόμου 95(Ι)/2000, τεκμαίρεται ότι και γνώση έχουν και υπεύθυνοι είναι. Κατάληξη
- Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι η πλευρά του Κατήγορου, έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 3, σε ότι αφορά τις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3 και 4 στο κατηγορητήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, και ως εκ τούτου, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3, καταδικάζονται και κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3 και 4 στο κατηγορητήριο.
- Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το ισόποσο των £5.000, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 9 του περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμος του 2007, Νόμος 33(I)/2007 και της σχετικής Γνωστοποίησης του Υπουργού Οικονομικών, βάσει των προνοιών του Άρθρου 9
(1)αυτού, ημερομηνίας 17/07/2007, Κ. Δ. Π. 312/2007. [ii] Βλ. την υποσημείωση τέλους με αρ. i ανωτέρω. [iii] Βλ. την υποσημείωση τέλους με αρ. i ανωτέρω. [iv] Βλ. την υποσημείωση τέλους με αρ. i ανωτέρω. Με την διαφοροποίηση βεβαίως, σε ότι αφορά το ποσό. [v] Η χρήση της φράσης «διευθύνων αξιωματούχος» στο Άρθρο 48
(1)του Νόμου 95(Ι)/2000, πρέπει αναφερθεί, αν δεν διδόταν ερμηνεία της από το ίδιο το Άρθρο 48 του Νόμου 95(Ι)/2000, δια του εδαφίου
(2)αυτού, θα μπορούσε να προβληματίσει, ένεκα ακριβώς της χρησιμοποίησης, πριν από τον όρο «αξιωματούχος», της λέξης «διευθύνων», που, κατά την συνήθη γραμματική ερμηνεία της, σημαίνει «που ασκεί διοίκηση». Και ως εκ τούτου, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, η αναφορά της φράσης «διευθύνων αξιωματούχος» στο Άρθρο 48
(1)του Νόμου 95(Ι)/2000, αφορά πρόσωπο, που, σε σχέση με το νομικό πρόσωπο, διαχειρίζεται τις υποθέσεις του και διευθύνει και καθοδηγεί την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Οπόταν, το ζήτημα του ποιος, βάσει των προνοιών του Άρθρου 48
(1)του Νόμου 95(Ι)/2000, φέρει ευθύνη, για παραβιάσεις των προνοιών του Νόμου 95(Ι)/2000 και των Κανονισμών, από νομικό πρόσωπο, υπό την ιδιότητα του ως διευθύνων αξιωματούχος του, θα κρινόταν πραγματικά, με βάση την κοινή πείρα και λογική, δηλαδή, αντικειμενικά, από την φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς το νομικό πρόσωπο και την ιδιάζουσα θέση του προσώπου που του τις παρέχει, στο ευρύτερο φυσικά νομικό πλαίσιο που ο περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ. 113 θέτει σε ότι αφορά την διοίκηση εταιρειών. Εντούτοις, η ερμηνεία που δίδει το Άρθρο 48
(2)του Νόμου 95(Ι)/2000, ότι η φράση «διευθύνων αξιωματούχος» στο Άρθρο 48
(1)του Νόμου 95(Ι)/2000, σημαίνει, μεταξύ άλλων, και οποιονδήποτε γραμματέα -και η έμφασης εδώ είναι στην λέξη «οποιονδήποτε»-, δεν αφήνει το περιθώριο άλλης ερμηνείας. [vi] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση θέμα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vii] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [viii] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ix] Βλ. επίσης, Παυλίνα Γρηγορίου ν Νικόλα Γρηγορίου Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [x] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) [xi] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1508. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο