LOUIS TRAVEL LTD ν. IDROGIOS LIA'S TRAVEL & TOURS LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 10579/2013, 18/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 10579/2013 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: LOUIS TRAVEL LTD Παραπονούμενη - εναντίον -
- IDROGIOS LIA'S TRAVEL & TOURS LTD
- ***** ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 18/11/
- Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη : κ. Ε. Πελεκάνου. Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Μ. Κιτρομιλίδης. Κατηγορούμενη 2 Παρούσα. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά
- Στην υπόθεση αυτή, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν, τελικώς, τις κατηγορίες υπ' αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης: (α) Η Κατηγορούμενη 1, τις κατηγορίες με αρ. 1, 3, 5 και 7, που αφορούν το αδίκημα της «Έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των Άρθρων 20, 29 και 305Α
(2)και 20 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε με τους Νόμους . και 70(Ι)/2008.»; ΚΑΙ, (β) Η Κατηγορούμενη 2, τις κατηγορίες με αρ. 2, 4, 6 και 8, που αφορούν το αδίκημα της «Έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των Άρθρων 20, 29 και 305Α
(2)και 20 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε με τους Νόμους . και 70(Ι)/2008», αναφορικά με τις οποίες κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, προς προβολή της υπεράσπισης τους.
- Αυτές, αφορούν τρείς επιταγές, τις υπ' αρ. *****18, *****17, *****19 και *****16, που εκδόθηκαν επί της Ελληνικής Τράπεζας, για το συνολικό ποσό των €11.175,
- Με την σειρά που προαναφέρθηκαν, οι εν λόγω επιταγές, είχαν την ακόλουθη αξία: €2.793,75, €2.793,75, €2.793,75 και €2.794,
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για τις προαναφερόμενες κατηγορίες στο κατηγορητήριο, -που, στη βάση τους, σε ότι αφορά το κάθε ένα εκ των προαναφερόμενων ίδιων αδικημάτων, είναι ταυτόσημες-: (α) [Σε ότι αφορά τις κατηγορίες με αρ. 1, 3, 5 και 7] «Η Κατηγορούμενη 1 κατά ή περί την . στη Λευκωσία . εξέδωσε την υπ' αρ. . επιταγή αυτής της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των . πληρωτέας εις διαταγή της Παραπονούμενης αμέσως, η οποία αφ' ότου κατέστη πληρωτέα ενεφανίσθη εις την τράπεζα προς εξαργύρωση, δεν εξοφλήθη διότι η κατηγορούμενη 1 προκάλεσε άνευ εύλογου αιτίας την μη εξόφληση της δίνοντας οδηγίες προς την τράπεζα για μη εξόφληση της (ανάκληση πληρωμής).»; (β) [Σε ότι αφορά τις κατηγορίες με αρ. 2, 4, 6 και 8] «Η Κατηγορούμενη 2 την . στη Λευκωσία . παρακίνησε την Κατηγορούμενη 1 να εκδώσει την υπ' αρ. . επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των . πληρωτέας εις διαταγή της Παραπονούμενης αμέσως, η οποία αφ' ότου κατέστη πληρωτέα ενεφανίσθη εις την τράπεζα προς εξαργύρωση, δεν εξοφλήθη διότι η κατηγορούμενη 1 προκάλεσε άνευ εύλογου αιτίας την μη εξόφληση της δίνοντας οδηγίες προς την τράπεζα για μη εξόφληση της (ανάκληση πληρωμής). .». Η προσαχθείσα μαρτυρία
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν: ο ***** Χαραλάμπους (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), η ***** Δαμιανού (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ2»), ο ***** Στυλιανίδης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3»), η ***** Κυριάκου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ4»), η ***** Τζιαρρίδου (αντικρουστική μαρτυρία) (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ5») και η ***** Καρή (αντικρουστική μαρτυρία) (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ6»).
- Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, που, ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες κατηγορίες που αφορούν έκαστο, κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση τους, παρουσίασαν, εκτός της ένορκης μαρτυρίας της Κατηγορούμενης 2, ***** Κωνσταντίνου, και την μαρτυρία του ***** Ανδρέου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2»). Το αδίκημα - Η νομική πτυχή
- Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [i] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [ii]: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 7. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκου, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». 8. Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που θεσμοθετείται ως υπεράσπιση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 από το ίδιο το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, έχει επίσης εξεταστεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκου, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Αναφέρθηκαν, σχετικά με την υπεράσπιση αυτή, τα εξής: «Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος από τους Εφεσείοντες. Από κει και πέρα το βάρος μετετέθη επί των ώμων των Εφεσειόντων/Κατηγορουμένων να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 9. Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 10. Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/01/2015, Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, Σάββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016, N.C. Diamonds Co. Ltd v Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, Philippa Estates Ltd v Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ κ. α.,
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, Δαμιανού ν Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, 31/10/2018, Χατζηαργυρου ν Pamporides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, 17/04/2019, Ευθυμίου ν Mavanel, Ποινική Έφεση Αρ. 230/2017, 08/07/
- Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί. Η εκτίμηση της μαρτυρίας Η προσαχθείσα μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα
- Οι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα γεγονότα, μεταξύ Παραπονούμενης και Κατηγορουμένων 1 και 2, διίστανται. Συνεπώς, είναι απαραίτητη η εκτίμηση της μαρτυρίας, για να εξαχθούν τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Τα παραδεκτά γεγονότα
- Με την έναρξη της δίκης στις 14/12/2018, οι διάδικοι, μέσω των δικηγόρων τους, δήλωσαν ως παραδεκτά, τα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν ως τέτοια και έγιναν αποδεκτά και από το Δικαστήριο:
(1)ότι, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, ήταν, κατά τον ουσιώδη, για τα επίδικα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, χρόνο, νομικά πρόσωπα, συστημένα σύμφωνα με τον Νόμο;
(2)ότι, η Κατηγορούμενη 2, κατά τον επίδικο χρόνο, -ήτοι, την χρονική περίοδο των ετών 2012 και 2013-, ήταν διοικητική σύμβουλος της Κατηγορούμενης 1; Και
(3)ότι η Κατηγορούμενη 1, κατά την ίδια χρονική περίοδο, διατηρούσε τουριστικό γραφείο στην πόλη της Πάφου. Η μαρτυρία του ΜΚ1, ***** Χαραλάμπους
- Ο ΜΚ1, είναι διευθυντής του τμήματος πωλήσεων αεροπορικών εισιτηρίων της Παραπονούμενης. Κληθείς στο Δικαστήριο για να καταθέσει για τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, υποστήριξε τα εξής.
- Κατ' αρχήν, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι, η Παραπονούμενη, ανήκει στον «όμιλο εταιρειών Louis». Ο ίδιος, αρχικά εργοδοτείτο από την Louis Tourist Agency Ltd. Οι εργασίες της Louis Tourist Agency Ltd, [η οποία, στην πορεία της, άλλαξε την επωνυμία της σε Clin Co Ltd], που αφορούσαν ταξιδιωτικές υπηρεσίες [υπό την εμπορική επωνυμία, Louis Tourist Agency], τον μήνα Μάρτιο του έτους 2011 μεταφέρθηκαν στην Παραπονούμενη, όπως και η θέση εργασίας του ιδίου και ο ίδιος ως υπάλληλος. Πλέον, υποστήριξε, και έκτοτε, συνέχισε την εργασία του [και συνέχιζε, μέχρι και την ακρόαση της μαρτυρίας του από το Δικαστήριο, να εργάζεται], ως διευθυντής του τμήματος πωλήσεων αεροπορικών εισιτηρίων, στην Παραπονούμενη. Οι πελάτες της Clin Co Ltd, είχαν τότε με επιστολή της Clin Co Ltd ημερομηνίας 24/02/2011, Τεκμήριο 1, ενημερωθεί σχετικά.
- Η Κατηγορούμενη 1, που κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε ταξιδιωτικό γραφείο [και] στην Πάφο, υπήρξε πελάτης της Παραπονούμενης. Η Κατηγορούμενη 2, διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1, ήταν το πρόσωπο που είχε, στα πλαίσια της μεταξύ της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης 1 συνεργασίας, επικοινωνία με την Παραπονούμενη [μέσω αντιπροσώπων της]. Διευθυντής του γραφείου της Παραπονούμενης στην πόλη της Πάφου, ήταν ο ***** Γιαννακα. Ο ***** Γιάννακα, δεν διαμένει πλέον στην Κύπρο, ζει μόνιμα κάπου στην Αφρική και δεν μπορεί να παρουσιαστεί ο μάρτυρας της Παραπονούμενης στο Δικαστήριο.
- Η Παραπονούμενη, ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διαπιστευμένος αντιπρόσωπος της Διεθνούς Ένωσης Αεροπορικών Μεταφορών («ΙΑΤΑ») και μπορούσε, ως εκ τούτου, να εκδίδει, μέσω του συστήματος χρέωσης και πληρωμής της ΙΑΤΑ, διεθνή αεροπορικά εισιτήρια των αεροπορικών εταιρειών της εν λόγω ένωσης ή των συμμετεχόντων στο εν λόγω σύστημα χρέωσης και πληρωμής ΙΑΤΑ αεροπορικών εταιρειών. Η Κατηγορούμενη 1, δεν ήταν διαπιστευμένος αντιπρόσωπος της ΙΑΤΑ. Για τον λόγο αυτό, η Παραπονούμενη, προσήλθε σε συμφωνία με την Κατηγορούμενη 1, δια της οποίας, η Παραπονούμενη θα εξέδιδε για την Κατηγορούμενη 1 τα αεροπορικά εισιτήρια που η τελευταία είχε ανάγκη για σκοπούς των εργασιών της, και η Κατηγορούμενη 1, θα της κατέβαλλε το κόστος των αεροπορικών εισιτηρίων και υπηρεσίας του εν λόγω συστήματος χρέωσης και πληρωμής της ΙΑΤΑ που επιβαρυνόταν.
- Όπως ο ΜΚ1 υποστήριξε, στην πράξη, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, ενεργούσαν ως εξής. Η Κατηγορούμενη 1, δια της Κατηγορουμένης 2, κρατούσε τα εισιτήρια για πτήσεις που της ήταν αναγκαία για σκοπούς των εργασιών της από την πωλήτρια / πάροχο αεροπορική εταιρεία, και στην συνέχεια, επικοινωνούσε με το γραφείο της Παραπονούμενης στην πόλη της Πάφου για το γεγονός δια μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή μέσω τηλεομοιότυπου, και η Παραπονούμενη προχωρούσε, αμέσως μετά, με την έκδοση τους. Ακολούθως, η Παραπονούμενη, απέστελλε στην Κατηγορούμενη 1, τα εκδομένα αεροπορικά εισιτήρια, συνημμένα σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για εκτύπωση, μαζί και με το τιμολόγιο της για την χρέωση του κόστους του αεροπορικού εισιτηρίου και του προαναφερόμενου κόστους υπηρεσίας του εν λόγω συστήματος χρέωσης και πληρωμής της ΙΑΤΑ.
- Μέχρι και τον μήνα Μάρτιο του έτους 2010, η Κατηγορούμενη 1, πλήρωνε την τιμολόγηση που της γινόταν από την Παραπονούμενη για την χρέωση του προαναφερόμενου κόστους εισιτηρίων και υπηρεσίας του εν λόγω συστήματος χρέωσης και πληρωμής της ΙΑΤΑ, άμεσα. Από τον Απρίλιο του έτους 2010 και μετά, η Παραπονούμενη, παρείχε στην Κατηγορούμενη 1, σχετικά με τις τιμολογήσεις της για την χρέωση του προαναφερόμενου κόστους εισιτηρίων και υπηρεσίας του εν λόγω συστήματος χρέωσης και πληρωμής της ΙΑΤΑ, πίστωση [με όριο €15.000]. Η πίστωσης, ήταν για περίοδο ενός μηνός. Το γραφείο της Παραπονούμενης στην πόλη της Πάφου, απέστελλε στο τμήμα λογιστηρίου της Παραπονούμενης, στα κεντρικά της γραφεία στην Λευκωσία, αντίγραφα των τιμολογίων που εκδίδονταν στην Κατηγορούμενη 1 κατά την διάρκεια του μηνός [η πληρωμή των οποίων εκκρεμούσε], και εκεί ετοιμαζόταν σχετική κατάσταση με τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, ο οποίος και της αποστελλόταν. Η Κατηγορούμενη 1, σύμφωνα με την συμφωνία της με την Παραπονούμενη, όφειλε να εξοφλεί τις τιμολογήσεις της για την χρέωση του προαναφερόμενου κόστους εισιτηρίων και υπηρεσίας του εν λόγω συστήματος χρέωσης και πληρωμής της ΙΑΤΑ από την Παραπονούμενη, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της τιμολόγησης της (ήτοι, από την έκδοση του εισιτηρίου ή εισιτηρίων). Ο ΜΚ1, παρουσίασε στο Δικαστήριο κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 που τηρεί η Παραπονούμενη, Τεκμήριο
- Η Κατηγορούμενη 1, πλήρωνε την Παραπονούμενη, δια της Κατηγορουμένης 2, με τραπεζικές επιταγές. Η πληρωμή γινόταν στο γραφείο της Παραπονούμενης στην πόλη της Πάφου. Η Κατηγορούμενη 2, είτε επισκεπτόταν η ίδια το γραφείο της Παραπονουμένης στην πόλη της Πάφου και παρέδιδε τις τραπεζικές επιταγές της Κατηγορουμένης 1 για να γινόταν η πληρωμή, είτε επικοινωνούσε με τον υπάλληλο της Παραπονούμενης στο γραφείο της στην πόλη της Πάφου, ***** Γιάννακα, για να επισκεφτόταν αυτός το γραφείο της Κατηγορουμένης 1 και να παραλάμβανε από την Κατηγορούμενη 2 τις τραπεζικές επιταγές της Κατηγορουμένης 1 για να γινόταν η πληρωμή.
- Στην πορεία της συνεργασίας της Παραπονούμενης με την Κατηγορούμενη 1, πρόκυψαν καθυστερήσεις στην εξόφληση των τιμολογήσεων της Κατηγορούμενης 1 από την Παραπονούμενη για την χρέωση του προαναφερόμενου κόστους εισιτηρίων και υπηρεσίας του εν λόγω συστήματος χρέωσης και πληρωμής της ΙΑΤΑ από πλευράς της Κατηγορουμένης 1 και παρατηρήθηκαν από την Παραπονούμενη προβλήματα είσπραξης γενικά των οφειλόμενων της Κατηγορουμένης
- Για αυτό τον λόγο, αρχές του έτους 2012, αποφασίστηκε από την Παραπονούμενη, ότι δεν θα παρείχε πλέον στην Κατηγορούμενη 1, πίστωση, ως ανωτέρω. Η συνεργασία τους όμως θα μπορούσε να συνεχιστεί με άμεσες πληρωμές της Κατηγορουμένης 1 για της τιμολογήσεις της Παραπονούμενης για τις συναλλαγές τους.
- Μέσω του υπαλλήλου της Παραπονούμενης, από το γραφείο της στην πόλη της Πάφου, ***** Γιάννακα, η Παραπονούμενη ζήτησε από την Κατηγορούμενη 2 να μεριμνήσει για την εξόφληση από την Κατηγορούμενη 1 των οφειλόμενων της μέχρις εκείνης της στιγμής. Μετά από αρκετή πίεση, η Κατηγορούμενη 1, πλήρωσε, περί τα τέλη του μηνός Ιουνίου του έτους 2012, έναντι της οφειλής της, €1.000 και ταυτόχρονα απέστειλε στην Παραπονούμενη πέντε επιταγές της που εκδόθηκαν επί της Ελληνικής Τράπεζας για εξόφληση του υπολοίπου του χρέους της των €12.215,57, η εντολή πληρωμής των οποίων είχε μεταχρονολογηθεί. Οι εν λόγω επιταγές, παρουσιάστηκαν στην Ελληνική Τράπεζα όταν έκαστη κατέστη πληρωτέα, πληρώθηκε όμως μόνον η πρώτη σε σειρά, βάσει της μεταχρονολόγησης της εντολής πληρωμής τους, ως ανωτέρω, αξίας €2.260, οι δε υπόλοιπες τέσσερεις, δηλαδή οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, δεν πληρώθηκαν και επιστράφηκαν στην Παραπονούμενη, έκαστη με ενυπόγραφη σφραγίδα της Ελληνικής Τράπεζας με τον λόγο της μη πληρωμής τους.
- Μετά την επιστροφή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, χωρίς να τιμηθεί, και της πληροφόρησης του γεγονότος αυτού από τον ***** Γιάννακα, ο ΜΚ1 προσπάθησε να επικοινωνήσει ο ίδιος με την Κατηγορούμενη 2, όμως ανεπιτυχώς. Όταν πλέον επεστράφησαν στην Παραπονούμενη από την πληρώτρια τράπεζα απλήρωτες όλες οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, ο XXXXX Γιάννακα, προσπάθησε να πιέσει την Κατηγορούμενη 2 για να πληρώσει η Κατηγορούμενη 1 την οφειλή της, χωρίς όμως ανταπόκριση από πλευράς τους. Τότε, ελήφθη από την Παραπονούμενη η απόφαση λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και
- Στις 06/11/2012, η Κατηγορούμενη 2, επικοινώνησε με τον ΜΚ1 και του ζήτησε να μην προωθηθούν νομικά μέτρα εναντίον της και της Κατηγορούμενης 1, και να τους διδόταν χρόνος δύο εβδομάδων για διευθέτηση της οφειλής της Κατηγορουμένης
- Όταν και ο χρόνος αυτός που δόθηκε από την Παραπονούμενη στην Κατηγορούμενη 1 παρήλθε, χωρίς υλοποίηση των όσων η Κατηγορούμενη 2 είχε υποσχεθεί, προωθήθηκε τελικά η υπόθεσης στους δικηγόρους της Παραπονούμενης για την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και
- Ουδέποτε η Κατηγορούμενες 1 και 2, στις επικοινωνίες τους με την Παραπονούμενη, ισχυρίστηκαν ότι, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 δεν ήταν πραγματικό, ή αμφισβήτησαν αυτό, ή ισχυρίστηκαν ότι η Κατηγορούμενη 1 είχε υπερχρεωθεί από την Παραπονούμενη σχετικά με τις αγορές της.
- Ο ΜΚ1, σχετικά με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως Τεκμήρια 7 και 8, επιστολές της Παραπονούμενης προς την Κατηγορούμενη 2, ημερομηνίας 06/03/2012 και 08/03/2012 αντίστοιχα. Η μαρτυρία της ΜΚ2, ***** Δαμιανού
- Η ΜΚ2, είναι η Βοηθός Αρχιλογιστή της Παραπονούμενης στο Τμήμα Λογιστηρίου της που εδρεύει στα κεντρικά της γραφεία στην πόλη της Λευκωσίας. Κληθείσα στο Δικαστήριο ως μάρτυρας για την υπόθεση της Παραπονούμενης, κατέθεσε τα εξής:
- Στα καθήκοντα του Τμήματος Λογιστηρίου της Παραπονούμενης, στο οποίο, ως προαναφέρθηκε, υπάγεται, είναι ο χειρισμός λογαριασμών πελατών της Παραπονουμένης, μεταξύ των οποίων ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο για αυτή την υπόθεση, -ήτοι, την περίοδο των ετών 2010 - 2012-, και ο λογαριασμός της Κατηγορουμένης
- Η ΜΚ2, επεξήγησε πως γενικά λειτουργούσε το Τμήμα Λογιστηρίου της Παραπονούμενης, κατά τον επίδικο χρόνο, σχετικά με την τιμολόγηση και τήρηση λογαριασμών πελατών της. Όπως υποστήριξε, τα γραφεία της Παραπονούμενης, που λειτουργούσαν σε διάφορες πόλεις της Κύπρου, τιμολογούσαν τους πελάτες της Παραπονούμενης, για τα αεροπορικά εισιτήρια που η τελευταία τους εξέδιδε και στην συνέχεια, απέστελλαν τα τιμολόγια αυτά, στο Τμήμα Λογιστηρίου της Παραπονούμενης στα κεντρικά της γραφεία στην πόλη της Λευκωσίας, μέσω διεπαφής των συστημάτων λειτουργίας τους («interface»), για καταχώρηση στην μερίδα του κάθε πελάτη. Τηρείτο, δηλαδή, κατάσταση λογαριασμού πελάτη, στην οποία γίνονταν οι καταχωρήσεις των εκδοθέντων τιμολογίων, οι καταχωρήσεις των διαφόρων πληρωμών προς εξόφληση τους (η οποία γινόταν, όταν στον πελάτη η Παραπονούμενη πωλούσε αεροπορικά εισιτήρια επί πιστώσει, ξεκινώντας από την παλαιότερη χρονολογικά χρέωση) και τυχόν πιστώσεις λόγω επιστροφής αεροπορικών εισιτηρίων.
- Η Παραπονούμενη, από το έτος 2010 και μετά, μέχρι και τον τερματισμό της διευθέτησης αυτής, τηρούσε για την Κατηγορούμενη 1, λογαριασμό επί πιστώσει, σχετικά με τις αγορές που η τελευταία προέβαινε από την Παραπονούμενη, αεροπορικών εισιτηρίων. Οι πληρωμές της Κατηγορούμενης 1, ήταν, ως εκ τούτου, κατά την εν λόγω περίοδο, έναντι του υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού της. Πριν το έτος 2010, οι σχετικές τιμολογήσεις της Παραπονούμενης της Κατηγορούμενης 1, εξοφλούνταν από την Κατηγορούμενη 1, άμεσα.
- Αρχές του έτους 2012, πληροφορήθηκε από τον ΜΚ1, ότι, η συνεργασία της Παραπονούμενης με την Κατηγορούμενη 1, δεν θα ήταν πλέον επί πιστώσει και ότι, η Κατηγορούμενη 1, για τις όποιες αγορές αεροπορικών εισιτήριων προέβαινε από την Παραπονούμενη, θα έπρεπε να πλήρωνε άμεσα. Λόγω τούτου, της είχε ζητηθεί από τον ΜΚ1 να τον πληροφορήσει, για το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης
- Έλεγχος της κατέδειξε ότι, η Κατηγορούμενη 1, είχε υπόλοιπο στον λογαριασμό της, €14.435,
- Συγκεκριμένα, τριάντα οκτώ τιμολόγια της Παραπονούμενης, της Κατηγορούμενης 1 (βλ. Τεκμήριο 9), παρέμεναν ανεξόφλητα. Λόγω κάποιων πληρωμών της Κατηγορούμενης 1 και πιστωτικών σημειώσεων της Παραπονούμενης προς όφελος της Κατηγορούμενης 1 λόγω επιστροφής κάποιων αεροπορικών εισιτηρίων που αγοράστηκαν από την τελευταία, σε ότι αφορούσε αυτά, το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, μέχρι και το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2012, που διενεργήθηκε ο έλεγχος της, ήταν, ως προαναφέρθηκε, €14.435,
- Ως σχετικό, με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της, η ΜΚ2, παρουσίασε και το πιστωτικό σημείωμα που η Κατηγορούμενη 1 εξέδωσε προς όφελος της Παραπονουμένης, Τεκμήριο
- Η τελευταία αγορά της Κατηγορούμενης 1 από την Παραπονούμενη, αεροπορικού εισιτηρίου επί πιστώσει, ήταν, ως φαίνεται και από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, την 31/01/
- Η ΜΚ2, κατέθεσε στο Δικαστήριο και σχετικά με το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 κατά την 31/12/2011, -το οποίο ήταν, υποστήριξε, €13.672,55-, και πως τούτο εξοφλήθηκε περί το τέλος του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2012, μετά από πληρωμές της Κατηγορούμενης 1 έναντι του, και πιστωτικά σημειώματα που η Παραπονούμενη εξέδωσε προς όφελος της Κατηγορουμένης 1 λόγω επιστροφών αεροπορικών εισιτηρίων που η τελευταία είχε αγοράσει. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, η ΜΚ1, κατέθεσε τα Τεκμήρια 10, 11 και
- Όπως η ΜΚ2 ισχυρίστηκε, μετά που η Κατηγορούμενη 1 πληροφορήθηκε για το υπόλοιπο του λογαριασμού της, ως ανωτέρω, από τον ***** Γιάννακα από το γραφείο της Παραπονούμενης στην πόλη της Πάφου, πλήρωσε στην Παραπονούμενη, στις 29/06/2012 με μετρητά, το ποσό των €1.000, και με τραπεζική επιταγή στις 31/07/2012, το ποσό των €2.600, μειώνοντας το υπόλοιπο του λογαριασμού της στις €11.175,
- Η Κατηγορούμενη 1, προς εξόφληση του εν λόγω ποσού των €11.175,57, εξέδωσε και παρέδωσε στην Παραπονούμενη τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα τους, λόγω ανάκλησης της εντολής πληρωμής τους από την Κατηγορούμενη
- Σχετικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς της, είναι τα Τεκμήρια 13 και 14, που η ΜΚ2 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Πιστεύει ότι, ο πραγματικός λόγος για την ανάκληση της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, από την Κατηγορούμενη 1, ήταν για να αποφύγει το ενδεχόμενο ο λογαριασμός της να καταχωρείτο στο Κ. Α. Π., λόγω αδυναμίας της να τις τιμήσει.
- Η Κατηγορούμενη 1, ποτέ δεν είχε προβάλει ισχυρισμό ότι είχε υπερχρεωθεί από την Παραπονούμενη. Επικοινωνία με το Τμήμα Λογιστηρίου της Παραπονουμένης ή με την ΜΚ2, από πλευράς Κατηγορουμένης 1, με τέτοιο αντικείμενο προς συζήτηση, δεν υπήρξε ποτέ. Επαλήθευση του υπολοίπου του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, της ζητήθηκε για πρώτη φορά, λόγω σχετικού ισχυρισμού της Κατηγορούμενης 1, αρχές του έτους
- Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της αυτού, η ΜΚ2, παρουσίασε στο Δικαστήριο, μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που εσωτερικά ανταλλάχθηκαν μεταξύ αντιπροσώπων της Παραπονούμενης, σε ανύποπτο χρόνο και κατά την επίδικη περίοδο, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 15 και
- Σε αυτά, καμία τέτοια αναφορά, που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς της Κατηγορούμενης 1, δεν γίνεται. Όπως η ΜΚ2, υποστήριξε, παραξενεύει ο ισχυρισμός της Κατηγορουμένης 1, ότι έχει υπερχρεωθεί στον λογαριασμό της από την Παραπονούμενη, καθότι, μετά την αποστολή από την Παραπονούμενη στις 06/03/2012 και 08/05/2012, προς την Κατηγορούμενη 2, των επιστολών της Τεκμήρια 7 και 8, στις οποίες αναφερόταν το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, οι Κατηγορούμενες 1 και 2, αντί να διαμαρτυρηθούν, εφόσον υποστηρίζουν ότι η Κατηγορούμενη 1 υπερχρεώθηκε, προχώρησαν με πληρωμή από την Κατηγορούμενη 1, του ποσού των €1.000 στις 29/06/2012 και του ποσού των €2.600 στις 31/07/
- Περαιτέρω, και προς υποστήριξη του ισχυρισμού της περί παραδοξότητας της εν λόγω θέσης της Κατηγορουμένης 1 για τα γεγονότα, η ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο δύο τιμολόγια της Παραπονούμενης της Κατηγορούμενης 1, ημερομηνίας 22/08/2012 και 28/08/2012, Τεκμήρια 17 και 18 αντίστοιχα, συνολικής αξίας €2.019,09, τα οποία, όπως η ΜΚ2 υποστήριξε, η Κατηγορούμενη 1, τα εξόφλησε στην Παραπονούμενη, πληρώνοντας την με μετρητά. Αν όντως, η Κατηγορούμενη 1, είχε λόγο να πιστεύει, υποστήριξε η ΜΚ2, ότι η Παραπονούμενη την υπερχρέωνε, δεν θα προέβαινε σε αγορές αεροπορικών εισιτηρίων από την Παραπονούμενη τέτοιας αξίας. Και μάλιστα, σε χρόνο, ως προκύπτει από τα γεγονότα, μετά που η Κατηγορούμενη 1 ανακάλεσε κάποια από τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6 [και συγκεκριμένα, την πρώτη χρονολογικά πληρωτέα επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3], λόγω, ως κατά την δίκη φαίνεται να πρόβαλε η Κατηγορούμενη 1, της προαναφερόμενης ισχυριζόμενης υπερχρέωσης της.
- Η Παραπονούμενη, ισχυρίστηκε περαιτέρω η ΜΚ2, από την αρχή της συνεργασίας της με την Παραπονούμενη, και πάντοτε [μέχρι που τερματίστηκε η συνεργασία τους], τιμολογούσε την Κατηγορούμενη 1 για το κόστος υπηρεσίας του εν λόγω συστήματος χρέωσης και πληρωμής της ΙΑΤΑ, €
- Μόνο όταν η Κατηγορούμενη 1 αγόραζε αεροπορικά εισιτήρια για ομάδες πελατών της, δηλαδή, μεγάλο αριθμό, μπορούσε να της γινόταν σε ότι αφορούσε αυτό, κάποια έκπτωση. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της, η ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε, τα Τεκμήρια από 19 μέχρι και 26, που είναι τιμολόγια της Παραπονουμένης της Κατηγορούμενης 1, που εκδόθηκαν τα έτη 2010 και 2011 (τέσσερα για κάθε χρονιά), στα οποία παρουσιάζεται η εν λόγω χρέωση της Κατηγορούμενης 1 για το κόστος υπηρεσίας του εν λόγω συστήματος χρέωσης και πληρωμής της ΙΑΤΑ, €
- Περαιτέρω, η Παραπονούμενη, εξασφάλισε υπέρ της και εναντίον της Κατηγορούμενης 1, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο χρέος της Κατηγορούμενης 1 των €11.175,57, σε σχέση με το οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στα πλαίσια της πολιτικής Αγωγής με αρ. 3870/2012, στις 11/10/2016, δηλωτικό της οποίας παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η μαρτυρία του ΜΚ3, ***** Στυλιανίδη
- Ο ΜΚ3, είναι υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας από το έτος
- Κληθείς στο Δικαστήριο για να καταθέσει για την υπόθεση της Παραπονούμενης, ο ΜΚ3 ανέφερε τα εξής:
- Κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν τοποθετημένος στο υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας με αρ. 597, που βρίσκεται στην περιοχή του Δικαστηρίου της πόλης της Πάφου. Κατείχε την θέση του διευθυντή του υποκαταστήματος. Η Κατηγορούμενη 1, ήταν πελάτης της Ελληνικής Τράπεζας στο συγκεκριμένο υποκατάστημα της.
- Ο λογαριασμός της Κατηγορουμένης 1 στην Ελληνική Τράπεζα επί του οποίου εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, ήταν τρεχούμενος με όριο παρατραβήγματος €20.
- Μοναδικός εξουσιοδοτημένος υπογραφέας για σκοπούς διαχείρισης και δέσμευσης της Κατηγορουμένης 1 για τα του εν λόγω λογαριασμού της, ήταν η Κατηγορούμενη
- Ο ΜΚ3, προς απόδειξη τούτου, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως Τεκμήριο 30, έγγραφο από το αρχείο της Ελληνικής Τράπεζας, που παρουσιάζει δείγμα της υπογραφής της Κατηγορουμένης 2 που λήφθηκε από αυτήν.
- Από το έτος 2010 και εντεύθεν, οι τράπεζες εφαρμόζουν την εξής πολιτική, σχετικά με την παρουσίαση προς πληρωμή τραπεζικών επιταγών. Οι επιταγές που κατατίθενται σε λογαριασμό του δικαιούχου σε άλλη εμπορική τράπεζα από την τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν οι επιταγές, κρατούνται από την τράπεζα αυτή και αποστέλλεται στην τράπεζα επί των οποίων αυτές είναι εκδομένες, σάρωση τους, και αναλόγως των δεδομένων που τις αφορά, όπως και αυτών του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκαν, η πληρώτρια τράπεζα αποστέλνει στην τράπεζα του δικαιούχου τι να πράξει με τις εν λόγω επιταγές.
- Σχετικά με τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, ο ΜΚ3, κατέθεσε τα εξής.
- Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, κατατέθηκε στην Λαϊκή Τράπεζα για να πληρωθεί. Η Λαϊκή Τράπεζα, σάρωσε την εν λόγω επιταγή και την απέστειλε στην Ελληνική Τράπεζα, και το υπεύθυνο τμήμα της Ελληνικής Τράπεζας διαχείρισης τραπεζικών λογαριασμών, έδωσε στην Λαϊκή Τράπεζα, μετά από έλεγχο -γίνεται, ανέφερε, τεχνικός έλεγχος, δηλαδή αν υπάρχει τεχνικός λόγος για την μη πληρωμή της επιταγής, ή αν έχει γίνει ανάκληση της εντολής πληρωμής της, και τέλος, αν δεν υπάρχει οποιοδήποτε τέτοιο ζήτημα, ελέγχεται αν υπάρχουν τα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της-, οδηγίες να μην πληρωθεί και για ποιόν λόγο, -ο οποίος ήταν ανάκληση της εντολής πληρωμής της από τον εκδότη της επιταγής-, και ακολούθως, η Λαϊκή Τράπεζα σφράγισε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, με την εν λόγω δικαιολογία.
- Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 4, κατατέθηκε στην Λαϊκή Τράπεζα για να πληρωθεί. Ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία, ως και στην περίπτωση της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 3, και η Λαϊκή Τράπεζα, μετά από σχετικές οδηγίες της Ελληνικής Τράπεζας, σφράγισε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 4, με τις ενδείξεις, ανάκληση της εντολής πληρωμής της από τον εκδότη της επιταγής και παγοποιημένος λογαριασμός («Κ.Α.Π.»).
- Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 5, κατατέθηκε στην Λαϊκή Τράπεζα για να πληρωθεί. Ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία, ως και στην περίπτωση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3 και 4, και η Λαϊκή Τράπεζα, μετά από σχετικές οδηγίες της Ελληνικής Τράπεζας, σφράγισε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 5, με τις ενδείξεις, ανάκληση της εντολής πληρωμής της από τον εκδότη της επιταγής και η υπογραφή διαφέρει από την υπογραφή του εκδότη της επιταγής.
- Τα ίδια, ανέφερε ο ΜΚ3, δηλαδή, ως ακριβώς και με την περίπτωση της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 5, ισχύουν και σε ότι αφορά την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο
- Όπως περαιτέρω ο ΜΚ3 ανέφερε, η Κατηγορούμενη 2, έδωσε στην Ελληνική Τράπεζα, για την Κατηγορούμενη 1, οδηγίες ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6 αντίστοιχα, συμπληρώνοντας το σχετικό έντυπο, στο οποίο κατέγραψε και τον λόγο της Κατηγορουμένης 1 για την μη πληρωμή τους. Ο λόγος που δόθηκε από την Κατηγορούμενη 1 στην Ελληνική Τράπεζα για τις οδηγίες της ανάκλησης της εντολής της προς αυτήν για πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, ήταν «οικονομικές διαφορές». Ακολούθως, η Ελληνική Τράπεζα, καταχώρησε στο σύστημα της, τις προαναφερόμενες οδηγίες της Κατηγορούμενης 1 και όταν αυτές παρουσιάστηκαν για να πληρωθούν, μέσω της Λαϊκής Τράπεζας, η Ελληνική Τράπεζα ενήργησε ως προαναφέρθηκε. Ο ΜΚ3, παρουσίασε πιστό αντίγραφο του εν λόγω εντύπου οδηγιών της Κατηγορουμένης 1, ανάκλησης της εντολής της προς την Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, στο Δικαστήριο, και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την κατάσταση του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, την οποία ο ΜΚ3 παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 32, στις 16/08/2012, την ακριβώς προηγούμενη ημέρα που δόθηκαν οι προαναφερόμενες οδηγίες της Κατηγορουμένης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα, ανάκλησης της εντολής της για πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, είχε επιστραφεί επιταγή της Κατηγορούμενης 1 σε δικαιούχο της, απλήρωτη, με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη της επιταγής (refer to drawer)», αξίας €38.
- Σύμφωνα και με την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 4, ο λογαριασμός της Κατηγορουμένης 1, καταχωρήθηκε στο Κ. Α. Π. Ήταν στο Κ. Α. Π. από 21/08/2012 και συνέχιζε μέχρι και την μαρτυρία του στο Δικαστήριο να βρίσκεται στο Κ. Α. Π. Αυτό, εξήγησε ο ΜΚ3, σημαίνει ότι, η Κατηγορούμενη 1 δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιεί το βιβλιάριο επιταγών της. Όπως ο ΜΚ3 διευκρίνισε, ένας λογαριασμός, δεν καταχωρείται στο Κ. Α. Π., αν γίνει ανάκληση της εντολής πληρωμής μίας επιταγής προτού αυτή παρουσιαστεί στην πληρώτρια τράπεζα της για να τιμηθεί. Αν η επιταγή παρουσιαστεί για να πληρωθεί και δεν τιμηθεί και επιστραφεί στον δικαιούχο της, εκ νέου κατάθεσης της για να πληρωθεί, χωρίς και πάλι να υπάρχουν τα διαθέσιμα κεφάλαια για την τίμηση της, οδηγεί σε καταχώριση του λογαριασμού στο Κ. Α. Π. Στην προκείμενη περίπτωση, σε ότι αφορούσε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, οι οδηγίες της Κατηγορουμένης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα, ανάκλησης της εντολής της για την πληρωμή τους, δόθηκαν, προτού αυτές παρουσιαστούν για να πληρωθούν. Η μαρτυρία της ΜΚ4, ***** Κυριάκου
- Η ΜΚ4, είναι επίσης τραπεζικός υπάλληλος στην υπηρεσία της Ελληνικής Τράπεζας, τοποθετημένη επίσης στο υποκατάστημα της με αρ. 597 στο τμήμα εξυπηρέτηση πελατών, που βρίσκεται στην περιοχή του Δικαστηρίου της πόλης της Πάφου. Κληθείσα στο Δικαστήριο για να καταθέσει για την υπόθεση της Παραπονούμενης, ανέφερε τα εξής.
- Η Κατηγορούμενη 1 ήταν πελάτης της Ελληνικής Τράπεζας στο συγκεκριμένο υποκατάστημα. Η Κατηγορούμενη 2 ήταν η διαχειριστής του λογαριασμού που η Κατηγορούμενη 1 διατηρούσε με την Ελληνική Τράπεζα. Γνωρίζει την Κατηγορούμενη 2 από τις συναλλαγές της στο εν λόγω υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας με την Τράπεζα.
- Οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, είναι επιταγές που εξέδωσε η Κατηγορούμενη 1 από τον εν λόγω λογαριασμό. Σύμφωνα με την ενυπόγραφη σφραγίδα που κάθε μία από αυτές φέρει, δεν έχουν τιμηθεί για τους λόγους που αναφέρονται στην σφράγιση.
- Στις 17/08/2012, η Κατηγορούμενη 2, υπέγραψε στην ΜΚ4, στο προαναφερόμενο υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας, το έντυπο με τις οδηγίες της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 31, για την ανάκληση της εντολής της Κατηγορουμένης 1 για μη πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και
- Με το εν λόγω έντυπο, Τεκμήριο 31, η Κατηγορούμενη 1 έδωσε τον ίδιο λόγο για την ανάκληση της εντολής πληρωμής όλων των επιταγών, που ήταν, «οικονομικές διαφορές». Η μαρτυρία της Κατηγορούμενης 2
- Η Κατηγορούμενη 2, επιχειρεί στον τομέα του τουρισμού από το
- Από το έτος 2009, αυτό το πράττει μέσω της Κατηγορούμενης 1, της οποίας είναι διοικητικός σύμβουλος. Διατηρεί ταξιδιωτικό γραφείο στην πόλη της Πάφου. Με την Παραπονούμενη, είχε συνεργασία πολλών ετών, τόσο προσωπικά, αρχικά, όσο και μέσω της Κατηγορούμενης 1, μεταγενέστερα.
- Περί το έτος 2008, ξεκίνησε η συνεργασία της Κατηγορούμενης 1 με την Παραπονούμενη για την αγορά αεροπορικών εισιτηρίων, λόγω του ότι, η Παραπονούμνη, ήταν αδειοδοτημένη αντιπρόσωπος της ΙΑΤΑ, ενώ η Κατηγορούμενη 1 όχι, και η αγορά αεροπορικών εισιτηρίων, γίνεται μόνο από αδειοδοτημένους αντιπροσώπους της ΙΑΤΑ.
- Διευθυντής του γραφείου της Παραπονούμενης στην πόλη της Πάφου, ήταν ο ***** Γιάννακας.
- Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, είχαν το ίδιο λογιστικό πρόγραμμα και ταξιδιωτικό σύστημα. Η Κατηγορούμενη 1, εξέδιδε, μέσω της, εντολές από το λογιστικό της σύστημα (στις οποίες περιλαμβάνονταν, όνομα ταξιδιώτη, ναύλο, φόροι αεροδρομίου, κόστος υπηρεσίας έκδοσης εισιτηρίου και κωδικός κρατήσεως), στην βάση των οποίων η Παραπονούμενη εξέδιδε τα αεροπορικά εισιτήρια. Οι εν λόγω εντολές της Κατηγορούμενης 1, αποστέλλονταν στην Παραπονούμενη δια τηλεομοιοτυπικής μεταφοράς, στο γραφείο της στην πόλη της Πάφου. Η Παραπονούμενη, απλά έκανε αποδεκτές τις εντολές της Κατηγορούμενης 1, και η Κατηγορούμενη 1, εφόσον είχε με την Παραπονούμενη το ίδιο ταξιδιωτικό σύστημα, τύπωνε η ίδια τα αεροπορικά εισιτήρια.
- Οι πληρωμές των αεροπορικών εισιτηρίων που η Παραπονούμενη εξέδιδε για την Κατηγορούμενη 1, γίνονταν, κάθε δεκαπέντε ημέρες, με τραπεζικές επιταγές. Η Κατηγορούμενη 1, ποτέ δεν πλήρωνε την Παραπονούμενη, αμέσως για τα εισιτήρια που της εξέδιδε.
- Το κόστος για την προαναφερόμενη υπηρεσία («service fee») της Παραπονούμενης προς την Κατηγορούμενη 1, είχε, περί το έτος 2008, συμφωνηθεί με τον ***** Γιάννακα, ότι θα ήταν, €
- Εντούτοις, περί το έτος 2009, η Παραπονούμενη, απροειδοποίητα, αύξησε το κόστος για την προαναφερόμενη υπηρεσία, στα €
- Η Κατηγορούμενη 1, μέσω της, διαμαρτυρήθηκε.
- Το έτος 2012, η Παραπονούμενη, απαίτησε την άμεση πληρωμή των αεροπορικών εισιτηρίων, πριν τα χρονοδιαγράμματα που έθεταν οι αεροπορικές εταιρείες. Μάλιστα, μαζί, απαίτησε και το κόστος του προαναφερόμενου αυξημένου κόστους υπηρεσίας των €
- Η Κατηγορούμενη 2, προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε, την επιστολή της Παραπονούμενης ημερομηνίας 21/01/2012, Τεκμήριο
- Η Κατηγορούμενη 1, ποτέ προηγουμένως δεν πλήρωσε την Παραπονούμενη, άμεσα για τα εισιτήρια που της έκδιδε, παρά μόνο το έπραξε, τους μήνες Ιανουάριος και Φεβρουάριος του έτους 2012, εφόσον η Κατηγορούμενη 1, μέσω της, είχε, λόγω αυτής της απαίτησης της Παραπονούμενης, αποφασίσει τον τερματισμό της συνεργασίας της με την Παραπονούμενη.
- Λόγω του ότι, κατά περιόδους, απουσίαζε στο εξωτερικό για εργασίες της Κατηγορούμενης 1 (συνόδευε τις ομάδες τουριστών, πελάτες της, στα οργανωμένα ταξίδια) και δημιουργείτο πρόβλημα με τις πληρωμές της Κατηγορουμένης 1 των αεροπορικών εισιτηρίων που αγόραζε μέσω της Παραπονούμενης, συμφώνησε με τον ***** Γιάννακα, προφορικά, να του έδιδε κενές τραπεζικές επιταγές της Κατηγορουμένης 1, χωρίς ημερομηνία, αλλά υπογραμμένες από αυτήν, για να τις συμπλήρωνε αυτός όποτε έπρεπε να γίνει η πληρωμή από την Κατηγορούμενη 1 των αεροπορικών εισιτηρίων. Γνώριζε πολύ καλά, επεσήμανε, τις αρνητικές συνέπειες της μη τήρησης των κανονισμών σχετικά με τα χρονοδιαγράμματα πληρωμής αεροπορικών εισιτηρίων μέσω της ΙΑΤΑ, που ήταν πολύ αυστηρά. Ενήργησε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, καθότι, η εν λόγω διευθέτηση, εξυπηρετούσε, τόσο την Παραπονούμενη, όσο και την ίδια. Την Παραπονούμενη, επειδή απαλειφόταν ο κίνδυνος, μη εμπρόθεσμής, βάσει του συστήματος της ΙΑΤΑ, πληρωμής των αεροπορικών εισιτηρίων που η Κατηγορούμενη 1 αγόραζε μέσω της Παραπονούμενης. Και την ίδια, επειδή στο γραφείο της Κατηγορούμενης 1, δούλευε μόνη της. Εις αντάλλαγμα μάλιστα, για αυτή την εξυπηρέτηση της Κατηγορούμενης 1 από την Παραπονούμενη, είχε συμφωνήσει με τον ***** Γιάννακα, την προμήθεια της Κατηγορούμενης 1 από τις ετήσιες πωλήσεις αεροπορικών εισιτηρίων, -ένα πόσο της τάξης των €6.000 - €8.000-, να το κρατούσε η Παραπονούμενη.
- Αυτή, υποστήριξε, ήταν μία διευθέτηση, που ξεκίνησε την εφαρμογή της, από το έτος
- Στην βάση αυτής διευθέτησης, τις πληρωμές των αεροπορικών εισιτήριων για την Κατηγορούμενη 1, σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα της ΙΑΤΑ, τις έκανε το γραφείο της Παραπονούμενης στην πόλη της Πάφου. Πίστευε ότι, εφόσον τα λογιστικά προγράμματα Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, ήταν τα ίδια, ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.
- Περί τα τέλη του έτους 2010, ή αρχές του 2011, ετοίμασε το πρόγραμμα οργανωμένων ταξιδιών της Κατηγορούμενης 1 για το έτος
- Έκανε, για αυτό τον σκοπό, τις σχετικές κρατήσεις των αεροπορικών εισιτηρίων, και ετοίμασε τα απαιτούμενα έγγραφα που αφορούσαν τις αερογραμμές και τα οποία έπρεπε να υπογραφτούν και από την Παραπονούμενη. Η Παραπονούμενη όμως, όπως της είχε αναφέρει ο ***** Γιάννακα, που την είχε επισκεφτεί στο γραφείο της Κατηγορουμένης 1 για αυτό το ζήτημα, αρνείτο να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα, λόγω εντολής του ΜΚ1, ***** Χαραλάμπους, η οποία έλεγε ότι η Κατηγορούμενη 1, σύμφωνα με νέα απόφαση / πολιτική της Παραπονούμενης, έπρεπε να προπληρώσει τα ποσά για τα αεροπορικά εισιτήρια που κράτησε, ως ανωτέρω. Πρώτη φορά άκουγε για τον ΜΚ1, ***** Χαραλάμπους, με τον οποίο δεν είχε ποτέ συνομιλήσει ή συναντηθεί. Διαμαρτυρήθηκε για την αλλαγή, και τελικά, με τον ***** Γιάννακα, στον οποίο έδωσε τότε κενές επιταγές της Κατηγορουμένης 1 χωρίς ημερομηνία αλλά υπογραμμένες από αυτήν για τις πληρωμές των αεροπορικών εισιτηρίων που η Κατηγορούμενη 1 θα αγόραζε μέσω της Παραπονούμενης, συμφώνησαν ότι, ο ***** Γιάννακα, θα συμπλήρωνε τις επιταγές της Κατηγορουμένης 1 για σκοπούς έκδοσης και πληρωμής των αεροπορικών εισιτηρίων βάσει των χρονοδιαγραμμάτων της ΙΑΤΑ, όπως γινόταν και προηγουμένως κατά την συνεργασία τους και όχι διαφορετικά. Κάποιες ημέρες μετά, της τηλεφώνησε ο ΜΚ1, ***** Χαραλάμπους, με τον οποίο μιλούσε για πρώτη φορά και της επανέλαβε ότι, σύμφωνα με την νέα απόφαση / πολιτική της Παραπονούμενης, η Παραπονούμενη, δεν θα υπέγραφε τα συμβόλαια για τον προγραμματισμό των οργανωμένων ταξιδιών της Κατηγορούμενης 1 για το έτος 2011, ως ανωτέρω, αν η Κατηγορούμενη 1 δεν προπλήρωνε τα ποσά για τα αεροπορικά εισιτήρια που κράτησε, ως ανωτέρω. Διαμαρτυρήθηκε έντονα, καθότι, η Κατηγορούμενη 1 έπρεπε να εκταμιεύσει ένα πολύ μεγάλο ποσό, για αεροπορικά εισιτήρια που η Παραπονούμενη δεν είχε πληρώσει και των οποίων η απαίτηση πληρωμής θα πρόκυπτε μήνες μετά. Ειδικότερα, διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι δεν είχε ειδοποιηθεί εγκαίρως ώστε να είχε χρόνο να ενεργήσει διαφορετικά. Τα αεροπορικά εισιτήρια, ήταν αναγκαίο για την Κατηγορούμενη 1 να κρατηθούν, για να γίνει το πρόγραμμα των οργανωμένων ταξιδιών της Κατηγορούμενης 1 για το έτος 2011, και λόγω τούτου και υπό το καθεστώς της πίεσης αυτής από τις περιστάσεις, η Κατηγορούμενη 1, πλήρωσε στην Παραπονούμενη €62.843,
- Για το ζήτημα αυτό, μίλησε στον ***** Γιάννακα στον οποίο ανέφερε ότι, αυτή η νέα απόφαση / πολιτική της Παραπονούμενης, αν δεν άλλαζε, θα οδηγούσε σε τερματισμό την συνεργασία τους, και ο ***** Γιάννακα, αναγνωρίζοντας το δίκαιο της θέσης της, υποσχέθηκε ότι, λόγω του ότι η Κατηγορούμενη 1 ήταν η καλύτερη συνεργάτιδα της Παραπονούμενης στην πόλη της Πάφου, θα φρόντιζε να αλλάξει. Περί τα τέλη του έτους 2011, διερεύνησε ξανά το ζήτημα με τον ***** Γιάννκα, ο οποίος της ανέφερε ότι δεν είχε οτιδήποτε καινούριο σχετικά με την νέα απόφαση / πολιτική της Παραπονούμνεης. Λόγω τούτου, ξεκίνησε διαδικασία εξεύρεσης καινούριου συνεργάτη για την Κατηγορούμενη 1, αδειοδοτημένου της ΙΑΤΑ, για σκοπούς έκδοσης των αεροπορικών εισιτηρίων που ήταν απαραίτητα για τις εργασίες της Κατηγορούμενης
- Περί τα τέλη του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2012, ενημέρωσε τον ***** Γιαννακα, ότι η Κατηγορούμενη 1 τερμάτιζε την συνεργασία της με την Παραπονούμενη, αγοράς αεροπορικών εισιτηρίων, με έναρξη από 29/02/
- Είχε εξεύρει νέο συνεργάτη, το Leda Travel, με τον οποίο πράγματι ξεκίνησε συνεργασία από 01/03/
- Αυτό κοινοποιήθηκε και στις τότε Κυπριακές Αερογραμμές, από τις οποίες η Κατηγορούμενη 1 κρατούσε αεροπορικά εισιτήρια για το πρόγραμμα των οργανωμένων ταξιδιών της. Προς τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού της, η Κατηγορούμενη 2, παρουσίασε στο Δικαστήριο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το οποίο απέστειλε στις Κυπριακές Αερογραμμές στις 29/02/2012, Τεκμήριο
- Κατ' εκείνη την περίοδο, έλαβε από την Παραπονούμενη, από τα κεντρικά γραφεία της στην πόλη της Λευκωσίας, καταστάσεις του λογαριασμού της, οι οποίες έδειχναν ότι η Κατηγορούμενη 1 όφειλε στην Παραπονούμενη χρήματα. Από τις εν λόγω καταστάσεις, φαινόταν ότι το λογιστικό σύστημα της Παραπονουμένης, στα κεντρικά της γραφεία στην πόλη της Λευκωσίας, ήταν διαφορετικό από αυτό του γραφείου της στην πόλη της Πάφου.
- Επικοινωνία τότε, για το ζήτημα αυτό, είχε με την υπάλληλο της Παραπονούμενης, ***** Αναστασιάδη, από τα κεντρικά γραφεία της Παραπονούμενης στην πόλη της Λευκωσίας. Η ***** Αναστασιάδη, στις 10/07/2012, της απέστειλε δια τηλεομοιοτυπικής μεταφοράς, κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1, που έδειχνε ότι, η Κατηγορούμενη 1, είχε, σχετικά με αγορές αεροπορικών εισιτηρίων που έκανε μέσω της Παραπονούμενης την περίοδο 22/12/2011 - 29/06/2012, οφειλόμενο υπόλοιπο, €13.435,
- Οι καταχωρήσεις που παρουσίαζε η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, δεν της ήταν κατανοητές και έδειχνε ότι διέφεραν από τις καταστάσεις λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1 που της είχαν σταλεί από το γραφείο της Παραπονούμενης στην πόλη της Πάφου, όπως επίσης διέφεραν και από τις καταστάσεις λογαριασμού που τηρούσε και η ίδια η Κατηγορούμενη
- Υπέδειξε στην εν λόγω ***** Αναστασιάδου το προκύψαν ζήτημα και την ανάγκη για γενικό έλεγχο, αναφέροντας της επίσης ότι, η Κατηγορούμενη 1, δεν μπορούσε να όφειλε στην Παραπονούμενη χρήματα, εφόσον, το ίδιο το γραφείο της Παραπονούμενης στην πόλη της Πάφου έκανε, μέσω του ***** Γιάννακα, τις πληρωμές για τα αεροπορικά εισιτήρια που η Κατηγορούμενη 1 αγόραζε μέσω της Παραπονούμενης. Ειδικότερα για το έτος 2012, εφόσον, κατ' εκείνη την περίοδο, η Κατηγορούμενη 1 προπλήρωνε την Παραπονούμενη με την κράτηση των αεροπορικών εισιτηρίων, όπως της είχε ζητηθεί, βάσει την νέας απόφασης / πολιτικής της Παραπονούμενης.
- Στην συνέχεια, ζήτησε από την Τράπεζα της Κατηγορούμενης 1, καταστάσεις του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 για τα έτη 2010 και 2011, και μετά από έλεγχο, διαπίστωσε ότι, αντί ο λογαριασμός της Κατηγορουμένης 1, να έχει πιστωτικό υπόλοιπο περί τις €70.000, είχε χρεωστικό υπόλοιπο. Αποφάσισε να αναθέσει το ζήτημα για περαιτέρω διερεύνηση σε λογιστή. Αρχές ή μέσα του μηνός Ιουλίου του έτους 2012, μίλησε και με τον ***** Γιάννακα, σχετικά με το κατά πόσο, οι κενές επιταγές της Κατηγορουμένης 1, τις οποίες υπέγραψε και του παρέδωσε σχετικά με τα εισιτήρια που είχε κρατήσει για το πρόγραμμα των οργανωμένων ταξιδιών της Κατηγορούμενης 1 για το έτος 2011, είχαν κατατεθεί, και ο ***** Γιάννακα, ήταν καταφατικός, αγνοώντας εντελώς, όπως διαφάνηκε μέσα από την συζήτηση τους, ότι η Κατηγορούμενη 1 προκατάβαλε στην Παραπονούμενη το σχετικό ποσό των €62.843,
- Τότε, αντιλήφθηκε ότι το ποσό αυτό, η Κατηγορούμενη 2 το κατέβαλε στην Παραπονούμενη, δύο φορές. Ο ***** Γιάννακα, που, κατά τα άλλα, αντιλήφθηκε ότι υπήρξε κάποιο λάθος και ανέλαβε την διερεύνηση του, συνέχισε να παρουσιάζει επιταγές της Κατηγορούμενη 1 με δικαιούχο την Παραπονούμενη στην Τράπεζα της Κατηγορουμένης 1 για πληρωμή.
- Στις 17/08/2018, εφόσον δεν έλαβε καμία εξήγηση από την Παραπονούμενη σε ότι αφορούσε το προκύψαν ζήτημα, έδωσε οδηγίες προς Τράπεζα της, με την οποίες ανακαλούσε την εντολή πληρωμής όσων επιταγών φαίνονταν ότι έλειπαν από το βιβλιάριο επιταγών της Κατηγορούμενης 1, τις οποίες, είτε είχε δώσει στον ***** Γιάννακα, είτε σε τρίτους συνεργάτες της. Όταν το έπραξε, τηλεφώνησε στον ***** Γιάννακα και τον πληροφόρησε, αναφέροντας του μάλιστα για το μεγάλο έλλειμμα κεφαλαίων που είχε διαπιστώσει στον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορουμένης
- Ο ***** Γιάννακα, τότε, δεν της ανέφερε τίποτα για τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, παρά μόνο έγνοια του ήταν κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1 είχε καταχωρηθεί στο Κ. Α. Π.
- Ο λογιστής στον οποίο ανέθεσε την διερεύνηση του ζητήματος, κατέληξε σε εύρημα ότι, όχι μόνο η Κατηγορούμενη 1 δεν οφείλει στην Παραπονούμενη οτιδήποτε, αλλά ότι η τελευταία την έχει υπερπληρώσει σχετικά με τις συναλλαγές τους, €129.742,
- Παρουσίασε την σχετική έκθεση του λογιστή της στο Δικαστήριο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η μαρτυρία του ΜΥ2, ***** Ανδρέου
- Ο ΜΥ2, ***** Ανδρέου, κληθείς στο Δικαστήριο για να καταθέσει γεγονότα προς υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 1 και 2, κατέθεσε τα εξής.
- Είναι επαγγελματίας λογιστής και ελεγκτής και ασκεί το επάγγελμα αυτό περί τα δεκαπέντε χρόνια. Γνωρίζει τους Κατηγορουμένους 1 και 2, λόγω του ότι, περί τις αρχές του έτους 2012, τον προσέγγισε η Κατηγορούμενη 2 και του ζήτησε να διερευνήσει τις συναλλαγές της Κατηγορούμενης 1 με την Παραπονούμενη. Από τα πρώτα μόλις στάδια του ελέγχου των στοιχείων που του προσκόμισε η Παραπονούμενη, διαπίστωσε ότι, σε ότι αφορούσε την συναλλακτική σχέση Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, υπήρχαν υπερπληρωμές από την Κατηγορούμενη 1 και υπερχρεώσεις από την Παραπονούμενη. Η Κατηγορούμενη 2, του τηλεφωνούσε τακτικά για να μάθει την πρόοδο της διερεύνησης. Περί τα τέλη του μηνός Ιουλίου ή αρχές του μηνός Αυγούστου, επικοινώνησε μαζί του η Κατηγορούμενη 2 τηλεφωνικά, και πάλι για να ενημερωθεί για την πρόοδο της διερεύνησης που έκανε. Ο ίδιος ανέφερε στην Κατηγορούμενη 2, ότι ήταν στα τελικά στάδια της διερεύνησης της υπόθεσης, και η Κατηγορούμενη 2, του ανέφερε ότι η Παραπονούμενη συνέχιζε να παρουσιάζει επιταγές της Κατηγορούμενης 1, που, όπως του επεξήγησε, τις της είχε παραδώσει από παλιότερα κενές. Ήταν σίγουρος, από την εργασία που είχε κάνει μέχρι εκείνη την στιγμή, ότι η Παραπονούμενη υπερχρέωνε την Κατηγορούμενη 1, και για αυτό τον λόγο, είχε πει στην Κατηγορούμενη 2, ότι, ο ίδιος, αν ήταν στην θέση της, θα έδιδε οδηγίες να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής των επιταγών αυτών.
- Αναγνώρισε το έγγραφο, Τεκμήριο 40, ως την έκθεση που ετοίμασε σχετικά με την διερεύνηση του, ως ανωτέρω, και η οποία αφορά την περίοδο των ετών 2010 και
- Η έκθεσης του, Τεκμήριο 40, ολοκληρώθηκε πριν το έτος
- Ετοιμάστηκε όμως για να δοθεί στις Κατηγορούμενες 1 και 2, περί το έτος 2015, λόγω του ότι, τότε μπόρεσε η Κατηγορούμενη 1 να διευθετήσει την αμοιβή του. Σχετική έκθεση, διευκρίνισε, ξεχωριστή, ετοίμασε και για το έτος
- Η μαρτυρία της ΜΚ5, ***** Τζιαρρίδου
- Η ΜΚ5, ***** Τζιαρρίδου, κλήθηκε από πλευράς Παραπονουμένης, μετά από έγκριση σχετικού αιτήματος της από το Δικαστήριο, για να καταθέσει γεγονότα υπό τύπο «αντικρουστικής μαρτυρίας». Η ΜΚ5, ***** Τζιαρρίδου, μαρτυρώντας, υποστήριξε τα εξής.
- Είναι Επιθεωρήτρια στον κλάδο επιθεωρήσεων των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
- Η Παραπονούμενη, είναι καταχωρημένη στο μητρώο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εργοδότης. Παρουσίασε, σύμφωνα με την κλήση που της εκδόθηκε από την Παραπονούμενη για την μαρτυρία της, έγγραφα από το αρχείο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, από τα οποία καταδεικνύεται η περίοδος εργοδότησης της Γιάννας Αναστασιάδου από την Παραπονούμενη. Παρουσίασε στο Δικαστήριο, Αναλυτική Κατάσταση Αποδοχών Ασφαλισμένου Κατά Εργοδότη για το Έτος 2012, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Από αυτήν, φαίνεται ότι, η ***** Αναστασιάδου, το έτος 2012, είχε αποδοχές από την εργοδότηση της από την Παραπονούμενη, μόνο για τους μήνες Ιανουάριος, Φεβρουάριος και Μάρτιος και της καταβλήθηκαν εισφορές μόνο για τους μήνες αυτούς. Περαιτέρω, η εν λόγω κατάστασης, δείχνει ότι, η ***** Αναστασιάδου, τον μήνα Μάιο του έτους 2012, πληρώθηκε από την Παραπονούμενη, αναλογία 13ου μισθού για τους μήνες Ιανουάριος, Φεβρουάριος και Μάρτιος. Παρουσίασε επίσης στο Δικαστήριο, έντυπα καταχωρήσεων στο αρχείο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που καταχωρήθηκαν ως Τεκμήριο 45, από τα οποία φαίνεται ότι, η εν λόγω ***** Αναστασιάδου, υπέβαλε αίτηση για να πληρωθεί λόγω πλεονασμού, δίδοντας, προς υποστήριξη του αιτήματος της, την ημερομηνία τερματισμού της εργοδότησης της από την Παραπονούμενη και ότι της δόθηκε προειδοποίηση σε ότι αφορούσε τον τερματισμό της εργοδότησης της, η περίοδος 07/03/2012 - 01/05/
- Από το αρχείο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν φαίνεται η Γιάννα Αναστασιάδου, να πληρώθηκε μισθό από την Παραπονούμενη, μετά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2012, εφόσον δεν δηλώθηκαν για αυτήν αποδοχές από την Παραπονούμενη, ούτε και της καταβλήθηκαν εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων. Αυτό, διευκρίνισε, δείχνει ότι, η Παραπονούμενη, πλήρωσε την προαναφερόμενη περίοδο προειδοποίησης της ***** Αναστασιάδου, ως αποζημίωση, και η ***** Αναστασιάδου δεν της εργάστηκε κατά την περίοδο αυτή. Η μαρτυρία της ΜΚ6, ***** Καρή
- Η ΜΚ6, ***** Καρή, κλήθηκε από πλευράς Παραπονουμένης, ως προαναφέρθηκε, μετά από έγκριση σχετικού αιτήματος της από το Δικαστήριο, για να καταθέσει, όπως και η ΜΚ5, ***** Τζιαρρίδου, ανωτέρω, γεγονότα υπό τύπο «αντικρουστικής μαρτυρίας». Η ΜΚ6, ***** Καρή, μαρτυρώντας, υποστήριξε τα εξής.
- Ήταν στην υπηρεσία της Παραπονούμενης μέχρι και τις 31/03/2013, και είχε την διεύθυνση του Ανθρώπινου Δυναμικού της. Περί τα τέλη του μηνός Φεβρουάριου, η αρχές του μηνός Μαρτίου του έτους 2012, η διεύθυνση της Παραπονούμενης, την πληροφόρησε ότι, λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών της, θα τερματιζόταν η εργοδότηση υπαλλήλων της λόγω τερματισμού. Μία από τους υπαλλήλους αυτούς της Παραπονούμενης, ήταν η ***** Αναστασιάδου. Ετοίμασε η ίδια την επιστολή του τερματισμού της εργοδότησης της ***** Αναστασιάδου, με τους λόγους του τερματισμού της, στις 07/03/2012, την οποία της την παρέδωσε αυθημερόν, στην οποία περιλαμβανόταν και η απόφαση της εταιρείας να την πληρώσει αποζημίωση αντί προειδοποίησης. Αντίγραφο της, το παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Προς τεκμηρίωση της μαρτυρίας της, παρουσίασε στο Δικαστήριο περαιτέρω, και το ερωτηματολόγιο που καταχωρήθηκε στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σχετικά με τον εν λόγω πλεονασμό, και καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο
- Οι σημαντικότερες αρχές εκτίμησης της μαρτυρίας
- Αυτή είναι η μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο καλείται τώρα να εκτιμήσει για να καταλήξει στα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Εκτίμησης, που γίνεται στην βάση καλά καθιερωμένων αρχών δικαίου και οι οποίες αναφέρονται εδώ επειδή αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου που αφορά την απόφαση μου που ακολουθεί για την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, ή αναλόγως, της μαρτυρίας που δεν γίνεται αποδεκτή.
- Σύμφωνα με την νομολογία, η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του (βλ. στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, σελίδα 123, Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1, In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911).
- Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα 123).
- Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα (βλ. Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm)).
- Ο καθόλα τα άλλα εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
- Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
- Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται, φυσικά, στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους (βλ. Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL, Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm).
- Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Kartashov
(2011)1 Α.Α.Δ. 55, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Α. Πασχαλίδη: «Η αξιολόγηση μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (βλ. C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή "γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα", λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας "συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία".».
- Σημαντικά, βεβαίως, στην εκτίμηση της μαρτυρίας, είναι και τα διαδικαστικά.
- Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [iii] [iv]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, σε αστικές υποθέσεις, ανεξαρτήτως δικογράφησης [v] [vi]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί (ή του είχαν υποβληθεί ατελώς) στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [vii]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [viii].
- Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
- The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. Accordingly, counsel should not in his closing speech attack that part of a witness's evidence which he has not challenged in cross-examination. However, this rule has been held not to apply to a case tried by lay justices in that justices do not have to accept a witness's evidence merely because it is unchallenged. Α strict application of the rule may also not be necessary where a witness is called whose evidence is corroborative of evidence already given by another witness who has himself been cross-examined, e.g. a police officer who gives evidence about an interview with the defendant. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Όπως εν προκειμένω έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μαρσέλο κ. α. ν Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, 18/01/2017: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, "η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό". Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D497, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/
- και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
- Η εκτίμηση της μαρτυρίας
- [Και] Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
- Οι ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ6, μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες, και αποδέχομαι την μαρτυρία τους προς τον σκοπό εξαγωγής των συμπερασμάτων μου, στον βαθμό που αυτή αφορά κατάθεση τους για τα γεγονότα και όχι την γνώμη τους για αυτά. [Και αναφέρομαι φυσικά, ειδικά σε ότι αφορά τους ΜΚ1 και ΜΚ2, στο επίδικο γεγονός, κατά πόσο η επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1, μέσω της Κατηγορούμενης 2, για το οποίο κανένας δεν προσέφερε άμεση και θετική μαρτυρία. Η μαρτυρία τους, κατά παραδοχή τους και χωρίς προσπάθεια απόκρυψης του γεγονότος αυτού, ήταν εξ ακοής του ***** Γιάννακα, ζήτημα στο οποίο αναφέρομαι στην συνέχεια, και εξέφρασαν, βάσει και αυτής, την γνώμη τους περί της πραγματικότητας του γεγονότος]. Πιστεύω ήταν όλοι ειλικρινείς προς το Δικαστήριο και ότι, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, κατέθεσαν ότι πραγματικά γνώριζαν για την υπόθεση αυτή, ή μπόρεσαν να διαπιστώσουν και παρουσιάσουν για τα επίδικα γεγονότα μέσα από τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, με διάθεση, μόνον, να βοηθήσουν το Δικαστήριο να διαπιστώσει την αλήθεια. Η μαρτυρία όλων, ήταν σταθερή καθ' όλη την διάρκεια της εξέτασης τους, χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις που θα μπορούσαν να πλήξουν αρνητικά την μαρτυρία τους. Ενώ, η μαρτυρία έκαστου, σε κάποιο βαθμό, συμπλήρωνε, τεκμηρίωνε ή ενίσχυε την μαρτυρία κάποιου άλλου μάρτυρα, ή αντιστρόφως ανάλογα, υποστηριζόταν, ενισχυόταν, συμπληρωνόταν ή τεκμηριωνόταν από την μαρτυρία κάποιου άλλου μάρτυρα, χωρίς να εντοπίζεται μεταξύ των καταθέσεων τους, οποιαδήποτε αντίφασης που θα δικαιολογούσε το Δικαστήριο να καταλήξει διαφορετικά. Η προσκομισθείσα από πλευράς Παραπονούμενης μαρτυρία, είχε συνοχή, και η εκδοχή των γεγονότων που υποστηρίχθηκε, φάνηκε να έχει λογική.
- Σε ότι αφορά την μαρτυρία του ΜΚ3, ***** Στυλιανίδη, θεωρώ, ότι, δεν επηρεάζεται η αξιοπιστία της, από το γεγονός ότι, επί των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5 και 6, υπάρχει σφραγίδα της Λαϊκής Τράπεζας, που σημειώνει ενυπόγραφα, πέραν από τον ένα λόγο για τον οποίο δεν έγινε η πληρωμή. Ο ΜΚ3, ***** Στυλιανίδης, ήταν σταθερός στη θέση του για το γεγονός αυτό και πλήρως επεξηγηματικός και δεδομένων των οδηγιών της Κατηγορούμενης 2, Τεκμήριο 31, ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, της σχετικής με αυτήν μαρτυρία και της ΜΚ4, και της παραδοχής του από πλευράς Κατηγορουμένης 2, εύρημα μου, ως αναφέρεται και στην συνέχεια, είναι ότι, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, δεν πληρώθηκαν από την Ελληνική Τράπεζα λόγω των εν λόγω οδηγιών, Τεκμήριο
- Όπως αναφέρθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση «Ο Μ.Κ.4, υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ., επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή, ήταν σαφής ότι ο λόγος που αυτή δεν τιμήθηκε ήταν η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Το θέμα παγοποίησης του λογαριασμού ήταν πέραν του γεγονότος της έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι και στο παρελθόν η εφεσίβλητη εταιρεία είχε εκδώσει επιταγές οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή, αυτό δεν μπορούσε να γίνει, λόγω του ότι δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο στο λογαριασμό γι' αυτό το σκοπό. Η μαρτυρία που έχει δοθεί και έγινε αποδεκτή, για το πότε ένας λογαριασμός χαρακτηρίζεται ως «ΠΑΓΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ ΚΑΠ» υποστηρίζει το ότι η εφεσίβλητη εταιρεία δεν είχε τα διαθέσιμα κεφάλαια στην τράπεζα για να τιμηθεί η επιταγή. Το πλήρες όνομα του ΚΑΠ είναι Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών, στο οποίο καταχωρούνται τα ονόματα προσώπων (φυσικών ή νομικών), τα οποία εκδίδουν επιταγή που δεν τιμάται. . Το γεγονός ότι σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο η σφράγιση ή σημείωση γίνονται αποδεκτά ως μαρτυρία, δε σημαίνει ότι αυτά αποτελούν τον μόνο τρόπο απόδειξης γιατί δεν τιμήθηκε η επιταγή δηλαδή αν οφείλεται στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή το κλείσιμο λογαριασμού ή σε εντολή για μη πληρωμή. Τα γεγονότα αυτά μπορούν να αποδειχθούν και με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Απλώς το εδ.
(3)διευκολύνει την απόδειξη ότι μια επιταγή δεν έχει τιμηθεί και τους λόγους γιατί δεν τιμήθηκε, χωρίς την ανάγκη να δοθεί προφορική μαρτυρία.». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
- Την μαρτυρία της Κατηγορούμενης 2, δεν την αποδέχομαι. Δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Πρόβαλε αντιφατικούς ισχυρισμούς σχετικά με τα γεγονότα που ισχυρίστηκε, η εκδοχή της για τα οποία, σε μεγάλο βαθμό, ενταγμένη στο σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, είναι παράλογη για να μπορεί να γίνει αποδεκτή ως πραγματική. Από την μαρτυρία της, δεν αποκλείω τον ισχυρισμό της ότι, υπήρχε ρύθμισης μεταξύ της και του ***** Γιάννακα, να έχει στην κατοχή του ο τελευταίος ατελή επιταγές της Κατηγορουμένης 1 για να πληρώνονταν, με την συγκατάθεση και εντολή της, μελλοντικά, αεροπορικά εισιτήρια που η Κατηγορούμενη 1 αγόραζε μέσω της Παραπονούμενης. Και τούτο, γιατί, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Παραπονούμενης, σημειώνοντας ειδικότερα ότι ο ΜΚ1 που αντεξετάστηκε ειδικά σε σχέση με αυτό, δεν το απέκλεισε. Αυτό που δεν αποδέχομαι από την μαρτυρία της Κατηγορούμενης 2, και αυτό για τους λόγους που αναφέρω με λεπτομέρεια στην συνέχεια, είναι ότι, ο λόγος των οδηγιών της Κατηγορούμενης 1 για την ανάκληση της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, ήταν πραγματικός, λογικός και καλόπιστος]. Δεδομένο σαφώς αποτελεί, -και δεν παραγνωρίζεται κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης 2-, ότι, πλείστοι από τους κύριους και ουσιαστικούς ισχυρισμούς της για τα γεγονότα, δεν ετέθησαν στους μάρτυρες που παρουσίασαν γεγονότα για την υπόθεση της Παραπονούμενης για τον σχολιασμό τους ή την τοποθέτηση τους σε αυτά. Οι ακόλουθες παρατηρήσεις μου για την μαρτυρία της Κατηγορουμένης 2, είναι ενδεικτικές του λόγου για τον οποίο οδηγήθηκα στην προαναφερόμενη κατάληξη μου.
- Βασική θέση της υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2, ήταν ότι, στις 17/08/2012, η Κατηγορούμενη 1 έδωσε, δια της Κατηγορουμένης 2, στην Ελληνική Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, οδηγίες ανάκλησης της εντολής πληρωμής τους, Τεκμήριο 31, επικαλούμενη «οικονομικές διαφορές». Αιτία που ήταν λογική υπό τις περιστάσεις, ισχυρίστηκε η Κατηγορούμενη 2, επειδή είχε διαπιστώσει έλλειμμα κεφαλαίων στον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 που έπρεπε να διερευνηθεί. Το οποίο μάλιστα, έλλειμμα κεφαλαίων, υποστήριξε περαιτέρω, μπορούσε τότε να συσχετίσει, μόνο με την Παραπονούμενη και τις πληρωμές που της έκανε βάσει της συμφωνίας που είχαν για την συνεργασία τους. Και τούτο, ένεκα του γεγονότος ότι, ο υπεύθυνος του γραφείου της Παραπονούμενης στην πόλη της Πάφου, είχε στην κατοχή του, κενές αλλά υπογραμμένες επιταγές της Κατηγορούμενης 1, της οποίες όμως, μπορούσε να χρησιμοποιεί, μόνον σύμφωνα με την εξουσιοδότηση που του είχε δώσει η Κατηγορούμενη 1, μέσω της, δηλαδή, μόνο για πληρωμές αεροπορικών εισιτηρίων που η Κατηγορούμενη 1 αγόραζε μέσω της Παραπονούμενης. Και τούτο, πριν τον τερματισμό της συνεργασίας Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, στις 29/02/2019, και όχι μετά από το εν λόγω γεγονός και προς εξόφληση ενός χρεωστικού υπολοίπου στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 με την Παραπονούμενη, το οποίο η Κατηγορούμενη 1 αμφισβητούσε, και το είχε μάλιστα μηνήσει αυτό στην Παραπονούμενη.
- Σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία, η εύλογη αιτία, συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος, εκδότης κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής.
- Στην υπόθεση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, ο κρίσιμος χρόνος, είναι η 17η/08/2012, που η Κατηγορούμενη 1 έδωσε, δια της Κατηγορουμένης 2, τις οδηγίες ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και
- Και το ερώτημα που τίθεται, είναι, εάν κατά τον χρόνο εκείνο, υπήρχαν εκείνα τα δεδομένα που η Κατηγορούμενη 2 ισχυρίστηκε και προαναφέρθηκαν, που δικαιολογούσαν την προαναφερόμενη απόφαση και πράξη της Κατηγορούμενης
- Η εκδοχή της Κατηγορουμένης 2, δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, θα ήταν σε κάθε περίπτωση ακροσφαλές για το Δικαστήριο να την αποδεχθεί, εφόσον, πτυχές των γεγονότων που ισχυρίστηκε, ενταγμένη ολόκληρη η μαρτυρία της αυτή, στο σύνολο του προσαχθέντος μαρτυρικού υλικού, δεν βρίσκουν έρεισμα στην λογική, ενώ σε αυτά εντοπίζονται και ουσιαστικές αντιφάσεις.
- Κατ' αρχήν, η Κατηγορούμενη 2, ισχυρίστηκε ότι, στις 17/08/2012, επειδή δεν έλαβε από την Παραπονούμενη τις εξηγήσεις που της ζήτησε σχετικά με το ισχυριζόμενο από την Παραποονούμενη χρέος της Κατηγορουμένης 1 στον λογαριασμό της, «ανακάλεσε την πληρωμή όσων επιταγών φαίνονταν ότι έλειπαν από το βιβλιάριο επιταγών της, τις οποίες είτε είχε δώσει στον ***** Γιαννακα, είτε σε τρίτους συνεργάτες της». [Σχετικό, είναι το Τεκμήριο 31, ήτοι, οι προαναφερόμενες οδηγίες της Κατηγορουμένης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα]. Αυτός, ήταν ένας ισχυρισμός της Κατηγορούμενης 2, κατά την κυρίως εξέταση της, ο οποίος δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Αντεξεταζόμενη, η Κατηγορούμενη 2, υποστήριξε ότι, στον εν λόγω ***** Γιάννακα, έδωσε κενές επιταγές της Κατηγορούμενης 1, υπογραμμένες από την ίδια, από «όλα τα βιβλιάρια επιταγών» της Κατηγορουμένης 1, και ότι, σε ότι αφορούσε τις επιταγές αυτές που του έδιδε, ήτοι, σε ότι αφορούσε το σε ποιόν είχαν δοθεί, κρατούσε σχετική σημείωση στο σχετικό βιβλιάριο επιταγών της Κατηγορουμένης
- [Παρατίθεται αυτούσια η σχετική περικοπή από τα πρακτικά της δίκης, από την αντεξέταση της Κατηγορούμενης 1: «E. Δηλαδή τούτες τις επιταγές, που ήβρε ο κύριος Γιάννακας, που πότε τους τις δώσατε; A. Δεν έγραψα ημερομηνία, κυρία Πελεκάνου, ούτε κάθε φορά που έδινα επιταγές έγραφα ημερομηνία. Θέλετε να σας δείξω το checkbook που ζητήσατε, για να δείτε ότι γράφουν CLIN CO και δεν έχουν ούτε ημερομηνία ούτε ποσά; . Μάρτυρας: Όχι. Και συγκεκριμένα, ο κύριος Γιάννακας έπαιρνε επιταγές από όλα τα βιβλιάρια των επιταγών μου. Εγώ είπα για τις 3 του Γενάρη, γιατί μίλησα για τα groups, που σημαίνει ότι έδωσα λάθος απάντηση για το ερώτημα της για τούτες τις επιταγές. Δεν ξέρω πότε του τις έδωκα, δεν μπορώ να ξέρω αν τις έδωκα 3 του Ιούλη ή τον Μάρτη ή τον Απρίλη, δεν κράτησα σημειώσεις. Πάντοτε οι επιταγές, που του έδινα, ήταν χωρίς ημερομηνίες και ποσά και έγραφα πάνω CLIN CO, για να πάω μετά να τα ελέγξω στην Τράπεζα μου, γι' αυτό και δυσκολευτήκαμε μετά στον έλεγχο. Αυτό ήταν και το ερώτημα που με ρώτησε ο λογιστής μου, ότι σε όλα σου τα βιβλιάρια γράφεις CLIN CO, χωρίς να καταγράφεις ημερομηνίες και ποσά, άρα πρέπει να δουλέψω πάνω στην Τράπεζα, για να βρω και τι ποσά ήταν και τι αντιπροσώπευαν αυτά τα ποσά.».]. (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [Εν προκειμένω, και παρενθετικά, σημειώνεται, ότι, σχετική μαρτυρία, δόθηκε και από τον ΜΥ2, ***** Ανδρέου, ο οποίος επίσης, κατά την μαρτυρία του, όταν επεξηγούσε κατά την αντεξέταση του τον τρόπο της διερεύνησης του παραπόνου των Κατηγορουμένων 1 και 2, περί υπερχρεώσεως τους από την Παραπονούμενη, αναφέρθηκε στα βιβλιάρια επιταγών της Παραπονούμενης και τις επιταγές που εκλέχθηκαν, βάσει του «αντίτσεκκου», στις οποίες αναγραφόταν «Clin Cο.]».
- Συνεπώς, εφόσον η Κατηγορούμενη 1, γνώριζε από το βιβλιάριο ή βιβλιάρια των επιταγών της, ποιες επιταγές είχαν δοθεί κενές αλλά υπογραμμένες στην Παραπονούμενη, θα έπρεπε, λογικά, αν ο ισχυρισμός της Κατηγορούμενης 2 για το συγκεκριμένο γεγονός, ήταν πραγματικότητα, οι οδηγίες της Κατηγορούμενης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα, Τεκμήριο 31, να δίδονταν, μόνον σε ότι αφορούσε επιταγές που είχαν δοθεί στην Παραπονούμενη και όχι επιταγές που η Κατηγορούμενη 1 είχε εκδώσει σε άλλα πρόσωπα, οι συναλλαγές της με τους οποίους και η υποχρέωση της για πληρωμή τους, δεν τις έδιδαν κανένα έρεισμα για κάτι τέτοιο.
- Σημειώνεται, ότι, όπως φαίνεται από τις εν λόγω οδηγίες της Κατηγορούμενης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα, Τεκμήριο 31, με αυτές, η Κατηγορουμένη 1, δεν ανακάλεσε την εντολή πληρωμής μόνο των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, αλλά και τις επιταγές με αρ. *****09, ******10, *****11, *****12, *****13, *****14 και *****
- Δηλαδή, άλλες επτά επιταγές, άγνωστον προς ποιο/α πρόσωπο/α εκδόθηκαν και για ποιο/α ποσό/α, δίδοντας μάλιστα, στην Ελληνική Τράπεζα, τον ίδιο λόγο για την απόφαση και πράξη της αυτή, ήτοι, «οικονομικές διαφορές». Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης αυτής, και ειδικότερα, βάσει των ισχυρισμών της Κατηγορουμένης 2 για τα γεγονότα, τόσο σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, όσο και σε ότι αφορά τις υπόλοιπες επιταγές της Κατηγορουμένης 1 για τις οποίες δόθηκε οδηγία ανάκλησης της εντολής πληρωμής τους από την Κατηγορούμενη 1 ως ανωτέρω, το λογικό θα ήταν, η οδηγία που θα διδόταν από την Κατηγορούμενη 1, να ήταν διαφορετική, για να συνάδει και με τα όσα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 τώρα ισχυρίζονται τώρα στην υπόθεση αυτή προς υπεράσπιση τους. Αφενός, σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, ότι δεν εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 κανονικά, διευκρινίζοντας σε κάποιο βαθμό και την σχέση αυτού του ισχυριζόμενου από αυτήν γεγονότος, με την «οικονομική διαφορά» της με την Παραπονούμενη. Και αφετέρου, σε ότι αφορά τις υπόλοιπες επιταγές της Κατηγορουμένης 1, για τις οποίες δόθηκε οδηγία ανάκλησης της εντολής πληρωμής τους από την Κατηγορούμενη 1, βάσει του Τεκμηρίου 31, τον πραγματικό λόγο για την ανάκληση τους, που, εξ όσων γίνεται αντιληπτός από τους ισχυρισμούς της Κατηγορούμενης 2, ήταν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ήτοι, η «οικονομική διαφορά» που έχει με την Παραπονούμενη και η ανάγκη εξέτασης των εκταμιεύσεων από τον συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό της, και όχι οτιδήποτε αφορούσε την συναλλαγή της με τους δικαιούχους έκαστης που να σχετίζεται με «οικονομική διαφορά» Ειδικότερα, εφόσον η Κατηγορούμενη 2, ισχυρίστηκε ότι είχε ειδοποιήσει τον «άλλο συνεργάτη της» για την ενέργεια της αυτή. Το γεγονός άλλωστε, -που και η Κατηγορούμενη 2 αποδέχθηκε αντεξεταζόμενη-, ότι, η εντολή πληρωμής της προαναφερόμενης επιταγής με αρ. *****13, που είχε εκδοθεί από την Κατηγορούμενη 1 με δικαιούχο το Leda Travel, αξίας €28.294, 75 και η οποία είχε από 17/07/2012 επιστραφεί απλήρωτη με την ένδειξη «please represent», είχε επίσης ανακληθεί από την Κατηγορούμενη 1 στις 17/08/2012 με το έγγραφο, Τεκμήριο 31, δεδομένων και των προαναφερόμενων παρατηρήσεων μου για την μαρτυρία της Κατηγορουμένης 2, εγείρει περαιτέρω ερωτηματικά για την αλήθεια των ισχυρισμών της. [Κατά την δίκη, αντεξεταζόμενη για τον εν λόγω ισχυρισμό της, η Κατηγορούμενη 2, κατέθεσε τα εξής: «E. Στη συνέχεια λέτε ότι ανακαλέσατε όλες τις επιταγές. Αφού δεν γνωρίζατε ποιες επιταγές δώσατε. A. Δεν ήξερα ποιες επιταγές έδωσα. E. Αφού είναι όπως τα περιγράψατε πριν λίγο, πώς ξέρατε ποιες επιταγές να ανακαλέσετε; Εγώ σας λέω ότι ξέρατε ποιες να ανακαλέσετε. A. Όχι, δεν ήξερα. E. Ήταν κουτουρού δηλαδή; A. Ναι, πήγα και ανακάλεσα όσες επιταγές έλειπαν από το τελευταίο βιβλιάριο και ο λόγος που το έκαμα ήταν επειδή, όταν πήρα τις καταστάσεις στον λογιστή μου, για να τις ελέγξει, μετά τις 10 του Ιούλη που είδα αυτήν την κατάσταση και ότι δεν μπορούσα να την καταλάβω ή δεν μπορούσα να διαβάσω τα statements, και τα statements της κυρίας Αναστασιάδη δεν ήξερε ούτε εκείνη να μου τα εξηγήσει, όταν τα πήρα τα statements στον λογιστή μου, και μετά ως τις 31 του μήνα πήγα στην Τράπεζα ξανά και μου είπε ο τραπεζίτης μου ότι ο Louis ξαναέβαλε άλλην επιταγή και με ρώτησε για σταμάτησες τις συνεργασίες για έχεις να κάμεις έλεγχο και έδωσες τα βιβλία σου να ελεγχθούν και τώρα σταματάς τα πάντα στον αέρα και με ρώτησε τι γίνεται και εγώ έπιασα τον λογιστή μου και του είπα ξαναέβαλε επιταγή άλλην 31 του μήνα και τον ρώτησα τι θα κάμω και πώς θα γίνει ο έλεγχος. Ο Γιάννακας δεν ήταν φυσιολογικός μετά από τις 10 του Ιούλη, κανένας τους δεν ήταν φυσιολογικός, δεν είχαν μια συμπεριφορά που ήξερα, ήταν διαφορετική. Δεν ήξερα τι είχαν, τώρα κατάλαβα, μετά κατάλαβα. Τότε, μου είπε ο λογιστής μου ότι αν ήμουν στη θέση σου Λία, θα πήγαινα να κάμω stop payment τις επιταγές και μου είπε ρώτα την Τράπεζα σου τι μπορείς να κάμεις, γιατί δεν γίνεται να γνωρίζουν ότι έχεις τόσο μεγάλο έλλειμμα, να είσαι τόσο καιρό συνεργάτης τους, να τους ενημέρωσες ότι γίνεται έλεγχος από τους λογιστές σου και να συνεχίζουν να καταθέτουν. Πήγα στην Τράπεζα μου τις 17 Αυγούστου και ειδοποίησα και τον άλλον τον συνεργάτη μου, άσχετα με το τι έκαμε μετά, ότι θα ανακαλέσω τις επιταγές, γιατί γίνεται έλεγχος στον λογαριασμό μου, που είχε μεγάλο έλλειμμα. Ρώτησα τον τραπεζίτη μου αν υπάρχει, όντως, τούτη η υπηρεσία, για να μου εξηγήσει τι είναι, διότι δεν κατέχω από έτσι καταστάσεις εγώ ούτε είμαι μαθημένη να ανακαλώ επιταγές ή να προκαλώ άσχημες καταστάσεις σε κανέναν στη ζωή μου, ιδίως εις τον Louis. O Τραπεζίτης μου είπε ότι, βεβαίως, υπάρχει αυτή η υπηρεσία, όταν έχεις οικονομικές διαφορές και δεν βρίσκεις ανταπόκριση και χάθηκαν και δεν απαντούν και είναι ένα ποσό τεράστιο, υπάρχει αυτή η υπηρεσία, και τις ανακάλεσα. Εσείς πιστεύετε ότι το έκαμα για να μην σας πληρώσω; Θέλω πολλά να ακούσω.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)].
- Πέραν του παραλογισμού στον προαναφερόμενο ισχυρισμό της Κατηγορούμενης 2, στην κατάθεση της σχετικά με την εκδοχή της για αυτόν, η Κατηγορούμενη 2, υπέπεσε και σε αντιφάσεις. Πρώτον γιατί, ενώ κατά την κυρίως εξέταση της, υποστήριξε ότι, με την οδηγία της προς την Ελληνική Τράπεζα, Τεκμήριο 31, εκτός σχετικά με τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, ανακάλεσε την εντολή πληρωμής και άλλων επιταγών «τρίτων συνεργατών της», κατά την αντεξέταση της, ως ανωτέρω, αναφέρθηκε σε ένα και μόνο συνεργάτη, τον οποίο μάλιστα είχε ειδοποιήσει σχετικά. Και κατά δεύτερον, επειδή, ενώ σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης της, σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις, η Κατηγορούμενη 2, ερωτηθείσα σχετικά από την συνήγορο της Παραπονούμενης, υποστήριξε ότι, ο εν λόγω ***** Γιάννακα, είχε επιταγές από όλα τα βιβλιάρια των επιταγών της Κατηγορούμενης 1 και δεν μπορούσε να γνωρίζει από ποιο από αυτά είχε κενές και υπογραμμένες επιταγές της Κατηγορούμενης 1 στην κατοχή του, σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης της, μεταγενέστερα, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και κατά την κυρίως εξέτασης της, ισχυρίστηκε, ότι, ανακάλεσε την εντολή πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, αλλά και άλλων, που έλειπαν από το τελευταίο βιβλιάριο επιταγών της Κατηγορούμενης
- [Σχετική, εκτός της παρατεθείσας ανωτέρω, είναι και η ακόλουθη περικοπή από τα πρακτικά της δίκης, από την αντεξέταση της Κατηγορουμένης 2: «E. Για να καταλάβω, τούτες τις επιταγές είχε τες από το 2011, ενάμιση χρόνο πριν, και αποφάσισε τον Αύγουστο του 2012 να πάει να τις καταθέσει; Αυτό θέλετε να πείτε; A. Είχε συνέχεια επιταγές, από όλα τα βιβλιάρια των επιταγών μου. Ο κύριος Γιάννακας είχε επιταγές από το 2009 μέχρι τον τελευταίο χρόνο, που συνεργαστήκαμε. Κάποιες που του έμειναν τις χρησιμοποιήσατε εσείς, δεν θέλω να πιστεύω ότι είναι ο Γιάννακας που το έκαμε.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)].
- Θέσης, που εντείνει το παράλογο του όλου ισχυρισμού της Κατηγορούμενης 2 για τα γεγονότα. Άλλωστε, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της Κατηγορούμενης 2, από την στιγμή που ο τερματισμός, όπως ισχυρίστηκε, της συνεργασίας της Κατηγορούμενης 1 με την Παραπονούμενη, για αγορά «αεροπορικών εισιτηρίων ΙΑΤΑ», έλαβε χώρα, 29/02/2012, και η παρουσίασης από πλευράς Παραπονούμενης επιταγών της, που κατά τους ισχυρισμούς της Κατηγορουμένης 2, η συμπλήρωσης τους έγινε χωρίς την εντολή και συγκατάθεση της, έγινε για πρώτη φορά 31/07/2012, δηλαδή, πέντε τουλάχιστον μήνες μετά. Υπενθυμίζω, ότι, ο ισχυρισμός της Κατηγορούμενης 2, για τον λόγο που δόθηκαν κενές και υπογραμμένες επιταγές της Κατηγορούμενης 1 στον ***** Γιάννακα, ήταν η άμεση πληρωμή και σύμφωνα με τα αυστηρά χρονοδιαγράμματα της ΙΑΤΑ, των αεροπορικών εισιτηρίων που η Κατηγορούμενη 1 αγόραζε μέσω της Παραπονουμένης. Συνεπώς, εφόσον η Κατηγορούμενη 1, δεν αγόραζε πλέον αεροπορικά εισιτήρια μέσω της Παραπονούμενης [και παρά την όποια άλλη συνεργασία τους σε ότι αφορούσε κρουαζιέρες κ. τ. λ.], εξαλείφθηκε η ανάγκη ο ***** Γιάννακα να έχει κενές επιταγές της Κατηγορουμένης 1 και δη υπογραμμένες από την Κατηγορούμενη 2 για σκοπούς άμεσης πληρωμής και σύμφωνα με τα αυστηρά χρονοδιαγράμματα της ΙΑΤΑ των αεροπορικών εισιτηρίων που η Κατηγορούμενη 1 αγόραζε μέσω της Παραπονούμενης και ως εκ τούτου, δεν είναι λογικό η Κατηγορούμενη 2, αν υπήρχαν τέτοιες κενές, αλλά υπογραμμένες επιταγές της Κατηγορουμένης 1, να μην είχε ζητήσει την επιστροφή τους και μάλιστα για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Από την άλλη, ο ***** Γιάννακα, ή και η Παραπονούμενη, δεν είναι λογικό, αν ήθελαν να εξαπατήσουν την Κατηγορούμενη 1, όπως ισχυρίστηκε η Κατηγορούμενη 2, -δηλαδή, να την υπερχρέωναν, και αυτή την υπερχρέωση και πλασματικό χρέος της Κατηγορουμένης 1, να το εξοφλούσαν κάνοντας χρήση τις κενές και υπογραμμένες επιταγές της Κατηγορουμένης 1-, να μη το έκαναν, χρησιμοποιώντας μία και μόνον τέτοια επιταγή της Κατηγορουμένης 1 για εξόφληση του εν λόγω χρέους, ήτοι, με μιας, αλλά κάνοντας χρήση πέντε επιταγών (η μία που κατά τους ισχυρισμούς της Παραπονούμενης τιμήθηκε και οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6), μία μάλιστα εκ των οποίων να έχει, ως φαίνεται να υποστηρίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, πλαστογραφηθεί, όταν θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί για τον παράνομο αυτό σκοπό τους, αν όχι μία, έστω τρείς τέτοιες επιταγές της Κατηγορουμένης 1 που ήταν υπογραμμένες από την Κατηγορούμενη 2 κανονικά, χωρίς ανάγκη πλαστογράφησης.
- Τα προαναφερόμενα, δεν είναι τα μόνα που στιγματίζουν αρνητικά την μαρτυρία της Κατηγορούμενης
- Η Κατηγορούμενη 2, για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό της που αφορά το εύλογο της Κατηγορουμένης 1, να δώσει τις οδηγίες, Τεκμήριο 31, προς την Ελληνική Τράπεζα, ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, και να το συνδέσει και με τον χρόνο που αυτό έγινε, επικαλέστηκε συζητήσεις που είχε για το συγκεκριμένο ζήτημα, με υπάλληλο της Παραπονούμενης στην πόλη της Λευκωσίας, κάποια ***** Αναστασιάδου. Είχε όπως υποστήριξε, την περίοδο εκείνη, καθημερινές συνομιλίες με την εν λόγω ***** Αναστασιάδου, η οποία μάλιστα, στις 10/07/2017, της απέστειλε, δια τηλεομοιοτυπικής μεταφοράς, μία κατάσταση του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, οι καταχωρήσεις στην οποία ήταν και το έναυσμα να ξεκινήσει την όλη διερεύνηση της σχετικά με το ζήτημα του κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1 πράγματι όφειλε στην Παραπονούμενη και αν η τελευταία είχε ορθές καταχωρήσεις στον εν λόγω λογαριασμό της. Αυτός, ήταν ένας ισχυρισμός, τον οποίο οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, πρόβαλαν στο Δικαστήριο για πρώτη φορά, μέσω της Κατηγορούμενης 2, κατά την κυρίως εξέταση της. Από την αντεξέταση της Κατηγορουμένης 2, όμως, έγινε αντιληπτό ότι, για αυτό της τον ισχυρισμό, δεν έλεγε την αλήθεια. Κατ' αρχήν, της ζητήθηκε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το εν λόγω τηλεομοιότυπο που της απέστειλε η ***** Αναστασιάδου, και παρά το γεγονός ότι, στην κατοχή της, είχε πάρα πολλά έγγραφα, που συνεχώς επικαλείτο ή και ήθελε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, το συγκεκριμένο δεν το παρουσίασε. Εις ανταπόκριση του αιτήματος της συνηγόρου της Παραπονούμενης, παρουσιάστηκε άλλο. Κατά την επανεξέταση της Κατηγορούμενης 2, από τον συνήγορο υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2, δεν της ζητήθηκε η παρουσίασης, είτε αυτού που της ζητήθηκε, είτε αυτό που παρουσίασε και επιθεωρήθηκε από την συνήγορο της Παραπονούμενης. Η θέσης της Παραπονούμενης, που τέθηκε ξεκάθαρα στην Κατηγορούμενη 2 από την συνήγορο της Παραπονουμένης, ήταν ότι, δεν είχε τέτοιο έγγραφο στην κατοχή της, επειδή ήταν αδύνατο να το έχει γιατί δεν υπάρχει, εφόσον η εργοδότηση της ***** Αναστασιάδου από την Παραπονουμένη, τερματίστηκε από την Παραπονούμενη λόγω πλεονασμού, από 07/03/
- Η Κατηγορούμενη 2, αρνήθηκε την θέση αυτή της Παραπονούμενης, εντούτοις, έχοντας στο ύφος της την έκφραση του προσώπου που αναγνωρίζει ότι έχει αποκαλυφθεί το ψεύδος του. Ήταν μάλιστα, ως την παρατήρησα, έκδηλα αμήχανη λόγω τούτου. Μάλιστα, όταν η συνήγορος της Παραπονούμενης, της ζήτησε να της υποδείξει και έγγραφα που τεκμηρίωναν αυτό το γεγονός, η Κατηγορούμενη 2 απλά αρνήθηκε να τα δει. Για το ζήτημα αυτό, η Παραπονούμενη αιτήθηκε και της δόθηκε άδεια να παρουσιάσει αντικρουστική μαρτυρία. Μαρτυρία η οποία τελικά προήλθε από τις ΜΚ5, ***** Τζιαρίδου και ΜΚ6, ***** Καρή, οι οποίες, με την θετική μαρτυρία τους και με αρκετή λεπτομέρεια, τεκμηρίωσαν αυτό το γεγονός, παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο προς περαιτέρω υποστήριξη και τα Τεκμήρια 46,44, 45,
- Για την υπόθεση των Κατηγορουμένων 1 και 2, κατέθεσε ο ΜΥ2, ***** Ανδρέου, ο οποίος κλήθηκε στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης, για να μαρτυρήσει ως πραγματογνώμονας.
- Είναι γενικός κανόνας στο δίκαιο της απόδειξης, ότι, ένας μάρτυρας, μπορεί να καταθέσει στο Δικαστήριο, μονάχα για γεγονότα που έχουν περιέλθει νόμιμα στην αντίληψη του, χωρίς να αναφέρει ποια είναι κατά την γνώμη του τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από αυτά, εκτός αν καταθέτει στο Δικαστήριο επί του συγκεκριμένου ζητήματος ως πραγματογνώμονας (βλ. στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, τα αναφερόμενα στις σελίδες 573 και
- βλ. επίσης, Πιττάλης κ. α. ν Ianira Enterprises Ltd κ. α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814, Τσαγγαρίδης κ. α. ν Αυγουστή
(2000)1 Α.Α.Δ. 528, Καουρής ν Δημητρίου κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 967, Kayat Trading Ltd v Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση αρ. 316/2010, 21/02/2013). 104. Η πραγματογνωμοσύνη, μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας (πρακτικής εξάσκησης) ή εκπαίδευσης (σπουδών) (βλ. Κωνσταντινίδης ν Υπουργού Εσωτερικών
(2006)1 Α.Α.Δ. 610, Παναγή κ. α. ν Ανδρέου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1591, Πατσαλίδης ν Δίσπυρου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1460). 105. Για να καταθέσει κανείς ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι, η μαρτυρία του, είναι αναγκαία για την υπόθεση και ότι, έχει τα απαιτούμενα προσόντα για κάτι τέτοιο. Αυτό, είναι κάτι που αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και εξέταση των γνώσεων και εμπειρίας του μάρτυρα στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει, χωρίς το Δικαστήριο να δεσμεύεται από απόψεις των διαδίκων επί του θέματος, ή την απλή δήλωση του μάρτυρα ότι θεωρεί τον εαυτό του πραγματογνώμονα (βλ. Καουρής ν Δημητρίου κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 967). Σε κάθε περίπτωση, το βάρος απόδειξης ότι ο μάρτυρας είναι όντως πραγματογνώμονας στο πεδίο που κλήθηκε για να δώσει μαρτυρία, βαραίνει το μέρος που τον καλεί για τον σκοπό στο Δικαστήριο (βλ. στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, τα αναφερόμενα στις σελίδες 575 και 576. βλ. επίσης, Πελεκάνος κ. α. ν Πελεκάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746). Η δεκτότητα της μαρτυρίας γνώμης προσώπου ως πραγματογνώμονα, μπορεί να εξεταστεί, είτε σε δίκη εντός δίκης, κατά το στάδιο της δίκης όπου θα επιχειρηθεί η παρουσίαση της, είτε όταν πλέον η παρουσίαση της υπόθεσης των διαδίκων θα έχει ολοκληρωθεί, κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση της μαρτυρίας (στο σύνολο της) από το Δικαστήριο (βλ. στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, τα αναφερόμενα στις σελίδες 577 και 578). Σύμφωνα με την νομολογία, στην απόφαση του Δικαστηρίου να αποδεχθεί την μαρτυρία προσώπου που καταθέτει κατά την δίκη, ως μαρτυρία πραγματογνώμονα, μπορεί να προσμετρήσει και το γεγονός ότι, η μαρτυρία του, ως μαρτυρία πραγματογνώμονα, παρουσιάστηκε χωρίς ένσταση του αντιδίκου, καθώς επίσης και το γεγονός ότι, αυτή, δεν αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο, ή ότι αυτή αντιμετωπίστηκε και από τον αντίδικο (για σκοπούς υποστήριξης της δικής του υπόθεσης) ως μαρτυρία πραγματογνώμονα (βλ. Καουρής ν Δημητρίου κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 967, Λογγινός ν Λογγινού κ. α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 74). Αν και αυτά, πρέπει να επισημανθεί, είναι για την απόφαση του Δικαστηρίου, στοιχεία δευτερεύουσας σημασίας. 106. Λόγω της σημασίας που ενέχει η αποδοχή μαρτυρίας γνώμης πραγματογνώμονα για την κρίση του Δικαστηρίου (ήτοι, επί του ζητήματος που καλείται ο πραγματογνώμονας να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο), αν η μαρτυρία του προσώπου που παρουσιάζεται να έχει αυτή την ιδιότητα εκτιμηθεί θετικά και γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο για να αξιολογηθεί προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του, έχουν καθιερωθεί αρχές που αποσκοπούν στην διασφάλιση, η ευχέρεια προσκόμισης μιας τέτοιας μαρτυρίας κατά την δίκη, να μην καταχράται από τους διαδίκους (βλ. Kayat Trading Ltd v Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση αρ. 316/2010, 21/02/2013). Ως καταγράφεται στο σύγγραμμα Documentary Evidence, των Style και Hollander, 6η έκδοση, στην σελίδα 88, αποτελούν καθήκον και ευθύνη ενός πραγματογνώμονα που καλείται στο Δικαστήριο για μαρτυρία (βαραίνουν πρώτιστος τον διάδικο που τον καλεί στο Δικαστήριο και επεκτείνεται και στον ίδιο τον πραγματογνώμονα, βλ. Vernon v Bosley [1997] 1 All ER 614) -, τα εξής: «The duties and responsibilities of expert witnesses in civil cases include the following.
(1)Expert evidence presented to the Court should be, and should be seen to be, the independent product of the expert uninfluenced as to the form or content by the exigencies of litigation (Wkitekouse vJordan [1981] 1WLR246 at p 256, per Lord Wilberforce).
(2)An expert witness should provide independent assistance to the court by way of objective unbiased opinion in relation to matters within his expertise (see Polivitte Ltd v Commercial Union Assurance Co pic [1987] 1 Lloyd's Rep 379 atp 386 per Garland J and Re J [1991] FCR193 per Cazalet J). An expert witness in the High Court should never assume the role of an advocate.
(3)An expert witness should state the facts or assumption upon which his opinion is based. He should not omit to consider material facts which could detract from his concluded opinion (Re J above).
(4)An expert witness should make it clear when a particular question or issue falls outside his expertise.
(5)If an expert's opinion is not properly researched because he considered that insufficient data is available, then this must be stated with an indication that the opinion is no more than a provisional one (Re J above). In cases where an expert witness who has prepared a report could not assert that the report contained the truth, the whole truth and nothing but the truth without some qualification, that qualification should be stated in the report (Derby & Co Ltd and Others v Weldon and Others
(1990)The Times, 9 November per Staughton LJ).
(6)If, after exchange of reports, an expert witness changes his view on a material matter having read the other side's expert's report or for any other reason, such change of view should be communicated (through legal representatives) to the other side without delay and when appropriate to the court.
(7)Where expert evidence refers to photographs, plans, calculations, analyses, measurements, survey reports or other similar documents, these must be provided to the opposite party at the same time as the exchange of reports (see 15.5 of The Guide to Commercial Court Practice).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 107. Γενικά, το καθήκον του πραγματογνώμονα έναντι του Δικαστηρίου σχετικά με την μαρτυρία του, έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν την δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων του και να διαμορφώσει συναφώς την δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης που τελικώς αποδέχεται (βλ. Πελεκάνος κ. α. ν Πελεκάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746, Κούκος ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64, Περικλέους ν Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 2420, The Torenia
(1983)Lloyd's Rep 210, 232). Βλ. επίσης, στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, τα αναφερόμενα στις σελίδες από 580 έως και
- Κατά τα άλλα, η μαρτυρία προσώπου που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονας, δεν αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο κατά τρόπο διαφορετικό από τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η μαρτυρία άλλων προσώπων. Η μαρτυρία τους, σημειώνεται, εκτιμάται στη βάση των ίδιων αρχών (βλ. Καουρής ν Δημητρίου κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 967, Πελεκάνος κ. α. ν Πελεκάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746). Με την επιπρόσθετη παρατήρηση, ότι, λόγω της ιδιαιτερότητας της μαρτυρίας πραγματογνώμονα, ως αυτή έχει προαναφερθεί, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία αυτός φαίνεται να έχει προσεγγίσει το έργο του, επηρεάζει επίσης την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας του (βλ. Μιτσιγιώργη κ. α. ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1 Α.Α.Δ. 1811). Μαρτυρία πραγματογνώμονα που εκτιμάται θετικά και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως τέτοια, αξιολογείται από το Δικαστήριο προς τον σκοπό εξαγωγής των συμπερασμάτων του, αναλόγως της συγκέντρωσης σε αυτήν, ή της μη συγκέντρωσης σε αυτήν, εκείνων των στοιχείων που η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι μπορούν να της προσδώσουν βαρύτητα. Βαρύνουσας σημασίας για την αξιολόγηση της μαρτυρίας πραγματογνώμονα από το Δικαστήριο, έχει αποφασιστεί ότι συνιστά το γεγονός ότι ο πραγματογνώμονας είχε προσωπικά την ευκαιρία, -στις περιπτώσεις όπου τούτο είναι πρακτικά εφικτό και χωρίς να είναι, διευκρινίζεται, απαραίτητο-, να εξετάσει ο ίδιος το αντικείμενο ή την κατάσταση σε σχέση με την οποία καλείται να καταθέσει στο Δικαστήριο την γνώμη του. Το πότε χρονικά έλαβε χώρα αυτή η εξέταση από τον πραγματογνώμονα, υπό ποιες συνθήκες και με ποια μέσα, είναι επίσης στοιχείο σχετικό με το υπό συζήτηση θέμα, αναλόγως πάντοτε των επίδικων ζητημάτων. Δηλαδή, ποια είναι η βάση της μαρτυρίας του επί της οποίας στηρίζει την γνώμη του (βλ. Πλοίο "Arabella" v Επιτροπής Σιτηρών Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 428, Παύλου ν Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2014:A217, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2009, 26/03/2014). Το σημαντικότερο όμως είναι, ως έχει προαναφερθεί, η γνώμη του πραγματογνώμονα, που απαραιτήτως πρέπει να ανταποκρίνεται στις εγγενείς ανάγκες της υπόθεσης, -έτσι, ώστε, να προσφέρεται προς απόδειξη των στοιχείων εκείνων που είναι επίδικα και προς επίλυση από το Δικαστήριο-, να είναι δεόντως αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη, επαρκής και πειστική (βλ. Πελεκάνος κ. α. ν Πελεκάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746). Πρωταρχικός άλλωστε σκοπός της μαρτυρίας πραγματογνώμονα, επαναλαμβάνεται, είναι ο εφοδιασμός του Δικαστηρίου με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ή/και ειδική γνώση, ώστε, το ίδιο να μπορέσει να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Τελικός κριτής των γεγονότων, υπενθυμίζεται, είναι πάντοτε το Δικαστήριο (βλ. Κούκος ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64). 109. Ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο, έχει την ευχέρεια, εκεί όπου ελλείπουν τα αναγκαία ποιοτικά χαρακτηριστικά από την προσφερόμενη μαρτυρία πραγματογνωμοσύνης, να απορρίψει την μαρτυρία του προσώπου που παρουσιάζεται για να καταθέσει ως πραγματογνώμονας, ακόμη και αν είναι το μοναδικό πρόσωπο που έχει κληθεί και καταθέσει υπό την ιδιότητα αυτή. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου ενώπιον του έχουν καταθέσει πέραν του ενός πραγματογνώμονα, να προτιμήσει την μαρτυρία μόνον ενός από αυτούς ή και περισσοτέρων, ή ακόμη και να αγνοήσει όλες και να προβεί στη δική του ανάλυση, εάν τα περιστατικά της υπόθεσης και τα γεγονότα που αποδέχεται ως αποδεκτά, το δικαιολογούν (βλ. Πελεκάνος κ. α. ν Πελεκάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746). Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως φυσικά αναμένεται και όταν ισχύει το αντίθετο, το Δικαστήριο πρέπει να δίδει τους λόγους για την απόφαση του, ειδικότερα όταν δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία πραγματογνώμονα που να καταθέτει αντίθετη άποψη (βλ. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν D & A Charalambous (Frozen Foods) Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 448). Βλ. γενικά επί του ζητήματος της αξιολόγησης της μαρτυρίας πραγματογνωμόνων, στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στις σελίδες από 582 έως και 584). Τέλος, όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στην σελίδα 583: «Όσο σημαντική και να είναι η μαρτυρία των πραγματογνωμόνων, δεν είναι ορθό, όταν ταυτοχρόνως προσφέρεται μαρτυρία από τον ίδιο τον διάδικο, η δικαστική αξιολόγηση να βασίζεται κατ' ουσίαν στη μαρτυρία του τελευταίου και μάλιστα κατ' απομόνωσιν, αφού η μαρτυρία του πραγματογνώμονα, από όπου και αν αυτή προέρχεται, δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των πρωταγωνιστών της διαφοράς. Η μαρτυρία των πραγματογνωμόνων, εδραιώνει επιστημονικώς τη μία ή άλλη εκδοχή των διαδίκων, αλλά τούτο γίνεται συμπληρωματικώς και προς επίρρωση ή αναίρεση της, αναλόγως της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των διαδίκων. Αποτελεί, επομένως, θεμελιώδες λάθος η επίλυση του κορυφαίου ζητήματος της αξιολόγησης της μαρτυρίας των διαδίκων δια της προσφερόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και μόνο ή κατά κύριο λόγο. .».
- Καθοδηγούμενος από τις προαναφερόμενες αρχές, προχωρώ στην εκτίμηση της μαρτυρίας του ΜΥ
- Κατ' αρχήν, αυτό το οποίο πρέπει να αναφερθεί, είναι ότι, ο ΜΥ2, ***** Ανδρέου, όπως ισχυρίστηκε και δεν αμφισβητήθηκε, έχει την πραγματογνωμοσύνη στον τομέα της λογιστικής, σχετικά με τον οποίο κλήθηκε για να καταθέσει στο Δικαστήριο. Έχει, όπως ανέφερε τα ακαδημαϊκά προσόντα και ως εκ της εμπειρίας του των δεκαπέντε ετών που ασκεί το επάγγελμα του λογιστή και ελεγκτή, μπορεί να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο και γίνεται πράγματι αποδεκτός, ως πραγματογνώμονας μάρτυρας.
- Εντούτοις, την μαρτυρία του ως πραγματογνώμονα, δεν την αποδέχομαι για τους ακόλουθους λόγους. Κατ' αρχήν, παρά το γεγονός ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την γνώμη του ως πραγματογνώμονας για τα επίδικα γεγονότα, δεν περιορίστηκε σε αυτό, εφόσον έδωσε ανεπίτρεπτα μαρτυρία για τα επίδικα γεγονότα, και δη σχετικά με το γεγονός, ότι, σε συγκεκριμένο χρόνο, είχε επικοινωνία με την Κατηγορούμενη 2 κατά την οποία η τελευταία του ανέφερε ότι, η Παραπονούμενη, παρά το γεγονός ότι γινόταν έλεγχος των συναλλαγών της Κατηγορούμενης 1 με την Παραπονούμενη για υπερχρεώσεις της στον σχετικό λογαριασμό της, συνέχιζε να παρουσιάζει επιταγές της Κατηγορουμένης 1 που της είχαν από παλαιότερα δοθεί ατελείς και ότι, την συμβούλευσε λόγω τούτου, να δώσει οδηγίες ανάκλησης της εντολής πληρωμής τους. Σημειώνεται ότι, το γεγονός αυτό, είναι και η υπεράσπισης που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 επικαλέστηκαν κατά την δίκη, ή σε κάθε περίπτωση, συσχετίζεται με αυτήν, και δη με τις οδηγίες της Κατηγορούμενης 1 μέσω της Κατηγορούμενης 2, Τεκμήριο 31, να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, και συνεπώς, εφόσον η μαρτυρία του ΜΥ2, ***** Ανδρέου αυτή, δηλαδή, η μαρτυρία του για τα γεγονότα, ελέγχεται, για την κρίση του Δικαστηρίου σε ότι αφορά την εκτίμηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, και δη μπορεί η ίδια η μαρτυρία του να ελεγχθεί στην βάση αυτή, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα. Αυτή, δεν είναι η περίπτωση όπου, ο πραγματογνώμονας, δίδει μαρτυρία για γεγονότα που αφορούν τα ευρήματα του, δια της οποίας αυτά τα γεγονότα αποδεικνύονται στο Δικαστήριο. Εδώ, ο Κατηγορούμενος 2, έδωσε μαρτυρία για τα επίδικα γεγονότα, η οποία μαρτυρία του, μπορεί να ενισχύσει ή να πλήξει την αξιοπιστία της βασικής μάρτυρα για την υπόθεση των Κατηγορουμένων 1 και 2, Κατηγορούμενης 2, ή αντιστρόφως ανάλογα, η δική του μαρτυρία, μπορεί κατά τον ίδιο τρόπο, να ελεγχθεί ως προς την αξιοπιστία της, βάσει της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης 2, και συνεπώς, είχε ξεφύγει και ξεφεύγει από τον ρόλο του πραγματογνώμονα που καταθέτει την γνώμη του για τα γεγονότα βασιζόμενος καθαρά επί επιστημονικών κριτηρίων, και ως εκ τούτου, δεν θα έπρεπε να είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονας και βεβαίως, εφόσον έχει παρουσιαστεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2 ως πραγματογνώμονας, δεν μπορεί, για τον προαναφερόμενο λόγο, να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, η μαρτυρία του ως τέτοια.
- Η Κατηγορούμενη 2, ισχυρίστηκε ότι, σχετικά με το γεγονός της οδηγίας ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, στις 17/08/2012, Τεκμήριο 31, είχε, πριν την πραγματοποίηση του και σχετικά με αυτό, τηλεφωνική επικοινωνία με τον ΜΥ2, ***** Ανδρέου, ο οποίος την συμβούλευσε σχετικά. Κατά του ισχυρισμούς της Κατηγορουμένης 2 (της αντεξέτασης της, επειδή κατά την κυρίως εξέταση της, ήταν, σε ότι αφορούσε τον υπό συζήτηση ισχυρισμό της, πολύ γενική η μαρτυρία της), αυτή η επικοινωνία της με τον ΜΥ2, ***** Ανδρέου, έγινε μετά τις 10/07/2012, που πήρε τις καταστάσεις του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 από την Τράπεζα της και έκαμε η ίδια κάποιο έλεγχο, και μετά τις 31/07/2019, που πληροφορήθηκε από την Τράπεζα της Κατηγορούμενης 1, ότι η Παραπονούμενη συνέχιζε να παρουσιάζει επιταγές της Κατηγορούμενης 1 για πληρωμή. Ο ΜΥ2, ***** Ανδρέου, έδωσε μαρτυρία για αυτό το γεγονός, καθώς και για τον χρόνο που έλαβε χώρα, που τείνει να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα της Κατηγορούμενης
- Εντούτοις, η μαρτυρία τους, ήταν αντιφατική ως προς το πότε χρονικά δόθηκαν οι οδηγίες της Κατηγορούμενης 2, στον ΜΥ2, ***** Ανδρέου, να ελέγξει για την Κατηγορούμενη 1 τις συναλλαγές της με την Παραπονούμενη. Η μεν Κατηγορούμενη 2, αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι, αυτό έγινε, μετά τις 10/07/2012 που έλαβε από την Τράπεζα της Κατηγορουμένης 1, καταστάσεις του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ο δε ΜΥ2, ***** Ανδρέου, τόσο κατά την κυρίως εξέταση του, όσο και κατά την αντεξέταση του, κατέθεσε ότι, έλαβε τις οδηγίες του για το ζήτημα από την Κατηγορούμενη 2, περί τις αρχές του έτους
- Συνεπώς, και για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, η μαρτυρία του ΜΥ2, ***** Ανδρέου, εφόσον δεν περιορίστηκε σε γνώμη του για τα γεγονότα, αλλά επεκτάθηκε και σε γεγονότα που ισχυρίστηκε προσωπική γνώση, σε ότι αφορά τα οποία μάλιστα εντοπίζονται και αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας του και της μαρτυρίας της Κατηγορουμένης 2, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
- Περαιτέρω, η μαρτυρία του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, για τον λόγο ότι, τα γεγονότα επί των οποίων βασίστηκε για την, ως παρουσιάστηκε, γνώμη του, σχετικά με τις υπερχρεώσεις της Κατηγορούμενης 1 από την Παραπονούμενη, δεν έχουν αποδειχθεί. Η Κατηγορούμενη 2, της οποίας άλλωστε η μαρτυρία έχει, για τους προαναφερόμενους λόγους, απορριφθεί ως αναξιόπιστη, δεν απέδειξε τα γεγονότα επί των οποίων βάσισε την γνώμη του ο Κατηγορούμενος
- Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, πολύ γενικά η Κατηγορούμενη 2 ισχυρίστηκε ότι, λόγω των συγκεχυμένων στοιχείων που της παρουσιάστηκαν από την Παραπονούμενη σε ότι αφορούσε το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, περί τον μήνα Ιούλιο του έτους 2012, ζήτησε κατάσταση λογαριασμού από την Τράπεζα της σχετικά με την περίοδο των ετών 2010 - 2011, για να ελέγξει τις καταθέσεις της, τις πληρωμές και τα εμβάσματα που έκανε στο εξωτερικό, σε σχέση με το υπόλοιπο της. Και ότι, επειδή εντόπισε λάθη, έδωσε οδηγίες στον λογιστή της, ήτοι, στον Κατηγορούμενο 2, να ελέγξει τις καταστάσεις της, ο οποίος βρήκε τελικά, ότι, η Κατηγορούμενη 1, υπερπλήρωσε την Παραπονούμενη, συνολικά €129.742,
- Η Κατηγορούμενη 2, σχετικά με την προαναφερόμενη μαρτυρία της, παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 40, την έκθεση του ΜΥ2, ***** Ανδρέου και κανένα άλλο στοιχείο, όπως π. χ. καταστάση/εις λογαριασμού/ών, καταθέσεις, εμβάσματα κ. τ. λ. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να ελεγχθεί η μαρτυρία της σε ότι αφορούσε αυτά. Ο ΜΥ2, ***** Ανδρέου, ο οποίος με την σειρά του επικαλέστηκε για την γνώμη του διάφορα στοιχεία, δεν παρουσίασε κανένα από αυτά στο Δικαστήριο για να ελεγχθεί η γνώμη του, ως κατατέθηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης, που βασίστηκε σε αυτά, ούτε και τα περιέλαβε στην έκθεση του, Τεκμήριο
- Ο ΜΥ2, ***** Ανδρέου, εξετάστηκε εκτενώς για τα στοιχεία αυτά, και παρά το γεγονός ότι επικαλέστηκε αυτά γενικά (χωρίς ποτέ αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία) και ότι ήταν διαθέσιμα για να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο και του ζητήθηκε, ο ΜΥ2, ***** Ανδρέου, με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του, δεν επανεξετάστηκε για το μέρος αυτό της μαρτυρία του της αντεξέτασης του, ούτε και κλήθηκε να παρουσιάσει οποιοδήποτε από αυτά τα στοιχεία. Ιδιαίτερη σημασία για τα προαναφερόμενα, έχει, να αναφερθεί ως παράδειγμα, το γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη 2, ισχυρίστηκε, ότι, είχε πληρώσει η Κατηγορούμενη 1 «απευθείας την Παραπονούμενη», το ποσό των €62.843,90, ποσό το οποίο πληρώθηκε ξανά με επιταγές της που είχε στην κατοχή της ο ***** Γιάννακα, γεγονός το οποίο και ο ΜΥ2, ***** Ανδρέου επικαλέστηκε ως διαπίστωση του από την διερεύνηση του. Για αυτό όμως το γεγονός, ήτοι, της «πληρωμής» δύο φορές του εν λόγω ποσού, κανένα απολύτως στοιχείο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο κατά την δίκη. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΥ2, ***** Ανδρέου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου για τα επίδικα ζητήματα.
- Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στις παραγράφους 8-41 - 8-45, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα συμπεράσματα μου και τις αρχές που διέπουν τα ζητήματα που με οδήγησαν σε αυτά, αναφέρονται τα εξής: «There is a distinction in the evidence given by experts between (i) evidence of fact, e. g. the characteristics of a finger-print and (ii) evidence of opinion, i. e.. inferences drawn from certain facts. In the former case the expert gives evidence of his own findings and the facts are thereby proved. . In the latter case ((ii) above) the expert must, in giving his opinion, rely on certain facts. These facts must be proved in the trial by admissible evidence. Furthermore, the witness should state the facts upon which his opinion is based. The Court of Appeal has said that the witness should do this in examination in chief. The jury will thereby discover whether the witness has been correctly informed about the facts, and has taken the relevant facts into consideration. The jury will then be in a position to access the witness's evidence properly. .». Αξιολόγησης της αποδεκτής και παραδεκτής μαρτυρίας Το συστατικό στοιχείο της έκδοσης επιταγής
- Θα ξεκινήσω την εξέταση μου, από το κατά πόσο, από την προσαχθείσα μαρτυρία, αποδεικνύεται στην υπόθεση αυτή, η έκδοσης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, συστατικό στοιχείο των αδικημάτων του κατηγορητηρίου των Κατηγορουμένων 1 και
- Από συνδυασμό των προνοιών του Άρθρου 4 του Κεφ. 154 και του Άρθρου 23 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, κανένα πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη ως εκδότης επιταγής βάσει του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αν δεν υπέγραψε αυτήν υπό την ιδιότητα αυτή (βλ. Μαυρουδή ν Δικηγορική Εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 156/2018, 21/02/2019).
- Στην υπό κρίση υπόθεση, η Παραπονούμενη, ιδιώτης Κατήγορος, σε γενικές γραμμές, ισχυρίζεται ότι, η Κατηγορούμενη 1, δια της Κατηγορούμενης 2, μοναδικής διοικητικής της σύμβουλου και μοναδικής εξουσιοδοτημένης υπογραφέα του λογαριασμού της με την Ελληνική Τράπεζα [για σκοπούς διαχείρισης και δέσμευσης του για αυτήν], εξέδωσε και παρέδωσε στην Παραπονούμενη, -όπως αναφέρθηκε από τον ΜΚ1, ***** Χαραλάμπους χαρακτηριστικά, «απέστειλε» στην Παραπονούμενη-, τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, προς εξόφληση του υπόλοιπου λογαριασμού που η Παραπονούμενη διατηρούσε για αυτήν σχετικά με τις συναλλαγές τους. Και τούτο, ως ισχυρίστηκε, μετά από πολλές πιέσεις από τον διευθυντή του γραφείου της Παραπονούμενης στην πόλη της Πάφου, ***** Γιάννακα.
- Θέση της Κατηγορουμένης 1, σε γενικές γραμμές, είναι ότι, περί τα μέσα του έτους 2012, διαπίστωσε ότι, η Παραπονούμενη, με την οποία ήταν για χρόνια συνεργάτες και στην οποία είχε εμπιστοσύνη στις συναλλαγές τους, την υπερχρέωνε, με αποτέλεσμα, την 17/08/2012, να ανακαλέσει με γραπτές οδηγίες της προς την Ελληνική Τράπεζα, την εντολή της για πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, και κάποιων άλλων, λόγω αυτής της διαφοράς που είχε μεταξύ τους προκύψει και ήταν από πλευράς της υπό διερεύνηση. Σε ότι αφορά την έκδοση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, η Κατηγορούμενη 1 υποστήριξε ότι, λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας της με την Παραπονούμενη, και για να εξυπηρετούνταν καλύτερα οι συναλλαγές τους, η Κατηγορούμενη 2, είχε δώσει στον διευθυντή του γραφείου της Παραπονούμενης στην πόλη της Πάφου, ***** Γιάννκα, ατελή ή/και κενές επιταγές της Κατηγορουμένης 1, ώστε, οι διάφορες πληρωμές της Κατηγορούμενης 1 προς την Παραπονούμ