ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΓΙΩΡΓΑΚΗ, Υπόθεση υπ' αρ.: 9857/2017, 8/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 9857/2017 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον - ***** ΓΙΩΡΓΑΚΗ Κατηγορουμένης ---------- Ημερομηνία: 08/04/2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για την Κατηγορούμενη: κ. κ. Α. Χατζηπαναγιώτου και Θ. Αντωνίου Κατηγορούμενη Παρούσα ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Στην υπόθεση αυτή, η Κατηγορούμενη, αντιμετωπίζει την ακόλουθη κατηγορία. Αντιμετωπίζει την κατηγορία υπ' αρ. 1 στο κατηγορητήριο, που αφορά το αδίκημα: της «Αμελούς Οδήγησης κατά παράβαση των Άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/07 », αναφορικά με την οποία, κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, προς προβολή της υπεράσπισης της. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για την προαναφερόμενη κατηγορία στο κατηγορητήριο: «Ο κατηγορούμενος την 27/01/2016 στην οδό Ιφιγένειας στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΜΖ591 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή.».
- Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, καθορίζεται από το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμο του 1972, Νόμος 86/
- Σύμφωνα με αυτό: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το έν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας διακοσίας λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.».
- Ως έχει νομολογηθεί, το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος, είναι αντικειμενικό (βλ. ενδεικτικά, Παγκος Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300). Δεν συναρτάται με τους υποκειμενικούς παράγοντες που προσδιορίζουν τις δυνατότητες του οδηγού για επιμελή οδήγηση, αλλά με την ίδια την οδήγηση και τα εξωτερικά της γνωρίσματα. Επέδειξε ή όχι, ο οδηγός, στον ουσιώδη χρόνο, την επιμέλεια για την ασφάλεια των άλλων, που επέβαλλαν εξ αντικειμένου τα γεγονότα της υπόθεσης; (βλ. ενδεικτικά, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160 και Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).
- Αυτό είναι το ερώτημα που σε κάθε περίπτωση πρέπει να απαντάται στη βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Συναρτάται, ως εκ τούτου, ο προσδιορισμός της απαιτούμενης επιμέλειας, από τα δεδομένα της τροχαίας και τη φροντίδα που εύλογα αναμένεται από πρόσωπο που βρίσκεται στη θέση του οδηγού, να επιδείξει, για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά πρόσφατα στην υπόθεση Αριστείδου ν Πολυδώρου, ECLI:CY:AD:2016:A16, Πολιτική Έφεση Αρ. 346/2010, 15/01/2016: «. το κριτήριο για την αμέλεια είναι αντικειμενικό. Ο Εναγόμενος θα πρέπει να έχει συμπεριφερθεί και θα πρέπει να έχει επιδείξει προσοχή και φροντίδα χαμηλότερου επιπέδου, υπό τις περιστάσεις, από το επίπεδο που αναμένεται από έναν λογικό, συνετό, ικανό και έμπειρο οδηγό. Το μέτρο δεν είναι εκείνο του τέλειου οδηγού, αλλά του λογικού, συνετού και ικανού οδηγού.». (βλ. επίσης, Nettleship v Weston [1971] 2 Q.B. 691, Mansfield v Weetabix Ltd [1998] 1 W.L.R. 1263, Stewart v Glaze [2009] EWHC 704 Q.B. και Ahanonu v South East London and Kent Bus Co Ltd [2008] E.W.C.A .Civ. 274). (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου).
- Η μοναδική μάρτυρας για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, ήταν η Αστ. XXXXX5, εξεταστής των περιστάσεων υπό τις οποίες συγκρούστηκαν, το αυτοκίνητο που οδηγείτο από την Κατηγορούμενη, με την μοτοσυκλέτα που οδηγείτο από τον Ιωάννου.
- Σύμφωνα με την μαρτυρία της Αστ. XXXXX5, το υπό εξέταση δυστύχημα, έλαβε χώρα, στις 27/01/2016, η ώρα 15:50, στην Οδό Ιφιγένειας στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας. Η Οδός Ιφιγένειας, που διαπερνά κατοικημένης περιοχής, είναι ασφαλτοστρωμένη, διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση για τα οχήματα που κυκλοφορούν σε αυτήν, οι οποίες, λωρίδες κυκλοφορίας, δεν διαχωρίζονται από άσπρη, χαραγμένη επί του οδοστρώματος, διαχωριστική γραμμή, και ελέγχεται από όριο ταχύτητας, 50 χλμ. ανά ώρα. Το δυστύχημα, ως προαναφέρθηκε, έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας (15:50), δηλαδή, υπό συνθήκες φυσικού φωτισμού, καθώς επίσης, υπό συνθήκες αίθριου καιρού και στεγνού οδοστρώματος.
- Καταφθάνοντας στην σκηνή του δυστυχήματος, η Αστ. XXXXX5, εντόπισε μόνον την Κατηγορούμενη, καθότι, ο Ιωάννου, λόγω τραυματισμού του, συνεπεία του δυστυχήματος, είχε ήδη μεταφερθεί από ασθενοφόρο του Τ. Α. Ε. Π. του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για περίθαλψη. Το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης, είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση μετά το δυστύχημα, ενώ η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Ιωάννου εντοπίστηκε στην τελική της, μετά το δυστύχημα, θέση. Όπως η Αστ, XXXXX5 παρατήρησε, τα δύο ενεχόμενα στο δυστύχημα, μηχανοκίνητα οχήματα, έφεραν ζημιές, τις οποίες κατέγραψε. Στην παρουσία της Κατηγορουμένης, η Αστ. XXXXX5, πρόβηκε, επί της σκηνής, σε διάφορες μετρήσεις και ετοίμασε, πρόχειρα (βλ. Τεκμήριο 1), σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, στο οποίο, μεταξύ άλλων, σημείωσε και το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, όπως αυτό της υποδείχθηκε από την Κατηγορούμενη. Στην συνέχεια, η Αστ. XXXXX5, βάσει του Τεκμηρίου 1, ετοίμασε το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο
- Αυτό, δηλαδή, το Τεκμήριο 1, υποδείχθηκε στην Κατηγορούμενη, η οποία το αποδέχθηκε, θέτοντας σε αυτό την υπογραφή της. Το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, έγινε αποδεκτό, μεταγενέστερα, και από τον Ιωάννου. Περαιτέρω, η Αστ. XXXXX5, έλαβε από την Κατηγορούμενη κατάθεση για το επίδικο συμβάν (την ίδια ημέρα, στις 17:15) (βλ. Τεκμήριο 3), όπως έλαβε και από τον Ιωάννου (στις 15/03/2016) (βλ. Τεκμήριο 5). Κατηγόρησε, τελικά, την Κατηγορούμενη, για το αδίκημα αυτής της υπόθεσης, στις 24/02/2016 (βλ. Τεκμήριο 4).
- Σε αυτό το σημείο, είναι πιστεύω σημαντικό να σημειωθεί, προκύπτει άλλωστε από τα προαναφερόμενα, ότι, ο Ιωάννου, δεν κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, για να καταθέσει για την υπόθεση της.
- Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, τοποθετούμενη τελικώς για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, υποστήριξε, ότι, όπως προκύπτει από το σημείο που η Κατηγορούμενη υπέδειξε [επί τόπου] στην Αστ. XXXXX5, ως το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου της με την μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Ιωάννου, φαίνεται ότι, η επίδικη σύγκρουσης, έγινε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας όπου κανονικά οδηγούσε την μοτοσικλέτα του ο Ιωάννου. Όπως, η Αστ. XXXXX5, ανέφερε για το ζήτημα αυτό στην μαρτυρία της, το σημείο της σύγκρουσης (σημειωμένο ως «x» στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 2) των δύο ενεχόμενων στο δυστύχημα μηχανοκίνητων οχημάτων, είναι 1,60 μ. από την νοητή ευθεία της παρόδου (ήτοι, της Ανώνυμης Οδού) εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κανονικά κινείτο η μοτοσικλέτα του Ιωάννου. Συνεπώς, για να οδηγήσει η Κατηγορούμενη το αυτοκίνητο της, διασχίζοντας την λωρίδα κυκλοφορίας όπου κανονικά οδηγούσε την μοτοσικλέτα του ο Ιωάννου με αποτέλεσμα την σύγκρουση των δύο οχημάτων, δηλαδή, όταν ο δρόμος δεν ήταν ελεύθερος για να επιχειρήσει να οδηγήσει το αυτοκίνητο της σε στροφή για να εισέλθει εντός της Ανώνυμης Οδού, σημαίνει ότι ήταν αμελής, από την άποψη της αμελούς επόπτευσης του δρόμου, εφόσον, σύμφωνα με την μαρτυρία της Αστ. XXXXX5, απολάμβανε από το συγκεκριμένο σημείο του δρόμου, σύμφωνα με την ευθεία πορεία της μοτοσικλέτας του Ιωάννου, 100 μ. σε περίπτωση όπου της μοτοσικλέτας του Ιωάννου δεν προπορευόταν άλλο όχημα και 20 μ. στην περίπτωση όπου συνέβαινε το αντίθετο.
- Η Κατηγορούμενη, στην κατάθεση της (Τεκμήριο 3), -ισχυρισμούς που επανέλαβε και κατά την ένορκη κατάθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου προς απολογία της-, αυτό που σε γενικές γραμμές αναφέρει για το ζήτημα αυτό, είναι ότι, η ίδια, έχοντας πρόθεση να οδηγήσει το όχημα της στην Ανώνυμη Οδό, ήτοι, δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου της στην Οδό Ιφιγένειας, έφερε το όχημα της, στην Οδό Ιφιγένειας, σε στάση, εντός της δικής της λωρίδας κυκλοφορίας, παίρνοντας τούτο κάποια κλίση προς τα δεξιά, λόγω της προαναφερόμενης πρόθεσης της. Χωρίς να αντιληφθεί ακριβώς πως αυτό έγινε, και ξαφνικά μετά που διήλθε από απέναντι της ένα αυτοκίνητο που οδηγείτο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας στην Οδό Ιφιγένειας, που προφανώς προπορευόταν της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Ιωάννου, ο Ιωάννου οδήγησε την μοτοσικλέτα του χτυπώντας το αυτοκίνητο της, στο δεξί μπροστινό μέρος του, κοντά στο φανάρι, και ενόσω αυτό βρισκόταν σε στάση, ως έχει προαναφερθεί.
- Η προαναφερόμενη μαρτυρία της Κατηγορουμένης, πρέπει να παρατηρηθεί, ότι σαφώς δεν συνάδει με την υπόδειξη της, ως ο ισχυρισμός της Αστ. XXXXX5, του σημείου της σύγκρουσης των δύο οχημάτων επί τόπου, ως προελέχθη. Όπως η Κατηγορούμενη ισχυρίστηκε, λόγω του δυστυχήματος και του τραυματισμού του Ιωάννου, είχε κλονιστεί / «ταραχθεί» ψυχολογικά (ισχυρισμός που επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση της Αστ. XXXXX5 στο Δικαστήριο) και, αν και είχε αναφέρει στην Αστ. XXXXX5 υπό ποιες συνθήκες το δυστύχημα έλαβε χώρα, ακριβώς ως καταγράφονται και στην κατάθεση της Τεκμήριο 3, όταν της υποδείχθηκε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος από την Αστ. XXXXX5, ως τούτο είχε ετοιμαστεί από την τελευταία, το αποδέχθηκε (δηλαδή, έθεσε σε αυτό απλά την υπογραφή της, όπως της είχε ζητηθεί από την Αστ. XXXXX5), χωρίς ουσιαστικά να εξετάσει τα όσα αυτό παρουσίαζε, εφόσον, εκτός της ταραχής της, αγνοούσε και την σημαντικότητα του.
- Σε υποθέσεις που αφορούν τροχαία ατυχήματα, η εκτίμηση της μαρτυρίας και ειδικότερα αυτή των εμπλεκόμενων οδηγών, συνήθως, θα έλεγε κάποιος, σχεδόν κανονικά, γίνεται με αναφορά προς το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, που ετοιμάζεται από τον αστυφύλακα που διερεύνησε τις συνθήκες του δυστυχήματος για την αστυνομία αμέσως μετά το δυστύχημα, αν αυτό γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο ότι αποτελεί αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113). Και τούτο, επειδή, ως έχει νομολογηθεί, το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, στο οποίο απεικονίζονται στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας που αφορούν την υπόθεση, αποτελεί σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν Δημητρίου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388 και Σωτηρίου ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307). 13. Όπως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Κονναρή ν Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267, η πραγματική μαρτυρία, όντως, μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, η σημασία της όμως ποικίλλει, ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί, όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο [και] στην υπόθεση Ευαγγέλου ν Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην εκτίμηση και αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα. Ως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113: «Το σχεδιάγραμμα της σκηνής ενός δυστυχήματος σκοπό έχει να φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου την πραγματική κατάσταση που υπάρχει στη δρόμο και τα ίχνη που τυχόν αφήνει μια σύγκρουση δύο οχημάτων. Η πραγματική αυτή μαρτυρία έχει σκοπό να δοκιμάσει την αξιοπιστία της ζωντανής μαρτυρίας των μαρτύρων οι οποίοι καταθέτουν. Η απουσία σχεδιαγράμματος δεν αποκλείει το Δικαστήριο από την υποχρέωσή του για αξιολόγηση της ζωντανής μαρτυρίας που παρουσιάζεται ενώπιόν του. Το Δικαστήριο είχε υποχρέωση να αξιολογήσει τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και με βάση αυτή να εξάξει τα ευρήματα και συμπεράσματά του, πράγμα που ορθά έπραξε.». 14. Σε κάθε περίπτωση, όπως σχολιάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Siakos v Nicolaou
(1980)1 C.L.R. 333, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της πραγματικής μαρτυρίας και ειδικότερα όταν πρόκειται για σχέδιο σκηνής ενός δυστυχήματος στο οποίο αποτυπώνονται στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας, πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό, εάν δεν έχει ακούσει μαρτυρία / γνώμη από πραγματογνώμονα που να βασίζεται επί της πραγματικής μαρτυρίας για τα αίτια του δυστυχήματος, να μην καθιστά τον εαυτό του πραγματογνώμονα προς διαπίστωση τους (βλ. και HjiGeorghiou v. The Police
(1972)2 C.L.R. 86, Constantinou v The Police
(1972)2 C.L.R. 89, Salih v Sofocleous
(1979)1 C.LR. 248 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252). Εντούτοις, όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Shakolas v Agathangelou a. a.
(1983)1 C.L.R. 1007, το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν αποκλείεται από του να εξετάσει, εφαρμόζοντας την κοινή λογική, την πραγματική μαρτυρία ή/και άλλη σχετική μαρτυρία από την οποία αποδεικνύεται το σύνολο των περιστάσεων κάτω από τις οποίες συνέβη το δυστύχημα, για να καταλήξει σε συμπεράσματα και να προβεί σε ευρήματα σε ότι αφορά την ύπαρξη ευθύνης λόγω αμέλειας, χωρίς να τίθεται ζήτημα ότι ενήργησε ως πραγματογνώμονας. Η προσέγγισης όμως αυτή, χρειάζεται προσοχή και ως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χρίστου ν Χρίστου κ. α., ECLI:CY:AD:2015:A483, Πολιτική Έφεση Αρ. 250/10, 07/07/2015, εφαρμόζεται κατ' εξαίρεση: «Δεν διαφωνούμε ότι, γενικώς, είναι επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκειμένου να αποκλείσει ή επιβεβαιώσει εκδοχή οδηγού ως προς την ταχύτητα του ιδίου ή άλλου οδηγού, να καταφύγει στην απλή κοινή λογική και εμπειρία για να αξιολογήσει την εκδοχή οποιουδήποτε από τους εμπλεκόμενους οδηγούς ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο η ταχύτητα ενός εκ των εμπλεκομένων οδηγών ήταν ψηλή ή χαμηλή, ανάλογα με τον ισχυρισμό που τίθεται ενώπιον του. Όμως αυτό αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που δεν επιτρέπει στο (πρωτόδικο) Δικαστήριο να ενεργήσει ως εμπειρογνώμονας και ενόψει τούτου η κατάληξη σε τέτοιο συμπέρασμα προϋποθέτει ότι τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του, ιδιαίτερα η πραγματική μαρτυρία, είναι τέτοια που αφ΄ εαυτών, ως θέμα κοινής λογικής και εμπειρίας, δικαιολογούν τέτοιο συμπέρασμα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 15. Στην προκείμενη περίπτωση, ως προαναφέρθηκε, υπάρχει σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (βλ. Τεκμήριο 2), το οποίο και μπορεί να υποβοηθήσει το έργο του Δικαστηρίου, αν γίνει αποδεκτό, να εκτιμήσει την προσαχθείσα μαρτυρία. Το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, ως προαναφέρθηκε, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, από την Αστ. XXXXX5, εξεταστή, ως προελέχθη, της σκηνής του δυστυχήματος για την αστυνομία, η οποία εκλήθη σε αυτήν, σύντομα μετά από αυτό. Σύμφωνα με την μαρτυρία της, στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 2, απεικονίζονται τα ευρήματα της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Ως έχει νομολογηθεί, σκοπός της μαρτυρίας του αστυνομικού που ερευνά ένα τροχαίο δυστύχημα, πρέπει να είναι η παράθεσης προς το Δικαστήριο των πραγματικών στοιχείων που παρατήρησε στην σκηνή του δυστυχήματος, ώστε αυτά να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Δεν είναι της αρμοδιότητος του ερευνώντος το δυστύχημα αστυνομικού, να υποδείξει συμπεράσματα από τα πραγματικά στοιχεία που παρατήρησε στην σκηνή του δυστυχήματος, καθότι, μοναδικός κριτής της υπόθεσης πρέπει να είναι το Δικαστήριο (βλ. Ευθυμίου ν Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1280), το οποίο, μπορεί να βασιστεί στην μαρτυρία του, εάν ικανοποιηθεί ότι αυτός προέβη σε όλες τις αναγκαίες υπό τις περιστάσεις ενέργειες προς διερεύνηση του και καταγραφής των παρατηρήσεων του (βλ. Κωνσταντινου ν Χ"Αντωνίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 455) και κρίνει την αξιοπιστία του, όπως κάθε άλλου μάρτυρα (βλ. Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 279). 16. Έπεται από τις προαναφερόμενες αρχές, ότι, η μαρτυρία της Αστ. XXXXX5, όπως και το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 2, που ετοίμασε, θα μπορούσαν, στην περίπτωση που μετά από εκτίμηση τους γίνονταν αποδεκτά από το Δικαστήριο ως μαρτυρία, να αποτελέσουν οδηγό για να εκτιμηθεί η μαρτυρία και των ενεχόμενων στο δυστύχημα οδηγών. Στην προκείμενη περίπτωση, η Κατηγορούμενη, έδωσε στην Αστ. XXXXX5, κατάθεση για τα γεγονότα (Τεκμήριο 3), από την οποία, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να λεχθεί, ότι, εγείρεται, ζήτημα ενοχής της για το αδίκημα που της καταλογίζεται. [Δηλαδή, το μοναδικό ουσιαστικό στοιχείο (η εξ ακοής μαρτυρία του Ιωάννου, μέσω της κατάθεσης του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 5, ήταν δευτερευούσης σημασίας) εκ πρώτης όψεως (ως είχα αποφασίσει) ενοχοποιητικό της Κατηγορουμένης, ήταν η κατ' ισχυρισμό της Αστ. XXXXX5, υπόδειξης της Κατηγορουμένης επί τόπου, του σημείου του δυστυχήματος, ως τούτο αποτυπώθηκε στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 1, και το οποίο έγινε αποδεκτό από την Κατηγορούμενη ως ορθό]. Ο δε Ιωάννου, ο οποίος έδωσε και αυτός κατάθεση στην Αστ. XXXXX5 (Τεκμήριο 5), [στην οποία, σε γενικές γραμμές αναφέρει, ότι,
(1)ενώ οδηγούσε κανονικά την μοτοσικλέτα του, στο μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας του σύμφωνα με την πορεία του, (με 40 χλμ. ανά ώρα), χτυπήθηκε στο δεξί του πόδι από ένα αυτοκίνητο, εξ αντιθέτου πορευμένο, το οποίο έκαμε στροφή δεξιά σύμφωνα με την πορεία του, με αποτέλεσμα το δυστύχημα, και
(2)ότι, τόσο της μοτοσικλέτας του, όσο και του εν λόγω αυτοκινήτου, δεν προπορεύονταν άλλα οχήματα], δεν κλήθηκε από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής [και δικαιωματικά], για να καταθέσει στο Δικαστήριο για τα γεγονότα. Γεγονός, που, δεδομένων των προνοιών του Άρθρου 27
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και δη του αδικαιολόγητου της μη κλήσης του για να καταθέσει κατά την δίκη, εφόσον πρόκειται για πρόσωπο που αντικειμενικά έχει πρωτογενή γνώση των γεγονότων του επίδικου δυστυχήματος, κατά την άποψη μου, δικαιολογεί το Δικαστήριο, να μην λάβει την κατάθεση αυτή του Ιωάννου για τα γεγονότα υπόψη του κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Τουμαζή ν Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση Αρ. 274/2010, 05/05/2015, σχετικά με το ζήτημα αυτό: «Θεωρούμε ως κρίσιμο και αποφασιστικής σημασίας το λόγο έφεσης 5, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο έσφαλε κατά νόμο και δεν διασφάλισε τα εχέγγυα της ισότητας και της δίκαιης δίκης. Γι΄ αυτό το ζήτημα, παρατηρούμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψιν του τους προαναφερόμενους παράγοντες, αναφορικά με τη βαρύτητα την οποία θα απέδιδε στην κατάθεση της εφεσίβλητης στην Αστυνομία, η οποία παρουσιάστηκε ως τεκμήριο 2 ενώπιον του δικαστηρίου, από τον εξεταστή Μ.Ε.1, δεν φαίνεται όμως να κατηύθυνε την προσοχή του σε σημαντικά στοιχεία τα οποία θα έπρεπε να είχε συνυπολογίσει. Τα σημαντικά αυτά στοιχεία είναι: (α) ότι η εφεσίβλητη ήταν διάδικος και επομένως είχε συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης, και (β) ότι δεν βρισκόταν ενώπιον του δικαστηρίου για να αντεξεταστεί και, με αυτό τον τρόπο, να ελεγχθεί η αξιοπιστία της κατά τον παραδοσιακά ενδεδειγμένο τρόπο της βασάνου της αντεξέτασης. Τα προαναφερόμενα στοιχεία θα έπρεπε να είχαν απασχολήσει το πρωτόδικο δικαστήριο, αλλά δεν φαίνεται να το απασχόλησαν. Εκτός από τα τυπικά και ουσιαστικά κριτήρια που αναγράφονται στο άρθρο 27
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 27
(1), ένα δικαστήριο, για να αποφασίσει ως προς τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε εξ ακοής μαρτυρία, θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψιν του και το συμφέρον της δικαιοσύνης, δηλαδή τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, το οποίον περιλαμβάνει πρωτίστως τη διασφάλιση δίκαιης δίκης και ακριβοδίκαιης μεταχείρισης των διαδίκων. Υπάρχει νομολογία σύμφωνα με την οποίαν, ο ένας από τρεις σημαντικούς παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν προς διαπίστωση του κατά πόσον παρουσιασθείσα, εξ ακοής μαρτυρία, (απόντος μάρτυρα), μπορεί να έχει επιπτώσεις στη δίκαιη δίκη, είναι και το κατά πόσον «υπάρχουν άλλοι αντισταθμιστικοί παράγοντες, όπως ισχυρές δικονομικές δικλίδες που να διασφαλίζουν την ορθή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του απόντος μάρτυρα» (Δέστε: Al-Khawaja and Tahery v. The United Kingdom
(2012)54 EHRR 23 (απόφαση ΕΔΔΑ) και R v. Tahery (No 2)
(2013)EWCA Crim 1053) - Δέστε επίσης το σύγγραμμα Ηλιάδης και Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 324 κ.επ.). Στις αποφάσεις Delta v. France
(1993)16 EHRR 574 και Saidi v. France
(1994)17 EHRR 251, του ΕΔΔΑ αποφασίστηκε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6
(1)της ΕΣΔΑ κατά το ότι, η καταδικαστική (εθνική) απόφαση, είχε στηριχθεί κατά κύριο λόγο σε γραπτές καταθέσεις μαρτύρων που δεν παρουσιάστηκαν για αντεξέταση και οι οποίες συνιστούσαν τη μοναδική ή την κύρια μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου, με τρόπο που επηρεαζόταν ο πυρήνας του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Από τις προαναφερόμενες αποφάσεις προκύπτει ότι η δυνατότητα αντεξέτασης ενός ουσιαστικού μάρτυρα, με σκοπό την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του, είναι βασικό στοιχείο της δίκαιης δίκης και της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων. Επιπρόσθετα, το πρωτόδικο δικαστήριο, εσφαλμένα, κατά την κρίση μας, θεώρησε ότι εξ ακοής μαρτυρία της εφεσίβλητης, η οποία περιλαμβάνεται στην προαναφερόμενη κατάθεση της, τεκμήριο 2, επιβεβαιώνεται από πραγματική μαρτυρία, όπως είναι: (α) η μή ανεύρεση ιχνών τροχοπέδησης του οχήματος της, στοιχείο που εκλήφθηκε ότι επιβεβαιώνει τη θέση της εφεσίβλητης ότι οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα 20-30 χλμ ανά ώρα και (β) ο τραυματισμός της εφεσείουσας στο αριστερό πόδι από την πτώση της μετά τη σύγκρουση, ο οποίος εκλήφθηκε ως επιβεβαίωση του ισχυρισμού της εφεσίβλητης, ότι η εφεσείουσα κτύπησε στο αυτοκίνητο της και όχι το αντίθετο. Με όλο τον προσήκοντα σεβασμό προς την ευπαίδευτη πρωτόδικο Δικαστή θεωρούμε ότι έσφαλε, κατά τους προαναφερόμενους συλλογισμούς που φαίνονται στη σελ. 27 της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον, ουσιαστικά, μετέτρεψε τον εαυτό της σε εμπειρογνώμονα όσον αφορά την ταχύτητα σε συνάρτηση με τα ίχνη τροχοπέδησης και τον τραυματισμό του θύματος σε συνάρτηση με το πώς έγινε η σύγκρουση, παραβλέποντας μάλιστα τη σοβαρή φύση και έκταση των τραυμάτων της εφεσείουσας.». 17. Βλ. επίσης και Assad v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 164/2016, 06/12/2017. 18. Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της Αστ. XXXXX5, ότι η υπόδειξη του σημείου σύγκρουσης των ενεχόμενων στο δυστύχημα οχημάτων, ως αυτό σημειώνεται με «x» στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε, Τεκμήριο 1, της έγινε από την Κατηγορούμενη και κατ' επέκταση, ότι αυτό, σε ότι αφορά αυτό το σημείο του, είναι ορθό. Για το ζήτημα αυτό, θεωρώ ότι, η Αστ. XXXXX5 δεν ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, λαμβάνοντας υπόψιν, ότι:
(1)Στην κατάθεση της Αστ. XXXXX5, Έγγραφο Α, -που ετοίμασε κατά την ολοκλήρωση της διερεύνησης αυτής της υπόθεσης-, στο μέρος του επιγράφεται, «Άμεση Μαρτυρία Της Σκηνής», δεν καταγράφει πουθενά ότι η Κατηγορούμενη της υπέδειξε επί τόπου το σημείο της σύγκρουσης των οχημάτων, παρά μόνον ότι, «Σύμφωνα με την τελική θέση της μοτοσικλέτας ., τα ίχνη γδαρσίματος της στην άσφαλτο (Β1) και τις ζημιές που υπέστηκαν τα δύο οχήματα προσδιορίστηκε το σημείο της σύγκρουσης «x» και «x1» σε συνδυασμό με την πορεία του αυτοκινήτου .». Αν το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων «x» στο Τεκμήριο 1, ήταν το αποτέλεσμα υπόδειξης του και από την Κατηγορούμενη επί τόπου, τότε, λογικά, η Αστ. XXXXX5 στην κατάθεση της, Έγγραφο Α, -που έγινε εν είδη αναφοράς για τα της διερεύνησης της του δυστυχήματος-, στο σημείο όπου ακριβώς καταγράφει για τα της «άμεσης» μαρτυρίας που υπήρχε στην σκηνή του δυστυχήματος, θα το ανέφερε;
(2)Δεν είναι άλλωστε λογικό, η Κατηγορούμενη, που στην κατάθεση της ανέφερε τα γεγονότα για τις συνθήκες που συνέβη το δυστύχημα, διαφορετικά, -δηλαδή, ότι έφερε το αυτοκίνητο της σε στάση εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κανονικά το οδηγούσε στην Οδό Ιφιγενείας και ότι ο Ιωάννου οδήγησε την μοτοσικλέτα του και χτύπησε στο αυτοκίνητο της, χωρίς η ίδια να είχε οδηγήσει το όχημα της για να μετακινηθεί από το σημείο που βρισκόταν-, παράλληλα, να προβαίνει σε μία τέτοια υπόδειξη προς την Αστ. XXXXX5 επί της σκηνής, εντελώς αντίθετη της μαρτυρίας της. Στην περίπτωση δε, που αυτή ήταν η πραγματικότητα, -δηλαδή, άλλα η Κατηγορούμενη ανέφερε στην Αστ. XXXXX5 και υπέδειξε σχετικά στην σκηνή του δυστυχήματος και άλλα της κατέθεσε αργότερα κατά την λήψη της κατάθεσης της Τεκμήριο 3, ή σε κάθε περίπτωση, άλλα της έλεγε η Κατηγορούμενη και άλλα της έδειχνε επί τόπου-, ακόμη ένας λόγος περισσότερος, αλλά και λογικό θα ήταν, η Αστ. XXXXX5 στην κατάθεση της, να μην παρέλειπε να σημειώσει αυτήν την αντίφαση, ή σε κάθε περίπτωση, το γεγονός της υπόδειξης του σημείου σύγκρουσης των οχημάτων επί τόπου από την Κατηγορούμενη, στο σημείο της κατάθεσης της Έγγραφο Α, εκεί που αναφέρεται για το πως «προσδιορίστηκε» το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων «x».
- Αυτό το οποίο η Αστ. XXXXX5 βρίσκω ότι έκανε, συμπέρασμα μου που προκύπτει και από τον τρόπο που στην κατάθεση της, Έγγραφο Α, σημειώνει για το πως προσδιορίστηκε το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων «x», ήταν να μην περιοριστεί στο να παρατηρήσει τα πραγματικά στοιχεία που υπήρχαν στην σκηνή του δυστυχήματος και να τα περιλάβει στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος Τεκμήριο 1, σύμφωνα και με την διαθέσιμη μαρτυρία της Κατηγορουμένης, αλλά, λανθασμένα, να προχωρήσει και να προβεί από αυτά στο δικό της συμπέρασμα σχετικά με το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων, να το σημειώσει στο σχεδιαγράφημα της και ουσιαστικά να το «υποβάλει» στην Κατηγορούμενη, η οποία, λόγω της ταραχής στην οποία βρισκόταν, και αγνοώντας την σημαντικότητα του, έχοντας ήδη περιγράψει στην Αστ. XXXXX5 τις περιστάσεις του δυστυχήματος, απλά το υπέγραψε ως η Αστ. XXXXX5 της ζήτησε. Γνώμη της Αστ. XXXXX5, ως την ανέφερε και κατά την δίκη κατά την κυρίως εξέταση της, ήταν ότι η Κατηγορούμενη δεν μπορούσε να είχε φέρει το όχημα της σε στάση και να βρισκόταν σε αναμονή στην λωρίδα της, λόγω της πορείας που φαίνεται να ακολούθησαν μετά την σύγκρουση, τόσο ο Ιωάννου, όσο και η μοτοσικλέτα του, μέχρι να βρεθούν στην τελική τους θέση, αλλά και των ζημιών στην μοτοσικλέτα του Ιωάννου. Η οποία γνώμη της, δυστυχώς, φαίνεται να επηρέασε και τον τρόπο ενέργειας της. Όπως η Αστ. XXXXX5 χαρακτηριστικά ανέφερε σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης της: «Ε. Είναι το σημείο που της το υπέδειξες εσύ και της είπες ότι είναι εκεί και την βρήκες σε μία σύγχυση και υπέγραψε. Α. Από την στιγμή που η Κατηγορούμενη μου έδειξε την θέση του αυτοκινήτου [της] και από τη ζημιά που βρήκα στο αυτοκίνητο εκεί, σημείωσα το σημείο της σύγκρουσης των δύο οχημάτων.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Για να της υποδειχθούν στην συνέχεια, οι προαναφερόμενες αναφορές της, στην κατάθεση της Έγγραφο Α, του μέρους που επιγράφεται, «Άμεση Μαρτυρία Της Σκηνής», και να της υποβληθεί, ότι η ίδια κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης «x», από παρατηρήσεις της στην σκηνή, χωρίς η Αστ. XXXXX5 να το αρνηθεί: «Ε. Είπες ότι κατέληξες εις το σημείο σύγκρουσης από το τρίψιμο της μοτοσικλέτας . διαβάζω από την πρώτη παράγραφο της 2η σελίδας της κατάθεσης σου . Δηλαδή, πήγες και είπες έτο δαμέ, είναι που τζιαμέ που το βρήκα. Διαφωνείς με αυτό που έγραψες, είναι λάθος; Α. Όχι, δεν είναι λάθος.».
- Μαρτυρία της Αστ. XXXXX5, βεβαίως, αντιφατική προηγούμενων τοποθετήσεων της για τα γεγονότα, ως τούτα έχουν προαναφερθεί. Όπως για παράδειγμα, όταν νωρίτερα αντεξεταζόμενη, ερωτηθείσα για το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων και πως τούτο σημειώθηκε στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 1, με «x», απάντησε τα εξής: «Ε. Όταν της υποδείξατε το «x», αντιλήφθηκε η Κατηγορούμενη που ήταν το κέντρο του δρόμου; Της είπατε ότι το κέντρο είναι εδώ, το σημείο εκεί το αντιλήφθηκε; Την ρωτήσατε; Α. Πρέπει να ρωτήσετε την ίδια αν το αντιλήφθηκε. Ε. Την ρώτησες εσύ; Α. Αφού μου υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης και το σημείωσα. Ε. Σας υποβάλλω ότι, ενώ υπήρχε διαχωριστική γραμμή και έπρεπε να την σημειώσετε για να δείξετε που ήταν το κέντρο του δρόμου και σε ποιο σημείο, της υποδείξατε εσείς το «x». Σας υποβάλλω ότι, αν σημειώνατε τη διαχωριστική γραμμή, τότε θα μπορούσε να αντιληφθεί η Κατηγορούμενη που δείχνατε το «x» και που όχι και αν ήταν σωστό αυτό που υποδείξατε. . Α. Και διακεκομμένη γραμμή να υπήρχε, δεν κάνει διαφορά, από την στιγμή που την ρώτησα που ήταν η θέση του αυτοκινήτου και που έγινε η σύγκρουση και σημειώθηκε στην παρουσία της.».
- Ως προς το κρίσιμο αυτό στοιχείο, της υπόδειξης του σημείου της σύγκρουσης των οχημάτων από την Κατηγορούμενη, ήτοι, κατά πόσο είναι αυτό που έχει σημειωθεί με «x» στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος Τεκμήριο 1, οι προαναφερόμενες παρατηρήσεις μου, οδηγούν την εν λόγω μαρτυρία της Αστ. XXXXX5 σε απόρριψη. Της οποίας η μαρτυρία, γενικότερα, ήταν, κατά την αντίληψη μου, φτωχή για να μπορεί να γίνει δεκτή προς εξαγωγή συμπερασμάτων για τα επίδικα γεγονότα. Αρνητική εντύπωση, μου έκανε το γεγονός, ότι, για ζητήματα που αφορούσαν την διερεύνηση της του δυστυχήματος, η Αστ. XXXXX5, απαντούσε σε ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, σχεδόν μονολεκτικά, ή απλώς διαφωνούσε με εισηγήσεις που τις γίνονταν. Και αυτό, επειδή πιστεύω προσπαθούσε να αποφύγει απαντήσεις που θα εξέθεταν τον προαναφερόμενο λανθασμένο, κατά την αντίληψη του Δικαστηρίου, τρόπο ενέργειας της, ο οποίος της ήταν αντιληπτός. Σε κάθε περίπτωση, η Αστ. XXXXX5, όφειλε, αν το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων, ως αυτό σημειώθηκε με «x» στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 1, ήταν η δική της εκτίμηση και συμπέρασμα από τα πραγματικά δεδομένα στην σκηνή, ή και από δική της εκτίμηση, να το ανέφερε ξεκάθαρα στο Δικαστήριο και να μην επιχειρούσε ουσιαστικά να το παρουσιάσει, ως η υπόδειξης της Κατηγορούμενης, επειδή η τελευταία, έθεσε την υπογραφή της σε αυτό, υπό τις περιστάσεις που αυτό έγινε. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν οι προαναφερόμενες αντιφάσεις στην μαρτυρία της, που, οδηγούν το Δικαστήριο να καταλήξει, ότι δεν μπορεί με ασφάλεια να βασιστεί στην μαρτυρία της για να διαπιστώσει τα αμφισβητούμενα γεγονότα.
- Τώρα, σε ότι αφορά τα όσα η Αστ. XXXXX5 ειδικά κατέθεσε, σχετικά με την άποψη της για την ορθότητα του σημείου σύγκρουσης των ενεχόμενων στο δυστύχημα οχημάτων, είναι πιστεύω αρκετό να αναφερθεί, αυτό που και ανωτέρω αναφέρθηκε κατά την ανάλυση των αρχών που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός αστυφύλακα εξεταστή ενός τροχαίου δυστυχήματος, ότι, η γνώμη της για το τι πραγματικά συνέβη, βάσει των πραγματικών ευρημάτων της επί της σκηνής, δεν είναι αποδεκτή. Πολύ δε περισσότερο, όταν, η Κατηγορούσα Αρχή, σε ότι αφορά τα πραγματικά αυτά ευρήματα της Αστ. XXXXX5 (τα μη αμφισβητούμενα), δεν παρουσίασε καμία μαρτυρία εμπειρογνώμονα για να δικαιολογήσει την άποψη -που εξέφρασε και η Αστ. XXXXX5-, σχετικά με το σημείο της σύγκρουσης και γιατί αυτό, ως σημειώθηκε στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος Τεκμήριο 2, είναι ορθό, επειδή δικαιολογείται από τις ζημιές στα ενεχόμενα στο δυστύχημα οχήματα, ή και την τελική θέση της μοτοσικλέτας του Ιωάννου αλλά και του ιδίου μετά την σύγκρουση ή και την πορεία που ακολούθησαν για να βρεθούν στην τελική τους θέση. Άλλωστε, όπως υποστήριξε και η πλευρά της Κατηγορουμένης, πως είναι δυνατόν πραγματικά, η Κατηγορούμενη να είχε ήδη οδηγήσει το όχημα της και εισέλθει με αυτό στην λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου σε τόση απόσταση, η σύγκρουσης του με την μοτοσικλέτα του Ιωάννου να έγινε στο σημείο «x» βάσει του σχεδιαγραφήματος της σκηνής Τεκμήριο 2, αλλά οι ζημιές που η Αστ. XXXXX5 εντόπισε στο αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης, να βρίσκονται ουσιαστικά στο δεξιό του φανάρι, στην γωνία. Άποψη βεβαίως της Κατηγορούμενης, που δεν αποδείχθηκε από κάποιο πραγματογνώμονα, ο ισχυρισμό της όμως, έθετε στην Κατηγορούσα Αρχή το βάρος επεξήγησης του ευρήματος της αυτού, πραγματικά.
- Κλείνω, με σύντομο σχολιασμό της μαρτυρίας της Κατηγορουμένης, την μαρτυρία της οποία αποδέχομαι προς εξαγωγή των συμπερασμάτων μου για την υπόθεση αυτή. Η Κατηγορούμενη, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Κατέθεσε με άνεση στο Δικαστήριο για τα επίδικα γεγονότα, την εξέλαβα ως ειλικρινή, ήταν σταθερή στις τοποθετήσεις της σε ότι αφορούσε αυτά, περιεκτική και σαφής, τόσο κατά την κυρίως εξέταση της, όσο και κατά την αντεξέταση της, γεγονός, που, στην απουσία του οτιδήποτε θα μπορούσε να στιγματίσει αρνητικά την μαρτυρία της, με οδηγεί σε αποδοχή της σε ότι αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Ειδικότερα σημειώνεται, ότι, η Κατηγορούμενη, παρέμεινε σταθερή στην εκδοχή της για τα γεγονότα, που από την πρώτη στιγμή μετά το δυστύχημα, είχε αναφέρει στην Αστ. XXXXX5 στην σκηνή του δυστυχήματος και ακολούθως στην κατάθεση που η τελευταία της έλαβε στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου. Οι δε θέσεις της υπεράσπισης, ως υποβλήθηκαν από πλευράς του συνηγόρου υπεράσπισης της προς την Αστ. XXXXX5, ουδόλως παρέκκλιναν από αυτή την εκδοχή της για τα γεγονότα. Σε αντίθεση βέβαια με την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία, παρά τις αντίθετες τοποθετήσεις της Αστ XXXXX5 κατά την εξέταση της ενώπιον του Δικαστηρίου (που, ως προαναφέρθηκε, σε σχέση με αυτές δεν παρουσιάστηκε καν βέβαιη) δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά κατά την αντεξέταση της Κατηγορούμενης, τον ισχυρισμό της ότι, επί του οδοστρώματος, στο συγκεκριμένο σημείο της Οδού Ιφιγένειας, υπήρχε διαχωριστική διακεκομμένη γραμμή, ξεθωριασμένη αλλά διακριτή. Όπως επίσης δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό της Κατηγορουμένης ότι, η Αστ. XXXXX5, όταν κατέφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος, ήταν μόνη της, και ο Ιωάννου δεν είχε ακόμη παραληφθεί από το ασθενοφόρο του Τ. Α. Ε. Π. του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Θα ήταν δε παράλειψης να μην αναφερθεί εδώ, έστω και καταληκτικά, ότι, από μία ανάγνωση της κατάθεσης του Ιωάννου, Τεκμήριο 5 και μόνον, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, οι ισχυρισμοί του (για την σημασία των οποίων έχω ήδη αποφανθεί), δεν υποστηρίζουν απόλυτα τις θέσεις που η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε στην Κατηγορούμενη για τα γεγονότα (κατά την αντεξέταση της), όταν η τελευταία κατά την απολογία της στο Δικαστήριο εξέθεσε την δική της, για αυτά, εκδοχή.
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, βρίσκω ότι, η Κατηγορούσα Αρχή, δεν έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της Κατηγορουμένης σε ότι αφορά την κατηγορία που της έχει προσάψει με την υπόθεση αυτή, στον απαιτούμενο βαθμό και ως εκ τούτου, η Κατηγορούμενη σε ότι αφορά αυτή, αθωώνεται και απαλλάσσεται.
- Τα έξοδα διαδικασίας, ως αυτά έχουν αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής (€195), να καταβληθούν από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο