← Κύπρος

COMPLEXUS TRADING LTD, ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ν. N.C.P. IOANNOU TRADING LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 9151/2011, 11/1/2019

COMPLEXUS TRADING LTD, ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ν. N.C.P. IOANNOU TRADING LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 9151/2011, 11/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 9151/2011 COMPLEXUS TRADING LTD, ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Παραπονούμενη -εναντίον-

  1. N.C.P. IOANNOU TRADING LTD
  2. ***** ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 11/01/2019 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη, υπό εκκαθάριση: Καλλής & Καλλής Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κ. Διομήδης Καλλής) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: .......................) Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Ανδρέας Σπάταλος (Κατά την δίκη: κ. Ανδρέας Σπάταλος) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: .......................) Κατηγορούμενος 2, Παρών ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο
  3. Στην υπόθεση αυτή, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν, τελικώς, τις ακόλουθες κατηγορίες: Τις κατηγορίες υπ' αρ. 1, 4, 10, 12, 13, 17, 18, 19, 20, 24, 26, 27, 30, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 81, 82, 83, 84, 92 στο κατηγορητήριο, που αφορούν το αδίκημα της «Χωρίς εύλογη αιτία προκαλέσατε τη μη εξόφληση επιταγής κατά παράβαση των Άρθρων 2, 4, 305Α

(2), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικος, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186/86, 36(Ι)/97, 129(Ι)/99, 25(Ι)/03, 164(Ι)/03 και 70(Ι)/08», ΚΑΙ, τις κατηγορίες υπ' αρ. 2, 3, 5, 6, 7, 8, 9, 11, 21, 22, 23, 25, 28, 29, 31, 45, 56, 57, 58, 59, 60, 78, 79, 80, 86, 87, 88, 89, 90, 91 στο κατηγορητήριο, που αφορούν το αδίκημα της «Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των Άρθρων 2, 4, 305Α
(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικος, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186/86, 36(Ι)/97, 129(Ι)/99, 25(Ι)/03, 164(Ι)/03 και 70(Ι)/08», αναφορικά με τις οποίες κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, προς προβολή της υπεράσπισης τους.
  1. Αφορούν 88 επιταγές, που εκδόθηκαν επί της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ, για το συνολικό ποσό του €1.044.168,
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για τις προαναφερόμενες κατηγορίες στο κατηγορητήριο -που, στη βάση τους, σε ότι αφορά το κάθε ένα εκ των δύο προαναφερόμενων αδικημάτων, είναι ταυτόσημες, αλλά διαφέρουν μεταξύ τους, ως προς την ημερομηνία έκδοσης και πληρωμής της κάθε επιταγής, τον αριθμό και ποσό της επιταγής-: «Οι κατηγορούμενοι την .ημερομηνία. στην Λευκωσία εξέδωσαν προς όφελος της Complexus Trading Ltd την επιταγή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ, υπ' αριθμό ., για το ποσό των €., η οποία κατά ή μετά την .ημερομηνία. κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε και δεν εξοφλήθει λόγω του ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσαν την μη εξόφληση της» ΚΑΙ «Οι κατηγορούμενοι την .ημερομηνία. στην Λευκωσία εξέδωσαν προς όφελος της Complexus Trading Ltd την επιταγή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ, υπ' αριθμό ., για το ποσό των €., η οποία κατά ή μετά την .ημερομηνία. κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε και δεν εξοφλήθει λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της», αντίστοιχα.
  3. Περαιτέρω, εισαγωγικά, πρέπει να αναφερθεί, ότι, κατά την ακροαματική διαδικασία της 12ης/01/2018 και ενώ η διαδικασία βρισκόταν στο στάδιο παρουσίασης της υπόθεσης της Παραπονούμενης, η Παραπονούμενη, απέσυρε τις κατηγορίες 14, 15, 16 και 85 που προσήγαγε με την υπόθεση αυτή εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίοι, ως εκ τούτου, σε ότι αφορά τις εν λόγω κατηγορίες, αθωώθηκαν και απαλλάχτηκαν από το Δικαστήριο. Η προσκομισθείσα μαρτυρία
  4. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν, οι ακόλουθοι τρείς μάρτυρες: Ο ***** Κόκκινος (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), Ο ***** Σωκράτους (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), και Η ***** Ευριπίδου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ3»).
  5. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, που, ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες κατηγορίες, κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση τους, παρουσίασαν την ένορκη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2, ***** Ιωάννου, καθώς επίσης και την μαρτυρία του ***** Παναγιώτου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2»). Η νομική πτυχή
  6. Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [[i]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [[ii]]: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 7. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». 8. Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που θεσμοθετείται ως υπεράσπιση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 από το ίδιο το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, ως εμφαίνεται και από την προαναφερόμενη περικοπή από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016, έχει επίσης εξεταστεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Αναφέρθηκαν, σχετικά με την υπεράσπιση αυτή, τα εξής: «Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος από τους Εφεσείοντες. Από κει και πέρα το βάρος μετετέθη επί των ώμων των Εφεσειόντων/Κατηγορουμένων να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 9. Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 10. Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/01/2015, Χριστόδουλος Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, Σάββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016, Δαμιανου ν Καναρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/18, 31/10/2018, N.C. Diamonds Co. Ltd v Χρίστου Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, Philippa Estates Ltd v Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Νίκος Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ κ. α.,
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί. 12. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016. Όπως λέχθηκε: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του άρθρου 305(Α)
(1)στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίαση της στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της και, στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». Η ουσία της υπόθεσης
  1. Θα προσπαθήσω να επικεντρωθώ στην ουσία της υπόθεσης (βλ. Κυριάκου ν Ηλία, Ποινική Έφεση Αρ. 188/2016, 31/10/2018).
  2. Το κρίσιμο για να απαντηθεί ερώτημα στην υπόθεση αυτή, λαμβανομένων υπόψη και των παραδεκτών γεγονότων, είναι: (α) κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1 έχει εκδώσει προς την Παραπονούμενη «επιταγές», ως ο Νόμος ορίζει την έννοια της επιταγής, ζήτημα φυσικά σχετιζόμενο και με το αντάλλαγμα που η Παραπονούμενη έχει ή δεν έχει δώσει σε ότι αφορά αυτές, ή και (β) κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1 δικαιούται την υπεράσπιση που προνοείται από την επιφύλαξη, είτε του εδαφίου
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, είτε του εδαφίου
(6)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ή και τις δύο αυτές υπερασπίσεις, τις οποίες έχει άμεσα ή έμμεσα εγείρει, -ήτοι, κατά πόσο δικαιολογημένα επικαλείται ότι εύλογα έχει, δια του Κατηγορουμένου 2, ανακαλέσει την πληρωμή αριθμού εκ των επίδικων επιταγών, ή/και κατά πόσο, στο σύνολο τους οι επίδικες επιταγές, εκδόθηκαν προς τον σκοπό πληρωμής οφειλής, που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο της Δημοκρατίας- και σε κάθε περίπτωση, εάν η Κατηγορουμένη 1, έχει επιτύχει την «απόδειξη» γεγονότων που την ή τις στοιχειοθετούν. Η ευθύνη του Κατηγορουμένου 2, συναρτάται, κατ' αρχήν, με αυτές τις υπερασπίσεις της Κατηγορουμένης 1 και ως εκ τούτου, περαιτέρω συζήτηση περί του ζητήματος αυτού θα ακολουθήσει, αναλόγως κατάληξης στο προαναφερόμενο ερώτημα. Η εκτίμηση της μαρτυρίας, η αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας, ευρήματα για τα γεγονότα και τελικά συμπεράσματα Τα παραδεκτά γεγονότα
  1. Σε αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθεί, ότι, μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΚ1, οι διάδικοι δήλωσαν και το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως παραδεκτά, τα εξής γεγονότα:
  2. Ότι η Κατηγορούμενη 1, έχει νόμιμα συσταθεί ως νομικό πρόσωπο από 12/11/2008 και εξακολουθεί να υφίσταται. Καθώς επίσης, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, από την σύσταση της Κατηγορούμενης 1, ήταν και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι, ο μοναδικός διοικητικός σύμβουλος και μέτοχος της Κατηγορουμένης
  3. Παραδεκτό, εν προκειμένω, έγινε από τους διαδίκους και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως τέτοιο σχετικά, το αποτέλεσμα έρευνας στο μητρώο που η Κατηγορούμενη 1 τηρεί στον Έφορο Εταιρειών, Τεκμήριο
  4. Η μαρτυρία του ΜΚ1
  5. Ο ΜΚ1, είναι ένας εκ των μετόχων και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Παραπονούμενης εταιρείας, η οποία, σήμερα, είναι υπό καθεστώς εκκαθάρισης.
  6. Όπως ο ΜΚ1 υποστήριξε, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν το πρόσωπο που διεύθυνε τις εργασίες της Παραπονούμενης.
  7. Η Παραπονούμενη, διευκρίνισε, επιχειρούσε στον τομέα της εμπορίας αγαθών και ειδών περιπτέρου και προς τούτο, διατηρούσε και διαχειριζόταν και αριθμό περιπτέρων στην Λευκωσία.
  8. Η Κατηγορούμενη 1, ανέφερε ο ΜΚ1, ήταν συνεργάτης της Παραπονούμενης στην επιχείρηση της, από τον Σεπτέμβριο του έτους
  9. Αρχικά, ως απλή τροφοδοτούμενη και αγοραστής των εμπορευμάτων της και στην συνέχεια, ως γενική μεταπωλητής τους. Από αυτή την συνεργασία, διευκρίνισε, προέκυψε και η γνωριμία του με τον Κατηγορούμενο
  10. Στα αρχικά της στάδια, ισχυρίστηκε ο ΜΚ1, η συνεργασία Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, ήταν ομαλή και ως εκ τούτου, μεταξύ του και του Κατηγορούμενου 2, αναπτύχθηκε σχέση εμπιστοσύνης, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να αποδεχθεί, για την Παραπονούμενη, την πρόταση της Κατηγορούμενης 1, που υπεβλήθη δια του Κατηγορουμένου 2 περί τον Δεκέμβριο του έτους 2009, όπως η εξόφληση της Παραπονούμενης για τις εμπορικές συναλλαγές τους, γινόταν με μεταχρονολογημένες επιταγές. Για την απόφαση του αυτή, ισχυρίστηκε περαιτέρω ο ΜΚ1, έλαβε υπόψη του την διαβεβαίωση του Κατηγορουμένου 2, ότι παρακολουθούσε στενά τις οικονομικές καταστάσεις και τραπεζικούς λογαριασμούς της Κατηγορούμενης 1 και περαιτέρω, την διαβεβαίωση του ότι θα φρόντιζε ότι αυτές θα πληρώνονταν στην ημέρα που θα οριζόταν για την πληρωμή τους. Από εκείνη την χρονική στιγμή, επεσήμανε, η Παραπονούμενη, ξεκίνησε να αποδέχεται από την Κατηγορούμενη 1 για τις συναλλαγές τους, μεταχρονολογημένες επιταγές.
  11. Σε ότι αφορά τον τρόπο που Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1 γενικά συναλλάσσονταν, ο ΜΚ1 υποστήριξε ότι, συμφωνία τους υπήρξε, η, με την υποβολή παραγγελίας εμπορευμάτων από πλευράς Κατηγορουμένης 1, έκδοσης από πλευράς Παραπονούμενης σχετικού τιμολογίου, η εξόφλησης του οποίου θα γινόταν με την παράδοση των εμπορευμάτων στην Κατηγορουμένη 1, δια της εκδόσεως ανάλογης μεταχρονολογημένης επιταγής.
  12. Για τις συναλλαγές Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, που είναι σχετικές με τις κατηγορίες της υπόθεσης αυτής, ο ΜΚ1 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια. Κατέθεσε, για αυτές, με την σειρά, που, κατά τον ισχυρισμό της Παραπονουμένης, αυτές, χρονολογικά έλαβαν χώρα, και πως αυτές συσχετίζονται με τις επίδικες επιταγές. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ1, έκανε λεπτομερή αναφορά στο πότε οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν, τι ποσό αφορούν, με ποια εμπορική συναλλαχτική πράξη Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 συσχετίζονται (και δη με ποιο τιμολόγιο της Παραπονούμενης της Κατηγορουμένης 1 συσχετίζονται), αντιστοιχώντας παράλληλα, εκάστη επιταγή, με τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, δίδοντας λεπτομέρειες και για το πότε εκάστη παρουσιάστηκε από την Παραπονούμενη για πληρωμή, πότε εκάστη επιστράφηκε στην Παραπονούμενη απλήρωτη και για ποιο λόγο. Παρουσίασε, σχετικώς, τα Τεκμήρια από 1Α έως 91Β, 94Α και 94Β, ήτοι, τις 92 επίδικες επιταγές και τα τιμολόγια με τα οποία αυτές κατ' ισχυρισμό συσχετίζονται.
  13. Όπως ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε, κάθε μία εκ των προαναφερόμενων 92 επίδικων επιταγών, συμπληρώθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 και υπογράφτηκε στην παρουσία του, κατά την ημερομηνία που ισχυρίστηκε ότι εκάστη εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη
  14. Το συνολικό ποσό των επίδικων επιταγών της Κατηγορουμένης 1, που δεν πληρώθηκαν στην Παραπονούμενη και παραμένει προς αυτήν οφειλόμενο μέχρι και σήμερα, υποστήριξε ο ΜΚ1, ανέρχεται σε €1.093.
  15. Μετά την έκδοση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 90Β και 91Β, στις 20/01/2010 και πριν από την παρουσίαση τους για πληρωμή (ήταν πληρωτέες 20/01/2010), κατόπιν παράκλησης της Κατηγορουμένης 1, μέσω του Κατηγορουμένου 2, ισχυρίστηκε ο ΜΚ1, η Παραπονούμενη αποδέχθηκε όπως, λόγω οικονομικών προβλημάτων που η Κατηγορούμενη 1 αντιμετώπιζε, οι προαναφερόμενες επιταγές, Τεκμήρια 90Β και 91Β, μαζί και οι υπόλοιπες επίδικες επιταγές Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου (πλην της επιταγής Τεκμήριο 94Β που εκδόθηκε μεταγενέστερα), αντί στην ημερομηνία που είχε δοθεί εντολή πληρωμής τους, παρουσιάζονταν από αυτήν για πληρωμή, αρχές Μαρτίου του έτους
  16. Απόφαση της Παραπονούμενης, που ελήφθη, λόγω των διαβεβαιώσεων του Κατηγορουμένου 2 ότι, όταν οι εν λόγω επιταγές θα παρουσιάζονταν για πληρωμή, ως προελέχθη, αρχές Μαρτίου του έτους 2010, αυτές θα τιμούνταν. Προσμέτρησε προς αυτή την απόφαση της Παραπονούμενης, επίσης, υποστήριξε περαιτέρω ο ΜΚ1, το γεγονός ότι, όλες οι άλλες επιταγές της Κατηγορούμενης 1, που της είχαν δοθεί έναντι τιμολόγησης της από την Παραπονούμενη για εμπορεύματα που της πωλήθηκαν, επίσης μεταχρονολογημένες, πληρωτέες πριν την 20η/01/2010 (της περιόδου, 24/12/2009 - 19/01/2010), συνολικής αξίας €152.125,86, είχαν όλες τιμηθεί. Ο ΜΚ1, σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του αυτό, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις εν λόγω επιταγές, ήτοι στον αριθμό τους, την ημερομηνία πληρωμής τους, το τιμολόγιο για την εξόφληση του οποίου εκδόθηκαν και το ποσό που έκαστη αφορούσε.
  17. Αργότερα, ισχυρίστηκε περαιτέρω ο ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος 2 είχε, για την Κατηγορούμενη 1, ζητήσει από την Παραπονούμενη, επιπρόσθετα της προαναφερόμενης διευκόλυνσης της, να αποδεχθεί επιστροφή εμπορευμάτων που της είχε πωλήσει, ώστε, η οφειλή της Κατηγορούμενης 1 προς την Παραπονούμενη, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν €2.316.616,03, μειωνόταν. Ακριβώς λόγω του ότι η οφειλή της Κατηγορούμενης 1 ήταν τόσο μεγάλη, η Παραπονούμενη, σύμφωνα με τον ΜΚ1, αποδέχθηκε από την Κατηγορούμενη 1 επιστροφή εμπορευμάτων που της είχε πωλήσει, συνολικής αξίας €211.052,
  18. Λόγω τούτου, υποστήριξε περαιτέρω ο ΜΚ1, η Παραπονούμενη εξέδωσε στην Κατηγορούμενη σχετικές πιστωτικές σημειώσεις. Αυτές, κατατέθηκαν από τον ΜΚ1 στο Δικαστήριο σε δέσμη, ως Τεκμήριο 92, ενώ κατάσταση του λογαριασμού που, κατ' ισχυρισμό του ΜΚ1, η Παραπονούμενη τηρούσε για τις συναλλαγές της με την Κατηγορούμενη 1, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  19. Σε ότι αφορά την μαρτυρία του ΜΚ1, σημειώνεται περαιτέρω ότι, αυτός, αντεξεταζόμενος, αναγνώρισε αριθμό αποδείξεων (βλ. Τεκμήριο 95(Α και Β)), τις οποίες, κληθείς να το πράξει από πλευράς υπεράσπισης, τις συσχέτισε με τα τιμολόγια, Τεκμήρια 96 και
  20. Επιπρόσθετα, κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ1 αναγνώρισε και τις αποδείξεις του Τεκμηρίου 98(Α και Β). Η μαρτυρία του ΜΚ2
  21. Ο ΜΚ2, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν υπάλληλος της τότε Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, τοποθετημένος στο υποκατάστημα της που βρίσκεται στην Λευκωσία, στην Οδό Γρηγόρη Αυξεντίου
  22. Σύμφωνα με την κατάθεση του, η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, από το έτος 2008 (ήτοι, από 18/12/2008), διατηρούσε με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, τρεχούμενο λογαριασμό, -τον υπ' αριθμό XXXXX2561-, με βιβλιάριο επιταγών, χωρίς όριο παρατραβήγματος (βλ. τα Τεκμήρια 100[
(1),
(2)και
(3)] και 101). Το μοναδικό πρόσωπο, που, σύμφωνα με την εντολή της Κατηγορούμενης 1 προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, είχε εξουσιοδότηση να διαχειρίζεται τον εν λόγω λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, ήταν ο Κατηγορούμενος 2, ο μοναδικός αξιωματούχος της (βλ. τα Τεκμήρια 100
(1)και 100
(3)).
  1. Όπως ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε, σύμφωνα με την κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 101, -που αφορά την περίοδο 01/10/2009 - 30/04/2010-, η λειτουργία του του εν λόγω λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ενώ αρχικά, ήτοι από το άνοιγμα του, ήταν κανονική, το έτος 2010 κατέστη προβληματική, λόγω του ότι, αρκετές επιταγές που εξέδιδε για να πληρωθούν από αυτόν, δεν τιμούνταν, λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Όπως ο ΜΚ2 περαιτέρω υποστήριξε, λόγω αυτού του γεγονότος, η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, στις 22/01/2010, απέστειλε στην Κατηγορουμένη 1, επιστολή με την οποία της επεσήμανε το γεγονός αυτό και την καλούσε να μην εκδίδει επιταγές που δεν μπορούσαν να πληρωθούν από τον λογαριασμό της. Την προειδοποιούσε μάλιστα, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, και με κλείσιμο του εν λόγω λογαριασμού της (βλ. Τεκμήριο 102).
  2. Ο ΜΚ2, κατέθεσε επίσης και για τις εντολές ανάκλησης πληρωμής που η Κατηγορούμενη 1 έδωσε στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, στις 09/03/2010 και 10/03/2010 αντίστοιχα, ήτοι τα Τεκμήρια 103 και 104, τις οποίες παρουσίασε στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ2, παρουσίασε επίσης στο Δικαστήριο και το Τεκμήριο 105, -που είναι φωτοαντίγραφο του Τεκμηρίου 103-. στο οποίο, αριστερά στο περιθώριο του, σημείωσε, όπως υποστήριξε, αριθμητικά, βάσει των Παραρτημάτων Α και Β της κλήσης μάρτυρος που του επιδόθηκε, ημερομηνίας 15/12/2017, τις επίδικες επιταγές (όπου για παράδειγμα στην κλήση μάρτυρος μία επιταγή καταγράφεται να είναι η υπ' αριθμό 6 του Παραρτήματος Α, αυτή εντοπίστηκε στο Τεκμήριο 103 και στο Τεκμήριο 105 που είναι φωτοαντίγραφο της, στο αριστερό περιθώριο του, σημειώθηκε με την αναφορά «6Α»).
  3. Όπως υποστήριξε, οι επιταγές του Παραρτήματος Α, κατατέθηκαν για σκοπούς πληρωμής τους, στις 05/03/2010, παρουσιάστηκαν στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα για αυτό τον σκοπό στις 09/03/2010 και επεστράφησαν από αυτήν αυθημερόν χωρίς να πληρωθούν, με την ένδειξη «να παρουσιασθεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα». Οι ίδιες επιταγές, κατατέθηκαν για σκοπούς πληρωμής τους, εκ νέου, στις 10/03/2010, παρουσιάστηκαν στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα για αυτό τον σκοπό, στις 12/03/2010 και επεστράφησαν από αυτήν αυθημερόν χωρίς να πληρωθούν, με την ένδειξη «οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή».
  4. Όπως περαιτέρω υποστήριξε, οι επιταγές του Παραρτήματος Β, κατατέθηκαν για σκοπούς πληρωμής τους, στις 05/03/2010, παρουσιάστηκαν στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα για αυτό τον σκοπό, στις 09/03/2010 και επεστράφησαν από αυτήν αυθημερόν χωρίς να πληρωθούν, με την ένδειξη «Να παρουσιασθεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα». Οι ίδιες επιταγές, κατατέθηκαν για σκοπούς πληρωμής τους, εκ νέου, στις 17/03/2010, παρουσιάστηκαν στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα για αυτό τον σκοπό, στις 19/03/2010 και επεστράφησαν από αυτήν αυθημερόν χωρίς να πληρωθούν, με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ».
  5. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1, καταχωρήθηκε στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, δια χρήσεως το σχετικού ηλεκτρονικού συστήματος του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών στο οποίο είχε πρόσβαση, στις 18/03/2010 (βλ. Τεκμήριο 107). Η Διαχειριστική Επιτροπή του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών, ενημερώθηκε σχετικά, και με επιστολή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 16/03/2010 (βλ. Τεκμήριο 108). Η δε Κατηγορούμενη 1, πληροφορήθηκε για αυτό το γεγονός, από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, επίσης δια σχετικής επιστολής της τελευταίας προς αυτήν, ημερομηνίας 19/03/2018 (βλ. Τεκμήριο 106). Η μαρτυρία της ΜΚ3
  6. Η ΜΚ3, κατά την περίοδο των ετών 2009 - 2010, εργαζόταν στην Παραπονούμενη. Εργαζόταν, όπως ανέφερε, στο γραφείο της Παραπονούμενης, μαζί με τον διοικητικό της σύμβουλο, ΜΚ1, και απασχολείτο κυρίως με τα λογιστικά. Δηλαδή, τις τιμολογήσεις και τις πληρωμές.
  7. Η ΜΚ3, αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 2, τον οποίο ανέφερε ότι γνωρίζει προσωπικά, ως ένα από τους συνεργάτες της Παραπονούμενης.
  8. Κληθείσα να τοποθετηθεί, κατά πόσο αναγνωρίζει τον γραφικό της χαρακτήρα, σε οποιαδήποτε από τις επίδικες επιταγές, μετά από εξέταση τους ενώπιον του Δικαστηρίου, η ΜΚ3 δήλωσε ότι η γραφή της παρουσιάζεται στις επιταγές Τεκμήρια 1Β, 2Β, 3Β, 4Β, 5Β, 9Β, 10Β, 11Β, 12Β, 14Β, 15, 16, 23Β, 24Β, 25Β, 26Β, 27Β, 28Β, 29Β, 30Β, 31Β, 32Β, 33Β, 34Β, 48Β, 49, 50Β, 51, 52, 58Β, 59, 60, 63Β, 64, 65, 66, 67Β, 68, 69Β, 70, 71, 72, 78Β, 90Β, 91Β και 94Β.
  9. Όπως η ΜΚ3 ισχυρίστηκε, ήταν το σύνηθες, ο Κατηγορούμενος 2 να παρουσιαζόταν στο γραφείο της Παραπονούμενης για να ελέγξει ποια τιμολόγια εκκρεμούσαν προς πληρωμή, και αφού προέβαιναν μαζί σε σχετικό έλεγχο, να της ζητούσε, αφού της έδινε το βιβλιάριο επιταγών του, να συμπληρώσει τις επιταγές που θα εξέδιδε προς πληρωμή τους, δίδοντας της οδηγίες για τον αριθμό των επιταγών και τα ποσά για τα οποία έκαστη θα εκδιδόταν προς εξόφληση ποιων τιμολογίων. Κάτι, που ως υποστήριξε, γινόταν, αφού πρώτα ο Κατηγορούμενος 2 συμφωνούσε για το ζήτημα της εξόφλησης των τιμολογίων με τον ΜΚ1, το γραφείο του οποίου ήταν στον ίδιο χώρο. Ακολούθως, της συμπλήρωσης των επιταγών, ισχυρίστηκε περαιτέρω η ΜΚ3, ο Κατηγορούμενος 2 τις υπέγραφε και η ίδια προχωρούσε και σημείωνε επί των τιμολογίων που θα εξοφλούνταν, την επιταγή ή επιταγές που θα το εξοφλούσαν, ως είχε συμφωνηθεί και είχε ή είχαν εκδοθεί. Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2
  10. Όπως ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίσθηκε, είναι ο κύριος μέτοχος και διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Η Κατηγορούμενη 1, ανέφερε, επιχειρεί, κυρίως στον τομέα του λιανικού εμπορίου.
  11. Περί τον Σεπτέμβριο του έτους 2009, ο Κατηγορούμενος 2 συναντήθηκε με τον ΜΚ1, διοικητικό σύμβουλο της Παραπονούμενης, με σκοπό την συνεργασία Κατηγορούμενης 1 και Παραπονούμενης, η οποία Παραπονούμενη, τότε, επιχειρούσε στον τομέα του χονδρικού εμπορίου ειδών περιπτέρου. Στην εν λόγω συνάντηση τους, συμφωνήθηκε, τελικά, η εμπορική συνεργασία των δύο εταιρειών. Δηλαδή, η Παραπονούμενη, θα πωλούσε στην Κατηγορούμενη 1, σε τιμές χονδρικής αγοράς, εμπορεύματα της εμπορίας της και η Κατηγορούμενη 1, θα τα πωλούσε σε πελάτες της σε τιμές που θα συμφωνούσε. Για κάθε ποσότητα εμπορευμάτων που η Παραπονούμενη θα παρέδιδε στην Κατηγορούμενη 1, συμφωνήθηκε ότι η Παραπονούμενη θα εξέδιδε και σχετικό τιμολόγιο πώλησης που θα υπογραφόταν από τον ΜΚ1 ή άλλο αντιπρόσωπο της Παραπονουμένης. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 2 θα έλεγχε τα εμπορεύματα και εάν η παραλαβή συμφωνούσε με την τιμολόγηση, τότε θα υπέγραφε και αυτός το σχετικό τιμολόγιο και η Κατηγορούμενη 1 θα προχωρούσε στην εξόφληση του. Κατόπιν τούτου, η Παραπονούμενη θα εξέδιδε στην Κατηγορούμενη 1, απόδειξη εξόφλησης.
  12. Στην βάση αυτής της συμφωνίας, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, συνεργάστηκαν επιτυχώς και με κέρδος, για πέντε περίπου μήνες. Ο όγκος των συναλλαγών τους, κατά την εν λόγω περίοδο, ήταν μεγάλος, λόγος για τον οποίο η Κατηγορούμενη 1 εξοφλούσε τα τιμολόγια που της εκδίδονταν από την Παραπονούμενη, συνήθως με επιταγές, χωρίς ποτέ να υπάρξει οποιοδήποτε πρόβλημα.
  13. Λόγω της συνεργασίας αυτής, Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, Κατηγορούμενος 2 και ΜΚ1 ανέπτυξαν στενή φιλική σχέση και απόλυτη εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο.
  14. Περί τα μέσα Ιανουαρίου του έτους 2010, ο ΜΚ1, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 2 να του δώσει, τέσσερα βιβλιάρια επιταγών της Κατηγορουμένης 1, οι επιταγές των οποίων να ήταν κενές, ώστε, ο ΜΚ1, όπως του ελέχθη από αυτόν, να τις χρησιμοποιούσε προς διευκόλυνση των συναλλαγών Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης
  15. Ο Κατηγορούμενος 2, αρχικά ήταν διστακτικός, όμως, όπως ισχυρίστηκε, χωρίς πολλή περίσκεψη, λόγω των άριστων σχέσεων του με τον ΜΚ1 και της μεγάλης εμπιστοσύνης και φιλίας που υπήρχε μεταξύ τους, έδωσε τελικά στον ΜΚ1 αυτό που ζήτησε. Δηλαδή, τέσσερα βιβλιάρια επιταγών της Κατηγορουμένης 1, με 200 κενές επιταγές. Τρείς από αυτές τις επιταγές της Κατηγορουμένης 1, πριν ο Κατηγορούμενος 2 τις δώσει στον ΜΚ1, τις υπέγραψε, ώστε, ο ΜΚ1, απλά να συμπλήρωνε ο ίδιος το ποσό της αξίας των εμπορευμάτων που η Παραπονούμενη θα παρέδιδε στην Κατηγορούμενη 1, σύμφωνα πάντοτε με τα τιμολόγια που ο Κατηγορούμενος 2 θα υπέγραφε σχετικά. Παρά ταύτα, αυτές συμπληρώθηκαν από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο 2, όταν αυτός είχε επισκεφτεί την Παραπονουμένη για να παραλάβει εμπορεύματα.
  16. Η συνεργασία Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, συνεχίστηκε ομαλά και χωρίς οποιαδήποτε προβλήματα, μέχρι τα μέσα του μηνός Φεβρουαρίου του έτους
  17. Η Παραπονούμενη όμως, είχε ήδη, από τα τέλη περίπου του Ιανουαρίου του έτους 2010, αρχίσει να αντιμετωπίζει προβλήματα πληρωμών. Κατ' εκείνη την περίοδο, ο ΜΚ1, είχε, σε αρκετές περιπτώσεις, ζητήσει από τον Κατηγορούμενο 2, να καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό της Παραπονουμένης, διάφορά ποσά χρημάτων, ώστε, επιταγές της Παραπονουμένης, η οποία στον λογαριασμό της δεν είχε επαρκή υπόλοιπα, να μπορούσαν να τιμηθούν.
  18. Ο Κατηγορούμενος 2, έπραξε ως ήταν η παράκλησης του ΜΚ1, λόγω του ότι, οι σχέσεις τους, συνέχιζαν να είναι πολύ καλές και επειδή, ο ίδιος, ήθελε να βοηθήσει τον ΜΚ1 στην δυσκολία που αντιμετώπιζε. Με την πάροδο του χρόνου, ο Κατηγορούμενος 2, διαπίστωσε ότι, η οικονομική κατάσταση της Παραπονούμενης, όλο και χειροτέρευε. Ο δε ΜΚ1, για να σώσει την Παραπονούμενη, ζητούσε πλέον από τον Κατηγορούμενο 2, μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία, ο Κατηγορούμενος 2, για να τον βοηθήσει, στην αρχή του τα έδινε. Με τον τρόπο αυτό, ο Κατηγορούμενος 2, έδωσε αρκετά χρήματα στον ΜΚ1, τα οποία χρήματα, που καμία σχέση δεν είχαν με τις εμπορικές συναλλαγές Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, ήταν η συμφωνία Κατηγορούμενου 2 και ΜΚ1 ότι ο τελευταίος θα τα επέστρεφε στον Κατηγορούμενο 2 όταν θα μπορούσε. Ο Κατηγορούμενος 2, σταμάτησε να χρηματοδοτεί τον ΜΚ1, περί τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2010, όταν και ο ίδιος άρχισε να δυσκολεύεται οικονομικά.
  19. Παρά ταύτα, η εμπορική σχέση Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης συνέχιζε, ενώ, η σχέση Κατηγορούμενου 2 και ΜΚ1 εξακολουθούσε να είναι πολύ καλή. Στην περίοδο, 19/01/2010 - 05/03/2010, στην οποία ήταν πληρωτέες οι επίδικες επιταγές, οι συναλλαγές Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, ήταν αξίας €1.281.702 και το ποσό αυτό, είχε πληρωθεί από την Κατηγορούμενη 1 στην Παραπονούμενη, σε μετρητά. Αυτό, υποστήριξε ο Κατηγορούμενος 2, αποδεικνύεται από την δέσμη αποδείξεων, Τεκμήριο 95Β που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά την περίοδο, 23/03/2010 - 19/04/2010, η Κατηγορούμενη 1 αγόρασε από την Παραπονούμενη και πλήρωσε σε μετρητά, εμπορεύματα αξίας €213.828,
  20. Αυτό, ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2, αποδεικνύεται από την δέσμη αποδείξεων Τεκμήριο 95Β.
  21. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2010, τον Κατηγορούμενο 2, επισκέφτηκαν στον χώρο εργασίας του, δύο άγνωστοι του, απεσταλμένοι, ως του είχαν αναφέρει, του ΜΚ1, για να τακτοποιήσουν τα χρέη του Κατηγορουμένου 2 προς τον ΜΚ
  22. Ο Κατηγορούμενος 2, προσπάθησε να τους εξηγήσει ότι δεν όφειλε οποιαδήποτε χρήματα στον ΜΚ1, αλλά, τα δύο αυτά πρόσωπα, υπό την απειλή όπλου και ότι θα τον σκότωναν, τον εξανάγκασαν να υπογράψει και ακολούθως να τους παραδώσει μία δέσμη επιταγών της Παραπονούμενης, που ήταν κενές, 100 περίπου στο σύνολο, για να εξοφλήσει το ισχυριζόμενο χρέος του προς τον ΜΚ
  23. Αμέσως, ο Κατηγορούμενος 2, διαπίστωσε ότι, οι εν λόγω επιταγές, ήταν από τα τέσσερα βιβλιάρια επιταγών της Παραπονουμένης, που είχε δώσει στον ΜΚ
  24. Στις 08/03/2010, ο Κατηγορούμενος 2, δέχθηκε τηλεφώνημα από υπάλληλο της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, από τον οποίο ενημερώθηκε ότι, νωρίτερα την ημέρα εκείνη, είχαν παρουσιαστεί στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα για να πληρωθούν, ένας πολύ μεγάλος αριθμός επιταγών της Κατηγορούμενης 1, 93 στο σύνολο, αξίας πέραν του ενός εκατομμυρίου. Ο Κατηγορούμενος 2, μετέβη αμέσως στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και ζήτησε όπως ανακληθεί η εντολή πληρωμής των εν λόγω επιταγών, καθότι, όπως υποστήριξε, εξαπατήθηκαν, εφόσον, αυτές, δεν είχαν εκδοθεί από την Κατηγορούμενη 1 μέσω αυτού. Του είχε τότε λεχθεί από υπάλληλο της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, στον οποίο αποτάθηκε σχετικά, ότι, η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, δεν μπορούσε να μην πληρώσει τις εν λόγω επιταγές και να τις επιστρέψει στον δικαιούχο τους με την ένδειξη ότι η πληρωμή τους είχε ανακληθεί, χωρίς στοιχεία των εν λόγω 93 επιταγών. Ως εκ τούτου, υποστήριξε περαιτέρω ο Κατηγορούμενος 2, την αμέσως επόμενη ημέρα, δηλαδή, στις 09/03/2010, προσκόμισε στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, τα στοιχεία των εν λόγω επιταγών, που, όπως περαιτέρω ανέφερε, υπήρχαν στα τέσσερα βιβλιάρια επιταγών της Κατηγορουμένης 1 που είχαν δοθεί στον ΜΚ1, καταθέτοντας και γραπτώς την εντολή της Κατηγορουμένης 1 για την ανάκληση της πληρωμής τους, ήτοι το Τεκμήριο 105, με την οποία δηλώθηκε ως λόγος για αυτήν, η, ως ακριβώς ελέχθη από τον Κατηγορούμενο 2, εξαπάτησης του από την δικαιούχο, δηλαδή, την Παραπονούμενη. Όπως ο Κατηγορούμενος 2 επεσήμανε, έπραξε με τον τρόπο αυτό, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με την ενημέρωση που έτυχε από τον υπάλληλο της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα είχε ήδη, στο μεταξύ, ήτοι από της παρουσίασης τους για πληρωμή, επιστρέψει τις εν λόγω 93 επιταγές στην Παραπονούμενη, χωρίς να τις πληρώσει, με την ένδειξη ότι, στον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, δεν υπήρχαν υπόλοιπα χρηματικού κεφαλαίου που αρκούσαν για την υλοποίηση της εντολής πληρωμής έκαστης.
  25. Αναλόγως, ο Κατηγορούμενος 2 ενήργησε και στις 10/03/2010, όταν επισκεπτόμενος την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, αφού παρουσίασε προς τον σκοπό συγκεκριμένα στοιχεία, έδωσε προς αυτήν, για την Κατηγορούμενη 1, και 2η εντολή, ήτοι το Τεκμήριο 104, δια της οποίας, για τον ίδιο λόγο με αυτόν της εντολής της ημερομηνίας 09/03/2010, η Κατηγορούμενη 1, ζητούσε από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα να μην πληρωθούν, ακόμη 39 επιταγές που αποτελούσαν μέρος των τεσσάρων βιβλιαρίων επιταγών της Κατηγορουμένης 1, τα οποία, ως ισχυρίστηκε, σε προγενέστερο χρονικά στάδιο, είχαν δοθεί από αυτόν στον ΜΚ
  26. Ταυτόχρονα, όπως περαιτέρω ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2, επικοινώνησε και με τον ΜΚ1, από τον οποίο ζήτησε να του επιστρέψει τα εν λόγω τέσσερα βιβλιάρια επιταγών της Κατηγορουμένης 1, τα οποία, όμως, ο τελευταίος, αρνήθηκε ότι κατείχε. Τότε ήταν, πρόσθεσε ο Κατηγορούμενος 2, που σιγουρεύτηκε ότι, οι επιταγές της Κατηγορουμένης 1, που είχε εξαναγκασθεί να υπογράψει από τους δύο αγνώστους, ήταν αυτές των τεσσάρων βιβλιαρίων επιταγών της Κατηγορουμένης 1, που είχαν δοθεί στον ΜΚ
  27. Ο ΜΚ1, πρέπει να είναι αυτός, ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2, που συμπλήρωσε στις εν λόγω επιταγές τα όποια ποσά ήθελε, χωρίς Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1 να είχαν οποιαδήποτε συναλλαγή για αντίκρισμα. Αυτές οι επιταγές, ισχυρίστηκε εν προκειμένω τελικώς ο Κατηγορούμενος 2, είναι οι επίδικες επιταγές, σε ότι αφορά τις οποίες, η Κατηγορούμενη 1, έδωσε προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, την εντολή, ως προαναφέρθηκε, ανάκλησης της πληρωμής τους.
  28. Εδώ, πρέπει να σημειωθεί παρενθετικά, προς τον σκοπό της ανάλυσης που θα γίνει στην συνέχεια, της εκτίμησης της προσαχθείσας μαρτυρίας, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, επιπρόσθετα των προαναφερόμενων ισχυρισμών του, επικαλέστηκε ότι, μία εβδομάδα προτού οι 93 επιταγές της Κατηγορούμενης 1 παρουσιαστούν στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα για πληρωμή, ήτοι, μία εβδομάδα πριν την 08/03/2010, είχε επισκεφτεί την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, ζητώντας την ανάκληση πληρωμής όλων των επιταγών που η Κατηγορούμενη 1 είχε εκδώσει με δικαιούχο την Παραπονούμενη, λόγω της σε βάρος τους, ως ο Κατηγορούμενος 2 ακριβώς περιέγραψε, απάτης. Εντούτοις, όπως υποστήριξε, η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, δεν έκαμε αποδεκτή αυτή την εντολή της Κατηγορουμένης 1, λόγω, όπως και πάλι τότε του είχε λεχθεί από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα,, της αναγκαιότητας προσκόμισης συγκεκριμένων στοιχείων των επιταγών σε σχέση με τις οποίες αυτή θα δινόταν.
  29. Μετά που η Κατηγορούμενη 1 έδωσε την εντολή ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών, ήτοι, μετά τις 09 και 10 Μαρτίου του έτους 2010, τον Κατηγορούμενο 2 επισκέφτηκαν και πάλι στον χώρο της εργασίας του τα δύο άγνωστα πρόσωπα, απεσταλμένοι του ΜΚ1, που τον είχαν εξαναγκάσει, ως ισχυρίστηκε, να υπογράψει εν λευκώ και να τους παραδώσει, επιταγές της Κατηγορουμένης
  30. Αφορμή ήταν, ως ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2, η εντολή της Κατηγορουμένης 1, ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών. Όπως του ελέχθη από τα δύο αυτά πρόσωπα, υποστήριξε ο Κατηγορούμενος 2, αφής στιγμής η Κατηγορούμενη 1 είχε ανακαλέσει την πληρωμή των επιταγών, αυτός έπρεπε να εξοφλήσει τα χρέη του προς τον ΜΚ1, με μετρητά. Μάλιστα, θα τον διευκόλυναν, του είπαν, δίδοντας του την ευχέρεια εξόφλησης των χρεών του, σταδιακά, δηλαδή με δόσεις. Για αρχή, του ζήτησαν €30.
  31. Οι προσπάθειες του Κατηγορουμένου 2 να εξηγήσει στα πρόσωπα αυτά ότι δεν όφειλε στον ΜΚ1 οτιδήποτε, ήταν μάταιες. Αντιθέτως, προκάλεσαν την βίαιη αντίδραση τους και την απειλή του ότι, αν δεν συμμορφωνόντανε, θα τον σκότωναν. Τον προειδοποίησαν μάλιστα, ότι, καταγγελία τους στην Αστυνομία, θα είχε το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα. Επισημαίνοντας του επίσης ότι, στις τάξεις της Αστυνομίας, είχαν δικούς τους ανθρώπους, από τους οποίους θα πληροφορούνταν το γεγονός, αν επιχειρούσε την καταγγελία τους. Φοβούμενος ότι τα δύο αυτά πρόσωπα θα υλοποιούσαν την απειλή τους, ο Κατηγορούμενος 2, μη εμπιστευόμενος την Αστυνομία, επειδή, ως ισχυρίστηκε, σύμφωνα και με τα όσα ακούγονταν στην αγορά, στον υπόκοσμο ανήκουν και μέλη της Αστυνομίας, παρά τον προς τούτο προβληματισμό του, δεν κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία.
  32. Απελπισμένος όπως ήταν, ισχυρίστηκε, συμβουλεύτηκε για το πως μπορούσε να βγει από την δύσκολη θέση που βρέθηκε, ένα έμπιστο του πρόσωπο, κάποιον ***** Λοΐζου από τις Αγγλισίδες, με τον οποίο είχε εμπορική συνεργασία. Στο μεταξύ, την επομένη της προαναφερόμενης επίσκεψης του από τους δύο αγνώστους, ο Κατηγορούμενος 2, παρέδωσε σε αυτούς, και πάλι μετά από επίσκεψη τους στον χώρο της εργασίας του, τις €30.000 που του είχαν ζητηθεί. Ο εν λόγω ***** Λοΐζου, αφού ο Κατηγορούμενος 2 του περιέγραψε τους δύο αγνώστους, του επιβεβαίωσε την εντύπωση που είχε σχηματίσει για αυτούς, ότι δηλαδή επρόκειτο για πρόσωπα επικίνδυνα, του υποκόσμου, που μπορούσαν την απειλή τους να την κάνουν πράξη και συμφώνησε μαζί του να συνεργαστούν προς αντιμετώπιση του προβλήματος του.
  33. Κατόπιν τούτου, τα δύο αυτά πρόσωπα, επισκέφτηκαν τον Κατηγορούμενο 2 και πάλι, στον χώρο της εργασίας του, όταν έτυχε να είναι εκεί και ο εν λόγω ***** Λοΐζου για να προμηθευτεί από την Κατηγορούμενη 1 εμπορεύματα για το περίπτερο του. Στην παρουσία τότε και του εν λόγω ***** Λοΐζου, οι δύο άγνωστοι, απαίτησαν από τον Κατηγορούμενο 2 με απειλές, €10.
  34. Ο ***** Λοΐζου, που, μέσα από την συζήτηση που είχε με αυτούς, διαφάνηκε προς στον Κατηγορούμενο 2 ότι τους γνώριζε, επενέβη ώστε να μην του κάνουν κακό, λέγοντας τους ότι, ο Κατηγορούμενος 2, θα τους πλήρωνε τα όσα θα του ζητούσαν, σιγά - σιγά. Μάλιστα, ανέλαβε προς αυτούς, ότι θα τους έπαιρνε αυτός τα χρήματα που θα του ζητούσαν. Όπως και έγινε. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου 2, από τότε, μέχρι και το τέλος Μάϊου του έτους 2010 (που τους κατέβαλε το τελευταίο ποσό των €40.000 που του ζήτησαν με την παράσταση ότι δεν θα τον ξαναενοχλούσαν), ο Κατηγορούμενος 2, κατόπιν απαιτήσεως των δύο αυτών προσώπων, έδιδε στον εν λόγω Γιώργο Λοΐζου, για να τους παραδίδει, διάφορα χρηματικά ποσά. Όπως μετρητά έδιδε και στους ιδίους προσωπικά, εφόσον συνέχιζαν να τον επισκέπτονται με την ίδια απαίτηση. Συνολικά, κατά την διάρκεια της εν λόγω περιόδου, ο Κατηγορούμενος 2, παρέδωσε στα εν λόγω πρόσωπα, πέραν των €200.
  35. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο 2, περί τα τέλη του μηνός Απριλίου του έτους 2010, ένα, δηλαδή, μήνα, περίπου, πριν ο Κατηγορούμενος 2 σταματήσει την καταβολή χρημάτων προς τους δύο αγνώστους, ο εν λόγω ***** Λοΐζου, επισκέφτηκε τον Κατηγορούμενο 2 στον χώρο εργασίας του, κρατώντας μία δέσμη τιμολογίων της Παραπονούμενης (110 στο σύνολο), χωρίς υπογραφή, τα οποία του τα είχαν δώσει τα δύο άγνωστα πρόσωπα για υπογραφή από αυτόν. Σκέφτηκαν τότε, από κοινού με τον ***** Λοΐζου, ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2, να φωτοτυπήσουν τα τιμολόγια αυτά (βλ. Τεκμήρια 109 και 109Α) και να τους τα επιστρέψουν ανυπόγραφα. Όπως και έγινε. Όπως ο Κατηγορούμενος 2 περαιτέρω υποστήριξε, τα τιμολόγια που η Παραπονούμενη κατέθεσε στο Δικαστήριο, δια του ΜΚ1, με τα οποία συσχετίστηκαν οι επίδικες επιταγές, είναι κατασκευασμένα για να δικαιολογήσουν αντάλλαγμα της Παραπονουμένης για τα χρηματικά ποσά που αυτές αφορούν, επειδή, τέτοιο αντάλλαγμα, δεν υπήρξε ποτέ. Κάποια από αυτά τα τιμολόγια, ισχυρίστηκε εν προκειμένω, πρέπει να αφορούν παλαιότερες συναλλαγές τους, ήτοι, αγοράς εμπορευμάτων της Κατηγορούμενης 1 από την Παραπονούμενη, που εξοφλήθηκαν από την Κατηγορούμενη
  36. Πιστεύει ότι, αυτά, είναι τα δεκαπέντε τιμολόγια που φέρουν την υπογραφή του στην θέση του αγοραστή (βλ. Τεκμήρια 110 και 110Α), τα οποία, ως εκ τούτου, καμία σχέση δεν έχουν με τις επίδικες επιταγές με τις οποίες η Παραπονούμενη τα συσχετίζει. Ενώ, κάποια άλλα από αυτά τα τιμολόγια, υποστήριξε περαιτέρω ο Κατηγορούμενος 2, είναι από αυτά που του είχαν σταλεί για υπογραφή μέσω των δύο αγνώστων, τα οποία, ο ΜΚ1 πρέπει να συμπλήρωσε, κατά τρόπο που να συνάδουν με τις επίδικες επιταγές που ο Κατηγορούμενος 2 εξαναγκάστηκε να υπογράψει εν λευκώ από τα ίδια πρόσωπα. Όλα αυτά, ισχυρίστηκε τελικώς ο Κατηγορούμενος 2, ήταν μέρος της απάτης, που σχεδιάστηκε καλά σε βάρος του από τον ΜΚ1, ο οποίος, σκοπό του είχε, την διάσωση της Παραποιούμενης από την διάλυση, λόγω αφερεγγυότητας, με τα ποσά που θα εισέπραττε από τις επιταγές, εάν αυτές κατατίθεντο προς πληρωμή, όλες μαζί, την ίδια ημέρα.
  37. Προς περαιτέρω τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, ο Κατηγορούμενος 2, αναφέρθηκε και στην επιταγή Τεκμήριο
  38. Όπως υποστήριξε, στις 26/03/2010, και σε χρόνο, μετά από την ανάκληση από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, της εντολής της Κατηγορουμένης 1, πληρωμής των 93 επιταγών, υπάλληλος της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά για να τον πληροφορήσει ότι, εκτός από τις εν λόγω 93 επιταγές, παρουσιάστηκε από την Παραπονούμενη για πληρωμή και η επιταγή της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 111, που αφορούσε το ποσό του €1.354.054,
  39. Αυτή η επιταγή, όπως ο Κατηγορούμενος 2 πληροφορήθηκε από τον συγκεκριμένο υπάλληλο της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, δεν πληρώθηκε από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, λόγω διόρθωσης της ημερομηνίας πληρωμής της, που δεν είχε προσυπογραφθεί από πλευράς Κατηγορουμένης
  40. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, δηλαδή, στις 26/03/2010, που, όπως ο Κατηγορούμενος 2 υποστήριξε, ήταν η ημερομηνία έκδοσης της επιταγής Τεκμήριο 111, η Κατηγορούμενη 1, ήταν ήδη καταχωρημένη στο Κ. Α. Π. από 16/03/
  41. Αυτό το γεγονός, κατά την άποψη του Κατηγορουμένου 2, καθιστά αδιανόητο αυτός να είχε ενεργήσει προς έκδοση της. Όπως ο Κατηγορούμενος 2 περαιτέρω υποστήριξε, είναι σίγουρος ότι, η εν λόγω επιταγή, Τεκμήριο 111, είναι από τις επιταγές που εξαναγκάστηκε να υπογράψει εν λευκώ, από τα δύο άγνωστα πρόσωπα, η οποία, στην συνέχεια, πρέπει να συμπληρώθηκε από τον ΜΚ1, ως προς τις λεπτομέρειες που παρουσιάζει, προς τον σκοπό παρουσίασης της από την Παραπονούμενη για πληρωμή.
  42. Επιπρόσθετα των προαναφερμένων ισχυρισμών του για τα επίδικα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος 2, αναφέρθηκε και σε γεγονότα που αφορούν, την καταχώρηση της Κατηγορουμένης 1 στο Κ. Α. Π., πότε αυτό έγινε χρονικά και την πληροφόρηση που είχε σχετικά με αυτό το γεγονός (βλ. Τεκμήριο 106). Καθώς επίσης, αναφέρθηκε, και στο γεγονός της διαγραφής της Κατηγορουμένης 1 από το Κ. Α. Π., πότε αυτό έγινε χρονικά, και στην αλληλογραφία που είχε ο τότε δικηγόρος της Κατηγορουμένης 1 με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, την Διαχειριστική Επιτροπή του Κ. Α. Π. και την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα (βλ. Τεκμήρια 112, 113, 114, 115, 116, 117). Η μαρτυρία του ΜΥ2
  43. Ο ΜΥ2, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ως ειδικός γραφολόγος. Κατέθεσε στο Δικαστήριο έκθεση που ετοίμασε, πραγματογνωμοσύνης, αναφορικά με την ανάθεση που του έγινε από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2 (βλ. Τεκμήριο 120), την οποία και υιοθέτησε ως την μαρτυρία του. Σε αυτήν, περιλαμβάνονται λεπτομέρειες για τα της πραγματογνωμοσύνης του ως γραφολόγου (ήτοι, σε ότι αφορά την ακαδημαϊκή του εκπαίδευση και πραγματική εμπειρία), για την ανάθεση που του έγινε από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2 (ήτοι, εξέταση της γραφής-συμπλήρωσης στις επίδικες επιταγές για να διαπιστωθεί αν ο Κατηγορούμενος 2 είναι ή όχι το πρόσωπο που έγραψε-συμπλήρωσε αυτές) και πως εργάστηκε, καθώς επίσης και επί ποιας θεωρίας ανάλυσης βασίστηκε για να εξάξει τα τελικά συμπεράσματα του (ήτοι, ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν μπορεί να συνδεθεί με την αμφισβητούμενη γραφή-συμπλήρωση των επίδικων επιταγών). Η εκτίμηση της μαρτυρίας και η αξιολόγηση των αποδεκτών γεγονότων Οι σημαντικότερες αρχές
  44. Η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του. Έτσι και ο Δικαστής του Εφετείου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, R. A. Posner, στο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, γράφει στην σελίδα 123: «No legal catchphrase is more often repeated than that determinations by a trial judge whether to believe or disbelieve a witness can be overturned on appeal in only extraordinary circumstances. The reason is said to be the inestimable value, in assessing credibility, of seeing and hearing the witness rather than reading a transcript of his testimony, since the transcript eliminates clues to veracity that are supplied by tone of voice, hesitation, body language, and other non-verbal expressions.». (η έμφασης είναι δική μου)
  45. Αυτή ήταν και η γραμμή αντιμετώπισης στην υπόθεση Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, μία σχετικά πρόσφατη απόφαση του Privy Council, στην οποία ο Λόρδος Δικαστής Hodge παρέπεμψε, σχετικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά στην υπόθεση Housen v Nikolaisen [2002] 2 SCR 235, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «The trial judge has sat through the entire case and his ultimate judgment reflects this total familiarity with the evidence. The insight gained by the trial judge who has lived with the case for several days, weeks or even months may be far deeper than that of the Court of Appeal whose view of the case is much more limited and narrow, often being shaped and distorted by the various orders and rulings being challenged.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  46. Στην ίδια απόφαση παρατέθηκε και η γνωστή ρήση του Δικαστή, ως ήταν τότε, Hoffmann, στην υπόθεση Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1: «The need for appellate caution in reversing the trial judge's evaluation of the facts is based upon much more solid grounds than professional courtesy. It is because specific findings of fact, even by the most meticulous judge, are inherently an incomplete statement of the impression which was made upon him by the primary evidence. His expressed findings are always surrounded by a penumbra of imprecision as to emphasis, relative weight, minor qualification and nuance . of which time and language do not permit exact expression, but which may play an important part in the judge's overall evaluation.». (η υπογράμμισης και έμφασης είναι δική μου)
  47. Επιπρόσθετα, στην προαναφερόμενη απόφαση Beacon Insurance Company Ltd, αναφέρθηκε και ο ακόλουθος σχολιασμός του ζητήματος αυτού από τον Λόρδο Neuberger του Abbotsbury, στην υπόθεση In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911: «This is traditionally and rightly explained by reference to good sense, namely that the trial judge has the benefit of assessing the witnesses and actually hearing and considering their evidence as it emerges. Consequently, where a trial judge has reached a conclusion on the primary facts, it is only in a rare case, such as where that conclusion was one (i) which there was no evidence to support, (ii) which was based on a misunderstanding of the evidence, or (iii) which no reasonable judge could have reached, that an appellate tribunal will interfere with it. This can also be justified on grounds of policy (parties should put forward their best case on the facts at trial and not regard the potential to appeal as a second chance), cost (appeals can be expensive), delay (appeals on fact often take a long time to get on), and practicality (in many cases, it is very hard to ascertain the facts with confidence, so a second, different, opinion is no more likely to be right than the first).». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  48. Είναι για τους προαναφερόμενους λόγους, που, αυτό το χαρακτηριστικό, της αξιοπιστίας, που συναρτάται [και] με την γενικότερη εντύπωση που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη σημασία κατά την διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο, λόγοι που έχουν υιοθετηθεί από καιρό τώρα και από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας στην νομολογία του (βλ. αποφάσεις ανωτέρω).
  49. Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι, ως προαναφέρθηκαν, «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα
  50. Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα. Αξίζει πιστεύω, στο σημείο αυτό, να αναφερθεί απόσπασμα από το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), το οποίο, πολύ εύστοχα, αλλά και συνοπτικά, αναδεικνύει το εύλογο και βάσιμο της προαναφερόμενης επιφύλαξης: «I do not believe that the legal system has sufficiently absorbed the lessons of a century of psychological research into the nature of memory and the unreliability of eyewitness testimony. One of the most important lessons of such research is that in everyday life we are not aware of the extent to which our own and other people's memories are unreliable and believe our memories to be more faithful than they are. Two common (and related) errors are to suppose:
(1)that the stronger and more vivid is our feeling or experience of recollection, the more likely the recollection is to be accurate; and
(2)that the more confident another person is in their recollection, the more likely their recollection is to be accurate. Underlying both these errors is a faulty model of memory as a mental record which is fixed at the time of experience of an event and then fades (more or less slowly) over time. In fact, psychological research has demonstrated that memories are fluid and malleable, being constantly rewritten whenever they are retrieved. This is true even of so-called 'flashbulb' memories, that is memories of experiencing or learning of a particularly shocking or traumatic event. (The very description 'flashbulb' memory is in fact misleading, reflecting as it does the misconception that memory operates like a camera or other device that makes a fixed record of an experience.) External information can intrude into a witness's memory, as can his or her own thoughts and beliefs, and both can cause dramatic changes in recollection. Events can come to be recalled as memories which did not happen at all or which happened to someone else (referred to in the literature as a failure of source memory). Memory is especially unreliable when it comes to recalling past beliefs. Our memories of past beliefs are revised to make them more consistent with our present beliefs. Studies have also shown that memory is particularly vulnerable to interference and alteration when a person is presented with new information or suggestions about an event in circumstances where his or her memory of it is already weak due to the passage of time. The process of civil litigation itself subjects the memories of witnesses to powerful biases. The nature of litigation is such that witnesses often have a stake in a particular version of events. This is obvious where the witness is a party or has a tie of loyalty (such as an employment relationship) to a party to the proceedings. Other, more subtle influences include allegiances created by the process of preparing a witness statement and of coming to court to give evidence for one side in the dispute. A desire to assist, or at least not to prejudice, the party who has called the witness or that party's lawyers, as well as a natural desire to give a good impression in a public forum, can be significant motivating forces. Considerable interference with memory is also introduced in civil litigation by the procedure of preparing for trial. A witness is asked to make a statement, often (as in the present case) when a long time has already elapsed since the relevant events. The statement is usually drafted for the witness by a lawyer who is inevitably conscious of the significance for the issues in the case of what the witness does nor does not say. The statement is made after the witness's memory has been "refreshed" by reading documents. The documents considered often include statements of case and other argumentative material as well as documents which the witness did not see at the time or which came into existence after the events which he or she is being asked to recall. The statement may go through several iterations before it is finalised. Then, usually months later, the witness will be asked to re-read his or her statement and review documents again before giving evidence in court. The effect of this process is to establish in the mind of the witness the matters recorded in his or her own statement and other written material, whether they be true or false, and to cause the witness's memory of events to be based increasingly on this material and later interpretations of it rather than on the original experience of the events. It is not uncommon (and the present case was no exception) for witnesses to be asked in cross-examination if they understand the difference between recollection and reconstruction or whether their evidence is a genuine recollection or a reconstruction of events. Such questions are misguided in at least two ways. First, they erroneously presuppose that there is a clear distinction between recollection and reconstruction, when all remembering of distant events involves reconstructive processes. Second, such questions disregard the fact that such processes are largely unconscious and that the strength, vividness and apparent authenticity of memories is not a reliable measure of their truth.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  1. Ως πιο λακωνικά ετέθη η ίδια αυτή άποψης από τον Λόρδο Δικαστή Browne σε μία εξωδικαστική ομιλία του αναφορά της οποίας εντοπίζεται σε σχετικές επί του ζητήματος αυτού εκθέσεις του Λόρδου Δικαστή Bingham: «The human capacity for honestly believing something which bears no relation to what actually happened is unlimited.». Και αυτό, πολύ απλά, γιατί, δεν είναι δυνατόν κάθε δεδομένο ενός περιστατικού να είναι στην ανάμνηση μας. Το περιστατικό, ως γεγονός, μπορεί ολόκληρο να ήταν στην ανάμνηση μας αμέσως μετά που επισυνέβη, κάποια όμως χρόνια μετά, κάποια γεγονότα που το συναποτελούν, φυσιολογικό είναι, λησμονούνται. Και επειδή η διήγησης του περιστατικού, και μάλιστα μέσα από εξέταση στο πλαίσιο μίας δικαστικής διαδικασίας, απαιτεί την «συναρμολόγηση» και «αποσυναρμολόγηση» γεγονότων, είναι αυξημένη η πιθανότητα, η, ως εκλαμβάνεται, ανάμνησης μας, να αστοχήσει, χωρίς κατ' ανάγκη αυτό να γίνεται ηθελημένα, στοχευόμενα και ανέντιμα.
  2. Ο, καθόλα τα άλλα, εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα, ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
  3. Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
  4. Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους. Όπως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Δικαστή Pearce στην απόφαση της Ανώτατης Δικαστικής Επιτροπής στην Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL: «'Credibility' involves wider problems than mere 'demeanour' which is mostly concerned with whether the witness appears to be telling the truth as he now believes it to be. Credibility covers the following problems. First, is the witness a truthful or untruthful person? Secondly, is he, though a truthful person, telling something less than the truth on this issue, or, though an untruthful person, telling the truth on this issue? Thirdly, though he is a truthful person telling the truth as he sees it, did he register the intentions of the conversation correctly and, if so, has his memory correctly retained them? Also, has his recollection been subsequently altered by unconscious bias or wishful thinking or by over-much discussion of it with others? Witnesses, especially those who are emotional, who think that they are morally in the right, tend very easily and unconsciously to conjure up a legal right that did not exist. It is a truism, often used in accident cases, that with every day that passes the memory becomes fainter and the imagination becomes more active. For that reason a witness, however honest, rarely persuades a Judge that his present recollection is preferable to that which was taken down in writing immediately after the accident occurred. Therefore, contemporary documents are always of the utmost importance. And lastly, although the honest witness believes he heard or saw this or that, it is so improbable that it is on balance more likely that he was mistaken? On this point it is essential that the balance of probability is put correctly into the scales in weighing the credibility of a witness. And motive is one aspect of probability. All these problems compendiously are entailed when a Judge assesses the credibility of a witness; they are all part of one judicial process. And in the process contemporary documents and admitted or incontrovertible facts and probabilities must play their proper part.».
  5. Ίδιο ήταν το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην προαναφερόμενη υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), στην οποία ανέφερε: «In the light of these considerations, the best approach for a judge to adopt in the trial of a commercial case is, in my view, to place little if any reliance at all on witnesses' recollections of what was said in meetings and conversations, and to base factual findings on inferences drawn from the documentary evidence and known or probable facts. This does not mean that oral testimony serves no useful purpose - though its utility is often disproportionate to its length. But its value lies largely, as I see it, in the opportunity which cross-examination affords to subject the documentary record to critical scrutiny and to gauge the personality, motivations and working practices of a witness, rather than in testimony of what the witness recalls of particular conversations and events. Above all, it is important to avoid the fallacy of supposing that, because a witness has confidence in his or her recollection and is honest, evidence based on that recollection provides any reliable guide to the truth.».
  6. Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η εκτίμηση της μαρτυρίας του ΜΥ2
  7. Ξεκινώ με την μαρτυρία του ΜΥ2, ο οποίος παρουσιάστηκε από πλευράς των Κατηγορουμένων 1 και 2, ως πραγματογνώμονας.
  8. Δεν θα παραθέσω εδώ, σε έκταση, τις αρχές που διέπουν την αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, της μαρτυρίας πραγματογνώμονα. Θα περιοριστώ στα απολύτως απαραίτητα, ένεκα και των παρατηρήσεων μου για την μαρτυρία του ΜΥ2 που ακολουθεί. Σύμφωνα με την νομολογία, στην απόφαση του Δικαστηρίου να αποδεχθεί την μαρτυρία προσώπου που καταθέτει κατά την δίκη, ως μαρτυρία πραγματογνώμονα, μπορεί να προσμετρήσει και το γεγονός ότι, η μαρτυρία του, ως μαρτυρία πραγματογνώμονα, παρουσιάστηκε χωρίς ένσταση του αντιδίκου, καθώς επίσης και το γεγονός ότι, αυτή, δεν αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο, ή ότι αυτή αντιμετωπίστηκε και από τον αντίδικο (για σκοπούς υποστήριξης της δικής του υπόθεσης) ως μαρτυρία πραγματογνώμονα (βλ. Ανδρέας Καουρής ν Δημήτρης Δημητρίου κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 967, Παναγίωτης Χ. Λογγινός ν Θέκλας Λογγινού κ. α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 74).
  1. Προχωρώ, ως εκ τούτου, στα όσα αφορούν την υπό κρίση περίπτωση.
  2. Προτού προχωρήσω σε εκτίμηση της μαρτυρίας του ΜΥ2, σημειώνω κατ' αρχήν ότι, αποδέχομαι την πραγματογνωμοσύνη του στην γραφολογία, γεγονός που δεν αποτέλεσε, άλλωστε, κατά την δίκη, ζήτημα προς αμφισβήτηση από πλευράς Παραπονουμένης, η οποία, ρητά δήλωσε, δια του συνηγόρου της, την αποδοχή της. Σε κάθε περίπτωση, σχετική με το ζήτημα των γνώσεων και εμπειρίας του στον τομέα, μαρτυρία, παρουσιάστηκε από τον ΜΥ2 (ως μέρος της εκθέσεως του, Τεκμήριο 120), ώστε, αυτή η μαρτυρία του, σε συνδυασμό με τα όσα κατέθεσε για την υπόθεση αυτή και τα επίδικα ζητήματα από απόψεως πραγματογνωμοσύνης, να δικαιολογεί το προαναφερόμενο εύρημα μου. Προχωρώ συνεπώς στην εκτίμηση της.
  3. Ο ΜΥ2, στον λίγο μόλις χρόνο που βρέθηκε στο ειδώλιο του μάρτυρα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του, άλλωστε, ήταν τόσο σύντομη, επειδή δεν αμφισβητήθηκε καθόλου από πλευράς της Παραπονουμένης, η οποία, δια του συνηγόρου της, του υπέβαλε απλά κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ως προκύπτει, προς υποβοήθηση της δικής της υπόθεσης. Η έκθεσης του ΜΥ2, Τεκμήριο 120, η οποία υιοθετήθηκε από αυτόν κατά την δίκη και αποτέλεσε ουσιαστικά την κυρίως εξέταση του, δεν αποκαλύπτει αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις που θα μπορούσαν να επενεργήσουν αρνητικά στην κρίση του Δικαστηρίου για την αλήθεια ή βασιμότητα των ισχυρισμών και απόψεων του. Στα σημεία που έπρεπε και στον βαθμό που απαιτείτο, ο ΜΥ2 ήταν πλήρως επεξηγηματικός για την άποψη του, την οποία άποψη του κατέθεσε στο Δικαστήριο, αποκαλύπτοντας πλήρως και με πάσα ειλικρίνεια τα δεδομένα επί της οποίας βασίστηκε και την μεθοδολογία που χρησιμοποίησε, χωρίς δισταγμό για τα ευρήματα του και τεκμηριώνοντας την εκεί που ήταν απαραίτητο και από επιστημονικά δεδομένα, άποψη και κριτήρια. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του ΜΥ2 ως αληθή και ως μαρτυρία πραγματογνώμονα επί της οποίας μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Προβαίνω, ως εκ τούτου, βάσει αυτής, σε όλα τα αναγκαία ευρήματα προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων αυτής της υπόθεσης. Η εκτίμηση της μαρτυρίας της ΜΚ3
  4. Καλή εντύπωση, έχει αφήσει στο Δικαστήριο και η ΜΚ
  5. Η ΜΚ3, εκτός του γεγονότος, ότι, σε ότι αφορά τους κύριους ισχυρισμούς της για τα γεγονότα που εκλήθη να μαρτυρήσει, η κατάθεση της υποστηρίζεται και από την μαρτυρία του ΜΚ1, ενισχύονται οι ισχυρισμοί της και από τα όσα ο ΜΥ2 κατέθεσε στο Δικαστήριο. Όπως είναι πιστεύω εμφανές σε όλους τους παράγοντες της δίκης, η ΜΚ3, εκλήθη στο Δικαστήριο για να καταθέσει, κυρίως σε ότι αφορά το γεγονός της συμπλήρωσης των επίδικων επιταγών, που αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2 και κύρια θέση τους για την υπεράσπιση τους. Είχε ήδη προηγηθεί η εξέτασης του ΜΚ1, ο οποίος, κατά την κυρίως εξέταση του, ισχυρίστηκε ότι, κάθε μία εκ των επίδικων επιταγών, συμπληρώθηκε και υπογράφτηκε προς έκδοση της από την Κατηγορούμενη 1, από τον Κατηγορούμενο
  6. Εντούτοις, αντεξεταζόμενος και χωρίς, ή προτού να του υποβληθεί οτιδήποτε επί τούτου, ως θέση διαφορετική από πλευράς της υπεράσπισης, διευκρίνισε ότι, στον χώρο του γραφείου του και πλησίον του, βρισκόταν και το γραφείο της ΜΚ3, η οποία ετύγχανε, κατόπιν παράκλησης του Κατηγορουμένου 2, να συμπλήρωνε αυτή, για λογαριασμό του Κατηγορουμένου 2, τις επιταγές που αυτός εξέδιδε στην συνέχεια, για την Κατηγορουμένη 1, δια της υπογραφής του. Αυτά σε γενικές γραμμές, υποστήριξε με την μαρτυρία της και η ΜΚ3, η οποία, εκτός του ότι κατέθεσε με άνεση ενώπιον του Δικαστηρίου για τα γεγονότα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τούτο, λόγω της θετικής διάθεσης της να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όσα πραγματικά γνώριζε και θυμόταν για τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, ήταν σταθερή σε ότι αφορούσε τις θέσεις της για τα γεγονότα και απάντησε τα διάφορα ερωτήματα που της υποβλήθηκαν με σαφήνεια. Κληθείς να αναγνωρίσει, επί των επίδικων επιταγών, αν υπήρχε, την δική της γραφή, το έπραξε χωρίς δισταγμό, με ευκολία και τάχιστα. Η δε μαρτυρία της αυτή, ήρθε να επιβεβαιωθεί και από τον ΜΥ2, ο οποίος, γραφολογικά, υποστήριξε ότι, η γραφή επί των επίδικων επιταγών που αναγνωρίστηκε από την ΜΚ3, ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο (βλ. το Τεκμήριο 120, στην σελίδα 59, την ομάδα των επίδικων επιταγών, που ο ΜΥ2 επιγράφει ως «Ομάδα Α»). Όπως επίσης επιβεβαιώνει την αναφορά της ΜΚ3 στην μαρτυρία της, ότι, ασχολείτο και με την είσπραξη χρημάτων, αφής στιγμής, όπως προκύπτει από την έκθεση του, Τεκμήριο 120, η γραφή επί των επίδικων επιταγών, τις οποίες στην έκθεση του, για σκοπούς των συμπερασμάτων του, κατατάσσει στην «Ομάδα Α», ομοιάζει χαρακτηριστικά και ως εκ τούτου, όπως υποστηρίζει, πρέπει να ανήκει στο ίδιο πρόσωπο, με την γραφή που παρουσιάζεται στις αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήριο 120Α (βλ. το Τεκμήριο 120, στην σελίδα 59, την ομάδα των επίδικων επιταγών, που ο ΜΥ2 επιγράφει ως «Ομάδα Α»). Καταληκτικά, σημειώνεται, ότι, αντεξεταζόμενη, δεν βρίσκω η ΜΚ3 να υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ή από την αντεξέταση της να προέκυψε οτιδήποτε, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει απόρριψη της μαρτυρίας της. Η εκτίμηση της μαρτυρίας του ΜΚ1
  7. Η μαρτυρία του ΜΚ1, αν και θα μπορούσε να λεχθεί, ότι δεν συγκεντρώνει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά ποιότητας, που καθιστούν μία μαρτυρία άψογη, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία επί της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί για να εξάξει τα συμπεράσματα του, έχοντας το Δικαστήριο υπόψη του για την κατάληξη του αυτή, το σύνολο της μαρτυρίας και ειδικότερα, τα στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας που έρχονται προς ενίσχυση και τεκμηρίωση της. Ο ΜΚ1, ήταν ομολογουμένως, σε πολλές περιπτώσεις, διστακτικός στις απαντήσεις του και για πολλά ζητήματα για τα οποία, κατά την κρίση πάντοτε του Δικαστηρίου, θα έπρεπε να έδιδε αμέσως απαντήσεις, ανέφερε ότι δεν θυμόταν, για να σχολιάσει το ζήτημα που του ετίθετο αργότερα, μέσα από κάπως γενικές τοποθετήσεις. Δεν θεωρώ όμως ότι αυτό γινόταν ηθελημένα ή και στοχευμένα. Η δε εντύπωσης μου για τον ΜΚ1, παρατηρώντας τον στο ειδώλιο του μάρτυρα, κυρίως από την έκφραση του, γενικά, δεν θα έλεγα ότι είναι η καλύτερη, δεν είναι όμως τέτοια που θα δικαιολογούσε να απορρίψω την μαρτυρία του. Όπως προανέφερα, αν και όχι άψογη, είναι, κρίνω, μαρτυρία της αλήθειας, επί της οποίας μπορώ να βασιστώ για να καταλήξω σε ευρήματα για τα επίδικα ζητήματα. Παρά τα μειονεκτήματα της, κρίνεται ως αξιόπιστη. Ο ΜΚ1, είναι, αποδέχομαι, γνώστης των γεγονότων, έχει τεκμηριώσει την μαρτυρία του δια της παρουσίασης διαφόρων εγγράφων της επίδικης εποχής που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, ενώ, οι ισχυρισμοί του για τα επίδικα γεγονότα, υποστηρίζονται και από την κατάθεση της ΜΚ
  8. Η αντεξέτασης του δε, δεν έχει αναδείξει ουσιαστικό λόγο που θα δικαιολογούσε την απόρριψη της μαρτυρίας του.
  9. Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι, ο ΜΚ1, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις επίδικες επιταγές, τις οποίες συσχέτισε με τα τιμολόγια που αυτές εξεδόθησαν προς εξόφληση, στα οποία γίνεται λεπτομερής αναφορά στο τι εμπορεύματα αφορούν, την ποσότητα και τιμή πώλησης τους, και τα οποία τιμολόγια, φαίνονται και ως καταχώρηση στην κατάσταση λογαριασμού που η Παραπονούμενη τηρούσε σε ότι αφορά τις συναλλαγές της με την Κατηγορουμένη
  10. Υπάρχει τόση πολλή λεπτομέρεια και ακρίβεια στις καταχωρήσεις επί των εν λόγω εγγράφων και συσχετισμός μεταξύ τους, που δεν μπορεί παρά να κριθεί ότι, η μαρτυρία του ΜΚ1, που αφορά την έκδοση των επίδικων επιταγών, από την Κατηγορουμένη 1 προς την Παραπονούμενη, δια του Κατηγορουμένου 2, το αντάλλαγμα που η τελευταία έδωσε σε ότι αφορά αυτές και η μη εξόφλησης τους από πλευράς Κατηγορουμένης 1, που άλλωστε δεν είναι γεγονός αμφισβητούμενο, αποτελούν πραγματικότητα. Ως άλλωστε θα επεξηγήσω με περισσότερη λεπτομέρεια στην συνέχεια, ο βασικότερος ισχυρισμός των Κατηγορουμένων 1 και 2 για τα γεγονότα προς υπεράσπιση τους, ήτοι, ο εξαναγκασμός του Κατηγορουμένου 2 από εντεταλμένους ή απεσταλμένους του ΜΚ1, να υπογράψει τις επίδικες επιταγές εν λευκώ, και η, σε μεταγενέστερο στάδιο και ανύποπτο για τους Κατηγορουμένους 1 και 2 χρόνο, παρουσίασης τους στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα για πληρωμή, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Κυρίως, αν λάβει κανείς υπόψη, ως θα αναφέρω πληρέστερα στην συνέχεια, το σύνολο των ισχυρισμών του Κατηγορουμένου 2 και το χρονικό των γεγονότων που ισχυρίζεται, σε συνδυασμό αυτά και με τα όσα η μαρτυρία του ΜΥ2 αποκαλύπτει και ειδικότερα οι αποδείξεις είσπραξης Τεκμήριο 120Α.
  11. Η υπεράσπισης, πρέπει να σχολιαστεί, βασίστηκε επί του ισχυρισμού του ΜΚ1, κατά την κυρίως εξέταση του, ότι όλες οι επίδικες επιταγές συμπληρώθηκαν και υπογράφτηκαν στην παρουσία του από τον Κατηγορούμενο 2, για να υποστηρίζει ότι ο ΜΚ1 ψεύδεται, δεδομένης της μαρτυρίας του ΜΥ2 που παρουσίασαν για την υπόθεση τους όταν κλήθηκαν σε απολογία, σύμφωνα με την οποία, η γραφή συμπλήρωσης των επίδικων επιταγών, δεν μπορεί να είναι αυτή του Κατηγορουμένου 2, αλλά αποδίδεται σε τρία διαφορετικά πρόσωπα. Αυτό όμως που εν προκειμένω παρατηρείται από την μαρτυρία, είναι ότι, ο ΜΚ1, που κατά την κυρίως εξέταση του, ισχυρίστηκε ως προαναφέρθηκε, χωρίς καν να του γίνει εισήγησης από πλευράς του συνηγόρου υπεράσπισης, από μόνος του ανέφερε ότι υπήρχαν και περιπτώσεις κατά τις οποίες, οι επιταγές του Κατηγορουμένου 2, συμπληρώνονταν και από την ΜΚ3, κατά παράκληση του Κατηγορουμένου 2 και στην παρουσία του. Αυτό, ως προαναφέρθηκε, υποστηρίχθηκε και από την ΜΚ3, η οποία αναγνώρισε ότι συμπλήρωσε 46 από τις επίδικες επιταγές, αλλά συνάδει και με την γνώμη του ΜΥ2 ο οποίος και αυτός υποστήριξε ότι οι 46 αυτές επιταγές, ή οι πλείστες από αυτές, γραφολογικά, πρέπει να συμπληρώθηκαν από το ίδιο πρόσωπο. Το γεγονός, ότι, σε ότι αφορά τις υπόλοιπες επιταγές, δηλαδή, αυτές που δεν αναγνωρίστηκε από την ΜΚ3 ότι η γραφή συμπλήρωσης τους είναι δική της, παραμένει άγνωστο από ποια πρόσωπα συμπληρώθηκαν -και εν προκειμένω, σημειώνω, είναι το μοναδικό σημείο που δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1, δηλαδή, τον ισχυρισμό του ότι συμπληρώθηκαν από τον Κατηγορούμενο 2-, δεν μπορεί να οδηγήσει την μαρτυρία του ΜΚ1 σε απόρριψη. Άλλωστε, από το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας, φαίνεται ότι, εμπλεκόμενοι στις συναλλαγές Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, δεν ήταν μόνον ο ΜΚ1 και ο Κατηγορούμενος 2, αλλά και άλλα πρόσωπα, όπως η ΜΚ3, σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας αναφέρθηκε και το όνομα του συνεταίρου του ΜΚ1 στην Παραπονούμενη, αλλά και άλλα πρόσωπα υπάλληλοι της Παραπονουμένης. Για σκοπούς συζήτησης της εκτίμησης της μαρτυρίας του ΜΚ1, αυτά αρκούν, καθότι, η τελική κατάληξης μου κατά πόσο από την αποδεκτή μαρτυρία, δικαιολογείται καταδίκη των Κατηγορουμένων 1 και 2 και εάν υπάρχει η απαιτούμενη για τον σκοπό βεβαιότητα, δίδεται καταληκτικά, μετά την ολοκλήρωση της εκτίμησης του συνόλου της μαρτυρίας.
  12. Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2, για τους λόγους που εξηγώ στην συνέχεια, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
  13. Κατ' αρχήν, είναι σημαντικό να αναφερθεί, ως εισαγωγή στα όσα παρατηρούνται στην συνέχεια για την μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, ηλικίας σήμερα, όπως ο ίδιος ανέφερε, 62 ετών, ασχολείται, γενικά με το εμπόριο, καθ' όλη την διάρκεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας. Όπως ο ίδιος ανέφερε στην μαρτυρία του, εμπορεύεται «από μικρή ηλικία». Αυτό, είναι ένα γεγονός, μη αμφισβητούμενο φυσικά από πλευράς Παραπονουμένης, το οποίο, γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο, καθότι, πέραν της παραδοχής του από τον αντίδικο, είναι διαπίστωσης και του Δικαστηρίου, από την εντύπωση που ο Κατηγορούμενος 2 άφησε στο Δικαστήριο κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δια της παρουσίας του στο ειδώλιο του κατηγορουμένου, των αντιδράσεων του από την θέση αυτή στα τεκταινόμενα κατά την δίκη και ειδικότερα, μέσα από την ένορκη κατάθεση και εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόκειται, κατά την αντίληψη και κρίση του Δικαστηρίου, για πρόσωπο με εμπειρίες της ζωής, αναμφίβολα πεπειραμένο στον τομέα του εμπορίου και της «πιάτσας», που, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, είτε ως χαμηλού νοητικού επιπέδου, είτε ως αφελής, είτε ως χαρακτήρας αδύνατος να διαχειριστεί επιρροές κακές των προσωπικών του συμφερόντων.
  14. Έχοντας λοιπόν αυτά κατά νουν, προχωρώ στο να παραθέσω τα όσα κατά την κρίση μου καθιστούν την μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2, μη ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο για τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα.
  15. Ο Κατηγορούμενος 2, σε ότι αφορά τους διάφορους ισχυρισμούς που πρόβαλε για τα γεγονότα, ήταν ανακόλουθος και αντιφατικός. Θα αναφερθώ σε κάποια από τα σημεία της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 2, από τα οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προκύπτει αυτό το συμπέρασμα.
  16. Ο Κατηγορούμενος 2, υποστήριξε ότι, σε ότι αφορούσε τον τρόπο που γενικά συνεργάζονταν Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, ήταν η συμφωνία τους ότι, με την υποβολή παραγγελίας από πλευράς Κατηγορούμενης 1 προς την Παραπονούμενη για την αγορά εμπορευμάτων της Παραπονούμενης, η Παραπονούμενη εξέδιδε τιμολόγιο επί πιστώσει, το οποίο, αφού τα εμπορεύματα παραδίδονταν από αυτήν στην Κατηγορουμένη 1 και ο Κατηγορούμενος 2 έλεγχε αυτά για σκοπούς αποδοχής τους, υπογραφόταν από την Κατηγορούμενη 1 δια του Κατηγορουμένου 2 όταν τα εμπορεύματα γίνονταν αποδεκτά και εξοφλείτο από την Κατηγορούμενη 1 δια της εκδόσεως προς την Παραπονούμενη μεταχρονολογημένης επιταγής, η δε Παραπονούμενη του εξέδιδε και παρέδιδε απόδειξη εξόφλησης. Διαδικασία, που, όπως κατά τα αρχικά στάδια της αντεξέτασης του Κατηγορουμένου 2, αυτός ισχυρίστηκε, ακολουθείτο, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, «ευλαβικά», μη αποδεχόμενος την εισήγηση προς αυτόν της Παραπονούμενης ότι, είναι πιθανόν να υπήρξαν και περιπτώσεις όπου, ένα εκ των δύο μερών, να παρέλειψε την υπογραφή των τιμολογίων. Σημειώνοντας ο Κατηγορούμενος 2 παράλληλα, και εμφατικά, ότι, αυτή ήταν η συμφωνία Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 που έπρεπε να ακολουθείται, και αυτή ακολουθείτο. Εντούτοις, όπως προέκυψε στην συνέχεια της αντεξέτασης του Κατηγορουμένου 2, αυτό δεν είναι πραγματικότητα. Παράδειγμα αποτελούν τα τιμολόγια, Τεκμήριο 110, που είναι παραδεκτά από τους Κατηγορουμένους 1 και 2, από τα οποία φαίνεται ότι, η ισχυριζόμενη από πλευράς Κατηγορουμένου 2, διαδικασία, δεν ακολουθείτο, όπως ο ίδιος ανέφερε, ευλαβικά. Τέτοια έγγραφα, που κατατέθηκαν ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχουν και άλλα στα οποία δεν κρίνεται αναγκαία λεπτομερής αναφορά. Άλλωστε και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2, σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του, δήλωσε τα εξής, άκρως αντίθετα του προαναφερόμενου ισχυρισμού του: «E. Ανυπόγραφα και έχεις σωρεία εγγράφων, είτε είναι υπογραμμένα από εσένα είτε από τον Πέτρο. A. Έτσι εν που συνεργαζόμασταν στις αρχές. Έβγαζε μου τιμολόγια χωρίς λεφτά, χωρίς κανένα έλεγχο. Μου έδινε τιμολόγια ανυπόγραφα και όλα εκείνα τα τιμολόγια πώς ήρταν στα χέρια μου; Έχει πολλά τιμολόγια ανυπόγραφα. Ήρταν μετά που έκανα επιστροφές τις επιταγές και που εισέπρατταν μετρητά και μου έδιναν μετρητά. ...». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
  17. Στην βάση του προαναφερόμενου ισχυρισμού του, περί του τρόπου συνεργασίας Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, ελέγχεται και η αξιοπιστία της θέσεως του Κατηγορουμένου 2, ότι εξαναγκάστηκε να υπογράψει τις επίδικες επιταγές και ότι αυτές συμπληρώθηκαν στην συνέχεια από τον ΜΚ1 ή κατ' εντολήν του, εν αγνοία των Κατηγορουμένων 1 και 2, για να κατατεθούν στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα για πληρωμή, προς εξαπάτηση της Κατηγορουμένης 1 από την Παραπονούμενη. Ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2 επί τούτου, υπενθυμίζω, ήταν ότι, βάσει της συμφωνίας Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, η Παραπονούμενη θα εξέδιδε στην Κατηγορούμενη 1 απόδειξη εξόφλησης, μόνον αφού η Κατηγορουμένη 1 θα αποδεχόταν τα εμπορεύματα, θα υπέγραφε τα σχετικά με την παράδοση τους τιμολόγια επί πιστώσει και θα διευθετούσε την εξόφληση τους, κυρίως με μεταχρονολογημένες επιταγές. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, για να αποδείξουν την υπόθεση τους προς υπεράσπιση τους, ως έχει προαναφερθεί, ανέθεσαν στον ΜΥ2, ειδικό γραφολόγο, την εξέταση της αμφισβητούμενης γραφής επί των επίδικων επιταγών. Προς επίτευξη τούτου, μεταξύ άλλων, όπως λεπτομερώς καταγράφεται στην έκθεση του ΜΥ2, Τεκμήριο 120, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, μέσω του συνηγόρου τους, παρέδωσαν στον ΜΥ2, την δέσμη αποδείξεων που η Παραπονούμενη εξέδωσε στην Κατηγορούμενη 1, Τεκμήριο 120Α (βλ. σελίδα 1 της εκθέσεως), «ως δείγματα γραφής σε ανύποπτο χρόνο που αποδίδονται σε άγνωστο πρόσωπο» (βλ. σελίδα 20 της εκθέσεως). Όπως ο ΜΥ2 υποστήριξε, οι αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήριο 120Α «είναι πρωτότυπα ανύποπτου χρόνου και ως εκ τούτου έχουν μεγάλη γραφολογική αξία από οποιαδήποτε άλλα δείγματα που λαμβάνονται από ένα πρόσωπο στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης πλαστογραφίας, επειδή ακριβώς από τα δείγματα αυτά απουσιάζει το στοιχείο ης εσκεμμένης προσπάθειας παραποίησης ή αλλοίωσης του φυσιολογικού τρόπου γραφής» (βλ. σελίδα 20 της εκθέσεως). Προσθέτοντας, ο ΜΥ2 σε αυτά, και το ότι, οι αποδείξεις είσπραξης του Τεκμηρίου 120Α «χρονολογικά τοποθετούνται από Οκτώβριο του έτους 2009 μέχρι Δεκέμβριο του έτους 2010, ήτοι είναι προγενέστερης αλλά παραπλήσιας χρονικής περιόδου με την αμφισβητούμενη γραφή η οποία είναι ημερομηνίας έτους 2010» (βλ. σελίδα 20 της εκθέσεως). Η σημασία εδώ των αποδείξεων είσπραξης, Τεκμήριο 120Α, για σκοπούς της γραφολογικής εξέτασης, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Θα αναφερθώ σε αυτήν στην συνέχεια. Αυτό που έχει σημασία, είναι το γεγονός ότι, οι εν λόγω αποδείξεις είσπραξης Τεκμήριο 120Α, ήταν στην κατοχή των Κατηγορουμένων 1 και
  18. Και γιατί αυτό έχει σημασία; Έχει μεγάλη σημασία επειδή, αριθμός από τις εν λόγω αποδείξεις είσπραξης Τεκμήριο 120Α, όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο συνήγορος της Παραπονούμενης, βάσει και των όσων αναγράφονται σε αυτές, συσχετίζονται με την εξόφληση τιμολογίων της Παραπονουμένης από την Κατηγορούμενη 1 με επιταγές, οι οποίες δεν έχουν τιμηθεί και είναι από τις επίδικες. Συνεπώς, αν οι ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου 2 περί εξαναγκασμού του να υπογράψει τις επίδικες επιταγές, λευκές, και άνευ ανταλλάγματος, τις οποίες ο ΜΚ1 φρόντισε να συμπληρωθούν σε ανύποπτο για τους Κατηγορουμένους 1 και 2 χρόνο, για να παρουσιαστούν στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα προς πληρωμή με σκοπό την εξαπάτηση της Κατηγορουμένης 1, ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, τότε, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να έχουν στην κατοχή τους, αποδείξεις είσπραξης της Παραπονουμένης που να συσχετίζονται με τις επίδικες επιταγές. Θα αναφερθώ, ενδεικτικά, σε ένα μόνο τέτοιο παράδειγμα, -ο συνήγορος της Παραπονουμένης έχει φυσικά παρατηρήσει και αριθμό άλλων-, που αφορά την απόδειξη είσπραξης, από την δέσμη αποδείξεων Τεκμήριο 120Α, με αριθμό αναφοράς
  19. Αυτή, όπως εκεί καταγράφεται, αφορά είσπραξη της Παραπονούμενης από την Κατηγορούμενη 1 ημερομηνίας 14/12/2009, του συνολικού ποσού των €3.810,59, η οποία έγινε με την επιταγή με αριθμό 19592704 και η οποία, είναι το αντικείμενο της κατηγορίας με αριθμό 9, όπως ακριβώς και ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε (βλ. γραπτή δήλωση του ΜΚ1, Έγγραφο Α, σελίδα 5).
  20. Περαιτέρω αντίφασης, μεταξύ ισχυρισμών του Κατηγορουμένου 2, είναι και αυτή που αφορά τον ισχυρισμό του περί της εκδόσεως ατελώς, δηλαδή, δια της ένθεσης επί της επιταγής μόνον της υπογραφής του Κατηγορουμένου 2, τριών επιταγών της Κατηγορουμένης 1, από τα τέσσερα βιβλιάρια κενών επιταγών που κατ' ισχυρισμό του παρέδωσε στον ΜΚ
  21. Όπως ο Κατηγορούμενος 2 υποστήριξε κατά την κυρίως εξέταση του, οι εν λόγω επιταγές, τελικά, συμπληρώθηκαν από τον ίδιο, όταν μεταγενέστερα της υπογραφής τους, ειδοποιήθηκε από την Παραπονούμενη και πήγε στα υποστατικά της για να προμηθευτεί προϊόντα. Εντούτοις, αντεξεταζόμενος σχετικά, ισχυρίστηκε, ότι, αμέσως μετά που ο Κατηγορούμενος 2 τις υπέγραψε, αυτές συμπληρώθηκαν από αυτόν γιατί η Κατηγορούμενη 1 είχε τότε αγοράσει από την Παραπονούμενη εμπορεύματα. Ενώ, δεν διαφεύγει της προσοχής μου το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 2, ήταν ανακόλουθος, ακόμη και κατά την κυρίως εξέταση του, σχετικά με τον ισχυρισμό του για το πότε οι εν λόγω επιταγές υπογράφτηκαν. Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από την μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2, όπως αυτά παρουσιάζονται μέσα από την γραπτή του δήλωση Έγγραφο Γ και τα πρακτικά της δίκης: «[Από τη γραπτή δήλωση Έγγραφο Γ:]
  22. Θυμάμαι ότι υπόγραψα τρείς επιταγές από το ένα βιβλιάριο ώστε ο Πέτρος απλά να συμπληρώνει το ποσό της αξίας των εμπορευμάτων που θα μου παρέδινε, σύμφωνα και με τα τιμολόγια τα οποία υπόγραψα. 80.
  23. Η μοναδική περίπτωση που υπέγραψα επιταγές μου χωρίς να τις συμπληρώσω ήταν αυτή που ανέφερα πριν με τις τρείς επιταγές των τεσσάρων βιβλιαρίων που είχα δώσει στον Πέτρο Κόκκινο όταν είχαμε καλές σχέσεις. [Από τα πρακτικά της δίκης - περαιτέρω κυρίως εξέταση:] E. Στην παράγραφο 80 υποπαράγραφο 5 λέεις ότι, (διαβάζει) ".". Θυμάσαι ποιος είχε συμπληρώσει αυτές τις επιταγές; A. Μετά με κάλεσαν να πάω να πιάσω εμπορεύματα και τις συμπλήρωσα εγώ αυτές τις επιταγές και τις υπόγραψα. [Από τα πρακτικά της δίκης - αντεξέταση:] E. ... Στη γραπτή σου κατάθεση λέεις, ισχυρίστηκες ότι υπόγραψες τρεις επιταγές από ένα βιβλιάριο. Αυτό ήταν μετά τις 15 του Γενάρη που του δώσατε τα τέσσερα βιβλιάρια; A. Την ημέρα που του παρέδωσα υπόγραψα τρεις επιταγές κενές. ... E. Μπορείτε να μας πείτε τα νούμερα τους ή από ποιο βιβλιάριο επιταγών είναι; A. Δεν μπορώ να θυμάμαι, αλλά τις τρεις επιταγές μόλις του τις έδωσα αγόρασα εμπορεύματα, τις συμπλήρωσα και τις εξαργύρωσα. Εξοφλήθηκαν αυτές οι τρεις επιταγές. E. Αν εξοφλήθηκαν θα πρέπει να εξοφλήθηκαν 15 του μηνός που έδωσες τα 200 φύλλα, όχι πριν. . Τελικά ποια είναι η σωστή ημερομηνία; Είναι πριν ή μετά τις 15; A. Τώρα δεν θυμάμαι την ημερομηνία ακριβώς. Εγώ ξέρω ότι οι τρεις επιταγές που υπέγραψα δεν είναι μέσα στις κατηγορίες που έκαμα stop payment. Εκείνες εξαργυρώθηκαν, έγιναν κατάθεση και πέρασαν.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  24. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 2, παρουσίασε διάφορους ισχυρισμούς για τα επίδικα γεγονότα, που, αντικειμενικά κρινόμενοι, δεν είναι λογικοί. Υποστηρικτικές της κατάληξης μου αυτής, είναι οι ακόλουθες παρατηρήσεις μου από την μαρτυρία του Κατηγορουμένου
  25. Ο Κατηγορούμενος 2, ισχυρίστηκε ότι, ο ΜΚ1, του είχε ζητήσει, μάλιστα, τέσσερεις μόλις μήνες μετά την έναρξη της εμπορικής συνεργασίας Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, να του παραδώσει, τέσσερα βιβλιάρια επιταγών της Κατηγορουμένης 1, μη εκδομένων επιταγών και ούτε καν ατελή (με εξαίρεση μόλις τεσσάρων επιταγών, που, όπως υποστήριξε ήταν ατελής, δηλαδή μόνον υπογραμμένες), δηλαδή, ασυμπλήρωτων σε όλα τους τα πεδία, για να ευκολύνονται, όπως του είχε αναφερθεί, οι συναλλαγές τους, και ότι, αυτός, παρά το γεγονός ότι ήταν διστακτικός, επειδή είχαν ήδη γίνει στενοί φίλοι με τον ΜΚ1 και μεταξύ τους υπήρχε εμπιστοσύνη, το αποδέχθηκε και έπραξε ως ήταν η απαίτησης του ΜΚ
  26. Αυτός, είναι ένας ισχυρισμός για τα γεγονότα, ο οποίος, όχι μόνον δεν έχει γίνει αποδεκτός από πλευράς Παραπονούμενης και προσκρούει της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ3 που ισχυρίστηκαν το αντίθετο (η μαρτυρία των οποίων, εν προκειμένω, σημειώνεται, δεν εντοπίζεται λόγος γιατί να μην γίνει πιστευτή), δεν είναι ούτε και λογική.
  27. Πρωτίστως, επειδή, ο Κατηγορούμενος 2, με την πολυετή εμπειρία του στο εμπόριο και τις συναλλαγές, δεν θεωρώ λογικό ότι θα ήταν τόσο αφελής (και ως έχει προαναφερθεί, δεν τον εξέλαβα ως τέτοιο χαρακτήρα), να παραδώσει τέσσερα βιβλιάρια επιταγών της Κατηγορουμένης 1, διακόσιες περίπου επιταγές όπως υποστήριξε, ακόμη και κενές, στον αντισυμβαλλόμενο του, με τον οποίο είχε όγκο συναλλαγών, αξίας εκατομμυρίων, όπως αμφότερα τα μέρη παραδέχονται, όσο καλές σχέσεις και εμπιστοσύνη και εάν είχαν αναπτυχθεί μεταξύ του και του ΜΚ2, στους τέσσερεις μόνον μήνες της επαφής και συνεργασίας τους.
  28. Πέραν όμως αυτού, ο ισχυρισμός είναι παράλογος επίσης, επειδή, καμία πρακτική αξία ή ευκολία, ως ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2, δεν θα μπορούσε να έχει, η παράδοσης των τεσσάρων αυτών βιβλιαρίων επιταγών της Κατηγορουμένης 1, στην Παραπονούμενη, για τις μεταξύ τους δοσοληψίες και συναλλαγές. Και αυτό, αφής στιγμής, αφενός, για να εκδοθούν επιταγές από τα εν λόγω βιβλιάρια επιταγών, ο Κατηγορούμενος 2 θα έπρεπε να προσέλθει στα γραφεία της Παραπονούμενης ή να συναντηθεί με τον ΜΚ2, που ως ισχυρίστηκε τα είχε στην κατοχή του, για να τις εκδώσει για την Κατηγορούμενη 1 δια της υπογραφής του και αφετέρου, επειδή, όπως ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε, συμφωνία Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 για τις συναλλαγές τους, υπήρξε, ως προαναφέρθηκε, έλεγχος των εμπορευμάτων που η Παραπονούμενη θα παρέδιδε στην Κατηγορούμενη 1 από την τελευταία, η υπογραφή του τιμολογίου από πλευράς Κατηγορουμένης 1 στην περίπτωση αποδοχής των προϊόντων και η εξόφλησης των τιμολογίων δια της εκδόσεως μεταχρονολογημένων επιταγών. Συνεπώς, ακόμη και εάν αυτή η διεργασία δεν διεξαγόταν, χρονικά, διαδοχικά ή και στον ίδιο τόπο, εύλογα προκύπτει το ερώτημα, πως εξυπηρετούσε τις συναλλαγές των διαδίκων, βάσει αυτής της συμφωνίας πλαίσιο που είχαν, που ο Κατηγορούμενος 2 μάλιστα υποστήριξε ότι τηρείτο ευλαβικά και πάντοτε, η κράτησης των τεσσάρων βιβλιαρίων επιταγών της Κατηγορουμένης 1 από την Παραπονούμενη ή από τον ΜΚ
  29. Το πως η συμπλήρωσης μίας επιταγής θα «εξοικονομούσε χρόνο» στις συναλλαγές Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, όπως ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του, παραμένει ένα ερώτημα, στο οποίο, ο Κατηγορούμενος 2 δεν έδωσε λογική απάντηση, η δε τοποθέτησης του, δεν ικανοποιεί. Μάλιστα, οι σχετικοί ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου 2, είναι άκρως αντίθετοι και αντιφάσκουν των όσων υποβλήθηκαν ως θέση των Κατηγορουμένων 1 και 2 κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της Παραπονουμένης στους ΜΚ1 και ΜΚ3 και των όσων ο Κατηγορούμενος 2 υποστήριξε κατά την κυρίως εξέταση του. Ότι, δηλαδή, δεν υπήρχε περίπτωση τις επίδικες επιταγές, αν αυτές εκδίδονταν νόμιμα από την Κατηγορουμένη 1, να μην είχαν συμπληρωθεί από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο 2, αλλά από την ΜΚ3 ή άλλως πως, επειδή, κάτι τέτοιο «θα μπορούσε να γίνει πιστευτό, μόνο αν ο Κατηγορούμενος 2 ήταν τελείως αγράμματος ή ανήμπορος να γράψει» και επειδή, ο Κατηγορούμενος 2 «μόνο τότε θα ζητούσε από κάποιον άλλο να συμπληρώσει δικές του επιταγές». Άλλωστε, η έκδοσης μίας ή και περισσότερων επιταγών, βάσει τιμολόγησης, δεν είναι ζήτημα, αντικειμενικά, χρονοβόρο.
  30. Γενικά, το όλο σκεπτικό, κατά την κρίση μου, είναι εντελώς παράλογο για να είχε αποτελέσει εισήγηση από πλευράς ΜΚ1, και το οποίο, σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο Κατηγορούμενος 2 το αποδέχθηκε και υιοθέτησε για να γίνει πράξη, ακόμη και εάν του το είχε εισηγηθεί ο ΜΚ1, ένεκα του, κατ' ισχυρισμό των Κατηγορουμένων 1 και 2, σχεδιασμού της Παραπονούμενης και του ΜΚ1 σε βάρος των συμφερόντων τους, ακριβώς γιατί, είναι εντελώς παράλογος, ως ασυμβίβαστος με τα μεταξύ Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 συμφωνηθέντα και πρακτικά, αντικειμενικά εκτός πραγματικότητας.
  31. Στα προαναφερόμενα, έρχεται να προσθέσει και η ασάφεια της τοποθετήσεως του Κατηγορουμένου 2, όταν, αντεξεταζόμενος, ερωτήθηκε σχετικά. Ασάφεια, όχι λόγω δυσκολίας στην έκφραση ή κακής θύμησης των γεγονότων, αλλά επειδή, και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2, αντιλαμβανόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο της τοποθετήσεως του, τον παραλογισμό του ισχυρισμού του -και αυτό ήταν έκδηλα αντιληπτό και στην έκφραση του Κατηγορουμένου 2 όταν τοποθετείτο σχετικά-. Κατ' ελάχιστον, τα αναφερόμενα του αυτά, τα οποία παραθέτω αυτολεξεί από τα πρακτικά της δίκης αμέσως μετά, μπορούν να θεωρηθούν ως αντιφατικά του προηγούμενου ισχυρισμού του Κατηγορουμένου 2, ως προς το ότι, ο λόγος που ο ΜΚ1 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 2 τα τέσσερα βιβλιάρια επιταγών της Κατηγορουμένης 1 και ο τελευταίος αποδέχθηκε την απαίτηση αυτή, ήταν η διευκόλυνση των συναλλαγών τους. Από τα αναφερόμενα του Κατηγορουμένου 2 στην αντεξέταση του, φαίνεται, ότι, σκοπός των δύο, Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 ή συνεννόηση τους, κατά τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου 2, ήταν διαφορετικός.
  32. Ο Κατηγορούμενος 2, αντεξεταζόμενος, ανέφερε για τα προαναφερόμενα τα εξής: «E. Και αυτό δηλαδή σε διάστημα μεταξύ τεσσάρων μηνών κάνατε τόση δυνατή φιλία για να του εμπιστευθείτε τέσσερα βιβλιάρια επιταγών; A. Ο σκοπός που έδωσα τα τέσσερα βιβλιάρια, μου τα ζήτησε ο ίδιος για να έχουμε μιαν ευκολία στις συναλλαγές γιατί είχαμε μια δουλειά, θα κερδίζαμε χρόνο για τις συναλλαγές μας και η συμφωνία ήταν να του δώσω τις τρεις επιταγές. Θα συμπλήρωνε τιμολόγια για εμπορεύματα που θα μου έδιδε, τα συμπλήρωνε. Θα συμπλήρωνε τις επιταγές βάσει τιμολογίων που συμπλήρωνε. Μου έφερνε τα εμπορεύματα στις αποθήκες μου, θα τα εξέταζα αν ήταν όλα σωστά, θα τα υπόγραφα και θα του τα έδινα. Αυτός ήταν ο τρόπος που θα ευκολύνονταν οι συναλλαγές μας και μου το ζήτησε και στις αρχές δεν το είδα λόγω της φιλίας μας. Το είδα ως φιλία γιατί συνεργαζόμασταν, ήμασταν ως συνέταιροι. Είχε εμπιστοσύνη ο ένας του άλλου. Έδωσα τα βιβλιάρια με τη θέληση μου λόγω της φιλίας, εμπιστοσύνης που είχε ο ένας του άλλου και βάσει του να ευκολυνόμαστε στις συναλλαγές μας. Θεώρησα σωστό και του τα έδωσα. E. Καλά, δεν θα ήταν πιο εύκολο και πιο εμπορικό αφού θέλατε να κάνετε έτσι τις συναλλαγές να του δώσετε ένα βιβλιάριο παρά τέσσερα; A. Ο ίδιος μου τα ζήτησε και πιστεύω είχε και τον σκοπό που μου τα ζήτησε. Μετά που ακολούθησε και η συνεργασία μας εγώ πίστευα ότι θα είχε έναν σκοπό να το κάνει και το έκανε. Μου ζήτησε τα τέσσερα βιβλιάρια όχι για να διευκολυνόμαστε, απλώς λόγω του ότι η εταιρεία του είχε πολλά προβλήματα οικονομικά, να καλύψει με τούτες τις τρεις επιταγές και να δείξει και στους εμπόρους και στους χρεώστες του ότι έχει να επαναφέρει ένα μεγάλο ποσό γι' αυτό δεν μπορεί να πληρώσει. Δηλαδή ξεκίνησε βάσει των επιταγών, ξεκίνησε τούτη η κουβέντα. Για εμένα απλώς ευκολυνόταν για να με χρησιμοποιήσει για να σώσει την εταιρεία του. E. Κύριε Ιωάννου, εφόσον ο σκοπός σας όπως είπατε προηγουμένως ήταν να γεμίζουν τα τιμολόγια, να συμπληρώνουν τις επιταγές και αν συμφωνούσατε να τις υπογράφετε. Ποιος ο λόγος να έχει επιταγές άδειες, ανυπόγραφες για να τις χρησιμοποιήσει στους εμπόρους; Τούτα ούλλα που μας λέτε‑‑ A. Να τις συμπληρώνει όπως τις συμπλήρωνε και να τις καταθέτει όπως τις κατέθετε για να δείξει ότι εγώ χρωστώ τούτο το ποσό χωρίς να μου παρουσιάζει εμπορεύματα, χωρίς να υπογράψω τιμολόγια. Έβαλλε τις επιταγές για να χρησιμοποιήσει ότι έχει να παίρνει λεφτά.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  33. Σε ότι δε αφορά τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου 2, περί του ότι παρέδωσε τέσσερα βιβλιάρια επιταγών της Κατηγορουμένης 1 στον ΜΚ1, ήτοι, 200 κενές επιταγές της Κατηγορουμένης 1 και ότι, οι 93 επίδικες επιταγές, τις οποίες ο Κατηγορούμενος 2 εξαναγκάστηκε δια της απειλής να υπογράψει είναι από εκεί που προέρχονται, πρέπει ασφαλώς να αναφερθεί, ότι, όπως προέκυψε από την αντεξέταση του Κατηγορουμένου 2, οι επίδικες επιταγές, προέρχονται από συγκεκριμένα βιβλιάρια επιταγών, μεγάλος αριθμός εκ των οποίων (περιλαμβανομένων και των τελευταίων σε σειρά, κατά αύξοντα αριθμό, φύλλων επιταγών από τα εν λόγω βιβλιάρια επιταγών) (114 στο σύνολο) είχε πληρωθεί στην Παραπονούμενη, πριν τα μέσα του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2010 που ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι τα τέσσερα βιβλιάρια επιταγών της Κατηγορουμένης 1 δόθηκαν στον ΜΚ1 (βλ. τα Έγγραφα Δ, Ε, Ζ και Η). Σημειώνω εδώ, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, παραδέχθηκε ότι οι επίδικες επιταγές προέρχονται από τα συγκεκριμένα βιβλιάρια επιταγών από τα οποία εκδόθηκαν και τιμήθηκαν πριν τα μέσα Ιανουαρίου του έτους 2010 και οι επιταγές που αναφέρονται στα Έγγραφα Δ, Ε, Ζ και Η, που δεν είναι τέσσερα σε αριθμό, αλλά πέντε. Ανατροπή στους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου 2, που, κατά την άποψη μου, δεν δικαιολογείται από τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου 2, εκ των υστέρων, και όταν πλέον αυτό διαφάνηκε από την αντεξέταση, ότι δηλαδή, πιθανόν, αριθμός επιταγών, από τα συγκεκριμένα βιβλιάρια επιταγών, να είχε ήδη εκδοθεί από την Κατηγορούμενη 1 με δικαιούχο την Παραπονούμενη, κανονικά, σχετικά με πραγματικές συναλλαγές τους. Το δε γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 2, κληθείς να απολογηθεί για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, για το ζήτημα αυτό, που μάλιστα προέκυψε κατά την αντεξέταση του, τοποθετείτο γενικά και αόριστα (περί βιβλιαρίων επιταγών, που δεν μπορούσε να είναι σίγουρος ποια είναι, ή πόσα τέτοια υπήρχαν, και ποια είχαν χρησιμοποιηθεί στην συνεργασία Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1), σίγουρα δεν ικανοποιεί. Δεδομένου φυσικά και του χρόνου που είχε, λόγω των αναβολών της ακρόασης ένεκα έλλειψης δικαστικού χρόνου, μέχρι την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του, στον οποίο θα μπορούσε κάποια ζητήματα να τα διερευνήσει, για να τοποθετείται με σαφήνεια και περιεκτικά κατά την συνέχεια της αντεξέτασης του ή και κατά την επανεξέταση του, που υπήρξε.
  34. Παράλογα επίσης κρίνονται, και τα όσα ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε, σχετικά με την οικονομική βοήθεια που παρείχε στον ΜΚ1 και την Παραπονούμενη. Εν ολίγοις, ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι, κατά την περίοδο μεταξύ, τέλη Ιανουαρίου - μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2010, ή για περίοδο περίπου ενός μηνός εκείνο τον καιρό, κατέβαλε προς υποβοήθηση του ΜΚ1 και της Παραπονουμένης, στην τελευταία, από λεφτά προσωπικά δικά του, κατά διαστήματα, τουλάχιστον €70.000, που όπως ανέφερε, αυτά ήταν χρήματα που καμία σχέση δεν είχαν με τον εμπορικό λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 με την Παραπονούμενη. Εντούτοις, όπως υποστήριξε, τις σχετικές αποδείξεις για τις καταθέσεις που προέβαινε στους λογαριασμούς της Κατηγορουμένης 1, τις έδινε στον ΜΚ1 για να γνωρίζει πόσα λεφτά τους έκανε κατάθεση. Ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2, που, προφανώς, έγινε για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι, καμία τέτοια απόδειξη δεν παρουσιάστηκε από αυτόν στο Δικαστήριο για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του. Αυτό, δεν είναι λογικό και έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας, δεν μπορώ να αποδεχθώ, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, ένας πεπειραμένος έμπορας, θα έδιδε, ή καλύτερα, θα δάνειζε, κατά διαστήματα, σε συνεργάτη του, έστω και σε ένα πολύ στενό και έμπιστο συνεργάτη του, ένα μεγάλο συνολικά χρηματικό ποσό, το οποίο, ας σημειωθεί δεν συγκεκριμενοποιήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 (ο οποίος αντεξεταζόμενος, αρχικά, ήταν ανακόλουθος σε ότι αφορούσε τον ισχυρισμό του αυτόν, τον οποίο πρόβαλε κατά την κυρίως εξέταση του, ήτοι για τα ποσά που κατέβαλε στον ΜΚ1, και τελικώς ασαφής, εφόσον δήλωσε γενικά ότι δεν θυμόταν ακριβώς τι ποσό συνολικά κατέβαλε στον ΜΚ2, δηλώνοντας απλώς ότι του «κατέβαλε χρήματα»), χωρίς να κρατήσει στο αρχείο του και προς απόδειξη τούτου, το οποιοδήποτε στοιχείο. Χρήματα, που, ας σημειωθεί επιπρόσθετα, αν και οφειλόμενα, κατά τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου 2, δεν φαίνεται να έχουν ποτέ αξιωθεί από τον ΜΚ1 ή την Παραπονούμενη.
  35. Ο παραλογισμός αυτού του ισχυρισμού του Κατηγορουμένου 2, λαμβάνει ακόμη μεγαλύτερη έκταση, αν λάβει κανείς υπόψη, ότι, η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, με την οποία η Κατηγορούμενη 1 διατηρούσε λογαριασμό (τον μοναδικό λογαριασμό σε τράπεζα, όπως ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του), είχε από 22/01/2010 παρατηρήσει στην Κατηγορούμενη 1, ότι, «τον τελευταίο καιρό εξέδιδε επιταγές επί του . λογαριασμού της, για μεγάλα ποσά, οι οποίες ήταν ακάλυπτες». Την προειδοποιούσε μάλιστα και με κλείσιμο του λογαριασμού της. Συνεπώς, ακόμη και εάν ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2 ήταν ότι, τα χρήματα που έδιδε στον ΜΚ1 και την Παραπονούμενη, ήταν προσωπικά δικά του και καμία σχέση δεν είχαν με τις εμπορικές συναλλαγές και λογαριασμό Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, δεν βρίσκω λογικό, ο Κατηγορούμενος 2, που ταυτίζεται ουσιαστικά με την Κατηγορούμενη 1, αφής στιγμής είναι ο μοναδικός αξιωματούχος και μέλος της, την ίδια περίοδο, μέχρι και τα μέσα ή τέλη Φεβρουαρίου του έτους 2010, ως ισχυρίστηκε, αντί να καταβάλλει στην Κατηγορούμενη 1 χρήματα για να τιμώνται οι υποχρεώσεις της προς τρίτους, να καταβάλλει, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, μεγάλα χρηματικά ποσά στον ΜΚ1 και την Παραπονούμενη, προς βοήθεια της Παραπονούμενης να πληρώσει τους δικούς της πιστωτές.
  36. Παράλογος μου φαίνεται επίσης και ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τα προαναφερόμενα, ότι, λόγω των οικονομικών προβλημάτων και της έλλειψης ρευστότητας της Παραπονούμενης, ο ΜΚ1 ουσιαστικά του επέβαλλε και αυτός αποδεχόταν, να πουλά σε τιμές μη κερδοφόρες για την Κατηγορούμενη 1, εμπορεύματα τα οποία η Παραπονούμενη του πωλούσε κανονικά, απλά και μόνον για να εισπράττει χρήματα η Κατηγορούμενη 1, ώστε να προβαίνει σε περαιτέρω αγορές από την Παραπονούμενη, για να έχει η τελευταία ρευστότητα να πληρώνει τους πιστωτές της. Ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2, «άκουα τον τι μου έλεγε για να τον σώσω λόγω της συνεργασίας και της εμπιστοσύνης που είχαμε», υπό τις περιστάσεις, που φαίνεται εντελώς παράλογος.
  37. Παράλογο θεωρώ επίσης και τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου 2, περί της αντίδρασης του, μετά το περιστατικό του εξαναγκασμού του από τους δύο αγνώστους, εντεταλμένους, όπως υποστήριξε, του ΜΚ1, να υπογράψει εν λευκώ τις επιταγές από τα τέσσερα βιβλιάρια επιταγών της Κατηγορουμένης
  38. Δεν βρίσκω καθόλου λογικό, μετά από ένα τέτοιο περιστατικό απειλής, μάλιστα, δια της χρήσης όπλου και κατά της ζωής του (και της οικογένειας του), ο Κατηγορούμενος 2, αν όλα όσα ισχυρίζεται ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, να μην προσέφευγε αμέσως για καταγγελία του (και δη του ΜΚ1) στην Αστυνομία, και να απετράπη από το γεγονός, ότι, γενικά, «στην αγορά», όπως ανέφερε, φημολογείται ότι, στις τάξεις της Αστυνομίας, υπάρχουν και μέλη του υποκόσμου. Ειδικότερα τούτο, μετά και την, ως ο Κατηγορούμενος 2, ισχυρίστηκε, πληροφόρηση του από υπάλληλο της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, στις 08/03/2010, ότι, οι 93 επίδικες επιταγές της Κατηγορουμένης 1, συνολικής αξίας πέραν του ενός εκατομμυρίου, είχαν παρουσιαστεί από την Παραπονούμενη για πληρωμή, και είχε πλέον υπόψη του και την «ένταση του προβλήματος του», τόσο από απόψεως οικονομικής επίπτωσης στην Κατηγορούμενη 1, κατ' επέκταση και στον ίδιο, όσο και από απόψεως ποινικής ευθύνης, αμφοτέρων. Τα όσα ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε, περί κάποιου Γιώργου Λοΐζου, συνεργάτη του, που συμφώνησε να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του, ο οποίος έτυχε να ήταν στο χώρο εργασίας του όταν τα δύο άγνωστα πρόσωπα τον επισκέφτηκαν με απειλητικές διαθέσεις, τους οποίους έτυχε να γνωρίζει και ανέλαβε για αυτόν να τους πληρώνει με μετρητά που ο Κατηγορούμενος 2 θα του έδινε σε δόσεις ότι ποσά του ζητούσαν, δεν πείθουν, λόγω του συνόλου της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 2 και των προαναφερόμενων παρατηρήσεων μου για αυτήν και ειδικότερα, λόγω του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας, από την οποία σαφώς απουσιάζει αυτή του εν λόγω XXXXX Λοΐζου.
  39. Παράλογη είναι και η όλη πλοκή των γεγονότων που ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε, σε συνέχεια του προαναφερόμενου ισχυρισμού του Κατηγορουμένου 2 για τα γεγονότα. Για το χρονικό των ισχυριζόμενων αυτών γεγονότων, που επίσης έχει μεγάλη σημασία σε ότι αφορά την εκτίμηση της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 2, το οποίο σχετίζεται και με τα αναφερόμενα μου εδώ, αναφέρομαι λεπτομερώς στην συνέχεια.
  40. Ο Κατηγορούμενος 2, ως προαναφέρθηκε, ισχυρίστηκε, ότι, είχε τρομοκρατηθεί από τις απειλές των δύο αγνώστων προσώπων, τόσο πολύ, που προτίμησε, αντί να καταγγείλει το περιστατικό και την υπόθεση με τον ΜΚ1 στην Αστυνομία, να συνεργαστεί μαζί «τους», ανεξαρτήτως, ως ισχυρίστηκε, οικονομικού κόστους. Ξενίζει όμως και δεν είναι λογικός για να μπορεί να γίνει αποδεκτός, ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου 2, ότι, η επικοινωνία του με τον ΜΚ1 για να διερευνήσει το ζήτημα με τις επιταγές από τα τέσσερα βιβλιάρια επιταγών της Κατηγορουμένης 1 και να τα ζητήσει πίσω, για πρώτη φορά, έγινε 10/03/2010, δηλαδή, μετά που αυτές παρουσιάστηκαν από την Παραπονούμενη για πληρωμή και αφού ο Κατηγορούμενος 2 είχε ήδη δώσει για λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 την εντολή για την ανάκληση της πληρωμής τους. Το λογικό, σε μια τέτοια περίπτωση, κατ' αρχήν, θα ήταν, ο Κατηγορούμενος 2, που μέχρι και εκείνη την στιγμή, τον ΜΚ1 τον θεωρούσε, όπως υποστήριξε, όχι μόνο συνεργάτη του, αλλά και στενό του φίλο (σαν «συνέταιρο», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε), του οποίου είχε και μεγάλη εμπιστοσύνη, να επικοινωνούσε αμέσως με τον ΜΚ1, αφής στιγμής οι δύο άγνωστοι του είχαν αποκαλύψει ότι ήταν εντεταλμένοι του για να τον «εισπράξουν», δηλαδή από τα τέλη Φεβρουαρίου του έτους 2010, και να συζητούσε το ζήτημα μαζί του. Ειδικότερα, αφής στιγμής, όπως υποστηρίζει, δεν του όφειλε και οτιδήποτε. Οποιαδήποτε δε κατάληξη και να είχε η συζήτηση τους, υπό τις περιστάσεις, το λογικό θα ήταν, η καταγγελία της υπόθεσης της Αστυνομίας. Ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2, ότι, απλά τηλεφώνησε στον ΜΚ1, στις 10/03/2010, για να του ζητήσει πίσω τα βιβλιάρια των επιταγών, μετά και τα όσα προηγήθηκαν, δεν βγάζει κανένα απολύτως νόημα. Ειδικότερα, αν αναλογιστεί κανείς, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, ήθελε, ισχυρίστηκε, από 26/02/2010, να δώσει εντολή προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, ανάκλησης της εντολής πληρωμής όλων των επιταγών των τεσσάρων βιβλιαρίων επιταγών που ο ΜΚ1 είχε στην κατοχή του, και δεν είχε τα σχετικά στοιχεία. Το λογικό θα ήταν να τα ζητούσε από ποιο πριν για να έχει τα στοιχεία.
  41. Η όλη εκδοχή του Κατηγορουμένου 2, χάνει κάθε λογική υπόσταση, εν όψει του ισχυρισμού του ότι, τελικώς, παρά το γεγονός ότι, ως ισχυρίστηκε, ήταν τρομοκρατημένος και φοβόταν για την ζωή του, ακόμη και να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία, έδωσε στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα εντολή ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, όπως ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίζεται, το λογικό είναι ότι, δεν θα τολμούσε να δώσει στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα την εν λόγω εντολή. Αν δε έκανε μια τέτοια κίνηση, και πάλι, το λογικά αναμενόμενο, θα ήταν, να καταγράψει στην εντολή του προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, τα γεγονότα ως έγιναν και τα οποία τώρα ισχυρίζεται. Αίσθηση δε προκαλεί το γεγονός ότι, ακόμη και σήμερα, μετά που ο ένας εκ των δύο αγνώστων που ισχυρίζεται ότι τον εκβίασαν έχει δολοφονηθεί και ο άλλος βρίσκεται έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές εκτίοντας πολυετή ποινές φυλάκισης, και το γνωρίζει, ο Κατηγορούμενος 2, δηλώνει, ότι, ακόμη φοβάται για την ζωή, τόσο του ιδίου, όσο και της οικογένειας του και για αυτό τον λόγο δεν καταγγέλλει την υπόθεση στην Αστυνομία, όταν την ίδια στιγμή, εντελώς παράδοξα, δεν φοβάται, στην παρουσία και του ΜΚ1, να δηλώσει στο Δικαστήριο τις καταγγελίες του προς υπεράσπιση του. Πράγματα, κατά την κρίση μου, εντελώς παράλογα.
  42. Περνώ τώρα στην εντολή της Κατηγορουμένης 1 που δόθηκε στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα δια του Κατηγορουμένου 2, Τεκμήριο 103, η οποία, πρέπει να σημειωθεί, δεν υποστηρίζει την μαρτυρία του Κατηγορουμένου
  43. Κατ' ελάχιστον, αντιφάσκει των όσων ο Κατηγορούμενος 2 κατέθεσε στο Δικαστήριο.
  44. Η εντολή του Κατηγορουμένου 2, ήταν η εξής: «Λόγω διαφοράς του λογαριασμού. Του έχω ζητήσει επιστροφή του βιβλιαρίου επιταγών ου το οποίο μου κατακρατεί παράνομα και το οποίο δεν το επιστρέφει εδώ και 30 ημέρες. Επίσης του έχω επιστρέψει όλα το εμπόρευμα στο οποίο περιμένω πιστωτικές σημειώσεις και δεν ανταποκρίνεται. Θεωρώ ότι έχω πέσει θύμα απάτης.».
  45. Υπενθυμίζω, εδώ, ότι, ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2, είναι ότι: (α) δεν οφείλει κανένα ποσό στην Παραπονούμενη, ενώ στην εντολή της Κατηγορουμενης 1 αναφέρεται σε «διαφορά του λογαριασμού». Τον οποίο λογαριασμό (που και η Παραπονούμενη επικαλέστηκε κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της, Τεκμήριο 93), πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί, ο Κατηγορούμενος 2 κατά την αντεξέταση του, δήλωσε γενικά ότι τον αγνοεί, (β) τα βιβλιάρια επιταγών της Κατηγορουμένης 1 που ισχυρίζεται ότι ο ΜΚ1 είχε στην κατοχή του, ήταν τέσσερα και όχι ένα όπως αναφέρεται στην εντολή, (γ) η πρώτη φορά που ο Κατηγορούμενος 2 μίλησε με τον ΜΚ1 για να του ζητήσει επιστροφή των εν λόγω τεσσάρων βιβλιαρίων επιταγών της Κατηγορουμένης 1, ήταν την 10/03/2010 και όχι αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2010, όπως ο Κατηγορούμενος 2 κατέγραψε στην εντολή, (δ) δεν εκκρεμούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ζήτημα πιστωτικών σημειώσεων από επιστροφή εμπορευμάτων, όπως λανθασμένα καταγράφεται στην εντολή. Ενώ, η λέξη «απάτη» που αναφέρεται στην εντολή, στην γραμματική της ερμηνεία (δηλαδή, η παραπλάνησης με σκοπό την δυσανάλογη ωφέλεια), σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να παραπέμψει στα όσα ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο περί του εκβιασμού και απειλής του από τον ΜΚ
  46. Επιπρόσθετα των προαναφερόμενων, ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ασαφής σε ότι αφορούσε κύριους ισχυρισμούς του για τα επίδικα γεγονότα. Όπως για παράδειγμα ήταν ασαφής για τον ισχυρισμό του περί του πότε χρονικά τον επισκέφτηκαν τα δύο άγνωστα πρόσωπα, απεσταλμένοι του ΜΚ1, για να τον εκβιάσουν να υπογράψει εν λευκώ τις επίδικες επιταγές. Αρχικά, κατά την κυρίως εξέταση του, ισχυρίστηκε ότι, αυτό, έγινε μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2010, στην συνέχεια, και πάλι κατά την κυρίως εξέταση του, μετέβαλε τον ισχυρισμό του αυτό και υποστήριξε ότι, αυτό, έγινε τέλη Φεβρουαρίου του έτους 2010 και τελικώς, αντεξεταζόμενος σχετικά, υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να είναι ακριβώς σίγουρος για την ημερομηνία, αλλά το γεγονός αυτό έλαβε χώρα, «εκείνην την περίοδο». Φυσικά, ο Κατηγορούμενος 2, κρίνω ότι ήταν ασαφής, όχι τυχαία, καθότι, ο χρονικός προσδιορισμός του ισχυριζόμενου συμβάντος, έχει την σημασία του, επειδή συνδέεται άμεσα και με τον ισχυρισμό του περί του ότι βοηθούσε τον ΜΚ2 με χρήματα προσωπικά δικά του, με καταθέσεις που έκανε σε λογαριασμούς της Παραπονουμένης, ώστε να πληρώνονταν επιταγές της σε τρίτους όταν αυτή δεν είχε ρευστότητα. Και αυτό, επειδή, όπως υποστήριξε, οι καταθέσεις αυτές προς βοήθεια του ΜΚ1 και της Παραπονουμένης, ξεκίνησαν περί το τέλος Ιανουαρίου του έτους 2010 και συνεχίστηκαν μέχρι τα μέσα περίπου του Φεβρουαρίου του έτους 2010, όταν ο Κατηγορούμενος 2 δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει να το πράττει, καθότι είχε και ο ίδιος ξεκινήσει να αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Σίγουρα, θα ήταν παράλογο και δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2, ότι εκβιάστηκε να υπογράψει τις επίδικες επιταγές εν λευκώ από απεσταλμένους του ΜΚ1, εάν, την ίδια ακριβώς περίοδο, ήτοι, μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2010, βοηθούσε, όπως υποστήριξε, τον ΜΚ1 και την Παραπονούμενη, οικονομικά. Εξ ου και η ασάφεια, βρίσκω, στο να προσδιοριστεί ο χρόνος.
  47. Συνεχίζοντας αυτό το σκεπτικό, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι, όπως ο Κατηγορούμενος 2 τελικώς ισχυρίστηκε, ο εκβιασμός του να υπογράψει εν λευκώ τις επίδικες επιταγές, ήταν μεταξύ της περιόδου, μέσα Φεβρουαρίου - τέλος Φεβρουαρίου του έτους 2010 και ότι ο ίδιος δεν μπορούσε πραγματικά να θυμηθεί συγκεκριμένα πότε μέσα σε αυτή την περίοδο τούτο έλαβε χώρα, και πάλι η μαρτυρία του κρίνεται ως μη δυνάμενη να ανταποκρίνεται στην αλήθεια, καθότι, σε καμία περίπτωση υπό αυτές τις περιστάσεις, η Κατηγορουμένη 1, δια αυτού, θα συνέχιζε μέχρι και τις 19/04/2010 να πληρώνει την Παραπονούμενη, ως ισχυρίστηκε, τοις μετρητοίς, για σχετικές από αυτήν αγορές της (βλ. τις παραγράφους 23 και 24 της γραπτής δήλωσης του Κατηγορουμένου 2, Έγγραφο Γ). Πολύ δε περισσότερο, αν λάβει κάποιος υπόψη, ότι, οι επίδικες επιταγές, που, κατά τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου 2, είναι από αυτές που εξαναγκάστηκε από τους δύο αγνώστους απεσταλμένους του ΜΚ1 να υπογράψει, παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, για πρώτη φορά, στις 05/03/2010, και ότι, ο Κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, μία εβδομάδα πριν αυτές παρουσιαστούν πρώτη φορά για πληρωμή, όπως προαναφέρθηκε, είχε, εξαιτίας του ισχυριζόμενου προαναφερόμενου εξαναγκασμού του να υπογράψει τις επίδικες επιταγές εν λευκώ, επισκεφτεί την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, δηλαδή, στις 26/02/2010, με σκοπό να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής όλων των επιταγών της Κατηγορουμένης 1 που υπήρχαν εκδομένες προς όφελος της Παραπονουμένης.
  48. Συνεπώς, το χρονικό των ισχυριζόμενων γεγονότων, έχει σημασία και η ασάφεια του Κατηγορουμένου 2 σε ότι αφορά αυτό, αφαιρεί από τους ισχυρισμούς του αξιοπιστία. Δεν διαφεύγει άλλωστε της προσοχής μου, ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2, ότι, η επιταγή της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 111, με δικαιούχο την Παραπονούμενη, ποσού €1.354.054,91, ήταν αρχικά πληρωτέα (δηλαδή, πριν την τροποποίηση της ημερομηνίας πληρωμής της), στις 26/02/2010, πράγμα παράλογο, αν ο εκβιασμός του Κατηγορουμένου 2 να υπογράψει τις επιταγές των τεσσάρων βιβλιαρίων επιταγών της Κατηγορουμένης 1 έλαβε χώρα τέλος Φεβρουαρίου του έτους 2010, εφόσον, ο ΜΚ1, στον οποίο ο Κατηγορούμενος 2 καταλογίζει καλό σχεδιασμό για να προκαλέσει στους Κατηγορουμένους 1 και 2 βλάβη, αν έτσι είχαν τα πράγματα, λογικό είναι ότι δεν θα συμπλήρωνε επί της εν λόγω επιταγής, και μάλιστα μετά την καταχώριση της Κατηγορουμένης 1 στο Κ. Α. Π., ως ο Κατηγορούμενος 2 υποστήριξε, δηλαδή, μετά τις 18/03/2010 (βλ. Τεκμηριο 107), ημερομηνία προγενέστερη της εξασφαλίσεως της υπογραφής του Κατηγορουμένου 2, ήτοι την 26/02/2010, για να την τροποποιήσει μεταγενέστερα, χωρίς την προσυπογραφή του, για να την κάνει πληρωτέα ένα μήνα μετά, ήτοι την 26/03/
  49. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τα πρακτικά της δίκης, από την αντεξέταση του Κατηγορουμένου 2: «E. Ισχυριστήκατε στη γραπτή σας κατάθεση ότι οι επιταγές που υπογράψατε ήταν άνω των 100 από τα τέσσερα chequebook; A. Μάλιστα. E. Πώς δικαιολογείτε το γεγονός ότι κατηγορείστε μόνο για 93 επιταγές; A. Διότι κατάφερε και κατέθεσε τούτες τις επιταγές στην τράπεζα και μετά έβγαλε μιαν άλλη επιταγή μετά που ήμουν στο ΚΑΠ ένα εκατομμύριο και οι άλλες ήταν κενές, τις είχε κοντά του. Δεν τις γέμισε όλες, γέμισε τις
  50. E. Αυτή είναι η θέση σας; A. Ναι. E. Και αυτό στις 25 Φεβρουαρίου που ήρταν τα δύο πρόσωπα; A. Τέλος Φεβρουαρίου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  51. Σε κάθε περίπτωση, βάσει των προαναφερόμενων παρατηρήσεων μου για την μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2, ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2 στον οποίο προέβη κατά την αντεξέταση του, ότι η συνεργασία του με την Παραπονούμενη τερματίστηκε, «την τελευταία εβδομάδα που ήρταν οι άνθρωποι τούτοι», δηλαδή, την τελευταία εβδομάδα του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 201

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.